← Κύπρος

Joint Stock Company "Alfa-Bank" ν. Hellenic Bank Public Company Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 965/2019, 29/11/2019

Joint Stock Company "Alfa-Bank" ν. Hellenic Bank Public Company Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 965/2019, 29/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A551 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 965/2019 Μεταξύ: Joint Stock Company "Alfa-Bank" Ενάγουσας v.

  1. Hellenic Bank Public Company Ltd
  2. Bank of Cyprus Public Company Ltd
  3. Totalserve Management Ltd Εναγομένων Αίτηση ημ. 15.5.19 για έκδοση Διαταγμάτων Αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Δ. Κάτσης με κα Ν. Λιασίδου για D. Katsis LLC Για την Εναγομένη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα K. Κίζη για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Α. Δημητρίου με κα Η. Πέτρου για Ηλίας Νεοκλέους ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 15.5.19 η Ενάγουσα καταχώρισε την υπό κρίση μονομερή Αίτηση, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση, με την οποία ζητούσε την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal για πληροφορίες αναφορικά με εταιρείες, φυσικά πρόσωπα, έγγραφα, τραπεζικούς λογαριασμούς, εντολές, συναλλαγές και συμφωνίες, καθώς επίσης και την έκδοση διατάγματος φίμωσης εναντίον των Εναγομένων. Η Ενάγουσα καταχώρισε επίσης συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενες 1 και 2 διατάσσονταν να αποκαλύψουν τις ταυτότητες και διευθύνσεις των φυσικών προσώπων τα οποία παρουσιάζονται στα αρχεία τους ως οι τελικοί δικαιούχοι των εταιρειών Eforg Asset Management Ltd και Vantroso Trading Ltd και οι οποίες διατηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς στις Εναγόμενες 1 και
  4. Περαιτέρω το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα φίμωσης εναντίον και των τριών Εναγομένων και διέταξε την επίδοση ως προς το υπόλοιπο μέρος της Αίτησης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. VNM (εφεξής «ο VNM»), δικηγόρου και συνεταίρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα στη Ρωσία, κατά τα έτη 2013-2014 η Ενάγουσα, Τράπεζα στη Ρωσία, χορήγησε διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους πέραν των €100εκ. στον όμιλο εταιρειών Ε4 Group, ο οποίος ασχολείτο με την ενέργεια και σχέδια ανέγερσης βιομηχανικών οικοδομών (industrial construction projects), και σε συνδεδεμένες εταιρείες με διάφορες εξασφαλίσεις από εταιρείες του ιδίου ομίλου. Όλες αυτές οι εταιρείες πτώχευσαν λίγο μετά την παροχή των διευκολύνσεων. Το 2015 η Ενάγουσα εξασφάλισε δικαστικές αποφάσεις από το Δικαστήριο της Μόσχας εναντίον των εταιρειών δυνάμει των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων, πλην όμως λόγω της διαδικασίας πτώχευσης του ομίλου Ε4 Group και των υπόλοιπων εταιρειών η Ενάγουσα αναμένεται να εισπράξει λιγότερο του 1% του οφειλόμενου σε αυτή ποσού. Σύμφωνα με τον VNM, στα πλαίσια της διαδικασίας πτώχευσης διεφάνη ότι λίγο πριν την παροχή των διευκολύνσεων ο όμιλος Ε4 Group είχε εξαγοράσει περιουσιακά στοιχεία από άλλες εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κύπρο και στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, οι οποίες φαίνεται να ελέγχονταν από το ίδιο πρόσωπο ή πρόσωπα όπως ο όμιλος Ε4 Group. Σύμφωνα πάντα με τον VNM, αυτές οι εξαγορές περιουσιακών στοιχείων παρουσιάζονταν στους ισολογισμούς του ομίλου με αποτέλεσμα αυτοί να φαίνονταν διογκωμένοι. Η Ενάγουσα είχε στηριχθεί σε αυτούς τους ισολογισμούς για την παροχή των διευκολύνσεων και ως εκ τούτου ο VNM ισχυρίζεται ότι αυτή η στάση εκ μέρους του ομίλου Ε4 Group της προκάλεσε ζημιά πέραν των €100εκ. για την οποία οι υπόλογοι είναι υπεύθυνοι για αποζημιώσεις προς αυτή βάσει του Ρωσικού δικαίου. Γι΄ αυτό η Ενάγουσα βασικά ζητά τις αιτούμενες πληροφορίες ούτως ώστε να διαφανεί ποιοι είναι οι τελικοί δικαιούχοι του ομίλου Ε4 Group, πληροφορίες για τις εν λόγω συναλλαγές μεταξύ των εταιρειών οι οποίες προκάλεσαν τη διόγκωση των ισολογισμών, ποιοι έδωσαν οδηγίες για τις συναλλαγές και ποιοι ακριβώς εμπλέκονται και με ποιον τρόπο σε όλο αυτό το απατηλό σχέδιο. Ο VNM αναφέρεται επίσης σε διάφορες διαδικασίες αποκάλυψης σε άλλες ξένες δικαιοδοσίες από τις οποίες διεφάνη ότι πριν τις 10.8.10 η εταιρεία Fresco Financial Ltd ήταν η μοναδική μέτοχος της Κυπριακής μητρικής εταιρείας του ομίλου Ε4 Group, Eforg, και ο τελικός δικαιούχος της Eforg ήταν από τον Σεπτέμβριο του 2010 ο κ. MA (εφεξής «ο MA»). Διεφάνη επίσης πως ο ΜΑ χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες της Εναγομένης 3 για να προβεί σε διευθετήσεις εμπιστεύματος (trust arrangements) για τη δομή της ιδιοκτησίας της Fresco. Όπως ισχυρίζεται ο VNM, οι εν λόγω διαδικασίες οδήγησαν μόνο σε περιορισμένη αποκάλυψη, εξ ου και είναι αναγκαία η αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών. Οι Εναγόμενες 1 και 2 συμμορφώθηκαν με το εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου και καταχώρισαν ένσταση αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος της Αίτησης. Η Εναγομένη 3 συγκατατέθηκε στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στον βαθμό που αφορούν την ίδια και έτσι το Δικαστήριο εξέδωσε τα σχετικά διατάγματα αναφορικά μόνο με αυτή. Οι λόγοι ένστασης των Εναγομένων 1 και 2 είναι ως επί το πλείστο κοινοί. Αυτοί βασικά είναι οι ακόλουθοι:
  5. Οι Εναγόμενες δεσμεύονται από συμβατική σχέση και ή σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες τους και δεν δύνανται να αποκαλύψουν οτιδήποτε αναφορικά με πελάτες τους.
  6. Οι αιτούμενες πληροφορίες αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον Ν.125(Ι)/18 και τυγχάνουν προστασίας.
  7. Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι το δημόσιο συμφέρον δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  8. Το λεκτικό των αιτούμενων διαταγμάτων είναι ασαφές και ή αόριστο και ή προκαλεί σύγχυση και ή αδυναμία συμμόρφωσης.
  9. Το λεκτικό των αιτούμενων διαταγμάτων είναι διατυπωμένο με πολύ ευρύ τρόπο και οι αιτούμενες πληροφορίες ξεπερνούν κατά πολύ τον σκοπό για τον οποίο ζητούνται.
  10. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης.
  11. Δεν έχει καταδειχθεί η αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
  12. Με τα αιτούμενα διατάγματα επιδιώκεται η αλίευση και ή εκμαίευση μαρτυρίας.
  13. Η Αίτηση είναι πρόωρη εφόσον έχει καταχωριστεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και πριν την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων.
  14. Τα τεκμήρια που συνοδεύουν τις ένορκες δηλώσεις της Αίτησης έχουν επισυναφθεί κατά παράβαση του Ν.66/78 (προφανώς πρόκειται για τον Ν.67/88) και επομένως δεν δύνανται να ληφθούν υπόψιν. Η ένσταση της Εναγομένης 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΓΙ (εφεξής «ο ΓΙ»), Λειτουργού του Τμήματος Λογαριασμών και Ανάπτυξης Εργασιών στο Κέντρο Επιχειρήσεων Λεμεσού της Εναγομένης
  15. Η ένσταση της Εναγομένης 2 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΕΒ (εφεξής «ο ΕΒ»), Λειτουργού Θεώρησης Συναλλαγών στο Κέντρο Διεθνών Εργασιών (IBU) της Εναγομένης
  16. Τόσο ο ΓΙ όσο και ο ΕΒ βασικά επαναλαμβάνουν και αναλύουν τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Ι. Νομική Ανάλυση Η υπό κρίση Αίτηση αφορά σε διατάγματα αποκάλυψης τα οποία εκδίδονται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και τα οποία έχουν καθιερωθεί μέσα από τις Αγγλικές αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise

(1973)2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R. 1274. Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60όσο και οι υπόλοιπες ειδικότερες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1403. Όπως είναι καθιερωμένο, το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Η δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1A Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί τις ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Η φιλοσοφία πίσω από την αναγκαιότητα διάπλασης και συνεχούς εξέλιξης του δικαίου, μέσα από τις αρχές της επιείκειας, για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων της ραγδαία αναπτυσσόμενης επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας τόσο τοπικώς όσο και διεθνώς, όπως αυτή προκύπτει μέσα από την έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης γνωστών ως Norwich Pharmacal, αναλύεται με ιδιαίτερη λεπτομέρεια στην προαναφερθείσα υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά (ανωτέρω). Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ, το οποίο περιέχει καθοδηγητική σύνοψη των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε ένα άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω - , η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο ο οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι πρoϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Αθανασίου κ.ά. v. Οντόνι
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2669, Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumanchenko Alisa κ.ά.
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2110 και Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Abramchyk κ.ά.
(2014)1Α Α.Α.Δ. 118. II. Πρόωρο Αίτησης - Ταυτόσημες Θεραπείες με Αγωγή Ο λόγος ένστασης πως η υπό κρίση Αίτηση είναι πρόωρη καθότι αυτή καταχωρίστηκε πριν την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης δεν προωθήθηκε στις αγορεύσεις των Εναγομένων και επομένως θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει αυτός δεν υποστηρίζεται από τη νομολογία και δεν κρίνεται βάσιμος. Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες υποθέσεις, ενδιάμεσες αιτήσεις για την έκδοση διαταγμάτων, συμπεριλαμβανομένων διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, οι οποίες βασίζονται και στο άρθρο 32 του Ν.14/60, δύνανται να καταχωριστούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας της αγωγής αμέσως μετά την καταχώριση αυτής η οποία μπορεί να γίνει με την καταχώριση μόνο γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει τέτοια αίτηση στη βάση του κλητηρίου και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, χωρίς την αναγκαιότητα καταχώρισης έκθεσης απαίτησης. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα κυρίως στις υποθέσεις Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumanchenko Alisa κ.ά. (ανωτέρω) και Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Darya Abramchyk κ.ά. (ανωτέρω) καθώς επίσης και στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 598 η οποία αφορούσε την έκδοση μονομερώς προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων. Η νομική αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise (ανωτέρω) αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, η οποία μπορεί να προωθηθεί με αγωγή, όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Τέτοια αγωγή στρέφεται εναντίον των προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Εδώ είναι κατάλληλο στάδιο για να εξεταστεί ο λόγος ένστασης που προβάλλεται και από τις δύο Εναγόμενες ότι οι αιτούμενες με την Αίτηση θεραπείες είναι πανομοιότυπες με τις θεραπείες που ζητούνται με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Αυτό το θέμα έτυχε εξέτασης στην υπόθεση Avila Management (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Η ίδια νομική προσέγγιση παρατηρείται και στη μεταγενέστερη υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Abramchyk κ.ά. (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή στις Parico Aluminium Designs v. Muskita Aliminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 A.A.Δ. 2015 και Κουνούνα ν. F & A Simonos Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 1361, στις οποίες λέχθηκε πως το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται και πως αυτό πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει πως το γεγονός ότι οι αιτούμενες με την Αίτηση θεραπείες είναι ταυτόσημες με τις θεραπείες που ζητούνται με την Aγωγή απαγορεύει και αποκλείει αφ΄ εαυτού τη χορήγηση τους στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο και δεν θα αποτελούσε λόγο για τη μη έγκριση της Αίτησης. ΙΙI. Σοβαρό Ζήτημα προς Εκδίκαση Με βάση το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος, καθώς και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, διαφαίνεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, το οποίο αφορά ένα πλέγμα μεγάλου αριθμού εταιρειών, φυσικών προσώπων, εγγράφων, τραπεζικών λογαριασμών, εντολών, συναλλαγών και συμφωνιών, στα πλαίσια της ισχυριζόμενης δημιουργίας διογκωμένων και βελτιωμένων ισολογισμών του ομίλου E4 group βάσει των οποίων ο όμιλος εξασφάλισε πιστωτικές διευκολύνσεις από την Ενάγουσα ενώ λίγο αργότερα οι εταιρίες πτώχευσαν με αποτέλεσμα οι συμβάσεις παραχώρησης των διευκολύνσεων να καταστούν άνευ αντικειμένου και η Ενάγουσα να αδυνατεί να εισπράξει το λαβείν της. ΙV. Ορατή Πιθανότητα Επιτυχίας - Αδικοπραξία Στα πλαίσια εξέτασης αυτών των προϋποθέσεων, θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής ότι οι ισχυρισμοί του VNM στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και του κ. ΣΚ (εφεξής «ο ΣΚ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, αναφορικά με τα γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί ή αντικρουστεί με οποιονδήποτε τρόπο από τις Εναγόμενες 1 και
  1. Τούτου λεχθέντος, το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει την υποχρέωση να εξετάσει κατά πόσο αυτοί οι ισχυρισμοί είναι ικανοί να καταδείξουν πως υπάρχει αδικοπραξία και πως η Ενάγουσα έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής της, κάτι το οποίο οι Εναγόμενες 1 και 2 θεωρούν πως δεν έχει καταδειχθεί. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο VNM παραθέτει στοιχεία αναφορικά με τις συμφωνίες δανείου, την ημερομηνία, τα μέρη και το ποσό αυτών, καθώς επίσης και για τις εξασφαλίσεις οι οποίες είχαν δοθεί από τις εταιρείες DMS, BGS, SybENTC, E4-CEM και SybKOTES (παρ. 21 και 22). Επίσης επισυνάπτει τους ισολογισμούς του ομίλου E4 Group, ως αυτοί είχαν διαμορφωθεί κατά τις 30.6.13 και κατά τις 30.9.13, Τεκμήρια 6 και 7 στα Ρωσικά και Τεκμήρια 6Α και 7Α οι μεταφράσεις στα Αγγλικά (παρ. 24). Όπως ισχυρίζεται ο VNM, οι ισολογισμοί δόθηκαν από τον Διαχειριστή του E4 Group ο οποίος διορίστηκε με απόφαση του Δικαστηρίου της Μόσχας ημ. 18.11.16, Τεκμήριο 14 στα Ρωσικά και Τεκμήριο 14Α μερική μετάφραση στα Αγγλικά (παρ. 27). Τέλος, επισυνάπτει και πέντε τελεσίδικες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Μόσχας οι οποίες αφορούν τις συμφωνίες παραχώρησης διευκολύνσεων, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του ομίλου E4 Group και των προαναφερόμενων εταιρειών, Τεκμήρια 8-12 στα Ρωσικά και Τεκμήρια 8Α-12Α μερική μετάφραση στα Αγγλικά (παρ. 25). Είναι γεγονός πως στην ένορκη του δήλωση ο VNM επισυνάπτει κάποια έγγραφα στα Ρωσικά με πλήρη μετάφραση τους στα Αγγλικά και κάποια με μερική μετάφραση αυτών στα Αγγλικά. Επί τούτου διαφαίνεται πως για τα έγγραφα για τα οποία παρουσιάζεται μόνο μερική μετάφραση στα Αγγλικά, αυτή (η μετάφραση) αφορά το ουσιαστικό μέρος τους ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να έχει ενώπιον του το περιεχόμενο αυτών στον βαθμό που αντικατοπτρίζει αυτά και κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης. Εξ ου και το Δικαστήριο δεν έκρινε σκόπιμο να διατάξει τη μετάφραση του υπόλοιπου μέρους αυτών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του περί Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Ν.67/
  2. Για παράδειγμα, το Δικαστήριο θεωρεί επαρκή την παρουσίαση της μετάφρασης του κειμένου των προαναφερόμενων αποφάσεων όπου φαίνονται όλα τα στοιχεία της διαδικασίας, ήτοι το Δικαστήριο, η ημερομηνία, οι διάδικοι και οι εμφανίσεις γι΄ αυτούς, καθώς επίσης και αυτούσιο το λεκτικό της απόφασης του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η παρουσίαση μόνο μέρους μετάφρασης κάποιων εκ των εγγράφων στα Ρωσικά σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς του VNM, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι, επί τούτων καθιστά αφενός αποδεκτούς τους ισχυρισμούς του VNM επί της φύσης και του περιεχόμενου των εγγράφων και αφετέρου αποδεκτό το μέρος των εγγράφων το οποίο είναι μεταφρασμένο και το οποίο δύναται να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Αναφορικά με τα έγγραφα και ή τις μεταφράσεις αυτών στα Αγγλικά, το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτά είναι αποδεκτά στα πλαίσια της Αίτησης ενόψει των προνοιών του άρθρου 5
(1)του Ν.67/88, δυνάμει του οποίου σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε γλώσσα. Ο VNM αναφέρεται στη διαδικασία πτώχευσης του ομίλου E4 Group και ισχυρίζεται ότι το συνολικό ποσό των απαιτήσεων των πιστωτών του ομίλου ανέρχεται στα RUB34.3δις (€471εκ.) από τα οποία τα RUB9.9δις (€135.9εκ.) είναι απαιτήσεις της Ενάγουσας (παρ. 27). Η περιουσία του ομίλου δεν υπερβαίνει τα RUB595εκ. (€8.17εκ.) και επομένως η Ενάγουσα δεν αναμένεται να είναι σε θέση να εισπράξει το λαβείν της (παρ. 28). Προς υποστήριξη των θέσεων του, ο VNM παραπέμπει στην απόφαση, Τεκμήριο 14 και επισυνάπτει τις αποφάσεις αναγνώρισης των απαιτήσεων της Ενάγουσας και την τελευταία έκθεση του Διαχειριστή, Τεκμήρια 15-18 στα Ρωσικά και Τεκμήρια 15Α-18Α μερική μετάφραση στα Αγγλικά. Περαιτέρω παραθέτει πίνακα στον οποίο καταγράφεται η ημερομηνία κατά την οποία οι υπόλοιπες εταιρείες - εγγυήτριες του ομίλου πτώχευσαν και για τις οποίες διορίστηκε Διαχειριστής και παρουσιάζει εκθέσεις από τις οποίες προκύπτει πως ούτε και αυτές διαθέτουν τέτοια περιουσία προς ικανοποίηση του οφειλόμενου στην Ενάγουσα ποσού, Τεκμήρια 25-29 στα Ρωσικά και Τεκμήρια 25Α-29Α μερική μετάφραση στα Αγγλικά (παρ. 30 και 31). Ακολούθως ο VNM επεξηγεί γιατί η Ενάγουσα πιστεύει ότι ο κ. AM (εφεξής «ο ΑΜ»), γενικός διευθυντής του ομίλου E4 Group μαζί με άλλα φυσικά και νομικά πρόσωπα ενήργησαν ούτως ώστε να παρουσιάσουν μια διογκωμένη κατάσταση των ισολογισμών του ομίλου στους οποίους βασίστηκε η Ενάγουσα για να παραχωρήσει τις διευκολύνσεις. Όπως φαίνεται στους ισολογισμούς, ενώ η αξία των περιουσιακών στοιχείων του ομίλου ήταν RUB1.3δις (€17.8εκ) στις 31.12.12, αυξήθηκε στα RUB6.39δις (€87.7εκ) στις 31.6.13 και 30.9.13 και στα RUB8.56δις (€117.6εκ) στις 31.12.13 (παρ. 34). Βασικά, όπως αναφέρει ο VNM, αυτή η πεποίθηση προκύπτει από την ανάλυση των στοιχειών που έλαβαν από τον Διαχειριστή τα οποία έτυχαν μελέτης και επεξεργασίας από ειδικούς λογιστές (forensic accountants) (παρ. 37). Ειδικότερα, βασιζόμενος σε διάφορες συμφωνίες ημ. 20.5.13 μέχρι και 20.12.13 αγοράς από τον όμιλο E4 Group μετοχών από διάφορες αλλοδαπές εταιρείες ως πωλήτριες, παρουσιάζει πίνακα στον οποίο φαίνονται αυτές οι συμφωνίες, Τεκμήρια 33-45. Συγκεκριμένα πρόκειται για τις Κυπριακές εταιρείες Mivanke, Keroso, Miroseno και Vantroso και για τις εταιρείας των Βρετανικών Παρθένων Νήσων Dicento, Cenota, Canosa και Galom (εφεξής «οι αλλοδαπές εταιρείες»), από τις οποίες ο όμιλος E4 Group αγόρασε και απέκτησε το 50.10% της SybENTC, το 54.61% της Sybtekhenergo, το 42.31% της E4-CEM, το 50% της SybKOTES και το 46.11% της BGS. Σύμφωνα με τον VNM, αυτές οι αγορές παρουσιάζονταν ως γνήσιες και δίκαιες (arm's length) συναλλαγές ενώ στην ουσία συνιστούν ενδοεταιρικές μεταβιβάσεις περιουσίας, ήτοι εταιρειών κάτω από κοινό έλεγχο, με σκοπό τη χειραγώγηση των ισολογισμών για τους ακόλουθους λόγους (παρ. 43-56): (
  1. i)Δύο εκ των μετόχων της SybENTC, ήτοι η Fresco και η Alabaster, βρίσκονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπό τον έλεγχο των ιδίων προσώπων όπως και ο όμιλος E4 Group, καθότι · Ο μοναδικός μέτοχος του ομίλου E4 Group ήταν η Eforg η οποία ανήκει στον ΜA, Τεκμήρια 47 και 47Α · Από την ίδρυση της Eforg το 2006 μέχρι και τις 10.8.10 ο μοναδικός της μέτοχος της ήταν η Fresco, Τεκμήριο 48 · Ο ΜΑ ήταν ο τελικός δικαιούχος της Fresco τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2010 ενώ τα έγγραφα για την περίοδο πριν τον Σεπτέμβριο του 2010 έχουν καταστραφεί · Η Fresco και η Alabaster είναι γνωστές ως «A. Parties» σε μια άσχετη για την παρούσα απόφαση των Βρετανικών Παρθένων Νήσων ημ. 10.6.16, Τεκμήριο 49. (
  2. ii)Οι όροι των συμφωνιών αγοράς μετοχών δεν συνάδουν με μια δίκαιη συναλλαγή καθότι οι μετοχές θα μεταβιβάζονταν στους αγοραστές εντός δύο μηνών από τη σύναψη της κάθε συμφωνίας ενώ ο αγοραστής καλείτο να καταβάλει το τίμημα εντός έξι μηνών μετά τη μεταβίβαση των μετοχών, κάτι το οποίο δεν είναι λογικό να έχει συμβεί χωρίς την παροχή ικανοποιητικής εξασφάλισης. (iii) Λίγες μέρες μετά τη σύναψη της κάθε συμφωνίας, η αντίστοιχη αλλοδαπή εταιρεία και η Eforg συνήψαν συμφωνίες μεταβίβασης χρεών δυνάμει των οποίων η Eforg ανέλαβε την υποχρέωση του ομίλου E4 Group να καταβάλει την τιμή αγοράς για κάθε μεταβίβαση των μετοχών στις αλλοδαπές εταιρείες, και γίνεται αναφορά σε δύο τέτοιες συμφωνίες αγοράς μετοχών, Τεκμήρια 33 και 37. (
  3. iv)Σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών μεταβίβασης χρεών, Τεκμήρια 51-61, δεν προβλέπεται αντάλλαγμα προς όφελος της Eforg και εφόσον η Eforg ήταν απλά μια μητρική εταιρεία χωρίς πηγή εισοδήματος εκτός από τα μερίσματα του ομίλου E4 Group, είναι απίθανο κατά πόσο ένας ανεξάρτητος τρίτος αγοραστής θα συμφωνούσε στη μεταβίβαση και κατά πόσο τελικώς η Eforg πλήρωσε τα χρέη δυνάμει των συμφωνιών. (
  4. v)Τα εταιρικά έγγραφα πλείστων των αλλοδαπών εταιρειών και της Eforg καταδεικνύουν ότι πρόκειται για συνδεδεμένα πρόσωπα και συγκεκριμένα § Κατά τα έτη 2013 και 2014 η κα Θ ήταν η μοναδική μέτοχος της Eforg και η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του 50% των μετοχών της Vantroso, Τεκμήρια 62-65 § Στις οικονομικές καταστάσεις της Vantroso για τα έτη 2013-2014 στις οποίες γίνεται αναφορά στις συμφωνίες αγοράς μετοχών, τα περιουσιακά στοιχεία της Eforg περιγράφονται ως περιουσιακά στοιχεία συνδεδεμένου προσώπου, Τεκμήρια 64 και 65 § Η κα Θ ήταν μάρτυρας της μεταβίβασης των μετοχών της Fresco από την εταιρεία Emmerson στην κα U η οποία κατείχε τις μετοχές ως εμπιστευματοδόχος της Emmerson και η μεταβίβαση έγινε την ίδια μέρα (10.8.10) με τη μεταβίβαση των μετοχών της Eforg που κατείχε η Fresco σε δύο Κύπριους, η μια εκ των οποίων είναι η κα Θ, Τεκμήρια 66 και 67 § Κατά το 2013 όλες οι Κυπριακές εταιρείες είχαν την ίδια γραμματέα, την εταιρεία Alfo, η οποία ήταν και η γραμματέας της Eforg μέχρι την πτώχευση της το 2016,Τεκμήρια 68-71, 74 και 102-105 § Από το 2015 οι εταιρείες Keroso, Miroseno και Mivanke είχαν ως μοναδική μέτοχο την εταιρεία TMF, Τεκμήρια 68-70 και 103-105 § H σύζυγος του ΜΑ από τις 4.4.12 ήταν η τελική δικαιούχος των μετοχών της Diceno και από τις 17.2.12 ήταν η τελική δικαιούχος των μετοχών της Eforg, Τεκμήρια 72 και 72Α, 73 και 108 § Μια εκ των διευθυντών της Canosa, η κα U, ήταν επίσης διευθύντρια της Fresco, Τεκμήρια 55, 67, 74 και 75. (
  5. vi)Η εκτέλεση των συμφωνιών σε αρκετά διογκωμένη τιμή προκύπτει από τα εξής o Με βάση τις οικονομικές καταστάσεις της Eforg και του ομίλου E4 Group για το 2013, η φερόμενη στις καταστάσεις της Eforg αξία των επενδύσεων στον όμιλο E4 Group δεν συνάδει με την αντίστοιχη καταγραφή στις καταστάσεις του ομίλου E4 Group, Τεκμήριο 62 o Πέραν του ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων του ομίλου E4 Group δεν αντανακλά την αγοραία αξία, αυτή η διαφορά δημιουργεί σοβαρές υποψίες ότι η τιμή των συμφωνιών αγοράς μετοχών δεν ήταν ούτε αντανακλούσε την πραγματική αξία αυτών των αγορών, Τεκμήρια 76-80 και 76Α-80Α o Η υποψία γίνεται ακόμα μεγαλύτερη υπό το φως των καταχωρίσεων αιτήσεων για πτώχευση όλων αυτών των εταιρειών εντός ενός έτους από τη σύναψη των συμφωνιών o Κάποια περιουσιακά στοιχεία πωλήθηκαν από τον Διαχειριστή στην ονομαστική τους αξία, ήτοι το 99.35% των μετοχών του ομίλου E4 Group στην εταιρεία SybKOTES, το 100% των μετοχών του ομίλου στην εταιρεία SybENTC και το 76% των μετοχών του ομίλου στην εταιρεία BGS, Τεκμήρια 19 και 19Α, 87 και 87Α και 88 και 88Α. (vii) Στις συμφωνίες δεν προνοείτο αντάλλαγμα και το αποτέλεσμα είναι η διόγκωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του ομίλου E4 Group και η λανθασμένη και παραπλανητική εικόνα για την οικονομική του κατάσταση, Τεκμήρια 51 και 61. Χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα επί των ισχυρισμών του VNM και του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση πως τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του δημιουργούν συζητήσιμη υπόθεση για τη διάπραξη αδικοπραξιών, ήτοι δόλου, απάτης, συνωμοσίας και ψευδών παραστάσεων με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτά τα στοιχεία συνίστανται στα ακόλουθα: Ø Σύναψη συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων από την Ενάγουσα στον όμιλο εταιρειών E4 Group και άλλων συνδεδεμένων εταιρειών με εξασφαλίσεις από αυτές, για πολύ ψηλά ποσά Ø Η παρουσίαση διογκωμένων και βελτιωμένων ισολογισμών του ομίλου E4 Group οι οποίοι αποτέλεσαν τη βάση για τη λήψη απόφασης παραχώρησης των πιστωτικών διευκολύνσεων Ø Η έκδοση αποφάσεων εναντίον όλων των εταιρειών και υπέρ της Ενάγουσας για τα εν λόγω ποσά Ø Η μετέπειτα πτώχευση όλων των εταιρειών και η αναγνώριση των απαιτήσεων της Ενάγουσας στα πλαίσια της διαδικασίας πτώχευσης του ομίλου E4 Group Ø Η ανυπαρξία περιουσίας για ικανοποίηση της Ενάγουσας ως προς το οφειλόμενο σε αυτή ποσό Ø Ο τρόπος διόγκωσης των ισολογισμών ο οποίος αποτελείται από τα εξής: ü Η σύναψη συμφωνιών αγοράς από τον όμιλο E4 Group μετοχών από τις αλλοδαπές εταιρείες σε τιμές μη πραγματικές ü Η ταυτόχρονη σύναψη συμφωνιών μεταβίβασης χρεών μεταξύ του ομίλου E4 Group και της Eforg χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς προφανώς πληρωμή αυτών από την Eforg ü Η διασύνδεση και σχέση αυτών των εταιρειών μεταξύ τους. Εκτός του ότι αυτοί οι ισχυρισμοί ουσιαστικά παρέμειναν αναντίλεκτοι, το Δικαστήριο θεωρεί πως ο VNM δεν προέβαλε μια γενική και αόριστη αναφορά ως προς τα ισχυριζόμενα γεγονότα αλλά έδωσε επεξηγήσεις και παρέπεμψε σε έγγραφα προς υποστήριξη των θέσεων του. Ως εκ τούτου, σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο θεωρεί ικανοποιητική αυτή τη μαρτυρία ως τείνουσα να καταδείξει αφενός τη διάπραξη αδικοπραξιών εναντίον της Ενάγουσας και αφετέρου συζητήσιμη υπόθεση. Οι οποιεσδήποτε ενέργειες οι οποίες αποδίδονται ως αδικοπραξίες από την Ενάγουσα φαίνεται να συντελέστηκαν με τη συμμετοχή αριθμού φυσικών και νομικών προσώπων μέσω ενός σχεδίου που περιλαμβάνει τη σύναψη διαφόρων συμφωνιών και τη δημιουργία εταιρικών σχηματισμών με απώτερο σκοπό την παρουσίαση βελτιωμένης εικόνας της οικονομικής κατάστασης του ομίλου E4 Group και την εξαπάτηση και πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα, για την οποία είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον τους για αποζημιώσεις. Από τα πιο πάνω δεδομένα συνάγεται βεβαίως ότι σε περίπτωση εμπλοκής Κυπριακών προσώπων, φυσικών ή και νομικών, ενδεχομένως αυτά να υπέχουν ευθύνη και να δύνανται να εναχθούν και ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων, όπως άλλωστε είναι και η εκφρασθείσα πρόθεση της Ενάγουσας. V. Ανάμειξη των Εναγομένων 1 και 2 στην Αδικοπραξία Με βάση πάντοτε τους ισχυρισμούς του VNM και χωρίς την κατάληξη σε οποιαδήποτε τελικά ευρήματα και συμπεράσματα, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας διαφαίνεται πως ανάμεσα στους κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντες είναι ο γενικός διευθυντής του ομίλου E4 Group ο ΑΜ, ο τελικός δικαιούχος της Eforg ο ΜΑ, και προφανώς και άλλα πρόσωπα, νομικά και φυσικά, τα οποία εμπλέκονται στη σύναψη των διαφόρων συμφωνιών για την αγορά των μετοχών και για τη μεταβίβαση χρεών, στη διαμόρφωση της δομής των εταιρειών, στην ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων του ομίλου E4 Group και στην εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Ενάγουσα, πάντοτε στα πλαίσια του απατηλού σχεδίου. Όπως αναφέρει ο VNM, στις Εναγόμενες 1 και 2 αποδίδεται αθώα συμμετοχή στην αδικοπραξία λόγω του ότι στη μεν Εναγομένη 1 οι εταιρείες Eforg, Vantroso, Miroseno και Cenota διατηρούν λογαριασμούς ενώ στην Εναγομένη 2 διατηρεί λογαριασμό η Eforg (παρ. 61 και 62) και οι Εναγόμενες 1 και 2 κατέχουν σημαντικές πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να διαφωτίσουν την Ενάγουσα ως προς τον εντοπισμό των αναζητούμενων αδικοπραγούντων και εναγομένων και την εξακρίβωση του πλαισίου των γεγονότων που κρίνονται σχετικά με δικαστική διαδικασία στην Κύπρο, όπως π.χ. χρήματα που λήφθηκαν από εταιρείες δυνάμει των συμφωνιών αγοράς μετοχών και ή μεταβίβασης χρεών. Είναι με αυτή την εμπλοκή και υπό αυτή την ιδιότητα που ζητούνται τα διατάγματα αποκάλυψης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ούτως ώστε να δοθούν πληροφορίες και στοιχεία αναφορικά με τους λογαριασμούς των εταιρειών που φέρονται να εμπλέκονται στο πιο πάνω σχέδιο, ποια πρόσωπα χειρίζονταν τους λογαριασμούς και έδιναν εντολές εκ μέρους των εταιρειών καθώς επίσης και πληροφορίες για τη διακίνηση των λογαριασμών και κυρίως για οποιεσδήποτε συναλλαγές αναφορικά με τις συμφωνίες μεταξύ των εταιρειών του ομίλου E4 Group και των υπολοίπων. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumanchenko Alisa κ.ά. (ανωτέρω). Σύμφωνα με την υπόθεση Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το διάταγμα στρέφεται εναντίον του αδικοπραγήσαντος ή παραβάτη των συμβατικών του υποχρεώσεων. Είναι ικανοποιητικό να αποδειχθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα έλαβε μέρος ή αναμείχθηκε στην παράνομη πράξη που είναι η βάση της αίτησης για αποκάλυψη. Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, στην οποία παραπέμπει η Avila Management (ανωτέρω), όπου αναγνωρίστηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει το καθήκον σε πρόσωπο που έχει αναμιχθεί σε αδικοπραξία άλλων ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση της, παρά το γεγονός ότι μπορεί το ίδιο να μην είχε προσωπική ευθύνη, να δώσει βοήθεια με παροχή πληροφοριών και αποκάλυψη των ονομάτων των αδικοπραγούντων. Υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί πως έχει εξουσία να εκδώσει διατάγματα αποκάλυψης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2. VI. Αναγκαιότητα Έκδοσης Αιτούμενων Διαταγμάτων Το κριτήριο της αναγκαιότητας παροχής των αιτούμενων πληροφοριών συνδέεται άμεσα με τη νομιμότητα του σκοπού για τον οποίον αυτές ζητούνται και το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν κατά πόσον η αιτούμενη θεραπεία κρίνεται αναγκαία για την ικανοποίηση ενός τέτοιου νόμιμου σκοπού. Η απόφαση Norwich Pharmacal ασχολήθηκε με το κατά πόσον η αποκάλυψη της ταυτότητας του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος ήταν πληροφορία η οποία θα παρείχε τη δυνατότητα στον αιτητή να εγείρει νομική διαδικασία. Η εμβέλεια αυτής της δικαιοδοσίας έχει έκτοτε διευρυνθεί με τη σημαντικότερη εξέλιξη να καλύπτει την αναγκαιότητα αποκάλυψης του υπολειπόμενου κομματιού του παζλ («missing piece of the jigsaw»). Σχετικές είναι οι υποθέσεις P v. T
(1997)1 W.L.R. 309 και Mitsui v. Nexen Petroleum
(2005)EWHC
  1. Στην υπόθεση Page Directors Ltd κ.ά., Πολ. Αίτ. Αρ. 118/15, ημ. 12.10.15, τονίστηκε πως «τα διατάγματα Norwich επενεργούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής». Με βάση τους ισχυρισμούς του VNM και όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται επίσης πως η παροχή πληροφοριών είναι αναγκαία ούτως ώστε να διαφανεί η αλυσίδα των γεγονότων καθώς επίσης και η ταυτότητα και ο βαθμός συμμετοχής και εμπλοκής του κάθε προσώπου, φυσικού και ή νομικού, ούτως ώστε να αποκαλυφθεί το όλο πλαίσιο των γεγονότων και η Ενάγουσα να δύναται να εγείρει δικαστικές διαδικασίες εναντίον των εμπλεκομένων και ζητήσει θεραπεία για την ισχυριζόμενη ζημιά την οποία υπέστη. Είναι γεγονός πως στην ένορκη του δήλωση ο VNM αναφέρεται σε διαδικασίες για αποκάλυψη σε αλλοδαπές δικαιοδοσίες και τα αποτελέσματα αυτών. Ειδικότερα στις παρ. 58-60 ο VNM αναφέρεται σε μια σειρά αιτήσεων ενώπιον των Δικαστηρίων στο Μπελίζ για αποκάλυψη αναφορικά με την ταυτότητα του τελικού δικαιούχου του ομίλου E4 Group και τη λήψη πληροφοριών για τον όμιλο και τις αγορές μετοχών. Οι αιτήσεις απευθύνονταν προς τους αντιπροσώπους της Fresco, ως η μέτοχος της Eforg, δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν τρία διατάγματα αποκάλυψης μεταξύ 16.11.18-27.12.18, Τεκμήρια 89-
  2. Ο VNM αναφέρει πως το αποτέλεσμα των διαταγμάτων αποκάλυψης ήταν να διαφανεί ότι τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2010 ο τελικός δικαιούχος της Fresco ήταν ο ΜΑ ο οποίος χρησιμοποίησε διάφορα έγγραφα εμπιστεύματος για την αναδιάρθρωση της δομής της Fresco, ενώ δεν υπήρχαν στοιχεία αναφορικά με το ποιος ήταν ο τελικός δικαιούχος της Fresco από της ιδρύσεως της μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2010, τις συνθήκες μεταφοράς της Eforg από τη Fresco στους δύο Κύπριους στις 10.8.10 και τις αγορές μετοχών. Λόγω αυτού, η Ενάγουσα έχει καταχωρίσει παράλληλα μονομερή αίτηση για αποκάλυψη στο Μπελίζ αναφορικά με τις εταιρείες TMF, Miroseno, Mivanke και Keroso ενώ αναμένετο να καταχωρίσει παρόμοια αίτηση και στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους αναφορικά με τις εταιρείες Diceno, Cenota, Galom, Canosa και Emmerson. Σαφώς όμως διαφαίνεται πως τα αποτελέσματα των ως άνω εκδοθέντων διαταγμάτων αποκάλυψης δεν έχουν αποδώσει τέτοιες πληροφορίες οι οποίες να καταδεικνύουν το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι το σύνολο και την εξέλιξη των γεγονότων και την ταυτότητα και τη φύση εμπλοκής του κάθε προσώπου, φυσικού και ή νομικού. Ειδικότερα, λαμβάνεται υπόψιν η ενδεχόμενη συμμετοχή των Κυπριακών εταιρειών και το γεγονός ότι κάποιες εταιρείες διατηρούν λογαριασμούς στις Εναγόμενες 1 και 2 ούτως ώστε να διαφαίνεται η ανάγκη αιτήματος για λήψη πληροφοριών από αυτές στην προσπάθεια διακρίβωσης των γεγονότων και των εμπλεκόμενων σε αυτά προσώπων. Πράγματι η Ενάγουσα κατάφερε να εξασφαλίσει στοιχεία τα οποία φαίνεται να οδηγούν στον MA πίσω από το όλο σχέδιο και να δημιουργούν τη βάσιμη εντύπωση ότι πρόκειται για ένα δόλιο και απατηλό σχέδιο, πλην όμως υπολείπονται πληροφορίες οι οποίες θα καταδείξουν την ακριβή εικόνα και εξέλιξη των γεγονότων και τη διασύνδεση των όποιων εμπλεκομένων προσώπων με αυτά. Ο VNM, στα πλαίσια του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης στη μονομερή υπό κρίση Αίτηση, ανέφερε ότι η Ενάγουσα έχει ήδη καταχωρίσει διαδικασία στα πλαίσια της διαδικασίας πτώχευσης στη Ρωσία, εναντίον του AM, του MA και της κας S, ως προσώπων που ήλεγχαν τον όμιλο E4 Group και συνυπεύθυνων για τις αναγνωρισμένες απαιτήσεις της Ενάγουσας έναντι του ομίλου. Όπως επεξηγεί ο VNM, αυτή η διαδικασία διαφέρει από την προτιθέμενη διαδικασία βάσει της αδικοπραξίας, καθότι εκείνη αφορά στην πρόκληση της πτώχευσης ενώ η προτιθέμενη αφορά την απάτη ως προς τους ισολογισμούς του ομίλου και μεγαλύτερο αριθμό εναγομένων. Προς υποστήριξη αυτή της θέσης του επισυνάπτει Γνωμάτευση Ρώσων δικηγόρων, Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με τον VNM, σε εκείνη τη διαδικασία οι υπερασπίσεις που προέβαλαν οι εναγόμενοι είναι πως v Η Ενάγουσα δεν παρουσίασε ισχυρή μαρτυρία πως ο ΜΑ είναι το πρόσωπο που ελέγχει τον όμιλο E4 Group v Οι συναλλαγές αναφορικά με τις συμφωνίες αγοράς μετοχών και μεταβίβασης χρεών δεν ήταν ζημιογόνες για τον όμιλο και επομένως δεν οδήγησαν στην πτώχευση του v Η ενοποίηση του ομίλου ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου για τη δημιουργία μιας κοινοπραξίας με άλλο παράγοντα της αγοράς (market player). Για τον ΜΑ, ο VNM παραπέμπει στη διαδικασία αποκάλυψης στο Μπελίζ όπου διεφάνη ότι αυτός ελέγχει τον όμιλο ενώ θεωρεί τις άλλες δύο υπερασπίσεις άσχετες και ανυπόστατες ενόψει των λοιπών ισχυρισμών του. Οι ισχυρισμοί του VNM αναφορικά με τη διαδικασία στη Ρωσία, οι οποίοι σημειώνεται ότι παρέμειναν αναντίλεκτοι, δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου περί της αναγκαιότητας παροχής πληροφοριών. Όπως άλλωστε βάσιμα ισχυρίζεται ο VNM, η Ενάγουσα χρειάζεται τις πληροφορίες για να εντοπίσει την ακριβή λίστα των αδικοπραγούντων και εναγομένων, οι οποίοι είναι σαφώς περισσότεροι από τους ΑΜ και ΜΑ, και τα στοιχεία και τις πληροφορίες για τα γεγονότα προς υποστήριξη της απαίτησης της. Ο VNM επίσης συγκεκριμενοποιεί, στην παρ. 83, πως η αιτούμενη αποκάλυψη σκοπεί ουσιαστικά στην εξακρίβωση των ακολούθων: § Ποιος ήταν ο τελικός δικαιούχος της Eforg μετά τις 10.8.10 § Ποια πρόσωπα έδιναν εντολές σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εταιρειών Eforg, Miroseno, Vantroso και Cenota § Ποιες πληρωμές έγιναν από την Eforg με βάση τις υποχρεώσεις της δυνάμει της συμφωνίας μεταβίβασης χρεών § Ποιες πληρωμές λήφθηκαν από τις Miroseno, Vantroso και Cenota δυνάμει των συμφωνιών αγοράς μετοχών και ή των συμφωνιών μεταβίβασης χρεών § Ποιες ήταν οι σχετικές οδηγίες αναφορικά με τον όμιλο E4 Group και ή τη Fresco. Το Δικαστήριο δέχεται τη θέση του VNM πως η πρόσβαση στο πλήρες προφίλ των εταιρειών στις Εναγόμενες 1 και 2 είναι ο μοναδικός τρόπος για να μπορέσει η Ενάγουσα να εντοπίσει τους προτιθέμενους εναγόμενους στις Κυπριακές διαδικασίες και να διαπιστώσει κατά πόσο οι Miroseno, Vantroso και Cenota έλαβαν οποιεσδήποτε πληρωμές βάσει των συμφωνιών αγοράς μετοχών και μεταβίβασης χρεών. Η θέση των Εναγομένων 1 και 2 πως η Ενάγουσα φαίνεται να κατέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και απλώς επιζητεί επιβεβαίωση των στοιχειών και περαιτέρω στοιχεία προς υποστήριξη των αξιώσεων της δεν με βρίσκει σύμφωνη. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης οι Εναγόμενες 1 και 2 παραπέμπουν σε διάφορους ισχυρισμούς του VNM, όμως αυτές οι παραπομπές γίνονται αποσπασματικά ενώ στο σύνολο τους αποδίδουν εντελώς διαφορετική εικόνα. Συγκεκριμένα, πράγματι στην παρ. 84 ο VNM ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα κατέχει επαρκή στοιχεία για απαίτηση εναντίον του ΜΑ, ταυτόχρονα όμως ισχυρίζεται ότι περαιτέρω αποκάλυψη είναι αναγκαία για να καταδειχθεί ολόκληρη η λίστα των αδικοπραγούντων. Στην παρ. 60 ο VNM αναφέρεται στις διαδικασίες για αποκάλυψη στο Μπελίζ και στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, ακριβώς γιατί η μέχρι πρότινος αποκάλυψη ήταν περιορισμένη και δεν παρείχετο η δυνατότητα λήψης των απαιτούμενων πληροφοριών. Η χρήση της λέξης «confirm» στην παρ. 83 ουδόλως παραπέμπει στη γνώση αυτών των πληροφοριών και στην επιζήτηση επιβεβαίωσης τους, αλλά ακριβώς στην αναζήτηση τυχόν πληροφοριών αναφορικά με τα συγκεκριμένα ζητήματα. Ούτε και η γνώση της Ενάγουσας για τον πραγματικό δικαιούχο της Eforg και της Fresco είναι ικανή να προσδώσει γνώση για όλα τα γεγονότα και τα εμπλεκόμενα σε αυτά πρόσωπα ως ο ισχυρισμός των Εναγομένων 1 και
  4. Η γνώση και κατοχή των συμφωνιών μεταβίβασης χρεών και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα και πάλι δεν είναι ικανή από μόνη της για την έγερση δικαστικής διαδικασίας. Αυτή είναι ένα στοιχείο το οποίο μάλιστα δημιουργεί υποψίες αναφορικά με το γνήσιο των συμφωνιών και τον απώτερο σκοπό αυτών, πλην όμως δεν είναι αρκετό για να καταδείξει το όλο πλέγμα των γεγονότων και τους εμπλεκόμενους. Είναι ακριβώς γι΄ αυτόν τον σκοπό εξακρίβωσης της πλήρους διάστασης των γεγονότων που ζητείται τυχόν πληροφορία για πληρωμή ή μεταβίβαση ποσών. Δεν διαφεύγει επίσης την προσοχή του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός του ΣΚ ότι η Ενάγουσα έχει ήδη ετοιμαστεί για να καταχωρίσει αγωγή στην Κύπρο εναντίον του ΜΑ και άλλων προσώπων και αίτηση για παγκόσμιο διάταγμα παγοποίησης εναντίον του ΜΑ και διάταγμα τύπου Chabra εναντίον της Anduril, πλην όμως και πάλι αυτές οι διαδικασίες βασίζονται στα μέχρι στιγμής αποκαλυφθέντα στοιχεία τα οποία βρίσκονται εις γνώση της Ενάγουσας ενώ σαφώς υπολείπεται η πληροφόρηση για τα γεγονότα αναφορικά με το σχέδιο και όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Αποτελεί εισήγηση της Εναγομένης 1 ότι η συμμόρφωση της Εναγομένης 3 με τα εκδόθεντα διατάγματα αποκάλυψης εναντίον της παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες στην Ενάγουσα ούτως ώστε να μην είναι πλέον αναγκαία η παροχή πληροφοριών από αυτή. Επί τούτου το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ζητούντο και εκδόθηκαν ξεχωριστά διατάγματα εναντίον της Εναγομένης 3 και αυτά δεν αφορούν ούτε αποσκοπούν στην αναζήτηση των ίδιων πληροφοριών. Τα εκδοθέντα διατάγματα εναντίον της Εναγομένης 3 αφορούν σε πληροφορίες για ® Τις ταυτότητες και διευθύνσεις του εντολέα και ή των εντολέων σε αυτή σε σχέση με τη Fresco ® Κάθε έγγραφο και ή συμφωνία και ή επιστολή και ή σημείωση και ή καταχώριση στο αρχείο της σε σχέση με τη Fresco και την Eforg ® Όλες τις εντολές και ή έγγραφα και ή συμφωνίες και ή αλληλογραφία αναφορικά με τη Fresco, τον όμιλο E4 Group και την Eforg ® Κατά πόσο η Εναγομένη 3 διαχειρίζεται και ή διαχειρίζετο άλλες εταιρίες του ΜΑ και ή άλλα περιουσιακά του στοιχεία και ή πληροφορίες για τη διαχείριση αυτών. Σαφώς αυτές οι πληροφορίες δεν συμπίπτουν με τις αιτούμενες από τις Εναγόμενες 1 και 2 πληροφορίες, όπως αντικατοπτρίζεται και στη σχετική ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημ. 31.5.19 της Εναγομένης 3 η οποία βρίσκεται καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται ότι η παροχή των πληροφοριών είναι αναγκαία για την εξακρίβωση του ακριβούς πλαισίου των γεγονότων και την ταυτότητα των εμπλεκομένων προσώπων ούτως ώστε η Ενάγουσα να δύναται να προωθήσει τις αξιώσεις της μέσω δικαστικών διαδικασιών. VII. Στοιχείο του Κατεπείγοντος Η Εναγομένη 2 εγείρει ως λόγο ένστασης ότι δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος εφόσον οι συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων συνήφθησαν κατά τα έτη 2013-2014 και η Ενάγουσα θα μπορούσε να προβεί σε διαβήματα για διαφύλαξη των συμφερόντων της ενωρίτερα. Σύμφωνα με την υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (ανωτέρω): «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Β Α.Α.Δ. 1377: «Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ"Βασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: «..... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά.». Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στη Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. . Το κριτήριο επομένως που καθιστούσε επείγον την έκδοση του διατάγματος σε μονομερή βάση στις συνθήκες της υπό κρίση υπόθεσης δεν ήταν πότε οι εφεσίβλητοι πληροφορήθηκαν το γεγονός της σύναψης της συμφωνίας της εφεσείουσας με την Pafilia (λεπτομέρειες του περιεχομένου της οποίας, ως δέχθηκε στην αντεξέταση του ο Χαράλαμπος Παναγιώτου ουδέποτε μεταφέρθηκαν στους εφεσίβλητους), αλλά πότε προέκυψε η πληροφόρηση περί της αποξένωσης της περιουσίας με βάση αυτή τη συμφωνία και συνεργασία με την εφεσείουσα.» Κατά τον χρόνο εξέτασης της Αίτησης, το Δικαστήριο είχε ικανοποιηθεί ότι συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος αναφορικά μόνο με το μέρος των αιτούμενων πληροφοριών για τις οποίες εξέδωσε μονομερώς το ως άνω διάταγμα. Για το υπόλοιπο μέρος δεν ικανοποιήθηκε γι΄ αυτό το στοιχείο, εξ ου και διέταξε την επίδοση της Αίτησης καθιστώντας την έτσι δια κλήσεως και δίδοντας την ευκαιρία στις Εναγόμενες να εκφέρουν τις δικές τους απόψεις. Αναφορικά με το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα το Δικαστήριο συνεκτίμησε τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας για την πρόσφατη πληροφόρηση της περί ενεργειών εκ μέρους του ΜΑ αλλαγής της δομής της Vantroso και ανασχηματισμών για να αποκρύψει τα περιουσιακά του στοιχεία. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του VNM και του ΣΚ στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι, διεφάνη ότι ¨ Τον Μάρτιο του 2019 ο ΜΑ συνελήφθη από την Αστυνομία και τελεί υπό κράτηση για υποθέσεις υπεξαίρεσης και συνωμοσίας (παρ. 87 της ένορκης δήλωσης του VNM) ¨ Τον Μάιο του 2019 η Ενάγουσα ανακάλυψε ότι στις 4.4.19 άλλαξαν οι μέτοχοι της Vantroso η οποία φαίνεται ως πωλήτρια σε συμφωνίες αγοράς μετοχών, από τους Κύπριους μετόχους σε δύο Σιγκαπουριανούς μετόχους (παρ. 88 της ένορκης δήλωσης του VNM και παρ. 5(α) της ένορκης δήλωσης του ΣΚ), Τεκμήριο 102 στην ένορκη δήλωση του VNM ¨ Τον Μάιο του 2019 η Ενάγουσα ανακάλυψε επίσης ότι η Κυπριακή εταιρεία Anduril η οποία ήταν περιουσιακό στοιχείο της Fresco, στις 4.4.19 μεταφέρθηκε από τη Fresco στην Emmerson, μητρική της Fresco, και μετά μεταβιβάστηκε από την Emmerson στις Σιγκαπουριανές οντότητες Joule και Komaro (παρ. 5(β) της ένορκης δήλωσης του ΣΚ), Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση του ΣΚ ¨ Η Anduril ήταν ιδιοκτήτρια της Ιταλικής εταιρείας Villa II η οποία είναι ιδιοκτήτρια μιας έπαυλης στην Τοσκάνη και με βάση την αποκάλυψη που έγινε τον Δεκέμβριο του 2018 στο Μπελίζ αυτή αναφέρεται ως επιχείρηση της Fresco της οποίας τελικός δικαιούχος φέρεται ο ΜΑ (παρ. 6 της ένορκης δήλωσης του ΣΚ), Τεκμήρια 3-7 στην ένορκη δήλωση του ΣΚ ¨ Οι ως άνω Σιγκαπουριανές οντότητες εμφανίζονται στην ιδιοκτησιακή αλυσίδα της Fresco μέσω της αποκάλυψης στο Μπελίζ και επομένως φαίνεται ότι ο ΜΑ βρίσκεται πίσω από αυτές (παρ. 7 της ένορκης δήλωσης του ΣΚ) ¨ Μετά τη φυλάκιση του ο ΜΑ άρχισε μετασχηματισμούς για να κρύψει τα περιουσιακά του στοιχεία (παρ. 88 της ένορκης δήλωσης του VNM και παρ. 9 της ένορκης δήλωσης του ΣΚ). Ως εκ τούτου θεωρώ ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος συνέτρεχε και δικαιολογούσε την έκδοση μονομερώς περιορισμένου μέρους της Αίτησης ενώ το υπόλοιπο, όπως ήδη αναφέρεται, δεν εγκρίθηκε μονομερώς. Το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για τη μερική έγκριση μονομερώς της Αίτησης και ότι η έκδοση του μονομερούς διατάγματος ήταν αναγκαία για την άμεση πληροφόρηση της ταυτότητας των τελικών δικαιούχων της Eforg και Vantroso, ούτως ώστε να ήταν δυνατή η άμεση λήψη μέτρων από την Ενάγουσα για την έκδοση διατάγματος παγοποίησης προς εμπόδιση περαιτέρω μετακίνησης περιουσιακών στοιχείων που κρατούνται από ή εκ μέρους του ΜΑ και ή των συνεργατών του. VIII. Δυσκολία ή Αδυναμία Απονομής Πλήρους Δικαιοσύνης Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως χωρίς την παροχή των πληροφοριών θα είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη η έγερση αγωγής και η ενδεχόμενη λήψη συντηρητικών μέτρων για διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo). Υπό αυτή την έννοια θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι ελλοχεύει ο κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς. IX. Σχέση Εμπιστοσύνης - Τραπεζικό Απόρρητο Οι Εναγόμενες 1 και 2 προβάλλουν ως λόγο ένστασης ότι δεσμεύονται από συμβατική και ή άλλη σχέση εμπιστοσύνης να μην αποκαλύψουν οποιαδήποτε στοιχεία πελάτων τους. Η Εναγομένη 1 επικαλείται το άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου Ν.66(Ι)/97, η Εναγομένη 2 το τραπεζικό απόρρητο και οι δύο εισηγούνται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει οποιοδήποτε δημόσιο συμφέρον που να υποστηρίζει την ανάγκη αποκάλυψης των αιτούμενων πληροφοριών. Στην υπό κρίση περίπτωση, λαμβάνω υπόψιν τη φύση των αιτούμενων πληροφοριών και τον σκοπό αναζήτησης αυτών, που δεν είναι άλλος από την καταστολή δόλιων και απατηλών πράξεων οι οποίες φαίνεται να διαπράχθηκαν εις βάρος της Ενάγουσας προκαλώντας της σημαντική ζημιά ύψους πέραν των €100εκ. Με αυτό το δεδομένο, υπάρχει δημόσιο συμφέρον για την αποκάλυψη το οποίο υπερτερεί έναντι της προστασίας της σχέσης εμπιστευτικότητας μεταξύ τράπεζας και πελάτη. Η εν λόγω διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Banker's Trust v. Shabira (ανωτέρω) και το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «The plaintiff who has been defrauded has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Lord Atkin's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge pour l' Entranger v. Hambrouck [1921] 1 K.B. 321,
  2. The customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank: see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B. 396,
  3. If the plaintiff's equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and document - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it: see Mediterranea Raffineria Siciliana Petroli S.p.a. v. Mabanaft G.m.b.h. (unreported). So the court, in order to give effect to equity, will be prepared in a proper case to make an order on the bank for their discovery.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294, η οποία παραπέμπει στην υπόθεση Norwich Pharmacal επί του θέματος, ως εξής: «The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted, Here, there is strong prima facie case to the contrary..» Χ. Προσωπικά Δεδομένα H προβολή λόγου ένστασης ως προς την προστασία των προσωπικών δεδομένων βάσει του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδοµένων Αυτών Ν.125(Ι)/18δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς την αναγκαιότητα παροχής των πληροφοριών λόγω δημοσίου συμφέροντος σε τέτοιας φύσης υποθέσεις όπου φαίνεται να υπάρχει απάτη και δόλος. Κατ΄ αρχάς ο Νόμος αφορά μόνο σε φυσικά πρόσωπα. Άλλωστε, το άρθρο 6 του ΕΕ2016/679, προς συμμόρφωση του οποίου θεσπίστηκε ο Ν.125(Ι)/18επιτρέπει ως νόμιμη την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για προστασία έννομων συμφερόντων τρίτου όπου υπερτερεί έναντι των συμφερόντων των ατόμων στα οποία αφορούν τα δεδομένα και εδώ σαφώς υπερτερεί το δημόσιο συμφέρον όπου αυτά τα πρόσωπα φαίνεται να εμπλέκονται σε δόλιες και απατηλές ενέργειες. ΧΙ. Εύρος Αιτούμενων Πληροφοριών - Αδυναμία Συμμόρφωσης Ενόψει της διαπίστωσης του Δικαστηρίου για την αναγκαιότητα παροχής των πληροφοριών, κρίνεται σκόπιμη η ενασχόληση με τον λόγο ένστασης ως προς το εύρος των αιτούμενων πληροφοριών. Τα αιτούμενα διατάγματα αφορούν στην αποκάλυψη των ακολούθων: 1) Οποιαδήποτε έγγραφα που επιβεβαιώνουν την ταυτότητα του τελικού δικαιούχου και ή εκάστου και ή εκάστοτε τελικού δικαιούχου (ultimate beneficial owner) των εταιρειών Eforg και Vantroso οι οποίες διατηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς στις Εναγόμενες 1 και
  1. 2) Τις ταυτότητες και διευθύνσεις του προσώπου και ή των προσώπων τα οποία υπογράφουν (signatories) και ή διαχειρίζονται τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους οι εταιρίες Eforg, Vantroso, Miroseno και Cenota διατηρούν στις Εναγόμενες 1 και
  2. 3) Πλήρεις λεπτομέρειες και ή πληροφορίες για τις συναλλαγές οι οποίες πραγματοποιήθηκαν για κάθε ως άνω λογαριασμό με κατάθεση στο Δικαστήριο ένορκης δήλωσης με συνημμένες τραπεζικές καταστάσεις (bank statements) των εν λόγω λογαριασμών για την περίοδο 1.1.13-31.12.
  3. 4) Πλήρεις λεπτομέρειες και ή πληροφορίες για τις συναλλαγές οι οποίες πραγματοποιήθηκαν για κάθε ως άνω λογαριασμό και οι οποίες αφορούν και ή σχετίζονται με τις κατονομασθείσες συμφωνίες αγοράς μετοχών μεταξύ του ομίλου E4 Group και της Cenota, Miroseno και Vantroso και τις αντίστοιχες συμφωνίες μεταβίβασης χρεών μεταξύ του ομίλου E4 Group, των προαναφερόμενων εταιρειών και της Eforg. Το Δικαστήριο θεωρεί πως οι αιτούμενες πληροφορίες αφορούν στα απολύτως απαραίτητα στοιχεία αναφορικά με τα υπό κρίση γεγονότα και τα στοιχεία των εμπλεκομένων και ουδόλως επεκτείνονται σε αχρείαστες και επιπρόσθετες πληροφορίες με σκοπό την εκμαίευση και αλίευση μαρτυρίας. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου προκύπτει από το γεγονός ότι οι αιτούμενες πληροφορίες αναφορικά με τον χειρισμό των τραπεζικών λογαριασμών περιορίζονται χρονικά στην ουσιώδη για τα γεγονότα περίοδο καθώς επίσης και στις υπό κρίση συμφωνίες αγοράς μετοχών και μεταβίβασης χρεών. Επιπλέον, θεωρώ ότι οι αιτούμενες πληροφορίες δεν τίθενται με ασαφή, γενικό και αόριστο τρόπο, ως η θέση των Εναγομένων 1 και 2, αλλά αντιθέτως συγκεκριμενοποιούνται και περιορίζονται στα όσα είναι αναγκαία για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας αποκάλυψης. Ούτε και θεωρώ πως τίθεται θέμα αδυναμίας συμμόρφωσης από πλευράς των Εναγομένων αναφορικά με τις αιτούμενες πληροφορίες σε σχέση με τις συμφωνίες. Κατ΄ αρχάς ζητείται η αποκάλυψη όλων των συναλλαγών που διενεργήθηκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς των τεσσάρων αναφερόμενων εταιρειών. Εκείνο το οποίο ζητείται από τις Εναγόμενες 1 και 2 είναι η επιπλέον αποκάλυψη τυχόν συναλλαγών από τις ήδη αποκαλυφθείσες για τις οποίες υπάρχει ρητή αναφορά και η συσχετισμός με τις συμφωνίες και για τις οποίες προφανώς οι Εναγόμενες 1 και 2 γνωρίζουν ότι αυτές σχετίζονται με τις συμφωνίες. Επομένως, δεν υιοθετώ τη θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι αυτές αδυνατούν να συμμορφωθούν με αυτό το αιτητικό λόγω ενδεχόμενης αδυναμίας τους να γνωρίζουν ποιες από τις διεκπεραιωθείσες συναλλαγές αφορούν και σχετίζονται με τις συμφωνίες. Η Εναγομένη 1 επικαλείται άγνοια για τις συμφωνίες και το περιεχόμενο αυτών. Αυτός δεν είναι λόγος για τη μη έκδοση του αιτούμενου σχετικού διατάγματος καθότι, όπως αναφέρεται ανωτέρω, εκείνο το οποίο επιζητείται είναι η αποκάλυψη τυχόν πληροφοριών για συναλλαγές στις οποίες υπάρχει κάποιο στοιχείο που να παραπέμπει, αναφέρεται και ή σχετίζεται με οποιαδήποτε των συμφωνιών και τίποτε παραπάνω. Ως εκ τούτου, ικανοποιούμαι ότι οι αιτούμενες πληροφορίες εμπίπτουν εντός του ορθού πλαισίου αναζήτησης των γεγονότων κα των εμπλεκομένων, περιορίζονται σε αυτές που είναι άκρως απαραίτητες, είναι σαφείς και δεν δημιουργούν οποιαδήποτε δυσκολία ή αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα συμμόρφωσης με αυτές. ΧΙΙ. Ισοζύγιο Ευχέρειας Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι στην προκειμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Ενάγουσας η οποία προσπαθεί να λάβει τις απαραίτητες πληροφορίες για ένα ισχυριζόμενο δόλιο και απατηλό σχέδιο εις βάρος της το οποίο της προκάλεσε τεράστια ζημιά και για την οποία επιθυμεί να λάβει δικαστικά μέτρα, έναντι των Εναγομένων 1 και 2 οι οποίες φέρονται να έχουν αθώα συμμετοχή σε αυτό. Η θέση της Εναγομένης 1 ότι πιθανόν να κληθεί ως μάρτυρας δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία ενώ οι θέσεις και των δύο Εναγομένων ότι οι πελάτες τους πιθανόν να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Και τούτο, καθότι πρόκειται για απλή πιθανότητα, οι Εναγόμενες 1 και 2 δεν δέχθηκαν την Αίτηση αλλά έχουν καταχωρίσει ένσταση και θα μπορούν ακόμα να επικαλεστούν υποχρέωση συμμόρφωσης με τυχόν εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου, και ως προς τούτο δύνανται να επιβληθούν οι ανάλογοι όροι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. ΧΙΙΙ. Κατάληξη επί του Αιτούμενου Διατάγματος Αποκάλυψης Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχουν σωρευτικά τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 όσο και αυτές για την έκδοση του διατάγματος Norwich Pharmacal στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης. Υπό το φως των δεδομένων της παρούσας Αίτησης, δεν έχει καταδειχθεί με οποιονδήποτε τρόπο ότι αυτή είναι καταχρηστική. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να αναφέρω ότι η εισήγηση των Εναγομένων 1 και 2 περί αναγκαιότητας επίδοσης της Αίτησης σε οποιαδήποτε φερόμενα ως εμπλεκόμενα πρόσωπα και ειδικότερα στον ΜΑ δεν κρίνεται βάσιμη και δεν βρίσκει έρεισμα στην προαναφερόμενη νομολογία ως προϋπόθεση για την εξέταση και τυχόν έγκριση της Αίτησης. Ειδικότερα επί τούτου παραπέμπω στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Korovel κ.ά.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1221 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Bankers Trust Co. v. Shapira and Others [1980] 1 W.L.R. 1274 o Λόρδος Denning ανέφερε ότι σε σοβαρές υποθέσεις δόλου και απόσπασης χρημάτων με απάτη μπορούν να εκδοθούν παρόμοια διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων από τράπεζες που ενεπλάκησαν σε τέτοιες υποθέσεις είτε αθώα είτε άλλως πως, ώστε τα θύματα της απάτης να μπορέσουν να ακολουθήσουν και να εντοπίσουν τα χρήματα που αποσπάστηκαν με απάτη. Σε κάποιο σημείο της απόφασης ο Λόρδος Denning είπε ότι αν τα θύματα της απάτης ήταν υποχρεωμένα να περιμένουν μέχρι να επιδοθεί η διαδικασία στους «απατεώνες» τα θύματα θα έχαναν ουσιαστικά την ευκαιρία του εντοπισμού των χρημάτων τους. Δεν θεωρώ ότι οτιδήποτε αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη υπόθεση αλλά και άλλες παρόμοιες αγγλικές αποφάσεις επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο τον προαναφερόμενο κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης. Πιστεύω ότι εκείνο που εννοούσε το δικαστήριο στην υπόθεση Shapira (ανωτέρω) ήταν ότι για την έκδοση τέτοιου διατάγματος δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση η επίδοση της αγωγής.» ΧΙV. Διάταγμα Φίμωσης Τέλος, όσον αφορά το διάταγμα φίμωσης, θεωρώ ότι αυτό είναι επικουρικής φύσης και εκδίδεται για να προσδώσει αποτελεσματικότητα στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και στον σκοπό έκδοσης αυτών. Άλλωστε αυτό περιορίζεται στην ισχύ του για 90 μέρες από την ημερομηνία που θα υπάρξει πλήρης συμμόρφωση των Εναγομένων 1 και 2 με τα εκδοθέντα διατάγματα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Banker's Trust Co v. Shapira (ανωτέρω) και TBF (Cuprus) Ltd κ.ά. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 153. XV. Τελική Κατάληξη Για όλους τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως τα αιτούμενα διατάγματα εκδοθούν. Επομένως, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενες 1 και 2 διατάσσονται να ετοιμάσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας ένορκη δήλωση από διευθυντή και/ή αξιωματούχο και/ή οποιοδήποτε άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο τους, ως η παρ. Α3-7 της Αίτησης. Ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε 20 μέρες από την επίδοση του διατάγματος. Καθοδηγούμενη και πάλι από την απόφαση στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά (ανωτέρω) και λαμβάνοντας υπόψιν αφενός την αναφορά του VNM στις παρ. 93 και 94 της ένορκης του δήλωσης ότι η Ενάγουσα είναι ικανή και έτοιμη να καλύψει οποιοδήποτε κόστος ή πληρωμές πιθανόν να προκύψουν στις Εναγόμενες 1 και 2 αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και αφετέρου την εμπλοκή των Εναγομένων 1 και 2 όπως αυτή παρουσιάζεται από την πλευρά της Ενάγουσας, το εν λόγω διάταγμα εκδίδεται υπό τους ακόλουθους όρους:
(1)Η Ενάγουσα αναλαμβάνει να αποζημιώσει τις Εναγόμενες 1 και 2 για οποιαδήποτε ζημιά αυτές ήθελαν υποστεί λόγω της συμμόρφωσης τους με το εν λόγω διάταγμα,
(2)Η Ενάγουσα αναλαμβάνει όπως καλύψει τις Εναγόμενες 1 και 2 για οποιαδήποτε έξοδα αυτές ήθελαν υποστεί λόγω της συμμόρφωσης τους προς το εν λόγω διάταγμα, και
(3)Η Ενάγουσα αναλαμβάνει όπως μη χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία και ή έγγραφο ήθελε αποκαλυφθεί στα πλαίσια του εν λόγω διατάγματος για οποιονδήποτε άλλο σκοπό εκτός από τον σκοπό που αναφέρεται στην παράγραφο Γ της Αίτησης, ήτοι προς υποστήριξη αγωγής και ή αγωγών και ή οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας που θα καταχωριστεί και ή εγερθεί από την Ενάγουσα στη Κύπρο και ή στην αλλοδαπή για την προστασία των δικαιωμάτων της και ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα αναφορικά με τις Εναγόμενες 1 και 2 ως η παράγραφος Γ της Αίτησης. Η εισήγηση των Εναγομένων 1 και 2 ως προς την επιβολή όρου για απαγόρευση χρήσης των πληροφοριών σε οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον αυτών δεν βρίσκει έρεισμα στους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, όπως άλλωστε ρητώς αναγνωρίζουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας στην αγόρευση τους ότι δεν εκφράστηκε πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον τους, και επομένως δεν κρίνεται δικαιολογημένη. Επίσης το διάταγμα φίμωσης που εκδόθηκε ως η παράγραφος Δ της Αίτησης καθίσταται απόλυτο και θα ισχύει για 90 μέρες μετά την πλήρη συμμόρφωση των Εναγομένων 1 και 2 με το πιο πάνω εκδοθέν διάταγμα αναφορικά με την παράγραφο Α3-7 της Αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης, λαμβάνω υπόψιν την επιτυχία της Ενάγουσας, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Εναγόμενες 1 και 2 παρουσιάζονται ως διάδικοι και πάλι την εμπλοκή τους όπως αυτή παρουσιάζεται από την πλευρά της Ενάγουσας. Έτσι κρίνω ότι η ορθότερη διαταγή είναι όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.) ......................... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.