← Κύπρος

ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗ ΣΥΜΕΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ & ΔΙΑΜΑΝΤΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής:5275/2012, 28/11/2019

ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗ ΣΥΜΕΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ & ΔΙΑΜΑΝΤΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής:5275/2012, 28/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A548 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:5275/2012 Μεταξύ: ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Γ. ΣΥΜΕΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ενάγουσα/Αιτήτρια και ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ & ΔΙΑΜΑΝΤΗ ΛΤΔ Εναγόμενη /Καθ' ης η αίτηση Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος, ημερομηνίας 23/05/2019 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:5275/2012 Μεταξύ: ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗ ΣΥΜΕΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ενάγουσα/Αιτήτρια και ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ & ΔΙΑΜΑΝΤΗ ΛΤΔ Εναγόμενη /Καθ' ης η αίτηση ------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 24.6.2019 για παραπομπή της αγωγής σε Διαιτησία και αναστολή της διαδικασίας Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Ανδρέου για Αργεντούλα Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κα Πατρόκλου για Chrysses Demetriades & Co LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε στις 19.11.2012, η Ενάγουσα εταιρεία, η οποία ασχολείται με οικοδομικές εργασίες, αξιώνει από την Εναγόμενη εταιρεία ποσό εκ €98.033,84 ως οφειλόμενο υπόλοιπο για εκτελεσθείσες εργασίες που κατ' ισχυρισμό της, της ανέθεσε η Εναγόμενη. Ειδικότερα, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 22.2.2017 η Εναγόμενη ανέθεσε στην Ενάγουσα την ανέγερση πέντε κατοικιών εντός δύο ακινήτων και/ή οικοπέδων στον Άγιο Αθανάσιο, για το συνολικό ποσό των €438,257 πλέον Φ.Π.Α. ήτοι €503.

  1. Δυνάμει προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα προβεί στην εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών για τις οποίες θα καταβάλλετο επιπλέον ποσό. Η Ενάγουσα εκτέλεσε τις επιπρόσθετες εργασίες και η συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αξία των εν λόγω εργασιών ανέρχετο στο ποσό των €81.033,84 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι δικαιούτο πέραν του ποσού για την εκτελεσθείσα συμφωνημένη αρχικώς και/ή επιπρόσθετη εργασία και το ποσό των €17.000 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. ως διακύμανση και/ή αύξηση στα εργατικά και τις τιμές των υλικών. Το τελικό οφειλόμενο ποσό στην Ενάγουσα από την Εναγόμενη για τις πιο πάνω εργασίες ανέρχετο στο ποσό των €602,029.- συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Η Εναγόμενη κατέβαλε το ποσό των €503,995.- συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. πλην όμως αρνείται να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό του λογαριασμούς της, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €98.033,84 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Στις 23.4.2013 η Εναγόμενη καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης, στην οποία ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για εκτέλεση έξτρα εργασιών και ή για τις τιμές αυτών, όλες οι εργασίες που εκτελέσθηκαν ήταν οι συμφωνημένες εργασίες. Επίσης ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε από την Εναγόμενη και/ή την επιβλέπουσα αρχιτέκτονα η εκτέλεση έξτρα εργασιών και η επιβλέπουσα αρχιτέκτονας ουδέποτε εξέδωσε πιστοποιητικό και/ή διατακτικό πληρωμής που αφορούσε έξτρα εργασίες και ουδέποτε η Ενάγουσα παρουσίασε στην αρχιτέκτονα κάποια δελτία εργασιών για έλεγχο και έγκριση που να αφορούν έξτρα εργασίες. Θεωρεί ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται να προβάλει οποιανδήποτε απαίτηση για έξτρα εργασίες δεδομένου ότι η Ενάγουσα είσπραξε τα διατακτικά στα οποία δεν περιλαμβάνονταν έξτρα εργασίες χωρίς διαμαρτυρία. Οι δε εργασίες περατώθηκαν από τις αρχές Απριλίου 2009 λόγω καθυστέρησης που ωφείλετο στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα παρέδωσε στην Εναγόμενη κατάλογο ισχυριζόμενων έξτρα εργασιών στις 18.10.2010 τον οποίο η Εναγόμενη απέρριψε. Ισχυρίζεται επίσης ότι το ποσό που πλήρωσε στην Ενάγουσα περιλαμβανομένου και του ποσού της κράτησης ήταν €501.091,62 με βάση την εκτελεσθείσα εργασία και τα διατακτικά. Η Ενάγουσα καταχώρισε στις 3.6.2013 Απάντηση στην Υπεράσπιση, στην οποία προβάλει ότι υπεύθυνη για οποιαδήποτε καθυστέρηση στη συμπλήρωση των εργασιών είναι η Εναγόμενη και επαναλαμβάνει αφού απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης ότι της οφείλει το ποσό των €98.033,84 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. για εκτελεσθείσες εργασίες. Ακολούθως η αγωγή ορίστηκε μια φορά για οδηγίες στις 4.7.2013 όπου δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων, οι οποίες καταχωρίστηκαν μέχρι τον Σεπτέμβριο του
  2. Στις 2.10.2013 ορίστηκε για Ακρόαση στις 18.2.
  3. Στις 18.2.2014 ζητήθηκε αναβολή από την Ενάγουσα λόγω του ότι ήθελε να εξετάσει το ενδεχόμενο για παραπομπή της αγωγής σε διαιτησία λόγω της φύσης της απαίτησης. Στις 14.4.2014 όπου ορίστηκε για οδηγίες ζητήθηκε ημερομηνία Ακρόασης. Στις 16.12.2014 όπου είχε οριστεί για Ακρόαση η αγωγή, αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος αναβολής από μέρους της Ενάγουσας. Στις 22.9.2015 όπου ορίστηκε για Ακρόαση, αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και στις 18.3.2016 όπου και πάλι είχε οριστεί για Ακρόασης αναβλήθηκε από το Δικαστήριο λόγω έλλειψης στενογράφου. Στις 31.10.2016 όπου και πάλι ήταν ορισμένη για Ακρόαση η αγωγή αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της Ενάγουσας, το ίδιο και στις 9.5.2017 και ακολούθως στις 15.9.
  4. Στις 1.2.2018 όπου ήταν ορισμένη και πάλι για Ακρόαση η αγωγή αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της Εναγόμενης το ίδιο και στις 4.5.2018 και στις 31.10.
  5. Στις 12.2.2019 όπου ήταν ορισμένη και πάλι για Ακρόαση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων της Ενάγουσας. Στις 8.3.2019 όπου ήταν ορισμένη για Οδηγίες για να ξεκαθαρίσουν οι συνήγοροι της Ενάγουσας καταπόσον θα συνέχιζαν να εκπροσωπούν την Ενάγουσα ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος και η αγωγή ορίστηκε για Οδηγίες στις 15.3.2019 και στις 22.3.
  6. Ακολούθως ζητήθηκε από πλευράς της Ενάγουσας χρόνος για να εξετάσουν το ενδεχόμενο να καταχωρήσουν αίτηση για παραπομπή της αγωγής σε διαιτησίας όπου και η αγωγή ορίστηκε για Οδηγίες στις 23.4.2019 και ακολούθως στις 23.5.
  7. Στις 23.5.2019 όπου η αγωγή ήταν ορισμένη για Οδηγίες, λόγω του ότι στο μεταξύ και συγκεκριμένα στις 17.5.2019 καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης η οποία ορίστηκε στις 24.6.2019, το Δικαστήριο επιλήφθηκε την αίτηση τροποποίησης και εξέδωσε εξ συμφώνου τα αιτούμενα διατάγματα τροποποίησης και η αγωγή ορίστηκε για Οδηγίες στις 3.7.2019 ακυρώνοντας την ημερομηνίας 24.6.
  8. Στις 3.6.2019 καταχωρίστηκε τροποποιημένο Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο, στις 5.6.2019 καταχωρίστηκε η Έκθεση Υπεράσπισης στο τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα και στις 10.6.2019 καταχωρίστηκε η Απάντηση της Ενάγουσας. Στις 24.6.2019 υποβλήθηκε η υπό εξέταση αίτηση, με την οποία η Ενάγουσα ζητά την έκδοση διατάγματος που να παραπέμπει την αγωγή στο σύνολο της προς εκδίκαση σε Διαιτησία ενώπιον Διαιτητή, τον οποίο θα αποφασίσει το Δικαστήριο κατά την κρίση του όπως και τον καθορισμό της αμοιβή του διοριζόμενου Διαιτητή από το Δικαστήριο και διάταγμα που να αναστέλλει τη διαδικασία στην αγωγή μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης ή σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος παραπομπής σε διαιτησία, μέχρι την αποπεράτωση της διαιτητικής διαδικασίας. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 36 και 37 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στις Δ.27 θ.3, 48 θ.θ. 1,2,3,4,9(o), και Δ.49 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Σύνταγμα και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη της Αίτησης επισυνάπτεται ένορκη δήλωση του κου XXX Συμεού, ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της Ενάγουσας και ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι, αξίωση της Ενάγουσας στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αποτελεί η πληρωμή του ποσού των €98.033,84, το οποίο αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα, ως η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 22.2.2007 αλλά και η προφορική τους συμφωνία για διεξαγωγή επιπρόσθετων