A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LTD ν. ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 674/14, 29/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A553 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 674/14 Μεταξύ: A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LTD Ενάγοντες και 1. XXXXX ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ 2. XXXXX ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ 3. XXXXX ΓΑΛΑΤΑΚΗ ΠΑΝΤΕΛΙΔΟΥ Εναγόμενοι ----------------- Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Αχιλλέως για Μάρκος Π. Σπανός & Σια Για Εναγόμενους: κα Β. Κλεόπα με κα Μ. Βασιλείου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες, εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας αναψυκτικών και συναφών ροφημάτων, αξιώνουν «εναντίον των εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως.», (Α) €33.144, 31 από τους εναγομένους 1 ως οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού και/ή δυνάμει πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων έναντι τιμολογίων πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού και (Β) €6.889,92 από τους εναγομένους 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, «δυνάμει επιταγών και ή συναλλαγματικών και/ή εγγράφων αναγνώρισης χρέους και/ή παραδεδεγμένου χρέους και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας.». Είναι ειδικότερα η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων η εξής: «5. Κατά διάφορα χρονικά διαστήματα οι ενάγοντες δυνάμει σχετικών συμφωνιών μετά της εν λόγω εταιρείας ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ ΛΤΔ και/ή αντιπροσώπων της ρηθείσας εταιρείας και/ή σύμφωνε με τις οδηγίες και/ή την παραγγελία και/ή παρακλήσεις της ως άνω εταιρείας και/ή των αντιπροσώπων της, πωλούσαν εις την εν λόγω εταιρείας και/ή η εν λόγω εταιρεία αγόραζε από τους Ενάγοντες διάφορα είδη ροφημάτων και/ή αναψυκτικών και/ή χυμών και/ή νερού και/ή άλλων συναφών ειδών (εν τοις αφεξής «τα εμπορεύματα») σε συμφωνημένες και/ή λογικές τιμές. 6. Άμα τη παραδόσει των εμπορευμάτων, οι ενάγοντες εξέδιδαν επ' ονόματι της εταιρείας ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ και/ή των αντιπροσώπων της και/ή επ' ονόματι της ονομασίας με την οποία εμπορεύετο η εν λόγω εταιρεία και/ή παρέδιδαν και/ή απέστελλαν εις την εν λόγω Εταιρεία και/ή στους αντιπροσώπους της τα σχετικά τιμολόγια δια τα παραγγελθέντα και/ή πωληθέντα εμπορεύματα τα οποία η ρηθείσα εταιρεία και/ή οι αντιπρόσωποι αυτής υπέγραφαν και/ή παρελάμβαναν και/ή αποδέχονταν. 7. Ήτο ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών και/ή η συνήθης πρακτική σε τοιούτου είδους συναλλαγές ότι το οφειλόμενο ποσό θα εξοφλείτο άμα τη απαιτήσει του παρά των Εναγόντων και/ή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. 8. Οι Ενάγοντες άνοιξαν σχετικό εμπορικό λογαριασμό εις τον οποίο η εταιρεία ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ χρεώνετο με τη συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αξία των εμπορευμάτων που παρελάμβανε και/ή αγόραζε και πιστώνετο με οποιεσδήποτε πληρωμές έκαμνε. 9. Έναντι του εν λόγω λογαριασμού και/ή του χρέους και/ή της οφειλής της ως άνω αναφερόμενης εταιρείας και/ή έναντι της αξίας εμπορευμάτων πωληθέντων και/ή παραδοθέντων υπό των Εναγόντων εις την εν λόγω εταιρεία ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ ΛΤΔ, οι Εναγόμενοι 2 και/ή 3 εξέδωσαν προς όφελος και/ή επ' ονόματι και/ή εις διαταγήν των Εναγόντων και/ή παρέδωσαν εις αυτούς τις κάτωθι αναφερόμενες επιταγές και/ή συναλλαγματικές και/ή γραμμάτια και/ή έγγραφα αναγνώρισης οφειλής, ήτοι: Α. Επιταγή της Σ.Π.Ε. ΣΤΡΟΒΟΥΛΟΥ, υπ' αριθμό XXXXX7383 ημερ. 5.3.13, δια το ποσό των €1.000. Β. Επιταγή της Σ.Π.Ε. ΣΤΡΟΒΟΥΛΟΥ, υπ' αριθμό XXXXX7431 ημερ. 5.3.13, δια το ποσό των €1.000. Γ. Επιταγή της Σ.Π.Ε. ΣΤΡΟΒΟΥΛΟΥ, υπ' αριθμό XXXXX7385 ημερ. 15.3.13, δια το ποσό των €876,58 Δ. Επιταγή της Σ.Π.Ε. ΣΤΡΟΒΟΥΛΟΥ, υπ' αριθμό XXXXX7403 ημερ. 22.3.13, δια το ποσό των €1.018,91 Ε. Επιταγή της Σ.Π.Ε. ΣΤΡΟΒΟΥΛΟΥ, υπ' αριθμό XXXXX7432 ημερ. 22.3.13, δια το ποσό των €1.000 Στ. Επιταγή της Σ.Π.Ε. ΣΤΡΟΒΟΥΛΟΥ, υπ' αριθμό XXXXX7413 ημερ. 29.3.13, δια το ποσό των €847,37 Ζ. Επιταγή της Σ.Π.Ε. ΣΤΡΟΒΟΥΛΟΥ, υπ' αριθμό XXXXX7434 ημερ. 5.4.13, δια το ποσό των €1.147,06» Τις προαναφερόμενες επιταγές, τις οποίες κατά τους ενάγοντες οι εναγόμενοι 2 και 3 εξέδωσαν «Έναντι του εν λόγω λογαριασμού και/ή του χρέους και/ή της οφειλής της» εναγόμενης 1, οι πρώτοι ισχυρίζονται ότι αν και τις παρουσίασαν για πληρωμή όταν κατέστησαν πληρωτέες, οι μεν επιταγές υπό στοιχεία Α και Β ανωτέρω επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, οι δε υπόλοιπες επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω ανάκλησης τους από τον εκδότη τους, ήτοι τους εναγομένους 2 και 3. Έκτοτε οι τελευταίοι, σύμφωνα με τους ενάγοντες, ουδέποτε εξόφλησαν τις εν λόγω επιταγές παρά το ότι κλήθηκαν δεόντως να το πράξουν (παρ. 10, 11 και 12 Ε/Α). Στην αντίπερα όχθη, οι εναγόμενοι καταχώρησαν στις 26/06/14 κοινή υπεράσπιση με την οποία προέβαλαν διάφορους ισχυρισμούς τόσο σε σχέση με την ευθύνη που αποδίδεται στην εναγομένη 1 για το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού όσο και σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό ευθύνη που αποδίδεται στους εναγομένους 2 και 3 για τις επίδικες επιταγές. Ειδικότερα, ως προς τις επίδικες επιταγές οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν τα εξής: «Οι Εναγόμενοι αρνούνται τις παραγράφους 9, 10, 11 και 12 της έκθεσης υπεράσπισης και καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρήν απόδειξη. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ισχυρίζονται τα ακόλουθα: (α) Ότι ουδεμία νόμιμη και/ή άλλη συμβατική σχέση δεν είχαν με τους Ενάγοντες και/ή οι αναφερόμενες επιταγές και/ή συναλλαγματικές και/ή γραμμάτια και/ή έγγραφα αναγνώρισης οφειλής εξεδόθησαν άνευ νόμιμου ανταλλάγματος και είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή από τις εν λόγω επιταγές και/ή συναλλαγματικές και/ή γραμμάτια και/ή έγγραφα αναγνώρισης οφειλής δεν απορρέει καμία νόμιμη υποχρέωση και/ή καθήκον προς πληρωμή. (β) Οι αναφερόμενες επιταγές και/ή συναλλαγματικές και/ή γραμμάτια και/ή έγγραφα αναγνώρισης οφειλής είναι προϊόν ψυχικής πίεσης και/ή εξαναγκασμού και/ή άλλως πως που ασκήθηκε πάνω στους Εναγόμενους. (γ) Οι Ενάγοντες ουδέποτε γνωστοποίησαν προς τους Εναγόμενους για τη μη πληρωμή των εν λόγω επιταγών και/ή συναλλαγματικών και/ή γραμματίων και/ή έγγραφα αναγνώρισης οφειλής. (δ) Λεπτομερέστερων οι Εναγόμενοι θα αναφερθούν κατά τη δικάσιμο». Σημειώνω εδώ ότι στις 21/05/15, ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τότε όλους τους εναγόμενους ζήτησε και έλαβε άδεια να αποσυρθεί από δικηγόρος των εναγομένων 2 και 3. Παραμένοντας πλέον ως δικηγόρος μόνο της εναγομένης 1, δέχτηκε την ίδια μέρα απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της πρώτης για το ποσό των €33.144,31, ως ήταν και το ποσό που αξιώνετο εναντίον της εν λόγω εναγομένης. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη σε σχέση με τους εναγομένους 2 και 3 όμως προτού εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση εναντίον των τελευταίων, αυτοί διόρισαν νέο δικηγόρο, ήτοι τη νυν δικηγόρο τους, η οποία, θεωρώντας, καλόπιστα μεν, εσφαλμένα δε, ότι η υπεράσπιση που είχε καταχωρηθεί το 2014 δεν ήταν κοινή αλλά αφορούσε μόνο την εναγόμενη 1, προχώρησε και καταχώρησε στις 26/01/16 νέα υπεράσπιση για τους εναγομένους 2 και 3 χωρίς όμως να λάβει την άδεια του Δικαστηρίου. Υπό την ίδια καλόπιστη αλλά εσφαλμένη αντίληψη φαίνεται να τελούσε και η πλευρά των εναγόντων, εφόσον μετά το διορισμό της νυν δικηγόρου των εναγομένων 2 και 3, καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση εναντίον των τελευταίων λόγω παράλειψης τους να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Το σφάλμα τελικά εντοπίστηκε από αμφότερες τις πλευρές στις 27/06/16 όταν και με τη σύμφωνο γνώμη όλων, εκδόθηκε διάταγμα διαγραφής της υπεράσπισης της 26/01/16. Αν και στη συνέχεια ζητήθηκε και δόθηκε χρόνος στη νυν συνήγορο των εναγομένων 2 και 3 να εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης της ήδη καταχωρηθείσας κοινής υπεράσπισης, τελικά δηλώθηκε από μέρους της στις 23/01/17 ότι δεν θα επιδιώκετο οποιαδήποτε τέτοια τροποποίηση οπόταν και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση στη βάση των δικογραφημένων θέσεων που περιέχονται στην Ε/Α, την υπεράσπιση της 26/06/14 και την απάντηση της 04/11/14. Κατά την ακρόαση κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ένας για τους ενάγοντες, ήτοι η Ε. Ξενοφώντος, Υπεύθυνη Πιστωτικού Ελέγχου των εναγόντων (ΜΕ1) και ένας για τους εναγόμενους 2 και 3, ήτοι ο εναγόμενος 2, ο οποίος δήλωσε εξουσιοδοτημένος να προωθήσει με τη μαρτυρία του και την υπεράσπιση της εναγομένης 3 η οποία είναι αδελφή του. Η μαρτυρία της ME1, η ουσία της κυρίως εξέτασης της οποίας έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), κύλησε ουσιαστικά πάνω στις γραμμές που καθόρισε η Ε/Α, ήτοι ότι στα πλαίσια συνεργασίας των εναγόντων με την εναγομένη 1, οι πρώτοι πώλησαν και παρέδωσαν στην τελευταία διάφορα εμπορεύματα, η αξία των οποίων χρεώθηκε, όπως αντίστοιχα πιστώνονταν και οι εκάστοτε πληρωμές που γίνονταν εκ μέρους της εν λόγω εναγόμενης έναντι των εμπορευμάτων που της παραδίδονταν, σε εμπορικό λογαριασμό που διατηρούσαν οι ενάγοντες στο όνομα «DEMOS SUPERMARKET», το οποίο αποτελούσε μία εκ των επωνυμιών με τις οποίες συναλλασσόταν η εναγόμενη 1 (Τεκ. 2). Την σχετική κατάσταση του λογαριασμού των εναγόντων, η οποία περιλαμβάνει κατά τη μάρτυρα και τις σχετικές πιστώσεις που έγιναν συνεπεία της έκδοσης και παράδοσης των επίδικων επιταγών περί το Φεβρουάριο 2013, η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι την αντιπαρέβαλε με κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η ίδια εναγόμενή 1 σε σχέση με τις συναλλαγές που είχε με τους ενάγοντες και η οποία δόθηκε στους τελευταίους από τους αντιπροσώπους της εναγόμενης 1 στα πλαίσια των συζητήσεων που γίνονταν για σκοπούς διευθέτησης των οφειλών της τελευταίας (Τεκ.3). Σύμφωνα με την ΜΕ1, και οι δύο καταστάσεις καταλήγουν, μετά και την καταγραφή της επιστροφής των απλήρωτων επίδικων επιταγών περί τον Απρίλιο 2013, στο ποσό των €33.144,31 ως το οφειλόμενο υπόλοιπο της εναγομένης 1, το οποίο είναι και το ποσό που αξίωναν οι ενάγοντες εναντίον της εν λόγω εναγόμενης με την παρούσα αγωγή. Αναφερόμενη στις επίδικες επιταγές, η μάρτυς κατέθεσε αντίγραφα αυτών ως Τεκ.4 και ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν τότε στους ενάγοντες από τους εναγόμενους 2 και 3 έναντι των οφειλών της εναγομένης 1 ώστε να καλυφθεί μέρος της μέχρι τότε συσσωρευθείσας συνολικής οφειλής της τελευταίας και να μπορέσει να συνεχίσει η πώληση και παράδοση εμπορευμάτων από τους ενάγοντες. Ο λόγος, σύμφωνα με τη μάρτυρα, που οι εναγόμενοι 2 και 3 έδωσαν προσωπικές επιταγές έναντι της οφειλής της εναγομένης 1 ήταν διότι αυτοί, ως μέτοχοι της τελευταίας, η οποία ήταν οικογενειακή επιχείρηση τους, ήταν ουσιαστικά τα πρόσωπα που επωφελούνταν από την συνέχιση των οικονομικών της δραστηριοτήτων. Αν και η ίδια η μάρτυς, ως ισχυρίστηκε, δεν ήταν παρούσα όταν διευθετήθηκε μεταξύ του αντιπροέδρου των εναγόντων και των εναγομένων η έκδοση και παράδοση των επίδικων επιταγών, εντούτοις θεωρεί ότι τίποτα το αθέμιτο ή καταπιεστικό υπήρχε στην όλη αυτή συνεννόηση. Ήταν η θέση της ΜΕ1, η οποία παρέπεμψε σε διάφορες καταγραφές στην κατάσταση Τεκ.2 όπου παρουσιάζονται να λαμβάνουν χώρα νέες πωλήσεις εμπορευμάτων μετά την παραλαβή των επίδικων επιταγών τον Φεβρουάριο 2013, ότι μετά που οι εν λόγω επιταγές παραλήφθηκαν από τους ενάγοντες, ο λογαριασμός της εναγομένης 1 πιστώθηκε με τα αντίστοιχα ποσά και συνεχίστηκε η πώληση και παράδοση εμπορευμάτων από τους ενάγοντες προς την τελευταία ως είχε συμφωνηθεί. Όταν όμως οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες περί τον Απρίλιο 2013 για τους λόγους που αναφέρονταν στις σχετικές σφραγίδες που τοποθέτησε επί αυτών η πληρώτρια τράπεζα και οι εναγόμενοι 2 και 3 παρέλειψαν να τις εξοφλήσουν παρά το ότι είχαν κληθεί επανειλημμένα από τους ενάγοντες να το πράξουν, ο λογαριασμός της εναγομένης 1 χρεώθηκε εκ νέου με τα αντίστοιχα ποσά εξ' ου και το οφειλόμενο υπόλοιπο ανήλθε στις €33.114,47, το οποίο είναι και το ποσό που και η ίδια η εναγόμενη 1 αναγνώρισε στη δική της κατάσταση Τεκ.3. Με άλλα λόγια, ισχυρίστηκε η μάρτυς απορρίπτοντας υποβολή που της τέθηκε ότι οι ενάγοντες αξιώνουν μεγαλύτερα ποσά από αυτά που δικαιούνται, «το οφειλόμενο ποσό από την εταιρεία ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ ΛΤΔ προς τους Ενάγοντες ανέρχεται σε €33.114,47 από το οποίο, ποσό ύψους 6.889,92 αφορά το ποσό των επίδικων επιταγών». Με τη δική του μαρτυρία ο εναγόμενος 2, η ουσία της κυρίως εξέτασης του οποίου έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β), δέχεται ότι αυτός και η εναγόμενη 3 αδελφή του ήταν μέτοχοι στην η εναγόμενη 1 εταιρεία, ότι η τελευταία συνεργαζόταν με τους ενάγοντες ως αυτοί ισχυρίζονται και ότι στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο συσσωρευτεί οφειλές προς τους ενάγοντες πολύ περισσότερες από €7000. Δεν αμφισβητεί επίσης ο εναγόμενος 2 ότι οι επίδικες επιταγές, τα αντίγραφα των οποίων αναγνώρισε στο Τεκ.4, εκδόθηκαν νομότυπα από κοινό λογαριασμό του ιδίου και της αδελφής του (and/
- or)και ότι παραδόθηκαν στους ενάγοντες έναντι του υπολοίπου που παρουσίαζε τότε ο λογαριασμός της εναγόμενης 1. Ισχυρίζεται όμως ότι τις εν λόγω επιταγές τις υπέγραψε και εξέδωσε η εναγόμενή 3 αδελφή του προς όφελος των εναγόντων κατόπιν συνάντησης που αυτή είχε με τους εκπροσώπους των τελευταίων στην απουσία του και αν και ο ίδιος δεν γνώριζε τότε ότι είχαν εκδοθεί οι εν λόγω επιταγές, αντιλήφθηκε απ' όσα τον ενημέρωσε αργότερα η αδελφή του ότι αυτές είχαν εκβιαστικά ζητηθεί από τους ενάγοντες, οι οποίοι απείλησαν ότι «θα σταματούσαν να προμηθεύουν την εναγόμενη 1 με προϊόντα εάν δεν τους παραχωρείτο κάποιο ποσό έναντι του υπολοίπου που παρουσίαζε ο λογαριασμός της Εταιρείας». Είναι γι' αυτό το λόγο, ως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 2 ότι τον ενημέρωσε η αδελφή του, που συμφωνήθηκε με τους ενάγοντες ότι οι επιταγές δεν θα παρουσιάζονταν στην τράπεζα για πληρωμή αλλά θα κρατούνταν από τους τελευταίους μέχρι να μπορέσει η εναγόμενη 1 να τις ανταλλάξει με μετρητά. Παρά ταύτα, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 2, οι ενάγοντες παρουσίασαν τις επιταγές για πληρωμή κατά παράβαση της συμφωνίας που περιέβαλλε την έκδοση τους και είναι γι' αυτό το λόγο που δεν δικαιούνται να αξιώνουν την πληρωμή τους με την παρούσα αγωγή. Πρόσθετα τούτου, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ενόψει της έκδοσης απόφασης εναντίον της εναγομένης 1 για €33.114,47, αν εκδοθεί απόφαση για το ποσό των επίδικων επιταγών εναντίον του ιδίου και της εναγομένης 3 «τότε οι Ενάγοντες θα διεκδικούν και θα δικαιούνται να λάβουν συνολικά ποσό μεγαλύτερο από το υπόλοιπο που παρουσιάζει ο λογαριασμός της εταιρείας». Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Κρίνω σκόπιμο όμως εδώ να αναφέρω ότι στην αγόρευση της, η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων 2 και 3 κάνει αναφορά στις δικογραφημένες θέσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους των πελατών της στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 26/01/16, δικόγραφο όμως το οποίο, ως ανέφερα πιο πάνω, διαγράφηκε κατόπιν εκ συμφώνου διατάγματος του Δικαστηρίου στις 27/06/16. Την υπόθεση συνεπώς για τους εναγομένους 2 και 3, όπως και την επιχειρηματολογία της συνηγόρου τους, θα την προσεγγίσω με γνώμονα τις δικογραφημένες θέσεις που περιέχονται στην υπεράσπιση της 26/06/14. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Παρατηρώ τα εξής. Όπως προκύπτει από την εκατέρωθεν μαρτυρία που παρέθεσα ανωτέρω τα πλείστα επίδικα γεγονότα της υπόθεσης είναι κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα. Τα συνοψίζω. Στα πλαίσια συνεργασίας των εναγόντων με την εναγομένη 1 για πώληση και παράδοση εμπορευμάτων από τους πρώτους προς την τελευταία, διατηρούνταν εκατέρωθεν καταστάσεις λογαριασμών (Τεκ. 2 και 3). Περί τον Φεβρουάριο του 2013 οι οφειλές της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες είχαν συσσωρευτεί σε ποσό πολύ μεγαλύτερο από €7.
- Ζήτησαν τότε οι ενάγοντες από τους αντιπροσώπους της εναγομένης 1, ως προϋπόθεση για να συνεχίσουν να πωλούν και να προμηθεύουν με εμπορεύματα την τελευταία, όπως διευθετηθούν οι οφειλές της ή μέρος αυτών. Εκδόθηκαν τότε από τον κοινό προσωπικό λογαριασμό των εναγομένων 2 και 3, οι οποίοι ήταν μέτοχοι της εναγομένης 1, οι επίδικες επιταγές συνολικού ύψους €6.889,92 (Τεκ.4) και οι οποίες, αφού υπογράφτηκαν από την εναγόμενη 3 ως συνιδιοκτήτη του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, παραδόθηκαν στους ενάγοντες έναντι του τότε χρεωστικού υπολοίπου της εναγομένης 1 και τα σχετικά ποσά πιστώθηκαν στο λογαριασμό που οι ενάγοντες διατηρούσαν στο όνομα της τελευταίας. Οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή όταν κατέστησαν πληρωτέες εντούτοις δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες περί τον Απρίλιο
- Μέχρι σήμερα, οι εν λόγω επιταγές δεν έχουν εξοφληθεί. Όταν οι επιταγές επιστράφηκαν ως απλήρωτες, τα ποσά στα ποία αφορούσαν χρεώθηκαν τόσο στο λογαριασμό που διατηρούσαν οι ενάγοντες σε σχέση με τις οφειλές της εναγομένης 1 όσο και στο λογαριασμό που διατηρούσε η τελευταία σε σχέση με τις οφειλές της προς τους πρώτους. Το ποσό που αμφότερες οι εν λόγω καταστάσεις παρουσιάζουν μέχρι σήμερα ως το οφειλόμενο υπόλοιπο της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες και για το οποίο εκδόθηκε απόφαση εναντίον της τελευταίας στις 21/05/15, είναι το ποσό των €33.114,
- Για όλα τα πιο πάνω κάνω ανάλογα ευρήματα. Ενόψει του διαχωρισμού που γίνεται στην Ε/Α αναφορικά με την χωριστή ευθύνη του κάθε εναγόμενου για το ποσό στο οποίο η αντίστοιχη βάση αγωγής εναντίον του αφορά, το μοναδικό επίδικο θέμα που παρέμεινε για σκοπούς ακρόασης μετά την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 1 για το συνολικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, ήταν η κατ' ισχυρισμό ευθύνη των εναγομένων 2 και 3 σε σχέση με τη μη τίμηση των επίδικων επιταγών, αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκ.
- Τα θέματα συνεπώς που ηγέρθηκαν κατά την ακρόαση ως προς το πως προέκυψε η συνολική οφειλή της εναγομένης 1 είναι θεωρώ άσχετα με τα εναπομείναντα επίδικα θέματα σε σχέση με τους εναγομένους 2 και 3 και επομένως δεν θα με απασχολήσουν, εκτός βέβαια στο βαθμό που αυτά σχετίζονται με την δικογραφημένη θέση των τελευταίων ότι οι επιταγές εκδόθηκαν χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και/ή κάτω από συνθήκες που με βάση το Κεφ.262 συνιστούν υπεράσπιση σε υποθέσεις που αφορούν μη τιμηθείσες επιταγές. Σημειώνω εδώ ότι στην αγόρευση της, η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων 2 και 3 υποστήριξε ότι επειδή μόνο αντίγραφα των επίδικων επιταγών κατατέθηκαν, οι σφραγίδες της τράπεζας που φαίνονται να τοποθετήθηκαν επί των πρωτότυπων επιταγών ως προς το λόγο που αυτές δεν τιμήθηκαν δεν είναι ευδιάκριτες και συνεπώς δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το θέμα αυτό. Ως προς τη θέση αυτή της συνηγόρου, πέραν του ότι υπό το φως των κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων που αναφέρονται ανωτέρω αλλά και των θέσεων που προωθήθηκαν από πλευράς εναγομένων 2 και 3, καθίσταται άνευ σημασίας το ότι δεν παρουσιάστηκαν οι πρωτότυπες επιταγές, παρατηρώ και τα εξής. Κατά πρώτο οι τραπεζικές σφραγίδες που φαίνονται στο Τεκ.4 είναι σε τέτοιο βαθμό ευδιάκριτες που μπορεί ξεκάθαρα να διαπιστωθεί ότι οι μεν δύο επιταγές της 05/03/13 δεν τιμήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, οι δε επιταγές της 15/03/13, 22/03/13 (Χ2), 29/03/13 και 05/04/13 δεν τιμήθηκαν λόγω ανάκλησης τους από τον εκδότη. Κατά δεύτερο, ουδέποτε, κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 ή με την μαρτυρία του εναγόμενου 2 προωθήθηκε η θέση ότι οι επίδικες επιταγές δεν εξοφλήθηκαν για τους λόγους που ανέφερε η πρώτη και που παρουσιάζονται στις σχετικές σφραγίδες. Αντιθέτως, το θέμα αυτό ουδέποτε κατέστη επίδικο εφόσον ο κεντρικός άξονας της υπεράσπισης των εναγομένων 2 και 3, η πλευρά των οποίων δήλωσε ρητά ότι οι επίδικες επιταγές ουδέποτε τιμήθηκαν, αφορούσε μόνο στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και στην κατ' ισχυρισμό αθέτηση της συμφωνίας των μερών όταν αυτές παρουσιάστηκαν για πληρωμή. Σε κανένα στάδιο δεν αμφισβητήθηκε ότι οι εν λόγω επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες ή ότι μέχρι σήμερα ουδέποτε εξοφλήθηκαν, ενώ ο ίδιος ο εναγόμενος 2 αναγνώρισε στο Τεκ.4 τα αντίγραφα των πρωτότυπων επίδικων επιταγών που εξέδωσε η εναγόμενη 3 αδελφή του και στις οποίες αφορά η παρούσα αγωγή. Η προαναφερόμενη συνεπώς θέση της συνηγόρου των εναγομένων 2 και 3 απορρίπτεται. Των πιο πάνω λεχθέντων, επισημαίνω ότι αν και δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόντων η θέση του εναγόμενου 2 ότι οι επίδικες επιταγές υπογράφτηκαν μόνο από τον ένα εκ των δύο συνιδιοκτητών του κοινού λογαριασμού από τον οποίο προήλθαν, ήτοι την εναγόμενη 3, δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε από πλευράς εναγομένων 2 και 3 ότι οι επίδικες επιταγές μπορούσαν νομότυπα να εκδοθούν με την υπογραφή μόνο ενός εκ των συνιδιοκτητών και ότι ως τέτοιες νομότυπα εκδοθείσες επιταγές, τους δεσμεύουν και του δύο αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως συνιδιοκτήτες του κοινού λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν. Άλλωστε, για σκοπούς του αρ.3 Κεφ. 262, το «πρόσωπο» που φέρεται στις επίδικες επιταγές να δίνει εντολή στην πληρώτρια τράπεζα να πληρώσει τους ενάγοντες ως τους εκεί κατ' ονομαζόμενους δικαιούχους, είναι ο εναγόμενος 2 και/ή η εναγόμενη 3 (and/or), ενώ οι ενάγοντες, ως τέτοιοι κατ' ονομαζόμενοι δικαιούχοι και κομιστές των επιταγών, τεκμαίρεται ότι τις έλαβαν καλόπιστα και για αξία (βλ. μαχητό τεκμήριο αρ.30 Κεφ.262). Τα πιο πάνω είναι αρκετά για να οδηγήσουν σε ένα εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ευθύνης αμφότερων των εναγομένων 2 και 3 να εξοφλήσουν τις επίδικες επιταγές ως αξιώνουν οι ενάγοντες και προώθησε η ΜΕ1, εφόσον το αγώγιμο δικαίωμα στη βάση επιταγής εγείρεται όταν μια συναλλαγματική και κατ' εφαρμογή του Άρθρου 73, μια επιταγή παρουσιαστεί δεόντως για πληρωμή (Άρθρο 45), δεν τιμηθεί (Άρθρο 47), δοθεί ειδοποίηση προς τον εκδότη για το γεγονός της μη τίμησης (Άρθρο 48), εκτός αν η μη αποστολή ειδοποίησης δικαιολογηθεί με βάση τις πρόνοιες του Νόμου (βλ Heatron Co Ltd ν. Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1034). Το μόνο ερώτημα που παραμένει συνεπώς προς εξέταση, λαμβανομένου υπόψη και του ότι οι ενάγοντες, ως κάτοχοι της επιταγής θεωρούνται εκ πρώτης όψεως ως κάτοχοι για αξία και δεν είναι υποχρεωμένοι να αποδείξουν την ύπαρξη αντιπαροχής, είναι αν οι εναγόμενοι 2 και 3 έχουν καταφέρει μέσω της μαρτυρίας του εναγόμενου 2, είτε να ανατρέψουν το μαχητό νομοθετικό τεκμήριο της καλής αντιπαροχής είτε να αποδείξουν ότι οι θέσμιες υπερασπίσεις που δικογράφησαν περί δόλου και/ή εξαναγκασμού ευσταθούν. Επί αυτών των θεμάτων σημειώνω τα εξής. Υπενθυμίζω κατ' αρχή ότι συνιστά θέση των εναγόντων αλλά και των ίδιων των εναγομένων 2 και 3 ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν έναντι των οφειλών της συνδεδεμένης με τους τελευταίους εναγόμενης 1 εταιρείας και ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών, η εναγόμενη 1 όντως όφειλε στους ενάγοντες σημαντικά ποσά και δη πολύ περισσότερα από €7.000 που ήταν περίπου το ποσό των επίδικων επιταγών. Ισχυρίστηκαν όμως οι εναγόμενοι 2 και 3 μέσω του πρώτου, ότι οι ενάγοντες εκβίασαν την εναγόμενη 3 να εκδώσει τις επίδικες επιταγές, απειλώντας την ότι σε αντίθετη περίπτωση θα σταματούσαν να προμηθεύουν την εναγόμενη 1 με εμπορεύματα και ταυτόχρονα την ξεγέλασαν με το να της υποσχεθούν ότι δεν θα παρουσίαζαν τις επιταγές για πληρωμή. Αν και η πιο πάνω θέση αμφισβητήθηκε ρητά από πλευράς εναγόντων, το άμεσα εμπλεκόμενο πρόσωπο που κατά τον εναγόμενο 2 ήταν παρών στην συνάντηση όταν αποφασίστηκε να εκδοθούν και να παραδοθούν οι επίδικες επιταγές και το οποίο είναι και το πρόσωπο που κατά τον πρώτο απειλήθηκε, εκβιάστηκε και ξεγελάστηκε, ήτοι η εναγόμενη 3, ουδέποτε προσήλθε στο Δικαστήριο για να προωθήσει ή να επιβεβαιώσει τους εν λόγω ισχυρισμούς και αυτό παρά το ότι είναι και η ίδια συνεναγόμενη στην αγωγή και ο εναγόμενος 2 βάσισε την όλη εκδοχή του στην πληροφόρηση που αυτή του έδωσε. Ο τελευταίος μάλιστα, όχι μόνο δεν ήταν παρών στη συνάντηση με τους αντιπροσώπους των εναγόντων αλλά όπως και ο ίδιος ισχυρίστηκε, τα όσα κατέθεσε αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και επί των οποίων εδράζεται η όλη υπεράσπιση, τα πληροφορήθηκε από την εναγόμενη 3 αδελφή του. Λαμβανομένου όμως υπόψη του ότι η όλη υπεράσπιση των εναγομένων 2 και 3 εδράζεται στον κατ' ισχυρισμό εξαναγκασμό που δέχτηκε και ένιωσε η εναγομένη 3 για να υπογράψει τις επίδικες επιταγές, η απουσία της τελευταίας από το εδώλιο του μάρτυρα, δεν αφήνει κανένα περιθώριο να δοθεί βαρύτητα σε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του εναγομένου 2, η οποία ουσιαστικά συνιστά εξ ολοκλήρου εξ ακοής μαρτυρία. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, ακόμη και στο βαθμό που οι ενάγοντες δέχονται ότι η έκδοση των επίδικων επιταγών τέθηκε ως προϋπόθεση για να συνεχιστεί η συνεργασία τους με την εναγόμενη 1, και πάλι η μαρτυρία του εναγόμενου 2 δεν κρίνεται επαρκής για να προσδώσει έρεισμα στις υπερασπίσεις του Κεφ.
- Εξηγώ. Κατά πρώτο, το ότι ένας έμπορας στον οποίο οφείλονται λεφτά για προϊόντα που ήδη παρέδωσε, απειλεί ότι θα διακόψει την συνεργασία του και δεν θα παραδώσει άλλα προϊόντα αν δεν του καταβληθούν πρώτα τα ήδη οφειλόμενα ποσά ή μέρος αυτών, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρηθεί ότι ασκεί τέτοιας μορφής αθέμιτη πίεση ή αθέμιτο εκβιασμό ώστε να δημιουργούνται οι συνθήκες που χρειάζονται για να επιτύχουν οι σχετικές υπερασπίσεις του Κεφ.
- Αυτό διότι η αναφορά στο αρ. 30 σε «δόλο, εξαναγκασμό ή βία και φόβο, ή παρανομία» παραπέμπει σε συνθήκες αθέμιτης πίεσης και όχι απλά σε κάποιας μορφής εύλογης πίεσης και δη εμπορικής φύσης. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Pao On v. Lan Yiu [1979] 3 All E.R. 65 στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος των εναγόντων, «in a contractual situation commercial pressure is not enough. in short, there was commercial pressure, but no coercion». Το πιο πολύ που θα μπορούσε μία τέτοια ενέργεια να χαρακτηριστεί υπό τις περιστάσεις, είναι ως εύλογη και φυσιολογική εμπορική πίεση (commercial pressure) που ασκείται από ένα έμπορα για να του πληρωθούν ποσά που ήδη του οφείλονται σε σχέση με εμπορεύματα που ήδη παρέδωσε χωρίς να πληρωθεί, επιδεικνύοντας πλήρη πίστη και εμπιστοσύνη στον αντισυμβαλλόμενο του. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Κατά δεύτερο, όπως εύστοχα επισήμανε και η συνήγορος των εναγόντων κατά την αντεξέταση του εναγόμενου 2, δεν μπορεί να σταθεί στη βάσανο ούτε της εμπορικής αλλά ούτε και της κοινής λογικής, ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι συνιστά εκβιασμό ή αθέμιτη πίεση το να τεθεί ως προϋπόθεση για τη συνέχιση πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων με πίστωση, η καταβολή ενός ποσού €7000 περίπου υπό μορφή προσωπικών επιταγών, ώστε να «αγνοηθεί» προσωρινά η συνολική οφειλή που υπερέβαινε τις €33.
- Αντιθέτως, αυτή η διευθέτηση εύλογα μπορεί να θεωρηθεί, όπως άλλωστε υποστήριξαν και οι ενάγοντες, ότι είναι τους εναγόμενους που ωφέλησε, εφόσον ενώ ήδη οφείλονταν πάνω από €33.000 στους ενάγοντες, εκδίδοντας επιταγές μόλις για το 1/5 του χρέους αυτού, οι εναγόμενοι 2 και 3 εξασφάλισαν και παράταση αποπληρωμής του χρέους της εναγομένης 1 και συνέχιση της συνεργασίας με τους ενάγοντες. Επισημαίνω εδώ ότι οι καταγραφές που παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκ.2 να αφορούν σε νέες πωλήσεις που έλαβαν χώρα μετά την παράδοση των επίδικων επιταγών, όπως αυτές εξηγήθηκαν από τη ΜΕ1, δεν αντικρούστηκαν από πλευράς υπεράσπισης . Κατά τρίτο, δεν μπορώ να δεχτώ ούτε τη θέση του εναγόμενου 2 ότι είχε συμφωνηθεί με τους ενάγοντες όπως οι επίδικες επιταγές μην παρουσιαστούν ποτέ για πληρωμή. Αυτό αφ' ενός γιατί θα ήταν εντελώς παράλογο να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες, στους οποίους οφείλονταν πάνω από €33.000, ουσιαστικά συμφώνησαν να λάβουν απλά κάποια ανίσχυρα χαρτιά ώστε να συνεχίσουν να παραδίδουν εμπορεύματα χωρίς να πληρώνονται και αφ' ετέρου διότι η εν λόγω θέση δεν συνάδει με τον άλλο ισχυρισμό των εναγομένων 2 και 3 περί απειλής των εναγόντων όπως αν δεν καλυφτεί ένα μέρος της οφειλής της εναγομένης 1, η συνεργασία δεν θα συνεχίζετο. Λαμβανομένης υπόψη της συναλλακτικής βεβαιότητας που περιβάλλει μία επιταγή, κανέναν λόγο δεν θα είχαν οι ενάγοντες να απαιτήσουν την καταβολή μέρους της οφειλής των εναγομένης 1 με προσωπικές επιταγές των εναγομένων 2 και 3 και μάλιστα με απειλητικό τρόπο ως ισχυρίζεται η υπεράσπιση, αν δεν ήταν η πρόθεση τους να λάβουν άμεσα χρήματα μέσω των εν λόγω επιταγών. Και αυτή η θέση του εναγομένου 2 συνεπώς κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Τέλος, ο ισχυρισμός των εναγομένων 2 και 3 ότι με το να χρεώσουν εκ νέου τα ποσά των επίδικων επιταγών στο λογαριασμό της εναγομένης 1, οι ενάγοντες παρέβηκαν τη συμφωνία των μερών και ουσιαστικά εξάλειψαν την αντιπαροχή που τις περιέβαλλε, κρίνεται παντελώς αβάσιμος. Οι ενάγοντες ορθά πίστωσαν το λογαριασμό της εναγομένης 1 όταν έλαβαν τις επίδικες επιταγές εφόσον πληρωμές που γίνονται με επιταγή, στην ουσία εξισώνονται με πληρωμές τοις μετρητοίς (βλ.Heatron ανωτέρω). Όταν όμως οι επιταγές δεν τιμήθηκαν, η εναγόμενη 1 δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να επωφελείται της αρχικής πίστωσης αφού τα αντίστοιχα ποσά τελικά δεν εισπράχθηκαν. Ορθά συνεπώς ξαναχρεώθηκε ο λογαριασμός της τελευταίας ώστε το χρέος της να ανταποκρίνεται στην προ των επιταγών κατάσταση και αυτό ήταν κάτι που και η ίδια η εναγόμενη 1 αναγνώριζε εξ' ου και στη κατάσταση που αυτή διατηρούσε (Τεκ.3), κατέγραψε περί τον Απρίλη 2013 που οι επίδικες επιταγές επεστράφηκαν απλήρωτες, τα αντίστοιχα ποσά ως ποσά που παρέμεναν οφειλόμενα. Αντιπαροχή συνεπώς για τις επιταγές υπήρχε και ουδέποτε εξαλείφτηκε και καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε που να υποδηλοί ότι στη συνέχεια το ποσό των εν λόγω επιταγών εξοφλήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο και ούτε προωθήθηκε τέτοια θέση από πλευράς εναγομένων 2 και
- Αντιθέτως, συνεπεία της έκδοσης και μη τίμησης των επίδικων επιταγών, οι εν λόγω εναγόμενοι κατέστησαν πλέον προσωπικά υπόλογοι στους ενάγοντες για το ποσό στο οποίο αφορούσαν οι επιταγές, ήτοι €6.889,92, ανεξαρτήτως της γενικότερης οφειλής της εναγομένης 1 (βλ. Τσιακλίδης Ηλίας ν. Σταύρου Σιάνου,
(2008)1 Α.Α.Δ. 296).. Σίγουρα οι ενάγοντες δεν θα μπορούσαν να αξιώσουν το ποσό των επιταγών επιπρόσθετα της συνολικής οφειλής της εναγόμενης 1 και δεν είναι αυτό που αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από την Ε/Α αλλά και από τη μαρτυρία της ΜΕ1,«το οφειλόμενο ποσό από την εταιρεία ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ ΛΤΔ προς τους Ενάγοντες ανέρχεται σε €33.114,47 από το οποίο, ποσό ύψους 6.889,92 αφορά το ποσό των επίδικων επιταγών» και αυτό είναι και το ποσό που αξιώνεται από τους εναγόμενους 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με την εναγόμενη
- Και αυτή η θέση της υπεράσπισης συνεπώς απορρίπτεται ως αβάσιμη. Στη βάση όλων των πιο πάνω, σε αντίθεση με τη ΜΕ1 η οποία μου έκαμε και καλή εντύπωση ως μάρτυρας, η εκδοχή των εναγομένων 2 και 3 όπως αυτή προωθήθηκε από τον εναγόμενο 2 απορρίπτεται. Η πιο πάνω κατάληξη αναπόφευκτα σφραγίζει την τύχη της θέσης που προώθησαν οι εναγόμενοι 2 και 3 ως προς τη μη ύπαρξη αντιπαροχής σε σχέση με τις επίδικες επιταγές όπως και την τύχη των υπερασπίσεων που προβλήθηκαν βάση του Κεφ.
- Κρίνω συνεπώς ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων 2 και 3 στον απαιτούμενο βαθμό και συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα τόσο μεταξύ των εν λόγω εναγομένων όσο και μεταξύ των εν λόγω εναγομένων και της εναγόμενης 1, για το ποσό των €6.889,92 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία έξοδα, μέχρι την 21/05/15 που εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 θα υπολογιστούν στην κλίμακα της αγωγής και θα είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με την εν λόγω εναγόμενη και από τις 22/05/15 και μέχρι σήμερα θα υπολογιστούν στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού, ήτοι €6.889,92 και θα βαρύνουν μόνο τους εναγόμενους 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. (Υπ.) .......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο