← Κύπρος

Eurogal Surveys Ltd κ.α. ν. Evgen' evich Shashkin κ.α., Αρ. Αγωγής: 909/2019, 11/11/2019

Eurogal Surveys Ltd κ.α. ν. Evgen' evich Shashkin κ.α., Αρ. Αγωγής: 909/2019, 11/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A524 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 909/2019 Μεταξύ: 1. Eurogal Surveys Ltd 2. CIS PANDI Services Ltd Εναγουσών v. 1. . Evgen' evich Shashkin 2. Antarica Ltd 3. . Olegovich Shashkin 4. Antarica Forwarding Ltd 5. Antarica Logistics Ltd 6. Antarica Agro Ltd 7. CIS P AND I Services Yug Ltd, CISPANDI Ltd 8. Antarica Ltd Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων 1, 2 και 7 ημ. 5.7.19 για παραμερισμό και ή ακύρωση του διατάγματος για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και του κλητηρίου εντάλματος Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 7 - Αιτητές: κ. Τ. Παντελή με κα Μ. Βιολάρη για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για τις Ενάγουσες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χ. Νικολάου με κ. Χ. Ιωάννου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 1, 2 και 7 - Αιτητές ζητούν διατάγματα: (
  2. i)Παραμερισμού και ή ακύρωσης του διατάγματος ημ. 6.5.19 με το οποίο δόθηκε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος (
  3. ii)Παραμερισμού και ή ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος (iii) Παραμερισμού και ή ακύρωσης των διαταγμάτων ημ. 10.5.19 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και ή λόγω μη απόδειξης καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΑΠ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 1, 2 και 7 - Αιτητές. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα (εφεξής η «ΑΠ») αρχικά αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας στην παρούσα Αγωγή και ισχυρίζεται πως τα αιτούμενα διατάγματα πρέπει να εκδοθούν για τους ακόλουθους λόγους: (α) Οι Ενάγουσες δεν κατάφεραν να καταδείξουν καλή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των Αιτητών. (β) Οι Ενάγουσες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα. (γ) Το εφαρμοστέο δίκαιο αναφορικά με τις αξιώσεις των Εναγουσών είναι το Ρωσικό και οι Ενάγουσες δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία επί αυτού. (δ) Η επίδικη συμφωνία δικαιοχρησίας είναι εξ υπαρχής άκυρη και δεν δεσμεύει τους Εναγόμενους 1 και 2. (ε) Η συμφωνία δικαιοχρησίας δεν υπεγράφη στην Κύπρο και οι ισχυριζόμενες παραβάσεις δεν επεσυνέβησαν στην Κύπρο και συνεπώς το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αγωγή. (στ) Με βάση το Ρωσικό και ή το Κυπριακό δίκαιο οι Ενάγουσες δεν είχαν δικαίωμα να περιορίσουν την ελευθερία άσκησης επαγγέλματος και ή επιχείρησης και επομένως η απαίτηση των Εναγουσών δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας. (ζ) Η ρήτρα δικαιοδοσίας στη συμφωνία δικαιοχρησίας δεν καλύπτει διαφορές που βασίζονται στην ισχυριζόμενη διάπραξη αστικών αδικημάτων. (η) Τα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα δεν διαπράχθηκαν στην Κύπρο και επομένως το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αγωγή αναφορικά με αυτά. (θ) Ουδείς των Εναγομένων διαμένει στην Κύπρο και δεν έγινε επίδοση σε οποιονδήποτε εξ αυτών στην Κύπρο πριν την εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, οπότε δεν εφαρμόζεται η Δ.6 θ.1(
  4. h)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με τους Αιτητές. (ι) Το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα καθότι οι ισχυριζόμενες βάσεις Αγωγής δεν έχουν προκύψει εντός της επαρχίας Λεμεσού. (ια) Το πραγματικό και ή νομικό υπόβαθρο της μονομερούς αίτησης για επίδοση δεν δικαιολογούσε την έκδοση των διαταγμάτων επίδοσης. Ακολούθως η ΑΠ αναφέρεται στη συμφωνία δικαιοχρησίας και επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση και δεν αποκαλύφθηκε το εφαρμοστέο (Ρωσικό) δίκαιο. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και με τη σύμφωνη γνώμη όλων των πλευρών, οι Αιτητές καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ΑΠ στην οποία επισημαίνει ότι η Ρωσική Ομοσπονδία έχει δηλώσει πως δεν δέχεται επιδόσεις με βάση τη Σύμβαση της Χάγης μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών ή εταιρείας ταχυμεταφορών. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Δεν συντρέχουν οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2) Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της Αγωγής στη βάση του Νόμου και ή του Ευρωπαϊκού δικαίου και ή η επίδικη διαφορά καλύπτεται από ρήτρα δικαιοδοσίας και ή η βάση Αγωγής έχει προκύψει μερικώς στην Κύπρο και ή οι Ενάγουσες έχουν αποδείξει ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση και ότι η απαίτηση τους έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο. 3) Η επίδοση έγινε νομότυπα και ή στη βάση του διατάγματος επίδοσης. 4) Το αίτημα για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος είναι υπερβολικά γενικό και ή αόριστο και ή δεν στηρίζεται σε επαρκή νομική και ή πραγματική βάση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΥΛ (εφεξής «η ΥΛ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τις Ενάγουσες - Καθ΄ ων. Σε αυτή η ΥΛ βασικά απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Αιτητών και επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα αναφέρει ότι το εφαρμοστέο δίκαιο στην προκειμένη περίπτωση είναι το Κυπριακό και ότι η επίδικη συμφωνία είναι καθόλα έγκυρη τόσο στη βάση του Κυπριακού όσο και του Ρωσικού δικαίου. Ισχυρίζεται πως η μη τήρηση των συμφωνηθέντων η οποία οδήγησε στην έγερση της Αγωγής προκλήθηκε από τη μη εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 στην Κύπρο, και συγκεκριμένα τη μη εκτέλεση πληρωμών, τη μη έκδοση τιμολογίων και τη μη παροχή πληροφοριών στις Ενάγουσες στην Κύπρο. Σύμφωνα με την ΥΛ, στους υπόλοιπους Εναγόμενους αποδίδεται η διάπραξη αστικών αδικημάτων, όπως η πρόκληση παράβασης σύμβασης, και επομένως και οι συναφείς βάσεις αγωγής προέκυψαν στην Κύπρο και εντός Λεμεσού εφόσον η έδρα και το επιχειρηματικό κέντρο των Εναγουσών βρίσκεται στην Κύπρο και στη Λεμεσό. Τέλος, ισχυρίζεται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία στη βάση ρήτρας δικαιοδοσίας στη σύμβαση και λόγω του ότι η βάση αγωγής προέκυψε μερικώς στην Κύπρο και οι Εναγόμενοι είναι αναγκαίοι διάδικοι και επομένως είναι άσχετο το γεγονός της μη επίδοσης σε διάδικο που διαμένει στην Κύπρο. Σημειώνεται πως την ίδια μέρα καταχώρισης της παρούσας καταχωρίστηκε παρόμοια αίτηση από τους Εναγόμενους 3-6 και 8. Ακολούθως καταχωρίστηκε παρόμοια συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους τους. Οι Ενάγουσες καταχώρισαν ένσταση και στην εν λόγω αίτηση. Οι δύο αιτήσεις εκδικάστηκαν μαζί εξ ου και κατά την ακρόαση αυτών οι δικηγόροι των Αιτητών ετοίμασαν μια κοινή αγόρευση. Οι δικηγόροι των Καθ΄ ων επίσης παρέδωσαν μια αγόρευση και για τις δύο αιτήσεις. Και οι δύο πλευρές προέβησαν σε κάποιες επιπρόσθετες εισηγήσεις προφορικά. Λόγω του ότι οι δύο αιτήσεις προέρχονται από διαφορετικούς Εναγόμενους, το Δικαστήριο εκδίδει ξεχωριστή απόφαση στην καθεμιά των αιτήσεων. Ι. Ιστορικό Διαδικασίας Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης κρίνεται σκόπιμο να τεθεί εξαρχής το ιστορικό της Αγωγής, στον βαθμό που κρίνεται σχετικό με τα υπό κρίση ζητήματα. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. Στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 112/19 ΕΔ Λεμεσού, κατόπιν μονομερούς αίτησης ημ. 6.5.19, την ίδια μέρα το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα για σφράγιση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. 2. Στις 7.5.19, οι Ενάγουσες καταχώρισαν την παρούσα Αγωγή με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, σύμφωνα με το οποίο βασικά αξιώνουν εναντίον όλων των Εναγομένων · απαγόρευση χρήσης των υπηρεσιών με την επωνυμία «Eurogal Surveys Ltd» και του ονόματος «Eurogal», ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1, και των υπηρεσιών με τις επωνυμίες «CIS Pandi Services Ltd» και «CIS P and I Services Ltd» και του ονόματος «Cispandi», ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 2, με τρόπο που να προκαλείται σύγχυση στο κοινό ως προς τις εργασίες των Εναγομένων, · διάταγμα απαγόρευσης παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 δυνάμει της συμφωνίας δικαιοχρησίας ημ. 31.10.13 η οποία υπεγράφη μεταξύ των Εναγουσών και του Εναγομένου 1 και απαγόρευσης της συνέχισης αθέμιτου ανταγωνισμού και χρήσης του πελατολογίου των Εναγουσών και ή παρουσίασης των Εναγομένων 1-8 ως διάδοχοι και ή αντιπρόσωποι των Εναγουσών, · ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας · γενικές αποζημιώσεις · τιμωρητικές αποζημιώσεις. 3. Την ίδια μέρα καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου τέθηκε η αίτηση έδωσε οδηγίες για την επίδοση αυτής. 4. Στις 10.5.19, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημ. 9.5.19 των Εναγουσών, το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα για επίδοση στους Εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου, της αίτησης ημ. 7.5.19 για προσωρινό διάταγμα, της εν λόγω αίτησης ημ. 10.5.19 και του διατάγματος που ήθελε εκδοθεί δυνάμει αυτής σε όλους τους Εναγόμενους, μέσω ταχυδρομείου ή εταιρείας ταχυμεταφορών, διαζευκτικά βάσει της Σύμβασης της Χάγης ή της διακρατικής Συμφωνίας και διαζευκτικά στους Εναγόμενους 1 και 3 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις. 5. Στις 28.5.19 τα έγγραφα επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 3 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις τους και σε όλους τους Εναγόμενους μέσω εταιρείας ταχυμεταφορών DHL. 6. Στις 5.7.19 οι Εναγόμενοι 1, 2 και 7 καταχώρισαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και την ίδια μέρα καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση. 7. Την ίδια μέρα οι Εναγόμενοι 3-6 και 8 καταχώρισαν παρόμοια αίτηση. 8. Η διαδικασία των αιτήσεων περιγράφεται ανωτέρω. 9. Στις 13.9.19 οι Ενάγουσες καταχώρισαν έκθεση απαίτησης. ΙΙ. Νομική Πτυχή για Παραμερισμό Διατάγματος, Σφράγισης και Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας Η εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει ή παραμερίσει διάταγμα του το οποίο εκδόθηκε μονομερώς παρέχεται από τη Δ.48 θ.8

(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον οποίο στηρίζεται, μεταξύ άλλων, η Αίτηση. Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική πρόνοια δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό και ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Καθοδηγητικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Hadjisoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Βούρου
(2003)1(B) A.Α.Δ. 1176, Αναφορικά με την Αίτηση του Αδάμου Μανώλη κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1443 και Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1995. Πέραν αυτής της γενικής πρόνοιας, η Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει ειδική εξουσία στο Δικαστήριο όπως παραμερίσει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ή ακυρώσει το διάταγμα για τέτοια επίδοση. Σχετική είναι η υπόθεση S.P.P. Projects Limited v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ. 762. Σημειώνεται πως η Δ.16 θ.9 δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Αυτή η παράλειψη ουδόλως αποτέλεσε λόγο ένστασης ούτε και ηγέρθη σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας από τις Ενάγουσες - Καθ΄ ων, οι οποίες καταχώρισαν ένσταση και προέβαλαν τις θέσεις τους στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Λόγω αυτής της στάσης των Εναγουσών οι οποίες δεν υπέστησαν οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό, και εφόσον στη νομική βάση περιλαμβάνεται η Δ.48 θ.8
(4), θεωρώ αυτή την παράλειψη ως απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη με την έκδοση σχετικού διατάγματος άρσης της παρατυπίας, το οποίο και εκδίδεται, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με την υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Η Δ.2 θ.2 προνοεί ότι κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από τη Δ.6, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται να δώσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες των θ.1 και
