← Κύπρος

Αιμιλιανού ν. Chrysses Demetriades & Co LLC κ.α., Αρ. Αγωγής: 2159/2016, 25/11/2019

Αιμιλιανού ν. Chrysses Demetriades & Co LLC κ.α., Αρ. Αγωγής: 2159/2016, 25/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A544 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2159/2016 Μεταξύ: . Αιμιλιανού Ενάγοντος v.

  1. Chrysses Demetriades & Co LLC
  2. Δικηγορικό Γραφείο Χρύση Δημητριάδη & Σια
  3. . Γεωργιάδη
  4. . Αραούζου
  5. . Χριστοδούλου
  6. . Κακουλλή
  7. . Μαδέλλα
  8. . Αγαπίου
  9. . Μουσιούττα
  10. . Κωνσταντινίδη
  11. . Μαυρέλλη
  12. . Χριστοδούλου
  13. . Κακογιάννη
  14. . Χαραλάμπους
  15. . Χατζηχαμπή
  16. . Μυλωνά
  17. . Παπαδόπουλου
  18. . McBride
  19. . Δημητριάδη Εναγομένων Και Εξ Ανταπαιτήσεως
  20. Chrysses Demetriades & Co LLC
  21. Δικηγορικό Γραφείο Χρύση Δημητριάδη & Σια
  22. . Γεωργιάδη
  23. . Αραούζου
  24. . Χριστοδούλου
  25. . Κακουλλή
  26. . Μαδέλλα
  27. . Αγαπίου
  28. . Μουσιούττα
  29. . Κωνσταντινίδη
  30. . Μαυρέλλη
  31. . Χριστοδούλου
  32. . Κακογιάννη
  33. . Χαραλάμπους
  34. . Χατζηχαμπή
  35. . Μυλωνά
  36. . Παπαδόπουλου
  37. . McBride
  38. . Δημητριάδη Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων v.
  39. . Αιμιλιανού
  40. . Αιμιλιανού
  41. Demlaw Ltd
  42. . Μουζουρίδη Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμεις της Δ.25 θ.1

(2)Και Εξ Ανταπαιτήσεως 1. Chrysses Demetriades & Co LLC 2. Δικηγορικό Γραφείο Χρύση Δημητριάδη & Σια 3. . Γεωργιάδη 4. . Αραούζου 5. . Χριστοδούλου 6. . Κακουλλή 7. . Μαδέλλα 8. . Αγαπίου 9. . Μουσιούττα 10. . Κωνσταντινίδη 11. . Μαυρέλλη 12. . Χριστοδούλου 13. . Κακογιάννη 14. . Χαραλάμπους 15. . Χατζηχαμπή 16. . Μυλωνά 17. . Παπαδόπουλου 18. . McBride 19. . Δημητριάδη Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων v. 1. . Αιμιλιανού 2. . Αιμιλιανού 3. Demlaw Investment Ltd 4. . Μουζουρίδη Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων Αίτηση των Εξ Ανταπαιτήσως Εναγομένων 1 και 2 ημ. 21.12.2018 για παραμερισμό της απόφασης εναντίον της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 3 ημ. 13.9.17 Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κα Ε. Χριστοφή για M. Economides Kranos & Co LLC Για τους Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Θ. Οικονόμου με κ. Μ. Χριστοδούλου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ Για την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 3 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Νικολαΐδης για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται η απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 13.9.17. Η υπό κρίση απόφαση (η οποία εκδόθηκε από το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση) έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο αυτό δια του παρόντος ΔΗΛΕΙ ότι: 1. Η μεταβίβαση και εγγραφή των 336 μετοχών που κατείχε ο εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος αρ. 1 στο κεφάλαιο της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης αρ. 3 στον εξ' Αναταπαιτήσεως Εναγόμενο αρ. 2, είναι άκυρη και στερημένη εννόμου αποτελέσματος. Το Δικαστήριο αυτό δια του παρόντος ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως: 1. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται η απόφαση της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης αρ. 3 με την οποία εγκρίθηκε η μεταβίβαση των μετοχών του εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου αρ. 1 στην εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη αρ. 3 στον εξ' Αναταπαιτήσεως Εναγόμενο αρ. 2. 2. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάζεται η διόρθωση του Μητρώου Μελών της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης αρ. 3, με την απάλειψη του ονόματος του εξ' Αναταπαιτήσεως Εναγόμενου αρ. 2 ως μετόχου της και αντικατάστασης του με τον εξ' Αναταπαιτήσεως Εναγόμενο αρ. 1, καθ' ότι η μεταβίβαση έγινε κατά παράβαση του Καταστατικού της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης αρ. 3 και της Συμφωνίας «Mirror Image».» Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 1 (εφεξής «ο ΑΑ») ο οποίος προβαίνει σε αυτή και εκ μέρους του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 2 (εφεξής «ο ΑΝΑ»). Ο ΑΑ αναφέρεται στα γεγονότα της παρούσας Αγωγής και σημειώνει ότι στις 13.9.17, στα πλαίσια αίτησης για απόφαση εναντίον της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 3 (εφεξής «η Demlaw»), λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της, χωρίς οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 και 2 (εφεξής «οι Αιτητές») να λάβουν γνώση ή να τους είχε επιδοθεί η αίτηση. Αποτελεί ισχυρισμό των Αιτητών ότι η εν λόγω απόφαση επηρεάζει τα δικαιώματα τους ως ενδιαφερόμενα μέρη και επομένως στερήθηκαν του δικαιώματος να ακουστούν στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης, με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης η οποία τους προκάλεσε σημαντική προκατάληψη και οικονομική απώλεια. Ισχυρίζεται επίσης πως το αντικείμενο της υπό κρίση απόφασης αποτελεί αντικείμενο διαμάχης στο ευρύτερο πλαίσιο της Αγωγής για το οποίο οι Αιτητές καταχώρισαν Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση την οποία θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να προβάλουν και να ακουστούν επί αυτής. Ο ΑΑ ισχυρίζεται ακόμα πως η διαδικασία προσθήκης της Demlaw ως διαδίκου και έκδοσης της υπό κρίση απόφασης αποτελεί περίτεχνο τρόπο εξασφάλισης απόφασης υπέρ των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων οι οποίοι είχαν ως μοναδικό σκοπό την αυτοεξυπηρέτηση των συμφερόντων τους και τη συνειδητή και ηθελημένη παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Η Αίτηση επιδόθηκε στους Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες και στην Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 3. Ένσταση καταχώρισαν μόνο οι Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 1. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώριση της παρούσας και ή το Δικαστήριο δεν κέκτηται εξουσίας να παραμερίσει απόφαση η οποία εκδόθηκε μεταξύ των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων και της Demlaw, με αίτημα των Αιτητών. 2. Το Δικαστήριο έχει εξουσία παραμερισμού εκ συμφώνου απόφασης μόνο στα πλαίσια νέας αγωγής. 3. Η Αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη και ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ή οι Αιτητές έλαβαν γνώση περί της έκδοσης της υπό κρίση απόφασης μέσω των δικηγόρων τους από τις 13.9.17 ή ακόμα με βάση τους δικούς τους ισχυρισμούς από τις 26.2.18. 4. Ο ΑΑ είναι ένας εκ των διευθυντών της Demlaw και παρόλο που ειδοποιήθηκε, δεν παρευρέθηκε στη συνεδρίαση που συγκλήθηκε για να αποφασιστεί ο χειρισμός από την εταιρεία της απαίτησης των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων εναντίον της, ούτε και ζήτησε να ενημερωθεί για το περιεχόμενο της απόφασης που λήφθηκε. 5. Η Demlaw δέχθηκε απόφαση αφού αντιλήφθηκε ότι η ληφθείσα απόφαση για τη μεταβίβαση των μετοχών της από τον ΑΑ προς τον ΑΝΑ δεν εξέφραζε τη βούληση της και, εφόσον εξέλιπε η νομιμοποιητική βάση της μεταβίβασης, αυτή έπρεπε να ακυρωθεί δίχως άλλο. 6. Η Demlaw διόρθωσε ένα δικό της λάθος και οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να επιχειρούν να επωφελούνται από ένα λάθος στη βάση του ότι αυτό τους πρόσφερε πλεονέκτημα στο οποίο εξ αρχής δεν δικαιούντο. 7. Η εκ συμφώνου απόφαση εκδόθηκε στην παρουσία των δικηγόρων των Αιτητών εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου χωρίς να προβάλουν ένσταση ή να ζητήσουν να παρέμβουν. 8. Η εκ συμφώνου απόφαση ουδεμία βλάβη προκαλεί στους Αιτητές καθότι ο ΑΑ δύναται να παραχωρήσει ή εκχωρήσει το όποιο τίμημα από την πώληση των μετοχών, εφόσον το επιθυμεί, στον ΑΝΑ. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΧΑ (εφεξής «η ΧΑ»), δικηγόρου η οποία έχει εμφανιστεί σε σειρά διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής εκπροσωπώντας το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες. Η ΧΑ αναφέρει πως στις 13.9.17 η ίδια είχε εμφανιστεί στο Δικαστήριο και η εκ συμφώνου απόφαση εκδόθηκε στην παρουσία των δικηγόρων των Αιτητών οι οποίοι είχαν εμφανιστεί στα πλαίσια Κλήσεων για Οδηγίες και παρέμειναν εντός της αίθουσας κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης. Ισχυρίζεται επίσης ότι υπάρχει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης, επεξηγεί τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε η υπό κρίση απόφαση και αναφέρει ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώριση της Αίτησης και ότι εκ συμφώνου απόφαση ακυρώνεται μόνο με άλλη αγωγή και τέλος ότι οι Αιτητές δεν έχουν υποστεί οποιαδήποτε βλάβη. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση του ιστορικού της Αγωγής, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου και αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών: (
  1. i)Στις 19.7.16 ο ΑΑ καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνιών μεταξύ του και των Εναγομένων καθώς επίσης και αποζημιώσεις για παράβαση καθηκόντων εμπιστοσύνης από τους Εναγόμενους προς τον ΑΑ. (
  2. ii)Στις 15.11.16 καταχωρίστηκε έκθεση απαίτησης. Σε αυτή αναφέρεται ότι τον Ιούλιο του 1980 ο ΑΑ διορίστηκε από την Εναγομένη 2 ως Διευθυντής Λογιστηρίου και Οικονομικός Διευθυντής της ενώ την 1.1.94 κατέστη οιονεί συνέταιρος της μέχρι την αποπομπή του από την Εναγομένη 1 και τους συνεταίρους της Εναγομένης 2 στις 17.3.16. Η Εναγομένη 1 είναι δικηγορική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μοναδική μέτοχο την Εναγομένη 2 η οποία αποτελεί δεόντως εγγεγραμμένο συνεταιρισμό με συνεταίρους τους Εναγόμενους 3-19. Σύμφωνα με τον ΑΑ, στις 31.1.97 συνήφθη Συμφωνία Οιονεί Συνεταιρισμού μεταξύ του και της Εναγομένης 2 με την οποία έγινε αποδεκτός ως συνέταιρος της Εναγομένης 2 με ισχύ από την 1.1.94. Ο ΑΑ ήταν επίσης Γραμματέας της Εναγομένης 1 και Διευθυντής της Demlaw, η οποία είναι ιδιοκτήτρια των ακινήτων των Εναγομένων (συμπεριλαμβανομένου του κτιρίου στο οποίο στεγάζεται το δικηγορικό γραφείο). Πέραν της ισχυριζόμενης παραβίασης των Συμφωνιών Συνεταιρισμού και Οιονεί Συνεταιρισμού, ο ΑΑ ισχυρίζεται ότι στις 24.10.12 μεταβίβασε 336 μετοχές της Demlaw στον γιο του, ΑΝΑ, η οποία (μεταβίβαση) εγκρίθηκε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Demlaw και ενεγράφη στο Μητρώο Μελών στον Έφορο Εταιρειών. Οι Εναγόμενοι προέβησαν σε εκτίμηση των μετοχών της Demlaw με σκοπό την αναδιάρθρωση της μεταβιβάζοντας μέρος της περιουσίας της σε νέα εταιρεία, με την οποία (εκτίμηση) ο ΑΑ διαφώνησε. Αποτελεί ισχυρισμό του ΑΑ πως στις 26.6.15 η Εναγομένη 1 κοινοποίησε ειδοποίηση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για τις 20.7.15, για την έγκριση της εκτίμησης των μετοχών της Demlaw και της αναδιάρθρωσης της σύμφωνα με Δεσμευτικό Προσύμφωνο. Το Δεσμευτικό Προσύμφωνο ανάγκαζε τους αποχωρούντες διευθυντές να πωλήσουν το σύνολο των μετοχών τους στη Demlaw κατά τη συνταξιοδότηση τους. Λόγω του ότι ο ΑΑ θα συνταξιοδοτείτο την 1.1.17, οι συνέταιροι της Εναγομένης 2 ενδιαφέρονταν και σκόπευαν να αποκτήσουν τις μετοχές του ΑΑ, ενώ ο ΑΑ θεωρεί πως βάσει της Συμφωνίας Συνεταιρισμού δεν υπήρχε τέτοια υποχρέωση από τους αποχωρούντες συνεταίρους και το Δεσμευτικό Προσύμφωνο δεν μπορούσε να επιβληθεί μονομερώς στον ΑΝΑ ο οποίος δεν ήταν μέρος της Συμφωνίας Συνεταιρισμού και δεν αποδέχθηκε τους όρους του Δεσμευτικού Προσυμφώνου. Έτσι οι συνέταιροι ακολούθησαν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά για να ασκήσουν πίεση στους Αιτητές για τη μεταβίβαση των μετοχών στον ΑΑ, με αποτέλεσμα την αποπομπή του και διαγραφή του από οιονεί συνέταιρο στις 17.3.16. Επίσης οι συνέταιροι αρνούντο να καταβάλουν στον ΑΑ τα οφειλόμενα σε αυτόν ποσά, σε σχέση με το μέρισμα για τα έτη 2010 και 2013 και το μερίδιο του από τα κέρδη για το έτος 2015, καθώς επίσης και μη διανεμηθέντα κέρδη του 2016, τις ακάθαρτες μηνιαίες αναλήψεις του για την περίοδο 18.3.16-1.1.17 και τις μηνιαίες καταβολές της σύνταξης του πληρωτέες από την 1.1.17. Γι΄ αυτό αξιώνει Δήλωση και Διάταγμα του Δικαστηρίου για την καταβολή σε αυτόν των εν λόγω ποσών από τους Εναγόμενους. (iii) Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Συμφωνία οιονεί Συνεταιρισμού αντίκειται στον περί Δικηγόρων Νόμο και επομένως είναι άκυρη και ότι οι αξιώσεις του ΑΑ βασιζόμενες στην ιδιότητα του ως οιονεί συνεταίρου θα πρέπει να απορριφθούν. Ισχυρίζονται ότι η μεταβίβαση των 336 μετοχών έγινε εφόσον ο ΑΑ υφάρπαξε τις υπογραφές δύο τουλάχιστον μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Demlaw και όταν οι συνέταιροι της Εναγομένης 2 ενημερώθηκαν περί τούτου ο ΑΑ επικαλέστηκε σοβαρό ιατρικό πρόβλημα για να δικαιολογήσει τη μεταβίβαση. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγομένων ότι η εκτίμηση των εν λόγω μετοχών έγινε για να τηρηθεί η Συμφωνία «Mirror Ιmage» μεταξύ των συνεταίρων, σύμφωνα με την οποία μέτοχοι είναι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο μόνο οι συνέταιροι της Εναγομένης 2 και όλοι οι αποχωρούντες συνέταιροι ήταν υποχρεωμένοι να πωλήσουν το σύνολο των μετοχών τους κατά τη συνταξιοδότηση τους μόνο σε συνεταίρους της Εναγομένης 2. Επομένως οι Εναγόμενοι δεν αναγνωρίζουν τον ΑΝΑ (ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν συνέταιρος της Εναγομένης 2) ως νόμιμο δικαιούχο των μετοχών η μεταβίβαση των οποίων έγινε κατά παράβαση της εν λόγω Συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους ο ΑΑ αρνήθηκε να ακυρώσει τη μεταβίβαση, συνεχίζοντας έτσι την παραβίαση της Συμφωνίας «Mirror Ιmage» με αποτέλεσμα τη δημιουργία δυσμενών επιπτώσεων στην εύρυθμη λειτουργία και ομαλή εξέλιξη των Εναγομένων 1 και 2 με εν δυνάμει καταστροφικές συνέπειες. Οι Εναγόμενοι αρνούνται οφειλή οποιουδήποτε ποσού προς τον ΑΑ και επικαλούνται απάτη, δόλο και συνομωσία με σκοπό την παράβαση της Συμφωνίας «Mirror Ιmage» εκ μέρους των Εξ Ανταπαιτήσεων Εναγομένων και ανταπαιτούν (α) εναντίον του ΑΑ δήλωση ότι η Συμφωνία οιονεί Συνεταιρισμού είναι άκυρη, ότι η Συμφωνία «Mirror Ιmage» είναι έγκυρη και ισχυρή και ότι ο ΑΑ έχει παραβιάσει τη Συμφωνία «Mirror Ιmage», (β) εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1-3 ακύρωση της απόφασης της Demlaw με την οποία εγκρίθηκε η μεταβίβαση των 336 μετοχών από τον ΑΑ προς τον ΑΝΑ, ακύρωση της μεταβίβασης και διόρθωση του Μητρώου Μελών, (γ) εναντίον των Αιτητών διάταγμα για μεταβίβαση των μετοχών στους Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες 3-15, 18 και 19 σε τιμή που θα καθοριστεί από του ελεγκτές της Demlaw και θα εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της και (δ) εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1, 2 και 4 αποζημιώσεις. (
  3. iv)Οι ΑΑ και ΑΝΑ εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο, M. Economides Kranos & Co LLC, και καταχώρισαν ξεχωριστές Απαντήσεις στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. (
  4. v)Για την Εξ Αναπαιτήσεως Εναγομένη 3 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης από τους δικηγόρους Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σια ΔΕΠΕ. (
  5. vi)Στις 13.9.17, σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της Κλήσης για Οδηγίες και των Παραρτημάτων, εμφανίστηκαν η κα Σκούλλου για τον ΑΑ, η κα Αγαπίου για τους Εναγόμενους και η κα Αγαπίου με την κα Γρηγορίου για τους εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) έδωσε οδηγίες για καταχώριση εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης με συνημμένα αντίγραφα των σχετικών εγγράφων, για ειδική ένορκη αποκάλυψη από τους Ενάγοντες και για καταχώριση εκατέρωθεν ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψης μαρτυρίας. Όρισε την Αγωγή για οδηγίες στις 30.3.18. (vii) Την ίδια ημερομηνία, στα πλαίσια αίτησης ημ. 31.5.17 για απόφαση εναντίον της Demlaw λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης, εμφανίστηκαν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου η κα Αγαπίου με την κα Γρηγορίου για τους Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες και η κα Αντωνίου για τη Demlaw. Το Δικαστήριο εξέδωσε εκ συμφώνου απόφαση ως ανωτέρω, η οποία και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας. (viii) Την ίδια ημερομηνία, στα πλαίσια αίτησης ημ. 19.6.17 για απόφαση εναντίον του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 4 λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης, εμφανίστηκε η κα Αγαπίου για τους Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες και ζήτησε όπως η αίτηση εναντίον του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 4 παραμείνει για οδηγίες στις 30.3.18 «όπως έχει οριστεί η υπόλοιπη διαδικασία ούτως ώστε να προχωρήσει η υπόθεση . εναντίον του εναγόμενου 4 με τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης». Το Δικαστήριο όρισε την αίτηση στις 30.3.18. (
  6. ix)Στις 25.4.18 οι Αιτητές καταχώρισαν αίτηση ακύρωσης και ή παραμερισμού της απόφασης ημ. 13.9.17, η οποία ορίστηκε την 1.6.18. (
  7. x)Αφού καταχωρίστηκε ένσταση από τους Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση, στις 21.12.18 αυτή αποσύρθηκε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των Αιτητών για καταχώριση νέας. (
  8. xi)Την ίδια μέρα, ήτοι στις 21.12.18, καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση. Το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση είναι το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία να ακυρώσει και ή παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση ημ. 13.9.17 στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνονται διάφορες δικονομικές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο Κανονισμός ΕΕ 679/16 για την Προστασία Δεδομένων, το Σύνταγμα, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η νομολογία, οι αρχές της επιείκειας, οι συμφυείς εξουσίες, η διακριτική ευχέρεια και η πρακτική του Δικαστηρίου. Η Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, αφορά σε θέμα επίδοσης του κλητηρίου και η Δ.9 θ.4-10 και 12Α αφορά στο θέμα του ποιοι δύνανται να είναι διάδικοι, είτε ενάγοντες είτε εναγόμενοι, και επομένως δεν κρίνονται βοηθητικές ως προς το αιτητικό για παραμερισμό απόφασης. Η Δ.17 θ.3-11 ρυθμίζει το θέμα εμφάνισης εναγομένου σε αγωγή και τις επιπτώσεις από την παράλειψη εμφάνισης του και δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση όπου η Demlaw καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης και εμφανιζόταν σε όλα τα στάδια της διαδικασίας μέχρι και την έκδοση της απόφασης εναντίον της. Ούτε και η Δ.19 θ.3 βοηθά τους Αιτητές καθότι αυτή αφορά στη δυνατότητα εναγομένου να καταχωρίσει ανταπαίτηση και καθορίζει τη φύση αυτής ως ανταγωγής. Η Δ.33 θ.5 αφορά την περίπτωση κατά την οποία εκδίδεται απόφαση όταν διάδικος παραλείπει να εμφανιστεί στην ακρόαση και το Δικαστήριο δύναται να την παραμερίσει νοουμένου ότι καταχωριστεί αίτηση εντός 15 ημερών από την ημερομηνία της ακρόασης. Σαφώς εδώ δεν συνέβη κάτι τέτοιο εφόσον η Demlaw εμφανίστηκε, όχι κατά την ακρόαση αλλά στα πλαίσια αίτησης για απόφαση, και μάλιστα δέχθηκε απόφαση. Η Δ.64 αφορά στις συνέπειες της μη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς η οποία θεωρείται ως παρατυπία και δεν βοηθά τους Αιτητές. Η Δ.48 αφορά γενικά τις αιτήσεις και ο θ.8
(4)δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό και ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Σαφώς ούτε και αυτή η Διαταγή είναι χρήσιμη για τους Αιτητές καθότι δεν εκδόθηκε διάταγμα στα πλαίσια μονομερούς αίτησης. Επί τούτου δεν υιοθετώ τη θέση της δικηγόρου των Αιτητών πως η Δ.48 θ.8
(4)επεκτείνεται και σε διατάγματα που δεν εκδόθηκαν σε μονομερείς αιτήσεις. Η παραπομπή στην υπόθεση Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1Α Α.Α.Δ. 438 ουδόλως υποστηρίζει αυτή την προσέγγιση. Αντιθέτως εκείνο το οποίο λέχθηκε στην εν λόγω υπόθεση είναι ότι η εφαρμογή του θ.8
(4)δεν περιορίζεται μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στον θ.8
(1), χωρίς όμως να αναιρείται με οποιονδήποτε τρόπο η εφαρμογή του αναφορικά με μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα. Αυτή η υπόθεση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Λοΐζου Παπίρη
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1291, στην οποία επίσης παρέπεμψε η δικηγόρος των Αιτητών. Ούτε και η υπόθεση Αναφορικά με τη Βασούλλα Τάσου
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1372 υποστηρίζει την εισήγηση των Αιτητών, αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνει πως η Δ.48 θ.8
(4)αφορά μόνο σε διατάγματα που θα μπορούσαν να εκδοθούν μονομερώς. Η Αίτηση βασίζεται επίσης στη Δ.26 θ.14 και 15, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Any judgment by default, whether under this Order or under any other of these Rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit.
  2. If a person who is not a party to the record seeks to set aside a judgment which the defendant in the action has allowed to go by default and by which such person is injuriously affected, he may by summons taken out in his own name, and served on both the plaintiff and the defendant, apply for leave to have the judgment set aside and to be allowed to defend the action on such terms as to costs or otherwise as the Court may consider right.» Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.26 θ.14 παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να παραμερίσει απόφαση η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης (by default) με βάση είτε την εν λόγω Διαταγή είτε οποιαδήποτε άλλη Διαταγή των Θεσμών. Σύμφωνα με το The Annual Practice 1958, αναφορικά με την αντίστοιχη της Δ.26 θ.14 Αγγλική O.27 r.15, στη σελ. 614, αναφέρεται ότι αίτηση παραμερισμού δύναται να υποβληθεί και από μη διάδικο μέρος. Ειδικότερα αναφέρονται τα εξής: «Application by Person not a Party. - There are only two modes by which a stranger to an action injuriously affected by a judgement can set that judgement aside. He may in the first place obtain the defendant's leave to use the defendant's name and thereupon in the defendant's name apply to have the judgement set aside. Or he may, if he is not entitled to use the defendant's name, take out a summons in his own name, to be served on both plaintiff and defendant, asking to have judgement set aside and for leave to intervene. See Jacques v. Harrison, 12 Q. B. D. 165, C. A.» Η υπόθεση Jacques ν. Harrison
(1883)12 Q.B.D. 136 υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή κ.ά. v. Γεωργίου κ.ά.
(1994)1Α Α.Α.Δ. 842, με αναφορά στην Κυπριακή Δ.26 θ.15, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. επίκληση της Δ.26 θ.
  1. Όπως υποδηλώνει ο πλαγιότιτλος της διάταξης αυτής η αρχή που ενσωματώνει πηγάζει από την απόφαση του αγγλικού εφετείου στην Jacques ν. Harrison [1883] 12 Q.B.D.
  2. Οι αρχές της δικαιοσύνης επιβάλλουν, όπως εξηγείται, την παροχή μέσου σε άμεσα επηρεαζόμενα πρόσωπα από δικαστική απόφαση να επιδιώξουν τον παραμερισμό της με την υιοθέτηση πρόσφορων δικονομικών μέσων. Στην Αγγλία η αρχή της Jacques τυγχάνει εφαρμογής ως θέμα πρακτικής του δικαστηρίου (βλ. Annual Practice, 1958, p. 616), ενώ στην Κύπρο θεσμοθετήθηκε με την υιοθέτηση της Δ.26 θ.
  3. Στην Jacques έγινε δεκτή αίτηση των ενυπόθηκων δανειστών κατά το δίκαιο της επιείκιας (equitable mortgagees) για τον παραμερισμό απόφασης υπέρ των ιδιοκτητών για την ανάκτηση γης από τον κάτοχο - ενοικιαστή, ενυπόθηκο χρεώστη. Ο τελευταίος παρέλειψε να υπερασπίσει την αγωγή για ανάκτηση κατοχής λόγω παραβίασης όρων της ενοικίασης. Τα συμφέροντα των εφεσειόντων πλήγηκαν άμεσα γιατί απώλεσαν με την απόφαση που εκδόθηκε την ασφάλεια τους για την αποπληρωμή του χρέους. Στην απόφαση υποδεικνύεται ότι η πρώτη επιλογή του τρίτου προσώπου για τον παραμερισμό απόφασης στην οποία δεν είναι διάδικος, είναι να ζητήσει την άδεια του εναγομένου και να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό της απόφασης εξ ονόματος του. Εάν αρνηθεί τότε παρέχεται η ευχέρεια για υποβολή αίτησης εναντίον και των δυο διαδίκων για τον παραμερισμό της απόφασης και την υποβολή υπεράσπισης. Η δεύτερη επιλογή αντανακλάται στις πρόνοιες της Δ.26 θ. 15.» Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.26 θ.14 και 15 για τον λόγο ότι η απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός δεν εκδόθηκε λόγω παράλειψης. Και τούτο, καθότι ενώ είχε καταχωριστεί αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης εκ μέρους της Demlaw, στις 13.9.17 όταν το Δικαστήριο επιλήφθηκε της εν λόγω αίτησης, δεν προχώρησε στην έκδοση απόφασης ούτε λόγω της μη εμφάνισης εκ μέρους της Demlaw στα πλαίσια της αίτησης ούτε λόγω της μη καταχώρισης υπεράσπισης εκ μέρους της, αλλά στην έκδοση εκ συμφώνου απόφασης κατόπιν κοινής δήλωσης και συγκατάθεσης των δύο πλευρών. Αυτό το στοιχείο είναι καθοριστικό ως προς τη φύση της διαδικασίας και της απόφασης, η οποία διεξήχθη στην παρουσία και με τη σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών. Με άλλα λόγια, η εν λόγω αίτηση για απόφαση τελικώς δεν οδήγησε σε απόφαση λόγω κάποιας παράλειψης εκ μέρους της Demlaw αλλά σε εκ συμφώνου απόφαση. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να λεχθεί πως η θέση της δικηγόρου των Αιτητών ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής η Δ.26 θ.14 και η Δ.33 θ.5 δεν βρίσκει έρεισμα στις αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε. Στην υπόθεση Μιχαηλίδης κ.ά. v. Σκορδή
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1417 είχε εκδοθεί διάταγμα φυλάκισης λόγω παράλειψης καταβολής μηνιαίων δόσεων για αποπληρωμή χρέους στην απουσία των εναγομένων-εφεσειόντων, η οποία (απουσία) κρίθηκε ότι οφειλόταν σε δική τους παράλειψη εφόσον τους είχε δοθεί η δυνατότητα να ακουστούν. Εκεί το Εφετείο ανέφερε ότι η Δ.26 θ.14 και η Δ.33 θ.5 διέπουν το θέμα παραμερισμού απόφασης, πλην όμως δεν εφαρμόζονταν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά είπε «Όμως, ο πρώτος [Κανονισμός 5 της Δ.33] αφορά στη δυνατότητα παραμερισμού τελικής απόφασης επί της αγωγής και ο δεύτερος [Κανονισμός 14 της Δ.26], απόφαση που εκδίδεται λόγω παράλειψης (default) είτε κατάθεσης εγγράφων προτάσεων είτε άλλης για την οποία οι Κανονισμοί περιέχουν ρύθμιση.». Η υπόθεση κρίθηκε στη βάση της διαπίστωσης περί ανυπαρξίας δικονομικού διαβήματος και στο κατά πόσο είχαν παραβιαστεί οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης ως προς το ότι διάδικος δεν είχε το δικαίωμα να ακουστεί. Η υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας v. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1283, η οποία στηρίχθηκε στη Δ.26 θ.14, αφορούσε την οριστικοποίηση προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια μονομερούς αίτησης η οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση κατά την οποία δεν εμφανίστηκαν οι εφεσείοντες εκεί εναγόμενοι
  1. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 13.9.
  2. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο λόγος για τον οποίο ζητείται ο παραμερισμός της απόφασης είναι ότι αυτή εκδόθηκε εναντίον της Demlaw χωρίς η αίτηση για απόφαση να είχε επιδοθεί στους Αιτητές, χωρίς αυτοί να είχαν λάβει γνώση και ενημερωθεί για την αίτηση και χωρίς να είχαν το δικαίωμα να ακουστούν επί της αίτησης, ενώ επηρεάζονταν από την εν λόγω απόφαση (ο ΑΑ ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο και ο ΑΝΑ ως ο δικαιούχος κα ιδιοκτήτης των 336 μετοχών), είχαν καταχωρίσει υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και στερήθηκαν έτσι του δικαιώματος να προβάλουν την υπεράσπιση τους και ακουστούν επί αυτής. Επιπλέον οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι · οι Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες περίτεχνα προώθησαν την ανταπαίτηση τους εναντίον της Demlaw η οποία βασικά λάμβανε οδηγίες από τους διευθυντές της οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες · εσκεμμένα απέτυχαν να προβούν σε καταχώριση υπεράσπισης εκ μέρους της Demlaw · με μοναδικό σκοπό την αυτοεξυπηρέτηση των συμφερόντων τους οι Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες στηρίχθηκαν στη συγκατάθεση της Demlaw ώστε να εξασφαλίσουν την υπό κρίση απόφαση · οι Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες συνειδητά και ηθελημένα παραπλάνησαν το Δικαστήριο, παράκαμψαν και καταχράστηκαν τις διαδικασίες, με απώτερο σκοπό την ακύρωση της μεταβίβασης των μετοχών. Ενόψει των προβαλλόμενων λόγων, θεωρώ ότι σε περίπτωση που οι Αιτητές ήθελαν επικαλεστεί πως η υπό κρίση απόφαση εκδόθηκε συνεπεία δόλου, τότε ενδεχομένως να έχουν το δικαίωμα να αιτηθούν τον παραμερισμό αυτής μέσω νέας αγωγής, και όχι μέσω αίτησης στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33 θ.15 η οποία έχει ως εξής: «
  3. A judgment obtained by fraud may, upon action brought by any person, whether a party to the record or not, be set aside as against the person who committed or procured the fraud ..» Η υπόθεση Ανδρέου v. P & D Crystal Line Co. Ltd.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1521 είναι άκρως διαφωτιστική επί του θέματος, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό. (Emeris v. Woodward [1889] 43 Ch. D. 185, Ainsworth v. Wilding [1896] 1 Ch. 673). Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου έχουν ακυρωθεί γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board of Health v. Vint [1890] 45 Ch. D. 351), γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v. Thomas [1884] 9 P.D.70, 210, γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v. Sanderson [1897] 2 Ch. 534) και γιατί δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση (Sheperd v. Robinson [1919] 1 K.B. 474). Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χριστοφή κ.ά. v. Γεωργίου κ.ά. (ανωτέρω), στην οποία επισημάνθηκαν οι διαφορές μεταξύ της Δ.33 θ.15 και της Δ.26 θ.15 και λέχθηκαν τα εξής: «Η αρχή της Δ.33 θ.15 θεμελιώνεται, όπως υποδηλώνει ο πλαγιότιτλος, στην αγγλική απόφαση Birch ν. Birch [1902] Ρ, 62 και ευρίσκει έρεισμα σε τουλάχιστον δυο κυπριακές αποφάσεις στις οποίες μας παρέπεμψε ο κ. Χαβιαράς. (Savva ν. Christodoulo and Savva v. Christodoulo ex Raghib Hafuz Hassan, II C.L.R. 3 και Hassan v. Yarim and Fakki and Another, XI C.L.R. 96). Δε θα μας απασχολήσει η ερμηνεία της Δ.33 θ. 15 εφόσο δεν αποτελεί επίδικο θέμα της παρούσας διαδικασίας, θέλουμε όμως να επισημάνουμε ότι υπάρχουν ορατές διαφορές μεταξύ της Δ.33 θ. 15 και Δ.26 θ. 15, οι εξής: Η Δ.26 θ. 15 έχει ως λόγο την παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και την έκδοση απόφασης στην απουσία του, ενώ η Δ.33 θ. 15 σκοπεί στον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται ως αποτέλεσμα δόλου. Η δεύτερη διαφορά είναι ότι η Δ.33 θ.15 δεν περιορίζει τα πρόσωπα τα οποία μπορεί να επικαλεστούν τις διατάξεις της σε εκείνα τα οποία επηρεάζονται άμεσα από την απόφαση τον παραμερισμό της οποίας επιδιώκουν.» Από τη στιγμή που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει το ζήτημα στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, θεωρώ ότι οι δικονομικές πρόνοιες στις οποίες αυτή στηρίζεται δεν παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίσει την εν λόγω απόφαση. Επανερχόμενη στη νομική βάση της Αίτησης, ούτε και ο ΕΕ 679/16, ούτε και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου παρέχουν τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει και ενδεχομένως εγκρίνει την Αίτηση. Μόνο η επίκληση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελέσει βάση για την εξέταση του ζητήματος, τις οποίες άλλωστε επικαλέστηκε ρητώς και η δικηγόρος των Αιτητών κατά την αγόρευση της. Οι συμφυείς εξουσίες (inherent jurisdiction) του Δικαστηρίου είναι πολύ ευρείες και είναι αυτές που ασκούνται από το Δικαστήριο για να απονέμει δικαιοσύνη και εξασφαλίσει μια δίκαιη δίκη - (βλ. Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παρ. 14, σελ. 22-23). Στην υπόθεση Τουβλοποιεία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς». Στην υπόθεση Re Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1 B A.A.Δ. 736, επαναλήφθηκε ότι η εγγενής ή σύμφυτη δικαιοδοσία δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της, ούτε κατά κανόνα αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Κατ΄ εξαίρεση η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, είναι απαραίτητο να εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά πόσο παρέχεται στους Αιτητές οποιαδήποτε εναλλακτική μέθοδος η οποία τους παρέχει τη δυνατότητα να αιτηθούν τον παραμερισμό της υπό κρίση απόφασης. Έχει ήδη λεχθεί πως οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν παρέχουν το δικαίωμα στους Αιτητές να ζητούν τον παραμερισμό της υπό κρίση απόφασης με αίτηση στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής, παρά μόνο με αγωγή στη βάση εξασφάλισης της απόφασης συνεπεία δόλου σύμφωνα με τη Δ.33 θ.15. Παρόμοια γεγονότα όπως στην παρούσα υπήρξαν στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτησης της Alpha Bank Cyprus Ltd (Αρ. 1)
(2014)1Α Α.Α.Δ. 371. Στην εν λόγω υπόθεση η εφεσείουσα είχε υποβάλει αίτηση για χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, με σκοπό την ακύρωση απόφασης-διατάγματος Επαρχιακού Δικαστηρίου που εκδόθηκε ερήμην, εναντίον του εναγομένου 3 σε αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου, λόγω παράλειψης του τελευταίου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Στην αγωγή η εφεσείουσα τράπεζα ήταν η πρώτη εναγομένη. Ο ενάγων εμφανίζετο να είναι Άγγλος αγοραστής ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο, ο οποίος δανείστηκε χρήματα από την πρώτη εναγομένη τράπεζα. Δεύτερη εναγομένη είναι πρόσωπο προς το οποίο ο ενάγων υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο και τρίτος εναγόμενος προσετέθη πιστοποιών υπάλληλος ο οποίος πιστοποίησε το προαναφερόμενο πληρεξούσιο έγγραφο. Η εφεσείουσα προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του Ανωτάτου, ότι με την προαναφερόμενη απόφαση-διάταγμα, που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου 3 λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης, επηρεάζονταν τα δικά της δικαιώματα, εφόσον ουσιαστικά ακυρώνονταν συναλλαγές που έγιναν μεταξύ του ενάγοντος και της εφεσείουσας τράπεζας με τη χρήση του προαναφερόμενου πληρεξουσίου εγγράφου. Το Ανώτατο Δικαστήριο παραχώρησε άδεια λέγοντας τα εξής: «. Είναι η θέση της εφεσείουσας ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της να ακουστεί στην προαναφερόμενη διαδικασία, ενώ στην πραγματικότητα επηρεάζονται και δικά της ζωτικά συμφέροντα. Προς ενίσχυση της θέσης της η εφεσείουσα επέσυρε την προσοχή της Ολομέλειας στο γεγονός ότι είχε καταχωρήσει και σημείωμα εμφανίσεως και υπεράσπιση στην προαναφερόμενη Αγωγή 3308/13, τα οποία ουδόλως λήφθηκαν υπόψη. Ο ευπαίδευτος Δικαστής που επιλήφθηκε της αιτήσεως για άδεια, θεώρησε ότι δεν επηρεάζονταν τα δικαιώματα της εφεσείουσας από την προαναφερόμενη απόφαση-διάταγμα. Εφόσον η εφεσείουσα δεν ήταν διάδικος στην προαναφερόμενη διαδικασία μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου 3, αυτή ήταν απόλυτα ελεύθερη να προβάλει την υπεράσπιση της στην Αγωγή 3308/13 και παράλληλα να προωθήσει και την απαίτηση της σε άλλη σχετική αγωγή, την Αγωγή 2064/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, την οποία η τράπεζα και εδώ αιτήτρια είχε εγείρει εναντίον του Άγγλου αγοραστή και άλλου προσώπου. Προς τούτο έκαμε αναφορά στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Γ & Κ Βιονευρολογική Λτδ κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ.
  1. Κατά συνέπεια απέρριψε την αίτηση για άδεια. Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και, με όλον τον προσήκοντα σεβασμό, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι εσφαλμένη. Το συμπέρασμα μας βασίζεται στο γεγονός ότι από το προαναφερόμενο απόφαση-διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην Αγωγή 3308/13, τουλάχιστον, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι επηρεάζονται αρνητικά (συμβατικά) δικαιώματα της εφεσείουσας που απορρέουν από συναλλαγές που έγιναν μεταξύ της εφεσείουσας και του ενάγοντα, με τη χρήση του προαναφερόμενου (γενικού) πληρεξουσίου εγγράφου. Αυτό φαίνεται από το ότι στο προαναφερόμενο διάταγμα αναγράφεται ότι οποιαδήποτε συναλλαγή έλαβε χώραν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, είναι άκυρη εξ υπαρχής και μη δυνάμενη να προσδώσει στον ενάγοντα υποχρέωση και κατά συνέπεια, στην εφεσείουσα, δικαιώματα. Η υπόθεση Βιονευρολογική (ανωτέρω) διακρίνεται από την παρούσα, καθότι σε εκείνη την περίπτωση λήφθηκε απόφαση εναντίον εγγυητή, στη βάση εκκαθαρισμένης απαίτησης και αποφασίστηκε ότι η απόφαση εναντίον του εγγυητή δεν αποστερούσε τον πρωτοφειλέτη από το δικαίωμα του να προβάλει την υπεράσπιση του. Στην προκείμενη περίπτωση, με το προαναφερόμενο διάταγμα-απόφαση εναντίον του εναγομένου 3 φαίνεται να επηρεάζονται, άμεσα, δικαιώματα και επομένως και η υπεράσπιση της εφεσείουσας-εναγόμενης
  2. Με δεδομένο λοιπόν ότι, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι παραβιάστηκε το νόμιμο και θεμιτό δικαίωμα της εφεσείουσας να ακουστεί, πριν την έκδοση απόφασης που επηρεάζει αρνητικά τα συμφέροντα της, προχωρούμε στην εξέταση της ύπαρξης εναλλακτικής θεραπείας. Στην προκείμενη περίπτωση, η ευπαίδευτη συνήγορος για την εφεσείουσα υπέδειξε στην Ολομέλεια ότι δεν προσφέρεται διαζευκτική θεραπεία. Η προσέγγιση αυτή είναι ορθή. Η θεραπεία που παρέχεται από τη Δ.48.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με σκοπό τον παραμερισμό ενδιάμεσης απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, δεν προσφέρεται στην προκείμενη περίπτωση καθότι η παρούσα απόφαση εναντίον του εναγομένου 3 είναι τελική απόφαση. Επιπρόσθετα δεν φαίνεται να προσφέρεται και το ένδικο μέσο της έφεσης στην εφεσείουσα εναντίον της προαναφερόμενης απόφασης-διατάγματος, εφόσον η εφεσείουσα δεν ήταν διάδικος στη διαδικασία μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου 3. Έστω, όμως και αν παρείχετο διαζευκτική θεραπεία, επίκληση εξαιρετικών περιστάσεων γίνεται από την εφεσείουσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για παροχή άδειας για την έκδοση προνομιακού εντάλματος της φύσεως Certiorari και ειδικά στις παραγράφους 6, 7 και 8 της ενόρκου δηλώσεως. Τα στοιχεία που παρατίθενται και τα οποία περιστρέφονται γύρω από την αδικία που προκλήθηκε στην εφεσείουσα από την έκδοση απόφασης ερήμην, υπέρ του ενάγοντα και εις βάρος του εναγόμενου 3, κατά παράβαση του δικαιώματος της να ακουστεί, συνιστούν, εκ πρώτης όψεως, και εξαιρετικές περιστάσεις. Κατά συνέπεια και για τους προαναφερόμενους λόγους θεωρούμε ορθό και δίκαιο να παραμερίσουμε την πρωτόδικη απόφαση, την οποία και παραμερίζουμε και παραχωρείται άδεια στην εφεσείουσα για καταχώριση αιτήσεως για προνομιακό ένταλμα της φύσεως Certiorari σύμφωνα με την αίτηση για άδεια που είχε καταχωρήσει ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ακολούθησε η απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτησης της Alpha Bank Cyprus Ltd (Αρ. 1)
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1282, με την οποία εκδόθηκε προνομιακό ένταλμα της φύσης Certiorari με το οποίο ακυρώθηκε η απόφαση-διάταγμα που είχε εκδοθεί εναντίον του εναγομένου 3 στα πλαίσια της Αγωγής 3308/13, «. λόγω παραβίασης του δικαιώματος της αιτήτριας να ακουστεί πριν την έκδοση της απόφασης/διατάγματος, που επηρεάζει αρνητικά τα συμβατικά δικαιώματα της αιτήτριας τα οποία απορρέουν από τις συναλλαγές της με τον ενάγοντα, με τη χρήση του γενικού πληρεξούσιου εγγράφου, το οποίο ακυρώθηκε δυνάμει της εν λόγω απόφασης/διατάγματος.». Οι πιο πάνω αποφάσεις καταδεικνύουν πως παρέχεται θεραπεία σε περίπτωση όπως η παρούσα για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, ήτοι η υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari. Επομένως, θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση, οι Αιτητές είχαν στη διάθεση τους διάβημα για να επιδιώξουν και αιτηθούν τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης στα πλαίσια αίτησης για προνομιακό ένταλμα Certiorari, το οποίο όμως δεν επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Αντ΄ αυτού προτίμησαν να καταχωρίσουν την υπό κρίση Αίτηση η οποία όμως, όπως έχει ήδη διαφανεί, δεν είναι το ορθό δικονομικό διάβημα. Ενόψει της ύπαρξης εναλλακτικής θεραπείας, δεν δύναται να γίνεται λόγος για αρνητικό επηρεασμό των δικαιωμάτων των Αιτητών και για παραβίαση του δικαιώματος τους να προβάλουν την υπεράσπιση τους και ακουστούν στα πλαίσια της Ανταπαίτησης, δια του μοναδικού λόγου ότι χρησιμοποίησαν διάβημα το οποίο δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα παραμερισμού της υπό κρίση απόφασης. Ο δικηγόρος των Καθ΄ ων παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Δημοκρατία v. Πουλλή
(2001)3Β Α.Α.Δ. 1060 στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Craig v. Kanssen
(1943)KB 256, ως προς το ότι σε περίπτωση ακυρότητας της διαδικασίας, τότε δεν απαιτείται συγκεκριμένη ενέργεια ή δικονομικό διάβημα για να παραμεριστεί μια απόφαση η οποία είναι άκυρη. Η υπόθεση Craig δεν ακολουθήθηκε σε μεταγενέστερη νομολογία καθότι, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Stracham v. The Gleaner Co Ltd and another
(2005)UKPC 33, αυτό το σημείο δεν ήταν η ουσία της απόφασης το οποίο είχε εκφραστεί με επιφυλακτικότητα και πλέον δεν θεωρείται ορθή προσέγγιση. Αντίστοιχη ήταν και η προσέγγιση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Επί τοις Αφορώσι την Αίτηση της Χριστιάνας Κλεάνθους, Πολ. Αίτηση 145/15, ημ. 22.12.16, η οποία αφορούσε θανατική ανάκριση. Εκεί λέχθκαν τα ακόλουθα: «Κατά γενική αρχή, μετά την έκδοση της απόφασής του, το Δικαστήριο καθίσταται functus officio και στερείται δυνατότητας επανανοίγματος της υπόθεσης. Σε εξαιρετικές όμως περιπτώσεις διατηρεί τέτοια εξουσία μέσα από το κατάλοιπο των εξουσιών του (residual jurisdiction) κατά τρόπο σύμφυτο, ήτοι από την ίδια τη φύση της λειτουργίας του ως Δικαστήριο της δικαιοσύνης (Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 226). Τέτοια εξουσία ασκείται καθηκόντως, ως χρέος προς τη δικαιοσύνη (ex debito justitiae) σε περίπτωση παράβασης της φυσικής δικαιοσύνης, όπως είναι η παράλειψη επίδοσης ή γνωστοποίησης της διαδικασίας σε διάδικο ή η έκδοση απόφασης χωρίς να είχε δοθεί η ευκαιρία σε διάδικο να ακουστεί. . Το ερώτημα όμως που τίθεται εν προκειμένω είναι το κατά πόσον το γεγονός ότι δεν ειδοποιήθηκε η αιτήτρια ώστε να λάβει μέρος στην Αίτηση 71/2014, με δεδομένη τη συμμετοχή της ως ενδιαφερόμενο μέρος στη διενέργεια της θανατικής ανάκρισης, δημιουργεί περιστάσεις τέτοιες ώστε να πρόκειται για περίπτωση κατάλληλη για να ενεργοποιηθεί, μέσα από το κατάλοιπο όπου βρίσκεται των εξουσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εξαιρετική εξουσία που ασκήθηκε στην υπόθεση Πουλλή. Προς απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει κατ΄αρχάς να τονισθεί η πεμπτουσία της υπόθεσης Πουλλή, όπου, όπως και στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου, οι παραπονούμενοι διάδικοι βρέθηκαν σε δικονομικό αδιέξοδο ως προς τα θιγέντα δικαιώματά τους, χωρίς οποιαδήποτε άλλη διαθέσιμη διαδικασία ή δυνατότητα ανατροπής. Στην πρώτη υπόθεση είχε ακυρωθεί, ως άνω, η προαγωγή διαδίκου χωρίς να έχει γνώση της διαδικασίας η οποία και περατώθηκε χωρίς δυνατότητα αναβίωσης. Στη δεύτερη υπόθεση και πάλιν το δικαστικό σφάλμα οδήγησε σε τέρμα κάθε διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και πάλιν χωρίς οποιαδήποτε δυνατότητα για τον θιγέντα διάδικο να αντιδράσει. Είναι υπ΄αυτές τις περιστάσεις που το Δικαστήριο άσκησε τη συμφυή του εξουσία, «εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία» (Χριστοδούλου άλλως Ρόπας (ανωτέρω), σελ. 234). Θα πρέπει περαιτέρω να ληφθεί υπόψη ότι δεν διερευνήθηκε από πλευράς αιτήτριας η δυνατότητα να ζητηθεί άδεια για καταχώριση έφεσης, υπό τρίτου, από την απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., δυνατότητα που ουδόλως υπήρχε στην υπόθεση Πουλλή (ανωτέρω). Η προσέγγιση του Privy Council στην υπόθεση Strachan ν. The Gleaner Company Ltd & Amor (Jamaica) [2005] UKPC 33 υποδηλώνει την ανάγκη άσκησης έφεσης όπου παρέχεται τέτοια δυνατότητα.» Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ πως η πιο πάνω νομολογία επιβεβαιώνει την πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι από τη στιγμή που οι Αιτητές είχαν στη διάθεση τους ένδικο μέσο με το οποίο θα μπορούσαν να αποταθούν και ενδεχομένως εξασφαλίσουν τον παραμερισμό της υπό κρίση απόφασης, ήτοι προνομιακό ένταλμα Certiorari και ενδεχομένως με αγωγή, τότε δεν τίθεται ζήτημα παραμερισμού αυτής στη βάση άσκησης των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Πριν την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου θεωρώ ότι χρήζει αναφοράς ακόμα ένα θέμα για το οποίο οι δύο πλευρές παρουσιάζουν αντίθετες θέσεις. Αυτό αφορά τις συνθήκες έκδοσης της απόφασης και ειδικότερα το κατά πόσο η έκδοση έγινε στην παρουσία και εν γνώσει της δικηγόρου των Αιτητών. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η απόφαση εκδόθηκε στην απουσία τους ενώ οι Καθ΄ ων ισχυρίζονται ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης οι δικηγόροι των Αιτητών δεν είχαν αποχωρήσει και εξακολουθούσαν να βρίσκονται εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου και επομένως έλαβαν γνώση της διαδικασίας χωρίς να ζητήσουν να παρέμβουν και ή να ενστούν. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου η απόφαση εκδόθηκε την ίδια ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο είχε επίσης επιληφθεί της Κλήσης για Οδηγίες και των Παραρτημάτων, στα πλαίσια των οποίων είχαν εμφανιστεί ενώπιον του οι δικηγόροι όλων των εμπλεκόμενων διαδίκων, ήτοι η δικηγόρος του ΑΑ, η δικηγόρος των Εναγομένων και η ίδια δικηγόρος μαζί με άλλη δικηγόρο για τους Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες. Τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημ. 13.9.17 αποτελούν τον αυθεντικό και αναντικατάστατο οδηγό για τα κατατεθέντα και διαδραματισθέντα στη δίκη. Αυτό έχει αναγνωρισθεί στις υποθέσεις Shacolas v. Universal Life
(1984)1 C.L.R.47, Ματθαίου ν. Θεμιστοκλέους
(1998)1 Α.Α.Δ.1372 και Ματθαίου ν. Νικολάου κ.ά. (αρ.1)
(1999)1 Α.Α.Δ.354. Αυτή η θέση έχει επιβεβαιωθεί και στην υπόθεση Σωτηριάδης ν. Βασιλείου κ.ά. (αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ.801, στην οποία λέχθηκε ότι τα πρακτικά του Δικαστηρίου αποτελούν τη μόνη πηγή γνώσης για τα διαδραματισθέντα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω πρακτικά παρέμειναν αδιαμφισβήτητα και από τις δύο πλευρές και επομένως, θεωρώ ότι περιέχουν την αυθεντική καταγραφή των όσων έλαβαν χώρα κατά την εν λόγω ημερομηνία ενώπιον του Δικαστηρίου. Στα πρακτικά του Δικαστηρίου δεν καταγράφεται η ώρα κατά την οποία το Δικαστήριο επιλήφθηκε του κάθε ζητήματος κατά τις 13.9.17. ούτως ώστε να διαφανεί κατά πόσο η δικηγόρος του ΑΑ ήταν παρούσα και επομένως έλαβε γνώση της συγκεκριμένης διαδικασίας. Οι Καθ΄ ων δεν επιχειρούν να ξεφύγουν από τα όσα καταγράφονται στα πρακτικά, απλώς προσθέτουν στις συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη τη δεδομένη στιγμή έκδοσης της εκ συμφώνου απόφασης. Αυτές οι συνθήκες σαφώς δεν προκύπτουν από τα πρακτικά του Δικαστηρίου. Θεωρώ όμως ότι το ζήτημα δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Και τούτο, καθότι σε περίπτωση που η δικηγόρος των Αιτητών δεν ήταν παρούσα τότε ισχύουν όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Σε περίπτωση όμως που η ίδια ήταν παρούσα, θεωρώ ότι αυτή όφειλε να ζητήσει άδεια του Δικαστηρίου να παρέμβει στη διαδικασία και ακουστεί εφόσον κατ΄ ισχυρισμό εκείνη η διαδικασία επηρέαζε τα δικαιώματα του ΑΑ και του ΑΝΑ και τέτοια παράλειψη θα μπορούσε ίσως να εκληφθεί ως αποδοχή της διαδικασίας και εγκατάλειψη του δικαιώματος αμφισβήτησης της εγκυρότητας αυτής. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ότι οι δικονομικές πρόνοιες οι οποίες περιλαμβάνονται στη νομική βάση της Αίτησης δεν παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίσει την υπό κρίση απόφαση και ότι εφόσον οι Αιτητές είχαν στη διάθεση τους εναλλακτικούς τρόπους αιτήματος για τον παραμερισμό αυτής και την ενδεχόμενη ισχυριζόμενη καταχρηστική συμπεριφορά των Καθ΄ ων, τότε δεν τίθεται θέμα άσκησης των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων - Καθ΄ ων και εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν Φ.Π.Α και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. Αναφορικά με την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 3 η οποία δεν καταχώρισε ένσταση ούτε έλαβε μέρος στη διαδικασία, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.