← Κύπρος

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ άλλως ΚΑΡΑΒΟΛΙΑ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5800/11, 8/11/2019

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ άλλως ΚΑΡΑΒΟΛΙΑ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5800/11, 8/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A520 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5800/11 Μεταξύ: XXXXX ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ άλλως XXXXX ΚΑΡΑΒΟΛΙΑ Ενάγουσα και XXXXX ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ Εναγόμενος ----------------- Ημερομηνία: 8 Νοεμβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Α Μιχαήλ Για Εναγόμενο: κ. Λ Γεωργίου με κα Μ.Ν. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη το βράδυ της 15/08/2010 και συγκεκριμένα περί τις 2115 στην οδό Ν. Παττίχη στη Λεμεσό, όταν η ενάγουσα, στην προσπάθεια της να διασταυρώσει πεζή την εν λόγω οδό από τα δυτικά προς τα ανατολικά, κτυπήθηκε από το όχημα XXXXX72 το οποίο οδηγείτο από τον εναγόμενο κατά μήκος της εν λόγω οδού με βόρεια κατεύθυνση. Η θέση της ενάγουσας είναι ότι για το ατύχημα αποκλειστική ευθύνη έχει ο εναγόμενος, ο οποίος, σύμφωνα με την ενάγουσα, παρέλειψε να αντιληφθεί την παρουσία της στο δρόμο, τουλάχιστο εγκαίρως ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση, δεν οδηγούσε και ούτε ενήργησε με τη δέουσα και αναμενόμενη επιμέλεια, προσοχή και παρατηρητικότητα ως όφειλε, ιδιαίτερα σε σχέση με τους πεζούς και τους άλλους χρήστες του δρόμου, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και γενικά ήταν αμελής, απρόσεκτος και απερίσκεπτος. Συνεπεία του ατυχήματος, ισχυρίζεται στο δικόγραφο της η ενάγουσα (παρ.5 και 6), αυτή υπέστη τις εξής ζημιές και σωματικές βλάβες: «Λεπτομέρειαι σωματικών βλαβών (α) Μετεφέρθη στο Νοσοκομείο Λεμεσού όπου παρέμεινε μέχρι τη 30/09/10 (β) Κάταγμα κάτω τεταρτημόριου κνήμης δεξιά με συντριβή και βράχυνση. (γ) Κάταγμα μεσότητας δεξιού βραχιονίου με οστικό τεμάχιο στην έσω επιφάνεια της μεσότητας του βραχιονίου οστού. (δ)Κάταγμα σκαφοειδούς οστού δεξιού καρπού σε καλή θέση. (ε) Εισήχθη στην μονάδα εντατικής θεραπείας και αμέσως χειρουργείο για προσωρινή σταθεροποίηση των καταγμάτων με γύψινους νάρθηκες. (σ) Στις 19/08/10 έγινε η χειρουργική επέμβαση σταθεροποίησης και οστεοσύνθεσης των καταγμάτων βραχιονίου και δεξιάς κνήμης όπου χρησιμοποιήθηκε πλάκα και βίδες τύπου DCP στο βραχιόνιο και τύπου LCP στο κάταγμα κάτω τεταρτημορίου δεξιάς κνήμης. (ζ) Παρουσίαζε ωτόρροια αριστερού ωτός (η) Υπελήθη σε φυσιοθεραπείες και ελάμβανε φάρμακα (θ) Περπατούσε με βοηθήματα ((πατερίτσες, μπαστούνι) (ι) Μόνιμη χωλότητα, αδυναμία και δυσκολία να ανεβοκατεβαίνει σκάλες, να περπατά μεγάλες αποστάσεις (κ) Μελλοντικά θα αναπτύξει οστεοαρθρίτιδα (λ) Χειρουργικές ουλές δεξιάς κνήμης και δεξιου βραχιονίου Λεπτομέρειαι ειδικών Ζημιών (α) Αστυνομική Έκθεση €85 (β) Έκθεσης Νοσοκομείου Λεμεσού €97 Σύνολον €182 Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω σωματικών βλαβών της, η Ενάγουσα η οποία ήταν καθ' όλα υγιής, ευτυχής και δραστήριος άνθρωπος, υπέφερε, υποφέρει και/ή έχει μόνιμα και εφ' όρου ζωής πόνους, οδύνη, ενοχλήσεις, ταλαιπωρίες και ανικανότητα και μόνιμα προβλήματα και εφ' όρου ζωής θα είναι ανίκανη να ασκεί και/ή συμμετέχει σε οιεσδήποτε κοινωνικές δραστηριότητες και/ή να απολαμβάνει τις χαρές και απολαύσεις της ζωής, την ψυχαγωγία καθώς επίσης θα αντιμετωπίζει μεγάλες και μόνιμες δυσκολίες, ταλαιπωρία και ανικανότητα». Ο εναγόμενος απορρίπτει τα όσα περί αμέλειας του αποδίδονται από την ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι για το ατύχημα ευθύνεται, αν όχι αποκλειστικά, τουλάχιστο σε μεγάλο βαθμό η ίδια, η οποία ήταν αμελής και απρόσεκτη κατά την προσπάθεια της να διασταυρώσει το δρόμο. Ειδικότερα, ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του, η ενάγουσα, η οποία φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα, όρμησε και/ή έτρεξε στο δρόμο ξαφνικά και απροειδοποίητα και χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση και ενώ ήταν και καλυμμένη από το όχημα XXXXX09 που ήταν σταθμευμένο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να μην του αφήσει οποιοδήποτε περιθώριο να αντιδράσει ή να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Ουσιαστικά, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, η παρούσα υπόθεση συνιστά περίπτωση ξαφνικής εφόρμησης πεζού στο δρόμο (dashing
  2. in)και συνεπώς καμία ευθύνη έχει ο ίδιος για το ατύχημα ή για τις κατ' ισχυρισμό ζημιές της ενάγουσας, για τις οποίες ζημιές σε κάθε περίπτωση ισχυρίζεται ότι είναι υπερβολικές και διογκωμένες. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν συνολικά οχτώ μάρτυρες, έξι μάρτυρες από πλευράς ενάγουσας, ήτοι ο Αστ. XXXXX Α. Αντωνίου της Τροχαίας Λεμεσού και εξεταστής της υπόθεσης (ΜΕ1), ο ιδιώτης Ορθοπεδικός Δρ. Χ. Σολομωνίδης (ΜΕ2), η ενάγουσα (ΜΕ3) και η μητέρα της τελευταίας Ε. Καραβολιά (ΜΕ4) και τέσσερεις από πλευράς εναγόμενου, ήτοι ο ιδιώτης Ορθοπεδικός Δρ. Η. Γεωργίου (ΜΥ1), ο εναγόμενος (ΜΥ2), ο εμπειρογνώμονας Γ. Τζιηρκαλλής (ΜΥ3) και ο Π.Νικολάου, κατ' ισχυρισμό μάρτυρας του δυστυχήματος (ΜΥ4). Αν και δεν δηλώθηκαν οποιαδήποτε παραδεκτά γεγονότα και η αντεξέταση που έτυχαν όλοι σχεδόν οι μάρτυρες επεκτάθηκε σε όλες τις πτυχές της μαρτυρίας τους, εντούτοις, κατά την πορεία της ακρόασης διαφάνηκε ότι αρκετά θέματα συνιστούσαν στην ουσία κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών. Τα συνοψίζω. ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η ενάγουσα γεννήθηκε στις 11/11/66 και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 44 χρονών. Λόγω σοβαρών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ανέκαθεν με την ομιλία της, η βασική μέθοδος επικοινωνίας της είναι μέσω της νοηματικής γλώσσας. Το βράδυ της 15/08/2010 και συγκεκριμένα λίγο πριν τις 2115, η ενάγουσα είχε σταθμεύσει το όχημα της σε δρόμο κάθετο επί της οδού Ν. Παττίχη στη Λεμεσό, με σκοπό να μεταβεί σε περίπτερο στην απέναντι πλευρά της εν λόγω οδού, ήτοι στην δυτική. Η οδός Ν. Παττίχη είναι ευθεία οδός, διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες η κάθε κατεύθυνση. Οι τέσσερεις λωρίδες της οδού έχουν απόσταση μεταξύ τους περί τα 3,40 - 3,70 μέτρα και από το δυτικό πεζοδρόμιο η κάθε λωρίδα βρίσκεται διαδοχικά στα 3,60μ., 7μ., 10,04μ και 14,1μ.αντίστοιχα. Η απόσταση από το δυτικό πεζοδρόμιο μέχρι το ανατολικό, είναι 14,10 μ και η διαχωριστική γραμμή των δύο κατευθύνσεων, η οποία είναι σηματοδοτημένη κατά μήκος της μέσης της οδού, βρίσκεται σε απόσταση 7μ. από το δυτικό πεζοδρόμιο της οδού. Η πλησιέστερη διάβαση πεζών τύπου ζέμπρα που υπάρχει στην οδό απέχει πέραν των 150μ. από το σημείο που έγινε η επίδικη σύγκρουση Αν και ήταν νύχτα, ο οδικός φωτισμός που υπήρχε προσέφερε αρκετό φωτισμό, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ήταν ξηρή και στην οδό υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση. Ο εναγόμενος, οδηγούσε το αυτοκίνητο του XXXXX72, με κατεύθυνση από νότια προς βόρεια, στη δεξιά λωρίδα (εσωτερική) της λεωφόρου και ήταν προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Σε κάποια στιγμή, περί ώρα 21:15, η ενάγουσα, επιστρέφοντας από το περίπτερο, επεχείρησε να διασταυρώσει εκ νέου την οδό, ήτοι από δυτικά προς τα ανατολικά, ώστε να πάει στο αυτοκίνητο της όπου την περίμεναν τα παιδιά της. Φορούσε άσπρα και πράσινα ρούχα και σε σχέση με την κατεύθυνση του οχήματος του εναγόμενου, το σημείο από όπου επεχείρησε να διασταυρώσει ήταν στα αριστερά. Για να διασταυρώσει το δρόμο η ενάγουσα πέρασε μπροστά από το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX09 το οποίο ήταν παράνομα σταθμευμένο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, πλησίον του πεζοδρομίου και παράλληλα με το δρόμο. Αφού πέρασε μπροστά από το προαναφερόμενο σταθμευμένο όχημα, η ενάγουσα διάνυσε ολόκληρη την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας, ήτοι την εξωτερική λωρίδα (3,60μ.) και εισήλθε 2,10 μ. εντός της επόμενης λωρίδας, ήτοι της εσωτερικής, οπόταν και χτυπήθηκε από το μπροστινό μέρος του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος, ο οποίος εξακολουθούσε να βρίσκεται στην εν λόγω λωρίδα. Το σημείο σύγκρουσης «x» επί των σχεδίων που ετοίμασε ο ΜΕ1, πρόχειρο (Τεκ.3) και συμμετρικό (Τεκ.1) και το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί, βρίσκεται στα 5,70μ. από το δυτικό πεζοδρόμιο και 1,30μ. από το τέλος της εσωτερικής λωρίδας, ήτοι τη μέση του δρόμου και τη διαχωριστική γραμμή των δύο κατευθύνσεων της οδού. Από τη σύγκρουση η ενάγουσα χτύπησε τουλάχιστο στον μπροστινό προφυλακτήρα του οχήματος του εναγόμενου, στο καπό και στον ανεμοθώρακα και κατέληξε στο έδαφος (ο ακριβής τρόπος με τον οποίο η ενάγουσα έπεσε κάτω μετά τη σύγκρουση τελεί υπό αμφισβήτηση). Στα σημεία του οχήματος του εναγόμενου που χτύπησε η ενάγουσα σημειώθηκαν ζημιές για τις οποίες όμως δεν υπάρχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι πριν τη σύγκρουση ο εναγόμενος δεν εφάρμοσε τα φρένα του, ούτε και υπήρξαν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του πριν το σημείο σύγκρουσης. Στη σκηνή, ο εναγόμενος υπεβλήθη σε «αλκοτέστ» από την αστυνομία με μηδενική ένδειξη. Μεταξύ των προσώπων που έδωσαν κατάθεση για το επίδικο ατύχημα ήταν και ο Π.Νικολάου (ΜΥ4), για τον οποίο είναι κοινώς αποδεχτό ότι πρόκειται για ανεξάρτητο διερχόμενο οδηγό που έτυχε να περνά από το επίδικο σημείο τη δεδομένη στιγμή αλλά από την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από βόρεια προς νότια. Στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας, τον οποίο παρουσίασε η υπεράσπιση, περιορίστηκε να υιοθετήσει την κατάθεση που έδωσε στις 15/08/10 στην αστυνομία, σε συνάδελφο του ΜΕ1 (Τεκ.6) και κατά την αντεξέταση του από πλευράς ενάγουσας, του τέθηκαν απλά κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις χωρίς όμως η μαρτυρία του να τύχει οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της κατάθεσης του (η ορθογραφία διατηρήθηκε): «Την 15/08/10 και περί ώρα εννέα και τέταρτο την νύχτα οδηγούσα το αυτοκίνητο μου με αριθμό εγγραφής XXXXX45 στην οδό Νίκου Παττίχη με νότια κατεύθυνση και οδηγούσα στην δεξιά λωρίδα της πορείας μου. Σε κάποιο σημείο του δρόμου μετά τον φούρνο SIGMA είδα μία γύρο στα πενήντα να στέκεται μπροστά από ένα αυτοκίνητο παλιό άσπρο το οποίο ήταν παρκαρισμένο στην δυτική πλευρά του δρόμου στην αριστερή λωρίδα. Φορούσε νομίζω άσπρα ρούχα κάτω και πάνω πράσινο. Εγώ πέρασα με το αυτοκίνητο μου μπροστά από την πεζή και προχώρησα ακόμα είκοσι μέτρα περίπου και άκουσα ένα θόρυβο πίσω μου. Κοίταξα από το καθρεφτάκι πίσω μου και είδα έναν άνθρωπο να πέφτει από ένα αυτοκίνητο άσπρο το οποίο είδα προηγουμένως να έρχεται στην Νίκου Παττίχη βόρεια στην δεξιά λωρίδα με χαμηλή ταχύτητα. Εγώ σταμάτησα και κατέβηκα κάτω. Στην αρχή νόμισα ότι είχε πέσει μέσα από το αυτοκίνητο αλλά όταν πήγα κοντά αντελήφθηκα ότι ήταν η πεζή που είδα προηγουμένως να στέκει μπροστά από το αυτοκίνητο το σταθμευμένο. Ο οδηγός του αυτοκινήτου έπιασε πάντα και πάρκαρε το αυτοκίνητο του στην άκρη του δρόμου και πήγε κοντά στην πεζή. Εγώ τηλεφώνησα στο ασθενοφόρο το οποίο ήρθε στην σκηνή και έπιασε την πεζή. Στην συνέχεια ήρθε η Αστυνομία τους έδωσα τα στοιχεία μου και τους είπα τι έγινε. Εγώ δεν είδα που έγινε η σύγκρουση του αυτοκινήτου με την πεζή. Στον δρόμο την ώρα του δυστυχήματος υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση. Επίσης υπήρχε αρκετός οδικός φωτισμός.» Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι η δική του ταχύτητα ήταν περί τα 30-40ΧαΩ. Η ενάγουσα ακολούθως μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γ.Ν Λ/σου, όπου εξετάστηκε από τον Ορθοπεδικό Χειρούργο Δρ. Χ. Γεωργιάδη. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό που συνέταξε στις 18/11/10 ο εν λόγω γιατρός (Τεκ.9), για την εξασφάλιση του οποίου καταβλήθηκαν €47,84 και το οποίο δεν αμφισβητείται και είναι κοινώς αποδεκτό: «.Μετά από κλινική εκτίμηση η ασθενής (ενάγουσα) έφερε τα κάτωθι ευρήματα: Κάταγμα κάτω τεταρτημόριου κνήμης δεξιά με συντριβή και βράχυνση. Στην ακτινογραφία δεν φαίνεται να υπάρχει απώλεια της κάτω αρθρικής επιφάνειας της κνήμης. Κάταγμα μεσότητας δεξιού βραχιονίου με οστικό τεμάχιο στην έσω επιφάνεια της μεσότητας του βραχιονίου οστού. Κάταγμα σκαφοειδούς οστού δεξιού καρπού σε καλή θέση. Η ασθενής λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της εισήχθη στην μονάδα εντατικής θεραπείας και αμέσως στο χειρουργείο για προσωρινή σταθεροποίηση των καταγμάτων με γύψινους νάρθηκες. Στις 19/08/10 έγινε η χειρουργική επέμβαση σταθεροποίησης και οστεοσύνθεσης των καταγμάτων βραχιονίου και δεξιάς κνήμης όπου χρησιμοποιήθηκε πλάκα και βίδες τύπου DCP στο βραχιόνιο και τύπου LCP στο κάταγμα κάτω τεταρτημορίου δεξιάς κνήμης. Μετεγχειρητικά συνέχισε την θεραπεία της στον ορθοπεδικό θάλαμο με κινητοποίηση χωρίς φόρτιση της δεξιάς κνήμης και βραχιονίου. Δεν υπήρξαν επιπλοκές μετεγχειρητικά. Εξιτήριο πήρε η ασθενής στις 3/09/10 και παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία της κλινικής μας (Κλινική καταγμάτων) με καλή πορεία αποθεραπείας.» Σύμφωνα με 2ο πιστοποιητικό που συνέταξε την 01/03/11 ο Δρ. Γεωργιάδης, «.συνεχίστηκε η φυσιοθεραπεία και η βελτίωση της ασθενούς. Ο τελευταίος της ακτινολογικός έλεγχος στην Κλινική Καταγμάτων ήτο πολύ ικανοποιητικός και η ασθενής βαδίζει χωρίς βοηθήματα (μπαστούνι, πατερίτσα, κλπ). Αναμένονται περιοδικές επανεκτιμήσεις ανά δύο με τρεις μήνες» (Τεκ. 15). Τέλος, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ενόσω η ενάγουσα νοσηλευόταν στο Γ. Ν. Λ/σου και συγκεκριμένα στις 24/08/10, κατόπιν συμβουλευτικής παραπομπής των θεράποντων ορθοπεδικών της (consultation), εξετάστηκε από το Δρ. Τιμοθέου της Ωτορινολαρυγγολογικής Κλινικής ο οποίος, σύμφωνα με ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε στις 11/01/11 προς την ενάγουσα και αφού καταβλήθηκαν τα νενομισμένα €18,79 τέλη, διαπίστωσε ότι η πρώτη παρουσίαζε ωτόρροια αριστερού ωτός για την οποία της συνεστήθη φαρμακευτική αγωγή. Ο ίδιος γιατρός, σύμφωνα με το πιστοποιητικό του, επανεξέτασε άλλες δύο φορές την ενάγουσα και διαπίστωσε ότι «κατά την επανεξέταση στις 26/08/10 παρουσίασε ίαση της ωτόρροιας.εξωτερική ωτίτιδα εναποδρομή αριστερά. Κατά την επανεξέταση στις 30/08/10 παρουσίασε μεγάλη βαθμού βελτίωση και συνεστήθη επανεξέταση στα εξωτερικά ΩΡΛ ιατρεία σε μια βδομάδα αλλά δεν επανήλθε» (Τεκ.12). Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Παραθέτω πιο κάτω την προσκομισθείσα μαρτυρία σε σχέση με τα θέματα που παρέμειναν υπό αμφισβήτηση και επειδή, όπως θα διαφανεί πιο κάτω, όλα σχεδόν τα εν λόγω επίδικα θέματα αμφισβητήθηκαν, έκρινα αναγκαίο όπως παραθέσω σε κάποια έκταση την εκατέρωθεν μαρτυρία και θέσεις των δύο πλευρών. Με εξαίρεση τη μαρτυρία της ενάγουσας (ΜΕ3), η οποία αφορούσε σε όλα τα θέματα, η υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία δύναται να διαχωριστεί σε μαρτυρία αναφορικά με το ατύχημα και μαρτυρία αναφορικά με τα τραύματα της ενάγουσας και τις συνέπειες τους. Επισημαίνω βέβαια ότι ο εν λόγω διαχωρισμός γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς εύκολης και καλύτερης κατανόησης των θεμάτων που εγείρονται και ότι για σκοπούς αξιολόγησης η μαρτυρία θα εξεταστεί στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά. Ατύχημα (ΜΕ1, ενάγουσα, εναγόμενος, ΜΥ3 και ΜΥ4) ΜΕ1 (Αστυνομικός) Πρόσθετα των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ο ΜΕ1, η κυρίως εξέταση του οποίου έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), ανέφερε ότι υπηρετεί σε κλάδους διερεύνησης δυστυχημάτων της αστυνομίας για πάνω από 20 έτη και ότι στα πλαίσια της εκπαίδευσης που έτυχε κατά καιρούς για το θέμα αυτό, παρακολούθησε διάφορα σεμινάρια και προγράμματα ενώ κατέχει και δίπλωμα στην Δικανική Διερεύνηση Συγκρούσεων από συγκεκριμένο αγγλικό πανεπιστήμιο (Τεκ.2). Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι όταν μετέβη στη σκηνή σύντομα μετά το ατύχημα, διαπίστωσε ότι η ενάγουσα είχε ήδη μεταφερθεί στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο και ότι το όχημα του εναγόμενου είχε μετακινηθεί από τον τελευταίο σε παρακείμενο πρατήριο καυσίμων βορειότερα του σημείου σύγκρουσης. Από τις έρευνες του διαπίστωσε, ως ισχυρίστηκε, ότι η ορατότητα του δρόμου σε σχέση με την πορεία του εναγόμενου ήταν πέραν των 150μ., ότι υπήρχε αρκετός οδικός φωτισμός και ότι το όριο ταχύτητας της οδού ήταν 50 ΧΑΩ. Στην παρουσία του εναγόμενου δε, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκ.3), στο οποίο, λόγω του ότι δεν μπορούσαν να εντοπιστούν οποιαδήποτε ανεξάρτητα στοιχεία σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, σημείωσε με το γράμμα «Χ» ως σημείο σύγκρουσης το σημείο που του υπέδειξε ο εναγόμενος. Το πρόχειρο αυτό σχέδιο ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι το υπέδειξε στον εναγόμενο ο οποίος το υπέγραψε συμφωνώντας με τα όσα εκεί αναφέρονται και στη βάση του σχεδίου αυτού ετοίμασε αργότερα συμμετρικό σχέδιο (Τεκ.1) το οποίο όμως, κατά το μάρτυρα, περιέχει κάποια τυπογραφικά λάθη στις εκεί αναφερόμενες μετρήσεις και συνεπώς μόνο το πρόχειρο σχέδιο θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Διαπίστωσε επίσης ο μάρτυρας, ως ισχυρίστηκε, ότι για να βρεθεί στο σημείο «Χ» η ενάγουσα, αυτή είχε διανύσει μία απόσταση 5.70μ. από την άκρη της δυτικής πλευράς του δρόμου, περνώντας όμως πρώτα μπροστά από όχημα που ήταν σταθμευμένο πλησίον του πεζοδρομίου στη δυτική πλευρά, με αποτέλεσμα η θέαση της σε σχέση με την πορεία του εναγόμενου να ήταν περιορισμένη κατά τα πρώτα 1.60μ. περίπου, που είναι κατά το μάρτυρα, ο μέσος όρος πλάτους ενός σαλούν αυτοκινήτου ως ήταν το συγκεκριμένο σταθμευμένο όχημα. Για τα επόμενα 4.10μ. μέχρι το σημείο σύγκρουσης όμως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, η ενάγουσα, ήταν απόλυτα θεατή από την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο εναγόμενος. Υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι εσφαλμένα χρησιμοποίησε το 1.60μ για τους υπολογισμούς του διότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο εκεί είχε πλάτος 1.69 και συνεπώς η απόσταση που ήταν θεατή η ενάγουσα δεν ήταν 4.10 ως αυτός κατέληξε αλλά μόλις 4μ. και τούτο χωρίς να υπολογίζεται και η απόσταση που κανονικά είχε το σταθμευμένο όχημα από το δυτικό πεζοδρόμιο, εφόσον δεν θα μπορούσε, κατά την υπεράσπιση, να ήταν «κολλημένο» στο πεζοδρόμιο. Ο μάρτυρας απέρριψε την υποβολή και αν και δέχτηκε ότι δεν μέτρησε το πλάτος του συγκεκριμένου σταθμευμένου οχήματος, εντούτοις ισχυρίστηκε ότι οι μετρήσεις του ήταν ορθές και ότι ακόμα και να ευσταθεί η θέση της υπεράσπισης ως προς το πλάτος των 1.69μ, η διαφορά που προκύπτει σε σχέση με την απόσταση που αυτος μέτρησε διένυσε η ενάγουσα ενόσω ήταν θεατή, ανέρχεται σε μόλις 0.09μ. και είναι συνεπώς αμελητέα και δεν αρκεί για να μεταβάλει το ότι για τουλάχιστον 4μ. η ενάγουσα ήταν θεατή και παρά ταύτα ο εναγόμενος δεν την είδε. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, υπολόγισε, χρησιμοποιώντας τις γνώσεις, μόρφωση και πείρα του στην δικανική διερεύνηση δυστυχημάτων, ότι η ταχύτητα με την οποία διασταύρωνε πεζή η ενάγουσα προτού χτυπηθεί, ήταν από 1 - 1.2 μ/δ (μέτρα ανά δευτερόλεπτο). Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό ο μάρτυρας, ισχυρίστηκε ότι έλαβε υπόψη του τον σωματότυπο, την ηλικία και τις περιστάσεις της ενάγουσας καθώς επίσης και τη σχετική με το θέμα αυτό βιβλιογραφία, στην οποία αν και ως μέσος όρος βαδίσματος ενός πεζού αναφέρονται τα 1.2 - 1.4 μ/δ, εντούτοις, η πείρα του και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σωματότυπου της ενάγουσας δικαιολογούσαν κατ' εκείνον για εκτίμηση της ταχύτητας την χρήση της τιμής των 1 - 1.2 μ/δ. Χρησιμοποιώντας αυτή την τιμή, ανέφερε ο μάρτυρας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για να διανύσει τα 4.10μ. από το σταθμευμένο αυτοκίνητο ως το σημείο σύγκρουσης χρειάστηκε 3.42 - 4.1 δευτ., χρόνος εντός του οποίου που ήταν πλήρως θεατή προτού την χτυπήσει ο εναγόμενος. Υπεβλήθη στο μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, με παραπομπή σε βιβλιογραφία (Τεκ.4), ότι η χρήση της τιμής 1 - 1.2 μ/δ για σκοπούς υπολογισμού της ταχύτητας της ενάγουσας ήταν και αυθαίρετη αλλά και αδικαιολόγητη και ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως ορθή τιμή αυτό που συνάγεται από την βιβλιογραφία, ήτοι το 1.4 μ/δ. Εάν χρησιμοποιείτο αυτή η τιμή, υπέβαλε ο συνήγορος στο μάρτυρα, καθώς επίσης και το ότι στην πραγματικότητα τα μέτρα που διένυσε η ενάγουσα ενόσω ήταν θεατή ήταν 4μ., θα διαπιστώνετο ότι ο χρόνος που η τελευταία χρειάστηκε να φτάσει στο σημείο «Χ» από το σταθμευμένο αυτοκίνητο ήταν 2.86 δευτ. και όχι 3.41δευτ. που αυτός εσφαλμένα κατέληξε. Την εν λόγω υποβολή ο μάρτυρας την απέρριψε εμμένοντας στην ορθότητα των δικών του υπολογισμών, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι ακόμη και αυτή η διαφορά που ισχυρίζεται η υπεράσπιση, του μισού δευτερολέπτου ουσιαστικά, θα ήταν υπό τις περιστάσεις άνευ σημασίας. Όσον αφορά την ταχύτητα του εναγόμενου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν κατέστη δυνατό να γίνει κάποια σχετική εκτίμηση εφόσον δεν υπήρχαν ούτε ίχνη τροχοπέδησης ούτε πλαγιολίσθησης στην άσφαλτο. Παρά ταύτα, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, η απουσία αυτών των στοιχείων, σε συνδυασμό με τις ζημιές που υπέστη το όχημα του εναγόμενου και τα τραύματα που υπέστη η ενάγουσα, οδηγούν, στο συμπέρασμα ότι η ταχύτητα του εναγόμενου δεν ήταν χαμηλή και ότι προτού χτυπήσει την ενάγουσα, ο εναγόμενος δεν αντέδρασε καθόλου. Προχώρησε όμως ο μάρτυρας να υπολογίσει και την απόσταση του εναγόμενου από το σημείο σύγκρουσης.. Χρησιμοποιώντας το χρόνο των 3.42 - 4.1δευτ. που εκτίμησε ότι χρειάστηκε η ενάγουσα για να φτάσει από το σταθμευμένο αυτοκίνητο στο σημείο που τη χτύπησε ο εναγόμενος και την ταχύτητα με την οποία ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίστηκε στην κατάθεση του ότι οδηγούσε, ήτοι περί τα 50 ΧΑΩ ή 13.88 μ/δ, ο μάρτυρας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «κατά τη στιγμή που η ενάγουσα ξεκινούσε να ήταν απόλυτα θεατή προς το μέρος του, εβρισκόταν (ο εναγόμενος) από 47.47 έως 56.91 μέτρα μακριά από το σημείο σύγκρουσης». Ως προς τη θέση του αυτή, η υπεράσπιση, επαναλαμβάνοντας τις προηγούμενες θέσεις της για την απόσταση των 4μ. και τον χρόνο των 2.86 που κατ' εκείνη χρειάστηκε η ενάγουσα για να φτάσει στο σημείο σύγκρουσης, υπέβαλε στο μάρτυρα ότι από τη στιγμή που ο εναγόμενος θα αντιλαμβάνετο την ενάγουσα και θα εφάρμοζε τα φρένα του, θα χρειαζόταν, λαμβανομένης υπόψη της ταχύτητας των 50ΧΑΩ και συντελεστή τριβής 0.7, χρόνο 3.53 δευτ. για να σταματήσει και αυτό λαμβανομένου υπόψη και του μέσου όρου του χρόνου αντίδρασης ενός οδηγού, ήτοι 1.5 δευτ. Συνεπώς, υπέβαλε στο μάρτυρα ο συνήγορος του εναγόμενου, κανένα περιθώριο αντίδρασης δεν έδωσε στον εναγόμενο η ενάγουσα. Και αυτή την υποβολή ο μάρτυρας την απέρριψε επισημαίνοντας την απουσία τροχοπέδησης, την μεγάλη ορατότητα που υπήρχε και το χρόνο που η ενάγουσα ήταν θεατή στους διερχόμενους οδηγούς ιδιαίτερα από την κατεύθυνση του εναγόμενου. Τέλος ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στο γεγονός ότι ο εναγόμενος διώχθηκε ποινικά τόσο για το αδίκημα της αμελής οδήγησης, για το οποίο τελικά αθωώθηκε, όσο και για το ότι το όχημα που οδηγούσε δεν έφερε πιστοποιητικό καταλληλότητας και άδεια κυκλοφορίας, αδικήματα για τα οποία ο τελευταίος παραδέχθηκε ενοχή. ΜΕ3 - Ενάγουσα Η ενάγουσα κατέθεσε ενόρκως μέσω διερμηνέα της νοηματικής γλώσσας. Για σκοπούς ευκολίας και με τη βοήθεια της διερμηνέως, η κυρίως εξέταση της μάρτυρος καταγράφηκε από πριν σε κείμενο το οποίο κατέστη μέρος των πρακτικών. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο έγινε το επίδικο ατύχημα, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι όταν επιχείρησε να διασταυρώσει την οδό κατά την επιστροφή της από το περίπτερο, το έπραξε με τον ίδιο επιμελή τρόπο που διασταύρωσε αρχικά, ήτοι σταματώντας πρώτα και κοιτάζοντας δις δεξιά και αριστερά ώστε να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να περάσει. Ειδικότερα, η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι σταμάτησε πρώτα στο δυτικό πεζοδρόμιο και αφού βεβαιώθηκε δύο φορές ότι δεν ερχόταν κάποιο όχημα από καμία κατεύθυνση, ξεκίνησε να διασχίζει τη λεωφόρο οπόταν και αφού κάλυψε μία απόσταση περί τα 6μ., χτυπήθηκε από το όχημα του εναγόμενου «σφοδρώς και βιαίως». Αρχικά, ισχυρίστηκε, εκτινάχθηκε με δύναμη πάνω στο όχημα του εναγόμενου και στη συνέχεια έπεσε στην άσφαλτο απ' όπου την παρέλαβε το ασθενοφόρο που την μετέφερε στη συνέχεια στο νοσοκομείο. Θεωρεί υπό τις περιστάσεις ότι λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης και της έκτασης των τραυμάτων της, ο εναγόμενος οδήγησε με υπερβολική ταχύτητα και χωρίς να επιδείξει την δέουσα επιμέλεια αντίθετα με την ίδια η οποία καμία αμέλεια δεν επέδειξε. Η ενάγουσα αντεξετάσθηκε ως προς τους ισχυρισμούς της αυτούς και της υπεβλήθη ότι ουδέποτε σταμάτησε στο πεζοδρόμιο και ουδέποτε κοίταξε για να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να διασταυρώσει ως ισχυρίστηκε, αλλά αντίθετα ότι έτρεξε και μπήκε απρόσεχτα στο δρόμο, θέσεις τις οποίες η μάρτυς απέρριψε κατηγορηματικά. Τέλος η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι κατά την παραμονή της στο νοσοκομείο την επισκέφτηκε ο εναγόμενος, ο οποίος, στην παρουσία και της μητέρας της, παραδέχθηκε ότι αυτός έφταιγε για το ατύχημα και της ζήτησε και συγνώμη για τα όσα της προκάλεσε, ισχυρισμός ο οποίος της υπεβλήθη ότι ουδόλως ευσταθεί. Εναγόμενος Η κυρίως εξέταση του εναγόμενου περιορίστηκε σε υιοθέτηση της κατάθεσης που αυτός έδωσε στον ΜΕ1 στις 15/8/10 (Τεκ.5). παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα που αφορά στη δική του εκδοχή για το πως έγινε το ατύχημα. «Σήμερα 15/8/10 και περί ώρα 2115 οδηγούσα το αυτοκίνητο μου XXXXX72 στην οδό Νίκου Παττίχη με κατεύθυνση προς τον κυκλικό κόμβο Πολεμιδιών. Ήμουν μόνος μου στο αυτοκίνητο, φορούσα την ζώνη ασφαλείας μου και η ταχύτητα μου ήταν χαμηλή περί το 40 με 50 ΧΑΩ ενώ τηρούσα την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας από εις δύο που υπάρχουν στο μέρος. Σε κάποιο σημείο του δρόμου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας υπήρχε σταθμευμένο ένα άσπρο αυτοκίνητο. Εγώ ήμουν όπως προανέφερα στην δεξιά λωρίδα και συνέχισα την πορεία μου. Την στιγμή που έφτασα στα δεξιά του σταθμευμένου οχήματος αντιλήφθηκα απότομη κίνηση από τα αριστερά μου και μέχρι να αντιληφθώ τι έγινε είδα μπροστά μου πεζή. Έκαμα απότομη κίνηση προς τα αριστερά της πορείας μου για να την αποφύγω αλλά λόγω της πολύ κοντινής απόστασης δεν τα κατάφερα και την χτύπησα. Κατεβαίνοντας προσέγγισα την πεζή ενώ κάποιος περαστικός ειδοποίησε ασθενοφόρο και αστυνομία. Παρέμεινα στο μέρος μέχρι που ήρθε το ασθενοφόρο και παρέλαβε την πεζή. Μετά από λίγο ήρθε στο μέρος και η αστυνομία. Ο (ΜΕ1) έκαμε ένα σχέδιο για το δυστύχημα το οποίο μου έδειξε και εξήγησε. Εγώ το κατάλαβα και αφού συμφώνησα με αυτί το υπέγραψα ως ορθό. Επίσης ο (ΜΕ1) μου έκαμε έλεγχο αλκοτέστ με αρνητική ένδειξη όπως μου είπε. Θέλω να προσθέσω ότι πιστεύω ότι δεν ευθύνομαι για το δυστύχημα καθώς η πεζή εμφανίστηκε πίσω από σταθμευμένο όχημα μπροστά μου και δεν μου έδωσε περιθώριο αντίδρασης. Επίσης πριν από το δυστύχημα είχα αναμμένα τα φώτα του οχήματος μου στην κανονική στάση». Αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος δέχτηκε ότι παρά το ότι υπήρχε τροχαία κίνηση τη δεδομένη στιγμή, εντούτοις, το πεδίο μπροστά του ήταν ελεύθερο και ότι δεν εφάρμοσε τα φρένα του πριν να χτυπήσει την ενάγουσα, για την οποία δέχτηκε επίσης ότι είχε καταφέρει να φτάσει στη μέση σχεδόν του δρόμου. Ισχυρίστηκε όμως ότι η ενάγουσα, ξεπροβάλλοντας ξαφνικά πίσω από το σταθμευμένο αυτοκίνητο και μπαίνοντας με γρήγορο βάδην μπροστά του, δεν του έδωσε κανένα περιθώριο να αντιδράσει πλην μιας απότομης κίνησης που αυτός έκαμε προς τα αριστερά ώστε να την αποφύγει χωρίς όμως να τα καταφέρει. Αρνήθηκε ο εναγόμενος υποβολή που του τέθηκε ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και σε κάθε περίπτωση πέραν των 50 ΧΑΩ που ισχυρίστηκε, όπως αρνήθηκε και ότι από τη σύγκρουση η ενάγουσα πέρασε πάνω από το αυτοκίνητο του. Ισχυρίστηκε δε ότι, αφού η ενάγουσα χτύπησε αρχικά στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του, στο καπό δηλαδή, μετά χτύπησε στον ανεμοθώρακα και «λίγο πιο πάνω στην οροφή» και λόγω της αριστερόστροφης κίνησης που αυτός έκαμε για να την αποφύγει, χτύπησε και στη δεξιά μεριά του αυτοκινήτου απ' όπου και έπεσε στο έδαφος. ΜΥ3 - Εμπειρογνώμονας εναγόμενου Ο μάρτυρας, τα προσόντα του οποίου ως δικανικός ερευνητής ατυχημάτων δεν αμφισβητούνται (Τεκ.17), ισχυρίστηκε ότι για σκοπούς της υπόθεσης έλαβε υπόψη του το πρόχειρο και συμμετρικό σχεδιάγραμμα του ΜΕ1, τη δήλωση του τελευταίου, την κατάθεση που έδωσε ο εναγόμενος και ιδιαίτερα την αναφορά που ο τελευταίος κάνει εκεί ως προς το ότι «η ταχύτητα του ήταν μεταξύ 40 με 50 χιλιόμετρα ανά ώρα», την κατάθεση του ΜΥ4 και ιδιαίτερα την αναφορά του ότι «πέρασε από δίπλα του (εναγόμενου) και η ταχύτητα του οχήματος ήταν χαμηλή» (Τεκ. 5 και 6) και τη μαρτυρία της ενάγουσας. Παραπέμποντας σε σχετική βιβλιογραφία (Τεκ.3, 7 και 18), ο μάρτυρας διαφώνησε με τις τιμές που χρησιμοποίησε ο ΜΕ1 για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Ισχυρίστηκε δε ότι στην προκείμενη περίπτωση, για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χαμηλότερος μέσος χρόνος αντίδρασης ενός οδηγού, ήτοι τα 1,5 δευτ., η μέση ταχύτητα μίας πεζής ηλικίας κάτω των 50 ετών, η οποία ταχύτητα σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία είναι τουλάχιστο 1,4 μ/δ και η απόσταση που είχε να διανύσει η ενάγουσα από το σημείο που ήταν θεατή μέχρι το σημείο σύγκρουσης Χ, η οποία απόσταση ήταν 4μ. σύμφωνα με το μάρτυρα διότι το αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο μπροστά της ήταν ένα SAAB 900JLE του 1979 με διαστάσεις 4.69μ. μήκος και 1.69μ. πλάτος. Με αυτά τα δεδομένα, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ήταν ότι «δεν θα μπορούσε ο οδηγός να αποφύγει το δυστύχημα». Παραθέτω αυτούσιο το συλλογισμό του μάρτυρα: «Από την άκρια του οχήματος του σταθμευμένου μέχρι το σημείο σύγκρουσης άμα το βάλουμε 1.70 από την άκρη του δρόμου μένουν 4 μέτρα. Η πεζή για να διανύσει τα 4 μέτρα μέσα στον χρόνο του 1.4 . χρειαζόταν 2.86 δευτερόλεπτα, εκείνος είναι ο χρόνος που χρειάζεται από την άκρια του αυτοκινήτου μέχρι το σημείο Χ για να διανύσει η πεζή. Το αυτοκίνητο έτρεχε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, αυτό διανύει 13.89 μέτρα ανά δευτερόλεπτο, εάν χρειάζετουν 1.5 δευτερόλεπτο θα το πολλαπλασιάσουμε το 13.89 επί το 1.5, εάν είναι 2 δευτερόλεπτα επί 2. Αυτή είναι η απόσταση που θα χρειάζετουν με το 1.5 δευτερόλεπτο, γιατί λέμε ο χρόνος αντίδρασης είναι 1.5 και μπορεί να είναι και περισσότερο. Ο χρόνος που χρειάζετουν το όχημα αν σταματούσε, αν επάταν φρένα με τον συντελεστή τριβής 0,7, δύναμη βαρύτητας 9.81, θα χρειάζετουν 2.02 δευτερόλεπτα. Άρα με το 1.5 δευτερόλεπτο, το οποίο είναι ο χαμηλότερος χρόνος αντίδρασης, και τα 2.02, θα χρειάζετουν 3.52 δευτερόλεπτα να σταματήσει το όχημα πατώντας τα φρένα. Ο χρόνος που ήθελε το όχημα για να σταματήσει με ταχύτητα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα ήταν 3.52 δευτερόλεπτα και ο χρόνος που χρειάζετουν η πεζή να βρεθεί σε εκείνο το σημείο, το Χ, ήταν 2.86. Άρα, από τη στιγμή που ο οδηγός αντιλήφθηκε τον κίνδυνο χρειάζετουν περισσότερο χρόνο να σταματήσει το όχημα του παρά τον χρόνο που ήθελε η πεζή να βρεθεί σε εκείνο το σημείο. Άμα έχουμε αυτό το φαινόμενο σημαίνει dashing case... είναι εφόρμηση. Λέγοντας ήταν πολύ κοντά, στο πίσω μέρος του άσπρου οχήματος και ξέροντας πως το μάκρος του αυτοκινήτου ήταν 4.69, μόνο από τον χρόνο αντίδρασης με 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, χρειάζετουν 13.89 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Κάθε δευτερόλεπτο το αυτοκίνητο διανούσε 13.89 μετρά, μετά 1.5 δευτερόλεπτο θα πολλαπλασιάσουμε το 13.89 επί το 1.5. . θα χρειάζετουν 20.84 μέτρα μόνο ο χρόνος αντίδρασης αλλά ο οδηγός εδώ είχε μόνο... ούτε που τον χρόνο αντίδρασης μπορούσε να αποφύγει το δυστύχημα.