PJSC T Plus ν. Θεοχάρους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1522/2019, 28/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A550 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1522/2019 Μεταξύ: PJSC T Plus Ενάγουσας v.
- . Θεοχάρους
- . Λαμπριανού
- Alfo Secretarial Ltd
- . Δήμου, υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστή της Eforg Asset Management Ltd
- Miroseno Investments Ltd
- Keroso Constructions Ltd
- Mivanke Enterprises Ltd
- Vantroso Trading Ltd
- . Μαραθεύτη
- . Παναγιώτου
- . Λοΐζου
- . Sazos
- . Νεοφύτου
- . Osipova
- . Kanaki
- . Μαραγκού
- . Zenonos
- . Solonenko
- . Dvoynikova
- . Niyazov
- . Αριστείδου
- . Λουκαΐδη
- . Σοφοκλέους
- . Νεοφύτου
- D.A. Accounting & Secretarial Ltd
- Dinos Antoniou & Co Ltd
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της Δ.25 θ.1
(1)Μεταξύ: PJSC T Plus Ενάγουσας v.
- .Θεοχάρους
- . Λάμπρου
- Alfo Secretarial Ltd
- . Δήμου, υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστή της Eforg Asset Management Ltd
- Miroseno Investments Ltd
- Keroso Constructions Ltd
- Mivanke Enterprises Ltd
- Vantroso Trading Ltd
- . Μαραθεύτη
- . Παναγιώτου
- . Λοΐζου
- . Sazos
- . Νεοφύτου
- . Osipova
- . Kanaki
- . Μαραγκού
- . Ζήνωνος
- . Solonenko
- . Dvoynikova
- . Niyazov
- . Αριστείδου
- . Λουκαΐδη
- . Σοφοκλέους
- . Νεοφύτου
- D.A. Accounting & Secretarial Ltd
- Dinos Antoniou & Co Ltd
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Αίτηση ημ. 10.10.19 από τον MAA για Παρέμβαση στη Διαδικασία Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Προτιθέμενο Διάδικο - Αιτητή: κ. Σ. Παύλου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Μ. Λοΐζου με κα Μ. Αυξεντίου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής, MAA, ζητά άδεια να παρέμβει στην ως άνω Αγωγή με σκοπό να καταχωρίσει ένσταση στη μονομερή αίτηση ημ. 30.7.19 για έκδοση, μεταξύ άλλων, διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, και ή να καταχωρίσει υπεράσπιση στην Αγωγή, στην οποία ζητείται, μεταξύ άλλων, ως τελική θεραπεία η έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και ή όπως καταστεί διάδικος για τον προαναφερόμενο σκοπό. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΥΛ (εφεξής «η ΥΛ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Αιτητή. Η ΥΛ βασικά αναφέρει ότι στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης για διατάγματα αποκάλυψης, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς μόνο διάταγμα φίμωσης το οποίο περιλάμβανε απαγόρευση αποκάλυψης της αίτησης και στον Αιτητή και διάταγμα για την απαγόρευση καταστροφής των σχετικών εγγράφων και πληροφοριών. Σύμφωνα με την ΥΛ, παρά την ύπαρξη του διατάγματος φίμωσης, ο Αιτητής έλαβε γνώση της υπό κρίση διαδικασίας και επιθυμεί να παρέμβει καθότι η έκδοση των διαταγμάτων επηρεάζει άμεσα την απόλαυση των νομίμων δικαιωμάτων του. Ειδικότερα η ΥΛ ισχυρίζεται ότι τα αιτούμενα διατάγματα αφορούν και τον ίδιο τον Αιτητή ο οποίος και κατονομάζεται σε αυτά και φέρεται ως ο κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγήσας και ότι αυτός είναι το μοναδικό πρόσωπο που γνωρίζει τα γεγονότα και είναι σε θέση να τοποθετηθεί επί των ισχυρισμών της Ενάγουσας. Η ΥΛ ισχυρίζεται ότι η παρέμβαση του Αιτητή είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ούτως ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα δεδομένα τα οποία ενδεχομένως να επηρεάσουν καταλυτικά το Δικαστήριο ως προς την έκβαση της μονομερούς αίτησης. Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης καταχώρισε ένσταση στην Αίτηση. Οι βασικοί λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η ένορκη δήλωση της ΥΛ είναι παράτυπη και ή αντικανονική και ή δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν αφήνοντας έτσι την Αίτηση μετέωρη.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης αντίκειται στο διάταγμα φίμωσης και θα επικροτήσει την αυταπόδεικτη παραβίαση αυτού.
- Δεν υπάρχει άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων του Αιτητή.
- Ο Αιτητής δεν είναι αναγκαίος διάδικος.
- Η επίλυση των επίδικων ζητημάτων θα καταστεί δυσχερέστερη με τη συμμετοχή του Αιτητή.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης.
- Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης αντίκειται στη φύση των αιτούμενων θεραπειών αποκάλυψης οι οποίες θα καταστούν αναποτελεσματικές.
- Η Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΧΑ (εφεξής «ο ΧΑ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Σε αυτή ο ΧΑ βασικά αναφέρεται στο ιστορικό και στη φύση της διαδικασίας, απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ΥΛ ως αβάσιμους ή ατεκμηρίωτους και επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και προέβησαν σε κάποιες επιπρόσθετες εισηγήσεις προφορικά. Ι. Νομική Πτυχή Η Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η O.16 r.
- Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 345, η έκδοση ή όχι διαταγής για προσθήκη διαδίκου, συμπεριλαμβανομένου εναγομένου, επαφίεται στη δικαστική διακριτική ευχέρεια, και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όπου το κρίνει αναγκαίο για να επιτύχει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 348, υπό τον τίτλο «Adding defendants», αναφέρονται οι βασικές αρχές που διέπουν την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πως πρόσωπο το οποίο είναι εμμέσως ενδιαφερόμενο («indirectly interested») δεν θα προστεθεί - Moser v. Marsden
(1892)1 Ch. 48, και πως πρόσωπο εναντίον του οποίου δεν ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία από τον ενάγοντα δεν θα προστεθεί ενάντια στη θέληση του τελευταίου - Hood-Barrs v. Frampton & Co
(1924)W. N. 287. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία Κυπριακών υποθέσεων. Στην υπόθεση PT Kiani Kertas v Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 300, η οποία αφορούσε αίτηση από συνεναγόμενο για προσθήκη εναγομένου, η γενική αρχή εκφράστηκε ως ακολούθως: «. Η γενική αρχή βέβαια, όπως παρατήρησε ο Wynn-Parry, J., στην υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v Bank of England [1951] Ch. 33, στη σ.38, παραπέμποντας στο Annual Practice και παραθέτοντας τη σχετική αναφορά, είναι: «Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue.» . Αν όμως η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (ίδε Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd α.ο.
(1978)1 C.L.R. 545). Σίγουρα, έχοντας υπ' όψη τη γενική αρχή, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή.» Η υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178, στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, προσφέρει επίσης μια διαφωτιστική και ολοκληρωμένη ανάλυση του όλου θέματος: «In the case of Artemis v The ship "Sonja"
(1972)1 C.L.R. p.153 I had the opportunity to deal extensively with the aforesaid Orders regarding the addition of a defendant and the principles applicable thereto. I pointed out that rule 30 corresponds in all material respects to Order 9, rule 10 of our Civil Procedure Rules . . it is sufficient for the determination of this application to say that under this rule the Court retains a discretionary power to refuse the order and may elect to deal with the matter as regards the rights of the party before it; also that the powers given by it are wisely exercised, but if serious embarrassment would be caused to the plaintiff the order may be refused, though generally speaking, the Court will make such changes in respect of parties as may be necessary to enable an effectual adjudication to be made concerning all matters in dispute. Leave, however, may be refused where the addition of a defendant will have the effect of adding a new cause of action (See Raleigh v Goschen
(1898)1 Ch.81). Also the words "cause or matter" to be found in the English and Civil Procedure Rules and which correspond to the word "action" in rule 30, have been interpreted as meaning the action as it stands between the existing parties (see Amon v Raphael Tuck and Sons Ltd.,
(1956)1 Q.B.; The Result
(1958)P. 174 at p.184). Furthermore the Court has no jurisdiction under this rule to order third parties to be added as defendants where the cause or matter is not liable to be defeated by the nonjoinder, where the third parties were not persons who ought to have been sued in the first instance and where the third parties were not persons whose presence as defendants was necessary to enable the Court effectually to adjudicate on all the questions involved. (See Miquel Sanchez and Compania S.L. v The Result
(1958)P. 174.» Παραπέμπω επίσης στις υποθέσεις Megas Hadjievangelou v Dorami Marine Ltd και άλλων
(1978)1 C.L.R. 545, Hellenic Bank v Cosmas
(1984)1 C.L.R. 53, Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772, Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά (ανωτέρω) και Klappis & Sons Ltd v. Γεωργίου Τσολιά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 66. Στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνεται επίσης η Δ.48 θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να παραμερίσει προηγούμενο διάταγμα του το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική πρόνοια δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό και ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κουή v. Χριστοδούλου
(2010)1Α Α.Α.Δ. 401, ο όρος «οποιοδήποτε πρόσωπο» στη Δ.48 θ.8
(4)δεν καλύπτει πρόσωπα για τα οποία δεν έχει καταχωριστεί αίτηση για συνένωση τους ως διάδικοι. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Brainpedia Holdings Ltd
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1713, διευκρινίστηκε ότι τα όσα αποφασίστηκαν στην Κούη v. Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν καταργούν τη δυνατότητα παρέμβασης στη διαδικασία αλλά «απλά, για την υποβολή αίτησης παραμερισμού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, τίθεται ως προϋπόθεση η προηγούμενη υποβολή αίτησης συνένωσης του προσώπου που ισχυρίζεται ότι επηρεάζονται τα συμφέροντά του». Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Αιτητής δεν επιδιώκει την παρέμβαση του στη διαδικασία ζητώντας την ακύρωση και ή τον παραμερισμό των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων φίμωσης και μη καταστροφής. Αιτείται και άδεια παρέμβασης του για να ενστεί στην έκδοση των αιτούμενων με τη μονομερή αίτηση διαταγμάτων, καθώς επίσης και για να καταχωρίσει υπεράσπιση στην Αγωγή. Σαφώς η Δ.48 θ.8
(4)δεν επεκτείνεται και δεν τυγχάνει εφαρμογής αναφορικά με την παρέμβαση του Αιτητή ως προς την έκδοση των διαταγμάτων και επομένως θεωρώ ότι βασικά είναι η Δ.9 θ.10 που ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση και επομένως ο Αιτητής ορθώς υπέβαλε αίτηση για να καταστεί διάδικος στη διαδικασία της παρούσας Αγωγής. Βασικά είναι μέσω αυτής της πορείας που επιδιώκει να αποκτήσει δικαίωμα τοποθέτησης και στην ενδιάμεση αίτηση η οποία εκκρεμεί. II. Νομότυπο Ένορκης Δήλωσης Το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης είναι το νομότυπο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Ειδικότερα, αποτελεί λόγο ένστασης ότι η ΥΛ δεν αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης της και ή αποκρύπτει αυτή με περίτεχνο τρόπο. Σύμφωνα με τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σε ενδιάμεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση δύναται να περιλαμβάνει γεγονότα τα οποία βρίσκονται στην προσωπική γνώση του ομνύοντα ή δηλώσεις από πληροφορίες νοουμένου ότι αποκαλύπτεται η πηγή της πληροφόρησης του. Στην ένορκη της δήλωση η ΥΛ αρχικά αναφέρει στην παρ. 2 ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά, από μελέτη του φακέλου και από πληροφορίες που της έδωσαν οι αντιπρόσωποι του Αιτητή και ο κ. Σ. Παύλου ο οποίος είναι ο δικηγόρος που χειρίζεται προσωπικά την παρούσα Αγωγή. Επικαλείται αφενός την απουσία του Αιτητή στο εξωτερικό και αφετέρου την αναφορά σε ζητήματα νομικής φύσης ως λόγο για τον οποίο η ίδια προβαίνει στην ένορκη δήλωση. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(A) A.A.Δ. 82, αν ο ομνύων δικηγόρος επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος και όχι ο πελάτης του στην ένορκη δήλωση, τότε η ένορκη δήλωση θεωρείται νομότυπη. Επιπλέον, εκτός από την προβολή κάποιων νομικών ισχυρισμών, σε όλες τις υπόλοιπες παραγράφους της ένορκης της δήλωσης η ΥΛ αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης της, είτε αυτή προέρχεται από τους αντιπροσώπους του Αιτητή (παρ. 4, 7 και 8) είτε από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση του Αιτητή στη Ρωσία (παρ.6). Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ΥΛ, συνάγεται χωρίς δυσκολία ότι δεν παρατηρείται οποιοδήποτε κενό ως προς την αποκάλυψη της πηγής της πληροφόρησης της αναφορικά με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς της. Η εισήγηση του Αιτητή πως η ΥΛ όφειλε να αναφέρει και τα ονόματα των προσώπων από τα οποία αντλεί την πληροφόρηση της δεν βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες της σχετικής ως άνω δικονομικής πρόνοιας και κρίνεται αβάσιμη. Εκτός όπου η ΥΛ αποκαλύπτει άλλη πηγή πληροφόρησης, όπως π.χ. πληροφόρηση από τους αντιπροσώπους του Αιτητή, τότε οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της προέρχονται από τη δική της προσωπική γνώση ή αποτελούν νομικές θέσεις τις οποίες η ίδια είναι ικανή να προβάλει λόγω της ιδιότητας και του επαγγέλματος της. Επομένως το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η ένορκη δήλωση της ΥΛ συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.39 θ.2 και αυτή δύναται να ληφθεί υπόψιν για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης η οποία βεβαίως θα τύχει της ανάλογης αξιολόγησης. Θεωρώ ότι το κατά πόσο η ΥΛ αποκρύβει με περίτεχνο τρόπο τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Αιτητής έλαβε γνώση της διαδικασίας εντάσσεται ακριβώς στο πλαίσιο της αξιολόγησης, καθότι η ΥΛ αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης της περί τούτου η οποία είναι οι δικηγόροι στη Ρωσία. ΙΙΙ. Ιστορικό και Φύση Διαδικασίας Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει, και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, στις 30.7.19 η Ενάγουσα καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο ζητά την έκδοση (
- i)διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal αναφορικά με σωρεία πληροφοριών σε σχέση με νομικά και φυσικά πρόσωπα, συμφωνίες, έγγραφα καταπιστεύματος, οδηγίες, συναλλαγές, αποφάσεις, πληρωμές, περιουσιακά στοιχεία, μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων και τραπεζικούς λογαριασμούς, (
- ii)διάταγμα φίμωσης που να απαγορεύει την πληροφόρηση στον Αιτητή και σε ακόμα δύο φυσικά πρόσωπα (EVS και ABM), (iii) διάταγμα που να απαγορεύει την απόκρυψη ή καταστροφή των σχετικών πληροφοριών, εγγράφων και δεδομένων και (
- iv)διάταγμα που να επιτρέπει τη χρήση των πληροφοριών σε δικαστικές διαδικασίες εναντίον του Αιτητή και των S και M (εφεξής «η EVS» και «ο ABM») και ή οποιωνδήποτε εταιρειών σχετίζονται με αυτούς. Την ίδια ημερομηνία η Ενάγουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε τα ίδια διατάγματα ως το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Την 1.8.19 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) το οποίο επιλήφθηκε της αίτησης εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα φίμωσης και μη καταστροφής αντίστοιχα με αυτά που ζητούνται ως οι παρ. (
- ii)και (iii) ανωτέρω και διέταξε την επίδοση ως προς το υπόλοιπο μέρος αυτής. Η μονομερής αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΟΠ (εφεξής «η ΟΠ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: 1) H Ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία στη Ρωσία και ασχολείται με την παραγωγή και παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας. 2) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι οι διευθυντές και η Εναγομένη 3 η γραμματέας της Κυπριακής εταιρείας Eforg. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν οι ονομαστικοί μέτοχοι της Eforg, αντικαθιστώντας την εταιρεία του Μπελίζ Fresco. H Eforg ήταν η μοναδική μέτοχος της Ρωσικής εταιρείας E4 η οποία βρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης. 3) Οι υπόλοιπες Εναγόμενες, νομικά πρόσωπα, είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κύπρο και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι, φυσικά πρόσωπα, είναι διευθυντές, γραμματείς ή μέτοχοι σε αυτές. Η Εναγομένη 26 ήλεγξε τις οικονομικές καταστάσεις της Eforg για τα έτη 2013 και 2014. Οι δύο τελευταίες Εναγόμενες είναι Τράπεζες από τις οποίες ζητούνται πληροφορίες για λογαριασμούς της Eforg και των Εναγομένων 5-8. 4) Η Ενάγουσα συνήψε διάφορες συμφωνίες με την E4 η οποία ασχολείτο με την κατασκευή σταθμών ηλεκτροπαραγωγής. Λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της E4 προς την Ενάγουσα, η Ενάγουσα εξασφάλισε δικαστικές αποφάσεις από Ρωσικά Δικαστήρια υπέρ της και εναντίον της E4. Η Ενάγουσα υποψιάζεται ότι ο Αιτητής ήλεγχε την E4, μέσω των ονομαστικών μετόχων και διευθυντών της, ήτοι την Eforg, τις Εναγόμενες 1 και 2 και τη Fresco, και αποξένωσε τα περιουσιακά της στοιχεία. 5) Λόγω του ότι η E4 δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία προς ικανοποίηση όλων των πιστωτών της, η Ενάγουσα (όπως και ακόμα δύο άλλοι πιστωτές της Ε4) κίνησε και διαδικασία επικουρικής ευθύνης (subsidiary liability proceedings) στη Ρωσία αναφορικά με τον Αιτητή και τους EVS και ABM, ως πρόσωπα τα οποία ήλεγχαν τις δραστηριότητες της E4 και έδιναν οδηγίες ως προς τις ενέργειες της Ε4 για δύο έτη πριν την πτώχευση και επομένως, σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο, θεωρούνται υπεύθυνοι για το χρέος της E4 προς την Ενάγουσα. Ο Αιτητής ήταν για κάποια έτη μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ε4, αυτός και η EVS φέρονται ως οι τελικοί δικαιούχοι της Ε4, η EVS ήταν η σύζυγος του μέχρι το 2016 και η δικαιούχος της Eforg και ο ABM ο διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος της E4. 6) Μέσα από τη διαδικασία πτώχευσης, έχει φανεί ότι η E4 συνήψε συμφωνίες αγοράς μετοχών κάποιων εταιρειών με πωλήτριες τις Εναγόμενες 5-8, οι οποίες όμως φαίνεται να ήταν εικονικές και όχι ορθές εμπορικές συναλλαγές και επρόκειτο για απλές ενδοεταιρικές συναλλαγές με σκοπό την παραποίηση και διόγκωση των λογαριασμών της Ε4. Ταυτόχρονα με τις συμφωνίες αγοράς μετοχών, συνάφθηκαν και συμφωνίες μεταβίβασης χρεών μεταξύ της Ε4 και της Eforg, δυνάμει των οποίων η Eforg ανέλαβε την πληρωμή των χρεών της E4, χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα προς την Eforg. Όλες οι εμπλεκόμενες εταιρείες φαίνεται να βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ΜΑ και τώρα βρίσκονται υπό πτώχευση. 7) Όλα τα πιο πάνω φαίνονται να αποτελούν μέρος ενός δόλιου σχεδίου των προσώπων που ελέγχουν την E4 με σκοπό αφενός να την παρουσιάσουν φερέγγυα ενώ αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και αφετέρου να την αποξενώσουν από την περιουσία της και προς όφελος αυτών, καθιστώντας την ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και εξαπατώντας έτσι την Ενάγουσα. 8) Ο ΜΑ αντιμετωπίζει ποινικές διαδικασίες στη Ρωσία στα πλαίσια των οποίων το Δικαστήριο της Μόσχας εξέδωσε διάταγμα παγοποίησης διαφόρων περιουσιακών του στοιχείων. 9) Γι΄ αυτό η Ενάγουσα ζητεί τις αιτούμενες πληροφορίες για να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των αδικοπραγούντων και το όλο πλαίσιο των γεγονότων αναφορικά με το δόλιο σχέδιο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Ε4 και την τεχνητή διόγκωση των λογαριασμών της. Το σχέδιο περιλαμβάνει και μεταφορές περιουσιακών στοιχείων μέσω της Eforg στις Κυπριακές Εναγόμενες εταιρείες και ή σε άλλες εταιρείες στο εξωτερικό συνδεδεμένες με τον ΜΑ. 10) Ειδικότερα, η Ενάγουσα επιζητεί τις αιτούμενες πληροφορίες ούτως ώστε να είναι σε θέση να προσθέσει διαδίκους και προωθήσει την επικουρική διαδικασία στη Ρωσία και να κινήσει και ή προωθήσει δικαστικές διαδικασίες για απάτη στη Ρωσία και στην Κύπρο. Η αίτηση επιδόθηκε στους πλείστους των Εναγομένων οι οποίοι φέρουν ένσταση σε αυτή ενώ εκκρεμεί ακόμα για επίδοση στους Εναγόμενους 5, 19, 20 και 24. Στις 10.10.19 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση. ΙV. Διάταγμα Φίμωσης Όπως έχει ήδη αναφερθεί, σύμφωνα με το εκδοθέν διάταγμα φίμωσης απαγορευόταν στους Εναγόμενους να πληροφορήσουν μεταξύ άλλων τον Αιτητή για τη διαδικασία της μονομερούς αίτησης και της παρούσας Αγωγής μέχρι την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών. Δεν χωρεί αμφιβολία πως παρά την ύπαρξη του διατάγματος φίμωσης και καθ΄ ον χρόνο αυτό βρισκόταν σε ισχύ, τόσο η μονομερής αίτηση όσο και η Αγωγή περιήλθαν σε γνώση του, εξ ου και καταχώρισε την παρούσα Αίτηση και επιθυμεί να λάβει μέρος στη διαδικασία. Στην παρ. 6 της ένορκης της δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, η ΥΛ αναφέρει ότι όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση εκ μέρους του Αιτητή στη Ρωσία, κάτω από συνθήκες που δεν γνωρίζει και δεν είναι σε θέση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, ο Αιτητής έλαβε γνώση της διαδικασίας και επικοινώνησε με τους Κύπριους δικηγόρους εκφράζοντας την επιθυμία να παρέμβει στη διαδικασία και να παραθέσει τη θέση του ως προς την ορθότητα έκδοσης των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων και να ενστεί στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η ΥΛ δεν αποκαλύπτει τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Αιτητής έλαβε γνώση της ύπαρξης της υπό κρίση Αγωγής και της μονομερούς αίτησης και γενικά της όλης διαδικασίας. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η ΥΛ προβαίνει στην ένορκη της δήλωση υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρου, εξ ου και προβάλλει και νομικούς ισχυρισμούς, πλην όμως ταυτόχρονα προβαίνει σε αυτή για λογαριασμό και εκ μέρους του Αιτητή ο οποίος, σύμφωνα με την ίδια, αδυνατούσε να βρίσκεται στην Κύπρο για να προβεί ο ίδιος σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως η ΥΛ έχει υποχρέωση να αναφερθεί και στα γεγονότα τα οποία είναι σχετικά και υποστηρίζουν την Αίτηση αποκαλύπτοντας την πηγή της γνώσης της για όσα δεν έχει προσωπική γνώση. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι η ΥΛ προβαίνει στην ένορκη δήλωση επιβάλλει και την όποια αναφορά στα γεγονότα, ανεξαρτήτως της δικής της ιδιότητας. Παρά την πληροφόρηση από τους δικηγόρους του Αιτητή στη Ρωσία και ακόμα την επικοινωνία του Αιτητή με τους Κύπριους δικηγόρους του, η ΥΛ δεν παρέθεσε στο Δικαστήριο τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Αιτητής πληροφορήθηκε για τη διαδικασία. Θεωρώ ότι η επίκληση άγνοιας και αδυναμίας αναφοράς σε αυτές δεν αποτελεί βάσιμο λόγο και επαρκή δικαιολογία για τη μη αποκάλυψη αυτών των συνθηκών, καθότι η ΥΛ φαίνεται να είχε τη δυνατότητα να εξακριβώσει και αποκαλύψει αυτές στο Δικαστήριο, είτε μέσω των δικηγόρων στη Ρωσία είτε ακόμα μέσω απ΄ ευθείας επικοινωνίας των Κύπριων δικηγόρων (στο γραφείο των οποίων εργάζεται η ΥΛ) με τον Αιτητή. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, γεγονός παραμένει ότι οι συνθήκες ενημέρωσης του Αιτητή για τη διαδικασία παραμένουν άγνωστες προς το Δικαστήριο και ότι σαφώς η πληροφόρηση του Αιτητή έγινε κατά πασιφανή παράβαση των προνοιών του εκδοθέντος διατάγματος φίμωσης, καταστρατηγώντας έτσι την ισχύ του. Η θέση του δικηγόρου του Αιτητή ότι προφανώς η γνώση του Αιτητή δεν προέρχεται από παρακοή του ιδίου προς το διάταγμα φίμωσης εφόσον αυτό δεν απευθύνετο προς τον ίδιο αλλά προς άλλα πρόσωπα, και δη τους Εναγόμενους, δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου περί παραβίασης αυτού. Όπως και αν εξεταστεί το ζήτημα, η ουσία είναι πως έγινε το αντίθετο από αυτό το οποίο είχε διατάξει το Δικαστήριο. Η επίκληση από τον δικηγόρο του Αιτητή της υπόθεσης Aldi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 182/12 και 184/12, ημ. 18.1.16, στην οποία λέχθηκε ότι δεν ενδείκνυται η έκδοση διατάγματος φίμωσης αν δεν εκδίδεται ταυτόχρονα και διάταγμα αποκάλυψης δεν βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο τον Αιτητή. Και τούτο καθότι, στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να υπεισέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην ορθότητα ή μη της έκδοσης του διατάγματος φίμωσης παρά μόνο αυτό καλείται να αποφασίσει με βάση τα δεδομένα ενώπιον του, ένα εκ των οποίων είναι η έκδοση και ισχύς του διατάγματος φίμωσης. Ενόψει του ότι οι συνθήκες γνώσης του Αιτητή για τη διαδικασία παραμένουν παντελώς άγνωστες στο Δικαστήριο, το οποίο και αδυνατεί να προβεί σε οποιοδήποτε συμπέρασμα για αυτές και ενδεχομένως την όποια παρακοή του διατάγματος, είναι αυταπόδεικτο ότι με την Αίτηση ουσιαστικά επιζητείται ο παραγκωνισμός και η εξουδετέρωση του διατάγματος το οποίο προφανώς εκδόθηκε για να διασφαλίσει την εμπιστευτικότητα της διαδικασίας και την αποφυγή λήψης μέτρων και ή καταστροφής εγγράφων από τον Αιτητή όταν και εφόσον πληροφορείτο γι΄ αυτή, όπως εύλογα και βάσιμα ισχυρίζεται ο ΧΑ. Θεωρώ ότι η καταχώριση τέτοιας Αίτησης ως απότοκο της πληροφόρησης του Αιτητή και η παράλειψη του έστω να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες πληροφόρησης του, δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν ορθή και νόμιμη βάση για τυχόν έγκριση της Αίτησης. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με την ακύρωση και εξουδετέρωση της ισχύος ενός διατάγματος, στον βαθμό που αφορά τον Αιτητή, το οποίο εκδόθηκε από το Δικαστήριο και θα οδηγούσε ουσιαστικά το ίδιο το Δικαστήριο να επικροτεί την όποια παραβίαση και μη συμμόρφωση με αυτό. Ούτε και η εισήγηση του δικηγόρου του Αιτητή ότι από τη στιγμή που το διάταγμα φίμωσης κατέστη γνωστό και στον Αιτητή και παραμένει σε ισχύ το διάταγμα μη καταστροφής, δεν τίθεται πλέον ζήτημα εμπιστευτικότητας της διαδικασίας ούτε και επηρεάζεται η ισχύς και η συμμόρφωση με το διάταγμα για μη καταστροφή, διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Το γεγονός της πληροφόρησης του Αιτητή για τη διαδικασία αφ΄ εαυτού οδηγεί σε παραβίαση και καταστρατήγηση του διατάγματος φίμωσης και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν μπορεί ούτε και πρέπει να δεχθεί, πόσω μάλλον να αποδεχθεί και επικροτήσει αυτή την κατάσταση. Θεωρώ χρήσιμη την παραπομπή στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Μ.Α. Κτήμα Μακένζυ Λτδ, Πολ. Έφ. 297/18, ημ. 11.9.19, στην οποία τονίστηκε ότι «είναι νομικό αξίωμα . ότι ουδένα νόμιμο δικαίωμα μπορεί να τεκμηριωθεί εδραζόμενο σε μια παρανομία». Παρόλο που σε εκείνη την υπόθεση υπήρχε τελεσίδικη κρίση περί παρανομίας, θεωρώ ότι κατ΄ αντιστοιχίαν ισχύει η ίδια αρχή υπό την έννοια ότι ο Αιτητής δεν δύναται να επιζητεί να ασκήσει νόμιμο δικαίωμα στη βάση παραβίασης και καταστρατήγησης διατάγματος Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως γι΄ αυτόν τον λόγο η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. V. Αναγκαιότητα Προσθήκης του Αιτητή - Άμεσος Επηρεασμός Δικαιωμάτων Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, αποτελεί ισχυρισμό της ΥΛ πως η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων επηρεάζει άμεσα την απόλαυση των νομίμων δικαιωμάτων του Αιτητή και έτσι αυτός νομιμοποιείται στο να παρέμβει στη διαδικασία καθότι · Ο Αιτητής κατονομάζεται ρητώς στο διάταγμα φίμωσης, κάτι το οποίο υποδηλώνει ότι η παρούσα διαδικασία τον αφορά και επηρεάζει άμεσα. · Ο Αιτητής κατονομάζεται ρητώς στα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης καθότι αυτά αφορούν έγγραφα και συμφωνίες οι οποίες κατ΄ ισχυρισμόν συνήφθηκαν μεταξύ του Αιτητή και των Εναγομένων και πληροφορίες αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων εταιρειών, και επομένως επιδιώκεται άρση της εμπιστευτικότητας σε σχέση με τις αιτούμενες πληροφορίες που ενδεχομένως αφορούν τον Αιτητή και η οποία του δίδει το δικαίωμα να λάβει μέρος στη διαδικασία και παραθέσει τη δική του θέση. · Η Ενάγουσα ζητά τις αιτούμενες πληροφορίες για χρήση σε υφιστάμενες δικαστικές διαδικασίες εναντίον του Αιτητή στη Ρωσία και ή σε επικείμενες μελλοντικές διαδικασίες εναντίον του στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Από τη στιγμή που οι αιτούμενες πληροφορίες θα χρησιμοποιηθούν ως μαρτυρία εναντίον του σε δικαστικές διαδικασίες ο Αιτητής έχει νόμιμο δικαίωμα και ή συμφέρον να παρέμβει και ακουστεί. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ΟΠ που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση και του ΧΑ που συνοδεύει την ένσταση, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι με τη μονομερή αίτηση και την Αγωγή επιδιώκεται η λήψη πληροφοριών ούτως ώστε να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των τελικών δικαιούχων της Eforg, της Ε4 και γενικότερα κάθε εμπλεκόμενης εταιρείας καθώς επίσης και το όλο πλέγμα των γεγονότων του κατ΄ ισχυρισμόν δόλιου σχεδίου αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της E4, απόκτησης αυτών για ιδίον όφελος και κατ΄ επέκταση πρόκλησης ζημιάς στην Ενάγουσα. Είναι γεγονός πως ο Αιτητής κατονομάζεται ως ένα εκ των προσώπων που φέρεται να είχε τον έλεγχο της Ε4 και να ήταν πίσω από τις ενδοεταιρικές συμφωνίες και συναλλαγές με σκοπό την αποξένωση της περιουσίας της Ε4 και την απόκτηση αυτής από τον ίδιο. Γι΄ αυτό προφανώς ζητούνται και οι σχετικές πληροφορίες αναφορικά με τις Εναγόμενες εταιρείες, την Eforg και την Ε4 καθώς επίσης και τη σχέση, τον ρόλο και την εμπλοκή του Αιτητή με αυτές. Επομένως, είναι σαφές ότι οι αιτούμενες πληροφορίες αφορούν και στον Αιτητή ο οποίος και κατονομάζεται ρητώς σε κάποια των αιτητικών, εξ ου και αυτός κατονομάζεται και στο διάταγμα φίμωσης το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Θεωρώ σημαντικό το γεγονός ότι τόσο η Αγωγή όσο και η μονομερής αίτηση περιορίζονται αποκλειστικά και αφορούν στην αποκάλυψη πληροφοριών αναφορικά και με τον Αιτητή για ενδεχόμενη χρήση και εναντίον του σε εκκρεμούσες και μελλοντικές δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Η αναζήτηση πληροφοριών και η έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal δύναται να αποτελέσει αυτοτελή αιτία αγωγής, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise Excise
(1973)2 All E.R. 943. Τέτοια αγωγή στρέφεται εναντίον των προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη, χωρίς απαραιτήτως να περιλαμβάνονται ως εναγόμενοι τα πρόσωπα στα οποία αφορούν οι πληροφορίες. Αυτές οι αρχές οι οποίες καθιερώθηκαν στην υπόθεση Norwich Pharmacal (ανωτέρω) υιοθετήθηκαν και στην Κύπρο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1403, Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Abramchyk κ.ά.
(2014)1Α Α.Α.Δ. 118, Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumanchenko Alisa κ.ά.
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2110 και Αθανασίου κ.ά. v. Οντόνι
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2669. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά (ανωτέρω), η αποκάλυψη δεν περιορίζεται μόνο στην ταυτότητα του αδικοπραγούντος αλλά και στη συλλογή πληροφοριών για τα γεγονότα και η αγωγή για αποκάλυψη δυνατό να στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ήθελε καταδειχθεί ότι έχει ανάμειξη, ακόμα και αθώα. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625 η οποία συνόψισε τις πρoϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal ως εξής: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το σύγγραμμα Disclosure of Information Norwich Pharmacal and Related Principes, Simon Bushell and Gary Milner-Moore, όπου στη σελ. 65, παρ. 7.1, αναφέρεται ότι εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι η αδικοπραξία ενώ είναι παντελώς άσχετο το κατά πόσο και ο εναγόμενος είναι αδικοπραγήσας. Ειδικότερα αναφέρονται τα εξής: «A typical application will be based upon the acts or omissions of the alleged wrongdoer (typically the party whose identity is sought), rather than by the respondent. In that scenario, whether or not the respondent is also the wrongdoer is irrelevant to passing the threshold: British Steel Corporation v. Granada Television [1981] AC 1096.» Όσον αφορά την προϋπόθεση της ανάμειξης, στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ.113, παρ. 8.7 αναφέρονται τα ακόλουθα: «As has been seen in Chapter 7.1, relief can be granted where the respondent is or may be a wrongdoer himself, rather than the paradigm of an innocent party who has been mixed up in another's wrong. Whether or not the respondent is a wrongdoer is not relevant to passing the thresholds for relief since all that is required is involvement, as described above. However, wrongdoing by the respondent may be a relevant consideration in exercising the discretion, at least to the extent that the respondent opposes the relief itself, rather than merely on behalf of the intended target.» Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές αρχές προκύπτει πως αγωγή για αποκάλυψη πληροφοριών δύναται να στρέφεται εναντίον των προσώπων από τα οποία επιζητείται η αποκάλυψη η οποία μπορεί να αφορά και σε άλλα πρόσωπα τα οποία δεν είναι απαραίτητο να είναι διάδικοι. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29 και Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140. Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, στην οποία η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων και η οποία αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Επίσης η αγωγή για αποκάλυψη δύναται να στρέφεται και εναντίον τραπεζών για πληροφορίες αναφορικά με πελάτες τους οι οποίοι δεν είναι εναγόμενοι. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Bankers Trust Co. v. Shapira and Others
(1980)1 W.L.R. 1274 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Korovel κ.ά.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1221. Η φύση της αγωγής και γενικά της διαδικασίας για αποκάλυψη πληροφοριών τύπου Norwich Pharmacal είναι ομολογουμένως ιδιάζουσα καθότι εκείνο το οποίο επιζητείται είναι μόνο η παροχή πληροφοριών για την αποκάλυψη της ταυτότητας προσώπων και της αλληλουχίας των γεγονότων. Από τη στιγμή που τέτοια αγωγή δεν είναι απαραίτητο να στρέφεται εναντίον όλων των προσώπων για τα οποία ζητούνται πληροφορίες, τότε θεωρώ ότι η προσθήκη του Αιτητή ως διάδικου μέρους και η παρέμβαση του στη μονομερή αίτηση και στην Αγωγή δεν κρίνεται αναγκαία για τον λόγο μόνο ότι ζητούνται πληροφορίες γι΄ αυτόν. Η διαδικασία αποκάλυψης Norwich Pharmacal ακριβώς στοχεύει την αναζήτηση πληροφοριών από οποιοδήποτε πρόσωπο πληροί τις πιο πάνω προϋποθέσεις και όχι απαραιτήτως και από το πρόσωπο στο οποίο αφορούν οι πληροφορίες. Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα επέλεξε, όπως είχε δικαίωμα, την προσθήκη συνολικά 28 Εναγομένων οι οποίοι φέρονται να εμπλέκονται στην ισχυριζόμενη αδικοπραξία, είτε με αθώα είτε με άλλη συμμετοχή. Όπως ισχυρίζεται ο ΧΑ στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η Ενάγουσα επέλεξε να μην προσθέσει ως Εναγόμενους και τους εμπλεκόμενους, ήτοι τον Αιτητή και τους EVS και ABM, ακριβώς λόγω του ότι θεώρησε ότι η διαδικασία δεν θα έπρεπε να αποκαλύπτετο σε αυτούς καθότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αποξένωσης και καταστροφής εγγράφων και πληροφοριών τα οποία θα ήταν επιβλαβή ή ενοχοποιητικά για τους αδικοπραγούντες, εξ ου και ζητείτο διάταγμα φίμωσης το οποίο και εκδόθηκε μονομερώς. Το γεγονός ότι οι πληροφορίες οι οποίες ζητούνται είναι εμπιστευτικές είναι ένα στοιχείο το οποίο χαρακτηρίζει τη διαδικασία αποκάλυψης και αποτελεί ένα θέμα το οποίο θα τύχει εξέτασης στα πλαίσια τόσο της μονομερούς αίτησης όσο και της Αγωγής, χωρίς να είναι απαραίτητη η παρέμβαση και παρουσία του Αιτητή ως προς τούτο. Ούτε και ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι αυτός είναι το μόνο πρόσωπο σε θέση να αναφέρει όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελεί βάσιμο λόγο για την παρέμβαση του στη διαδικασία. Και τούτο καθότι είναι καθόλα επιτρεπτό όπως το πρόσωπο για το οποίο επιζητούνται οι πληροφορίες να μην είναι απαραιτήτως και διάδικος και ταυτόχρονα οι υπόλοιποι Εναγόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να ενστούν στη διαδικασία και να εκφέρουν τις θέσεις τους, όπως έχουν ήδη δηλώσει και προτίθενται να πράξουν. Άλλωστε κριτήριο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι και η συμμετοχή των Εναγομένων στην ισχυριζόμενη αδικοπραξία και επομένως σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι αυτοί δεν έχουν εμπλοκή τότε δεν τίθεται ζήτημα έκδοσης των διαταγμάτων, ενώ αντιθέτως αν ήθελε φανεί ότι έχουν εμπλοκή και γνώση των γεγονότων τότε θα προβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα πάντα με όσα έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διαφαίνεται ότι οι Εναγόμενοι είναι πρόσωπα εμπλεκόμενα στα ισχυριζόμενα γεγονότα, είτε μέσω της σύναψης συμφωνιών και της υλοποίησης τους είτε μέσω της λήψης αποφάσεων, συναλλαγών και τήρησης λογαριασμών, εφόσον πρόκειται για εταιρείες και τους αξιωματούχους αυτών καθώς επίσης και λογιστές και Τράπεζες. Ούτε και η θέση ότι οι πληροφορίες αφορούν σε μαρτυρία η οποία ενδεχομένως να χρησιμοποιηθεί εναντίον του Αιτητή αποτελεί λόγο που να δικαιολογεί την παρέμβαση του καθότι αφενός στο παρόν στάδιο ζητούνται μόνο πληροφορίες και αφετέρου δεν είναι βέβαιο κατά πόσο αυτές θα είναι τέτοιες που θα χρησιμοποιηθούν σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία εναντίον του. Επομένως η πιθανή χρήση σε διαδικασία αποτελεί μια πρόωρη εικασία και αβέβαιη προοπτική και εν πάση περίπτωσει σε περίπτωση έγερσης τέτοιας διαδικασίας εναντίον του ο Αιτητής θα έχει κάθε δικαίωμα και δυνατότητα να παρουσιαστεί και θέσει τις απόψεις του. Θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση εκείνο το οποίο βασικά επιζητεί ο Αιτητής είναι να παρέμβει σε μια διαδικασία στην οποία ζητούνται μεν πληροφορίες χωρίς όμως απαραιτήτως να πρέπει να είναι διάδικο μέρος. Τυχόν έγκριση παρέμβασης του ουσιαστικά θα εξουδετερώσει την ίδια τη φύση και τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας που δεν είναι άλλη από την αναζήτηση πληροφοριών και τη διασφάλιση πως αυτή η διαδικασία δεν θα αποκαλυπτόταν στον Αιτητή. Το βασικό ερώτημα σε τέτοιας φύσης διαδικασία, είτε στα πλαίσια της Αγωγής είτε στα πλαίσια της ενδιάμεσης μονομερούς αίτησης, είναι κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να διαταχθεί η παροχή πληροφοριών από συγκεκριμένα πρόσωπα και ως έχει διαφανεί αυτό δύναται να αποφασιστεί χωρίς την παρουσία του Αιτητή. Με βάση τα ανωτέρω, και παρόλο που οι αιτούμενες πληροφορίες αφορούν και τον Αιτητή, θεωρώ βάσιμο τον λόγο ένστασης ότι δεν έχει διαφανεί ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων επηρεάζει άμεσα τον Αιτητή. Διαφαίνεται ότι τέτοια αποκάλυψη τον αφορά πλην όμως αυτή από μόνη της δεν φαίνεται να επηρεάζει άμεσα οποιοδήποτε δικαίωμα του Αιτητή. Αντιθέτως, μόνο σε περίπτωση που ήθελε αποκαλυφθεί τέτοια πληροφορία η οποία θα αποτελέσει τη βάση αγωγής ή παρουσίασης μαρτυρίας εναντίον του, τότε θα έχει το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις και την υπεράσπιση του. Εδώ είναι χρήσιμο να παρεμβάλω επίσης ότι αφενός η μονομερής αίτηση αφορά την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα και αφετέρου η όλη διαδικασία δεν απολήγει σε απόφαση επί γεγονότων αλλά στο κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων - βλ. Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά. (ανωτέρω). Με άλλα λόγια ο Αιτητής επικαλείται την ίδια την αποκάλυψη και την ενδεχόμενη χρήση των πληροφοριών ως επηρεάζουσα άμεσα τα δικαιώματα του χωρίς όμως να επεξηγεί πώς επηρεάζεται και εν πάση περιπτώσει χωρίς να διαφαίνεται ότι η αποκάλυψη από μόνη της επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του. Ακόμα και αν μπορούσε να λεχθεί ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων επηρεάζει έμμεσα τα συμφέροντα και δικαιώματα του, τότε και πάλι αυτός δεν είναι λόγος για να προστεθεί, σύμφωνα με την υπόθεση Moser v. Marsden (ανωτέρω). Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως το γεγονός ότι ο Αιτητής κατονομάζεται ρητώς στο διάταγμα φίμωσης καταδεικνύει την επιθυμία και επιδίωξη της Ενάγουσας όπως ο Αιτητής μην πληροφορηθεί για τη διαδικασία εφόσον ζητούνταν πληροφορίες οι οποίες τον αφορούν και υπήρχε κίνδυνος καταστροφής εγγράφων τα οποία ζητούνται. Τυχόν άδεια για παρέμβαση του Αιτητή καταστρατηγεί τον σκοπό και την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος φίμωσης. Το γεγονός πως μέρος των αιτούμενων πληροφοριών αφορούν στον ίδιο δεν αποτελεί λόγο για να καταστεί διάδικο μέρος καθότι αυτή η διαδικασία δύναται να απευθύνεται σε άλλα τρίτα πρόσωπα και το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων έναντι αυτών. Τέλος, η πιθανή χρήση των πληροφοριών σε δικαστική διαδικασία εναντίον του Αιτητή δεν αφορά την ίδια την υπό κρίση διαδικασία, είναι μια απλή πιθανότητα και το γεγονός αυτό από μόνο του δεν επηρεάζει τον Αιτητή ο οποίος θα μπορεί να υπερασπιστεί εαυτόν. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι η προσθήκη του Αιτητή είναι αναγκαία για να αποφασιστούν πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα εγειρόμενα στην Αγωγή και στη μονομερή αίτηση θέματα. Αντιθέτως διαφαίνεται ότι η παρούσα διαδικασία τόσο της μονομερούς αίτησης όσο και της Αγωγής δύναται να εκδικαστεί με τους υφιστάμενους Εναγόμενους χωρίς την αναγκαιότητα παρουσίας του Αιτητή. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Amon v Raphael Tuck and Sons Ltd.,
(1956)1 Q.B. 357: «The only reason which makes it necessary to make a person a party to an action is so that he may be bound by the result of an action and the question to be settled therefore must be a question in the action which cannot be effectively and completely settled unless he is a party.» Επιπλέον το Δικαστήριο επισημαίνει πως η Ενάγουσα δεν επιζητεί οποιαδήποτε θεραπεία από τον Αιτητή και δεν επιθυμεί την προσθήκη του, κάτι το οποίο ορθώς αποτελεί λόγο ένστασης της Ενάγουσας. Αντιθέτως λόγω της φύσης της διαδικασίας επιθυμεί την πλήρη απόκρυψη αυτής από τον Αιτητή. Αυτό άλλωστε είναι και το πρωταρχικό κριτήριο σε τέτοιας φύσης αιτήσεις για παρέμβαση. Σχετική είναι η υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκε ότι «αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος». Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Σοφιανού v. Minas Makris Developers Ltd κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1668 και στην Αγγλική υπόθεση Norris v. Beazly
(1877)2 C.D.P. 80. Για όλους τους λόγους οι οποίοι αναλύονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει πως δεν έχει καταδειχθεί ότι ο Αιτητής είναι αναγκαίος διάδικος στην παρούσα διαδικασία, ότι υφίσταται άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων του και ότι η μη συμπερίληψη του καθιστά αδύνατη την αποτελεσματική εξέταση της διαδικασίας. Επομένως δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της εν λόγω Αίτησης. Αυτή η κατάληξη οδηγεί την Αίτηση σε απόρριψη χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που εγείρονται σε αυτή και των λόγων ένστασης. VI. Κατάληξη Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο