← Κύπρος

Decorall Trading Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Ltd, Αρ. Αγωγής: 2663/2018, 12/11/2019

Decorall Trading Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Ltd, Αρ. Αγωγής: 2663/2018, 12/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A527 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2663/2018 Μεταξύ:

  1. Decorall Trading Ltd
  2. Tomesco Trading Ltd
  3. . Παναγιώτου
  4. . Erokhin
  5. . Erokhina Εναγόντων v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Ltd Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 12.6.19 για Αντεξέταση Ενόρκως Δηλούντος Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ε. Φράγκου Αντωνιάδου Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Α. Δημητρίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν διάταγμα αντεξέτασης του κ. Κ. Χωραΐτη, ενόρκως δηλούντος στην ένσταση των Εναγομένων - Καθ΄ ων ημ. 5.4.19 η οποία καταχωρίστηκε στην αίτηση των Εναγόντων για προσωρινά διατάγματα. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 3, στην οποία αναφέρει ότι ο κ. Χ (εφεξής «ο ΚΧ») προβάλλει ισχυρισμούς αμφισβητώντας τις θέσεις των Εναγόντων στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα και οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και είναι ανυπόστατοι και παραπλανητικοί κατά τρόπο που ενδεχομένως να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Γι΄ αυτό ο Ενάγων 3 ισχυρίζεται πως είναι απαραίτητο και επιβεβλημένο να επιτραπεί η αντεξέταση του ΚΧ για να εξακριβωθεί, στον βαθμό που είναι αναγκαίο σε αυτό το στάδιο, η πραγματική εικόνα των γεγονότων. Ακολούθως ο Ενάγων 3 αναφέρεται σε συγκεκριμένες παραγράφους επί των οποίων επιθυμεί την αντεξέταση του ΚΧ και καταλήγει πως η αντεξέταση είναι αναγκαία για να διαφανεί η πραγματική υπόσταση του ενυπόθηκου χρέους και η πραγματική συμπεριφορά των Εναγόντων έναντι της Τράπεζας. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως:

(1)Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και καταχρηστική.
(2)Με την επιδιωκόμενη αντεξέταση οι Ενάγοντες επιδιώκουν να καλύψουν ηθελημένα κενά στη μαρτυρία που παρουσίασαν στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα και ή να αλλοιώσουν την πραγματική εικόνα των γεγονότων όπως παρουσιάστηκαν μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση τους.
(3)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης και ή με την αιτιολογία τους οι Ενάγοντες ουσιαστικά παραδέχονται ότι με την αιτούμενη αντεξέταση επιδιώκουν να μετατρέψουν την ενδιάμεση διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας της Αγωγής.
(4)Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα υποχρεώσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει μαρτυρία, πράγμα ανεπίτρεπτο σε ενδιάμεσες διαδικασίες για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.
(5)Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος συνεπάγεται την ανατροπή του βάρους απόδειξης καθότι με το αιτούμενο διάταγμα οι Ενάγοντες προωθούν τη θέση ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν να αποδείξουν τη θέση τους αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό και την αξία των ενυπόθηκων εξασφαλίσεων ενώ οι Ενάγοντες οφείλουν και απέτυχαν να παρουσιάσουν μαρτυρία για παράνομες χρεώσεις. Η ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και βασίζεται στις Δ.26, 37, 38, 39 και 48 θ.1-4 και 7-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς επίσης και στο περιεχόμενο του φακέλου, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη διακριτική του ευχέρεια. Σημειώνεται πως αυτή η πρακτική είναι επιτρεπτή με βάση τη Δ.48 θ.4
(1)σύμφωνα με την οποία μόνο γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση και δεν είναι εμφανή από τον φάκελο πρέπει να αναφέρονται σε ένορκες δηλώσεις. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές. Η Δ.39 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η υπό κρίση αίτηση, παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λ. Μήλου και Π. Χατζηλοίζου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 280 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «. η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878).» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β)Α.Α.Δ. 1453, με βάση την εν λόγω δικονομική πρόνοια ο ενόρκως δηλών υπόκειται σε αντεξέταση εφόσον το Δικαστήριο κρίνει τούτο αναγκαίο ή κατόπιν αίτησης του αντιδίκου. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Aναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1Γ Α.Α.Δ.1660, η οποία βεβαίως αφορούσε αντεξέταση επί ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την ένσταση σε αίτηση Habeas Corpus, στην οποία λέχθηκε ότι άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι η αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η πιο πρόσφατη υπόθεση Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1665, η οποία αφορούσε αίτηση για προσωρινό διάταγμα και απασχόλησε και το θέμα της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Θεωρούμε την πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου Δικαστή λανθασμένη. Αφενός γιατί σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισμός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου και, αφετέρου, η αναφορά που γίνεται για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της εφεσίβλητης 1 για τεκμηρίωση του κατεπείγοντος είναι τουλάχιστο ατυχής. Το κατεπείγον, πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου Lira
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220) είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων. Σ' ότι δε αφορά τη δυνατότατη που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι παραπομπές σε αντεξέταση επί συγκεκριμένων παραγράφων, όπως αυτές εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 3, έχουν ως εξής: «Παράγραφος 3 της Ένορκης Δήλωσης: Ο Ενόρκως Δηλών θα πρέπει να αντεξεταστεί για να διαψευστεί ο ισχυρισμός του ότι οι Ενάγοντες δεν υλοποιούσαν τις υποχρεώσεις των και/ή δεν ικανοποιείτο το επίδικο χρέος. Παράγραφος 15 της Ένορκης Δήλωσης: Ο Ενόρκως Δηλών θα πρέπει να αντεξεταστεί επί του τερματισμού της συμφωνίας δανείου ημερ. 25/2/2019 ο οποίος ακολούθησε της καταχώρησης της αγωγής. Δηλαδή, να διευκρινιστεί κατά πόσον έγινε αυτός ο τερματισμός σε ποιον έγινε, πως κατ' ισχυρισμόν απεστάλη η ισχυριζόμενη επιστολή τερματισμού και σε ποιαν κατ' ισχυρισμό διεύθυνση απεστάλη και/ή να διαψευστεί ο ανωτέρω ισχυρισμός περί τερματισμού. Παράγραφος 32 της Ένορκης Δήλωσης: Ο Ενόρκως Δηλών θα πρέπει να αντεξεταστεί για να διαψευστεί ο ισχυρισμός του αναφορικά με τα ποσά που οι Εναγόμενοι εισέπραξαν έναντι της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 20/08/2008. Παράγραφος 32 της Ένορκης Δήλωσης: Ο Ενόρκως Δηλών θα πρέπει να αντεξεταστεί για να διαψευστεί ο ισχυρισμός του αναφορικά με τα έγγραφα που παραδόθηκαν στην συνήγορο των Αιτητών. Παράγραφος 39 της Ένορκης Δήλωσης: Ο Ενόρκως Δηλών θα πρέπει να αντεξεταστεί για να διαψευστεί ο ισχυρισμός του αναφορικά με την αξία των ενυπόθηκων εξασφαλίσεων που καλύπτουν το χρέος.» Όπως επισημαίνεται στην πιο πάνω υπόθεση Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά. (ανωτέρω) αλλά και στις υποθέσεις Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1A Α.Α.Δ. 731, σε ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Στην υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1A Α.Α.Δ. 866, αναφέρθηκε ότι ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων. Ως εκ τούτου θεωρώ πως ο επιδιωκόμενος μέσω της αιτούμενης αντεξέτασης σκοπός των Εναγόντων, ήτοι για να διαψευστούν οι ισχυρισμοί του ΚΧ, ξεφεύγει του πλαισίου εξέτασης της ενδιάμεσης αίτησης των Εναγόντων για προσωρινά διατάγματα. Σαφώς το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει και αποφασίσει επί της αξιοπιστίας των ενόρκως δηλούντων και των εκατέρωθεν ισχυρισμών αυτών, ούτε και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα. Επομένως η όποια προσπάθεια διάψευσης των ισχυρισμών του ΚΧ δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας και δεν εξυπηρετεί τους ίδιους τους Ενάγοντες από τη στιγμή που το Δικαστήριο δεν δύναται να καταλήξει κατά πόσο ενδεχομένως οι εν λόγω ισχυρισμοί του ΚΧ έχουν διαψευστεί μέσω της αντεξέτασης. Εάν η πρόθεση των Εναγόντων ήταν να συμπληρώσουν τις δικές τους θέσεις όπως αρχικώς αυτές περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 3 που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα, ενόψει των προβαλλόμενων ισχυρισμών των Εναγομένων, τότε η άδεια για αντεξέταση δεν εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό αλλά ενδεχομένως θα μπορούσαν να αιτηθούν να καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Παρόλο που θεωρώ πως η πιο πάνω διαπίστωση είναι καταλυτικής σημασίας ως προς την τύχη της Αίτησης εντούτοις συντρέχουν και άλλοι λόγοι οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της απόρριψης αυτής. Συγκεκριμένα, στην παρ. 3 της ένορκης δήλωσης του ΚΧ δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός για το ότι οι Ενάγοντες δεν υλοποιούσαν τις υποχρεώσεις τους και ή δεν ικανοποιείτο το επίδικο χρέος. Η παρ. 3 αναφέρει πως ο ΚΧ διάβασε την αίτηση για προσωρινά διατάγματα και την ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 3 που τη συνοδεύει και αρνείται το περιεχόμενο της το οποίο και απορρίπτει στον βαθμό και στην έκταση που αυτό αντίκειται στη δική του ένορκη δήλωση. Ούτε και στην παρ. 32 γίνεται αναφορά στα ποσά τα οποία οι Εναγόμενοι εισέπραξαν έναντι της συμφωνίας δανείου ημ. 20.8.08, ούτε καν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην εν λόγω συμφωνία. Στην παρ. 32 γίνεται αναφορά σε επικοινωνία μεταξύ των μερών και αποστολή εγγράφων από τους Εναγόμενους προς τη δικηγόρο των Εναγόντων. Θεωρώ πως λόγω ακριβώς του ότι άδεια για αντεξέταση δίδεται σε σπάνιες περιπτώσεις και απαιτείται όπως η αίτηση για τέτοια άδεια περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους ζητείται, αυτή (η αίτηση) θα πρέπει να θέτει με κάθε ακρίβεια και σαφήνεια τη συγκεκριμένη παράγραφο και τον ισχυρισμό για τον οποίον επιδιώκεται η αντεξέταση. Παράλειψη συμμόρφωσης με αυτή την υποχρέωση εκ μέρους των Εναγόντων στην προκειμένη περίπτωση στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να γνωρίζει με ακρίβεια για ποιον ισχυρισμό και σε ποια παράγραφο επιδιώκεται η αντεξέταση και δεν δύναται από μόνο του να διεξέλθει ολόκληρη την ένορκη δήλωση του ΚΧ και να εικάσει βασικά σε τι αφορά τελικώς η αιτούμενη αντεξέταση. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου, η εισήγηση της δικηγόρου των Εναγόντων στην αγόρευση της (σε σχέση με την παρ.3) πως η αντεξέταση του ΚΧ είναι αναγκαία για να τοποθετηθεί και ο ίδιος επί του ισχυρισμού των Εναγόντων για καταβολή του ποσού των €2.171.631,73 και συνακόλουθα για δόλο, απάτη και αμέλεια από πλευράς της Τράπεζας, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε και συνάδει με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος 3 που συνοδεύει την Αίτηση. Με άλλα λόγια ο Ενάγων 3 δεν προβάλλει τέτοιον λόγο για την αναγκαιότητα αντεξέτασης. Επιπλέον, άδεια δίδεται για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος επί των δικών του ισχυρισμών και όχι για να τοποθετηθεί προφορικά επί των θέσεων της άλλης πλευράς. Σημειώνεται εκ του περισσού πως ο ΚΧ αναφέρει πως η συμφωνία δανείου έγινε για ποσό €2.247.000 ενώ το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στα €1.277.310,35 με τόκο από την 1.7.
  1. Αναφορικά με την παράγραφο 15 θεωρώ πως δεν έχει καταδειχθεί ανάγκη αντεξέτασης επί του ζητήματος του τερματισμού της συμφωνίας δανείου ημ. 25.2.
  2. Στην εν λόγω παράγραφο ο ΚΧ αναφέρεται σε τερματισμό με επιστολή της Τράπεζας περί τον Φεβρουάριο του 2019 προς τους Αιτητές 1 και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 επιστολή τερματισμού ημ. 25.2.19 προς τους Αιτητές 1 στη διεύθυνση «.». Επομένως, ο ΚΧ αποκαλύπτει τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε ο τερματισμός ήτοι σε ποιον απευθύνεται, πώς έγινε και σε ποια διεύθυνση αποστάληκε, ούτως ώστε να μην αποκαλύπτεται εξαιρετικός λόγος για τον οποίο να είναι αναγκαία η χορήγηση άδειας για αντεξέταση. Και εδώ η δικηγόρος επαναφέρει το ζήτημα της αντεξέτασης του ΚΧ αναφορικά με την ισχυριζόμενη πληρωμή του ποσού των €2.171.631,73 προς υποστήριξη της θέσης των Εναγόντων πως το δάνειο δεν κατέστη ληξιπρόθεσμο και επομένως αμφισβητείται ο τερματισμός ο οποίος επήλθε μετά την καταχώριση της παρούσας Αγωγής. Η τυχόν καταβολή οποιουδήποτε ποσού από τους Ενάγοντες δεν εμπίπτει εντός του περιεχόμενου της παρ. 15 ούτως ώστε να δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αντεξέτασης του ΚΧ. Τα υπόλοιπα ζητήματα αποτελούν νομικά επιχειρήματα για τα οποία δεν χρήζει αντεξέτασης ο ΚΧ. Παρόμοια είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου και αναφορικά με την παρ.
  3. Σε αυτή ο ΚΧ απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος 3 πως η Τράπεζα παρέδωσε μέρος μόνο των εγγράφων που ζητήθηκαν από τη δικηγόρο τους με επιστολή ημ. 17.9.18 και ισχυρίζεται ότι «Η Τράπεζα παρέδωσε όσα έγγραφα είχε στην κατοχή της κατά τον επίδικο χρόνο, όπως μεταξύ άλλων τις καταστάσεις λογαριασμών, την Συμφωνία Δανείου και αντίγραφο της επίδικης υποθήκης ως η απαίτηση της κας. Αντωνιάδου στο ηλεκτρονικό της μήνυμα προς την Τράπεζα ημερομηνίας 17.9.2018 (Τεκμήριο 9 στην Ε/Δ Παναγιώτου). Η διακύμανση του επιτοκίου φαίνεται ξεκάθαρα στις καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες αποστάλθηκαν στην κα Αντωνιάδου και οι οποίες επισυνάπτονται ως παράρτημα στην έκθεση της εταιρείας Alternus Consulting Ltd (Τεκμήριο 7 στην Ε/Δ Παναγιώτου).» και επισυνάπτει τη σχετική αλληλογραφία μεταξύ της Τράπεζας και της κας Αντωνιάδου ως Τεκμήριο
  4. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα ο Ενάγων 3 επισυνάπτει ως Τεκμήριο 9 την επιστολή της κας Αντωνιάδου ημ. 17.9.18 και ισχυρίζεται πως στάληκαν μόνο η σύμβαση δανείου, η υποθήκη και οι καταστάσεις λογαριασμού αλλά όχι οι διακυμάνσεις του επιτοκίου. Μέσα από την αλληλογραφία φαίνεται τι ζητούσε η κα Αντωνιάδου και τι αποστάληκε από την Τράπεζα. Όπως καταγράφεται στην αλληλογραφία, η κα Αντωνιάδου ζήτησε αρχικά καταστάσεις λογαριασμού του δανείου, τη συμφωνία δανείου, την υποθήκη και τη διακύμανση του επιτοκίου και η Τράπεζα έστειλε αρχικά τις καταστάσεις (στις οποίες ισχυρίζεται ότι φαίνονται οι διακυμάνσεις του επιτοκίου) και μετά τη συμφωνία δανείου και την υποθήκη. Σε μεταγενέστερο αίτημα της κας Αντωνιάδου για να της δοθούν οι τροποποιητικές συμφωνίες και η υποθήκη Υ6182/15, αποστάληκε η τροποποιητική συμφωνία και αναφέρεται ότι δεν ανευρέθηκε η υποθήκη. Θεωρώ πως και πάλι οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να καταδείξουν ότι συντρέχει εξαιρετικός λόγος για τον οποίο θα πρέπει να δοθεί άδεια αντεξέτασης του ΚΧ επί του ισχυρισμού του. Οι δύο πλευρές φαίνεται να συμφωνούν ως προς το ποια έγγραφα έχουν σταλεί πλην της αναφοράς για το κυμαινόμενο επιτόκιο, για το οποίο ο ΚΧ προβάλλει τον ισχυρισμό του ο οποίος και θα τύχει εξέτασης πάντοτε στα πλαίσια και για σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας για προσωρινά διατάγματα. Σε περίπτωση δε που οι Ενάγοντες επιθυμούν να προσθέσουν δικούς τους ισχυρισμούς ενόψει της θέσης του ΚΧ, σαφώς αυτό δεν επιτυγχάνεται με αντεξέταση του τελευταίου. Είναι και εδώ αξιοσημείωτο πως στην αγόρευση της η δικηγόρος των Εναγόντων επαναλαμβάνει ότι η αντεξέταση του ΚΧ είναι απαραίτητη για να τοποθετηθεί αν πράγματι εξυπηρετείτο το χρέος και αν εισπράχθηκε το προαναφερόμενο ποσό, ισχυριζόμενη πως αυτό είναι «. γεγονός που δεν διευκρινίζεται και/ή δεν είναι παραδεχτό και /ή δεν είναι σαφώς και/ή ρητώς απορριπτέο στην Ένορκη του Δήλωση, γεγονός που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο σας να έχει την αληθινή εικόνα του επιδίκου αυτού δανείου». Και πάλι αυτή η τοποθέτηση δεν εκφράζεται ως λόγος για την αιτούμενη αντεξέταση στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος
  5. Εν πάση περιπτώσει, η αντεξέταση ενόρκως δηλούντος δεν αποσκοπεί στην εκμαίευση απάντησης ή τοποθέτησης του επί θέσεων της άλλης πλευράς αλλά περιορίζεται σε υποβολή ερωτήσεων σχετικά με τους δικούς του προβληθέντες ισχυρισμούς. Θεωρώ ότι τυχόν έγκριση αντεξέτασης επί του ως άνω θέματος ξεφεύγει του σκοπού και πλαισίου της παρούσας διαδικασίας και αποσκοπεί στην εκμαίευση μαρτυρίας από πλευράς Εναγομένων επί των θέσεων των Εναγόντων, το οποίο είναι παντελώς ανεπίτρεπτο. Άλλωστε αυτό προκύπτει και από τη θέση της δικηγόρου των Εναγόντων πως πρόθεση τους είναι η προσκόμιση ολοκληρωμένου του μαρτυρικού υλικού και η πραγματική εικόνα του χρέους ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Τέλος, δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος για αντεξέταση του ΚΧ αναφορικά με τον ισχυρισμό του στην παρ. 39 για την αξία των ενυπόθηκων εξασφαλίσεων που καλύπτουν το χρέος. Ο συναφής ισχυρισμός του ΚΧ είναι ότι «. το επίδικο ζήτημα δεν είναι το κατά πόσον υπάρχει οφειλόμενο ποσό αλλά το ύψος αυτού και ως εκ τούτου όπως έχω τύχει νομικής συμβουλής έστω και αν επιτύχουν οι Αιτητές στην Αγωγή τους (που ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι οι πιθανότητες επιτυχίας είναι περιορισμένες μέχρι μηδαμινές) και πάλι θα οφείλουν κάποιο ποσό στην Τράπεζα το οποίο αφενός μεν εξασφαλίζεται με την επίδικη υποθήκη και αφετέρου το οποίο θα πρέπει οι Αιτητές να καταβάλουν και εξοφλήσουν.» Σημειώνεται πως το έγγραφο υποθήκης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 3 που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα, και καλύπτει το ποσό των €1.700.000 πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού, μέρος του Τεκμηρίου 7, το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στα €1.277.310,35 με τόκο από την 1.7.
  6. Ο ισχυρισμός του ΚΧ ουδόλως αφορά στην αξία του ενυπόθηκου ακινήτου, ούτως ώστε να τίθεται ανάγκη αντεξέτασης επί τούτου, αλλά αφορά στο ότι η αναγνώριση από τους ίδιους τους Ενάγοντες οφειλής προς την Τράπεζα συνεπάγεται είτε την πληρωμή αυτού μέσω της υποθήκης είτε την πληρωμή αυτού από τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται πως οι Ενάγοντες κατάφεραν να καταδείξουν ότι συντρέχουν τέτοιοι λόγοι που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.