← Κύπρος

P & CHR SEAFOOD EXPRESS LTD ν. ΤΑ ΨΑΡΟΚΑΙΚΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής:1958/18, 28/11/2019

P & CHR SEAFOOD EXPRESS LTD ν. ΤΑ ΨΑΡΟΚΑΙΚΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής:1958/18, 28/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A549 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1958/18 Μεταξύ: P & CHR SEAFOOD EXPRESS LTD Ενάγουσα/Αιτήτρια και ΤΑ ΨΑΡΟΚΑΙΚΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενη /Καθ' ης η αίτηση ------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 21.1.2019 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Μ. Γιατρού Για Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κα Κουλουμά ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα - Αιτήτρια (στο εξής «η Ενάγουσα») με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνει εναντίον της Εναγομένης - Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής «η Εναγόμενη») €22.483,75.- ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας παραγγελίας, πλέον τόκο ως το ανώτατο επιτρεπτό όριο από 12.3.2018 μέχρι εξοφλήσεως και έξοδα. Η Εναγόμενη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 27.9.2018, ενώ στις 22.10.2018 ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης. Ενώ εκκρεμούσε η αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης στις 21.1.2019 ακολούθησε η καταχώρηση της επίδικης αίτησης, ενώ στο μεταξύ και συγκεκριμένα στις 11.1.2019 καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης και στις 18.1.2019 η Απάντηση στην Υπεράσπιση. Στις 7.2.2019 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε η αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης. Με την αίτηση της η Ενάγουσα αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης ως ακολούθως: Α. Ποσόν εκ €22.483,75.- το οποίο η Εναγόμενη οφείλει στην Ενάγουσα δυνάμει Συμφωνίας Παραγγελίας και τιμολογίου ως η αξίωση της στην Έκθεση Απαίτησης. Β. Τόκο ως το ανώτατο επιτρεπτό όριο από 12.3.2018 επί του ποσού των €22.483,75 μέχρι εξοφλήσεων. Γ. Έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α. Η Αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18.θ.θ. 1(α), 2-9, και Δ.48 θ.θ.1-3, 5-7 και 9, στις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος, τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη της Αίτησης επισυνάπτεται ένορκη δήλωση του XXX Πατσαλή ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι ο Διευθυντής της Ενάγουσας και έχει άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο καθώς ήταν το άτομο που ήρθα σε προσωπική επαφή με την Εναγόμενη. Επίσης αναφέρει ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να προβεί στην Ένορκη Δήλωση. Έχει διαβάσει το ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο και την Έκθεση Απαιτήσεως και συμφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που εκτίθενται σ' αυτή καθώς και την αιτία της Αγωγής τα οποία υιοθετεί, επιβεβαιώνει και επαναλαμβάνει για τους σκοπούς της Ένορκης Δήλωσης και της Αίτησης που τη συνοδεύει. Είναι επίσης η θέση του ότι η Εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στη παρούσα υπόθεση και ότι καταχώρησε εμφάνιση και Υπεράσπιση η οποία δεν προβάλλεται καλόπιστα αλλά μόνο για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης για να μη πληρώσει το υπόλοιπο χρέος της το οποίο δημιουργήθηκε από υπογραμμένο τιμολόγιο CREDIT SALE με Αρ.196700, ημερομηνίας 12.2.2018 για το ποσό των €22.483,75, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., για εμπορεύματα που παρέλαβε από την Ενάγουσα. Είναι η θέση του ότι η απαίτηση στηρίζεται σε υπογραμμένο τιμολόγιο και από τους δύο διαδίκους και είναι καθαρή, ενώ αντίθετα η υπεράσπιση της Ενάγουσας δεν προβάλλεται καλόπιστα. Ως προς τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης στην Υπεράσπιση της ότι το ύψος του ποσού των €26.175,00 πλέον €1.308,75, Φ.Π.Α είναι αυξημένο και/ή εξογκωμένο και/ή υπερτιμολογημένο και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αναφέρει ότι η Εναγόμενη αγνοεί ότι πρόκειται για νομίμως εκδοθέν τιμολόγιο το οποίο καταγράφει τα εμπορεύματα που παραδόθηκαν και την αξία τους, ενώ επίσης ότι η Εναγόμενη και/ή αντιπρόσωποι της και/ή υπάλληλοι της κατά την παραλαβή των εμπορευμάτων υπόγραψαν το τιμολόγιο και αποδέχτηκαν τα παραληφθέντα εμπορεύματα και την οφειλή τους, γι' αυτό υπέγραψαν και τα παρέλαβαν. Είναι επίσης η θέση του ότι με την κατάθεση του πρωτότυπου υπογραμμένου τιμολογίου από την Εναγόμενη, η Ενάγουσα παρουσιάζει αμάχητο τεκμήριο, και αποδεικνύει την απαίτηση της. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι δεν όφειλαν και/ή δεν οφείλουν κανένα άλλο ποσό στην Ενάγουσα, αναφέρει ότι καμία ουσιαστική υπεράσπιση δεν προβάλλεται για την εξόφληση του εν λόγω τιμολογίου πλην της παραδοχής ότι κατέβαλε €5.000, στις 24.4.2018 με επιταγή με Αρ. XXXXX

  1. Ισχυρίζεται επίσης ότι αν η Εναγόμενη πλήρωνε οποιοδήποτε άλλο ποσό για το εν λόγω τιμολόγιο θα προσκόμιζε σχετικές αποδείξεις πληρωμής, κάτι το οποίο όμως ως ισχυρίζεται δεν συνέβηκε και η Εναγόμενη αυθαίρετα και αντισυμβατικά, χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη, αποφάσισε να μη καταβάλει κανένα άλλο ποσό στην Ενάγουσα αν και παρέλαβε τα εμπορεύματα τα πούλησε και/ή τα κατανάλωσε και πλούτισε εις βάρος της Ενάγουσας, η οποία παρέδωσε τα εμπορεύματα και με την έκδοση του τιμολογίου και/ή Credit Sale με Αριθμό 196700, (Τεκμήριο 1) υποχρεώθηκε να πληρώσει το Φ.Π.Α., ήτοι ποσό €1.308,
  2. Είναι επίσης η θέση του πως η απαίτηση της Ενάγουσας στηρίζεται σε υπογραμμένο τιμολόγιο και είναι καθαρή, ενώ αντίθετα η υπεράσπιση της Εναγόμενης δεν προβάλλεται καλόπιστα. Η δε Εναγόμενη εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €22.483,75, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 4.6.2018, (Τεκμήριο 2) της ζήτησαν να πληρώσει την οφειλή της πριν την καταχώρηση της Αγωγής και υποσχέθηκε ότι θα το έπραττε αλλά ήθελε χρόνο. Δυστυχώς σε καμία πληρωμή δεν προχώρησε και έτσι αναγκαστήκαν να καταχωρήσουν την παρούσα Αγωγή. Αναφέρει επίσης ότι καμία ουσιαστική υπεράσπιση δεν έχει προβάλει η Εναγόμενη για την εξόφληση του τιμολογίου, ούτε έχει αμφισβητήσει την υπογραφή του τιμολογίου, ούτε ισχυρίστηκε ότι δεν παρέλαβε τα εμπορεύματα και ούτε ότι τα έχει εξοφλήσει. Επίσης καμία απόδειξη δεν έχει προσκομίσει ότι κατέβαλε οποιοδήποτε άλλο ποσό εκτός των €5.000,=, γιατί απλούστατα δεν πλήρωσε κανένα άλλο ποσό και παραμένει οφειλόμενο το υπόλοιπο του Τιμολογίου ύψους €22.483,75.-, το οποίο απαιτεί. Υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης στην υπεράσπιση είναι γενικοί και αόριστοι από την οποία καταδεικνύεται πως η Εναγόμενη δεν έχει καμία υπεράσπιση στην εναντίον της αγωγή. Δηλώνει περαιτέρω ότι λόγω της προσωπικής του συμμετοχής και γνώσης στα γεγονότα της παρούσας Αγωγής είναι σε θέση να πιστοποιήσει και επιβεβαιώσει, ότι η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική και αυθεντική υπεράσπιση στην απαίτηση της Ενάγουσας. Τέλος δηλώνει ότι πιστεύει πως είναι ορθόν και δίκαιον να εκδοθεί η ζητούμενη Απόφαση, ως η Έκθεση Απαιτήσεως υπέρ της Ενάγουσας καθ' ότι η Εναγόμενη απέτυχε να δείξει ότι έχει συζητήσιμη Υπεράσπιση και δεν προβάλει καμία Ανταπαίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση αίτηση η οποία έχει ως νομική βάση τη Δ.18 θ.θ.1-9, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1-9 και Δ.64, στις αρχές της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες, στη νομολογία, τη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην ένσταση εκτίθενται έξη λόγοι ένστασης, τους οποίους θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  3. Η αίτηση είναι παράτυπη, αβάσιμη και αντικανονική και δεν έχει κανένα νομικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί αίτηση για συνοπτική απόφαση, γεγονός ανεπίτρεπτο.
  4. Η παρούσα αίτηση είναι πολύ γενική και ασαφής. Τέτοιες αιτήσεις θεωρούνται εξαιρετικά δικαστικά μέτρα, τα οποία για να εκδοθούν πρέπει τέτοιες αιτήσεις να είναι πλήρως δικαιολογημένες και συγκεκριμένες.
  5. Ορισμένα θέματα που επιθυμούν να αναφέρουν οι Καθ' ων η Αίτηση, αφορούν την ουσία της αγωγής και δεν μπορούν να εκδοθούν τέτοια διατάγματα, αφού τέτοια μαρτυρία πρέπει να δοθεί δικαίωμα στους Ενάγοντες να την προσφέρουν κατά την δίκη και όχι εκ των προτέρων και δεν θα δοθεί δικαίωμα στους Εναγόμενους να ακουστούν.
  6. Οι Καθ' ων η Αίτηση επιθυμούν να αναφερθούν σε ισχυρισμούς, σκέψεις και/ή απόψεις που εξέφρασε ο Ενόρκως Δηλών στην αίτηση ημερομηνίας 21/01/2019 και στα Τεκμήρια αυτής και να προσάγουν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου.
  7. Τυχόν έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, πιθανόν να οδηγήσει τη διαδικασία σε ατελείωτες και/ή άλλες διαδικασίες.
  8. Πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική η αίτηση, αφού ο Αιτητής δεν έχει καμία νομική και/ή άλλη βάση για να προωθήσει την παρούσα αίτηση και/ή αγωγή». Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κου XXX Σωτηρίου, ασκούμενου δικηγόρου στο Δικηγορικό Γραφείο των δικηγόρων της Εναγόμενης, ο οποίος αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και έχει πληροφορηθεί τα πάντα από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση αλλά και από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Αναφέρει επίσης μεταξύ άλλων ότι η θέση της Εναγόμενης είναι ότι το ποσό που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι αγόρασε η Εναγόμενη κατεψυγμένα χταπόδια συνολικής αξίας €26.175,00, πλέον €1.308,75, Φ.Π.Α., είναι αυξημένο και/ή εξογκωμένο και/ή υπερτιμολογημένο και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επίσης, αναφέρει ότι η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν όφειλε και/ή δεν οφείλει κανένα επιπλέον ποσό στην Ενάγουσα. Το δε τιμολόγιο (Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) αναφέρει ότι ως η Εναγόμενη ισχυρίζεται είναι άδειο - κενό, χωρίς να αναγράφει κάτι επάνω. Όπως επίσης και η κατάσταση λογαριασμού αφού δεν αναγράφει αναλυτικά τις συναλλαγές της Εναγόμενης με ημερομηνίες και ποσά αναλυτικά, παρά μόνο το συνολικό ποσό που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι οφείλει η Εναγόμενη χωρίς καμία επιπρόσθετη απόδειξη που να δικαιολογεί το οφειλόμενο ποσό που ισχυρίζεται ή πως προκύπτει το ποσό αυτό. Είναι η θέση του ότι φαίνεται ξεκάθαρα ότι υπάρχει αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, όμως η Ενάγουσα επέλεξε να προσκομίσει μόνο την τελευταία σελίδα και όχι ολόκληρη την κατάσταση, ώστε να διαπιστωθεί το αληθές αυτής. Περαιτέρω, αναφέρει ότι τα ποσά που πιθανόν αναγράφονται στην κατάσταση που έχουν προστεθεί ή αφαιρεθεί λανθασμένα και να προκύπτει λανθασμένο υπόλοιπο. Δηλώνει επίσης ότι η Ενάγουσα δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο ώστε να εξεταστεί το αληθές περιεχόμενο ή ποσό. Απλά αναφέρει ή αναγράφει ένα ποσό και περιμένει ή επιμένει να γίνει αποδεκτό. Το ποσό αυτό δεν φαίνεται πως προέκυψε και μπορεί να το έχει αναγράψει οποιοσδήποτε αφού δεν υπάρχει και/ή δεν παρουσιάζεται το ιστορικό των συναλλαγών των διαδίκων. Ως εκ των ανωτέρω είναι η θέση του ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, ανεδαφική και καταχρηστική, αφού η Εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής και ζητώ απόρριψη της με έξοδα υπέρ της. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό κρίση αίτηση ως έχει προαναφερθεί εδράζεται επί της Διαταγής 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία παρέχει τη δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος και αναφέρει τα ακόλουθα: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6 ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάνει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά και πιστοποιήσει τα γεγονότα και βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα. Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα μπορεί να δοθεί εκτός αν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα κριθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Οι βασικές αρχές στη βάση των οποίων κρίνονται και αποφασίζονται οι αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν συνοψιστεί στην υπόθεση Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818, καθώς και σε πιο πρόσφατες αποφάσεις όπως η Atlaspantou Co Ltd v. Angelos Nicolaides Holdings Ltd
(2013)1(Γ) 2553. Στην υπόθεση Νεάρχου (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment &Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: `H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)."» Όπως αναφέρθηκε και στην Stavrinides v. Cekoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, η τήρηση των προαναφερόμενων προϋποθέσεων που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση συνοπτικής απόφασης σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίηση τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο Εναγόμενος, εφόσον ικανοποιηθούν οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις σχετική είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Τέλος, στην Χριστόδουλος Μεττή, κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.417, αναφέρθηκαν τα εξής: « Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais, ανωτέρω). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. » Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η Ενάγουσα πέτυχε να ικανοποιήσει τις δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, ικανοποιούνται, αφού η αγωγή καταχωρίστηκε με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο βάσει της Δ.2 θ.6 και η Εναγόμενη έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στις 27.9.2018. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, σημειώνω ότι η υπό κρίση αίτηση για συνοπτική απόφαση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κου XXX Πατσαλή ο οποίος αναφέρει ότι είναι Διευθυντής της Ενάγουσας, για τον οποίον δεν αμφισβητείται ότι ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επαναλαμβάνεται εδώ ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει μια αίτηση για συνοπτική απόφαση ο Ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο, ως στην προκειμένη περίπτωση, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από το νομικό πρόσωπο το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. Επίσης ο κος XXX Πατσαλή σαφώς δηλώνει ότι έχει άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων της αγωγής καθώς ήταν το άτομο που είχε προσωπική επαφή με την Εναγόμενη. Παραθέτει το τιμολόγιο, την απόδειξη είσπραξης και κατάσταση λογαριασμού (ήτοι το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του) σε σχέση με τα εμπορεύματα που αγόρασε η Εναγόμενη από την Ενάγουσα και τα οποία η τελευταία της παρέδωσε και επεξηγεί πως καταλήγει στο αξιούμενο ποσό των €22.483,75.-. Περαιτέρω δήλωση ότι η Εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση, και επεξηγεί τους λόγους. Επιβεβαιώνοντας με βάση τα στοιχεία και τις λεπτομέρειες που παραθέτει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό. Στην υπόθεση Σπηταλιώτης v. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ 1113, το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε αναφορά στην Pathè Fréres Cinema Ltd., v. United Electric Theatres Limited
(1914)3 K.B. 1253 (η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130), για να καταλήξει πως το γεγονός ότι ο ομνύσας για τους αιτητές ήταν γνώστης του περιεχομένου των συμφωνιών που ήταν επίδικες, ήταν παρών κατά την υπογραφή της μιας, είχε επισυνάψει τα σχετικά έγγραφα στην ένορκη του δήλωση, και γνώριζε από τα διάφορα έγγραφα της εφεσίβλητης τις κινήσεις του σχετικού λογαριασμού και είχε προβεί ο ίδιος στον τερματισμό, τον καθιστούσαν σαν πρόσωπο που μπορούσε να ορκιστεί θετικά για το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης. Στη δε υπόθεση Pathè Fréres Cinema Ltd (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η ένορκη δήλωση συμμορφούτο προς τις απαιτήσεις του κανόνα, υπό περιστάσεις όπου η ένορκη δήλωση είχε ετοιμασθεί από ένα υπάλληλο της Αιτήτριας εταιρείας, ο οποίος περιέγραφε τον εαυτό του σαν υπάλληλό της και έλεγε ότι είναι γνώστης των γεγονότων. (βλ. επίσης και Ευάγγελος Παύλου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 1051, όπου επίσης γίνεται αναφορά στην αγγλική Pathè Fréres Cinema Ltd (ανωτέρω) η οποία μνημονεύθηκε στη Σπηταλιώτης πιο πάνω.) Ως προς το εάν με τη μαρτυρία του ο κος XXX Πατσαλής μπορεί να επιβεβαιώσει ή και επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας, σημειώνω ότι όπως υπενθυμίζεται στην υπόθεση Κώστας Κυριάκου v. Θεράποντα Αναστασίου Πολ.Εφεση 30/2009, ημερομηνίας 22/1/2013 «. το μόνο ουσιαστικό που έχει να κάμει ο αιτητής είναι να επιβεβαιώσει την απαίτηση με αναφορά στα γεγονότα, που εκτίθενται στο κλητήριο ένταλμα και ότι ο καθ΄ ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό και δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση, (δέστε Annual Practice 1959 σελ. 258-260 και Annual Practice 1970, σελ. 124, παρ. 14-2-5).» Υπό το φως των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη την προσωπική ανάμειξη και εμπλοκή του κου XXX Πατσαλή στην παρούσα υπόθεση όπως ο ίδιος την αναφέρει, καθώς και το γεγονός ότι ούτε η Εναγόμενη στην ένσταση της αμφισβήτησε καθ' οιονδήποτε θετικό ή συγκεκριμένο τρόπο τη θετικότητα της γνώσης του κου XXX Πατσαλή και έχοντας περαιτέρω κατά νου την προαναφερόμενη νομολογία, καταλήγω ότι ο κος XXX Πατσαλή είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας και το ποσό που απαιτείται. Κατ' επέκταση, οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ικανοποιούνται και το βάρος μετατίθεται στους ώμους της Εναγομένης, η οποία πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα, τα οποία να θεωρηθούν επαρκή ούτως ώστε να της δοθεί η δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης. Ερχόμενη τώρα στην εξέταση του θέματος κατά πόσο η Εναγόμενη ικανοποίησε το Δικαστήριο μέσω της μαρτυρίας που έθεσε για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή, εν πάση περιπτώσει, για γεγονότα που της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση, έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά τη μαρτυρία του XXX Σωτηρίου και όσα θέτει μέσω της ένορκής του δήλωσης καταλήγω ότι δεν έχει αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους της Εναγόμενης. Κατ' αρχάς, η Εναγόμενη παραδέχεται ουσιαστικά την αγορά από την Ενάγουσα κατεψυγμένων χταποδιών και ότι κατέβαλε στην Ενάγουσα στις 24.4.2018 το ποσό των €5.000.- πλην όμως γενικά και αόριστα αναφέρει ότι το ποσό που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι αγόρασε η Εναγόμενη κατεψυγμένα χταπόδια συνολικής αξίας €26.175.- πλέον €1.308,75 είναι αυξημένο και/ή εξογκωμένο και/ή υπερτιμολογημένο και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πέραν του γενικού και αόριστου ισχυρισμού περί αυξημένου και/ή εξογκωμένου και/ή υπερτιμολογημένου ποσού, δεν προβάλλονται οποιοιδήποτε ουσιαστικοί και συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που να υποστηρίζουν τις προαναφερόμενες γενικές τοποθετήσεις της Εναγόμενης. Κατά τον ίδιο τρόπο, ισχυρίζεται ότι δεν όφειλε και/ή δεν οφείλει κανένα επιπλέον ποσό στην Ενάγουσα. Ουδεμία δε εξήγηση δίδεται από μέρους της Εναγόμενης γιατί τότε κατέβαλε το ποσό των €5.000 αφού δεν όφειλε οιονδήποτε ποσό στην Ενάγουσα, ουδεμία επίσης εξήγηση δίδεται σε σχέση με το υπογεγραμμένο τιμολόγιο από μέρους της και κατ' επέκταση το υπόλοιπο που εμφανίζεται στην κατάσταση λογαριασμού. Αναφορικά δε με το τιμολόγιο αξίζει να σημειωθεί ότι αντίθετα με τους ισχυρισμούς της Εναγομένης ότι είναι άδειο - κενό χωρίς να αναγράφει κάτι επάνω, το περιεχόμενο του ίδιου του τιμολογίου διαψεύδει τους εν λόγω ισχυρισμούς της Εναγόμενης αφού σε αυτό αναγράφεται ο κωδικός και η περιγραφή των προϊόντων που αγόρασε η Εναγόμενη. Επίσης αναγράφεται η ποσότητα και η τιμή ανά κιλό και το συνολικό ποσό για κάθε είδος προϊόντος ως επίσης και η συνολική αξία όλων των προϊόντων που αγόρασε η Εναγόμενη. Περαιτέρω, γενικά και αόριστα η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν παρουσιάζεται καμία επιπρόσθετη απόδειξη που να δικαιολογεί το οφειλόμενο ποσό. Είναι πραγματικά άξιο απορίας ποια επιπρόσθετη απόδειξη ανέμενε η Εναγόμενη να της παρουσιάσει η Ενάγουσα πέραν από το Τεκμήριο 1. Σημειώνω ότι το υπογεγραμμένο από τον παραλήπτη τιμολόγιο που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι εξέδωσε και η σχετική απόδειξη η οποία αφορά την καταβολή ποσού από την Εναγόμενη, εμφανίζονται στην κατάσταση λογαριασμού και τα εν λόγω έγγραφα επισυνάπτονται ως τεκμήρια. Άλλωστε καθ' όσον αφορά την αναγκαιότητα επισύναψης εγγράφων ως τεκμηρίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Δ.18 δεν απαιτεί όπως η ένορκος δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης συνοδεύεται από έγγραφα, εκτός εάν επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής να αναφερθεί σε αυτά, οπόταν και πρέπει να επισυνάπτονται. Σχετικά είναι τα νομολογηθέντα στην Κυριάκου v. Αναστασίου Πολ. Εφ. 230/09 ημερομηνίας 22/1/2013, όπου αναφέρεται ότι η «.αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.». Από την άλλη, ο ισχυρισμός που προβάλλει περί πιθανότητας πρόσθεσης ή αφαίρεσης λανθασμένα ποσών στην κατάσταση και ως εκ τούτου να προκύπτει λανθασμένο υπόλοιπο, παρέμεινε μετέωρος εφόσον δεν δίνονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτό τον ισχυρισμό. Με αυτά υπόψη ευθέως αναφέρω πως η Εναγόμενη σε καμία περίπτωση δεν έχει αποσείσει το βάρος που μετατέθηκε στους ώμους της για να δείξει κάποια υπεράσπιση στην υπόθεση ή εν πάση περιπτώσει γεγονότα που να της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση. Έχω την άποψη ότι ο γενικός και αόριστος τρόπος που επέλεξε να παρουσιάσει τα πράγματα η Εναγόμενη, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία, λέγοντας απλά ότι δεν οφείλει κανένα επιπλέον ποσό στην Ενάγουσα, όχι μόνο δεν πείθει, αλλά αντίθετα δείχνει τη γενικότητα και αοριστία με την οποία προσεγγίζει το όλο θέμα η Εναγόμενη και την όλη προσπάθειά της, θεωρώ, να καθυστερήσει απλά τη διαδικασία, χωρίς να έχει στην πραγματικότητα καλόπιστη υπεράσπιση, αλλά ούτε και αποκαλύπτει γεγονότα που να είναι επαρκή για να της δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή. Κατάληξη Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης - Καθ' ης η αίτηση για το ποσό των €22.483,75 πλέον νόμιμο τόκο από 12.3.2018 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της αγωγής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της επίδικης αίτησης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης - Καθ' ης η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Συνοπτική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.