εργασιών για την ανέγερση πέντε κατοικιών ιδιοκτησίας της Εναγόμενης. Αναφέρει ότι με βάση τη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 22.2.2017 και συγκεκριμένα το άρθρο 36 αυτής, οποιαδήποτε διαφορά προκύψει από αυτή τη συμφωνία παραπέμπεται σε διαιτησία. Ωστόσο, σημειώνει ότι η παρούσα διαφορά δεν προκύπτει απευθείας από την εν λόγω γραπτή συμφωνία αλλά από τη μεταγενέστερη προφορική συμφωνία που έκανε η Ενάγουσα με την Εναγόμενη και ως εκ τούτου η εν λόγω πρόνοια δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Παρά δε το γεγονός αυτό, είναι η άποψη του ότι ένεκα της φύσης της υπόθεσης αλλά και των εκατέρωθεν ισχυρισμών είναι σκόπιμο όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και διατάξει την αναστολή της ενώπιον του διαδικασίας και παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία. Προσθέτει επίσης ότι σύμφωνα με το δελτίο ποσοτήτων που εξέδωσε η Ενάγουσα στις 18.10.210 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του) φαίνονται οι πλείστες των επιπλέον εργασιών που διεξήχθησαν και η κοστολόγηση, επίσης υπάρχει αναφορά στο τέλος «πλέον αυξήσεις εργατικών και υπηρεσιών» από την οποία συνάγεται ότι η τελική τιμή για όλες τις εργασίες θα αυξάνονταν στη συνέχεια ανάλογα με τα εργατικά και τις προσφερόμενες υπηρεσίες. Αναφέρει επίσης ότι οι επιπλέον εργασίες είναι συγκεκριμένης φύσης και εξειδικευμένες για τον προσδιορισμό των οποίων και η κοστολόγηση τους χρειάζεται προσαγωγή συγκεκριμένης και εκτεταμένης μαρτυρίας από ειδικούς εμπειρογνώμονες επί του θέματος αλλά και συγκεκριμένη εκτίμηση και επιθεώρηση αυτών. Ένεκα δε των θέσεων της Εναγόμενης ως προκύπτουν από την Έκθεση Υπεράσπισης της είναι η θέση του ότι η επίλυση της παρούσας διαφοράς είναι δέον να γίνει στα πλαίσια της διαιτησίας ώστε να αποσαφηνιστούν με τον πιο πρόσφορο τρόπο τα θέματα που απασχολούν την παρούσα υπόθεση τα οποία είναι αμιγώς τεχνικής φύσεως. Θεωρεί ότι η παραπομπή της αγωγής σε διαιτησία και η επίλυση της παρούσας διαφοράς από ένα διαιτητή ο οποίος θα είναι ειδικός επί των θεμάτων που απασχολούν την παρούσα αγωγή, είναι η προσφορότερη λύση για αμφότερες τις πλευρές. Ενώ σε διαφορετική περίπτωση το Δικαστήριο θα αναλώσει πολύτιμο δικαστικό χρόνο σε εξειδικευμένα θέματα που αφορούν τη φύση εργοληπτικών εργασιών και σε ένα ατέρμονο δικαστικό αγώνα στον οποίο κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μπορέσει να διαφανεί η πάσα αλήθεια. Αναφέρει επίσης ότι η μη παραπομπή της παρούσας σε διαιτησία εξ αρχής οφείλετο στο γεγονός ότι η παρούσα δεν καλύπτεται από τον όρο 36 της συμφωνίας ημερομηνίας 22.7.2007, επίσης η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η Εναγόμενη θα προέβαλε ισχυρισμούς περί μη ύπαρξης τέτοιας προφορικής συμφωνίας για εκτέλεση επιπλέον εργασιών και την αμφισβήτηση διεξαγωγής αυτών. Σε σχέση με το χρόνο καταχώρησης της αίτησης, ισχυρίζεται ότι ήταν αποτέλεσμα ασυνεννοησίας σε σχέση με το κατά πόσο ο χειρισμός της υπόθεσης θα συνέχιζε από τον κο Βασιλείου ο οποίος χειρίζετο την υπόθεση μέχρι τον Μάρτιο του 2018 και ο οποίος αποχώρησε από το γραφείο των δικηγόρων τους ή κατά πόσο θα συνέχιζε το γραφείο της κας Ιωάννου. Επίσης αναφέρει ότι ευελπιστούσαν σε κάποια διευθέτηση. Διατείνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας για να παραπεμφθεί η παρούσα αγωγή σε διαιτησία. Κατόπιν δε νομικής συμβουλής, αναφέρει ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να παραπέμψει την αγωγή σε διαιτησία προς εκδίκαση, δεδομένου ότι θα χρειαστεί να κατατεθούν έγγραφα αλλά και εκτιμήσεις για όλες τις εργασίες που έγιναν, ενώ αναμφίβολα θα χρειαστεί επιτόπια εξέταση και εκτίμηση όλων των επιπρόσθετων εργασιών και των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση αυτών, ώστε να εξακριβωθεί η απαίτηση της Ενάγουσας και η αλήθεια των ισχυρισμών της. Διατείνεται, περαιτέρω ότι η Εναγόμενη καμία ζημιά δεν θα υποστεί με την αιτούμενη παραπομπή σε διαιτησία, αντίθετα θα διαφυλαχτούν κατά το μέγιστο δυνατό τρόπο τα δικαιώματα της, αφού θα ακουστεί η υπόθεση ενώπιον ειδικού εμπειρογνώμονα επί των επίδικων θεμάτων, τον οποίο θα διορίσουν από κοινού οι διάδικοι. Ως εκ των ανωτέρω, ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τα οποία είναι η θέση του ότι είναι απολύτως αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση αίτηση η οποία έχει ως νομική βάση τα άρθρα 29

(1), 36 και 37 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.27 θ.θ.1,2 και 3, Δ.9 θ.θ.1-4, 9 (ο), Δ.49 θ.θ.1 - 4, τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4 άρθρα 2, 3, 4 και 8 και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένσταση εκτίθενται 11 λόγοι ένστασης, τους οποίους θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «1.Η Αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα και συγκεκριμένα πέραν των 6 ½ χρόνων μετά την καταχώρηση της αγωγής και αφού έγιναν από τους διάδικους διάφορα διαβήματα όπως η καταχώρηση και η ανταλλαγή δικογράφων και άλλα τα οποία είναι εμφανή από τον φάκελο της αγωγής και αφού υπήρξαν περί τις 24 εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν ήδη δημιουργηθεί πάρα πολλά έξοδα.
  1. Ουδέποτε υπήρξε συναίνεση των Καθ' ων η αίτηση για παραπομπή της Αγωγής σε Διαιτησία και την αναστολή της διαδικασίας και δεν υπάρχει ούτε σήμερα. Αντίθετα όταν κατά ή περί της 23/4/20190 εκφράσθηκε για πρώτη φορά, η πρόθεση των Αιτητών να καταχωρήσουν Αίτηση για παραπομπή της υπόθεσης σε Διαιτησία αλλά και μεταγενέστερα οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση εξέφρασαν προς τους δικηγόρους των Αιτητών την αντίθεση τους και την πρόθεση τους ότι θα ενστούν.
  2. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία για εκτέλεση έξτρα εργασιών και το συνημμένο έγγραφο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ως Τεκμήριο 1, αφορά την ουσία της υπόθεσης και εν πάση περιπτώσει εκδόθηκε με καθυστέρηση και ουδέποτε εκδόθηκε γι' αυτό διατακτικό πληρωμής. Εν πάση περιπτώσει ως αφορόν την ουσία θα πρέπει να αγνοηθεί και/ή να μη ληφθεί υπ' όψη.
  3. Για όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες η επιβλέπουσα αρχιτέκτονας εξέδωσε διατακτικά πληρωμής περιλαμβανομένου και του τελικού ημερομηνίας 6.3.2009 τα οποία και πληρώθηκαν.
  4. Η αρχιτέκτονας του έργου αλλά και οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε εζήτησαν και/ή ενέκριναν έξτρα εργασίες και συνεπώς δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων και οι Αιτητές ουδέποτε αποτάθηκαν στην αρχιτέκτονα για να προβάλουν την ύπαρξη διαφοράς και να ζητήσουν τη λύση της.
  5. Δεν ακολουθήθηκε η πρόνοια του άρθρου 36 του Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 22.2.2007 μεταξύ των διαδίκων που είναι η μόνη Συμφωνία που προβλέπει περί Διαιτησίας. Πέραν αυτής δεν υπάρχει άλλο συνυποσχετικό ή συμφωνία γραπτή ή προφορική.
  6. Οι Αιτητές παρακάμπτουν την εν λόγω πρόνοια επικαλούμενοι αόριστα μεταγενέστερη προφορική συμφωνία γιατί η πρόνοια αυτή τους εμποδίζει να ζητήσουν παραπομπή σε διαιτησία αφού η δήθεν διαφορά δεν υποβλήθηκε απ' αυτούς πρώτα εγγράφως προς την αρχιτέκτονα.
  7. Η Αίτηση είναι νομικά και κατ' ουσίαν αστήρικτη και αβάσιμη γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και οι περί Διαιτησίας και Δικαστηρίων Νόμοι και υποβλήθηκε μετά την ανταλλαγή δικογράφων.
  8. Τα εγειρόμενα με την Αγωγή θέματα δεν είναι τεχνικής φύσεως, αλλά περισσότερο νομικά και αξιοπιστίας και μπορούν να αξιολογηθουν και να κριθούν καλύτερα, αν όχι μόνο, από το Δικαστήριο.
  9. Οι Αιτητές τουλάχιστον επί 6 ½ χρόνια αλλά μέχρι σήμερα δεν ήταν έτοιμοι και πρόθυμοι να πράξουν όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας.
  10. Η Αίτηση έχει καταχωρηθεί και προωθείται καταχρηστικά και δεν δικαιολογείται η έγκριση της.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κου XXX Ιωάννου, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει ότι τα αληθή γεγονότα είναι αυτά που εκτίθενται στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης. Είναι η θέση του ότι όλα τα οφειλόμενα ποσά για τις εκτελεσθείσες εργασίες έχουν εξοφληθεί και ουδέποτε η Εναγόμενη ζήτησε την εκτέλεση έξτρα εργασιών και ούτε η Ενάγουσα απευθύνθηκε καθ' οιονδήποτε στάδιο της εκτέλεσης των εργασιών στην Εναγόμενη ή στην αρχιτέκτονα για να πάρει έγκριση εκτέλεσης τους και κατά συνέπεια ούτε συμφωνήθηκε ποτέ η τιμή αλλά ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία περί τούτων ή του κόστους των εργατικών σχετικά με αυτές και το Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του XXX Συμεού έγινε καθυστερημένα, αυθαίρετα, αντισυμβατικά και κακόπιστα προς το σκοπό αποκόμισης αδικαιολόγητου οικονομικού οφέλους από την Ενάγουσα σε βάρος της Εναγόμενης. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν υπήρξε ποτέ προφορική συμφωνία για εκτέλεση έξτρα εργασιών όπως δεν υπήρξε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία για παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία γιατί τέτοια διαφορά δεν υπήρξε. Είναι η θέση του ότι ο λόγος που η Ενάγουσα αντιπαρέρχεται τον όρο για παραπομπή σε διαιτησία που υπήρχε στο συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 22.2.2007 είναι γιατί με βάση το άρθρο 36 αν υπήρχε διαφορά θα έπρεπε να απευθύνουν πρώτα εγγράφως στην αρχιτέκτονα κάτι το οποίο ουδέποτε έκαναν. Σε ότι αφορά τους λόγους που επικαλείται ο ομνύων στην αίτηση για αιτιολόγηση του χρόνου καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, αναφέρει ότι ήταν οι δικηγόροι της Εναγόμενης που επεσήμαναν στους δικηγόρους της Ενάγουσας την καταχώρηση της αγωγής με λανθασμένο όνομα και σε κάθε περίπτωση είναι η θέση του ότι αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για την καθυστέρηση. Επίσης διατείνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και ο περί Διαιτησίας και περί Δικαστηρίων Νόμοι και ούτε υπάρχει συναίνεση από πλευράς της Ενάγουσας για παραπομπή της αγωγής σε διαιτησία. Ζητά όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως έχει προαναφερθεί η υπό κρίση αίτηση έχει ως νομική βάση τα άρθρα 36 και 37 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, την Δ.27 θ.3, και Δ.49 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων, η αίτηση, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  11. Αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας.» Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου, «συνυποσχετικό» σημαίνει γραπτή συμφωνία για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών σε διαιτησία, είτε ο διαιτητής κατονομάζεται σε αυτήν είτε όχι. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφ.4, η αναστολή της διαδικασίας και η παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση Bulfracht v. Third World Steel Co. Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 148, στην οποία λέχθηκε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας δεν είναι επιτακτική αλλά ασκείται στα πλαίσια διακριτικής ευχέρειας. Στην ίδια υπόθεση τέθηκαν αναλυτικά οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για να ασκήσει το Δικαστήριο την διακριτική ευχέρεια του, ως ακολούθως:- «
  1. Ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της αμφισβήτησης σε διαιτησία.
  2. Έναρξη διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
  3. Έναρξη δικαστικής διαδικασίας από συμβαλλόμενο στη σύμβαση διαιτησίας ή από πρόσωπο που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό εναντίον του αντισυμβαλλομένου ή εναντίον προσώπου που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό.
  4. Η δικαστική διαδικασία να είναι αναφορικά με την αμφισβήτηση που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί.
  5. Η αίτηση για αναστολή να γίνεται από διάδικο στη δικαστική διαδικασία.
  6. Υποβολή της αίτησης μετά την καταχώριση εμφάνισης και πριν την ανταλλαγή εγγράφων προτάσεων ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία.
  7. Ο αιτητής να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας.» Το γεγονός ότι οι πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας καλύπτουν «οιανδήποτε διαφορά» δεν εξυπακούει κατ' ανάγκη ότι οιαδήποτε αξίωση έστω και αν αυτή πηγάζει από την μη τήρηση των όρων της συμφωνίας, συνιστά και «διαφορά» η οποία καλύπτεται από τις πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας. Για να υπάρχει «διαφορά» αυτή πρέπει να αφορά είτε στα γεγονότα που στοιχειοθετούν την ευθύνη ή την υποχρέωση, είτε στις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων. (Βλέπε αποφάσεις στις υποθέσεις Tradαx v. Queensea Marine Co,
(1986)1 C.L.R 559 και Oterom Ltd v. Κυριάκου Ζ. Χριστοδουλίδη,
(2002)1(Β) Α.Α.Δ.1081). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η πρόνοια του άρθρου 36 της συμφωνίας ημερομηνίας 22.7.2007 η οποία προνοεί για παραπομπή διαφορών μεταξύ των διαδίκων σε διαιτησία δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, λόγω του ότι η επίδικη διαφορά δεν προκύπτει από την εν λόγω συμφωνία. Ως εκ των ανωτέρω, είναι άξιον απορίας για ποιο λόγο συμπεριλήφθηκε το άρθρο 8 του Κεφ.4 στη νομική βάση της αίτησης. Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στα πλαίσια της αγόρευσης της η συνήγορος της Αιτήτριας εισηγείται την παραπομπή της αγωγής σε διαιτησία στη βάση των προνοιών του άρθρου 36 του περί Δικαστηρίου Νόμου - Ν.14/60, ωστόσο δεδομένου ότι το άρθρο 8 του Κεφ.4 αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της αίτησης κρίνω ορθό σε κάθε περίπτωση να σημειώσω ότι είναι και η θέση της Καθ' ης η αίτησης ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε ποτέ προφορική συμφωνία για εκτέλεση επιπλέον εργασιών όπως δεν υπήρξε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία για παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία γιατί τέτοια διαφορά δεν υπήρξε. Ενώ αναφέρει, επίσης ότι ο μόνος όρος σχετικά με διαιτησία υπήρχε στο συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνία 22.2.2007 το οποίο η Ενάγουσα δεν επικαλείται αλλά αντιπαρέρχεται γιατί η Ενάγουσα δεν ακολούθησε τις πρόνοιες του άρθρου
  1. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω καθώς επίσης και τα επίδικα θέματα, είναι σαφές ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας δεν καλύπτεται από τη ρήτρα διαιτησίας της συμφωνίας ημερομηνίας 22.2.2007 ούτε υφίσταται συνυποσχετικό εν τη έννοια του νόμου το οποίο να μπορεί να ενεργοποιήσει το άρθρο 8 του Κεφ.4 και να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Πέραν αυτού, θεωρώ ορθό να σημειώσω ότι ακόμη και να υπήρχε συμφωνία, και πάλι δεν θα υπήρχε δυνατότητα επιτυχίας του αιτήματος της Ενάγουσας στη βάση των προνοιών του άρθρου 8 του Κεφ.4 και τούτο γιατί σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κεφ.4 οποιοσδήποτε από τους διαδίκους έχει το δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπής σε διαιτησία μόνο μετά την εμφάνιση και πριν την παράδοση οποιουδήποτε δικογράφου ή τη λήψη άλλου διαβήματος στη διαδικασία. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση όπως προκύπτει από τον πρώτο λόγο ένστασης, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα και συγκεκριμένα πέραν των 6 ½ χρόνων μετά την καταχώρηση της αγωγής και αφού έγιναν από τους διάδικους διάφορα διαβήματα και αφού υπήρξαν 24 εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν ήδη δημιουργηθεί πάρα πολλά έξοδα. Όπως προκύπτει δε από το φάκελο της υπόθεσης στην προκειμένη περίπτωση, μετά την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης, η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης, αφού συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα, η αγωγή ορίστηκε για Οδηγίες με βάση την Δ.30 στα πλαίσια της οποίας δόθηκαν οδηγίες για ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και αφού υπήρξε συμμόρφωση με τις εν λόγω οδηγίες, η αγωγή ορίστηκε 11 φορές για Ακρόαση και άλλες 5 φορές για Οδηγίες. Επίσης καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και καταχωρήθηκαν τα τροποποιημένα δικόγραφα, πριν την υποβολή της παρούσας αίτησης. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να ανασταλεί και παραπεμφθεί σε διαιτητή, δυνάμει των διατάξεων του Κεφ.
  2. Ούτε η Διαταγή 27, θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας επίσης στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση, σχετίζεται με το υπό εξέταση αίτημα, εφόσον προνοεί για την εξουσία του Δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου όταν δεν περιέχει καλή βάση αγωγής ή υπεράσπισης και για την αναστολή ή απόρριψη αγωγής ως επιπόλαιης ή ενοχλητικής. Η Διαταγή 49 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας επίσης στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση, προνοεί ότι αν οποιοσδήποτε διάδικος τελεί υπό οποιαδήποτε ανικανότητα, τότε η όποια συγκατάθεσή του για παραπομπή της αγωγής σε διαιτησία δεν θα έχει οποιαδήποτε αξία και το Δικαστήριο δεν θα διατάξει τη διαιτησία εκτός υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Είναι προφανές ότι ούτε και αυτή η διάταξη τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Ολόκληρη η Διαταγή 49 αφορά τη δυνατότητα παραπομπής αγωγών σε διαιτησία όταν υπάρχει προς τούτο η ρητή συναίνεση των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, η πλευρά της Εναγόμενης δεν συναινεί στην παραπομπή της αγωγής σε διαιτησία. Απομένει επομένως να εξεταστεί κατά πόσον εφαρμόζονται στην παρούσα οι διατάξεις του άρθρου 36 του Νόμου 14/60 επί του οποίου επίσης στηρίζεται η αίτηση και το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «36.-
(1)Εις oιαvδήπoτε πoλιτικήv διαδικασίαv- (α) εάv πάvτες oι εvδιαφερόμεvoι διάδικoι oίτιvες δεv διατελoύv υπό αvικαvότητα, συvαιvoύv, ή (β) εάv η διαφoρά ή άλλη διαδικασία απαιτή μακράv εξέτασιv εγγράφωv ή oιαvδήπoτε επιστημovικήv ή επιτόπιov έρευvαv, ήτις δεv δύvαται κατά τηv γvώμηv τoυ δικαστηρίoυ καταλλήλως vα γίvη εvώπιov τoυ δικαστηρίoυ ή vα διεvεργηθή υπ' αυτoύ, διά τωv άλλωv τακτικώv υπαλλήλωv, ή (γ) εάv τo αμφισβητoύμεvov ζήτημα συvίσταται εv όλω ή εv μέρει εκ ζητημάτωv λoγαριασμώv, τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, vα διατάξη όπως η όλη διαφoρά ή θέμα, ή oιovδήπoτε εv αυτoίς ζήτημα ή αμφισβητoύμεvov πραγματικόv γεγovός δικασθή εvώπιov ειδικoύ ή απλoύ διαιτητoύ συμφωvηθέvτoς πρoς τoύτo υπό τωv διαδίκωv, ή εv περιπτώσει ασυμφωvίας αυτώv, oριζoμέvoυ υπό τoυ δικαστηρίoυ ή εvώπιov επισήμoυ διαιτητoύ ή υπαλλήλoυ τoυ δικαστηρίoυ.
(2)Οσάκις η κατά τηv διαδικασίαv συμπεριφoρά ειδικoύ διαιτητoύ ή διαιτητoύ δεv είvαι η πρέπoυσα ή oσάκις oύτoς κακώς διεξάγη ταύτηv, τo δικαστήριov δύvαται vα παύση αυτόv και περαιτέρω vα ακυρώση τηv υπ' αυτoύ κατά τηv τoιαύτηv διαδικασίαv εκδoθήσαv ή καθ' oιovδήπoτε άλλov τρόπov απρεπώς επιτευχθείσαv διαιτητικήv απόφασιv.» Tο άρθρο 37 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο οποίο επίσης βασίζεται η αίτηση, αφορά τις εξουσίες και την αμοιβή του διαιτητή. Στην προκειμένη περίπτωση, η πλευρά της Ενάγουσας δεν συναινεί στην παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία ούτε και συνίσταται το αμφισβητούμενο ζήτημα σε ζήτημα λογαριασμών. Συνεπώς, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι υποπαράγραφοι (α) και (γ) του άρθρου 36
(1)του Νόμου 14/60. Συνεπώς, παραμένει η εξέταση του κατά πόσο ικανοποιείται η υποπαράγραφος (β) του άρθρου 36
(1)του Νόμου 14/60. Το ερώτημα επομένως που πρέπει να απαντηθεί στην παρούσα, είναι το κατά πόσον τα επίδικα θέματα της αγωγής είναι τέτοια που σύμφωνα με το άρθρο 36
(1)(β) του Ν.14/60 να απαιτούν μακράν εξέτασιν εγγράφων ή οιανδήποτε επιστημονική ή επιτόπια έρευνα που δεν μπορεί να διεξαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ή να διενεργηθεί υπ' αυτού διά άλλων υπαλλήλων. Η θέση της πλευράς της Ενάγουσας φαίνεται να είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια να αναστείλει τη διαδικασία και να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, καθότι αφορά «εργασίες συγκεκριμένης φύσης και εξειδικευμένες, των οποίων ο προσδιορισμός τόσο του ίδιου του περιεχόμενου αυτών όσο και η κοστολόγηση τους, χρειάζεται προσαγωγή συγκεκριμένης και εκτεταμένης μαρτυρίας από ειδικούς εμπειρογνώμονες επί του θέματος αλλά και συγκεκριμένη εκτίμηση και επιθεώρηση αυτών.». Είναι επίσης η θέση της Ενάγουσας ότι η απαίτηση της αφορά απλήρωτο υπόλοιπο για επιπρόσθετες εργασίες που της ανατέθηκαν από την Εναγόμενη δυνάμει προφορικής συμφωνίας. Η Εναγόμενη, με την υπεράσπισή της, αρνείται την ανάθεση επιπρόσθετων εργασιών και διατείνεται ότι όλες οι εργασίες που εκτελέσθηκαν ήταν οι συμφωνηθείσες εργασίες στη βάση της συμφωνίας ημερομηνίας 22.2.2007, για τις οποίες κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των €501.091,62.- περιλαμβανομένου και του ποσού της κράτησης με βάση την εκτελεσθείσα εργασία και τα διατακτικά. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου. Κατά την κρίση μου, αυτά δεν είναι τέτοιας μορφής όπως απαιτεί το άρθρο 36
(1)(β) ώστε να δικαιολογείται η παραπομπή της αγωγής ή οιονδήποτε μέρος αυτής ενώπιον διαιτητού. Η Ενάγουσα, για να αποδείξει την απαίτησή της, θα πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι εκτέλεσε επιπρόσθετες εργασίες εντός των δύο ακινήτων και/ή οικοπέδων στον Άγιο Αθανάσιο Λεμεσού, μετά την ανάθεση αυτών από την Εναγόμενη έναντι συγκεκριμένης συμφωνηθείσας αξίας. Αυτά είναι θέματα μαρτυρίας που θα πρέπει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία θα αξιολογηθεί στα πλαίσια κανονικής ακροαματικής διαδικασίας επί της ουσίας της αγωγής και θα αποφασιστούν από το Δικαστήριο αφού ακούσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Δεν αποκλείεται βέβαια, μέρος αυτής της μαρτυρίας να προέρχεται από ειδικούς εμπειρογνώμονες. Όμως το γεγονός αυτό δεν καθιστά τα επίδικα θέματα τέτοια που να μην μπορούν να ακουστούν ή αποφασιστούν από το Δικαστήριο, ούτε και αυτή η μαρτυρία είναι τέτοιας φύσης και έκτασης, και τούτο έχοντας κατά νου το Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του κου XXX Συμεού, που να καθιστά την εκδίκαση της από το Δικαστήριο μη δυνατή και κατάλληλη. Άλλωστε, είναι σύνηθες το Δικαστήριο να ακούει μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, σκοπός της οποίας είναι να το καθοδηγήσει να προβεί στα δικά του ευρήματα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της υπόθεσης. Ούτε έχω διαπιστώσει ότι απαιτείται μακρά εξέταση εγγράφων ή επιστημονική ή επιτόπια έρευνα ώστε να ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 36
(1)(β) του Ν.14/60. Η Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ούτε και έχει υποδείξει ποια είναι τα έγγραφα επί των οποίων θα απαιτηθεί μακρά εξέταση και επιστημονική μαρτυρία. Οι ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων των διαδίκων, οι οποίες βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, δεν καταδεικνύουν ότι στην παρούσα υπόθεση θα κατατεθούν από τις δύο πλευρές σωρεία εγγράφων, ενώ επίσης κάποια έγγραφα είναι κοινώς αποδεκτά. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής επιβάλλει τη μακρά εξέταση εγγράφων η οποία δεν μπορεί να διεξαχθεί καταλλήλως ενώπιον του Δικαστηρίου ή να διενεργηθεί από το ίδιο το Δικαστήριο. Ούτε επίσης έχει καταδειχθεί γιατί θα πρέπει να γίνει επιτόπια έρευνα. Συνακόλουθα, αποτελεί κατάληξη μου ότι η Ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει ότι συντρέχει λόγος παραπομπής της επίδικης διαφοράς ή οποιουδήποτε επιμέρους ζητήματος ή γεγονός σε διαιτησίας στη βάση των προνοιών του άρθρου 36
(1)(β) του Ν.14/60. Κατάληξη Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης- Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject:Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για παραπομπή σε διαιτησία και αναστολή διαδικασίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.