Ο χρόνος αντίδρασης που χρειάζετουν στο 1.5 δευτερόλεπτο έπρεπε το αυτοκίνητο να διανύσει 20.83.5, στο οποίο λέμε 20.84, αλλά επειδή ήταν στο πίσω μέρος του άσπρου αυτοκινήτου, που είχε μια πολύ μικρή απόσταση, που σημαίνει ότι ούτε μες τον χρόνο αντίδρασης του δεν θα μπορούσε να αποφύγει, ούτε με τον χρόνο θα μπορούσε, ούτε με την απόσταση που θα διανούσε το όχημα.» Επί των πιο πάνω υπολογισμών και συμπερασμάτων του ο μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτενώς από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας, ο οποίος υπέβαλε στο μάρτυρα ότι είχε καταλήξει σε παράλογα συμπεράσματα αφού ουσιαστικά προσπαθούσε να πείσει ότι η ενάγουσα, από την ώρα που ήτανε ορατή προς τον εναγόμενο, διένυσε τα 4μ. μέχρι το σημείο σύγκρουσης, ως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, στον ίδιο χρόνο που χρειάστηκε ο εναγόμενος οδηγώντας με κατ' ισχυρισμό ταχύτητα 50 ΧΑΩ, για να διανύσει το πλάτος του σταθμευμένου αυτοκινήτου ήτοι, τα 4,60μ. και να φτάσει στο σημείο σύγκρουσης την ίδια στιγμή με την ενάγουσα. Ο μάρτυρας απέρριψε την υποβολή ισχυριζόμενος ότι «Ο οδηγός του αυτοκινήτου στην κατάθεση του και ο μάρτυρας λέει ήταν περίπου 5 με 10 μέτρα πιο πίσω από το πίσω μέρος του σταθμευμένου οχήματος όταν αντιλήφθηκε την πεζή και με αυτούς τους αριθμούς όταν βάζουμε τον χρόνο είναι μέσα το 1 δευτερόλεπτο αλλά ο οδηγός χρειάζεται 1.5 δευτερόλεπτο για να αντιδράσει και μόλις αντίδρασε δεν πρόλαβε να πατήσει φρένο, το μόνο που έκανε έστριψε το τιμόνι του προς τα αριστερά.». Υπεβλήθη τότε στον μάρτυρα ότι όχι μόνο δεν γινόταν πουθενά αναφορά στις καταθέσεις των εν λόγω προσώπων για απόσταση του εναγόμενου από το σταθμευμένο όχημα «5 με 10 μέτρα πιο πίσω» αλλά και ότι και ο ίδιος, ως είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή ισχυριστεί, για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του έλαβε υπόψη του ότι ο εναγόμενος ήταν στην αρχή του σταθμευμένου οχήματος όταν η ενάγουσα έγινε αντιληπτή. Ο μάρτυρας απέρριψε την υποβολή εμμένοντας στη θέση του ότι οι καταθέσεις που μελέτησε όντως έκαμναν αναφορά στην απόσταση που ισχυρίστηκε. Του υπεβλήθη τότε ότι ακόμη και 5-10μ. απόσταση να είχε ο εναγόμενος από το σταθμευμένο όχημα, ήτοι 14.60μ στο μέγιστο, το συμπέρασμα του ότι μια πεζή μπορεί να διανύσει 4μ. εντός του ίδιου χρόνου που χρειάζεται ένα όχημα που κινείται με 50 ΧΑΩ ή 13.88δ/μ για να διανύσει 14,60μ., ήτοι λιγότερο από μισό δευτερόλεπτο - 0.34 δευτ. ως υπολόγισε ο μάρτυρας - εξακολουθούσε να μην στέκει στη βάσανο της λογικής. Ο μάρτυρας απέρριψε και αυτή την υποβολή και ισχυρίστηκε ότι: «Για να γίνει πρόσκρουση.λέμε πως το αυτοκίνητο ταξίδευε με 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, σημαίνει κάθε δευτερόλεπτο διανούσε 13.89 μέτρα ανά δευτερόλεπτο, για 1.5 δευτερόλεπτο θα χρειαζόταν.... 20.84 μέτρα για να αντιδράσει.... αυτό σημαίνει ήδη την εχτύπησε μες τον χρόνο που ήθελε να αντιδράσει, ο χρόνος που ήθελε να αντιδράσει ήδη χτύπησε την πεζή και επίσης για να σταματήσει ήθελε ακόμα 2.20 μέτρα 2.02 δευτερόλεπτα, άρα το σύνολο που θα ήθελε να αντιδράσει ο οδηγός ήταν 3 δευτερόλεπτα, να αντιδράσει και να σταματήσει ήταν 3.52 δευτερόλεπτα για αυτό εχτύπησε την και πήρε την πεζή, την χτύπησε μες τον χρόνο αντίδρασης, δηλαδή δεν του έδωσε ούτε τον χρόνο να αντιδράσει και μετά πήγε παρακάτω το αυτοκίνητο. Αν θα επάταν stopper για να σταματήσει ήθελε να πάει 20.84 μέτρα αντίδρασης.14.04 η απόσταση που ήθελε να σταματήσει, με την ταχύτητα που πήγαινε έπρεπε να διανύσει 34.92 μέτρα για να σταματήσει το όχημα πριν να χτυπήσει την πεζή. Ούτε ο χρόνος ταιριάζει, ούτε η απόσταση ταιριάζει, η πεζή πετάχτηκε μπροστά από το όχημα και δεν έδωσε του οδηγού καν χρόνο να αντιδράσει.» Υπεβλήθη τέλος στο μάρτυρα ότι τα συμπεράσματα και υπολογισμοί του ήταν παντελώς αυθαίρετα και εσφαλμένα καθώς και ότι ουδόλως δικαιολογούν το ότι ο εναγόμενος δεν είχε δει έγκαιρα την ενάγουσα ως όφειλε να τη δει ώστε να αποφύγει να την χτυπήσει, υποβολή την οποία ο μάρτυρας απέρριψε. MY4 - Ανεξάρτητος Οδηγός Όσον αφορά τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, αυτή έχει ήδη παρατεθεί ανωτέρω στα πλαίσια των κοινών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων και δεν θα την επαναλάβω. Τραύματα ενάγουσας και συνέπειες (ΜΕ2, Ενάγουσα, ΜΕ4, ΜΥ1) Κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας της ενάγουσας και του γιατρού της, δηλαδή του ΜΕ2, τέθηκαν διάφορες ενστάσεις από πλευράς του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου ως προς την αποδεκτότητα κάποιων εκ των προβαλλόμενων ισχυρισμών με κεντρικό άξονα των ενστάσεων την μη δικογράφηση τους. Για τους λόγους όμως που αναφέρονται στις σχετικές ενδιάμεσες αποφάσεις (rulings) του Δικαστηρίου, οι οποίοι λόγοι να σημειωθεί δεν είναι αυτοί που αναφέρει στην τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου, η εν λόγω μαρτυρία επιτράπηκε να παρουσιαστεί στο σύνολο της. Επειδή όμως καθ' όλη τη διάρκεια της ακρόασης αλλά και κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, η πλευρά του εναγόμενου διατήρησε τη θέση ότι η επίμαχη μαρτυρία θα πρέπει να αγνοηθεί και επειδή από πλευράς εναγόμενου παρουσιάστηκε μαρτυρία που σε κάποιο βαθμό αφορά και τη μαρτυρία για την οποία προβάλλεται η θέση ότι δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σε κάποια έκταση, αυτούσια την επίμαχη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκατέρωθεν σε σχέση με αυτήν την πτυχή της υπόθεσης. Ενάγουσα Ως προς τα κατ' ισχυρισμό τραύματα και συνέπειες τους η ενάγουσα ισχυρίστηκε τα εξής: Συνεπεία της αναμφισβήτητα επιδεικνυόμενης αμελούς κι επικίνδυνης οδήγησης του Εναγομένου ήταν να με παρασύρει με το όχημα του και η πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος με συνέπεια να υποστώ σοβαρότατα τραύματα, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την σωματική μου ακεραιότητα αλλά και την ίδια μου τη ζωή.Αποτέλεσμα των ως άνω, ήταν να πέσω σε κώμα και να ξυπνήσω αρκετές ώρες αργότερα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και μεταφέρθηκα, μέσα σε φρικτούς πόνους και με εκτεταμένα τραύματα σχεδόν σε όλο το σώμα μου, λόγω της σφοδρής σύγκρουσης, συνοδευόμενα από απερίγραπτο πόνο. Ένεκα των εν λόγω τραυμάτων, όταν ξύπνησα διαπίστωσα ότι κάθε κίνηση μου επέφερε τεράστιο πόνο με αποτέλεσμα να μην μπορώ να κουνηθώ σχεδόν καθόλου. Σε αυτό το σημείο παρουσιάζω ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικό Νοσοκομείου Λεμεσού στο οποίο αναγράφονται τόσο τα τραύματα που μου προκλήθηκαν από το εν λόγω ατύχημα όσο και οι επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε λόγω αυτού. Όταν με επισκέφτηκαν οι Ιατροί και αφού πλέον είχα επαφή με το περιβάλλον μου διεμήνυσαν ότι ένεκα της εν λόγω σφοδρής σύγκρουσης είχα υποστεί τα εξής τραύματα: Α) Κάταγμα κάτω Τεταρτημόριου κνήμης δεξιά με συντριβή και βράχυνση Β) Κάταγμα μεσότητας δεξιού βραχιονίου με οστικό τεμάχιο στη επιφάνεια της μεσότητας του βραχιόνιου οστού Γ) Κάταγμα σκαφοειδούς οστού δεξιού καρπού. Δ.) Επίσης είχα μώλωπες σχεδόν σε όλο μου το σώμα. Ε) Ενημερώθηκα από τους Ιατρούς, ότι μελλοντικός ένεκα του εν λόγω ατυχήματος υπάρχει περίπτωση να αναπτύξω οστεοαρθρίτιδα και έπρεπε άμεσα να υποβληθώ σε χειρουργικές επεμβάσεις προσθήκης πλακών οστεοσύνθεσης λόγω των καταγμάτων που είχα υποστεί στο δεξί μου χέρι και πόδι στο ύψος της κνήμης ΣΤ) Επιπλέον των ως άνω και ένεκα του εν λόγω ατυχήματος μου τοποθετήθηκε γύψος στην περόνη και στο δεξί καρπό. . πέραν αυτού ακολούθησα και φυσιοθεραπείες ημέρες μετά το εξιτήριο μου. Πέραν των προαναφερθέντων επεμβάσεων, μου τοποθετήθηκε όπως προανέφερα, γύψος σε ολόκληρο το χέρι και πόδι προκειμένου να επουλωθούν τα τραύματα μου και μετά την τοποθέτηση πλακών οστεοσύνθεσης σε καρπό και περόνη. Κατά την παραμονή μου στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπως προανέφερα μου τοποθετήθηκαν πλάκες Οστεοσύνθεσης στο δεξί βραχίονα και στην δεξιά κνήμη.Από την 30/09/2010 ημέρα κατά την οποία και μου εδόθη επισήμως εξιτήριο από το νοσοκομείο και μετά τις επεμβάσεις που υποβλήθηκα και τις φυσιοθεραπείες, έως και σήμερα συνεχίζω να ταλαιπωρούμαι από τα εν λόγω τραύματα που προκληθήκαν σε εμένα από τον Εναγόμενο..Πιο συγκεκριμένα, από εκείνη την ημέρα και επί μακρο χρονικό διάστημα ήταν αδύνατον να μπορώ εξυπηρετήσω βασικές καθημερινές μου ανάγκες. Ακόμα και να ντυθώ το πρωί ήταν μια επίπονη διαδικασία, επίσης επί αρκετό χρονικό διάστημα κινούμουν με πατερίτσες και μπαστούνι και για περίοδο 3 μηνών μετά το εξιτήριο μου και παρά τις φυσιοθεραπείες στις οποίες είχα υποβληθεί.Προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση των προκληθέντων τραυμάτων μου και η σωστή επούλωση αυτών υποβλήθηκα σε επίπονες επεμβάσεις, και μεταγενέστερα σε φυσιοθεραπείες και ασκήσεις ενδυνάμωσης στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Παρά την προσπάθεια μου, τόσο την δική μου όσο και της οικογενείας μου εως σήμερα δεν έχω επανέλθει πλήρως και όπως πληροφορούμε από τους Ιατρούς δεν πρόκειται ουδέποτε να επανέλθω στην πρότερη κατάσταση προτού του ατυχήματος. Πιο συγκεκριμένα, λόγω των πλακών Οστεοσύνθεσης που μου τοποθετήθηκαν, με την αλλαγή του καιρού έχω συνεχείς πόνους σε βαθμό που ορισμένες ημέρες να μην μπορώ ούτε ένα απλό πιρούνι να σηκώσω προκειμένου να τραφώ, επίσης πολλές φορές έως και σήμερα κατά την διάρκεια της νύχτας ξυπνώ από τους πόνους στα σημεία που βρίσκονται οι πλάκες οστεοσύνθεσης και οι βίδες που μου τοποθετήθηκαν, ιδίως κατά τις εποχές αλλαγής του καιρού.Είμαι ένα άτομο το οποίο μου αρέσει να εργάζομαι, όταν έγινε το ατύχημα βοηθούσα την μητέρα μου στα χωράφια που αυτή έχει αποκομίζοντας κάποια οικονομικά κέρδη όχι μεγαλύτερα από 700€, παράλληλα έψαχνα για μόνιμη εργασία, κατά προτίμηση στην αγγειοπλαστική/κεραμική όπου εργαζόμουν και παλαιότερα αλλά πλέον δεν μπορώ να εργαστώ λόγω του ατυχήματος και τους συχνούς και έντονους πόνους, καθώς είναι χειρωνακτική εργασία, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να εργαστώ όπως επιθυμώ. Από τις επεμβάσεις που υποβλήθηκα λόγω του ως άνω ατυχήματος που προκλήθηκε εξ αποκλειστικής υπαιτιότητας του Εναγομένου, πέραν των ως άνω, έχω μόνιμες ουλές σε προφανή σημεία του σώματός μου και πιο συγκεκριμένα στο πόδι μου και στο χέρι μου, με αποτέλεσμα αυτό να με ακυρώνει πρωτίστως ως άνθρωπο αλλά και ως γυναίκα, νιώθοντας μειονεκτικά με αποτέλεσμα ν αποκοπώ πλήρως κοινωνικώς και να μην νιώθω άνετα σε κόσμο, και να μην μπορώ ούτε, και για μπάνιο στην θάλασσα να πάω, αλλά και γενικότερα να κυκλοφορήσω για ένα απλό καφέ, ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Επίσης, δηλώνω ότι είχα κώφωση στο δεξί αυτή η οποία όμως χειροτέρεψε σε μεγάλο βαθμό μετά το εν λόγω ατύχημα, παρουσιάζω σχετικό πιστοποιητικό Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Λόγω του εν λόγω ατυχήματος, εως και σήμερα δεν μπορώ ούτε να εργαστώ ούτε να ικανοποιήσω κάποιες βασικές καθημερινές ανάγκες μου λόγω του πόνου και της αδυναμίας που νιώθω επί σχεδόν καθημερινής βάσης, και επίσης μου είναι αδύνατον να κοινωνικοποιηθώ καθώς λόγο των ουλών νιώθω μειονεκτικά ως γυναίκα και ως άτομο. Επίσης όπως έχω ενημερωθεί από τους Ιατρούς, οι πόνοι θα συνεχίσουν επ αόριστον και κανένας δεν μπορεί να με διαβεβαιώσει εάν αυτοί θα υποχωρήσουν, πότε, και σε ποιον βαθμό, καθώς μου έχουν διαμηνύσει ότι κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνει ο πόνος ως έχει και θα χρειαστεί και επέμβαση αφαίρεσης των πλακών οστεοσύνθεσης (τεκμ 4), αυτών στο μέλλον, καθώς ήδη κατά διαστήματα δημιουργούνται οιδήματα επί του γονάτου μου που βρίσκεται η μία εκ των 2 πλακών οστεοσύνθεσης και οι βίδες αυτής, και θα χρειαστεί μελλοντικών να αφαιρεθούν και να καθαρισθεί το εν λόγω σημείο, δυσχεραίνοντας ακόμα περισσότερο την ήδη επιβαρυνθείσα υγεία μου και αναγκάζοντάς με να υποβληθώ σε νέες επεμβάσεις και περαιτέρω ταλαιπωρία σωματικά ψυχικά , πνευματικά και οικονομικά .Επίσης προτίθεμαι να προβώ σε επεμβάσεις αφαίρεσης των ουλών που δημιουργήθηκαν στο μέλλον προκειμένου να μην νιώθω πλέον μειονεκτικά και να προσπαθήσω να επανενταχθώ κοινωνικά. Το εν λόγω ατύχημα έγινε όταν ήμουν 44 ετών και βρισκόμουν σε άρτια κατάσταση και προσωπική ευημερία.Ένεκα αυτού και της ζημιάς που μου προκάλεσε ο εναγόμενος, σήμερα 8 χρόνια μετά έχω υποστεί εως σήμερα πόνο, ταλαιπωρία, κάθετη μείωση της απολαύσης της ζωής, και συνεχίζω να υφίσταμαι τόσο εγώ όσο και η οικογένεια μου. Λόγω του ατυχήματος την 15/08/2010, μέχρι και σήμερα είναι αδύνατον να κάνω απλά πράγματα στη ζωή και στην καθημερινότητα μου, ακόμα και το πιο απλά. Για παράδειγμα λόγω του πόνου και της μείωσης της κινητικότητάς μου έχω πρόβλημα στην εξυπηρέτηση αναγκών μου, επίσης λόγω των ουλών που έχω από την τοποθέτηση των πλακών οστεοσύνθεσης δεν μπορώ να φορέσω κάποια ρούχα καθώς είναι εμφανής οι ουλές και ο κόσμος με κοιτάει με απαξία, αφαιρώντας μου το δικαίωμα απόλαυσης βασικών αγαθών τα οποία για τους περισσότερους είναι αυτονόητα και αποτελούν αναφαίρετα ανθρώπινα δικαιώματα τα οποία όμως έχουν βιαίως αφαιρεθεί από εμένα. Επιγραμματικά σας αναφέρω ότι από την ημερομηνία του ατυχήματος εως και σήμερα αποφεύγω να πάω για μπάνιο στην θάλασσα, αφενός λόγω του πόνου που έχω και αφετέρου λόγω του ότι ντρέπομαι για τις εμφανείς Ουλές. Με τον ανιψιό μου ηλικίας σήμερα 11 ετών και κατά την ημερομηνία του ατυχήματος ηλικίας 4 ετών δεν 'έπαιξα ουδέποτε εως ότου παρέλθουν 2 έτη από το ατύχημα καθώς δεν μπορούσα λόγω του ατυχήματος και των επεμβάσεων .Οι κόρες μου κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ήταν 17 και 11 ετών και όταν έγινε το εν λόγω ατύχημα νόμιζαν ότι πέθανα, και επίσης λόγω και απουσίας του πατέρα τους διέμεναν άλλοτε με τα αδέρφια μου και άλλοτε με την μητέρα μου καθώς δεν μπορούσα να τους προσφέρω τίποτα λόγω της κατάστασης που περιήλθα λόγω του ατυχήματος. Πέραν των ως άνω πλέον είναι αδύνατον και να εργασθώ καθώς οι καθημερινοί πόνοι και η μειωμένη κινητικότητά μου με καθιστά μη επιθυμητή υπάλληλο καθώς είμαι απόφοιτος Γυμνασίου και μπορώ να εργασθώ μόνο σε χειρωνακτικές εργασίες, κάτι το οποίο είναι απίθανο ένεκα της κατάστασης που περιήλθα και της κοινώς αποδεκτής μειωμένης κινητικότητάς μου και των συνεχών πόνων μου. Απ'όσο έχω ενημερωθεί από τους Ιατρούς, στο μέλλον κατά πάσα πιθανότητα θα αναπτύξω Οστεοαρθρίτιδα λόγω των πλακών Οστεοσύνθεσης που μου τοποθετήθηκαν και του ατυχήματος γενικότερα ήδη τους τελευταίους μήνες οι κινήσεις μου περιέχουν καθημερινώς και αυξανόμενο πόνο και είναι πολύ δύσκολες, επίσης ακόμα και όταν δεν κάνω κάποια εργασία πονάω στα εν λόγω σημεία δυσχεραίνοντας την καθημερινότητά μου. Πέραν αυτών έχω ενημερωθεί ότι θα χρειαστεί να υποβληθώ σε επέμβαση αφαίρεσης αυτών και καθαρισμού του εν λόγω σημείου, επέμβαση η οποία θα κοστίσει τουλάχιστον 5.000€. Επίσης προτίθομαι να προβώ σε Πλαστική Επέμβαση αφαίρεσης των ουλών από τις εγχειρήσεις που έχω ήδη υποβληθεί και θα υποβληθώ μελλοντικά λόγω των ζημιών που μου προκάλεσε ο Εναγόμενος Επέμβαση η οποία θα κοστίσει επίσης 4.000€ επιπλέον. Το εν λόγω ατύχημα είχε ως συνέπεια να μου αποστερηθεί το δικαίωμα στην απόλαυση της ζωής όχι μόνο από εμένα αλλά και από τις κόρες μου και την οικογένεια μου γενικότερα. Σήμερα, και αφού παρήλθαν 8 έτη είναι αδύνατον να μπορέσω να επιστρέφω σε φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής, να εργαστώ μόνιμα στην οποιαδήποτε εργασία καθώς οι πόνοι από το ατύχημα πολλές φορές είναι αφόρητοι καθιστώντας με ανίκανη εργασίας και αφαιρώντας μου αναιτιολόγητα το δικαίωμα στην εργασία και τα οποιαδήποτε έσοδα από αυτή. Θεωρώ ότι ο Εναγόμενος με την αμελή και απρόσεκτη οδήγησή του προκάλεσε με πλήρη υπευθυνότητα και αποκλειστικής υπαιτιότητά του το εν λόγω ατύχημα το οποίο από θαύμα δεν μου κόστισε και την ίδια μου την ζωή και με έχει υποβάλλει σε ένα διαρκές βάσανο, δίχως τέλος, τόσο εμένα πρωτίστως αλλά και δευτερευόντως τις κόρες μου και την οικογένειά μου αφαιρώντας μου αναιτιολόγητα με την εν λόγω πράξη του, το δικαίωμα απόλαυσης της ζωής καθώς και βασικών καθημερινών και αναγκαίων αγαθών προκαλώντας μου ανυπολόγιστη, βιολογική, φυσική, πνευματική και ψυχική ζημία και υποβάλλοντας με σε μία διαρκή και καθημερινή ταλαιπωρία δίχως τέλος. Η μάρτυρας αντεξετάσθηκε εκτενώς τόσο ως προς τη φύση των τραυμάτων της όσο και προς τις κατ' ισχυρισμό συνέπειες τους ως αυτή της περιέγραψε στη δήλωση της. Της υπεβλήθη ότι ο ισχυρισμός της ότι βοηθούσε την μητέρα της σε αγροτικές εργασίες και δη στο μάζεμα ελιών και μανταρινιών, ως ανέφερε κατά την αντεξέταση της, δεν μπορεί να ευσταθεί διότι οι εν λόγω καρποί είναι εποχιακοί και συνεπώς το μάζεμα τους συνιστά περιοδική και όχι μόνιμη απασχόληση, την οποία απασχόληση σε κάθε περίπτωση μπορεί, όπως και την κατ' ισχυρισμό ενασχόληση της με την αγγειοπλαστική, να εκτελεί και σήμερα χωρίς κανένα πρόβλημα. Όσο αφορά τις ουλές που της έμειναν από τις χειρουργικές επεμβάσεις, τις οποίες ουλές, τόσο στο χέρι όσο και στο πόδι της η μάρτυς υπέδειξε κατά την μαρτυρία της και οι οποίες δεν αμφισβητούνται, ο κ. Γεωργίου υπέβαλε στη μάρτυρα ότι καμία αρνητική επίδραση δεν μπορούν να έχουν στη ζωή και στις κοινωνικές δραστηριότητες της ως αυτή ισχυρίζεται, επειδή σήμερα αυτή είναι μία παντρεμένη γυναίκα 60 χρονών και συνεπώς δεν πρέπει να ανησυχεί για την εμφάνιση της, υποβολές τις οποίες η μάρτυρας απέρριψε επισημαίνοντας στο συνήγορο τη ντροπή που νιώθει λόγω των ουλών αυτών. Προχωρώντας δε επί του σημείου αυτού, ο συνήγορος αντεξέτασε τη μάρτυρα ως προς το γιατί μέχρι σήμερα δεν προέβη στις κατ' ισχυρισμό πλαστικές επεμβάσεις που ισχυρίζεται ότι θέλει να κάμει για να καλύψει τις ουλές της και στην απάντηση της τελευταίας ότι το θέμα ήταν καθαρά οικονομικό, ο συνήγορος της υπέδειξε ότι το αυτό δεν της ήταν πρόβλημα όταν αποφάσιζε να αντικαταστήσει το δικηγόρο της καταβάλλοντας χρήματα που κανονικά θα έπρεπε να τα χρησιμοποιήσει για τις επεμβάσεις που ισχυρίζεται ότι θέλει να κάμει. Τέλος, υπεβλήθη στη μάρτυρα ότι κανένας εκ των θεραπόντων ιατρών της δεν ανέφερε ότι οι τραυματισμοί της ενδεχομένως να προκαλέσουν στο μέλλον οστεοαρθρίτιδα καθώς επίσης και ότι οι τραυματισμοί της δεν της δημιουργούν πλέον κανένα πρόβλημα στην καθημερινότητα της. Η μάρτυς απέρριψε τις υποβολές και ανέφερε ότι σήμερα, όταν αλλάζει ο καιρός νιώθει πόνους ιδιαίτερα στα σημεία που είναι τοποθετημένα τα υλικά οστεοσύνθεσης. ΜΕ2 - Ορθοπεδικός ενάγουσας Ο μάρτυρας, του οποίου τα προσόντα ως ορθοπεδικού χειρούργου δεν αμφισβητούνται, ισχυρίστηκε ότι εξέτασε την ενάγουσα δύο φορές μεταξύ του ατυχήματος και τις 26/1/16. Τις διαπιστώσεις και τα επιστημονικά συμπεράσματα του ο μάρτυρας τα κατέγραψε σε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε την 02/02/16 όπου αναφέρει επίσης ότι για την όλη εργασία του χρέωσε την ενάγουσα με το ποσό των €300. Το πιστοποιητικό του ημερ. 02/02/16 ο μάρτυρας το κατέθεσε ως Τεκ.8 και ακολούθως εξετάστηκε και αντεξετάστηκε επί αυτού. Σημειώνω εδώ ότι κατά την κατάθεση του εν λόγω πιστοποιητικού, προβλήθηκε ένσταση από την πλευρά του εναγόμενου ως προς το ότι διάφορα θέματα που αναφέρονταν εκεί ήταν εκτός της δικογραφίας και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά και έπρεπε, κατά την υπεράσπιση, να αποκλειστούν από εκείνο το στάδιο. Τη θέση αυτή η πλευρά του εναγόμενου τη διατήρησε καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης και στην τελική του αγόρευση, ο κ. Γεωργίου, με αναφορά σε νομολογία και τη Δ.38, ανέφερε ότι το Δικαστήριο έσφαλλε όταν αποφάσισε ότι το θέμα της αποδεκτότητας των επίμαχων ισχυρισμών θα εξεταζόταν στο τέλος της υπόθεσης και τους επέτρεψε να προβληθούν. Με κάθε σεβασμό προς τον κ. Γεωργίου, όπως επιβεβαιώνεται και από τα σχετικά πρακτικά, δεν ήταν αυτή η απόφαση του Δικαστηρίου. Όπως επισημάνθηκε στη σχετική απόφαση αλλά και αρκετές φορές στη συνέχεια όταν ο συνήγορος επαναλάμβανε τη θέση του περί σφάλματος του Δικαστηρίου, το πιστοποιητικό του ΜΕ2 δεν επιχειρήθηκε να κατατεθεί ως γραπτή κατάθεση ή δήλωση του μάρτυρα δυνάμει του αρ.25 Κεφ.9 για να αποτελέσει την κυρίως εξέταση του μάρτυρα αλλά αντίθετα ως ένα απλό κανονικό τεκμήριο, το οποίο αφορούσε σε σωρεία θεμάτων, στα οποία περιλαμβάνονταν και ισχυρισμοί που ήταν αποδεκτό ότι καλύπτονταν από τα δικόγραφα. Δεν τίθετο θέμα συνεπώς ή διαγραφής από το περιεχόμενο του ισχυρισμών με τον ίδιο τρόπο που δύναται να διαγραφούν ανεπίτρεπτοι ισχυρισμοί που περιέχονται σε δήλωση μάρτυρα δυνάμει του αρ.25 ούτε βέβαια και αποσπασματικής κατάθεσης του. Κάτι τέτοιο άλλωστε, θα αλλοίωνε ουσιαστικά το τεκμήριο με ότι αυτό συνεπάγεται για τη διαδικασία. Επισημάνθηκε ταυτόχρονα από το Δικαστήριο ότι υπό αυτά τα δεδομένα και εφόσον η ένσταση αφορούσε ουσιαστικά στο πώς θα πρέπει να προσεγγισθεί το περιεχόμενο του προτιθέμενου τεκμηρίου από το Δικαστήριο, το θέμα που εγείρετο από την υπεράσπιση άπτετο της βαρύτητας που θα πρέπει να δοθεί στο τεκμήριο, η οποία βαρύτητα όμως είναι στο στάδιο της αξιολόγησης που αποφασίζεται, όπου το τεκμήριο θα αξιολογηθεί υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας και των δικογράφων κάτι που κάμνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Παραθέτω αυτούσιο το πιστοποιητικό του ΜΕ2, ημερ. 2/2/16. «ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Η Καραβόλια XXXXX στις 15/08/2010 τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα, όταν παρασύρθηκε από διερχόμενο όχημα ενώ ήταν πεζή. Τα γεγονότα που ακολούθησαν καταγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό της ορθοπεδικής κλινικής του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού ημερομηνίας 01/03/2011 και με υπογραφή του ορθοπαιδικού Xρ. Γεωργιάδη. Δεν καταγράφονται λεπτομέρειες της μετεγχειρητικής φυσικοθεραπείας και διαδικασίας ανάρρωσης της τραυματισθείσας, το πόσο υπέφερε και πόσο χρονικό διάστημα χρειάστηκε να επανέλθει σε φυσιολογικά λειτουργικά επίπεδα. Εξετάστηκε επίσης από ωτορινολαρυγγολόγο για προβλήματα με ωτόρροια του αριστερού αυτιού. Τα γεγονότα που ακολούθησαν καταγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 11/01/2011 και υπογραφή του ιατρού Τ. Τιμοθέου. ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ - ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Η τραυματίας εξετάστηκε στις 26/01/2016 για σκοπούς καταγραφής της παρούσας κατάστασης της σε σχέση με τους τραυματισμούς της στο συγκεκριμένο ατύχημα. Η τραυματίας υπέστη συντριπτικό κάταγμα 4 τεμαχίων στο δεξιό βραχιόνιο. Το κάταγμα ακινητοποιήθηκε με πλάκα και 9 συνολικά βίδες (7 διαμέσου της πλάκας και δύο ελεύθερες). Φέρει μόνιμη χειρουργική ουλή μήκους 17 εκ. στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού βραχιονίου. Η άρθρωση του δεξιού ώμου παρουσιάζει σημαντική απώλεια κινητικότητας απαγ. Αυτό μεταφράζεται σε δυσκολία στην καθημερινή προσωπική της υγιεινή (μπάνιο, ντύσιμο και αφαίρεση ρούχων) και στην χρήση του χεριού για χειρωνακτικές εργασίες πάνω από το ύψος της άρθρωσης του ώμου, κάτι που όπως λέει η τραυματίας βιώνει μέχρι σήμερα από το τραυματισμό της και μετά. Η τραυματίας υπέστη λοξό κάταγμα του κάτω πέρατος της δεξιάς κνήμης και κάταγμα του κάτω τριτημορίου της περόνης. Το κάταγμα της κνήμης χειρουργήθηκε με πλάκα και 10 βίδες. Το κάταγμα της περόνης αφέθηκε να πωρωθεί μόνο του. Η κινητικότητα της δεξιάς ποδοκνημικής είναι μειωμένη. Αποτέλεσμα είναι η αδυναμία της ασθενούς να κάνει βαθύ κάθισμα ή να γονατίσει στο πάσχον σκέλος, να ανέβει και να κατέβει εύκολα σκάλα χωρίς να ανεβαίνει ή να κατεβαίνει ένα τα σκαλιά. Αναφέρει την συχνή εμφάνιση οιδήματος στην κνήμη, πιθανότατα σαν αντίδραση στην παρουσία των μετάλλων στην περιοχή. Το οίδημα χειροτερεύει μετά την πρωινή έγερση λόγω της ορθοστασίας. Φέρει χειρουργική ουλή μήκους 18 εκ. στην πρόσθια επιφάνεια της κνήμης. Το κάταγμα του σκαφοειδούς οστού στον δεξιό καρπό, αποφασίστηκε να αντιμετωπιστεί συντηρητικά με γύψο. Η αποθεραπεία του ήταν ομαλή και η κινητικότητα της άρθρωσης αυτή την στιγμή είναι φυσιολογική. Ζητήθηκε ακτινολογικός έλεγχος των καταγματικών περιοχών, ο οποίος έγινε στις 28/01/2016. Κατά την επανεξέτασή της για έλεγχο των ακτινογραφιών στις 29/01/2016, διαπιστώθηκε η πώρωση των καταγμάτων και στα τρία σημεία και η παρουσία υλικών οστεοσύνθεσης στο δεξιό βραχιόνιο και στην δεξιά κνήμη όπως περιγράφονται πιο πάνω. Τα υλικά οστεοσύνθεσης στην κνήμη θα πρέπει να αφαιρεθούν με χειρουργική επέμβαση που στοιχίζει με τα σημερινά δεδομένα γύρω στις 4.000 ευρώ, με περίοδο ανάρρωσης ένα μήνα το λιγότερο. Τα υλικά από το δεξιό βραχιόνιο, θα αφαιρεθούν μόνο αν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος (ενοχλήσεις από αντίδραση στα μέταλλα ή από τις αλλαγές των καιρικών συνθηκών, χαλάρωση των βιδών, επιμόλυνση), κάτι που δεν φαίνεται να υπάρχει αυτή την συγκεκριμένη περίοδο. Η ανωτέρω κατάσταση όπως περιγράφεται πιο πάνω είναι μόνιμη.» Κατά την προφορική του μαρτυρία ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι η αναφορά του σε «σημαντική απώλεια κινητικότητας απάγ.» αναφορικά με τον δεξιό ώμο της ενάγουσας αφορούσε σε απώλεια της τάξης του 50% και όχι μόνο της κίνησης της απαγωγής (απάγ.) αλλά όλων των κινήσεων του ώμου και απέρριψε σχετική υποβολή που του έγινε ότι μόνο η πλάγια απαγωγή είναι περιορισμένη και αυτή κατά 10 - 15 μοίρες. Ισχυρίστηκε επίσης ο μάρτυρας ότι η ενάγουσα ουσιαστικά δεν θα μπορέσει ποτέ να επανέλθει πλήρως από τις συνέπειες των τραυμάτων. Του υπεβλήθη από τον κ. Γεωργίου ότι η καθημερινή ζωή της ενάγουσας παραμένει ανεπηρέαστη διότι, ως ήταν η θέση του συνηγόρου, η ενάγουσα έχει και άλλο χέρι που δεν έχει τραυματιστεί και το οποίο μπορεί να χρησιμοποιεί καθώς και ότι τα ράφια σε ένα σπίτι δεν είναι όλα ψηλά άρα δεν υπάρχει τόσο μεγάλο πρόβλημα, υποβολές τις οποίες ο μάρτυρας απέρριψε. Η αντεξέταση του μάρτυρα επεκτάθηκε και στη διαπίστωση του ότι η ενάγουσα αδυνατεί να κάνει βαθύ κάθισμα ή να ανεβοκατεβαίνει με ευκολία σκάλες. Στα πλαίσια αυτής της γραμμής αντεξέτασης του μάρτυρα ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου υπέδειξε στον πρώτο πως κατ' εκείνον είναι το φυσιολογικό «τσουλοκάθισμα» και το φυσιολογικό ανεβοκατέβασμα σκαλιών ώστε να του υποβάλει ότι η εν λόγω «δραστηριότητες» δεν επηρεάζονται από τα τραυματισμένα μέλη της ενάγουσας, θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε πραγματοποιώντας, ως του ζητήθηκε από το συνήγορο, αντίστοιχη αναπαράσταση «τσουλοκαθίσματος» και ανεβοκατεβάσματος σκαλιών. Άλλη βασική πτυχή της μαρτυρίας του ΜΕ2 η οποία έτυχε αμφισβήτησης από πλευράς εναγομένου, ήταν, μεταξύ άλλων και η θέση του μάρτυρα ότι θα πρέπει να αφαιρεθούν τα υλικά οστεοσύνθεσης που τοποθετήθηκαν χειρουργικά στην ενάγουσα. Δεχόμενος ο μάρτυρας ότι στην περίπτωση της ενάγουσας, μέχρι την ημέρα που αυτός εξέτασε την τελευταία δεν διαπιστώθηκε να υφίσταται οποιαδήποτε μόλυνση, αναφυλαξία ή σπάσιμο, ισχυρίστηκε ότι: «.Επομένως, ανάλογα με την περίπτωση συμβουλεύουμε και τον τραυματία εάν θα πρέπει να αφαιρεθούν τα υλικά οστεοσύνθεσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να προλάβω άλλες ερωτήσεις, επειδή το άτομο αυτό έχει κάποιου είδους προβλήματα ακοής, ομιλίας και δεν εργάζεται, θεωρώ ότι δεν ήταν επανάγκες να ειπωθεί στη συγκεκριμένη τραυματία ότι πρέπει να αφαιρέσει τα υλικά, αφίεται στην ίδια εάν πρέπει να τα αφαιρέσει ή όχι. στο χέρι είπα ότι η πρακτική είναι να μην είμαστε πολύ επιθετικοί και να μην τα αφαιρούμε στην κνήμη, όμως και στον μηριαίο, η διάθεση μας είναι έτσι, να τα αφαιρούμε, φτάνει να το θέλει και ο τραυματίας, είναι απαραίτητη η προϋπόθεση να θέλει ο τραυματίας να αφαιρέσει τα υλικά. κατά τον χρόνο εξέτασης αυτό τονίστηκε στην τραυματία ότι εάν έχει οιδήματα και ενοχλήσεις θα πρέπει να τα αφαιρέσει, δεν ξέρω εάν το έχει κάνει». ΜΕ4 - Μητέρα ενάγουσας Η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι τη στιγμή του ατυχήματος η ίδια βρισκόταν στο σπίτι όταν και την ειδοποίησαν ότι η κόρη της είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Η μάρτυς αναφέρθηκε στην εμπειρία που είχε όταν μετάβηκε στο νοσοκομείο και είδε την ενάγουσα αιμόφυρτη και σε κατάσταση σύγχυσης καθώς επίσης και στο ότι καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας που έμειναν εκεί η ενάγουσα έκαμνε συνεχώς εμετούς. Ισχυρίστηκε επίσης η μάρτυς ότι καθ' όσο χρόνο βρίσκονταν στο νοσοκομείο τους επισκέφτηκε ο εναγόμενος μαζί με ένα κύριο και τους διαβεβαίωσε ότι η ασφάλεια του θα κάλυπτε πλήρως τις ζημιές που τους προκάλεσε. Όσο αφορά την εξέλιξη της υγείας της ενάγουσας, η μάρτυς ανέφερε ότι κατά τα δύο χρόνια μετά που η ενάγουσα έλαβε εξιτήριο, ότι για τους πρώτους τέσσερεις μήνες αυτή ήταν που την έκαμνε μπάνιο, δένοντας, κατόπιν συμβουλής των γιατρών, μαύρα σακούλια γύρω από τους γύψους. Στους επόμενους έξι μήνες, ισχυρίστηκε η μάρτυς, όταν και η ενάγουσα άρχισε να μπορεί να κινείται χρησιμοποιούσε βοηθήματα - βοήθημα τύπου «Π» - ενώ κατέστη αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί και τροχοκάθισμα. Οχτώ χρόνια μετά, ισχυρίστηκε η μάρτυρας εξακολουθεί να φαίνεται η «πολλή ζημιά» και το «πολλύ πρόβλημα» που υπέστη η ενάγουσα αφού τόσο τον χειμώνα όσο και το καλοκαίρι νιώθει έντονους πόνους και ρίγος. Επειδή και η ίδια διερωτήθηκε πως γίνεται η ενάγουσα να νιώθει ρίγος ακόμη και το καλοκαίρι και επειδή η ενάγουσα δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια ώστε να της εξηγήσει ακριβώς τί και γιατί νιώθει, ρώτησε η ίδια τους θεράποντες ιατρούς της ενάγουσας, με τους οποίους είχε πάντα επαφή αφού ήταν η μόνιμη συνοδός της ενάγουσας, οι οποίοι ιατροί της εξήγησαν ότι το ρίγος που αναφέρει η ενάγουσα ότι νιώθει οφείλεται στα μεταλλικά υλικά που είναι τοποθετημένα στο σώμα της ενάγουσας και τα οποία τείνουν να παγώνουν. Υπεβλήθη στη μάρτυρα ότι ουδέποτε ο εναγόμενος παραδέχτηκε οποιαδήποτε ευθύνη ή άφησε έτσι εντύπωση, θέση την οποία η μάρτυς απέρριψε κατηγορηματικά λέγοντας ότι είναι αδικία ο εναγόμενος να ισχυρίζεται τώρα κάτι διαφορετικό, αφού είναι στην ίδια που εξέφρασε την παραδοχή και την μεταμέλεια του και μάλιστα χωρίς αυτή να γνωρίζει τότε ποιος ήταν. Ως προς την άλλη υποβολή που της τέθηκε ότι καμία ιατρική ανάγκη υφίσταται για να αφαιρεθούν τα υλικά οστεοσύνθεσης η μάρτυς ανέφερε ότι η ανάγκη προέκυψε επειδή τα εν λόγω υλικά άρχισαν να προκαλούν ενοχλήσεις στην ενάγουσα. ΜΥ1 - Ορθοπεδικός εναγόμενου Ο μάρτυρας, τα ιατρικά προσόντα του οποίου επίσης δεν αμφισβητούνται, εξέτασε την ενάγουσα δύο φορές, μία στις 12/4/11 όπου είχε ενώπιον του τα ιατρικά πιστοποιητικά του Δρ. Γεωργιάδη και του Δρ. Τιμοθέου (Τεκ.9, 15 και 12 αντίστοιχα) και μία στις 9/2/16 όταν τέθηκε ενώπιον του και το πιστοποιητικό του ΜΥ2 αλλά και πρόσφατες, τότε, ακτινολογικές εξετάσεις ημερ. 28/1/16. Για αμφότερες τις εξετάσεις του, ο μάρτυς ετοίμασε σχετικές ιατρικές εκθέσεις στις 6/5/11 και 25/2/16 αντίστοιχα, τις οποίες υιοθέτησε κατά την μαρτυρία του. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει παραθέτω αυτούσιες τις εν λόγω εκθέσεις: Ιατρική έκθεση 6/5/11 (Τεκ.13) «ΙΣΤΟΡΙΚΟ Το ιστορικό τραυματισμού της μετά από εμπλοκή της σε τροχαίο ατύχημα στις 15/8/10, υπήρξε η βάση της δικής μου εξέτασης η οποία έγινε στις 12/4/2011. Σκοπός της εξέτασης η καταγραφή του ιατρικού της ιστορικού, της μορφής των τραυμάτων που υπέστη και της θεραπείας που της έγινε, η εκτίμηση της σημερινής της κατάσταση και η ετοιμασία της παρούσας ιατρικής έκθεσης. Κατά την εξέταση συνοδευόταν από την μητέρα της. Αναφέρεται στο ιστορικό της ότι ενώ ήταν πεζή και διασταύρωνε συγκεκριμένο δρόμο, εκτυπήθει από διερχόμενο αυτοκίνητο. Μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και εισήχθη μετά τις αναγκαίες εξετάσεις που της έγιναν. · Με σκοπό την δική μου κατατόπιση ετέθησαν στην διάθεση μου τα πιο κάτω ιατρικά έγγραφα: · Ιατρική βεβαίωση του θεράποντος ορθοπεδικού χειρούργου X. Γεωργιάδη ημερομηνίας 18/11/2010. · Επιπρόσθετη ιατρική βεβαίωση του ίδιου ιατρού ημερομηνίας 1/11/2011. · Αντίγραφο ιατρικού πιστοποιητικού του ωτορινολαρυγγολόγου του Νοσοκομείου Λεμεσού Τ. Τιμοθέου ημερομηνίας 11/1/2011. Από το ιστορικό αλλά κατά κύριο λόγο από τα πιο πάνω ιατρικά έγγραφα και τις ακτινολογικές της εξετάσεις εκτιμάται ότι η τραυματίας υπέστη: · Κάταγμα κάτω τεταρτημόριου της διάφυσης της δεξιάς κνήμης με συντριβή και εφίππευση. · Κάταγμα διάφυσης δεξιού βραχιονίου. · Κάταγμα σκαφοειδούς οστού του δεξιού καρπού. Η θεραπεία αναφορικά με το κάταγμα του βραχιονίου και της κνήμης ήταν χειρουργική και συνίστατο σε σταθεροποίηση μέσω τοποθέτησης μεταλλικών πλακών και βιδών. Η θεραπεία του κατάγματος του σκαφοειδούς του καρπού ήταν συντηρητική και συνίστατο σε απλή ακινητοποίησή. Ο θεράπων ιατρός καταγράφει απουσία μετεγχειρητικών επιπλοκών. Με την έξοδο της από το Νοσοκομείο συνεστήθη κινησιοθεραπευτική αγωγή. Ο νοσοκομειακός ωτορινολαρυγγολόγος καταγράφει παρουσία ωτόρροιας του αριστερού αυτιού η οποία αποκαταστάθηκε πλήρως και κατά την επόμενη του εξέταση στις 26/8/2010 κατέγραψε μεγάλου βαθμού βελτίωση. Στη συμπληρωματική του ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 1/11/2010 ο ίδιος θεράπων νοσοκομειακός ορθοπεδικός χειρουργός καταγράφει καλή πορεία αποθεραπείας, συνέχιση φυσιοθεραπείας και βελτίωση, ενώ αναφερόμενος στον τελευταίο ακτινολογικό έλεγχο αναφέρει ότι τούτος ήταν πολύ ικανοποιητικός η δε τραυματίας βαδίζει χωρίς βοήθεια. ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ Η μητέρα αναφέρει ότι παρουσιάζει κώφωση του δεξιού αυτιού η οποία έγινε αντιληπτή στην ηλικία των τριών ετών. Επίσης πρόβλημα κατά την ομιλία. Η μητέρα το απέδωσε σε σοβαρό τραυματισμό μετά από πτώση από το πρώτο όροφο οικοδομής, όταν ήταν ηλικίας τριών ετών. ΕΞΕΛΙΞΗ - ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ - ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Κατά την ημέρα του ατυχήματος δεν εργαζόταν σε οποιοδήποτε επάγγελμα. Περιγράφοντας την σημερινή της κατάσταση αναφέρει δυσκολία όταν ευρίσκεται σε σκάλα ιδιαίτερα όταν κατεβαίνει τα σκαλοπάτια της. ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ Η κλινική εξέταση έδειξε τα πιο κάτω ευρήματα: · Πλήρως επουλωμένη χειρουργική ουλή μήκους δεκαοχτώ εκατοστομέτρων στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού βραχίονα. · Παρόμοιας μορφής επουλωμένη χειρουργική ουλή μήκους δεκατριών εκατοστομέτρων στο κάτω μέρος της δεξιάς κνήμης. · Μικρή ουλή μήκους δύο εκατοστομέτρων στο δεξιό γόνατο. · Πλήρης κινητικότητα του δεξιού αγκώνα και δεξιού αντιβραχίου. · Πλήρης κινητικότητα των καρπών και δαχτύλων των χεριών με απουσία μυϊκής ατροφίας κατά την συγκριτική επιμέτρηση της μυϊκής μάζας των άνω άκρων. · Βαδίζει κατά πλήρως ικανοποιητικό τρόπο. · Μικρού βαθμού ελάττωση της πλήρους κάμψης της δεξιάς ποδοκνημικής ενώ οι υπόλοιπες κινήσεις (έκταση και πλάγιες κάμψεις) ευρίσκονται σε φυσιολογικό εύρος. · Φυσιολογική κινητικότητα των δαχτύλων του δεξιού ποδός. · Απουσία βράχυνσης του δεξιού κάτω άκρου. · Φυσιολογική λειτουργικότητα του νευροαγγειακού συστήματος των μελών. Προσκόμισε τον νοσοκομειακό της ακτινολογικό φάκελο ο οποίος περιλαμβάνει ακτινογραφίες με τις πιο κάτω ημερομηνίες:15/8/10, 16/8/10, 9/9/10, 30/9/10, 24/11/10 και 3/2/2011 ΕΥΗΜΑΤΑ Επιβεβαιώνεται λοξό κάταγμα του κάτω μέρους της διάφυσης της αριστερής κνήμης χωρίς προέκταση στην αρθρική επιφάνεια της ποδοκνημικής. Επιβεβαιώνονται η χειρουργική σταθεροποίηση τόσο του δεξιού βραχιονίου οστού όσο και της δεξιάς κνήμης. Οι τελευταίες ακτινολογικές εξετάσεις επιβεβαιώνουν πλήρη επούλωση του κατάγματος του βραχιονίου, της κνήμης και του σκαφοειδούς οστού σε φυσιολογική ανατομική θέση. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ - ΠΕΡΙΛΗΨΗ Υπέστη κάταγμα του δεξιού βραχίονα της δεξιάς κνήμης και ενός από τα οχτώ μικρά οστάρια του καρπού, δηλαδή του σκαφοειδούς οστού του δεξιού καρπού. Η αντιμετώπιση του κατάγματος του βραχιονίου και της κνήμης ήταν χειρουργική ενώ του σκαφοειδούς οστού ήταν συντηρητική. Η χειρουργική μορφή θεραπείας συνίστατο σε σταθεροποίηση μέσω τοποθέτησης μεταλλικών πλακών και βιδών. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μετεγχειρητική επιπλοκή η δε όλη μετεγχειρητική της εξέλιξη υπήρξε καθόλα ομαλή μέχρι τελικού σταδίου πλήρους επούλωσης σε φυσιολογικό ανατομικό άξονα. Κατάλοιπα του τραυματισμού είναι: Οι ουλές όπως περιγράφονται πιο πάνω. Η μικρού βαθμού ελάττωση της πλήρους κάμψης της δεξιάς ποδοκνημικής. Τα ακτινολογικά ευρήματα. Η μικρού βαθμού ελάττωση της κάμψης της δεξιάς ποδοκνημικής συνάδει με σχετικό βαθμό δυσκολίας στο ανεβοκατέβασμα σκαλών. Περιοδικές ήπιας έντασης ενοχλήσεις στα σημεία του οστικού τραυματισμού του βραχίονα και της κνήμης αποτελούν πιθανότητα. Σε περίπτωση εμφάνισης δεν θα χρήζει ιδιαίτερης ιατρικής εξέτασης ή θεραπείας η δε αποκατάσταση θα επέρχεται από μόνη της. Οι ουλές θα παραμείνουν». Ιατρική έκθεση 25/2/16 (Τεκ.14) «ΙΣΤΟΡΙΚΟ Στις 9/2/16 επανεξέτασα την πιο πάνω με σκοπό την ετοιμασία της παρούσας συμπληρωματικής ιατρικής έκθεσης. Για πρώτη φορά εξετάσθηκε από εμένα στις 12/4/11 και σχετική ιατρική μου έκθεση φέρει ημερ. 6/5/2011.Τόσο η πρώτη εξέταση όσο και η επανεξέταση, έγιναν με βάση το ιατρικό της ιστορικό σύμφωνα με το οποίο φέρεται να είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα στις 15/8/10.Οι λεπτομέρειες της μορφής των τραυμάτων που υπέστη και της θεραπείας που της χορηγήθηκε, καταγράφονται στην πρώτη μου ιατρική έκθεση στην οποία και παραπέμπω. Η επανεξέταση έλαβε χώρα λόγω του ότι: Ετοιμάστηκε νέο ιατρικό πιστοποιητικό από τον ιατρό Χρ. Σολομωνίδη ημερ. 2/2/2016. Λόγω της λήψης πρόσφατων ακτινολογικών εξετάσεων ημερ. 28/1/2016 (βλέπε λεπτομέρειες κατωτέρω). Κατά την επανεξέταση συνοδευόταν από την μητέρα και τον αδελφό της. Από το ιστορικό που μου εδόθη καθίσταται σαφές ότι κατά την περίοδο που παρήλθε από την πρώτη μου εξέταση μέχρι την επανεξέταση, δεν χρειάστηκε οποιαδήποτε επιπρόσθετη ιατρική εξέταση ή θεραπεία Κατά την επανεξέταση τόσο η ίδια όσο και τα συνοδεύοντα της πρόσωπα, επιβεβαιώνουν το ιστορικό όπως αυτό το κατέγραψα στην πρώτη μου ιατρική έκθεση και το οποίο τους το ανέγνωσα. ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ Επιβεβαιώνεται το προηγούμενο ιστορικό της όπως αυτό λεπτομερώς καταγράφεται στην πρώτη μου ιατρική έκθεση. ΕΞΕΛΙΞΗ - ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ - ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ Περιγράφοντας την σημερινή της κατάσταση τα άτομα που την συνόδευαν αναφέρουν ότι παραπονείται για περιοδικό οίδημα (πρήξιμο) στην κνήμη, βαθμό δυσκολίας στις σκάλες και σε περίπτωση που απαιτείται η πλήρης ανύψωση του άνω άκρου στο τελικό εύρος κίνησης (π.χ.ένδυση και καθαριότητα της σπονδυλικής στήλης με το χέρι της στο μπάνιο). Η κλινική εξέταση έδειξε επακριβώς τα ευρήματα όπως αυτά καταγράφονται στην πρώτη μου ιατρική έκθεση Μικρή εξαίρεση η μικρού βαθμού ελάττωση της πλήρους ανύψωσης - απαγωγής, του δεξιού ώμου στο τελικό εύρος της κίνησης. Προσκόμισε πρόσθετες ακτινολογικές εξετάσεις με ένδειξη λήψης την Πολυκλινική Υγεία και ημερομηνία λήψης 28/1/16 - συνοδευτική ακτινολογική έκθεση του ακτινολόγου Ο. Velev ίδιας ημερομηνίας . Τα ευρήματα μου είναι αυτά που επιβεβαιώνει και στην ακτινολογική του έκθεση ο ειδικός ακτινολόγος O. Velev και συνίσταται σε: Πλήρη επούλωση του κατάγματος του δεξιού βραχιονίου, του δεξιού σκαψοειδούς οστού του καρπού και της δεξιάς κνήμης και περόνης. Τα κατάγματα έχουν επουλωθεί σε φυσιολογική ανατομικό άξονα και θέση όπως επιβεβαιώνει και ο ειδικός ακτινολόγος. Τα μεταλλικά προσθετικά σε άριστη τοποθέτηση χωρίς οποιαδήποτε μετακίνηση τους. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ - ΠΕΡΙΛΗΨΗ Το ιατρικό μου συμπέρασμα όπως αυτό καταγράφεται στην πρώτη μου ιατρική έκθεση δεν διαφοροποιείται αντίθετα επιβεβαιώνεται από την πρόσφατη μου εξέταση, και συμπληρώνεται με τα ακόλουθα: Επανεξετάσθηκε στις 9/2/2016 τόσο κλινικά όσο και ακτινολογικά. Κατά την μακρά περίοδο που παρήλθε από την πρώτη μου εξέταση, δεν χρειάστηκε οποιαδήποτε επιπρόσθετη ιατρική εξέταση ή θεραπεία. Οι πρόσφατες ακτινολογικές εξετάσεις χαρακτηρίζονται από την πλήρη επούλωση των οστικών τραυματισμών σε φυσιολογική ανατομική θέση και άξονα. Μικρή διαφοροποίηση κατά την περίοδο που παρήλθε αφορά μικρού βαθμού δυσκαμψία της πλήρους ανύψωσης του δεξιού άνω άκρου υπεράνω τηςκεφαλής κατά 10-15 μοίρες (φυσιολογικό εύρος 180) Το πιο πάνω κλινικό εύρημα δικαιολογεί την ενόχληση μικρού βαθμού δυσκαμψίας σε δραστηριότητες που απαιτούν την πλήρη ανύψωση του δεξιού άνω άκρου στο τελικό του εύρος (π.χ. τοποθέτηση σκευών σε ψηλά ράφια, καθαριότητα του άνω μέρους της σπονδυλικής στήλης στο μπάνιο κ.λ.π). Έχουν παρέλθει 5½ και πλέον χρόνια από το ατύχημα. Ουδεμία απολύτως ένδειξη υπήρξε για αναγκαιότητα αφαίρεσης μεταλλικών προσθετικών. Το πιο πάνω ιστορικό στηρίζει την γνώμη ότι η παρουσία τέτοιας ένδειξης από πρακτικής πλευράς είναι ανύπαρκτη εις το μέλλον. Αντίθετα η χωρίς ένδειξη αφαίρεση των μεταλλικών προσθετικών δυνατόν να δημιουργήσει επιπρόσθετα προβλήματα. (Παρενθετικά επεξηγείται ότι πολύ μεγάλος αριθμός τραυματιών φέρουν τα μεταλλικά προσθετικά εφ' όρου ζωής, στην απουσία σαφούς ιατρικής ένδειξης αφαίρεσης των)» Σύμφωνα με τον μάρτυρα οι διαφωνίες του με τα όσα αναφέρει ο ΜΕ2 στο δικό του πιστοποιητικό αφορούν στα εξής σημεία: Α. Η διαπίστωση του ΜΕ2 ότι το συντριπτικό κάταγμα του βραχίονα αφορούσε σε σπάσιμο τεσσάρων τεμαχίων και αυτό διότι σύμφωνα με τον Γεωργιάδη επρόκειτο για ένα κάταγμα με μικρό - αποσπαστικό οστικό τεμάχιο. Β. Ότι αν και διαπίστωσε και ο ίδιος περιορισμό στην κινητικότητα του ώμου της ενάγουσας εντούτοις αυτός ο περιορισμός ήταν μικρότερου βαθμού από το 50% που ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 καθώς και ότι αφορούσε μόνο στην κίνηση της απαγωγής. Γ. Ότι δεν μπορεί να έχει επηρεαστεί η ικανότητα της ενάγουσας να εκτελέσει βαθύ κάθισμά ή να γονατίσει εφόσον τα γόνατα, τα οποία είναι και τα μέρη του σώματος που χρησιμοποιούνται για να εκτελεστούν οι εν λόγω κινήσεις δεν τραυματίστηκαν. Δ. Ότι εφόσον δεν προκύπτουν επιτακτικοί ιατρικοί λόγοι δεν δικαιολογείται η άποψη ότι τα μεταλλικά προσθετικά που έχουν τοποθετηθεί στην ενάγουσα θα πρέπει να αφαιρεθούν. Σημειώνοντας παράλληλα ότι η επούλωση των τραυμάτων της ενάγουσας επήλθε σε φυσιολογική ανατομική θέση. Προς επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών του μάρτυρας παρέπεμψε σε σχετική ιατρική βιβλιογραφία (Τεκ.10 και 16). Πρόσθετα των πιο πάνω κατά την μαρτυρία του ο ΜΥ2 δέχτηκε, όπως άλλωστε και ο ίδιος διαπίστωσε, ότι υπάρχει η πιθανότητα η ενάγουσα να αντιμετωπίζει κάποιες δυσκολίες κατά το ανεβοκατέβασμα σκαλών αν και εκτιμά ότι αυτό δεν ισχύει σε συνηθισμένα σκαλοπάτια. Ως προς τη θέση του δε για την απουσία οποιουδήποτε λόγου που να επιβάλλει την αφαίρεση των μεταλλικών προσθετικών ο μάρτυρας δέχτηκε ότι ο πόνος που ίσως νιώθει ένας ασθενής λόγω αυτών των υλικών να είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη πλην όμως το στοιχείο του πόνου είναι καθαρά υποκειμενικό και δεν σημαίνει ότι κατά κανόνα όποιος έχει στο σώμα του μεταλλικά υλικά νοιώθει πόνο. Το ουσιαστικό ερώτημα κατά τον μάρτυρα είναι αν υπό τις περιστάσεις είναι ιατρικά αναγκαίο να αφαιρεθούν τα προσθετικά, πέρα και ανεξάρτητα της επιθυμίας του ασθενή για τον οποίο η μόνη υποχρέωση του γιατρού είναι να τον συμβουλεύσει καθαρά για τα ιατρικά θέματα που περιβάλλουν τέτοια ενέργεια. Ο μάρτυρας τέλος απέρριψε υποβολές που του τέθηκαν ότι δεν ενήργησε αμερόληπτα αφ' ενός επειδή είναι αδελφός του δικηγόρου του εναγόμενου και αφ' ετέρου διότι ενήργησε εκ μέρους της ασφάλειας του τελευταίου και ισχυρίστηκε ότι ενήργησε καθ' όλα δεοντολογικά και ηθικά και ότι αυτό επιβεβαιώνεται από το ότι συμφώνησε σε μεγάλο βαθμό με τα όσα είχε διαπιστώσει και ο ίδιος ο γιατρός της ενάγουσας ήτοι ο ΜΕ2. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας ο ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες τελικές αγορεύσεις τόσο γραπτώς όσο και προφορικά. Έχω ήδη αναφερθεί σε κάποιες πτυχές των θέσεων της πλευρά του εναγόμενου, πρόσθετα όμως αυτών αναφέρω επίσης ότι ο κ. Γεωργίου υποστήριξε την πλήρη αξιοπιστία των μαρτύρων της υπεράσπισης σε αντίθεση με τους μάρτυρες της ενάγουσας καθώς επίσης και ότι από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε φαίνεται ξεκάθαρα ότι πρόκειται για υπόθεση εφόρμησης πεζής στο δρόμο με τέτοιο ξαφνικό τρόπο που απαλλάσσει τον εναγόμενο οδηγό από οποιαδήποτε ευθύνη. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίστηκε ο συνήγορος παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, ακόμη και να ήθελε αποδοθεί κάποια ευθύνη στον εναγόμενο, οι αποζημιώσεις που θα δικαιούτο η ενάγουσα σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα μπορούσαν καθόλου να ξεπεράσουν τις €20.000 που δόθηκαν σε περιπτώσεις όπου σύμφωνα με το συνήγορο οι εκεί σωματικές βλάβες ήταν πολύ πιο σοβαρές. Στην αντίπερα όχθη ο κ. Μιχαήλ υποστήριξε εκ μέρους της ενάγουσας ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς εναγόμενου σε καμία περίπτωση δεν ανέτρεψε το συμπέρασμα περί αμέλειας του τελευταίου το οποίο προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας. Λαμβανομένου τούτου υπόψη, εισηγήθηκε επίσης ο συνήγορος κάνοντας επίσης αναφορά σε νομολογία προκύπτει ότι η ενάγουσα δικαιούται σε πλήρη αποζημίωση από τον εναγόμενο για τα τραύματα που της προκάλεσε και τις συνέπειες αυτών, η οποία αποζημίωση, σύμφωνα με τον συνήγορο, θα πρέπει, υπό τις περιστάσεις, να είναι η μέγιστη που μπορεί να αποδοθεί από Επαρχιακό Δικαστή ήτοι €100.000. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Όπως διαφαίνεται από την ανωτέρω παρατεθείσα μαρτυρία, η ενάγουσα, η μητέρα της (ΜΕ4), ο εναγόμενος και ο αυτόπτης μάρτυρας (ΜΥ4) κατέθεσαν ως μάρτυρες γεγονότων, ενώ οι υπόλοιποι μάρτυρες, ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΥ1 και ΜΥ3 κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες στον αντίστοιχο τομέα τους και αυτό χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία τους επεκτάθηκε και στα όσα γεγονότα οι ίδιοι βίωσαν στα πλαίσια της άσκησης της εμπειρογνωμοσύνης τους. Ως προς τους τελευταίους αυτούς μάρτυρες, η εμπειρογνωμοσύνη των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί και τους οποίους αποδέχομαι ως τέτοιους ειδικούς, υπενθυμίζω την πάγια αρχή ότι ως τέτοιοι εμπειρογνώμονες μάρτυρες, υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Σπύρου ν Παπαδόπουλου, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2018:A144, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/12, 2/4/2018, Cybarco Ltd ν. Silvias Kovascik
(2001)1 ΑΑΔ 2013, Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). Υπενθυμίζω επίσης την δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιλέξει, κατόπιν αξιολόγησης, ποια εκ των αντικρουόμενων επιστημονικών εκδοχών θα αποδεχτεί (Parris David ν. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 186) χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι υποχρεούται να επιλέξει μία εξ' αυτών (Παπαχριστοφόρου Ευριπίδης Φίλιππου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 488). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την προσκομισθείσα μαρτυρία. Αναφορικά με το πώς επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, πέραν της ενάγουσας και του εναγόμενου, σχετική είναι και η μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΥ3 και ΜΥ
  1. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό της αξιοπιστίας και βαρύτητας που θα πρέπει να δοθεί στην φερόμενη ως πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης, αρχής γενομένης από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ΜΕ1 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκ.
  2. Οι λόγοι που αναφέρομαι στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα είναι πρώτο, διότι εκείνο είναι το σχέδιο που ο εναγόμενος δέχτηκε τότε αλλά και τώρα ότι μελέτησε και κατανόησε και συμφώνησε, θέτοντας προς τούτο την υπογραφή του, και δεύτερο διότι, όπως ο ίδιος ο ΜΕ1 ανέφερε, σε αντίθεση με το πρόχειρο, το συμμετρικό σχέδιο που επίσης ετοίμασε ο ίδιος (Τεκ.1), παρουσιάζει λάθη, τυπογραφικής βέβαια φύσεως, πλην όμως λάθη. Αν τώρα το «βασικό» πρόχειρο σχεδιάγραμμα ήθελε κριθεί αξιόπιστο, τότε θα συνιστά την απεικόνιση της πραγματικής κατάστασης που υπήρχε στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή και συνεπώς μαρτυρία στη βάση της οποίας θα δοκιμαστεί η αξιοπιστία της ζωντανής μαρτυρίας των μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν καθώς και χρήσιμο οδηγό για τον καθορισμό των επίδικων γεγονότων που περιβάλλουν το δυστύχημα (βλ. Ψάλτης Kώστας ν. Aστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 113. Άλλος τέτοιος χρήσιμος και ανεξάρτητος οδηγός για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος είναι οι ζημιές που προκλήθηκαν από τη σύγκρουση τόσο στο όχημα του εναγόμενου όσο και στην ενάγουσα, οι οποίες ζημιές συνιστούν ακόμη μια μορφή πραγματικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Γιαννάκης Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 218 και Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267). Συνεπώς, χωρίς να παραγνωρίζω ότι η αξιοπιστία του προαναφερόμενου σχεδιαγράμματος, είναι στενά συνδεδεμένη και με την αξιοπιστία του συντάκτη του, ήτοι του ΜΕ1, παρατηρώ τα εξής . Κατά πρώτο, όπως ανέφερα πιο πάνω, δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά ότι μετά που ο ΜΕ1 ετοίμασε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα Τεκ.3, το υπέδειξε στον εναγόμενο, ο οποίος συμφώνησε με την ορθότητα του περιεχομένου του, θέση την οποία ο τελευταίος υιοθέτησε και κατά την μαρτυρία του. Κατά δεύτερο, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το σημείο σύγκρουσης «Χ» που τοποθέτησε ο ΜΕ1 στο σχεδιάγραμμα Τεκ.3, το τοποθέτησε καθ' υπόδειξη του ίδιου του εναγόμενου και ότι το εν λόγω σημείο απέχει 5,70μ. από το δυτικό πεζοδρόμιο και βρίσκεται μετά την πρώτη λωρίδα των 3.60μ και 2,10 μ. εντός της λωρίδας του εναγόμενου, η οποία στο σύνολο της, είναι πλάτους 3,40μ. Κατά τρίτο, καμία πλευρά δεν διαφωνεί ότι η εικόνα του συγκεκριμένου δρόμου, όπως αυτή αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ήτοι ότι πρόκειται για ευθεία οδό χωρίς οποιαδήποτε εμπόδια στην κατεύθυνση του εναγόμενου πλην του σταθμευμένου οχήματος, όπως άλλωστε ανέφερε και ο τελευταίος κατά τη μαρτυρία του. Εκεί που υπήρξε διαφωνία, ήταν σε σχέση με τις διαστάσεις του σταθμευμένου οχήματος μπροστά από το οποίο πέρασε η ενάγουσα και ειδικότερα την απόσταση μεταξύ του εν λόγω αυτοκινήτου και του σημείου σύγκρουσης. Η διαφωνία των μερών έγκειτο στο κατά πόσο το πλάτος του εν λόγω αυτοκινήτου ήταν 1,60μ., ώστε η σχετική απόσταση να ήταν 4,10μ. ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ή 1,69μ., ώστε η απόσταση να ήταν 4μ. ως ισχυρίστηκε η υπεράσπιση. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν μέτρησε τις διαστάσεις του σταθμευμένου αυτοκινήτου αλλά προέβη σε μια εκτίμηση τους βάση της πείρας και των γνώσεων του. Λαμβανομένων υπόψη των θέσεων που προβλήθηκαν εκατέρωθεν, καθώς και της κοινώς αποδεκτής και μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας, παρατηρώ τα εξής σε σχέση με τα συγκεκριμένο θέμα. Πέραν του ότι η διαφορά στις εκατέρωθεν μετρήσεις αφορά σε μια ασήμαντη ουσιαστικά απόκλιση μόλις 0.09μ. (9 εκ.), ο μεν ΜΕ1, εφόσον δεν μέτρησε τις διαστάσεις του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, ήταν διατεθειμένος να δεχτεί ότι τόσο το μήκος των 4,69μ. και το πλάτος των 1,69μ του σταθμευμένου αυτοκίνητου όσο και η απόσταση των 4μ. που ισχυρίζεται η υπεράσπιση ενδεχομένως να είναι ορθά, ο δε ΜΥ3, ο οποίος υπενθυμίζω ότι υποστήριξε τη βασική θέση της υπεράσπισης περί εφόρμησης της ενάγουσας στο δρόμο κατά τρόπο που δεν άφηνε κανένα περιθώριο αντίδρασης στον εναγόμενο οδηγό, έλαβε ως αδιαμφισβήτητα δεδομένα το ακριβές σημείο που ο ΜΕ1 τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης «Χ» και την απόσταση που ο τελευταίος κατέγραψε ότι το εν λόγω σημείο απέχει από το δυτικό πεζοδρόμιο και την κάθε λωρίδα. Επισημαίνω ότι ο ΜΥ3 δεν αμφισβήτησε ούτε τις διαπιστώσεις του ΜΕ1 ότι μεταξύ του σταθμευμένου αυτοκινήτου και του σημείου σύγκρουσης, ήτοι εντός των 4μ. που αυτός υπολόγισε, όπως και μεταξύ του σταθμευμένου οχήματος και του εναγόμενου, δεν υπήρχε τίποτα που να καθιστά την ενάγουσα μη θεατή από την κατεύθυνση του τελευταίου. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς και λαμβανομένου υπόψη ότι εκ των ΜΕ1 και ΜΥ3, μόνο ο τελευταίος ανέφερε ότι προέβη σε έρευνα ως προς το πραγματικό πλάτος του συγκεκριμένου σταθμευμένου αυτοκινήτου, τα στοιχεία του οποίου παρέθεσε λεπτομερώς κατά τη μαρτυρία του και επί τούτου δεν έχει αντικρουστεί με ανάλογου βαρύτητας μαρτυρία, δέχομαι τη θέση της υπεράσπισης ότι οι διαστάσεις του σταθμευμένου οχήματος ήταν 4,69μ. Χ 1,69μ. και ότι η απόσταση από την εξωτερική άκρια του εν λόγω οχήματος μέχρι το σημείο σύγκρουσης ήταν ουσιαστικά 4μ. Αποδέχομαι συνεπώς ως πλήρως αξιόπιστο το σχεδιάγραμμα του ΜΕ1 με την προαναφερόμενη διαφοροποίηση ως προς τις διαστάσεις του σταθμευμένου οχήματος και την απόσταση των 4μ. μεταξύ αυτού και του σημείου σύγκρουσης. Σχετικά με τις ζημιές που υπέστη το όχημα του εναγόμενου από τη σύγκρουση, παρατηρώ τα εξής. Ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε αλλά αντίθετα δέχτηκε κατά τη μαρτυρία του ότι χτύπησε την ενάγουσα με το μπροστινό μέρος του οχήματος του και ότι η τελευταία έπεσε πρώτα πάνω στο καπό και στη συνέχεια χτύπησε πάνω στον ανεμοθώρακα. Τούτου λεχθέντος, η θέση του εναγόμενου ότι όταν η ενάγουσα χτύπησε στον ανεμοθώρακα, «πήγε λίγο πιο πάνω στην οροφή» και λόγω της αριστερόστροφης μανούβρας που αυτός επιχείρησε, έπεσε από τα δεξιά του οχήματος του, συνάδει και με την αναφορά του ΜΕ1 ότι διαπίστωσε να υπήρξε «διπλό» χτύπημα της ενάγουσας στο όχημα του εναγόμενου και ότι η τελευταία έπεσε στην άσφαλτο με γωνία προς τα δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνση του τελευταίου αλλά και με τα όσα φαίνονται στο σχεδιάγραμμα Τεκ.3. Η θέση δε που υπεβλήθη στον εναγόμενο κατά την αντεξέταση του, ήτοι ότι η ενάγουσα πέρασε πάνω από την οροφή του αυτοκινήτου, δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία και συνεπώς απορρίπτεται. Στη βάση της πιο πάνω αξιόπιστης πραγματικής μαρτυρίας και των κοινών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, τα ευρήματα στα οποία προβαίνω πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία έχω ήδη προβεί ανωτέρω και τα οποία κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω για σκοπούς συνοχής, είναι τα εξής: Διασταυρώνοντας την οδό και προτού χτυπηθεί, η ενάγουσα είχε διανύσει συνολικά 5,70μ. Ειδικότερα, είχε διασχίσει ολόκληρη την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας, την εξωτερική δηλαδή (3,60μ.) καθώς και τα 2,10μ. εκ των 3,40μ. της επόμενης λωρίδας, δηλαδή της εσωτερικής, απόσταση που αντιστοιχεί στα 2/3 περίπου της εν λόγω λωρίδας. Για τα πρώτα 1,69μ. της συνολικής απόστασης των 5,70μ., η ενάγουσα καλύπτετο από σταθμευμένο όχημα σε σχέση με τους οδηγούς που έρχονταν από τα νότια προς βόρεια όπως ήταν ο εναγόμενος. Οι διαστάσεις του εν λόγω οχήματος ήταν 4,69μ. μήκος και 1,69μ. πλάτος. Όμως, για τα υπόλοιπα 4μ. της απόστασης μέχρι το σημείο σύγκρουσης, δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο εμπόδιο και η ενάγουσα ήταν πλήρως θεατή και από τις δύο κατευθύνσεις της οδού. Πέραν του σταθμευμένου οχήματος και παρά την τροχαία κίνηση που υπήρχε στην οδό, κανένα άλλο εμπόδιο υπήρχε στην ορατότητα των οδηγών που οδηγούσαν τουλάχιστο προς την ίδια κατεύθυνση με τον εναγόμενο, ορατότητα η οποία εκτιμάται να ήταν πάνω από 150μ. Το όχημα του εναγόμενου που οδηγείτο στην εσωτερική λωρίδα της οδού με βόρεια κατεύθυνση χτύπησε την ενάγουσα με το μπροστινό του μέρος και από το χτύπημα η τελευταία έπεσε στο καπό, στη συνέχεια χτύπησε στον ανεμοθώρακα «μέχρι λίγο πιο πάνω στην οροφή» και κατέληξε, λόγω της αριστερόστροφης μανούβρας που επιχείρησε ο εναγόμενος αμέσως πριν τη σύγκρουση, να πέφτει στην άσφαλτο από τα δεξιά του οχήματος και με γωνία. Πριν τη σύγκρουση ο εναγόμενος δεν εφάρμοσε τα φρένα του, ούτε και υπήρξαν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης ή πλαγιολίσθησης του οχήματος του πριν το σημείο σύγκρουσης. Τα πιο πάνω ευρήματα οδηγούν στο ουσιαστικό επίδικο θέμα της υπόθεσης, ήτοι κατά πόσο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που αναφέρονται ανωτέρω, ο εναγόμενος μπορούσε και όφειλε να αντιληφθεί εγκαίρως την ενάγουσα ώστε να αποφύγει να τη χτυπήσει. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τη θέση της ενάγουσας, λαμβανομένου υπόψη του συγκεκριμένου οδικού σημείου στο οποίο αυτή χτυπήθηκε, ήτοι πέραν του μέσου της εσωτερικής λωρίδας καθώς και του ότι προτού χτυπηθεί, αυτή ήταν για 4μ. τουλάχιστο πλήρως θεατή και από τις δύο κατευθύνσεις, δεν υπάρχει καμία άλλη, λογική και νόμιμη εξήγηση ως προς το γιατί ο εναγόμενος δεν την αντιλήφθηκε εγκαίρως και τη χτύπησε, πλην της αποκλειστικής αμέλειας του τελευταίου. Η πλευρά του εναγόμενου βέβαια, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ουσιαστικά κατέστη αντιληπτή όταν εφόρμησε ξαφνικά στο δρόμο μπροστά από το σταθμευμένο όχημα και όταν ο πρώτος ήταν πλέον σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτή, μη αφήνοντας του έτσι κανένα περιθώριο να αντιδράσει εξ' ου και δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση. Αναφορικά με τη θέση της υπεράσπισης περί εφόρμησης της ενάγουσας στο δρόμο χωρίς αυτή να σταματήσει, η μαρτυρία του ίδιου του αυτόπτη μάρτυρα της υπεράσπισης, του ΜΥ4 δηλαδή, επιβεβαιώνει αφ' ενός τη θέση της ενάγουσας ότι σταμάτησε προτού επιχειρήσει να διασταυρώσει και καταρρίπτει αφ' ετέρου την περί του αντιθέτου θέση του εναγόμενου και της υπεράσπισης. Επισημαίνω ότι ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι όταν πέρασε από το επίμαχο σημείο σχεδόν αμέσως πριν τη σύγκρουση, είδε την ενάγουσα «.να στέκεται μπροστά από ένα αυτοκίνητο.». Ως προς το θέμα έγκαιρης αντίληψης της πεζής και αντίδρασης από τον εναγόμενο οδηγό, μεγάλο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας και ειδικότερα της επιστημονικής μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΥ3, αναλώθηκε σε θέματα όπως το μέσο όρο της ταχύτητας ενός πεζού, το χρόνο εντός του οποίου ένας πεζός και δη μια γυναίκα κάτω των 50 ετών χρειάζεται για να καλύψει μια απόσταση 4μ. και το μέσο χρόνο αντίδρασης ενός φυσιολογικού οδηγού. Οι εκατέρωθεν δε θέσεις ως προς αυτά τα θέματα, αφορούσαν, ως φαίνεται από τη μαρτυρία που παρέθεσα ανωτέρω, σε διαφωνίες της τάξης του μισού δευτερολέπτου και των μερικών εκατοστών του μέτρου. Για να έχουν όμως όλα αυτά τα δεδομένα κάποια ουσιαστική σημασία για την υπόθεση, θα πρέπει πρώτα να μπορεί να προσδιοριστεί η απόσταση που υπήρχε μεταξύ εναγόμενου και ενάγουσας όταν η τελευταία κατέστη ή έπρεπε να καταστεί αντιληπτή από τον πρώτο. Σημαντικός άλλωστε παράγοντας σε αυτού του είδους τις υποθέσεις όπου εξετάζεται η κατ' ισχυρισμό αμέλεια στην επίδειξη δέουσας παρατηρητικότητας, συνιστά ο προσδιορισμός της απόστασης, έστω και κατά προσέγγιση, από την οποία ο εναγόμενος οδηγός θα μπορούσε να αντιληφθεί την ύπαρξη της ενάγουσας, παράγοντας άρρηκτα συνδεδεμένος με την ορατότητα του πρώτου και κατ' επέκταση με το τι εύλογα θα αναμένετο από αυτόν να πράξει υπό τις περιστάσεις. Τόση δε είναι η σπουδαιότητα του προσδιορισμού της απόστασης που χωρίς αυτό το στοιχείο «δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα για αμέλεια» (βλ. Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369 και την ειδική αναφορά που η εν λόγω απόφαση κάνει στην Κυπριανού v. Αστυνομίας
(1996)2 A.A.Δ. 250 - «.δεν βλέπουμε πως μπορεί να είχε συναχθεί συμπέρασμα για αμέλεια χωρίς τον προσδιορισμό της απόστασης, έστω και κατά προσέγγιση, από την οποία ο εναγόμενος θα μπορούσε να αντιληφθεί την ύπαρξη της ενάγουσας (Βλ. και Κυπριανού v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6098/25.9.96). Τονίζουμε ότι ήταν η απουσία της προσεκτικής παρατήρησης η οποία αποτέλεσε το λόγο για τον οποίο αποδόθηκε ευθύνη στον εναγόμενο»). Ως προς τον παράγοντα «απόσταση» λοιπόν, από πλευρά ενάγουσας προσφέρθηκε η επιστημονική μαρτυρία του ΜΕ1, ο οποίος υπολόγισε κατά προσέγγιση τη σχετική απόσταση που ο εναγόμενος, με βάση την ταχύτητα που αυτός ισχυρίστηκε ότι οδηγούσε, θα είχε από την άκρη του σταθμευμένου οχήματος, ήτοι από το σημείο που πλέον η ενάγουσα ήταν πλήρως θεατή. Για τον υπολογισμό του αυτό ο μάρτυρας δεν περιορίστηκε να χρησιμοποιήσει μόνο τις δικές του μετρήσεις και ενδεικτικές τιμές ταχύτητας, χρόνου κλπ αλλά όταν του ζητήθηκε κατά την αντεξέταση, προέβη σε ανάλογο υπολογισμό και με βάση τις θέσεις της υπεράσπισης, ήτοι ταχύτητα πεζής 1,4μ/δ, χρόνος κάλυψης 4μ. 2,86 δευτ. και ταχύτητα οχήματος 50 ΧΑΩ ή 13,88 μ/δ. Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι με βάση τις δικές του μετρήσεις και τιμές, η σχετική απόσταση που θα είχε ο εναγόμενος όταν η ενάγουσα άρχισε να γίνεται θεατή και συνεπώς αντικειμενικά αντιληπτή, κυμαίνετο μεταξύ 47.47μ. και 56.91μ. ενώ με βάση τις θέσεις της υπεράσπισης, περί τα 39,70μ. Για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα του ο μάρτυρας, έλαβε υπόψη του ως σταθερό δεδομένο ότι εφόσον ενάγουσα και εναγόμενος «συναντήθηκαν» την ίδια στιγμή στο σημείο «Χ» όπου επήλθε η σύγκρουση, αυτό εξυπακούει ότι ο καθένας τους είχε τέτοια απόσταση από το εν λόγω σημείο που με βάση την αντίστοιχη ταχύτητα τους, ήτοι 1,2μ/δ ή 1,4μ/δ για την ενάγουσα και 50ΧΑΩ για τον εναγόμενο, διάνυσαν την εν λόγω απόσταση εντός του ίδιου χρόνου εξ' ου και κατέληξαν να βρεθούν την ίδια στιγμή στο σημείο Χ. Καθ' όλη αυτήν την απόσταση δε, ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, η ενάγουσα ήταν πλήρως θεατή στον εναγόμενο και ο τελευταίος μπορούσε και όφειλε να την αντιληφθεί. Ο πιο πάνω συλλογισμός του ΜΕ1 προβάλλει και λογικός αλλά και ορθός και είναι επί αυτού του αντικειμενικά εύλογου συλλογισμού που καταρρέει θεωρώ η όλη θέση της πλευράς του εναγόμενου και ειδικότερα του ΜΥ3 ότι το επίδικο ατύχημα έγινε διότι η ενάγουσα εφόρμησε στο δρόμο μπροστά από το σταθμευμένο όχημα τη στιγμή που ο εναγόμενος βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση οπόταν και τότε μόνο κατέστη δυνατό να γίνει αντιληπτή. Εξηγώ. Κατά τους δικούς του υπολογισμούς ο ΜΥ3 έλαβε υπόψη του σωρεία δεδομένων. Μεταξύ άλλων, καθόρισε την απόσταση που διάνυσε η ενάγουσα ενόσω ήταν θεατή προς την πλευρά του εναγόμενου «από την άκρια του οχήματος του σταθμευμένου μέχρι το σημείο σύγκρουσης άμα το βάλουμε 1.70 από την άκρη του δρόμου μένουν 4 μέτρα» και τοποθέτησε τον εναγόμενο «στο πίσω μέρος του άσπρου οχήματος και ξέροντας πως το μάκρος του αυτοκινήτου ήταν 4.69.». Αγνόησε όμως ο μάρτυρας, για τους δικούς του λόγους, τη σημαντική παράμετρο του ότι για να «συναντηθούν» ενάγουσα και εναγόμενος στο σημείο «Χ» την ίδια στιγμή, η απόσταση που αμφότεροι θ' απείχαν από το εν λόγω σημείο θα έπρεπε να συνάδει και με την ταχύτητα με την οποία κινούνταν προς εκείνο το σημείο και έθεσε ουσιαστικά ως βάση για το τελικό του συμπέρασμα ότι μια πεζή που κινείτο με ταχύτητα περί τα 1,4μ/δ ως αυτός ισχυρίστηκε, κατάφερε να καλύψει πεζή ολόκληρη την απόσταση των 4μ κατά την οποία ήταν θεατή, στον ίδιο ουσιαστικά χρόνο που χρειάστηκε ένα αυτοκίνητο με ταχύτητα 50ΧΑΩ / 13,89μ/δ να καλύψει μόλις 0.69 εκ. περισσότερο, δηλαδή την απόσταση των 4,69μ από το «πίσω μέρος» του σταθμευμένου οχήματος μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Μόνο έτσι εξηγείται το τελικό συμπέρασμα του μάρτυρα ότι αν και η ενάγουσα κάλυψε μιαν απόσταση 4μ. ούσα θεατή, δεν παρείχε στον εναγόμενο αρκετό χρόνο να την αντιληφθεί και ν' αντιδράσει. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι η μία ήταν πεζή και ο άλλος οδηγούσε με ταχύτητα 40 - 50ΧΑΩ, ως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ότι ήταν η ταχύτητα του, κρίνεται παράλογο αλλά και αδιανόητο να θεωρήσει κάποιος ότι, όταν η ενάγουσα κατέστη και συνέχισε για 4μ. να παραμένει θεατή, απείχε την ίδια ουσιαστικά απόσταση με τον εναγόμενο από το σημείο «Χ». Αυτό δεν είναι θέμα εμπειρογνωμοσύνης αλλά κοινής λογικής και το ουσιαστικό ερώτημα υπενθυμίζω δεν είναι το πότε ο εναγόμενος αντιλήφθηκε την ενάγουσα, το οποίο σε κάθε περίπτωση είναι κοινώς αποδεκτό ότι ήταν αμέσως πριν τη σύγκρουση, αλλά το πότε μπορούσε και όφειλε να την αντιληφθεί. Εύστοχη λοιπόν κρίνω την υποβολή που τέθηκε στο ΜΥ3 κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας, ότι το συμπέρασμα του ήταν το λιγότερο παράλογο αν όχι αυθαίρετο. Τον παραλογισμό αν όχι και το αυθαίρετο της όλης θέσης του, ο ΜΥ3 φαίνεται να τον αντιλήφθηκε και ο ίδιος σε κάποιο κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του διότι μετά από σειρά επίμονων ερωτήσεων του συνηγόρου της ενάγουσας προς το μάρτυρα για να δικαιολογήσει, λογικά αν μη τι άλλο το συμπέρασμα του, ερωτήσεις τις οποίες ο ΜΥ3 έκδηλα απέφευγε να απαντήσει επαναλαμβάνοντας τις άλλες θέσεις του περί χρόνου αντίδρασης και μέσης ταχύτητας ενός πεζού, αποφάσισε να εισαγάγει στους υπολογισμούς του, για ευνόητους προφανώς λόγους, ένα εντελώς καινούριο και αυθαίρετο δεδομένο, ήτοι ότι τελικά ο εναγόμενος δεν ήταν ακριβώς πίσω από το σταθμευμένο όχημα αλλά «.5 με 10 μέτρα πιο πίσω από το πίσω μέρος του σταθμευμένου οχήματος όταν αντιλήφθηκε την πεζή.». Αυτό το «νέο» δεδομένο μάλιστα, το οποίο όπως του υποδείχθηκε ουδέποτε είχε αναφερθεί προηγουμένως, ο ΜΥ3 προσπάθησε να το δικαιολογήσει και μάλιστα κατηγορηματικά, ως στοιχείο που αναφέρεται στις καταθέσεις του ίδιου του εναγόμενου και του ΜΥ4, τις οποίες ισχυρίστηκε ότι μελέτησε (Τεκ.5 και 6). Όμως καμία τέτοια αναφορά δεν γίνεται στις εν λόγω καταθέσεις αλλά αντίθετα, ο ίδιος ο εναγόμενος στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως ορθή κατά τη μαρτυρία του, ισχυρίζεται ρητά ότι την ενάγουσα την αντιλήφθηκε «Την στιγμή που έφτασα στα δεξιά του σταθμευμένου οχήματος», ισχυρισμός ο οποίος βέβαια καταρρίπτει και τον αρχικό ισχυρισμό του ΜΥ3 ότι ο εναγόμενος ήταν «στο πίσω μέρος» του σταθμευμένου οχήματος όταν η ενάγουσα άρχισε να γίνεται αντιληπτή. Ακόμη όμως και με το «νέο» δεδομένο της απόστασης των «5-10μ.», η θέση του ΜΥ3 και πάλι δεν στέκει στη βάσανο της λογικής. Όπως επίσης εύστοχα του υπεδείχθη εκ νέου από το συνήγορο της ενάγουσας, ούτε τα «νέα μαθηματικά στέκουν» αφού και πάλι δεν συνήδε η αναλογία ταχύτητας/απόστασης των δύο μερών. Μη έχοντας άλλη επιλογή, ο ΜΥ3, και πάλι για ευνόητους λόγους, προσπάθησε να «αυξήσει» περισσότερο την απόσταση του εναγόμενου, τοποθετώντας τον πλέον με σιγουριά στα 10μ. πίσω από το σταθμευμένο όχημα, ήτοι 14,69μ. στο σύνολο, ώστε να καταλήξει στο ότι ο τελευταίος «θα χρειαζόταν.... 20.84 μέτρα για να αντιδράσει.Αν θα επάταν stopper για να σταματήσει ήθελε να πάει 20.84 μέτρα αντίδρασης.14.04 η απόσταση που ήθελε να σταματήσει, με την ταχύτητα που πήγαινε έπρεπε να διανύσει 34.92 μέτρα για να σταματήσει το όχημα πριν να χτυπήσει την πεζή.». Διέλαθε όμως της προσοχής του μάρτυρα τόσο το ότι ο εναγόμενος δεν «πάτησε stopper» στην προκειμένη περίπτωση όσο και το ότι η ενάγουσα δεν χτυπήθηκε λόγω του ότι «έλειψαν» τα μέτρα αντίδρασης. Αντιθέτως, η ενάγουσα χτυπήθηκε χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική αντίδραση από πλευράς εναγόμενου και αυτή ήταν και η θέση που προώθησε η υπεράσπιση, ήτοι ότι δεν υπήρχε χρόνος αντίδρασης όταν ή ενάγουσα κατέστη αντιληπτή. Η θέση συνεπώς του μάρτυρα ότι «Αν θα επάταν stopper» ο εναγόμενος, τότε πάλι θα χτυπούσε την ενάγουσα, δεν μπορεί να αναχθεί σε τίποτε περισσότερο παρά μια απλή υπόθεση, η οποία σε κάθε περίπτωση, στερείται και πραγματικού ερείσματος αφού τα 10μ. που πρόσθεσε από μόνος του ο ΜΥ3 δεν δικαιολογούνται ούτε και προκύπτουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Διαφορετική συνεπώς είναι η παρούσα περίπτωση από την περίπτωση στην υπόθεση Νικολάου Κατελίτσα Χρ. (διά του πατρός αυτής Χριστάκη Νικολάου και μητέρας αυτής Ανδρούλας Νικολάου ως πλησιέστερων φίλων, συγγενών και κηδεμόνων και/ή εχόντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια αυτής) ν. Φλώρας Κ. Χριστοφή και Άλλων,
(2007)1 Α.Α.Δ. 838 την οποία επικαλέστηκε ο κ. Γεωργίου, αφού σε εκείνη την υπόθεση υπήρξε και αντίδραση από την εκεί εναγόμενη οδηγό αλλά και χρήση των φρένων της για 5.50 μ., περίπου προτού χτυπηθεί η εκεί ενάγουσα. Ενόψει όλων των πιο πάνω, ο ισχυρισμός του εναγόμενου αλλά και της υπεράσπισης γενικότερα ότι η ενάγουσα δεν παρείχε χρόνο αντίδρασης στον εναγόμενο διότι κατέστησε ξαφνικά την παρουσία της αντιληπτή όταν ο πρώτος «έφτασε στα δεξιά του σταθμευμένου οχήματος», όπως ο εν λόγω ισχυρισμός επιχειρήθηκε, ποικιλοτρόπως ως ανέφερα ανωτέρω, να τεκμηριωθεί επιστημονικά από το ΜΥ3, κρίνεται πραγματικά αλλά και επιστημονικά αβάσιμος. Αυτό διότι όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος δέχεται, ενώ η ενάγουσα κατέστη αντιληπτή από τ' αριστερά του, δεν ήταν στα αριστερά που τη χτύπησε αλλά ακριβώς μπροστά του, εξ' ου και της χτύπησε με το μπροστινό μέρος του οχήματος του (βλ. μεταξύ άλλων Κόκκινος Σωτήρης ν. Ελένης Θεοδώρου
(2013)1 ΑΑΔ 2264). Αυτό άλλωστε προκύπτει και από τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι προσπάθησε να αποφύγει την ενάγουσα στρίβοντας προς τα αριστερά αλλά και από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του σχεδιαγράμματος Τεκ.3 όπου φαίνεται ότι προτού χτυπηθεί, η ενάγουσα είχε διανύσει μια σημαντική απόσταση πλήρως θεατή, φτάνοντας μάλιστα και πέραν του μέσου της λωρίδας στην οποία οδηγούσε ο εναγόμενος και σχεδόν εξ' ολοκλήρου μπροστά του. Η δε προσπάθεια του ΜΥ3 να δικαιολογήσει επιστημονικά το πώς μπόρεσε να γίνει αυτό και δη κατά τρόπο που να απαλλάσσει τον εναγόμενο, δεν μπορεί, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, να γίνει αποδεκτή. Στρέφομαι τώρα στο θέμα των τραυμάτων της ενάγουσας και τις συνέπειες αυτών, θέμα για το οποίο σχετική ήταν η μαρτυρία της τελευταίας, της μητέρας της (ΜΕ4) και των δύο γιατρών (ΜΕ2 και ΜΥ1). Παρατηρώ τα εξής: Αν και αμφότερες οι πλευρές προσκόμισαν ξεχωριστή ιατρική μαρτυρία για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους, ήτοι τους ΜΕ2 και ΜΥ1, οι δύο γιατροί ουσιαστικά συμφωνούν στο μεγαλύτερο μέρος των διαπιστώσεων τους. Οι διαφωνίες τους δε έχουν εύστοχα συνοψισθεί από το ΜΥ1 στα τέσσερα σημεία που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι στο πόσα οστικά τεμάχια έσπασε ο βραχίονας, στο κατά πόσο επιβάλλεται η αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης, στο ακριβές ποσοστό και είδος του περιορισμού στην κινητικότητα του ώμου της ενάγουσας και στο κατά πόσο έχει επηρεαστεί η ικανότητα της τελευταίας να «τσουλοκάθεται». Πρόσθετα των σημείων αυτών, υφίσταται προς εξέταση και η θέση του κ. Γεωργίου ως προς τη μη δικογράφηση διαφόρων ισχυρισμών που προωθήθηκαν μέσω της ενάγουσας και του ΜΕ
  1. Επί τούτου παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, αμφότεροι οι γιατροί συμφωνούν και δέχονται ως ορθά τα όσα διαπίστωσαν και κατέγραψαν οι Δρ. Γεωργιάδης και Δρ. Τιμοθέου του Γ.Ν. Λ/σου στα πιστοποιητικά τους Τεκ.9, 12 και 15, τα οποία έχω παραθέσει ανωτέρω και τα οποία δεν αμφισβητούνται. Όσον αφορά τη διαφωνία μεταξύ ΜΕ2 και ΜΥ1 ως προς το κατά πόσο το κάταγμα του βραχίονα αφορούσε σε σπάσιμο τεσσάρων τεμαχίων ή ενός, η εν λόγω διαφωνία κρίνεται υπό τις περιστάσεις άνευ σημασίας εφόσον αμφότεροι οι γιατροί δέχονται ότι επρόκειτο για σοβαρό συντριπτικό κάταγμα με απόσπαση μέρους του οστού, η σοβαρότητα του οποίου αντικατοπτρίζεται και στις συγκεκριμένες αδιαμφισβήτητες χειρουργικές επεμβάσεις που χρειάστηκε να γίνουν για την αντιμετώπιση του, στο χρόνο επούλωσης του, επούλωση η οποία σύμφωνα με το ΜΥ1 διαπιστώθηκε ότι επήλθε 6 σχεδόν μήνες μετά το ατύχημα, ήτοι από την ακτινογραφία που λήφθηκε στις 03/02/11 και στο επίσης κοινό συμπέρασμα των δύο γιατρών ότι τουλάχιστο μέχρι τις 25/02/16 που ο ΜΥ1 επανεξέτασε την ενάγουσα, αυτή εξακολουθούσε να ταλαιπωρείται από κάποια κατάλοιπα του εν λόγω τραυματισμού. Ομοίως, άνευ σημασίας είναι και το πόσες βίδες χρησιμοποιήθηκαν κατά την χειρουργική επέμβαση στην κνήμη της ενάγουσας, θέμα στο οποίο αναφέρθηκε ο ΜΕ2 και για το οποίο ο κ. Γεωργίου έφερε ένσταση ότι δεν δικογραφείται. Το ότι χρησιμοποιήθηκαν χειρουργικές βίδες και πλάκα για θεραπεία του εν λόγω κατάγματος που είναι και το ουσιώδες θέμα, αυτό είναι δικογραφημένο, δεν αμφισβητείται, έτυχε δε και επιβεβαιωτικής αναφοράς στην έκθεση του ιατρού που κάλεσε η υπεράσπιση, ήτοι του ΜΥ
  2. Κατά δεύτερο, όπως προκύπτει από τις ιατρικές εκθέσεις των ΜΕ2 και ΜΥ1 τις οποίες παρέθεσα αυτούσιες ανωτέρω (Τεκ. 8, 13 και 14), αμφότεροι οι γιατροί συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό ως προς τα κατάλοιπα των τραυμάτων της ενάγουσας και τις συνέπειες που αυτά έχουν για την τελευταία. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ίδιο το γιατρό της υπεράσπισης, δηλαδή το ΜΥ1, έξι σχεδόν χρόνια μετά το ατύχημα, η ενάγουσα βρέθηκε να αντιμετωπίζει ελάττωση της κάμψης της δεξιάς ποδοκνημικής που δικαιολογεί κάποιο βαθμό δυσκολίας στο ανεβοκατέβασμα σκαλών, βαθμό δυσκαμψίας της πλήρους ανύψωσης του δεξιού άνω άκρου υπεράνω της κεφαλής κατά τρόπο που προκαλεί ενόχληση σε δραστηριότητες που απαιτούν την πλήρη ανύψωση του δεξιού άνω άκρου στο τελικό του εύρος (π.χ. τοποθέτηση σκευών σε ψηλά ράφια, καθαριότητα του άνω μέρους της σπονδυλικής στήλης στο μπάνιο κ.λ.π), πιθανές ενοχλήσεις στα σημεία του οστικού τραυματισμού του βραχίονα και της κνήμης και μόνιμη παραμονή τριών χειρουργικών ουλών, ήτοι μία στην οπίσθια επιφάνεια του βραχίονα (18εκ.), μία στο κάτω μέρος της δεξιάς κνήμης (τουλάχιστο 13εκ.) και μία στο δεξιό γόνατο (2εκ.). Αυτές όμως ήταν ουσιαστικά και οι διαπιστώσεις του ΜΕ2 ο οποίος αν και ανέφερε ότι ιατρικά διαπίστωσε απώλεια κατά 50% σε σχέση με όλες τις κινήσεις του δεξιού ώμου της ενάγουσας, διαπίστωση με την οποία διαφώνησε ο ΜΥ1, εντούτοις «μετέφρασε» την εν λόγω ιατρική διαπίστωση του, ως ο όρος που ο ίδιος ο ΜΕ2 χρησιμοποίησε, ως «.δυσκολία στην καθημερινή προσωπική της υγιεινή (μπάνιο, ντύσιμο και αφαίρεση ρούχων) και στην χρήση του χεριού για χειρωνακτικές εργασίες πάνω από το ύψος της άρθρωσης του ώμου.», ότι δηλαδή διαπίστωσε και ο ΜΥ
  3. Τούτη η κοινή πραγματική (factual) διαπίστωση καθιστά άνευ σημασίας θεωρώ την ενασχόληση με τη διαφωνία των δύο ιατρών ως προς το ποιος εκ των δύο «μέτρησε» ορθότερα το βαθμό και τη φύση του περιορισμού στην κινητικότητα του ώμου της ενάγουσας ενώ η επίσης κοινή πραγματική διαπίστωση τους περί μειωμένης κινητικότητας της δεξιάς κνήμης, τουλάχιστο κατά τρόπο που προκαλεί δυσκολία στο ανεβοκατέβασμα σκαλών, καθιστά επίσης άνευ ουσιαστικής σημασίας θεωρώ και το αν η ενάγουσα δυσκολεύεται και να «τσουλοκάτσει», άλλο θέμα στο οποίο διαφώνησαν οι δύο γιατροί. Σημειώνω εδώ ότι αντίθετα με το τι υποστήριξε ο κ. Γεωργίου με την ένσταση του, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι πριν το ατύχημα «.ήταν καθ' όλα υγιής, ευτυχής και δραστήριος άνθρωπος.» και ότι συνεπεία του ατυχήματος αντιμετωπίζει «Μόνιμη χωλότητα, αδυναμία και δυσκολία να ανεβοκατεβαίνει σκάλες, να περπατά μεγάλες αποστάσεις» και «.υπέφερε, υποφέρει και/ή έχει μόνιμα και εφ' όρου ζωής πόνους, οδύνη, ενοχλήσεις, ταλαιπωρίες και ανικανότητα και μόνιμα προβλήματα και εφ' όρου ζωής θα είναι ανίκανη να ασκεί και/ή συμμετέχει σε οιεσδήποτε κοινωνικές δραστηριότητες και/ή να απολαμβάνει τις χαρές και απολαύσεις της ζωής, την ψυχαγωγία καθώς επίσης θα αντιμετωπίζει μεγάλες και μόνιμες δυσκολίες, ταλαιπωρία και ανικανότητα...», για τους οποίους να σημειωθεί ουδέποτε ζητήθηκαν λεπτομέρειες από πλευράς υπεράσπισης, καλύπτουν θεωρώ επαρκώς τις ανωτέρω αναφορές της ενάγουσας και του ΜΕ2 ως προς τα μετατραυματικά κατάλοιπα και τις συνέπειες που αυτά συνεπάγονται για τη γενικότερη καθημερινή ζωή της τελευταίας αλλά και επιβεβαιώνονται και από τις πιο πάνω κοινές ιατρικές διαπιστώσεις. Άλλωστε, η ίδια η πλευρά της υπεράσπισης επέλεξε να προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με αυτά τα θέματα, παρά τη θέση της ότι αυτά δεν δικογραφούνταν. Όσον αφορά τις υποβολές του κ. Γεωργίου προς το ΜΕ2 και την ενάγουσα ότι δεν έχει επηρεαστεί η ζωή της τελευταίας συνεπεία των τραυμάτων της είτε διότι έχει και δεύτερο χέρι που μπορεί να χρησιμοποιήσει είτε διότι μπορεί να χαμηλώσει τα ράφια στο σπίτι της είτε διότι επειδή είναι πλέον 60 χρονών δεν χρειάζεται να ανησυχεί για την εμφάνιση της, δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να επεκταθώ πέραν από το ότι οι εν λόγω θέσεις είναι έκδηλα απορριπτέες, ιδιαίτερα ενόψει και των κοινών ιατρικών διαπιστώσεων. Περαιτέρω δε οι εν λόγω κοινές ιατρικές διαπιστώσεις σε συνδυασμό με τα κοινώς αποδεκτά κυβερνητικά ιατρικά πιστοποιητικά, επιβεβαιώνουν και τους ισχυρισμούς της ΜΕ4 ότι για αρκετό χρόνο μετά το ατύχημα, η ενάγουσα ούτε μπορούσε να εκτελέσει μόνη της βασικές ανάγκες της όπως μεταξύ άλλων να κάνει μπάνιο, ούτε και μπορούσε να περπατήσει χωρίς βοηθήματα, την επί του προκειμένου μαρτυρία της οποίας αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Των πιο πάνω λεχθέντων όμως, θα συμφωνήσω με την ένσταση του κ. Γεωργίου ως προς το ότι στα δικόγραφα δεν αναφέρεται οτιδήποτε σε σχέση με την ενάγουσα να πέφτει σε κώμα μετά το ατύχημα ή την ύπαρξη κατάγματος της περόνης ή την χειροτέρευση της προϋπάρχουσας κώφωσης της ως ανέφεραν μεταξύ άλλων οι ΜΕ2 και η ενάγουσα και θα προσθέσω ότι ούτε τα κοινώς αποδεκτά πιστοποιητικά του Νοσοκομείου επιβεβαιώνουν τέτοιους ισχυρισμούς. Ομοίως δεν δικογραφούνται οι ισχυρισμοί από πλευράς της ενάγουσας περί ανικανότητας εκτέλεσης συγκεκριμένης επαγγελματικής απασχόλησης με συνεπακόλουθο την απώλεια συγκεκριμένων εισοδημάτων ή περί ανάγκης μελλοντικών επεμβάσεων για αφαίρεση των ουλών και των υλικών οστεοσύνθεσης όπως δεν δικογραφείται οποιαδήποτε αξίωση σε σχέση με τα θέματα αυτά. Σημειώνω εδώ ότι από της καταχώρησης της στις 25/01/12 μέχρι και το τέλος της δίκης, η Ε/Α της ενάγουσας παρέμεινε να παρουσιάζει την ίδια εικόνα και ουδέποτε οι εν λόγω αξιώσεις ή ισχυρισμοί κατέστησαν μέρος της δικογραφίας της, είτε ως μέρος των ειδικών ή των γενικών αποζημιώσεων. Αποφάσεις όπως η ΑΛΕΚΟΣ ΑΛΕΚΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2018:A168, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 98/2014, 4/4/2018, JAMAL ISMAIL ν. ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A107, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 333/2009, 12/2/2014, Φαραζή Bέρα ν. Aντώνη Tζιάρα
(1999)1 ΑΑΔ 269 και Φιλίπου Nαταλία, ανήλικη, δια του πατρός και φυσικού κηδεμόνος αυτής Mιχαήλ Φιλίππου ν. Aνδρέα N Mιχαήλ και Άλλου
(1997)1 ΑΑΔ 540 στις οποίες επίσης αξιώνονταν αποζημιώσεις για μελλοντική απώλεια και δαπάνες συνεπεία μετατραυματικών εξελίξεων και καταλοίπων, καταδεικνύουν τη καταλυτική σημασία που έχει στην αξίωση αποζημιώσεων η δικογράφηση των συγκεκριμένων ζημιών, ιδιαίτερα αυτών που έχουν αποκρυσταλλωθεί μέχρι την ημέρα της δίκης, είτε αυτές αφορούν σε νέες ή μελλοντικές εξελίξεις. - «.υπενθυμίζουμε ότι ζημιές που έχουν αποκρυσταλλωθεί μέχρι τη δίκη και ο αριθμητικός υπολογισμός τους είναι δυνατός, επιδικάζονται ως ειδικές αποζημιώσεις. Οι μελλοντικές απώλειες, δαπάνες και οι αποζημιώσεις για πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια της προσωπικής άνεσης συναποτελούν και επιδικάζονται υπό τη μορφή γενικών αποζημιώσεων» (Ismail). Στις εν λόγω υποθέσεις, η εκεί εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα είχε, αντίθετα με την παρούσα υπόθεση, εισαχθεί στην δικογραφία είτε ως αποκρυσταλλωμένο γεγονός (Ismail) είτε ως ιατρική εκτίμηση (Αλέκου, Τζιάρα και Μιχαήλ) εξ' ου και αποτέλεσε μέρος της δικαστικής κρίσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση αφού οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί και αξιώσεις της πλευράς της ενάγουσας ούτε δικογραφήθηκαν, έστω κατά γενικό τρόπο και ούτε έγιναν αποδεκτοί από πλευράς υπεράσπισης. Ο λόγος για την αναγκαιότητα δικογράφησης της αποκρυσταλλωμένης ζημιάς, όταν αυτή είναι αποκρυσταλλωμένη ή της γενικότερης φύσης της ζημιάς όταν αυτή είναι μελλοντική, είτε τέτοιες ζημιές είναι υπολογίσιμες είτε όχι, είναι ευνόητος. Είναι για να μπορεί η υπεράσπιση αλλά και το Δικαστήριο να γνωρίζει επακριβώς ποια είναι η υπόθεση που επιχειρεί και θα πρέπει να αποδείξει η ενάγουσα. Η τελευταία βέβαια μπορεί και οφείλει, εκεί όπου γνωρίζει, να δικογραφήσει τις κατ' εκείνη μελλοντικές ζημιές που εκτιμά ότι θα πάθει, έστω ως θέμα πιθανολόγησης ή εκτίμησης, ούτως ώστε αυτές να μπορούν να θεωρηθούν ως μέρος της υπόθεσης της και να συνεκτιμηθούν κατά τον υπολογισμό αποζημιώσεων. Στη DEMETRIOS EMMANUEL AND ANOTHER ν. ANDRONICOS NICOLAOU AND ANOTHER
(1977)1 CLR 15, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε μια ανάλυση των διάφορων φύσεων ζημιάς που δύναται να αξιωθούν σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων καθώς και στον αναγκαίο βαθμό που θα πρέπει αυτές να δικογραφούνται. Το πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση, το οποίο παρατίθεται σε ελεύθερη μετάφραση, είναι άκρως κατατοπιστικό: «Η αξίωση που επιχειρεί τώρα να αποδείξει ο ενάγοντας αφορά σε μη ξεκαθαρισμένες ζημιές και δεν εγείρεται θέμα ειδικής ζημιάς, υπό την έννοια της υπολογισμένης απώλειας που προκύπτει πριν τη δίκη (σ.σ η οποία επιβάλλεται να δικογραφείται και να αποδεικνύεται αυστηρά). Ωστόσο, αν η αξίωση είναι τέτοια που δεν θα ήταν δίκαιο να προβληθεί ξαφνικά (sprung) στους εναγόμενους κατά τη δίκη, απαιτείται όπως δικογραφηθεί έτσι ώστε η φύση της αξίωσης να είναι αποκαλυμμένη. Όπως είπε ο Lord Dunedin στην The Susquehanna [1926] A.C. 655 στη σελ. 661: « Αν η ζημιά είναι γενική τότε πρέπει να προβληθεί ότι τέτοια ζημιά έχει προκύψει, αλλά ο υπολογισμός τέτοιας ζημιάς, είναι θέμα των ενόρκων». Το τι συνιστά ικανοποιητική προβολή (της ζημιάς) για το σκοπό αυτό εξαρτάται από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά η απλή αναφορά ότι ο ενάγοντας αξιώνει «αποζημιώσεις» δεν είναι αρκετή για να καταστήσει αποδεχτή μαρτυρία για συγκεκριμένου είδους απώλεια που δεν συνιστά φυσιολογική συνέπεια της αδικοπραξίας και για την οποία ο εναγόμενος δικαιούται σε δίκαια προειδοποίηση. Όχι μόνο δεν υπήρχε καμία αναφορά σε απώλεια κερδών στην έκθεση απαίτησης στην παρούσα υπόθεση, αλλά, ως έχει υποδειχτεί, η υπόθεση που δικογραφήθηκε δεν σύναδε με τέτοια αξίωση. Συμφωνούμε με την άποψη του εκδικάσαντος δικαστή ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιούνταν χωρίς τροποποίηση να παρουσιάσουν μαρτυρία για αυτή την απώλεια». Αφ' ης στιγμής η ενάγουσα παρουσιάζεται να γνώριζε τουλάχιστο από τις 02/02/16 που εκδόθηκε το πιστοποιητικό του ΜΕ2 ότι υπόκειτο σε συγκεκριμένες απώλειες λόγω ανικανότητας εκτέλεσης συγκεκριμένης επαγγελματικής απασχόλησης και ότι θα υπόκειτο σε περαιτέρω απώλειες στο μέλλον λόγω αναγκαιότητας διενέργειας νέων χειρουργικών επεμβάσεων και προτίθετο να ισχυριστεί κατά την ακρόαση ότι οι εν λόγω απώλειες οφείλονται στους τραυματισμούς της ώστε να αξιώσει περαιτέρω αποζημιώσεις, όφειλε, ιδιαίτερα εφόσον για τις κατ' ισχυρισμό επεμβάσεις για αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης, όπως και ο ίδιος ο ιατρός της ανέφερε, δεν «..ήταν επανάγκες να . αφαιρέσει τα υλικά, αφίεται στην ίδια εάν πρέπει να τα αφαιρέσει ή όχι.», να προβεί σε σχετική τροποποίηση του δικογράφου της πριν την ακρόαση ή έστω να το επιχειρήσει εκκρεμούσης της ακρόασης (βλ. π.χ. IOANNOU PARASKEVAIDES LTD ν. CHRISTOS NEOCLEOUS
(1973)1 CLR 141). Συνεπώς, όπως και να ήθελαν ειδωθούν οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί και αξιώσεις της πλευράς της ενάγουσας, είτε δηλαδή ως ειδικές είτε ως γενικές ζημιές, έπρεπε με κάποιο τρόπο να δικογραφηθούν πριν από τη δίκη, ιδιαίτερα εφόσον παρουσιάζονται να είχαν αποκρυσταλλωθεί και να ήταν και σε κάποιο βαθμό υπολογίσιμες, όπως άλλωστε έγινε σε σχέση με την αξίωση για πιθανή ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας στο μέλλον. Το ότι η ενάγουσα και ο ΜΕ1 αντεξετάστηκαν εκτενώς σε σχέση με τους ισχυρισμούς τους αυτούς δεν αρκεί για να θεραπεύσει την έλλειψη δικογραφικού υποβάθρου (Βλ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ν. GLOBAL CONSOLIDATED RESOURCES LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 188/2010, 4/6/2015 και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1422) ενώ ούτε ο γενικός ισχυρισμός στην Ε/Α περί μόνιμης ταλαιπωρίας και δυσκολίας της ενάγουσας μπορεί θεωρηθεί αρκετός για να καλύψει αυτούς τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς και αξιώσεις. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, εφόσον οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ως προς τα γενικότερα μετατραυματικά κατάλοιπα και τις συνέπειες που αυτά συνεπάγονται για την καθημερινή της ζωή, καθώς επίσης και οι σχετικές κοινές διαπιστώσεις των ΜΕ2 και ΜΥ1 οι οποίες αναφέρονται ανωτέρω, καλύπτονται από τα δικόγραφα και επιβεβαιώνονται από την εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, οι εν λόγω ισχυρισμοί κρίνονται αξιόπιστοι. Οι ισχυρισμοί και αναφορές της ενάγουσας και του ΜΕ2 όμως, οι οποίοι αφορούν σε κώμα, κάταγμα της περόνης, χειροτέρευση προϋπάρχουσας κώφωσης, ανικανότητα εκτέλεσης συγκεκριμένης επαγγελματικής απασχόλησης, απώλεια συγκεκριμένων εισοδημάτων, ανάγκη για μελλοντικές επεμβάσεις για αφαίρεση των ουλών και των υλικών οστεοσύνθεσης καθώς και τα σχετικά με αυτές τις επεμβάσεις έξοδα, αυτοί, ως μη δικογραφημένοι, δεν μπορούν παρά να αγνοηθούν. Συνεπεία της εν λόγω κατάληξης μου καθίσταται άνευ αντικειμένου η ενασχόληση με το τελευταίο σκέλος της διαφωνίας των ΜΕ2 και ΜΥ1 ως προς το κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί πιθανότητας ανάπτυξης οστεοαρθρίτιδας, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν επιβεβαιώνεται από καμιά ιατρική μαρτυρία και συνεπώς και αυτός απορρίπτεται. ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία έχω ήδη καταλήξει, προβαίνω και στα εξής ευρήματα: Η ενάγουσα επιχείρησε να διασταυρώσει την οδό από δυτικά προς τα ανατολικά, από σημείο στο οποίο υπήρχε σταθμευμένο όχημα πλησίον του πεζοδρομίου και παράλληλα με την οδό. Προτού εισέλθει στο δρόμο, η ενάγουσα σταμάτησε μπροστά από το σταθμευμένο όχημα για να ελέγξει την τροχαία κίνηση. Ο εναγόμενος ήδη βρισκόταν εντός της οδού και οδηγούσε το όχημα του στην εσωτερική λωρίδα με κατεύθυνση προς την εναγόμενη και επειδή ήταν νύχτα είχε τα φώτα πορείας του αναμμένα. Ενόσω η ενάγουσα έστεκε μπροστά από το σταθμευμένο όχημα και έλεγχε την τροχαία κίνηση για να μπορέσει να διασταυρώσει, ο ΜΥ4, ο οποίος ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση με ταχύτητα 30-40ΧΑΩ, είδε την ενάγουσα να στέκεται στο εν λόγω σημείο. Αφού η ενάγουσα υπολόγισε ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει, εισήλθε στο δρόμο μπροστά από το σταθμευμένο όχημα και ξεκίνησε να διασταυρώνει την οδό. Μέχρι να καλύψει απόσταση ίση με το πλάτος του σταθμευμένου οχήματος, ήτοι 1,69μ., δεν ήταν ορατή από την κατεύθυνση του εναγόμενου αλλά μόνο από την κατεύθυνση του ΜΥ
  1. Από τη στιγμή όμως που η ενάγουσα κάλυψε 1,69μ. εντός της πρώτης λωρίδας του δρόμου και πέρασε το σταθμευμένο όχημα κανένα άλλο εμπόδιο υπήρχε στην ορατότητα των οδηγών που έρχονταν προς το μέρος της. Τη στιγμή εκείνη που η ενάγουσα «ξέφυγε» του εμποδίου που προκαλούσε στην ορατότητα το σταθμευμένο όχημα, ο εναγόμενος κινείτο με ταχύτητα 40-50ΧΑΩ εντός της εσωτερικής λωρίδας της οδού και βρισκόταν τουλάχιστο περί τα 39,70μ. μακριά από αυτή. Από τη μαρτυρία του ΜΥ4 η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, προκύπτει ότι ο οδικός φωτισμός που υπήρχε, οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν και η εμφάνιση της ενάγουσας, ήτοι άσπρα ρούχα από κάτω και πράσινα από πάνω, καθιστούσαν την τελευταία πλήρως θεατή και αντιληπτή στους διερχόμενους οδηγούς και των δύο κατευθύνσεων. Ούσα πλήρως θεατή και αντιληπτή και από τις δύο κατευθύνσεις η ενάγουσα διένυσε ακόμη 4μ, ήτοι κάλυψε πλήρως την πρώτη λωρίδα (3,60μ.) και πέραν της μισής απόστασης της εσωτερικής λωρίδας που οδηγούσε ο εναγόμενος (2,10μ./3,40μ.), φτάνοντας ουσιαστικά απέναντι από το όχημα του τελευταίου. Παρά ταύτα ο εναγόμενος, παρά μόνο σε κάποιο απειροελάχιστο χρόνο πριν την σύγκρουση, για άγνωστο λόγο ουδέποτε είδε ότι η ενάγουσα είχε ήδη μπει στο δρόμο και ότι είχε διανύσει 4μ. φτάνοντας ουσιαστικά μπροστά του και χωρίς να φρενάρει, την χτύπησε με το μπροστινό μέρος του οχήματος του. Πριν το ατύχημα η ενάγουσα, η οποία τότε ήταν 44 χρονών, αν και αντιμετώπιζε προβλήματα με την ακοή και ομιλία της, ήταν κατά τ' άλλα καθ' όλα υγιής και δραστήριος άνθρωπος. Συνεπεία του ατυχήματος υπέστη τραύματα τόσο στο πάνω όσο και στο κάτω μέρος του σώματος της, τα σοβαρότερα εκ των οποίων ήταν τα τρία κατάγματα που καταγράφηκαν από τους θεράποντες κυβερνητικούς ιατρούς. Παρουσίασε επίσης ωτόρροια του αριστερού αυτιού η οποία μετά από κάποιες μέρες αποκαταστάθηκε πλήρως και στις 26/8/2010 διαπιστώθηκε μεγάλου βαθμού βελτίωση της εν λόγω κατάστασης. Επειδή αρχικά η κατάσταση της εκτιμήθηκε ιατρικά να ήταν σοβαρή, κρίθηκε αναγκαίο όπως εισαχθεί στην μονάδα εντατικής θεραπείας και αμέσως στο χειρουργείο για προσωρινή σταθεροποίηση των καταγμάτων με γύψινους νάρθηκες. Ακολούθως υπεβλήθη σε αριθμό χειρουργικών επεμβάσεων σταθεροποίησης και οστεοσύνθεσης σε σχέση με τα σοβαρότερα κατάγματα της, ήτοι του βραχίονα και της κνήμης, στα πλαίσια των οποίων της τοποθετήθηκαν χειρουργικές πλάκες και βίδες σε αμφότερα τα σημεία. Η θεραπεία του τρίτου κατάγματος που υπέστη, ήτοι του κατάγματος του σκαφοειδούς του καρπού ήταν συντηρητική και συνίστατο σε απλή ακινητοποίησή. Η περίοδος θεραπείας της διήρκησε αρκετό καιρό. Έμεινε στο Νοσοκομείο 18 μέρες, περίοδο κατά την οποία ήταν σχεδόν ακινητοποιημένη εφόσον δεν μπορούσε να δώσει φόρτιση στο βραχίονα και στη κνήμη και εξαρτάτο σχεδόν αποκλειστικά από τρίτους για τις βασικές καθημερινές της ανάγκες όπως π.χ. μπάνιο, ντύσιμο ή μετακίνηση. Η εν λόγω εξάρτηση συνεχίστηκε και για κάποιους μήνες μετά που της δόθηκε εξιτήριο στις 3/09/
  2. Καθ' όλη την εν λόγω περίοδο που εξαρτάτο από τρίτους, η ενάγουσα βοηθείτο από την μητέρα της, η οποία μεταξύ άλλων ήταν το πρόσωπο που την έλουζε και την έντυνε. Όταν δε της επετράπη να φορτίσει τα τραυματισμένα της άκρα, χρησιμοποιούσε βοηθήματα για να περπατήσει, κάτι που συνεχίστηκε μέχρι και την 01/03/10 περίπου, όταν συντάχθηκε το 2ο πιστοποιητικό του Δρ. Γεωργιάδη όπου εκεί καταγράφεται ότι πλέον η ενάγουσα είχε αρχίσει να περπατά χωρίς βοηθήματα. Καθ' όλη τη μετεγχειρητική περίοδο καθώς και μετά το πιστοποιητικό του Δρ. Γεωργιάδη ημερ. 01/03/10, ήτοι για πέραν των 6 μηνών μετά το ατύχημα, η ενάγουσα υποβάλλετο σε φυσιοθεραπείες και ασκήσεις ενδυνάμωσης τις οποίες της συνεστήθη τότε όπως τις συνεχίσει. Η πλήρη επούλωση των καταγμάτων της σε φυσιολογική ανατομική θέση διαπιστώθηκε ότι επήλθε 6 περίπου μήνες μετά το ατύχημα (βλ. αναφορά ΜΥ1 σε ακτινογραφίες 03/02/11), παρέμειναν όμως μόνιμα τρεις εμφανείς χειρουργικές ουλές, ήτοι μία στην οπίσθια επιφάνεια του βραχίονα (18εκ.), μία στο κάτω μέρος της δεξιάς κνήμης (τουλάχιστο 13εκ.) και μία στο δεξιό γόνατο (2εκ.). Μέχρι και σήμερα η ενάγουσα εξακολουθεί να υποφέρει από μετατραυματικά κατάλοιπα, ήτοι αντιμετωπίζει ελάττωση της κάμψης της δεξιάς ποδοκνημικής που προκαλεί μεταξύ άλλων κάποιο βαθμό δυσκολίας σε ενέργειες όπως το ανεβοκατέβασμα σκαλών, βαθμό δυσκαμψίας της πλήρους ανύψωσης του δεξιού άνω άκρου υπεράνω της κεφαλής κατά τρόπο που προκαλεί ενόχληση σε δραστηριότητες που απαιτούν την πλήρη ανύψωση του δεξιού άνω άκρου στο τελικό του εύρος όπως π.χ. τοποθέτηση σκευών σε ψηλά ράφια, καθαριότητα του άνω μέρους της σπονδυλικής στήλης στο μπάνιο κ.λ.π, και ενοχλήσεις στα σημεία του οστικού τραυματισμού του βραχίονα και της κνήμης. Η ενάγουσα τέλος εξακολουθεί να έχει στο σώμα της τοποθετημένα τα υλικά οστεοσύνθεσης και δεν αναμένεται ότι θα καταφέρει ποτέ να επανέλθει πλήρως από τους τραυματισμούς και τα κατάλοιπα αυτών. Σημειώνεται εδώ ότι το κατάλοιπο της δυσκαμψίας της πλήρους ανύψωσης του δεξιού άνω άκρου της ενάγουσας διαπιστώθηκε και από το ΜΥ1 στις 09/02/16, ήτοι 5½ χρόνια μετά το ατύχημα, να συνιστά νέο μετατατραυματικό κατάλοιπο, στοιχείο που υποδηλοί επιδείνωση της όλης μετατραυματικής κατάστασης της πρώτης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ Όπως λέχθηκε στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, ECLI:CY:AD:2018:A352, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 336/2012, 10/7/2018, οι αρχές που διέπουν το θέμα της αμέλειας είναι γνωστές (Κυριάκος Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Christoforou (No. 2) v. Asproftas and Another
(1988)1 C.L.R. 441, Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 815, ΧατζηΓιάννης ν. Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 150 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Εφ. 328/11, ημ. 31/5/17). Γνωστή είναι και η νομολογία σε σχέση με το καθήκον επιμέλειας που οφείλουν να επιδεικνύουν τόσο οι οδηγοί όσο και οι πεζοί που χρησιμοποιούν το δρόμο: Δεν θα ήταν, ασφαλώς, ορθό να πούμε ότι όποτε ένας πεζός χτυπηθεί από ένα αυτοκίνητο ο οδηγός του αυτοκινήτου είναι αποκλειστικά υπεύθυνος και ότι ο πεζός δεν μπορεί να βρεθεί ένοχος συντρέχουσας αμέλειας. Είναι και οι δύο χρήστες του δρόμου και οφείλουν καθήκον επιμέλειας ο ένας προς τον άλλο και προς τους άλλους χρήστες του δρόμου και αν αποτύχουν να εκπληρώσουν το εν λόγω καθήκον τους τότε, αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, οποιοσδήποτε εξ' αυτών ή και οι δύο τους μπορεί να κριθούν ένοχοι για αμέλεια που οδήγησε στο ατύχημα (βλ. για παράδειγμα Omer v. Pavlides,
(1971)1 C.L.R. 404) (βλ.TAVELLIS ν. EVANGEL

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.