  2. Η Δ.2 και η Δ.6 επίσης αποτελούν μέρος της νομικής βάσης της Αίτησης. Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία επί του θέματος της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, εκείνο το οποίο πρέπει να καταδειχθεί είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης. Σχετική είναι η υπόθεση Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) A.A.Δ. 995. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sekavin S.A. v. Ship Platon CΗ
(1987)1 C.L.R. 297: «.the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie case or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction.» Στο πλαίσιο αιτήσεων παραμερισμού της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το βάρος εξακολουθεί να παραμένει στους ώμους του ενάγοντος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση. Αυτό λέχθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1584. Κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd (ανωτέρω), Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 A.Α.Δ. 1030. Στην υπόθεση S.P.P. Project Ltd v. Integral Equipment Sarl (ανωτέρω) λέχθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για να διαταχθεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι η κατάδειξη ύπαρξης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος .» Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Nozaki & Co Ltd κ.ά. v. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1689, στην οποία αναφέρθηκε πως «το ερώτημα που ανακύπτει στην υπό συζήτηση αίτηση είναι αν η εφεσίβλητη έχει δείξει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, και συνδρομή βεβαίως των προϋποθέσεων της Δ.6 θ.1 για να επιτραπεί η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στο εξωτερικό». ΙΙΙ. Εξέταση Αιτητικού για Παραμερισμό Διατάγματος, Σφράγισης και Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας Το υπόβαθρο γεγονότων στο οποίο στηρίζετο η μονομερής αίτηση ημ. 9.5.19 περιλαμβάνεται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της ΥΛ. Σε αυτή η ΥΛ επαναλαμβάνει και υιοθετεί την ένορκη δήλωση του κ. ΗΚ (εφεξής «ο ΗΚ»), διευθυντή των Εναγουσών, η οποία συνοδεύει τη μονομερή αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Η ΥΛ επισυνάπτει την ένορκη δήλωση του ΗΚ ως Τεκμήριο 1 και αναφέρει ότι λόγω του μεγάλου όγκου των τεκμηρίων στην ένορκη δήλωση του ΗΚ και επειδή αυτά βρίσκονται ήδη στον φάκελο του Δικαστηρίου δεν θεώρησε σκόπιμο να τα επισυνάψει στη δική της ένορκη δήλωση και θα παραπέμπει σε αυτά όπου είναι αναγκαίο. Οι βασικοί ισχυρισμοί της ΥΛ συνοψίζονται ως ακολούθως: α. Η απαίτηση των Εναγουσών απορρέει από γραπτή συμφωνία δικαιοχρησίας η οποία υπεγράφη στις 31.10.13 μεταξύ των Εναγουσών και του Εναγομένου 1, Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του ΗΚ. β. Οι Ενάγουσες ως δικαιοπάροχοι υπέγραψαν τη συμφωνία με τον Εναγόμενο 1 ως δικαιοδόχο ο οποίος ενάγεται τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και ως ιδιοκτήτης-αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 και σε συμπαιγνία με τους υπόλοιπους Εναγόμενους. Η Εναγομένη 2 δεσμεύτηκε επίσης από τη συμφωνία αφού ελέγχεται από τον Εναγόμενο 1 και ενήργησε ως δικαιοδόχος. γ. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενήργησαν στη βάση ενός σχεδίου σε συμπαιγνία με άλλα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των υπόλοιπων Εναγομένων, με σκοπό να βλάψουν τα συμφέροντα των Εναγουσών και να επωφεληθούν οι ίδιοι, κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας. δ. Με βάση τη συμφωνία οι Ενάγουσες συνήψαν αυτή με τον Εναγόμενο 1 και ή την εταιρεία που θα δημιουργούσε ως δικαιοδόχο. Τελικώς ο Εναγόμενος 1 δεν ίδρυσε νέα εταιρεία αλλά αγόρασε την Εναγομένη 2 (αρχικώς General Surveys Ltd και μετονομασθείσα σε Antarica Ltd) της οποίας τις μετοχές (εγγεγραμμένες στο όνομα του YG) οι Ενάγουσες συμφώνησαν να μεταβιβάσουν στον Εναγόμενο 1 και την οποία αναγνώρισαν ως δικαιοδόχο. Και οι δύο πλευρές ενήργησαν δυνάμει της συμφωνίας για 6 έτη. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρείχαν υπηρεσίες με την επωνυμία των Εναγουσών στο τοπικό και διεθνές πελατολόγιο των τελευταίων και λάμβαναν το εγκεκριμένο τέλος-προμήθεια δικαιοχρησίας από τα έσοδα που εισπράττονταν από το πελατολόγιο. Κάθε έργο που αναλάμβαναν οι Εναγόμενοι 1 και 2 γνωστοποιείτο στις Ενάγουσες και καταχωρείτο στη διαδικτυακή πλατφόρμα τους, οι οποίες (Ενάγουσες) για πελάτες εκτός Ρωσίας εισέπρατταν απ΄ ευθείας την αμοιβή ενώ οι πελάτες στη Ρωσία κατέβαλλαν τα ποσά μέσω των Εναγομένων 1 και 2. ε. Ο Εναγόμενος 3, γιος του Εναγομένου 1, ο οποίος γνώριζε τη συμβατική σχέση μεταξύ των ως άνω μερών, ενεργώντας σε συμπαιγνία και κατόπιν εντολών των Εναγομένων 1 και 2, προχώρησε στην εγγραφή του δικού τους τοπικού δικτύου το οποίο και επεξεργαζόταν. Βασικά ο Εναγόμενος 1 μαζί με τον Εναγόμενο 3 δημιούργησαν το ως άνω δίκτυο συνδεδεμένων εταιρειών, τις Εναγόμενες 4-6 και 8, οι οποίες ανήκουν και ελέγχονται από τον Εναγόμενο 1 και αποτελούν τον όμιλο εταιρειών Antarica. Σταδιακά μέσω αυτού του δικτύου, οι πελάτες των Εναγουσών κατευθύνονταν στην ιστοσελίδα του ομίλου εταιρειών Antarica και της Εναγομένης 2, απορροφώντας με αυτόν τον τρόπο το πελατολόγιο των Εναγουσών. στ. Η Εναγομένη 7 ενεγράφη στο όνομα του Εναγομένου 1 και αναφέρεται στην αλληλογραφία με το πελατολόγιο των Εναγουσών ως CIS Pandi Services South Russia Ltd. ζ. Οι συζητήσεις μεταξύ των μερών για εγγραφή μιας τοπικής οντότητας που θα λειτουργούσε με το όνομα CISPANDI δεν τελεσφόρησαν ενώ ο Εναγόμενος 1 προχώρησε στην εγγραφή της εν λόγω εταιρείας χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγουσών. η. Περί τα τέλη Ιανουαρίου του 2019 οι Ενάγουσες έλαβαν γνώση για την παραβίαση της συμφωνίας και περιγράφουν τις διάφορες ενέργειες των Εναγομένων σε συνάρτηση με τους αντίστοιχους όρους της συμφωνίας, μέσα από παράθεση γεγονότων και με παραπομπή σε ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των μερών . Ειδικότερα οι Εναγόμενοι 1 και 3 § Διεξήγαγαν μη εξουσιοδοτημένες επισκέψεις μάρκετιγκ § Ενημέρωσαν το πελατολόγιο ότι μετονομάσθηκαν σε όμιλο Antarica και ότι παρείχαν απ΄ ευθείας υπηρεσίες χωρίς να απευθύνονται στην έδρα του δικαιοπάροχου § Χειρίζονταν εκθέσεις δικαιοχρησίας όχι μέσω του διαδικτυακού προγράμματος του δικαιοπάροχου § Αλληλογραφούσαν με το πελατολόγιο όχι μέσω των επίσημων λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του δικαιοπάροχου § Ανταγωνίζονταν τις Ενάγουσες προσφέροντας απ΄ ευθείας υπηρεσίες στο πελατολόγιο τους με την ανάλογη χρέωση και από το τέλος Ιανουαρίου σταμάτησαν να χρεώνουν οποιεσδήποτε υπηρεσίες στο όνομα των Εναγουσών § Ειδοποιούσαν το πελατολόγιο ότι δεν εργάζονταν πλέον για λογαριασμό των Εναγουσών και ότι θα μεταφερθούν στον όμιλο Antarica § Ενθάρρυναν το πελατολόγιο να χρησιμοποιεί την ιστοσελίδα του ομίλου Antarica και όχι αυτή των Εναγουσών. θ. Λόγω της συμπεριφοράς των Εναγομένων 1 και 2 οι Ενάγουσες δεν είχαν επιλογή από του να αποστείλουν επιστολή τερματισμού ημ. 8.4.19 της συμφωνίας και ζητώντας την παύση ανταγωνισμού, προσφοράς υπηρεσιών στο πελατολόγιο των Εναγουσών και χρήσης των εμπορικών σημάτων τους. ι. Κατόπιν αναφοράς στην αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των μερών, οι Ενάγουσες θεωρούν τους Εναγόμενους 1 και 2 υπεύθυνους για παράβαση σύμβασης και χρήσης εμπιστευτικών πληροφοριών και τους Εναγόμενους 3-8 για πρόκληση παράβασης σύμβασης ενώ όλους για συνωμοσία, αθέμιτο ανταγωνισμό, αντιποίηση εμπορικών σημάτων και άλλες αδικοπραξίες. ια. Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αγωγή αφού ο όρος 15 της συμφωνίας δίδει το δικαίωμα στον δικαιοπάροχο να προωθήσει νομική διαδικασία στη δικαιοδοσία του τελευταίου και σύμφωνα με τον όρο 16 τα μέρη επέλεξαν τη δικαιοδοσία της Κύπρου. ιβ. Παρόλο που το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης και τη διμερή Συμφωνία, εντούτοις λόγω του ότι αυτή η διαδικασία είναι χρονοβόρα και ενδεχομένως να προκαλέσει μεγάλη καθυστέρηση στην επίδοση, και λόγω ακριβώς της επείγουσας φύσης της διαδικασίας καθότι η αίτηση για προσωρινό διάταγμα είναι ορισμένη για επίδοση, ζητείται άδεια για επίδοση μέσω των άλλων μεθόδων. Ο βασικός ισχυρισμός των Αιτητών, μέσω της ένορκης δήλωσης της ΑΠ στην παρούσα Αίτηση, είναι πως στην ένορκη δήλωση της ΥΛ η οποία συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημ. 9.5.19 για διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης, οι Αιτήτριες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια λόγω μη αποκάλυψης και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Η πλευρά των Εναγουσών εισηγείται ότι αυτό το θέμα δεν δύναται να εξεταστεί από το Δικαστήριο λόγω του ότι δεν αναφέρεται ρητώς ως λόγος παραμερισμού στα αιτητικά της υπό κρίση Αίτησης. Παρά αυτή την παράλειψη, το ζήτημα της μη αποκάλυψης εγείρεται ρητώς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και επομένως θεωρώ ότι αποτελεί λόγο στον οποίο βασίζεται η Αίτηση και δύναται να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις και δη σε αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αναφέρεται στην υπόθεση Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά. (ανωτέρω), από την οποία το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. [Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba ν. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu All Altobeiqui v. Μ/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1978)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concert I Express Liners and Others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030.] Στη Zachariades v. Liveras and Others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger ν. Guinness, Mahom & Co. [1939] 4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μή αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) και Άλλου,
(1990)1 Α.Α.Δ. 219· και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co. και Άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 490 η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρησή της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω.) Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria [1984] 1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen [1908] P. 189. Boyce v. Gill [1981] 64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Η υπόθεση αυτή υιοθετήθηκε πλήρως στην υπόθεση Hani Mousa El - Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1Β Α.Α.Δ. 836, η οποία αφορούσε αίτηση για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί πως η μονομερής αίτηση για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της ΑΠ που συνοδεύει την Αίτηση. Μια ανάγνωση του περιεχομένου της αίτησης, της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και των συνημμένων σε αυτή τεκμηρίων, καταδεικνύει πως βασικά περιέχει τους ίδιους ισχυρισμούς ως η ένορκη δήλωση της ΥΛ που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημ. 9.5.19 και ως η ένορκη δήλωση του ΗΚ που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημ. 7.5.
  1. Πέραν της επανάληψης και υιοθέτησης της ένορκης δήλωσης του ΗΚ από την ΥΛ στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημ. 9.5.19, η ένορκη δήλωση του ΗΚ επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  2. Επομένως το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει σε αυτή, χωρίς την αναγκαιότητα ενσωμάτωσης και επανάληψης από την ΥΛ εκ νέου του περιεχομένου αυτής στην ένορκη της δήλωση. Θεωρώ επίσης ικανοποιητική και επαρκή την παραπομπή στα τεκμήρια, τα οποία είναι συνημμένα στην ένορκη δήλωση του ΗΚ, λόγω της εξήγησης που δόθηκε από την ΥΛ, ειδικότερα εφόσον αυτά βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει σε αυτά χωρίς δυσκολία. Είναι γεγονός ότι η συμφωνία δικαιοχρησίας ημ. 31.10.13 αποτελεί το βασικό αντικείμενο της παρούσας Αγωγής. Πέραν του ότι η ΥΛ παραπέμπει στην ίδια τη συμφωνία ως το Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του ΗΚ, η ΥΛ προβαίνει σε ρητή αναφορά στους όρους αυτής και στο περιεχόμενο αυτών. Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι η ΥΛ δεν περιορίζεται σε απλή παραπομπή στο έγγραφο της συμφωνίας αλλά προβαίνει σε λεπτομερή αναφορά στους όρους και στο περιεχόμενο καθενός εξ αυτών, συμμορφούμενη πλήρως με το καθήκον αποκάλυψης της επίδικης συμφωνίας και των όρων αυτής - Willstrop κ.ά. v. Mammous κ.ά.
(2010)1Γ Α.Α.Δ.1740. Αυτή η στάση των Εναγουσών είναι και το στοιχείο που τη διαφοροποιεί από τις προαναφερόμενες αποφάσεις όπου στην μεν πρώτη, Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά., δεν έγινε αποκάλυψη της ρήτρας δικαιοδοσίας και η φωτοτυπία που είχε επισυναφθεί και περιείχε αυτή ήταν δυσανάγνωστη και στη δεύτερη, Hani Mousa El - Sayegh v. Credit Suisse, ο εφεσείων - ενάγων παρασιώπησε τις συνθήκες σύναψης του δανείου ούτως ώστε δεν είχε αποκαλυφθεί προς ποιον έγινε και η αναφορά του πως η τράπεζα διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο δεν ήταν αληθής και παραπλάνησε το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη ρήτρας ξένης δικαιοδοσίας. Επίσης θεωρώ ότι αυτή η στάση συνάδει με την αρχή που διατυπώθηκε στην Αγγλική υπόθεση Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd
(1986)2 Lloyd's Rep. 428 πως «[The applicant must] identify the crucial points for and against the application, and not merely rely on the mere exhibiting of numerous documents.» Αποτελεί ισχυρισμό των Αιτητών ότι οι Ενάγουσες παραπλάνησαν το Δικαστήριο αναφορικά με τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας δικαιοχρησίας, καθότι ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε εκ μέρους της υπό ίδρυση εταιρείας η οποία θα ήταν η δικαιοδόχος και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα και επομένως δεν δεσμεύεται προσωπικά και δεν δύναται να υπέχει προσωπική ευθύνη. Όπως περιγράφεται ανωτέρω, η ΥΛ ισχυρίζεται ότι η συμφωνία υπεγράφη από τις Ενάγουσες από τη μια και τον Εναγόμενο 1 από την άλλη, όπως άλλωστε προκύπτει από την ίδια τη συμφωνία. Όπως επίσης αναφέρεται στη συμφωνία, η νέα υπό ίδρυση από τον Εναγόμενο 1 εταιρεία θα ήταν η δικαιοδόχος και ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε εκ μέρους και για λογαριασμό της δικαιοδόχου. Η ΥΛ ισχυρίζεται ότι τελικώς, δικαιοδόχος δεν ήταν μια νέα υπό ίδρυση εταιρεία αλλά μια υπάρχουσα εταιρεία, η Εναγομένη 2, την οποία απέκτησε ο Εναγόμενος 1 μέσω της αγοράς του 100% των μετοχών κατόπιν συμφωνίας των Εναγουσών. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε ως δικαιοδόχος σύμφωνα με τους όρους αυτής και ότι παραβίασε τη συμφωνία τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και ως ιδιοκτήτης-αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 η οποία επίσης δεσμευόταν από τη συμφωνία επειδή ενήργησε ως δικαιοδόχος. Επί τούτου σημειώνεται ότι η ΥΛ δεν ισχυρίζεται πως οι Ενάγουσες αναγνώρισαν την Εναγομένη 2 ως τη μοναδική δικαιούχο, ως η θέση της ΑΠ, αλλά αντιθέτως ισχυρίζεται πως τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και η Εναγομένη 2 ενήργησαν ως δικαιοδόχοι. Δεν θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί της ΥΛ είναι παραπλανητικοί ως προς τα πρόσωπα που υπέγραψαν τη συμφωνία, τα συμβαλλόμενα σε αυτή και ποια δεσμεύονται από αυτή και υπό ποια ιδιότητα. Διαφαίνεται πως οι Ενάγουσες, χωρίς να αποκρύπτουν με οποιονδήποτε τρόπο τη συμφωνία, έχουν και προωθούν τη θέση πως ενόψει της υπογραφής και τελικώς της μη χρήσης νέας εταιρείας αλλά υπάρχουσας, ιδιοκτησίας του Εναγομένου 1, ο τελευταίος ο οποίος και υπέγραψε αυτή είναι και προσωπικά υπόλογος βάσει αυτής. Το κατά πόσο αυτή η θέση είναι βάσιμη θα κριθεί κατά την εξέταση της ουσίας της Αγωγής, πλην όμως στο παρόν στάδιο θεωρώ πως οι Ενάγουσες προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη αναφορικά με τα συμβαλλόμενα στη συμφωνία μέρη και την όποια ευθύνη τους, χωρίς να προσπαθήσουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ΥΛ, ικανοποιούμαι επίσης ότι αυτή περιέγραψε με επάρκεια τις ενέργειες, τη συμπεριφορά και την εμπλοκή του καθενός των Εναγομένων ξεχωριστά ούτως ώστε να διαφαίνεται ο αποδιδόμενος ρόλος και η ανάμειξη του. Ειδικότερα, η ΥΛ δίδει λεπτομερή περιγραφή των ενεργειών των Εναγομένων 1 και 3, ως πρωταγωνιστών στο όλο σχέδιο και στην ίδρυση και λειτουργία των υπόλοιπων εταιρειών του ομίλου Antarica, και του τρόπου μέσω του οποίου οι εν λόγω εταιρείες χρησιμοποιήθηκαν για να αποσπάσουν τους πελάτες των Εναγουσών. Επί τούτου δεν υιοθετώ τη θέση των Αιτητών ότι η ΥΛ προβαίνει σε μια γενική και αόριστη αναφορά περί της εμπλοκής των Εναγομένων 3-6 και 8 και επί τούτου παραπέμπω στις παρ. 18-32 της ένορκης δήλωσης της ΥΛ, στην οποία αναφέρεται στα γεγονότα και σε σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των μερών που φέρονται να δείχνουν τη δημιουργία νέου δικτύου και την απόσπαση των πελατών των Εναγουσών προς τις εταιρείες του ομίλου Antarica. Αξίζει να σημειωθεί πως η ηλεκτρονική αλληλογραφία, Τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση του ΗΚ, στην οποία γίνεται αναφορά από την ΥΛ στην ένορκη της δήλωση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και Τεκμήριο 8 στην ένορκη της δήλωση για σφράγιση περιλαμβάνει μηνύματα εκ μέρους του ομίλου εταιρειών Antarica. Επίσης το Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της ΥΛ στην αίτηση για σφράγιση δεν αναγνωρίζει δίχως άλλο από πλευράς Εναγουσών τη δυνατότητα των Εναγομένων 3 και 8 να τις ανταγωνίζεται, ως η εισήγηση των Αιτητών, αλλά, όπως δηλώνει ρητώς η ΥΛ, αναφέρει τη δυνατότητα ανταγωνισμού της αγοράς στο εξωτερικό με την πλήρη έξοδο από το δίκτυο και χρησιμοποιώντας μόνο τις δικές τους εγκαταστάσεις. Αναφορικά με την Εναγομένη 7, όπως καταγράφεται και ανωτέρω, η ΥΛ αναφέρει πως αυτή ενεγράφη και ανήκει στον Εναγόμενο 1 και πως οι Εναγόμενοι αναφέρονται σε αυτή την οντότητα στην αλληλογραφία τους με το πελατολόγιο των Εναγουσών ως «CIS Pandi Services South Russia Ltd». Σύμφωνα με την ΥΛ οι συζητήσεις μεταξύ των μερών για τη δημιουργία μιας τοπικής οντότητας με το όνομα CISPANDI για να λειτουργεί τοπικά δεν καρποφόρησαν και ο Εναγόμενος 1 ενέγραψε την εν λόγω εταιρεία χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγουσών σε μια προσπάθεια επέκτασης του ομίλου εταιρειών Antarica και ανάληψης του πελατολογίου των Εναγουσών. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η Εναγομένη 7 ιδρύθηκε στις 2.6.17 από τον Εναγόμενο 1 ο οποίος είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της και ότι από την ίδρυση της μέχρι και τα μέσα Ιανουαρίου 2019 συνεργαζόταν με την Ενάγουσα 2. Λόγω της παράλειψης αναφοράς είτε από τον ΗΚ είτε από την ΥΛ σε αυτή τη συνεργασία, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι είναι ψευδής ο ισχυρισμός της ΥΛ πως οι Ενάγουσες δεν συγκατατέθηκαν στην εγγραφή της και επισυνάπτουν αντίγραφο της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Εναγομένης 7 και της Ενάγουσας 2 ημ. 12.6.17 ως Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της ΑΠ. Το Τεκμήριο 6 είναι συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας 2 και της εταιρείας CIS Pandi Services South Russia Ltd, την οποία εκπροσωπεί ο διευθύνων σύμβουλος της Εναγόμενος 3, και αφορά τη συνεργασία παροχής υπηρεσιών μεταφοράς νερού και εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένης ασφαλιστικών απαιτήσεων, διευθέτησης αποζημιώσεων κ.λπ. για περίοδο 6 μηνών από την υπογραφή της. Παρόλο που θα ήταν προτιμότερο να υπήρχε αποκάλυψη αυτής της συμφωνίας συνεργασίας, εντούτοις δεν θεωρώ πως αυτή η παράλειψη από μόνη της αποβαίνει καταλυτική ως προς την υποχρέωση αποκάλυψης εκ μέρους των Εναγουσών. Και τούτο καθότι η υποχρέωση αφορά στα ουσιώδη εκείνα στοιχεία τα οποία επιδρούν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Υιοθετώ τη θέση των δικηγόρων των Εναγουσών ότι η ύπαρξη αυτής της συμφωνίας δεν κρίνεται τέτοιας σημασίας ούτως ώστε παράλειψη αποκάλυψης της να συνιστά προσπάθεια παραπλάνησης ή προβολής ψευδούς ισχυρισμού από πλευράς Εναγουσών. Άλλωστε η συμφωνία υπογράφεται από εταιρεία με άλλο όνομα και όχι αυτό της Εναγομένης 7 της οποίας διευθυντής φέρεται ο Εναγόμενος 3, και όχι ο Εναγόμενος 1, και κυρίως η συμφωνία είναι εντελώς διαφορετικής φύσης και ασύνδετη με την υπό κρίση συμφωνία δικαιοχρησίας και για περιορισμένη διάρκεια. Επί τούτου κρίνω βάσιμη τη θέση της ΥΛ στην ένσταση ότι η Εναγομένη 7 ιδρύθηκε εν αγνοία της Ενάγουσας 2 και ότι με αυτή έγινε μια συμφωνία περιορισμένης διάρκειας για ειδικό σκοπό, χωρίς τότε να φαινόταν πως αυτή θα χρησιμοποιείτο για αλλότριους σκοπούς εις βάρος των Εναγουσών. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ πως η παράλειψη αποκάλυψης της συμφωνίας οδηγεί σε συμπέρασμα απόκρυψης ουσιώδους στοιχείου και ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου επί τούτου για σκοπούς τόσο της αίτησης για σφράγιση όσο και για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η περιγραφή της ΥΛ στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημ. 9.5.19 (συμπεριλαμβανομένης της ένορκης δήλωσης του ΗΚ την οποία επισυνάπτει και υιοθετεί) ως και αυτή στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση για σφράγιση είναι επαρκής για να καταδείξει την εμπλοκή του καθενός των Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με την εν λόγω περιγραφή, και όπως αναφέρει ρητώς η ΥΛ, οι Εναγόμενοι 1 και 2 θεωρούνται υπόλογοι για παράβαση της συμφωνίας δικαιοχρησίας και για παράνομη χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών (και υπό ποια ιδιότητα) και οι Εναγόμενοι 3-8 θεωρούνται υπόλογοι για πρόκληση παράβασης σύμβασης και παρέμβαση σε συμβατική σχέση ενώ σε όλους τους Εναγόμενους αποδίδεται η διάπραξη αστικών αδικημάτων, ήτοι συνωμοσία, αθέμιτος ανταγωνισμός, αντιποίηση εμπορικού σήματος και παράνομη χρήση. Αποτελεί θέση των Αιτητών ότι είναι παραπλανητικός ο ισχυρισμός της ΥΛ πως οι Ενάγουσες έλαβαν γνώση ηλεκτρονικού μηνύματος το οποίο έστειλε ο Εναγόμενος 3 για το ότι ουδέποτε υπήρξε η Eurogal στη Νότια Ρωσία, καθότι η ΥΛ δεν παραπέμπει σε αυτό το μήνυμα, Τεκμήριο 8 της ένορκης της δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για σφράγιση, και ο εν λόγω ισχυρισμός παρουσιάζει πως το μήνυμα είχε σταλεί κρυφά και οι Ενάγουσες το πληροφορήθηκαν από άλλη πηγή, ενώ φαίνεται ότι είχε κοινοποιηθεί στη διευθύντρια των Εναγουσών. Δεν θεωρώ ότι ο ισχυρισμός της ΥΛ είναι παραπλανητικός ως προς το ότι αποκρύβει πως οι Ενάγουσες έλαβαν γνώση του εν λόγω μηνύματος μέσω κοινοποίησης του προς αυτές. Η αναφορά στη λήψη γνώσης θα μπορούσε να περιλαμβάνει γνώση μέσω κοινοποίησης. Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως η περιγραφή του όρου 11 αναφορικά με την απαγόρευση ανταγωνισμού των Εναγουσών είναι παραπλανητική. Η ΥΛ ορθώς αναφέρει ότι σύμφωνα με τον όρο 11 (αθέμιτος ανταγωνισμός) και τον όρο 11.1 (πελάτες) της συμφωνίας, ο δικαιοδόχος δεν θα ανταγωνίζεται τους διεθνείς και τοπικούς πελάτες του δικαιοπάροχου κατά τη διάρκεια της περιόδου δικαιοχρησίας και επιπλέον δύο χρόνια μετά. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι αυτός ο όρος εξακολουθεί να ισχύει και δεσμεύει τον δικαιοδόχο ανεξαρτήτως του τερματισμού της συμφωνίας. Δεν συμμερίζομαι την εισήγηση των Αιτητών πως ο όρος 11.1 απαγορεύει τον ανταγωνισμό με τους ίδιους τους πελάτες των Εναγουσών και πως οι Ενάγουσες παραπλάνησαν το Δικαστήριο ως προς το λεκτικό αυτού. Οι Ενάγουσες περιέγραψαν επακριβώς το περιεχόμενο του συγκεκριμένου όρου και ανέφεραν πως σύμφωνα με αυτόν δεν επιτρέπεται στον δικαιοδόχο να ανταγωνίζεται τις Ενάγουσες και ή να χρησιμοποιεί το πελατολόγιο τους. Από τη στιγμή που η ίδια η συμφωνία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει ακριβής μεταφορά του περιεχομένου του όρου 11.1 από την ΥΛ και δίδεται η ερμηνεία αυτού από τις Ενάγουσες, δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιαδήποτε παραπλάνηση εκ μέρους τους. Αποτελεί επίσης εισήγηση των Αιτητών πως οι Ενάγουσες όφειλαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο την πιθανή υπεράσπιση των Αιτητών αναφορικά με τον όρο 11, παραπέμποντας στο άρθρο 27
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σύμφωνα με το οποίο: «27.-
(1)Κάθε συμφωνία στο μέτρο που είναι περιοριστική της ελευθερίας προς άσκηση νόμιμου επαγγέλματος, εμπορίου ή οποιασδήποτε φύσης επιχείρησης, είναι άκυρη.» Παρόλο που σε μονομερείς αιτήσεις η υποχρέωση αποκάλυψης δεν αφορά μόνο γεγονότα αλλά επεκτείνεται και σε νομικούς ισχυρισμούς και ακόμα πιθανές υπερασπίσεις της αντίδικης πλευράς, (βλ. Goldrein, Pre-emptive remedies, Looseleaf έκδοση, παρ. Α1-490Β, Α1-480 και Α1-487 και Commercial Injunctions, Steven Gee, 6η έκδοση, σελ. 269-270, παρ. 9-006 και 9-007, και σελ. 273, παρ. 9-011), εντούτοις θεωρώ πως τέτοια υπεράσπιση δεν ήταν προβλεπτή ούτως ώστε να υπήρχε υποχρέωση αποκάλυψης αυτής από την πλευρά των Εναγουσών. Άλλωστε, όπως επισημαίνεται στην αγόρευση του δικηγόρου των Εναγουσών, ο όρος φαίνεται να αφορά στην απαγόρευση ανταγωνισμού με τις Ενάγουσες και ή χρήσης του πελατολογίου τους και όχι απλή απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος των Αιτητών. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως οι Ενάγουσες έχουν προβεί σε πλήρη αποκάλυψη αναφορικά με την επίδικη συμφωνία, την ισχυριζόμενη συμμετοχή του καθενός των Εναγομένων και την αποδιδόμενη στον καθένα εξ αυτών ισχυριζόμενη ευθύνη. Με βάση τους όρους 4, 8, 9 και 13 της συμφωνίας, στους οποίους γίνεται ειδική παραπομπή από την ΥΛ και τον ΗΚ, διαφαίνεται ότι οι εκθέσεις των πελατών αποστέλλονται στις Ενάγουσες στην Κύπρο, η τιμολόγηση για τους ξένους πελάτες γίνεται από τα κεντρικά γραφεία των Εναγουσών, η πληρωμή για Ρώσους πελάτες εισπράττεται από τον δικαιοδόχο αλλά καταλήγει στις Ενάγουσες και η κατάθεση του ποσού των US$5.000 γίνεται στον τραπεζικό λογαριασμό των Εναγουσών. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ πως οι Ενάγουσες έχουν καταδείξει πως η εκτέλεση της συμφωνίας λάμβανε χώρα τουλάχιστον εν μέρει στην έδρα των Εναγουσών στην Κύπρο και επομένως η παράβαση αυτής επίσης έλαβε χώρα, τουλάχιστον εν μέρει, στην Κύπρο. Σημειώνεται πως η παράβαση της συμφωνίας αποδίδεται στους Εναγόμενους 1 και 2. Η αποδιδόμενη στους υπόλοιπους Εναγόμενους διάπραξη των αστικών αδικημάτων φέρεται επίσης να έλαβε χώρα τουλάχιστον εν μέρει στην Κύπρο εφόσον οι συνέπειες των ισχυριζόμενων πράξεων που συνιστούν τα αστικά αδικήματα και η τελική ζημιά των Εναγουσών καταλήγει και αποκρυσταλλώνεται στην έδρα τους, κατά τρόπο που διαφαίνεται η ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων στη βάση της Δ.6 θ.1(
  1. e)και (
  2. f)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, χωρίς να είναι αναγκαία η ύπαρξη διαδίκου εναγομένου στην Κύπρο. Αυτές οι δικονομικές πρόνοιες περιλαμβάνονται στη νομική βάση τόσο της αίτησης για σφράγιση όσο και της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, οι Ενάγουσες βασίζονται στους όρους 15 και 16 της συμφωνίας δικαιοχρησίας για να προσδώσουν δικαιοδοσία εκδίκασης της Αγωγής στα Κυπριακά Δικαστήρια. Όπως ρητώς αναφέρει η ΥΛ, ο όρος 15 προνοεί πως οποιαδήποτε παραβίαση της συμφωνίας θεωρείται ως ουσιώδης παραβίαση και θα έχει ως αποτέλεσμα τη νομική πράξη στη δικαιοδοσία του δικαιοπάροχου και σύμφωνα με τον όρο 16 τα μέρη επέλεξαν τη δικαιοδοσία της Κύπρου. Αποτελεί κοινό έδαφος όλων των πλευρών πως στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται ο ΕΚ 1215/12. Οι Αιτητές επισημαίνουν πως ο ΕΚ 1215/12 δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση των μονομερών αιτήσεων για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, πλην όμως δεν θεωρώ πως αυτή η παράλειψη αποβαίνει μοιραία για τις Ενάγουσες. Και τούτο, καθότι ο ΕΚ 1215/12 ρυθμίζει και αφορά μόνο το θέμα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων για την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει ούτως ή άλλως να ικανοποιηθεί, χωρίς απαραιτήτως να γίνεται επίκληση της σχετικής δικονομικής ή άλλης νομοθετικής πρόνοιας επί τούτου. Θεωρώ πως εκείνο το οποίο απαραιτήτως όφειλαν να συμπεριλάβουν οι Ενάγουσες στις δύο μονομερείς αιτήσεις τους ήταν οι δικαιοδοτικές δικονομικές πρόνοιες που δίδουν εξουσία στο Δικαστήριο αφενός να δώσει άδεια για σφράγιση και αφετέρου να εκδώσει διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση, κάτι το οποίο οι Ενάγουσες έχουν πράξει. Η υπόθεση Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal For A.N. Kyjmin
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1350 στην οποία παρέπεμψαν οι δικηγόροι των Αιτητών αποφασίστηκε σε διαφορετική βάση, ήτοι πως μόνο παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι θεραπεύσιμη βάσει της Δ.64, όχι όμως παράβαση της διακρατικής Συμφωνίας ως προς τον τρόπο επίδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση ο ΕΚ 1215/12 ρυθμίζει μόνο το θέμα της δικαιοδοσίας και όχι της επίδοσης. Αυτοί οι όροι της συμφωνίας και η ρητή επιλογή των ιδίων των μερών φαίνεται να προσδίδουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 25 του ΕΚ 1215/12, με βάση τις οποίες σε περίπτωση συμφωνίας μεταξύ των μερών για εκδίκαση της διαφοράς τους σε συγκεκριμένη δικαιοδοσία, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, το Δικαστήριο του εν λόγω κράτους αποκτά διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Οι Αιτητές εγείρουν θέμα ακυρότητας της συμφωνίας δικαιοχρησίας, το οποίο θα απασχολήσει στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω, πλην όμως το άρθρο 25 αναφέρεται σε ακυρότητα της συμφωνίας καθορισμού της δικαιοδοσίας, διαχωρίζοντας την από τη σύμβαση και ανεξαρτήτως της εγκυρότητας της ίδιας της σύμβασης, σύμφωνα με την τελευταία επιφύλαξη του άρθρου 25. Επομένως στην υπό κρίση περίπτωση φαίνεται να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 25. Οι όροι 15 και 16 αποδίδουν ρητώς δικαιοδοσία στην έδρα των Εναγουσών ως δικαιοπάροχων και επομένως στα Κυπριακά Δικαστήρια. Υπενθυμίζεται πως όσον αφορά την αποδιδόμενη στους Εναγόμενους 3-8 διάπραξη των αστικών αδικημάτων η οποία βεβαίως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και απορρέει από την επίδικη συμφωνία δικαιοχρησίας, αυτή έχει συμβεί και στην Κύπρο ούτως ώστε να έχει διαφανεί πως η απαίτηση των Εναγουσών δύναται να εκδικαστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Ενόψει δε του ότι η βάση αγωγής αναφορικά με τη συμφωνία και τα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα έχει προκύψει έστω και εν μέρει στην Κύπρο και δη στη Λεμεσό, έδρα των Εναγουσών, διαφαίνεται η κατά τόπο αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού βάσει του άρθρου 21
(1)του περί Δικαστηρίων Ν.14/60. Ως εκ τούτου θεωρώ πως, στα πλαίσια και για σκοπούς των αιτήσεων σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, οι Ενάγουσες κατάφεραν να καταδείξουν την ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων τόσο αναφορικά με τη συμφωνία δικαιοχρησίας όσο και αναφορικά με τα αστικά αδικήματα. Στις μονομερείς αιτήσεις ημ. 7.5.19 και 9.5.19 οι Ενάγουσες δεν αναφέρονται ρητώς στο εφαρμοστέο δίκαιο που διέπει την επίδικη συμφωνία και τα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που προσάχθηκε από τις Ενάγουσες στα πλαίσια της κάθε αίτησης, προκύπτει πως αυτές θεωρούν ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται το Κυπριακό δίκαιο, ούτως ώστε να μην ήταν αναγκαία η ρητή αναφορά σε αυτό. Και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι στην υπό κρίση περίπτωση εφαρμόζονται οι ΕΚ 593/08 και ΕΚ 864/07, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στη νομική βάση των αιτήσεων. Θεωρώ και πάλι πως αυτή η παράλειψη δεν είναι καταλυτικής σημασίας για την τύχη των δύο αιτήσεων για ακριβώς τους ίδιους λόγους ως για τον ΕΚ 1215/12, ήτοι πως αυτοί οι δύο Κανονισμοί καθορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο και δεν αποτελούν δικαιοδοτικούς όρους για την έκδοση των εκεί αιτούμενων διαταγμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του ΕΚ 593/08: «Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη. Η επιλογή πρέπει να γίνεται ρητώς ή να συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Με την επιλογή τους τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβασης.» Με βάση την παρ. 12 του Προοιμίου του Κανονισμού, η συμφωνία μεταξύ των μερών για την ανάθεση αποκλειστικής δικαιοδοσίας για τη διευθέτηση διαφορών στο πλαίσιο μιας σύμβασης θα πρέπει να αποτελεί ένα από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν για να διαπιστωθεί κατά πόσο εκδηλώθηκε σαφώς με επιλογή εφαρμοστέου δικαίου. Στην υπό κρίση συμφωνία η ρήτρα δίδει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια με βάση τους όρους 15 και 16 αυτής. Η λακωνικότητα των σχετικών όρων της συμφωνίας και η μη καταγραφή της λέξης «αποκλειστική» αποτελεί επιχείρημα των Αιτητών ως προς το ότι δεν δύναται να γίνεται λόγος για αποκλειστική δικαιοδοσία. Εδώ το Δικαστήριο περιορίζεται στο να αναφέρει πως οι όροι 15 και 16 επιλέγουν ρητώς και μόνο τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Στο σύγγραμμα Private International Law, Cheshire, North & Fawcett, 15η έκδοση, σελ. 718-719, αναφέρονται τα εξής: «An inference as to the parties' intentions can be drawn from either the terms of the contract or the circumstances of the case. The test whether an implied choice of law has been established is objective: A party asserting an implied choice of law has to establish that, on an objective view, the parties must have taken it without saying that their contract should be governed by that law. The party does not have to prove that there was in fact a subjective conscious choice, but it has to satisfy the court that the only reasonable conclusion to be drawn from the circumstances is that the parties should be taken to have intended the putative law to apply.» Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Egon Oldendorff v. Liberia Corp
(1996)1 Lloyd's Law Rep 380, η επιλογή δικαιοδοσίας είναι ικανή να οδηγήσει σε επιλογή και του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «
  1. The party relying on art. 3 had to demonstrate with reasonable certainty that the parties had chosen a particular law as the governing or applicable law. The convention contemplated an implied choice of law provided it was a real choice which appeared with sufficient clarity from the terms of the contract as a whole or the circumstances of the case. The agreement between the parties included a term that, in the event of a dispute, if no settlement could be reached it would be resolved by arbitration in London.
  2. The test to be applied to the consideration of the significance of an arbitration clause under the convention was very similar to the test at common law. An arbitration clause was generally intended by the parties to operate as a choice of the proper law of the contract unless there were compelling indications to the contrary in the other contractual terms or the surrounding circumstances of the transaction.
  3. The parties agreed English arbitration for the determination in London of disputes arising out of a well known English language form of charterparty which contained standard clauses with well known meanings in English law. It was therefore to be inferred that the parties intended that law to apply to the contract. It followed that the parties made a tacit choice of English law within art. 3 of the convention.» Οι Αιτητές παραπέμπουν στο σύγγραμμα Private International Law (ανωτέρω), στη σελ. 720, όπου αναφέρεται ότι στην προαναφερόμενη υπόθεση λήφθηκε υπόψιν το γεγονός ότι τα μέρη χρησιμοποίησαν την κοινή Αγγλική γλώσσα ενός ναυλοσύμφωνου, πλην όμως θεωρώ ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε στην επιλογή της δικαιοδοσίας για να συναγάγει και την επιλογή ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Print Concept GmbH v. GEW (EC) Ltd
(2001)EWCA Civ 352, στην οποία και πάλι κρίθηκε ότι η ρήτρα δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων σε σύμβαση μεταξύ εταιρείας στην Αγγλία και εταιρείας στη Γερμανία για αποκλειστική διανομή στη Γερμανία, στην Ελβετία και στην Αυστρία αποϋγραντήρων οι οποίοι θα κατασκευάζονταν από την Αγγλική εταιρεία θεωρήθηκε ότι αποτελεί επιλογή εφαρμογής του Αγγλικού δικαίου. Οι Αιτητές θεωρούν πως δεν υπάρχει επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου και επικαλούνται την εφαρμογή του άρθρου 4 του ΕΚ 593/08 σύμφωνα με το οποίο ελλείψει επιλογής του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου, η σύμβαση δικαιόχρησης διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο δικαιοδόχος έχει τη συνήθη διαμονή του (άρθρο 4
(1)(ε)) ή ακόμα όταν από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης προκύπτει ότι η σύμβαση συνδέεται προδήλως στενότερα με χώρα άλλη από εκείνη της παρ. 4
(1)τότε εφαρμόζεται το δίκαιο της άλλης χώρας (άρθρο 4
(3)). Οι Αιτητές δίδουν σημασία στη χρήση της λέξης «προδήλως» και παραπέμπουν στο σύγγραμμα Private International Law (ανωτέρω), σελ. 738, όπου αναφέροντα τα εξής: «When applying this escape clause, account should be taken, inter alia, of whether the contract in question has a very close relationship with another contract or contracts. The onus is on the party relying on Article 4
(3)to establish that it is a proper case for disregarding Article 4
(1)or
(2). It is not enough to show that the contract is more closely connected, it has to be "manifestly" more closely connected. The addition of the word "manifestly" (and the elevation of the criteria in Articles 4
(1)and
(2)to tests from mere presumptions) is doubtless designed to underscore the exceptional nature of this escape clause, which is intended to be a narrower one than that under Article 4
(5)of the Rome Convention. This can be regarded as an accept­able compromise which reconciles the needs of certainty and flexibility. The English courts have thus rightly concluded that the "new language and structure suggests a higher threshold, which requires that the cumulative weight of the factors connecting the contract to another country must clearly and decisively outweigh the desideratum of certainty in applying the relevant test in Article 4.1 or 4.2".» Σύμφωνα με τους Αιτητές, η συμφωνία δικαιοχρησίας δεν υπεγράφη στην Κύπρο, αυτή αφορά το δικαίωμα του δικαιοδόχου να χρησιμοποιεί τα συστήματα και τις διαδικασίες του δικαιοπάροχου στη Ρωσία, ο δικαιοδόχος είναι Ρωσική εταιρεία, οι προσφερόμενες υπηρεσίες διεκπεραιώνονταν στη Ρωσία, το νόμισμα με το οποίο συναλλάσσονταν τα μέρη είναι Δολάρια Αμερικής και η παράβαση έγινε στη Ρωσία. Πέραν του ότι θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί ότι η ισχυριζόμενη παράβαση έλαβε χώρα στην Κύπρο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ότι τα υπόλοιπα ζητήματα που εγείρονται δεν δύνανται να αποφασιστούν σε αυτό το στάδιο αλλά κατά την εξέταση της ουσίας της Αγωγής. Με άλλα λόγια, θεωρώ ότι σε αυτό το αρχικό προκαταρκτικό στάδιο το Δικαστήριο περιορίζεται να αποφασίσει κατά πόσο έχει καταδειχθεί δικαιοδοσία και καλή συζητήσιμη υπόθεση με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο, ενώ το ζήτημα της δικαιοδοσίας αλλά και της πιθανότητας επιτυχίας της Αγωγής θα αποφασιστούν στο κατάλληλο στάδιο και σίγουρα στα πλαίσια εξέτασης της ουσίας. Ειδικότερα, τυχόν εφαρμογή του άρθρου 3 εξετάζεται με βάση τους όρους της συμφωνίας αλλά και όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ.Private International Law (ανωτέρω), σελ. 721), και τυχόν εφαρμογή του άρθρου 4 και πάλι απαιτεί την εξέταση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, κάτι το οποίο δεν δύναται να γίνει σε αυτό το στάδιο. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ο όρος 9.5 σύμφωνα με τον οποίο οι φορολογικές υποχρεώσεις που προκύπτουν πριν την υπογραφή της συμφωνίας και είναι πληρωτέες μέχρι την ημερομηνία έναρξης αυτής θα υποβάλλονται στα κεντρικά γραφεία του δικαιοπάροχου εντός της προβλεπόμενης στο Ρωσικό δίκαιο προθεσμίας. Αυτός βεβαίως αφορά υποχρεώσεις πριν και μέχρι την έναρξη ισχύος της συμφωνίας. Επαναλαμβάνεται όμως πως στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο υπάρχουν εκείνα τα στοιχεία που προσδίδουν δικαιοδοσία στο Δικαστήριο και αποκαλύπτουν καλή συζητήσιμη υπόθεση, χωρίς όμως να υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της Αγωγής η οποία βεβαίως θα γίνει στη βάση της παρουσίασης του αναγκαίου συνόλου της μαρτυρίας και από τις δύο πλευρές. Θεωρώ ακόμα πως εντός του πλαισίου αξιολόγησης επί της ουσίας, εντάσσονται και η συμφωνία ημ. 24.9.13, Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση της ΑΠ, η οποία υπεγράφη μεταξύ των μερών και προηγήθηκε της παρούσας, καθώς επίσης και η συμφωνία ημ 12.6.17, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της ΑΠ, στις οποίες παραπέμπουν οι Ενάγουσες για να υποστηρίξουν την επιλογή των μερών ως προς την εφαρμογή του Κυπριακού δικαίου. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι εφαρμοστέο είναι το Ρωσικό δίκαιο δυνάμει του οποίου μάλιστα, σύμφωνα με νομική γνωμάτευση ημ. 25.6.19 Ρώσων δικηγόρων, Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της ΑΠ, η συμφωνία δικαοχρησίας είναι εξ υπαρχής άκυρη και οι Ενάγουσες δεν έχουν συμβατικά δικαιώματα έναντι των Εναγομένων 1 και 2. Θεωρώ ότι η επίκληση από την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 της εφαρμογής του Ρωσικού δικαίου δεν αποτελεί θέμα το οποίο θα έπρεπε η πλευρά των Εναγουσών να αποκαλύψει στα πλαίσια των αιτήσεων για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Κατ΄ αρχάς η θέση των Εναγουσών περί της εφαρμογής του Κυπριακού δικαίου αποκλείει την πιθανότητα κατά τις ίδιες εφαρμογής άλλου δικαίου και επιπλέον η ενδεχόμενη επίκληση από την άλλη πλευρά της εφαρμογής του Ρωσικού δικαίου δεν είναι μια θέση η οποία προέκυψε μέσα από την αλληλογραφία των μερών ή μια τόσο πιθανή και προβλεπτή θέση που επέβαλλε την υποχρέωση αποκάλυψης και αναφοράς από τις Ενάγουσες στις μονομερείς αιτήσεις. Εδώ είναι χρήσιμο επίσης να λεχθεί πως στην ένσταση τους οι Ενάγουσες επισυνάπτουν νομική γνωμάτευση ημ. 5.9.19 από Ρώσους δικηγόρους, Τεκμήριο 1, στην οποία εκφράζουν την αντίθετη άποψη, ήτοι πως η επίδικη συμφωνία είναι έγκυρη και δεσμευτική και πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 κωλύονται να εγείρουν ζήτημα ακυρότητας της λόγω συμπεριφοράς και εφαρμογής της συμφωνίας για σειρά ετών. Σαφώς αυτό το ζήτημα θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της Αγωγής. Ερχόμενη τώρα στα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα, το άρθρο 4
(1)του ΕΚ 864/07 προνοεί πως «το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής, η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημιά, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα.». Πέραν των όσων έχουν ήδη λεχθεί για τον τόπο πρόκλησης της ζημιάς, οι Αιτητές παραπέμπουν στο σύγγραμμα Private International Law (ανωτέρω), σελ. 811, όπου αναφέρεται ότι καθοριστικό κριτήριο δεν είναι ο τόπος διαμονής του επηρεαζόμενου διαδίκου ή ο τόπος του τραπεζικού λογαριασμού του στον οποίο υλοποιείται η ζημιά, και λέγουν ότι η ζημιά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προκλήθηκε στην Κύπρο επειδή οι Ενάγουσες είναι Κυπριακές εταιρείες και έχουν λογαριασμούς στην Κύπρο, ενώ η απώλεια των πελατών επεσυνέβη στη Ρωσία. Σημειώνεται πως στο ίδιο το σύγγραμμα αναφέρεται πως αυτή η παραπομπή αφορά σε αγωγές για αξιώσεις αποκλειστικά οικονομικής ζημιάς οι οποίες δεν προκαλούνται από τραυματισμούς ή σε περιουσία, ενώ η υπό κρίση Αγωγή δεν περιορίζεται σε αποζημιώσεις αλλά αφορά και σε διατάγματα απαγόρευσης ανταγωνισμού και χρήσης των σημάτων των Εναγουσών. Οι Αιτητές επικαλούνται την εφαρμογή του άρθρου 8 του ΕΚ 864/07 για την εφαρμογή του Ρωσικού δικαίου ειδικά αναφορικά με την προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, καθώς επίσης και του άρθρου 4
(3)για τα υπόλοιπα αστικά αδικήματα, σύμφωνα με το οποίο αν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στην παρ. 1, τότε εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής, επαναλαμβάνοντας ότι ισχύει το Ρωσικό δίκαιο. Θεωρώ όμως πως από τη στιγμή που οι Ενάγουσες έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση αναφορικά με το εφαρμοστέο (Κυπριακό) δίκαιο, το Δικαστήριο δεν δύναται σε αυτό το στάδιο να καταλήξει σε οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα καθώς οι ισχυρισμοί των Αιτητών βασικά απαιτούν την εξέταση όλων των περιστάσεων της υπόθεσης κάτι το οποίο δύναται να γίνει κατά την εκδίκαση της ουσίας της Αγωγής με βάση την απαραίτητη μαρτυρία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως οι μονομερείς αιτήσεις ημ. 7.5.19 και 9.5.19 περιείχαν το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων με βάση το οποίο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής και πως τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, ούτως ώστε να δικαιολογείτο η έγκριση αυτών. Επισημαίνεται βεβαίως πως στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, κάτι το οποίο θα γίνει κατά την ακρόαση της ουσίας της επίδικης διαφοράς και το θέμα της δικαιοδοσίας δύναται να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. IV. Εξέταση ορθότητας τρόπου επίδοσης Όπως αναφέρεται ανωτέρω, στις 10.5.19 το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για επίδοση σε όλους τους Εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση με ένα εκ των εκεί καταγραφέντων τρόπων. Είναι κοινώς παραδεκτό πως η επίδοση στους Αιτητές έγινε μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών και στον Εναγόμενο 1 - Αιτητή και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην ηλεκτρονική του διεύθυνση, όπως προβλεπόταν και προς συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Το ζήτημα της επίδοσης στο εξωτερικό διέπεται από τη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τη Δ.6 θ.4, κάθε αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση καθώς επίσης και ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση διαφορά, κάτι το οποίο έχει καταδειχθεί με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω. Το θέμα του τρόπου επίδοσης ρυθμίζεται από τη Δ.5 θ.1
(1)και
(2)και τη Δ.51 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενώ η Δ.5 θ.9 και η Δ.5Α ρυθμίζουν το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης. Ειδικότερα, η Δ.5 θ.9 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις στις οποίες θεωρεί πως δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στη Δ.5 θ.2. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Φραγκέσκου κ.ά. v. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765: «Στην παρούσα υπόθεση η εφεσίβλητη είχε εξασφαλίσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Είχαν, επομένως, θεμελιωθεί οι προϋποθέσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να επιτευχθεί επίδοση με υποκατάστατη επίδοση τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Western etc. Building Society και Karim, πιο πάνω). . Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 θ.9 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ.2. Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ.5 θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg
(1915)1 K.B. 857). ΄Οπως λέχθηκε στην Karim (πιο πάνω) το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου.» Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, δεν χωρεί αμφιβολία πως επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση δύναται να διαταχθεί από το Δικαστήριο σε εναγόμενο ο οποίος βρίσκεται είτε εντός είτε εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εισήγηση των Αιτητών ότι η Δ.5 θ.2 και θ.9 αφορά μόνο τοπικές επιδόσεις δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο ίδιο το λεκτικό της Διαταγής ούτε και στη σχετική ως άνω νομολογία (βλ. επίσης Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689). Αποτελεί κοινό έδαφος πως το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση μέσω εταιρείας ταχυμεταφορών και ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου βασίστηκε στις Δ.5 και 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες περιλαμβάνονταν στη νομική βάση της αίτησης ημ. 9.5.
  1. Το Δικαστήριο εξέδωσε επίσης διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας διαζευκτικά με τον τρόπο που καθορίζει η Σύμβαση της Χάγης και η διακρατική Συμφωνία μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσίας στις εκεί αναγραφόμενες διευθύνσεις των Εναγομένων. Αποτελεί θέση των Αιτητών ότι η διενεργηθείσα επίδοση σε αυτούς είναι άκυρη καθότι αυτή μπορούσε να γίνει μόνο με βάση τη Σύμβαση της Χάγης και ή τη διμερή Σύμβαση και επομένως η επίδοση μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν είναι επιτρεπτή και έγκυρη. Η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου κυρώθηκε με τον Κυρωτικό Ν.172/
  2. Η ισχύς του εν λόγω Νόμου συνεχίζεται και μετά τη δημιουργία της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως διάδοχου κράτους της ΕΣΣΔ, όπως προνοείται στον περί του Πρωτοκόλλου μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας για το Ευρετήριο των Διμερών Συμφωνιών που υπογράφηκε στη Μόσχα στις 11.10.00 Ν.34(ΙΙΙ)/
  3. Το άρθρο 7 προνοεί για την επίδοση εγγράφων όπου αναφέρονται τα εξής: «
  4. Η παραγγελλόµενη αρχή θα ενεργεί την επίδοση εγγράφων σύµφωνα µε τους κανόνες επίδοσης που ισχύουν στο Κράτος αυτής, εφόσο τα προς επίδοση έγγραφα είναι συντεταγµένα στη δική της γλώσσα ή συνοδεύονται από πιστοποιηµένη µετάφραση στη γλώσσα αυτή. Σε περίπτωση που τα έγγραφα δεν είναι συντεταγµένα στη γλώσσα του παραγγελλόµενου Μέρους και δε συνοδεύονται από µετάφραση, αυτά θα επιδίδονται στον παραλήπτη µόνο αν αυτός προθυµοποιείται να τα αποδεχθεί.
  5. Η παραγγελία για επίδοση πρέπει να περιέχει την ακριβή διεύθυνση του παραλήπτη και τον τίτλο του προς επίδοση εγγράφου. Αν η διεύθυνση που δίδεται στην παραγγελία δεν είναι πλήρης ή ακριβής, η παραγγελλόµενη αρχή οφείλει, σύµφωνα µε το δίκαιό της, να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για εξακρίβωση της ορθής διεύθυνσης.» Σύμφωνα με το άρθρο 9 το οποίο αφορά στην επίδοση εγγράφων σε ημεδαπούς πολίτες: «
  6. Τα Συµβαλλόµενα Μέρη δικαιούνται να ενεργούν επίδοση εγγράφων στους ηµεδαπούς τους πολίτες µέσω των διπλωµατικών τους αποστολών ή των προξενικών τους γραφείων.
  7. Κανένας εξαναγκασµός δεν µπορεί να χρησιµοποιηθεί αναφορικά µε την επίδοση αυτή.» Το λεκτικό των προαναφερόμενων άρθρων είναι σαφές ως προς ποια έγγραφα πρέπει να επιδοθούν και ως προς τη δυνατότητα του προσώπου προς το οποίο επιδιώκεται η επίδοση στη Ρωσική Ομοσπονδία να αρνηθεί να τα παραλάβει. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ρωσική Ομοσπονδία είναι μέρη της Σύμβασης της Χάγης του 1965 περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις η οποία κυρώθηκε στην Κύπρο με τον Κυρωτικό Ν.40/
  8. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο πως η Ρωσική Ομοσπονδία ενίσταται στη χρήση των μεθόδων διαβίβασης δικαστικών εγγράφων κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 10 της Σύμβασης. Στην υπόθεση Kean Soft Drinks Ltd v. Safmarine Container Lines N.V. κ.ά.
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1784, λέχθηκε πως το άρθρο 10
(2)της Σύμβασης επιτρέπει μόνο την αποστολή δικαστικών εγγράφων ταχυδρομικώς, μέσω κρατικής και όχι ιδιωτικής υπηρεσίας και πως το άρθρο 10(α) της Σύμβασης δεν περιορίζει την αποστολή δικαστικών εγγράφων μέσω κρατικής ταχυδρομικής υπηρεσίας αλλά συμπεριλαμβάνει και ιδιωτική ταχυδρομική υπηρεσία, ήτοι υπηρεσία ταχυμεταφορών. Στο Practical Handbook on the Operation of the Hague Service Convention, 3η έκδοση, 2006, σελ. 74, παρ. 44, τονίζεται ο αποκλειστικός χαρακτήρας της Σύμβασης. Οι δικηγόροι των Αιτητών παραπέμπουν στη σελ. 144, στην υποσημείωση 258 όπου γίνεται αναφορά στη μη δεκτότητα επίδοσης μέσω ταχυδρομείου στη Γερμανία (η οποία επίσης ενίσταται στις μεθόδους επίδοσης του άρθρου 10) και σε αποφάσεις Δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γαλλίας στις οποίες επίδοση μέσω ταχυδρομείου στη Γερμανία δεν έγινε δεκτή καθώς επίσης και σε μια Κυπριακή απόφαση. Πρόκειται για την υπόθεση Heeren v. UWE Scaper κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 1069 στην οποία ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης ανέφερε πως ενόψει της ένστασης της Γερμανίας σε σχέση με το άρθρο 10 της Σύμβασης η επίδοση που έγινε με διπλοσυστημένη επιστολή απ΄ ευθείας στον εναγόμενο 3 έπρεπε να παραμεριστεί και πως δεν υπήρχε περιθώριο διάσωσης της. Το παρόν Δικαστήριο επισημαίνει πως αυτή είναι πρωτόδικη απόφαση Ναυτοδικείου στην οποία η ουσία (ratio) της απόφασης ήταν πως η επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος έπρεπε να παραμεριστεί καθότι ο ενάγων δεν είχε καταφέρει να καταδείξει πως ήταν συμβαλλόμενος στη σύμβαση εργοδότησης που περιείχε όρο για αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ακολούθως ο κ, Κωνσταντινίδης επισημαίνει τη μη ύπαρξη οποιουδήποτε στοιχείου που να συσχετίζει την αγωγή με την Κύπρο, πλην όμως δηλώνει πως δεν θα επεκταθεί επί τούτου ενόψει της ως άνω απόφασης του και συνεχίζει πως «είναι ορθό όμως να καταγράψω την αντίληψη μου πως ο ενάγων δεν αρνήθηκε τελικά ότι ενόψει της ένστασης της Γερμανίας .. η επίδοση θα έπρεπε να παραμεριστεί.» Τούτου λεχθέντος, δεν τίθεται αμφιβολία πως ως θέμα αρχής λόγω ακριβώς της ένστασης κάποιας χώρας, στην προαναφερόμενη υπόθεση της Γερμανίας και στην παρούσα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η επίδοση με οποιονδήποτε τρόπο εκτός της κρατικής οδού δεν είναι επιτρεπτή. Το καίριο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ανεξαρτήτως των πιο πάνω, το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει επίδοση με εναλλακτικό τρόπο και δη μέσω ιδιωτικής υπηρεσίας ταχυμεταφορών και ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Είναι γεγονός πως υπάρχουν κάποιες αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων, στις οποίες παρέπεμψαν και οι δύο πλευρές. Σε αυτές εκφράζονται αντίθετες απόψεις επί αυτού του θέματος και βεβαίως δεν είναι δεσμευτικές για το παρόν Δικαστήριο. Το θέμα απασχόλησε τα Αγγλικά Δικαστήρια. Οι δικηγόροι των Αιτητών παραπέμπουν στην Αγγλική υπόθεση Knauf UK GmbH v. British Gypsum Ltd
(2002)2 All ER 525. Στην εν λόγω υπόθεση απασχόλησε το κατά πόσο η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε εναγόμενο στη Γερμανία μέσω των Άγγλων δικηγόρων του ήταν καλή. Σημειώνεται πως στην Αγγλία, η Δ.6.8
(1)των Θεσμών προνοεί για επίδοση με εναλλακτικές μεθόδους για καλό λόγο («good reason»). Παραθέτω αυτούσιο το λεκτικό: «Where it appears to the court that there is a good reason to authorise service by a method not permitted by these Rules, the court may make an order permitting service by an alternative method.» Αφού το Δικαστήριο επεσήμανε πως επίδοση μέσω ταχυδρομείου στη Γερμανία δεν είναι επιτρεπτή δυνάμει της Σύμβασης της Χάγης ή της Διμερούς Συνθήκης εκτός αν υπήρχε διαταγή για επίδοση με εναλλακτική μέθοδο, το ερώτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσο υπήρχε καλός λόγος για να εκδοθεί τέτοια διαταγή. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν η εξής: «It was argued by Peters before the judge that the Hague Convention and the Bilateral Convention were a 'mandatory and exhaustive code of the proper means of service on German domiciled defendants', which therefore excluded alternative service in England. The judge did not accept that submission, pointing out that those conventions were simply not concerned with service within the English jurisdiction. Peters did not repeat that submission on its appeal. Nevertheless, it follows in our judgment that to use CPR 6.8 as a means for turning the flank of those conventions, when it is common ground that they do not permit service by a direct and speedy method such as post, is to subvert the conventions which govern the service rule as between claimants in England and defendants in Germany. It may be necessary to make exceptional orders for service by an alternative method where there is 'good reason': but a consideration of what is common ground as to the primary method for service of English process in Germany suggests that a mere desire for speed is unlikely to amount to good reason, for else, since claimants nearly always desire speed, the alternative method would become the primary way.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με βάση την πιο πάνω απόφαση, αρχικώς επισημαίνεται πως αφορούσε την επίδοση μόνο του κλητηρίου και πως αναγνωρίστηκε η δυνατότητα έκδοσης κατ΄ εξαίρεση διαταγμάτων επίδοσης με εναλλακτικές μεθόδους όταν υπάρχει καλός λόγος. Σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε ότι η απλή ανάγκη γρηγορότερης επίδοσης της αγωγής δεν αποτελούσε καλό λόγο. Υπάρχει όμως πιο πρόσφατη Αγγλική νομολογία η οποία ασχολείται με το τεθέν στην υπό κρίση περίπτωση ζήτημα, ήτοι την επίδοση αίτησης για απαγορευτικό διάταγμα και ή, όπου έχει εκδοθεί, την επίδοση αυτού. Το ζήτημα αποτέλεσε αντικείμενο αναφοράς στην υπόθεση Εφετείου (Court of Appeal) Cecil and others v. Bayat and others
(2011)EWCA Civ 135, όπου έγινε παραπομπή στην υπόθεση Knauf. Το σχετικό απόσπασμα, το οποίο και πάλι δεν αφορούσε την ουσία (ratio) της απόφασης, είναι διαφωτιστικό: «65 In modern times, outside the context of the European Union, the most important source of the consent of states to service of foreign process within their territory is to be found in the Hague Convention (in relation to the state parties to it) and in bilateral conventions on this matter. Because service out of the jurisdiction without the consent of the state in which service is to be effected is an interference with the sovereignty of that state, service on a party to the Hague Convention by an alternative method under CPR r 6.15 should be regarded as exceptional, to be permitted in special circumstances only. 66 It follows, in my judgment, that while the fact that proceedings served by an alternative method will come to the attention of a defendant more speedily than proceedings served under the Hague Convention is a relevant consideration when deciding whether to make an order under CPR r 6.15, it is in general not a sufficient reason for an order for service by an alternative method. 67 Quite apart from authority, I would consider that in general the desire of a claimant to avoid the delay inherent in service by the methods permitted by CPR r 6.40, or that delay, cannot of itself justify an order for service by alternative means. Nor can reliance on the overriding objective. If they could, particularly in commercial cases, service in accordance with CPR r 6.40 would be optional; indeed, service by alternative means would become normal. In fact this view is supported by authority: see the judgment of the court in Knauf UK GmbH v British Gypsum Ltd [2002] 1 WLR 907, para 47: "It was argued by [the second defendant] before the judge that the Hague Convention and the Bilateral Convention were a 'mandatory and exhaustive code of the proper means of service on German domiciled defendants', which therefore excluded alternative service in England. The judge did not accept that submission, pointing out that those Conventions were simply not concerned with service within the English jurisdiction. [The second defendant] did not repeat that submission on its appeal. Nevertheless, it follows in our judgment that to use CPR r 6.8 as a means for turning the flank of those Conventions, when it is common ground that they do not permit service by a direct and speedy method such as post, is to subvert the Conventions which govern the service rule as between claimants in England and defendants in Germany. It may be necessary to make exceptional orders for service by an alternative method where there is 'good reason': but a consideration of what is common ground as to the primary method for service of English process in Germany suggests that a mere desire for speed is unlikely to amount to good reason, for else, since claimants nearly always desire speed, the alternative method would become the primary way." 68 Service by alternative means may be justified by facts specific to the defendant, as where there are grounds for believing that he has or will seek to avoid personal service where that is the only method permitted by the foreign law, or by facts relating to the proceedings, as where an injunction has been obtained without notice, or where an urgent application on notice for injunctive relief is required to be made after the issue of proceedings. In the present case, the only reason for urgency in serving the defendants arose from the claimants' delay in seeking and in seeking and obtaining their permission to serve out of the jurisdiction: a delay resulting in part from their decision not to proceed with their claim until they had obtained funding for the entire proceedings. Furthermore, their application for permission to serve out was not particularly complicated. 69 This does not mean that a claimant cannot bring proceedings to the attention of a defendant by e-mail, fax or other more speedy means than service pursuant to CPR r 6.40. The claimants could have done so in the present case. But, as I have indicated, service is more than this. In my view, the judge confused this possibility with service itself. 70 It follows that in my judgment there was no good reason for an order granting permission to serve the defendants by alternative methods.» ( Η έμφαση και υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι ίδιες αρχές ακολουθήθηκαν και εφαρμόστηκαν και στις ακόλουθες πρωτόδικες υποθέσεις του High Court. Η πρώτη είναι η BNP Paribas SA v. Joint Stock Company Russian Machines and another
(2011)EWHC 308 (Comm). Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε σε αίτηση παραμερισμού διατάγματος και επίδοσης αντιαγωγικού διατάγματος μεταξύ άλλων στον εναγόμενο 2 στη Ρωσία. Το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Validity of Service in Russia on the second defendant 123. Since I have held that the court has, and should exercise jurisdiction over the second defendant, the next question is as to the validity of service of these proceedings on the second defendant in Russia which pursuant to the order of 8 June 2011 happened, or purportedly happened, on 20 and/or 28 June 2011 by delivery (i) by hand and/or (ii) registered post at its and/or its lawyers' offices in Moscow. This raises a question as to permitted service under CPR r. 6.40
(3)(c)), namely whether such service is (
  1. i)permitted or (
  2. ii)required to take place exclusively through the official channels prescribed in Article 5 of the Hague Convention. If the latter, the question is whether the court was justified in ordering service by alternative methods on the second defendant in Russia (paragraph 1(
  3. b)& (
  4. c)of the 8 June 2011 Order). In so far as relevant to (i), there is a further question as to whether service of foreign process in the Russian Federation by hand and/or by registered post is illegal as a matter of Russian law. 124. It may be noted that the order of 8 June 2011 gave permission to serve the proceedings on the second defendant pursuant to the Hague Convention as well as by alternative methods (namely by hand or post at the second defendant's offices in Moscow, or those of its lawyers). Ms Selvaratnam QC accepted in oral submissions that if it is decided that there is jurisdiction as regards the second defendant (and I have decided that there
  5. is)then the order of 8 June 2011 would stand to that extent, subject to an extension of the validity of the claim form. The claimant's evidence on the application for permission to serve out was that service in Russia through the Ministry of Justice under the Hague Convention can take between three to six months, and I do not understand that to be in dispute. Since the Hague Convention procedure was incepted by the claimant on 14/15 July 2011, it appears that service through that channel will in fact take place soon. . 127. There was evidence of Russian law before the court as regards service. The following is common ground. Service of domestic process in Russia by registered post is permitted, and in fact is the "usual" way of effecting service domestically. Both the United Kingdom and Russia are parties to the Convention on the Service Abroad of Judicial and Extrajudicial Documents in Civil or Commercial Matters (Hague, November 15, 1965) (the Hague Convention), but in 2004 Russia made a reservation with respect to the application of Article 10 (service directly by post). Process originating in another Hague Convention signatory country (like the United Kingdom) is only permitted through so-called Article 5 "official channels" (in other words through the Ministry of Justice and the Arbitrazh Court). Service of other foreign process in Russia, in other words process which originates in a non-Hague Convention signatory country, by registered post is permissible under Russian law. . . The court can properly order service by alternative means provided such an order is justified under the guidance laid down in Cecil v Bayat, ibid, which I have explained above. 136. It is said by the second defendant that there was no special circumstance justifying an order for alternative service in the present case. One of the factors identified as such in Cecil v Bayat is the case of urgency. The second defendant points out that in making its application to the court, the claimant relied upon s.44
(4)Arbitration Act 1996. That provides that if the case is not one of urgency, the court can only act with the permission of the arbitral tribunal. That is to be distinguished from the power in s.44
(3)which gives the court a general power to make orders for the purpose of preserving evidence or assets if the case is one of urgency.
  1. My conclusion in this respect is as follows. The claimant's evidence in support of its application made it clear that although, at that time, the claimant did not envisage an urgent application for interlocutory relief, there was nevertheless "some element of urgency" in the matter. In particular, it was stated that "the relief sought is sufficiently urgent that to wait for service to be effected under the Hague Convention on the second defendant (which could take between 3 to 6 months) would likely defeat the purpose of this application, which in order to be effective, must be heard before the Russian proceedings are concluded. I understand [said the deponent] that there is English authority that allows for service of foreign process by an alternative method, and I believe that service on the second defendant's lawyers would not prejudice the second defendant as its lawyers already represent it in the Russian proceedings".
  2. At the time of the application to the court, the arbitration was underway. Two procedural orders had already been made before the application to the arbitrator which resulted in the order giving permission to bring the anti-suit proceedings. I do not consider that it is surprising that the claimant thought it right in those circumstances to seek permission from the arbitrator. Nor do I consider that the fact that his permission was sought requires a conclusion that the matter was not sufficiently "urgent" to fall within the kind of special circumstance envisaged by the court in Cecil v Bayat. Hamblen J was the judge at first instance in that case, and was well acquainted with the issues. I consider that he was right to make the order he did, and reject the defendants' contentions to the contrary.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η δεύτερη υπόθεση είναι η JSC BTA Bank v. Abyazov and others
(2011)EWHC 2988 (Comm), στην οποία υιοθετήθηκε η Cecil v. Bayat (ανωτέρω), εφόσον θεωρήθηκε ως πολύ πειστική αυθεντία, και λέχθηκαν τα εξής: «
  1. It is common ground that the court's jurisdiction to permit alternative service out of the jurisdiction stems from CPR r.6.
  2. This was assumed by Stantey Burnton LJ and Rix LJ in Cecil v Bayat whose view has been followed by Tugenhadt J. in Bacon v Automatic Inc. & Others [2011] EWHC 1072 (QB). Thus the court may order alternative service where there is "good reason" to do so.
  3. Although the observations of both Stanley Burnton LJ and Rix LJ in Cecil v Bayat as to how this jurisdiction should be exercised are strictly obiter dicta they were made after hearing full argument and therefore are of very persuasive authority. It is necessary to note the following observations in particular. Stanley Burnton LJ said, at paragraph 66, that whilst the fact that proceedings served by an alternative method will come to the attention of a defendant more speedily than proceedings served under the Hague Convention is a relevant consideration, it is in general not a sufficient reason for an order for service by an alternative method. He further said, at paragraph 67, that in general the desire of a claimant to avoid the delay inherent in service under the Hague Convention cannot of itself justify an order for service by alternative means. Service by alternative means may be justified by facts specific to the defendant, "as where there are grounds for believing that he has or will seek to avoid personal service where that is the only method permitted by the foreign law" or by facts relating to the proceedings, "as where an injunction has been obtained without notice"; see paragraph
  4. Rix LJ agreed that the mere desire for speed was unlikely to amount to good reason. However, he left out of account those cases where service can take very long periods and observed that "it may be that some flexibility should be shown in dealing with such cases, especially where litigation could be prejudiced by such lengthy periods"; see paragraph 113.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εδώ είναι σημαντικό να λεχθεί πως το δεύτερο ζήτημα που απασχόλησε στην πιο πάνω υπόθεση, ήτοι κατά πόσο η επίδοση στη Ρωσική Ομοσπονδία μέσω συστημένου ταχυδρομείου είναι παράνομη με βάση το Ρωσικό δίκαιο, απασχόλησε και το Αγγλικό Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) στην υπόθεση Abela and others v. Baadarani
(2013)4 All ER 119, όπου αποφασίστηκε πως η δοθείσα ερμηνεία της σχετικής Αγγλικής δικονομικής πρόνοιας δεν είναι ορθή. Είναι σε αυτή ακριβώς την προσέγγιση στην οποία γίνεται αναφορά στο The White Book 2013, στη σελ. 3, κάτω από τον τίτλο «6.40.5 Service on a defendant out of the United Kingdom» στο οποίο παρέπεμψαν οι δικηγόροι των Αιτητών. Ανεξαρτήτως όμως αυτής της προσέγγισης, στο ίδιο το σύγγραμμα επαναλαμβάνονται οι αρχές της Cecil v. Bayat (ανωτέρω) ως εξής: «There is no express provision in Section IV of Pt 6 permitting service of a claim form out of the jurisdiction by an alternative method, but it now seems settled that the court has such jurisdiction and that it is derived from the court's power to give directions as to service under r.6.37
(5)(b)(i) (Cecil v. Bayat [2011] EWCA Civ 135; [2011] 1 W.L.R. 3086, CA ). This authorizes the court to make an order for alternative service pursuant to r.6.15
(1), and also to make such an order with retrospective effect pursuant to r.6.15
(2). The Court of Appeal has stressed that these powers should be regarded as exceptional and must be exercised cautiously; usually it would be inappropriate for the court to validate retrospectively a form of service which was not authorized by an order of an English judge when it was effected and was not good service by local law (Abela v. Baadarani [2011] EWCA Civ 1571, December 21, 2011, CA, unrep.). Speed is a relevant consideration but, in general, the desire of a claimant to avoid the delay inherent in service by the methods permitted by r.6.40 cannot of itself justify an order for service by an alternative method (Cecil v. Bayat op cit). .» Θεωρώ ότι οι αρχές οι οποίες υιοθετήθηκαν στη Cecil v. Bayat (ανωτέρω) και ακολουθήθηκαν στις προαναφερόμενες υποθέσεις τυγχάνουν εφαρμογής κατ΄ ανάλογο τρόπο και στην υπό κρίση περίπτωση με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Και τούτο, καθότι αφενός αναγνωρίζεται η εφαρμογή της Σύμβασης της Χάγης χωρίς όμως ταυτόχρονα να εξουδετερώνεται και αναιρείται η εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις περιπτώσεις όπου υπάρχει κάποιος εξαιρετικός λόγος που επιβάλλει την επίδοση με εναλλακτική μέθοδο. Στην υπό κρίση περίπτωση, στη μονομερή αίτηση ημ. 9.5.19 ο ισχυρισμός της ΥΛ πως η επίδοση μέσω της μεθόδου που καθορίζεται στον Ν.40/82 είναι χρονοβόρα και ενδεχομένως να προκαλέσει μεγάλη καθυστέρηση στην επίδοση ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλευρά των Αιτητών. Υπενθυμίζεται πως η ΥΛ επικαλέστηκε την επείγουσα φύση της διαδικασίας και το γεγονός ότι η αίτηση για ενδιάμεσο διάταγμα είναι ορισμένη για επίδοση για να ισχυριστεί ότι θα πρέπει να διαταχθεί εναλλακτική μέθοδος επίδοσης ούτως ώστε τα έγγραφα να τεθούν σε γνώση των Εναγομένων χωρίς αχρείαστη καθυστέρηση. Η ύπαρξη αίτησης για ενδιάμεσο διάταγμα, η οποία εκκρεμεί για επίδοση, αποτελεί ρητώς ένα εκ των λόγων που δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος για εναλλακτική επίδοση, σύμφωνα με την υπόθεση Knauf (ανωτέρω). Επί τούτου συμφωνώ με την πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή 3463/13 ΕΔ Λεμεσού, ημ. 29.4.14 στην οποία η έντιμη Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπως ήταν τότε, κα Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, ανέφερε τα εξής: «Είναι χρήσιμη η αναφορά εν προκειμένω στην υπόθεση Φραγκέσκου ν. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765 όπου τέθηκε ότι "το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει, κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου (βλ. The Annual Practice, 1960, Vol. 1, παραγ. 133-134)". Στη κρινόμενη περίπτωση το Δικαστήριο, αφού είχε ενώπιον του όλα τα δεδομένα, που αφορούσαν την ισχυριζόμενη εμπλοκή των Εναγομένων 9 αλλά και το θέμα της καταλληλότερης επίδοσης προς αυτούς στη Ρωσία, αποφάσισε ότι ο συγκεκριμένος τρόπος επίδοσης, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ήταν ο πλέον κατάλληλος. Η επείγουσα υφή της διαδικασίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί παράλογη από το στάδιο εκείνο απλώς επειδή η αίτηση και το συντηρητικό διάταγμα δεν αφορούσε τους Εναγόμενους 9. Η ύπαρξη διατάγματος, κατά το χρόνο εκείνο, δηλαδή στις 20.08.2013, κατά τη κρίση μου, έθετε το όλο θέμα της αγωγής ως επείγουσας, αφού η όλη στάση του Ενάγοντα στη προώθηση της αγωγής είναι ένα απόλυτα σχετικό θέμα σε συνάρτηση με το διάταγμα. Ακριβώς, ακολουθώντας την αιτιολογική βάση της υπόθεσης Φραγκέσκου (ανωτέρω) αλλά και των συναφών αναφορών στο Annual Practice, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο διαταχθείς τρόπος επίδοσης να θέσει, κατά λογική προοπτική, τη διαδικασία υπόψη του Εναγομένου. Πράγμα, που εδώ, έχει συντελεστεί αφού η διαδικασία έχει γνωστοποιηθεί στους Εναγομένους 9 αναφορικά με το κλητήριο ένταλμα, την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, μαζί με το σχετικό διάταγμα και τη μονομερή αίτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε το διάταγμα που αφορούσε την επίδοση. Επίσης, περιλαμβανόταν στα δοθέντα έγγραφα, τόσο η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση όπως επίσης και τα σχετικά τεκμήρια. Σημειώνεται ακόμη - και είναι πολύ σημαντικό - ότι όλα τα έγγραφα ήταν μεταφρασμένα στη Ρωσική γλώσσα. Στη παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση, γίνεται ρητή παραδοχή ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν όλα τα έγγραφα στις 26.08.2013, με αποτέλεσμα ο σκοπός της επίδοσης να επιτευχθεί, σύμφωνα με τη πιο πάνω νομολογία. Θα συμφωνήσω δε με τους ευπαίδευτους συνηγόρους του Ενάγοντα ότι η Σύμβαση της Χάγης και η συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου δεν αναιρούν τις εξουσίες του Δικαστηρίου, εφόσον βέβαια δοθεί το κατάλληλο υπόβαθρο, να ασκήσει τις εξουσίες που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αλλά και με βάση τις συμφυείς εξουσίες. Το Δικαστήριο αυτό έπραξε, αποφασίζοντας για τη μορφή επίδοσης, η οποία υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα ήταν αρκούντως γρήγορη και ικανοποιητική ως προς την πλήρωση της απαραίτητης προϋπόθεσης της γνωστοποίησης της διαδικασίας στον Εναγόμενο. Πράγμα το οποίο έχει συντελεστεί. Άλλωστε η θεώρηση μου είναι ότι η ένσταση της Ρωσίας για τον τρόπο επίδοσης με ταχυδρομείο ή άμεσα σε πολίτη της, όπως προβλήθηκε από τον Αιτητή, ακριβώς δεν ισχύει όταν υπάρχει σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω. Ωστόσο και αν ακόμη δεν είναι ορθή η πιο πάνω προσέγγιση μου και αν όντως υπήρξε λάθος ή παρατυπία στην συντελεσθείσα επίδοση, κρίνω ότι αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης, αφού ακριβώς καμία ζημιά δεν φάνηκε να προκαλείται στον Εναγόμενο (βλ. Pat Jones ν. Ξένια Δημητρίου κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526). Άλλωστε, αναρωτιέται εύλογα κανείς τι νόημα θα υπήρχε αν ακυρωνόταν η επίδοση και λάμβαναν χώρα άλλα διαβήματα για γνωστοποίηση εκ νέου στον Εναγόμενο μιας διαδικασίας που ήδη γνώριζε. Αυτό δεν θα ήταν λογικό και θα είχε ως αποτέλεσμα απλώς την καθυστέρηση της διαδικασίας της αγωγής. Ιδιαίτερα χρήσιμη καθοδήγηση για τα θέματα αυτά, κρίνω, προσφέρει η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Sisenh Dau (Π.Ε. 23/13, ημερομηνίας 13.9.2013, η οποία, αν και αφορούσε μόνο επίδοση με βάση τον Ε.Κ. 1393/07, προβαίνει σε γενικότερα χρήσιμα σχόλια ως προς σειρά παρατυπιών που παρουσιάσθηκαν. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα της απόφασης αυτής: «. Πρόκειται για τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με το όλο πνεύμα του Κανονισμού 1393/2007/ΕΚ, αλλά και με τους δικούς μας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σημασία έχει ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των εφεσιβλήτων.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48. Θ. 13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού. Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχ. Dasaki Entertainment Co. Ltd ν. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ.2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356 και Olympia Designs (Properties) Limited v. Unique UK Inc.
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Βέβαια σε περίπτωση που οι Εφεσίβλητοι δεν εμφανίζονταν εγκαίρως και λόγω της παράλειψης τους εκδίδετο απόφαση εναντίον τους, τότε η παράλειψη των Εφεσειόντων να συμπεριλάβουν και μετάφραση του διατάγματος, ενδεχομένως να αποκτούσε εντελώς διαφορετική διάσταση. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Όμως στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσίβλητοι δεν ερημοδίκησαν, αλλά εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, έστω και υπό διαμαρτυρία. Για αυτό θεωρούμε ότι και η συγκεκριμένη παράλειψη θα μπορούσε να θεραπευθεί για τους ίδιους λόγους που έχουμε αναφέρει, με την εκ των υστέρων αποστολή πιστής μετάφρασης του διατάγματος στους Εφεσιβλήτους.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Κατά την κρίση μας τα μέρος των επτά πρωτόδικων αποφάσεων που αφορά στην ακύρωση της επίδοσης για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, είναι εσφαλμένο, καθότι οι όποιες παραλείψεις θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/2007. Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν προκύπτει από τα έγγραφα που αποστάληκαν για επίδοση πραγματική παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν τη φύση της κατ' ισχυρισμό παραπλάνησης τους, αλλά και πιο σημαντικά τις επιπτώσεις σ' αυτούς από οποιαδήποτε πιθανή παραπλάνηση. Επομένως, δεν θα ακυρώναμε την επίδοση εκτός αν κριθεί από το ΔΕΕ ότι η επίδοση της τυποποιημένης βεβαίωσης είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση επίδοσης εγγράφων δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 και ότι τυχόν παράλειψη επίδοσης της δεν είναι θεραπεύσιμη και συνιστά λόγο ακυρότητας της επίδοσης.» Στη βάση λοιπόν αυτής της αποκρυσταλλωμένης και καθαρής αρχής που εξηγείται στη υπόθεση Alpha Bank (ανωτέρω), δεν έχω αμφιβολία ότι και αυτή η πτυχή της αίτησης ως εντελώς τυπολατρική πρέπει να αποτύχει. Η ίδια αντίληψη φανερώνεται και στην υπόθεση V.K.C. Quality Investments Ltd v. Shammusi-Deen Alabi, Sitta Bey Πολ. Έφ. 113/2012, ημερομηνίας 4.3.2013.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και στη μεταγενέστερη πρωτόδικη απόφαση από την ίδια Δικαστή στην Αγωγή 3574/12 ΕΔ Λεμεσού, ημ. 18.9.14, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Ουδόλως αναιρούν την εξουσία του Δικαστηρίου - αν κρίνει τούτο στην κατάλληλη περίπτωση να διατάζει τέτοιο τρόπο επίδοσης που να είναι εντός των πλαισίων των θεσμών. Οι διατυπωθείσες τυχόν ενστάσεις της Ρωσίας για συγκεκριμένες μορφές επίδοσης, με όλο το σεβασμό για τις θέσεις που εκφράσθηκαν, κρίνω ότι καλύπτουν άμεση εφαρμογή της σύμβασης και όχι όπου υπάρχει σχετικό Δικαστικό Διάταγμα που επιτρέπει ad hoc (και όχι βέβαια γενικά) συγκεκριμένη μορφή επίδοσης.» Εδώ θεωρώ επίσης χρήσιμη την παραπομπή στην υπόθεση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2308, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στη βάση του ΕΚ 1393/07: «Με την πιο πάνω ανάλυση του Κανονισμού, διαφαίνεται ότι τίποτε δεν αναιρεί την δυνατότητα επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου, αντί του ιδίου του κλητηρίου. Τίποτε δεν απαγορεύει τη μεθοδολογία που προνοείται από τη Δ.6 θ.6 και όλα όσα αναφέρθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξισούνται με οποιαδήποτε απαγόρευση της επίδοσης ειδοποίησης αντί του κλητηρίου, ούτε και ισοδυναμούν με κατάργηση της εσωτερικής ή εθνικής νομοθεσίας ή πολιτικής δικονομίας κάθε κράτους μέλους. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με την εθνική κυριαρχία από την άποψη ότι ο Κανονισμός, όπως και όλες οι προηγούμενες προσπάθειες σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, είχαν και έχουν σκοπό να συγκλίνουν όσο το δυνατό τις διαδικασίες επίδοσης εγγράφων μεταξύ των μελών της Ένωσης και όχι να υποκαταστήσουν όλες τις πολιτικές δικονομίες των κρατών της. .» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως το παρόν Δικαστήριο είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα επίδοσης στους Εναγόμενους στη Ρωσική Ομοσπονδία μέσω εταιρείας ταχυμεταφορών και ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθότι οι Ενάγουσες στη μονομερή τους αίτηση ημ. 9.5.19 είχαν καταδείξει πως συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις, ήτοι η εκκρεμότητα για επίδοση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, που να δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο λόγω του ότι η επίδοση μέσω της μεθόδου της Σύμβασης της Χάγης θα ήταν χρονοβόρα και θα προκαλούσε καθυστέρηση. Δεν έχει αμφισβητηθεί πως τα έγγραφα έχουν περιέλθει σε γνώση των Αιτητών και επομένως όχι μόνο ο σκοπός του διατάγματος έχει επιτευχθεί αλλά και οι Αιτητές δεν έχουν επηρεαστεί δυσμενώς με οποιονδήποτε τρόπο εφόσον τα έγγραφα έχουν τεθεί υπόψιν τους με τον ταχύτερο δυνατόν τρόπο και έτσι πληροφορήθηκαν για τις διαδικασίες που εκκρεμούν εναντίον τους και δύνανται να ενεργήσουν αναλόγως. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Abela and others v. Baadani (ανωτέρω): «37 Service has a number of purposes but the most important is to my mind to ensure that the contents of the document served, here the claim form, is communicated to the defendant. In Olafsson v Gissurarson (No 2) [2008] 1 WLR 2016, para 55 I said, in a not dissimilar context, that "the whole purpose of service is to inform the defendant of the contents of the claim form and the nature of the claimant's case: see eg Barclays Bank of Swaziland Ltd v Hahn [1989] 1 WLR 506, 509, per Lord Brightman, and the definition of 'service' in the glossary to the CPR, which describes it as 'steps required to bring documents used in court proceedings to a person's attention' ."» Η παραπομπή από τους Αιτητές σε απόφαση του Ρωσικού Εφετείου στην οποία αρνήθηκε την αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης Αγγλικού Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε λόγω μη εμφάνισης και η επίδοση της αγωγής έγινε στις εναγόμενες εταιρείες στη Ρωσία μέσω ταχυδρομείου, δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις και θέσεις του Δικαστηρίου ούτε και δύναται να αποτελέσει βάσιμο ή πειστικό λόγο για το θέμα της επίδοσης αναφορικά με διαδικασία για την οποία το Κυπριακό Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί πως έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει. V. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση οποιουδήποτε των αιτητικών της παρούσας Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 7 - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.