Ιωάννου (Σιαρματτά) κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5275/2015, 20/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A537 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5275/2015 Μεταξύ:
- . Ιωάννου (Σιαρματτά)
- . Ιωάννου (Σιαρματτά) Εναγόντων v.
- Emporiki Bank - Cyprus Ltd
- . Ποταμίτη (υπό την ιδιότητα του ως Ειδικού Διαχειριστή της Sharmattas Bros Co Ltd)
- . Χ΄΄Χάννα (υπό την ιδιότητα του ως Ειδικού Διαχειριστή της Sharmattas Bros Co Ltd) Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 20.4.16 Μεταξύ:
- . Ιωάννου (Σιαρματτά)
- . Ιωάννου (Σιαρματτά) Εναγόντων v.
- Alpha Bank Cyprus Ltd
- . Ποταμίτη (υπό την ιδιότητα του ως Ειδικού Διαχειριστή της Sharmattas Bros Co Ltd)
- . Χ΄΄Χάννα (υπό την ιδιότητα του ως Ειδικού Διαχειριστή της Sharmattas Bros Co Ltd) Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 14.12.17 Μεταξύ:
- . Ιωάννου (Σιαρματτά)
- . Ιωάννου (Σιαρματτά) Εναγόντων v.
- Alpha Bank Cyprus Ltd
- . Ποταμίτη (υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή και Παραλήπτη της Sharmattas Bros Co Ltd)
- . Χ΄΄Χάννα (υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή και Παραλήπτη της Sharmattas Bros Co Ltd) Εναγομένων Αίτηση Εναγομένου 2 ημ. 2.11.18 για διαγραφή και ή παραμερισμό και ή αναστολή της Αγωγής λόγω παραγραφής Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 2 - Αιτητή: κα Ε. Λάμπρου με κ. Κ. Πίττα για Σωτήρης Πίττας & Σια ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Καλλής Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής ζητά διάταγμα διαγραφής και ή απόρριψης και ή ακύρωσης και ή παραμερισμού και ή αναστολής της ως άνω Αγωγής και ή του κλητηρίου εντάλματος και ή της έκθεσης απαίτησης αναφορικά με τον ίδιο λόγω του ότι τα ισχυριζόμενα αγώγιμα δικαιώματα και ή οι αιτίες αγωγής έχουν παραγραφεί. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή ο οποίος προβαίνει σε μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της παρούσας Αγωγής και ισχυρίζεται πως οι αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις και παραλείψεις αφορούν την περίοδο κατά την οποία ήταν Διαχειριστής της εταιρείας, ήτοι μεταξύ 27.9.96 και 16.5.97, για τις οποίες οι Ενάγοντες γνώριζαν ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν και επομένως το οποιοδήποτε ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον του συμπληρώθηκε πριν την ισχύ του Ν.66(Ι)/
- Παραπέμπει στη έκθεση απαίτησης προς υποστήριξη της θέσης πως οι Ενάγοντες γνώριζαν για την κατ΄ ισχυρισμό ζημιά από την ως άνω συμπεριφορά του Αιτητή. Επισυνάπτει επίσης κατάσταση περιουσίας της εταιρείας και περίληψη εισπράξεων και πληρωμών για να καταδείξει τη γνώση των Εναγόντων περί τούτων και καταλήγει πως το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του έχει παραγραφεί προ πολλών ετών και δεν δύναται να ενάγεται μετά από 19 έτη. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 1) Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. 2) Η αιτούμενη θεραπεία προβάλλεται ως προδικαστική ένσταση στην υπεράσπιση του Αιτητή και επομένως η υπό κρίση Αίτηση δεν δύναται να εκδικαστεί. 3) Η Αίτηση είναι πρόωρη καθότι αυτό το ζήτημα θα πρέπει να κριθεί στα πλαίσια εκδίκασης της Αγωγής. 4) Η Αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα, καταχρηστικά και εκδικητικά με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της Αγωγής. 5) Τυχόν εξέταση της Αίτησης πιθανό να πλήξει ανεπανόρθωτα τα αγώγιμα δικαιώματα των Εναγόντων και ακόμα και των Εναγομένων 1 και 3 οι οποίοι δεν αιτούνται τέτοιας διαταγής. 6) Η Αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα των Εναγόντων σε δίκαιη δίκη. 7) Η Αίτηση δεν δύναται να εξεταστεί καθότι υποβάλλεται πριν τη συμπλήρωση των δικογράφων για όλους τους Εναγόμενους. 8) Δεν υπάρχει παραγραφή και αυτό θα διαφανεί από τη μαρτυρία που θα δοθεί στην Αγωγή. 9) Ο Αιτητής προβάλλει ψευδείς ισχυρισμούς. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 - Καθ΄ ου. Σε αυτή βασικά ο Καθ΄ ου επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες υιοθέτησαν και οι δύο πλευρές. Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.27 θ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι η δικονομική πρόνοια που διέπει το θέμα της προδικαστικής εκδίκασης νομικού σημείου εγειρόμενου στα δικόγραφα, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η υπόθεση Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949 προσφέρει χρήσιμη καθοδήγηση, όσον αφορά την εφαρμογή της Δ.27, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης και όπως ορθώς επισημαίνει ο δικηγόρος των Καθ΄ ων, μετά την τελευταία (δεύτερη) τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 14.12.17, στις 18.1.18 καταχωρίστηκε τροποποιημένο κλητήριο και έκθεση απαίτησης και στις 30.1.18 τροποποιημένη υπεράσπιση εκ μέρους του Εναγομένου 2. Είναι γεγονός πως στην παρ. 1 της υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 2 εγείρει προδικαστική ένσταση ως προς την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος. Αυτό το γεγονός δεν εμποδίζει τη δυνατότητα εξέτασης αυτού του ζητήματος ως προδικαστικό νομικό σημείο δυνάμει της Δ.27 στα πλαίσια σχετικής αίτησης. Αυτή ακριβώς η προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Diakou
(1968)1 C.L.R. 392. Σε εκείνη την υπόθεση το ζήτημα παραγραφής είχε περιληφθεί στην υπεράσπιση, πλην όμως το Εφετείο εξέτασε το ζήτημα ως προδικαστικό σημείο βάσει της Δ.27 και κατέληξε πως η απαίτηση είχε παραγραφεί. Τόνισε πως η εξέταση του εν λόγω ζητήματος προδικαστικά είναι η ενδεδειγμένη διαδικασία εφόσον έτσι το ζήτημα δεν αναμένεται να αποφασιστεί στο πλαίσιο της δίκης και ενδεχομένως περισώζει αχρείαστο χρόνο και έξοδα. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Before concluding our judgment, we would like to refer to the procedure followed in this case of setting down a point of law for hearing at the stage when it was set down for such hearing. In the past we had occasion to refer to the correct procedure to be followed. We did so on more than one occasion. We need only refer to the case of The heirs of the late Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R.
- This is what we said in that case (at page 170): "We would like to add that in cases where an objection is taken in the defence the interested party must apply to the Court to have a particular point of law under Order 27 formulated and set down for hearing before the date of trial, and he should not wait until the day of trial when all the parties and their witnesses are before the Court, when considerable costs may be incurred. An application under Order 27 should normally be made on the summons for directions". We do hope that in future this practice will be followed both by counsel and the courts who have to deal with such matters.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα με την υπόθεση Νεοφύτου v. Malak κ.ά., Πολ. Έφ. 118/12, ημ. 21.6.18, το θέμα της παραγραφής είναι δικαιοδοτικό, πρέπει να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και βάσει της Δ.27 θ.
- Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψιν τη δικογραφία, δύναται να το εγείρει και αυτεπαγγέλτως. Επομένως θεωρώ πως η καταχώριση της Αίτησης είναι το ορθό δικονομικό διάβημα για την εξέταση αυτού του ζητήματος. Σημειώνεται πως στις 22.10.19 καταχωρίστηκε υπεράσπιση των Εναγομένων 1, ενώ εκ μέρους του Εναγομένου 3 δεν έχει ακόμα καταχωριστεί υπεράσπιση. Στην παρ. 1 της υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι 1 επίσης εγείρουν ζήτημα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον τους, όμως αυτοί δεν επέλεξαν να καταχωρίσουν παρόμοια αίτηση. Θεωρώ πως αυτά τα δεδομένα δεν δημιουργούν οποιοδήποτε κώλυμα στην υποβολή και προώθηση του υπό κρίση ζητήματος από τον Εναγόμενο 2, καθότι στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση αυτού σε σχέση μόνο με τον Εναγόμενο
- Επισημαίνεται ακόμα πως η Αίτηση καταχωρίστηκε στις 2.11.18, δηλαδή μετά την καταχώριση της υπεράσπισης του Εναγομένου 2 και πριν ακόμα την ολοκλήρωση των δικογράφων μεταξύ όλων των διαδίκων, επομένως το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η Αίτηση καταχωρίστηκε έγκαιρα και δύναται να εξεταστεί στο παρόν στάδιο. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου v. Ιεροδιακόνου, Πολ. Έφ. 307/16 σχ. με Ε306/16, ημ. 6.7.
- Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης από πλευράς εναγομένου-εφεσίβλητου στην οποία η Τράπεζα Κύπρου (εναγόμενοι 1) δεν έφεραν ένσταση ενώ οι υπόλοιποι εναγόμενοι, Κεντρική Τράπεζα και Γενικός Εισαγγελέας, είχαν ένσταση και έτσι η αίτηση εκδικάστηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο την ενέκρινε λέγοντας ότι το ζήτημα της παραγραφής θα εξεταζόταν στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής. Το Εφετείο, κατά πλειοψηφία, ασχολήθηκε με το ζήτημα της παραγραφής, ανεξαρτήτως του ότι αυτό ηγέρθη μόνο από κάποιους των εναγομένων, δηλώνοντας ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να το εξετάζει όταν αυτό εγείρεται, προς εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου με την εξέταση ανύπαρκτων διαφορών σε περαιτέρω δικαστικές διαδικασίες, και τελικώς ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Σημειώνεται πως η απόφαση μειοψηφίας δεν ασχολήθηκε με το θέμα της παραγραφής αλλά περιορίστηκε στην εξέταση της τροποποίησης. Για το θέμα της παραγραφής λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αρχίζοντας με το ζήτημα της παραγραφής (1ος λόγος έφεσης σε αμφότερες τις εφέσεις), να παρατηρήσουμε ότι ο τρόπος προσέγγισης του από το πρωτόδικο Δικαστήριο που θεώρησε ότι «. είναι ζήτημα που θα εξεταστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ή στα πλαίσια αίτησης για διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα», δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Σύμφωνα με τις σαφείς πρόνοιες του άρθρου 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 145 (όπως τροποποιήθηκε από το Ν.171
(1)/2006) καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Πρόκειται, όπως γίνεται αντιληπτό, για αποκλειστική προθεσμία σύμφωνα με την οποία δεν αναγνωρίζεται αγώγιμο δικαίωμα έγερσης αγωγής για αστικά αδικήματα που διαπράχθηκαν σε χρόνο μεγαλύτερο των τριών χρόνων, πριν την έγερση της αγωγής, τα οποία εκ του Νόμου διαγράφονται (βλ. Φωτίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. Ε5/13 ημερ. 15.5.18). Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή καταχωρίστηκε την 1.7.14 και επομένως δεν θα μπορούσε να συμπεριλάβει αστικά αδικήματα που κατ΄ ισχυρισμό διαπράχθηκαν πριν την 30.6.11, διαφορετικά θα ήταν εκπρόθεσμη. Σε τέτοια δε περίπτωση το Δικαστήριο όχι μόνο έχει τη δυνατότητα να εξετάσει το εκπρόθεσμο καταχώρισης μιας αγωγής, αλλά καθήκον. Αυτό επιβάλλει το συμφέρον της δικαιοσύνης αφενός για να μην συντηρείται μια διαφορά που ο Νόμος δεν αναγνωρίζει και, αφετέρου, να μην παραβιάζεται η ανάγκη εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου με την εξέταση ανύπαρκτων εκ του Νόμου διαφορών σε περαιτέρω δικαστικές διαδικασίες. Κατά συνέπεια το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι το ζήτημα της παραγραφής θα το εξέταζε «στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ή στα πλαίσια αίτησης παραγραφής». Ο εφεσίβλητος δεν διαφωνεί πως, εάν η περίπτωση του ενέπιπτε στις πρόνοιες του άρθρου 68(α) και (β), όφειλε να προσδιορίσει χρονικά τις πράξεις ή παραλείψεις που συνθέτουν τα αστικά αδικήματα που καταλογίζει στους εφεσείοντες για να αποφασιστεί κατά πόσο αυτά έχουν παραγραφεί ή όχι. Αντιτείνει όμως ότι η περίπτωση του εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 68(γ) καθότι η ζημιά που υπέστη, ως αποτέλεσμα της διαχρονικής αμέλειας και παράβασης νομικών καθηκόντων των εφεσειόντων, αποκρυσταλλώθηκε τον Μάρτιο του
- Συνεπώς, εισηγείται, δεν είχε υποχρέωση να καθορίσει πότε χρονικά έλαβαν χώρα οι πράξεις ή παραλείψεις που καταλογίζει στους εφεσείοντες και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως το όλο ζήτημα θα αποφασιζόταν κατά την εκδίκαση της ουσίας και όχι στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης τροποποίησης. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση του εφεσίβλητου. Τούτο γιατί παραβλέπει πως αυτό που εφεσιβάλλεται δεν είναι η επιχειρηματολογία που προώθησε πρωτοδίκως ο ίδιος, αλλά η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το ζήτημα της παραγραφής θα εξεταζόταν στα «πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ή στα πλαίσια αίτησης παραγραφής». Με μόνο το αιτιολογικό ότι «. δεν μπορεί να αποκρυσταλλωθεί εάν οι πράξεις και παραλείψεις έγιναν εντός ή εκτός του χρόνου παραγραφής», προσέγγιση εσφαλμένη κατά την άποψη μας ως ανωτέρω έχουμε εξηγήσει. Με την επιπρόσθετη επισήμανση ότι, στη βάση των προτεινόμενων τροποποιήσεων, ο εφεσίβλητος όφειλε να αποσαφηνίσει τις πράξεις ή παραλείψεις των εφεσειόντων χρονικά ώστε η απόφαση επί τούτου να μη δημιουργεί προβλήματα σ΄ ό,τι αφορά το ζήτημα της παραγραφής. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ο 1ος λόγος και των δύο εφέσεων ευσταθεί.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ο ισχυρισμός του Αιτητή πως οι Εναγόμενοι 1 τον διόρισαν ως Διαχειριστή Παραλήπτη της εταιρείας Sharmattas Bros Co Ltd στις 27.9.96 μέχρι και τις 16.5.97 όταν αντικαταστάθηκε από τον Εναγόμενο 3 (βλ. Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη του δήλωση) δεν αμφισβητείται από τους Ενάγοντες οι οποίοι στην έκθεση απαίτησης δέχονται ότι ο Εναγομενος 2 διορίστηκε στις 27.9.95 (προφανώς πρόκειται για λάθος στη χρονολογία) και αντικαταστάθηκε από τον Εναγόμενο
- Η παρούσα Αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε στις 29.12.15, αποδίδει δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και συνωμοσία μεταξύ των Εναγομένων. Βασικός άξονας της έκθεσης απαίτησης είναι η παροχή από τους Εναγόμενους 1 προς την εταιρεία Sharmattas Bros Co Ltd, της οποίας οι Ενάγοντες είναι διευθυντές και μέτοχοι, πιστωτικών διευκολύνσεων με εξασφαλίσεις εγγυήσεις και υποθήκες από τους Ενάγοντες, και η επίδειξη από τους Εναγόμενους 1 καμίας πρόθεσης καλής συνεργασίας με αποτέλεσμα τον τερματισμό των διευκολύνσεων, την απαίτηση των οφειλόμενων ποσών και τον διορισμό Διαχειριστή Παραλήπη. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ενέργειες των Εναγομένων 1 ήταν αχρείαστες, αδικαιολόγητες, παράνομες και αυθαίρετες και ακολούθως αποδίδει διάφορες ενέργειες στους Εναγόμενους παραθέτοντας λεπτομέρειες δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή παράνομης και αυθαίρετης συμπεριφοράς καθώς επίσης και λεπτομέρειες ζημιών για τις οποίες απαιτούν αποζημιώσεις. Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης προκύπτει πως οι αποδιδόμενες στον Εναγόμενο 2 πράξεις και ή παραλείψεις, ως συνιστώσες αστικά αδικήματα, αφορούν και περιορίζονται στην περίοδο κατά την οποία αυτός ενεργούσε ως Διαχειριστής Παραλήπτης, εφόσον άλλωστε είναι υπό αυτή την ιδιότητα που ενάγεται, ήτοι την περίοδο μεταξύ 27.9.96 μέχρι 16.5.
- Σημειώνεται πως στην ένσταση τους οι Ενάγοντες δεν αμφισβητούν τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι στην υπό κρίση Αγωγή αποδίδουν σε αυτόν τη διάπραξη των αστικών αδικημάτων της απάτης και της αμέλειας. Αρχικά και μέχρι το 2006, το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, προέβλεπε ως χρόνο παραγραφής για αστικά αδικήματα τα δύο έτη. Σημειώνεται πως με τον τροποποιητικό Ν.171(Ι)/06, η διετής περίοδος παραγραφής επεκτάθηκε σε τριετή. Το άρθρο 68, όπως ίσχυε κατά τα έτη 1996-1997 προνοούσε τα ακόλουθα: «
- Καμιά αγωγή δεv εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αv αυτή εγερθεί- (α) εvτός δύo ετώv αμέσως μετά τηv πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αv τo αστικό αδίκημα πρoκαλεί vέα ζημιά κατά εξακoλoύθηση από μέρα σε μέρα, εvτός δύo ετώv από τηv κατάπαυση αυτής, ή (γ) αv η βάση της αγωγής δεv πρoκύπτει από τηv τέλεση oπoιασδήπoτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά πoυ απoρρέει από τηv πράξη αυτή ή παράλειψη εvτός τωv δύo αμέσως επόμεvωv ετώv μετά πoυ o εvάγovτας υπέστη τη ζημιά, ή (δ) αv τo αστικό αδίκημα δόλια απoκρύφτηκε από τov εvαγόμεvo, εvτός δύo ετώv από τηv αvακάλυψη τoυ από τov εvάγovτα, ή από τo χρόvo πoυ θα αvακαλύπτετo από αυτό αv κατέβαλλε εύλoγη φρovτίδα και επιμέλεια.» Όλοι οι χρόνοι παραγραφής, συμπεριλαμβανομένου αυτού του άρθρου 68 του Κεφ. 148, αναστάληκαν με τον περί Αναστολής της Παραγραφής Ν.57/64, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.36/
- Αυτοί οι Νόμοι όμως καταργήθηκαν από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Ν.110(Ι)/02, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.6.05 και του οποίου το άρθρο 4
(1)προνοεί τα ακόλουθα: «4.-
(1)Οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 καταργούνται: Νοείται ότι η κατάργηση των πιο πάνω Νόµων µε κανένα τρόπο δεν µπορεί να καταστήσει παραγεγραµµένο οποιοδήποτε αγώγιµο δικαίωµα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάµει των καταργηµένων Νόµων, εκτός αν και µέχρις ότου συµπληρωθεί µετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόµου, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιµο δικαίωµα.» Με βάση το άρθρο 3
(2)του Ν.110(Ι)/02, ο χρόνος παραγραφής οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος (εκτός από αξίωση σε σχέση με ακίνητη ή κινητή ιδιοκτησία στα κατεχόμενα) συνεχίζει να είναι ανεσταλμένος κατά την περίοδο αναστολής, παρά την κατάργηση των Νόμων του 1964 και 1982, μόνο αν και εφόσον ο δικαιούχος αυτού αποδείξει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο δικαίωμα του. Τέτοιο θέμα δεν εγείρεται στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης. Ακολούθησαν οι περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμοι του 2012 έως 2014 (Ν.66(Ι)/12έως Ν.190(Ι)/14). Με βάση το άρθρο 29, το άρθρο 68 του Κεφ. 148 καταργείται «μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου», ήτοι την 1.7.
- Είναι προφανές πως κατά τα έτη 1996-1997, περίοδο κατά την οποία ο Εναγόμενος 2 ενεργούσε ως Διαχειριστής Παραλήπτης και κατ΄ ισχυρισμό των Εναγόντων διέπραξε αστικά αδικήματα, η διετής περίοδος παραγραφής ήταν ανασταλμένη μέχρι και την 1.6.05, όταν τέθηκε σε ισχύ ο Ν.110(Ι)/
- Επί τούτου δεν υιοθετώ τη θέση του Αιτητή ότι στην προκειμένη περίπτωση ίσχυε η τριετής περίοδος παραγραφής, η οποία όπως έχει ήδη αναφερθεί θεσπίστηκε μεταγενέστερα των υπό κρίση γεγονότων και ενόσω δεν ίσχυε η αναστολή της τότε ισχύουσας περιόδου παραγραφης. Επομένως, η διετής περίοδος αναστολής άρχισε να μετρά από την 1.6.
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, αποδίδονται στον Εναγόμενο 2 διάφορες ενέργειες και παραλείψεις. Ειδικότερα στην παρ. 17 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι «Ενώ ο Εναγόμενος 2 κατά τον πρώτο μήνα που ανέλαβε τη διαχείριση της εταιρείας εισέπραξε ΛΚ80,000.- και το χρεωστικό καθυστερημένο υπόλοιπο ήτο μόνο ΛΚ3,000 - ΛΚ5,000 προχώρησε στην πώληση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και των εναγόντων.» Επιπρόσθετα στις λεπτομέρειες δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων αναφέρονται τα εξής, περιοριζόμενη στον Εναγόμενο 2: · Προχώρησε στην πώληση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και των Εναγόντων σε πολύ χαμηλότερη τιμή από την πραγματική τους αξία και χωρίς προηγουμένως να προβεί στις δέουσες εκτιμήσεις (η) · Ενώ είχε διάφορες προτάσεις από τρίτους για την αγορά των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και των Εναγόντων, σε πολύ συμφέρουσες και ψηλότερες τιμές, αυθαίρετα και αλόγιστα και χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγόντων προχώρησε στην πώληση τους επιλεκτικά και εξυπηρετώντας μόνο το δικό του συμφέρον σε πολύ χαμηλότερες τιμές (θ) · Αγνόησε παντελώς τις επανειλημμένες οχλήσεις και παρακλήσεις των Εναγόντων να τους δώσει την ευκαιρία να αποκαταστήσουν την τάξη με την αποπληρωμή των υποχρεώσεων τους (ι) · Αγνόησε παντελώς τις προειδοποιήσεις των Εναγόντων ότι οι ενέργειες του ήταν απόλυτα λανθασμένες και καταστροφικές (ια) · Αγνόησε την παράκληση και το αίτημα των Εναγόντων να τους επιτρέψει να εκτελέσουν ήδη υπάρχουσες παραγγελίες από πελάτες τους κάτι που θα τους παρείχε τη δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους τους (ιβ) · Υπήρξε αμελής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και υποχρεώσεων του και αδιαφόρησε πλήρως για τις συνέπειες των πράξεων του εις βάρος των Εναγόντων και της εταιρείας (ιδ) · Ενώ είχε στη διάθεση του άλλες πολύ καλύτερες επιλογές που θα εξυπηρετούσαν όλους τους εμπλεκόμενους ενήργησε κατά τρόπο ετσιθελικό και από θέση ισχύος επιφέροντας μόνο καταστροφή στους Ενάγοντες και στην εταιρεία (ιε) · Δεν έλαβε υπόψιν ότι το πολύ μικρό καθυστερημένο οφειλόμενο από τους Ενάγοντες και την εταιρεία ποσό υπήρχαν πολλοί τρόποι να διευθετηθεί χωρίς να προκαλέσει την οικονομική καταστροφή στους Ενάγοντες και στην εταιρεία (ιστ) · Γενικά υπήρξε αμελής, ενήργησε με δόλο και πρόθεση και επέφερε δια των ενεργειών του την απόλυτη οικονομική καταστροφή στους Ενάγοντες (ιη) · Ενήργησε καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο καθ΄ υπέρβαση των καθηκόντων και υποχρεώσεων του λαμβάνοντας υπόψιν μόνο το άμεσο συμφέρον των Εναγομένων 1 και όχι την ορθή διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας και των Εναγόντων (ιθ) · Ενώ κατά τον πρώτο μήνα που ανέλαβε τη διαχείριση της εταιρείας εισέπραξε ΛΚ80,000 και το χρεωστικό καθυστερημένο υπόλοιπο ήτο μόνο ΛΚ3,000 - ΛΚ5,000 προχώρησε απερίσκεπτα και αδικαιολόγητα και με πρόθεση να καταστρέψει την εταιρεία στην πώληση των περιουσιακών της στοιχείων (κ). Θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 68(α) του Κεφ. 148, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με τις οποίες καθορίζετο ως αποκλειστική προθεσμία για έγερση αγωγής για αστικά αδικήματα η διετής περίοδος αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία ηγέρθη η αγωγή. Αυτή η διετής περίοδος παραγραφής άρχισε, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ένα μήνα μετά τον διορισμό του Ενάγοντος 2 ως Διαχειριστή και διήρκησε μέχρι την παύση του. Η πραγματικότητα είναι πως η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία δυνητικά θα μπορούσε να είχε διαπραχθεί οποιοδήποτε αστικό αδίκημα είναι η τελευταία μέρα δράσης του υπό την ιδιότητα Διαχειριστή. Η διετής περίοδος παραγραφής αυτή όμως είχε ανασταλεί μέχρι και την 1.6.05 (Ν.110(Ι)/02), όταν και ξεκίνησε να μετρά και τελείωσε στις 31.5.
- Η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2015, όταν είχε ήδη παρέλθει προ πολλού η περίοδος παραγραφής. Ενόψει αυτής της διάστασης στην παρούσα δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός της ημερομηνίας διάπραξης τυχόν αδικήματος κατά το άρθρο 68(α) αφού όποτε και να είχε τυχόν διαπραχθεί έχει ούτως ή άλλως παραγραφεί. Αποτελεί βασικό λόγο ένστασης και ισχυρισμό των Εναγόντων ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν γνώριζαν ακριβώς τις ενέργειες των Παραληπτών, δεν ενημερώνονταν από αυτούς, δεν είχαν οποιαδήποτε στοιχεία και επομένως δεν ήταν σε θέση να υπολογίσουν τις οποιεσδήποτε ζημιές τους ενώ έλαβαν όλες τις λεπτομέρειες πολύ αργότερα για τις οποίες θα προσκομίσουν μαρτυρία στη δίκη στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα παραγραφής. Για την εφαρμογή του άρθρου 68(α), δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα γνώσης περί της πράξης ή παράλειψης που συνιστά το αστικό αδίκημα. Αυτό συνάγεται τόσο από το λεκτικό του συγκεκριμένου εδαφίου όσο και από τη νομολογία. Σχετική είναι η προαναφερόμενη υπόθεση Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου v. Ιεροδιακόνου (ανωτέρω) καθώς επίσης και η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Χαραλαμπίδης v. Louis Hotels Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 8/13, ημ. 4.10.
- Στην τελευταία απόφαση γίνεται μια διαφωτιστική ανάλυση των προνοιών του άρθρου 68(α) σε αντιδιαστολή με αυτές των άρθρων 68(β) και (γ) ως εξής: «Σε αντίθεση με το Νόμο 66(Ι)/2012 στον οποίο, ως άνω, καθορίζεται ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής, το άρθρο 68 θέτει ως αφετηρία τον χρόνο της πράξης ή παράλειψης για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Εξ ου και οι πρόνοιες των εδαφίων (β) και (γ) στο άρθρο 68 ώστε να καλύπτονται οι περιπτώσεις που θα ήταν εύλογο και δίκαιο ο χρόνος έναρξης της παραγραφής να επεκταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Πρόκειται κατ΄αρχάς για περιπτώσεις συνεχιζομένων αστικών αδικημάτων, στις οποίες αναφέρεται το εδάφιο (β), όπου η αιτία αγωγής προκύπτει από την επανάληψη πράξεων ή παραλείψεων, παρομοίας φύσεως όπως η πράξη για την οποία κινήθηκε η αγωγή. (Hole v. Chard Union [1894] 1 Ch. 293). Παράδειγμα τέτοιων περιπτώσεων αποτελεί μια συνεχιζόμενη οχληρία, η οποία δίδει δικαίωμα έγερσης νέας αγωγής για κάθε περαιτέρω ζημία που προκαλείται (Whitehouse v. Fellowes
(1861)10 CBNS 765, Battishill v. Reed
(1856)18 CB 696), όπως και η συνεχιζόμενη παράνομη επέμβαση (trespass) (Konskier v. B Goodman Ltd [1928] 1 KB 421). Το εδάφιο (γ) αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου, όπως η αμέλεια, το αγώγιμο δικαίωμα προκύπτει κατά τον χρόνο που επέρχεται η ζημία και όχι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη. Παράδειγμα δίδει η παλαιά υπόθεση Backhouse v. Bonomi
(1861)9 HL Cas 503, στην οποία η παρέμβαση στο δικαίωμα απόλαυσης γειτονικού ακινήτου με την αφαίρεση υπεδάφους, χωρίς επέμβαση στην επιφάνεια, κρίθηκε ότι δεν δημιούργησε αγώγιμο δικαίωμα παρά μόνο αργότερα, όταν προκλήθηκε πραγματική ζημία με την κατάρρευση του εδάφους. (βλ., επίσης, Whitehouse (ανωτέρω)). Αναφέρονται σχετικά στην υπόθεση Darley Main Colliery Co v. Mitchell
(1886)11 App CAS 127 , τα ακόλουθα: «I now come to the case of where the wrong is not actionable in itself, is only an injuria, but causes a damnum. In such a case it would seem that as the action was only maintainable in respect of the damage, or not maintainable till the damage, an action should lie every time a damage accrued from the wrongful act.» Αντίθετα οι αξιώσεις για σωματικές βλάβες (personal injury) διέπονται από τον κανόνα του κοινού δικαίου ότι οι αποζημιώσεις καθορίζονται και καταβάλλονται άπαξ και δια παντός (awarded once and for all). Όπως επιγραμματικά τέθηκε στην Darley Main Colliery: «It is a rule that when a thing directly wrongful in itself is done to a man, in itself a cause of action, he must, if he sues in respect of it, do so once and for all. As, if he is beaten or wounded, if he sues he must sue for all his damage, past, present, and future, certain and contingent. » Αυτή είναι η περίπτωση, εν προκειμένω, του εφεσείοντα. Έθεσε όμως ένα περαιτέρω ζήτημα ο εφεσείοντας. Ότι δηλαδή κακώς το Δικαστήριο θεώρησε πως η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε κατά την ημερομηνία του ατυχήματος, 31.1.2006, εφόσον αυτός έλαβε γνώση όλων των σχετικών στοιχείων στις 29.5.2006 όταν ανακάλυψε ότι υπέστη πρόπτωση του σπονδύλου μετά από εξέταση MRI. Εκείνος είναι ο χρόνος, καταλήγει ο εφεσείων, που συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι πρωτοδίκως δεν τέθηκε ζήτημα μεταγενέστερης γνώσης. Εν πάση περιπτώσει και χωρίς να είναι αναγκαίο, ενόψει της τελευταίας διαπίστωσης μας, προσθέτουμε ότι στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός αυτός καλύπτεται από την προαναφερθείσα αρχή αναφορικά με τις αξιώσεις για προσωπικές βλάβες, χωρίς στην πραγματικότητα να τίθεται ζήτημα μεταγενέστερης γνώσης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει τέτοιο ζήτημα εάν εγείρετο ρητώς και εξειδικευμένα, όπως η νομολογία απαιτεί, ως επίδικο θέμα η αντισυνταγματικότητα (όπως ορθά προβλήθηκε στην Φοινικαρίδης ν. Οδυσσέως
(2001)1 Α.Α.Δ. 1744) του άρθρου 68 το οποίο ρητώς προσδιορίζει ως χρόνο έναρξης της παραγραφής το χρόνο που έλαβε χώρα η πράξη ή η παράλειψη, χωρίς να αναφέρεται στο ενδεχόμενο μεταγενέστερης γνώσης. Υπό το φως του Limitation Act 1939 (s.2
(1)) στον οποίο δεν υπήρχε πρόνοια περί μεταγενέστερης γνώσης, όπως και στο δικό μας άρθρο 68, αποφασίστηκε, στην υπόθεση Cartledge v E Jopling & Sons Ltd [1963] AC 758, ως ζήτημα ερμηνείας του νόμου, ότι το αγώγιμο δικαίωμα για αμέλεια δημιουργείται αφ΄ης στιγμής προκαλείται κάποια μη ασήμαντη (insignificant) ζημία, χωρίς να είναι σχετικό το κατά πόσο ο ενάγοντας δεν γνώριζε την ύπαρξη τέτοιας ζημίας ή κατά πόσο η ιατρική επιστήμη δεν θα ήταν σε θέση να τη διαπιστώσει κατ΄ εκείνο το στάδιο. Είχαν λεχθεί χαρακτηριστικά τα ακόλουθα από τον Lord Reid: «It is now too late for the courts to question or modify the rules that a cause of action accrues as soon as a wrongful act has caused personal injury beyond what can be regarded as negligible, even when that injury is unknown to and cannot be discovered by the sufferer, and that further injury arising from the same act at a later date does not give rise to a further cause of action.» Μετά την Cartledge ακολούθησε επείγουσα τροποποίηση της νομοθεσίας δια του Limitation Act 1963 με τον οποίο αναγνωρίστηκε η δυνατότητα επέκτασης του χρόνου παραγραφής σε περιπτώσεις μεταγενέστερης γνώσης ουσιωδών γεγονότων (βλ. και s.11
(4)(b) του Limitation Act 1980). Στην Κύπρο επίσης διαφορετική είναι πλέον η ρύθμιση του νόμου, εφόσον στο άρθρο 6
(2)ορίζεται, ως κρίσιμος χρόνος, η ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη τη σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση. Αλλά ακόμα και τότε, όπως υποδείχθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Phinikaridou v. Cyprus, Application No. 23890/02, ημερ. 20.3.2008, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν κατά πόσον ο διάδικος δεν είχε την ευκαιρία να αποκτήσει την απαιτούμενη γνώση των γεγονότων σε προγενέστερο χρόνο.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην εν λόγω υπόθεση, θεωρώ ότι το θέμα της γνώσης για την αποδιδόμενη στον Εναγόμενο 2 συμπεριφορά δεν είναι σχετική όσον αφορά την έναρξη της περιόδου παραγραφής για τα αστικά αδικήματα. Περαιτέρω, ισχυρισμός των Εναγόντων για μεταγενέστερη γνώση αυτής της συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης ούτως ώστε ενδεχομένως τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός να τους παρείχε τη δυνατότητα επίκλησης του σε συνάρτηση με το άρθρο 68 και τον χρόνο έναρξης της περιόδου παραγραφής. Σαφέστατα επίσης στην έκθεση απαίτησης δεν περιλαμβάνεται, ούτε βεβαίως και θα μπορούσε να περιληφθεί υπό τις περιστάσεις, ισχυρισμός για επανάληψη της ισχυριζόμενης συμπεριφοράς και πρόκληση νέας κατ΄ εξακολούθηση ζημιάς, λόγω και του περιορισμένου χρονικού διαστήματος που ο Εναγόμενος 2 ενήργησε ως Διαχειριστής. Ούτε και τίθεται ζήτημα δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος κατά τον χρόνο που επήλθε η ζημιά και όχι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η ζημιογόνος πράξη και ή παράλειψη. Τέλος, δεν δικογραφείται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ως προς τη δόλια απόκρυψη γεγονότων για τα οποία οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο. Αντιθέτως, σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης οι ίδιοι οι Ενάγοντες αναγνωρίζουν ότι γνώριζαν για τουλάχιστον κάποιες των ενεργειών του Εναγομένου 2 από τον πρώτο μήνα που είχε αναλάβει ως Διαχειριστής. Υπενθυμίζεται πως προβάλλονται ισχυρισμοί για την πώληση εκ μέρους του Εναγομένου 2 των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και για οχλήσεις, διαμαρτυρίες και αιτήματα από πλευράς Εναγόντων ως προς τις ενέργειες του αποκαλώντας τις μάλιστα λανθασμένες και καταστροφικές. Υπό το φως αυτών των δεδομένων δεν εγείρεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 68(β)-(δ). Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, η διετής περίοδος παραγραφής άρχισε να τρέχει από τη μέρα των πράξεων ή παραλείψεων (υπό την αίρεση της αναστολής όπως αναλύεται ανωτέρω). Ακόμα και σε περίπτωση που κάποιες ενέργειες ή παραλείψεις του Ενάγοντος 2 δεν περιήλθαν σε γνώση των Εναγόντων εντός της διετούς περιόδου αλλά αργότερα, αφενός κάτι τέτοιο δεν είναι δικογραφημένο, όπως οι Ενάγοντες όφειλαν να πράξουν, και αφετέρου αυτό δεν αποτελεί λόγο ούτε και δικαιολογία για τη μη έγερση της Αγωγής εντός της διετούς περιόδου από τη διενέργεια αυτών. Αυτό είναι το ορόσημο για τον υπολογισμό της περιόδου παραγραφής και δεν νοείται οι Ενάγοντες να γνωρίζουν γι΄ αυτή τη συμπεριφορά του Εναγομένου 2 αλλά να αναμένουν και ξεπερνούν αυτή την περίοδο, με την ελπίδα ή αναμονή πως θα προκύψουν και άλλες ενέργειες ως βάση αγωγής. Βασικά οι Ενάγοντες όφειλαν πριν τη λήξη της περιόδου παραγραφής να εγείρουν την Αγωγή και ενδεχομένως αργότερα να ζητούσαν τροποποίηση για να συμπεριλάβουν νέα αγώγιμα δικαιώματα επικαλούμενοι τις αντίστοιχες πρόνοιες του άρθρου 68 και όχι να περιμένουν την πιθανότητα ανακάλυψης ή στοιχειοθέτησης και άλλων αγώγιμων δικαιωμάτων ξεπερνώντας έτσι την αρχική περίοδο παραγραφής. Αυτά τα δεδομένα αναπόφευκτα οδηγούν στη διαπίστωση πως το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγομένου 2 είχε παραγραφεί πολύ πριν την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής και ως εκ τούτου η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Αγωγή εναντίον του Εναγομένου 2 αναστέλλεται. Τα έξοδα της Αγωγής, συμπεριλαμβανομένης και της υπό κρίση Αίτησης, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 2 και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο