← Κύπρος

Βαλλιάνου κ.α. ν. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, Αγωγή αρ.: 3105/2017, 30/12/2019

Βαλλιάνου κ.α. ν. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, Αγωγή αρ.: 3105/2017, 30/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A582 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3105/2017 Μεταξύ:

  1. ΧΧΧ Βαλλιάνου
  2. ΧΧΧ Βαλλιάνου
  3. ΧΧΧ Βαλλιάνος
  4. V.E. DESIGN PLUS LTD Ενάγοντες Και Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ Εναγόμενη -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 26.11.2019 Ημερομηνία: 30.12.2019 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες 1-3 / αιτητές: κ. Κ. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη / καθ' ης η αίτηση: κα Πέτρου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  5. Με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες 1-3, αιτητές επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται η Συνεργατική), να προχωρήσει με τον πλειστηριασμό τριών ακινήτων τα οποία επιβαρύνονται με την υποθήκη με αρ. ΥΧΧΧ7/
  6. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στη Δ.48 θ.1-4, 7 και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας αρ. 1, στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα που την περιβάλλουν. Από την άλλη η καθ' ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται η Συνεργατική), φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας, ότι δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ως επίσης το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Η δε ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧ Αγά, υπαλλήλου της Συνεργατικής.
  7. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα, όπως αναδύονται από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, έχουν ως ακολούθως: (α) Η Συνεργατική μεταξύ των ετών 2005 έως 2013 παρείχε στους ενάγοντες πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή δανείων και επιπρόσθετα οι τελευταίοι διατηρούσαν και άλλους λογαριασμούς για τους οποίους αξιώνουν αποζημιώσεις για τους λόγους που προβάλλουν. Ειδικότερα κατά το έτος 2005 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία η Συνεργατική παρείχε στους ενάγοντες 1 και 3 δάνειο ύψους Λ.Κ.210.
  8. Για περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου παραχωρήθηκε υποθήκη προς όφελος της Συνεργατικής. Ακολούθως στις 23.5.2007, κατόπιν γραπτής συμφωνίας, η Συνεργατική παραχώρησε στους αιτητές δάνειο ύψους Λ.Κ.300.000 με τους όρους που αναφέρονται σε αυτήν (βλ. Τεκ. 3). Το μεγαλύτερο μέρος του δανείου, ως αναφέρεται, χρησιμοποιήθηκε με σκοπό την εξόφληση του προηγούμενου δανείου και το υπόλοιπο για την κάλυψη χρεών που άφησε ο αποβιώσαντας σύζυγος της αιτήτριας αρ.
  9. (β) Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισημαίνεται ότι από τον Οκτώβριο του 2008, η Συνεργατική δεν χρησιμοποιούσε ως βασικό επιτόκιο το εκάστοτε ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αλλά το καθοριζόμενο από την ίδια βασικό επιτόκιο για το οποίο δεν υπήρχε διαφάνεια στον τρόπο καθορισμού και διακύμανσης του. Η Συνεργατική τους διαβεβαίωνε ότι το επιτόκιο ήταν ορθό και νόμιμο και καμία υπερχρέωση δεν υπήρχε. Το δάνειο του 2007, ως προβάλλεται από τους αιτητές, μέχρι τις 26.9.2013 υπερχρεώθηκε με το ποσό των €169.508,
  10. Παρουσίασαν σχετικές αναδομημένες καταστάσεις (βλ. Τεκ. 7). Προβάλλουν ότι το γεγονός ότι η Συνεργατική υπερχρέωνε τον λογαριασμό, επηρέαζε και το ύψος της δόσης που καλούνταν να καταβάλουν. Οι αιτητές, ως αναφέρουν, πλήρωναν τις δόσεις τους μέχρι που έγινε το κούρεμα των καταθέσεων το
  11. Η Συνεργατική τους πρότεινε ότι η αναδιάρθρωση του δανείου ήταν προς το συμφέρον τους και έτσι την 26.9.2013 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία παρείχε δάνειο στους αιτητές για το ποσό των €702.000, με τους όρους που αναφέρονται σ' αυτήν (βλ. Τεκ. 10). Για περαιτέρω εξασφάλιση οι αιτητές 1 και 3, ως αναφέρουν, παραχώρησαν προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη ΥΧΧΧ9/2013, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (βλ. Τεκ. 11). Σε αυτό το σημείο επισημαίνεται ότι με την αίτηση επιζητείται διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Συνεργατική να προχωρήσει στον πλειστηριασμό τριών ακινήτων τα οποία αποτελούν αντικείμενο της υποθήκης ΥΧΧΧ7/2013 και όχι της υποθήκης ΥΧΧΧ9/2013, η οποία αφορά τα ίδια ακίνητα. Οι ειδοποιήσεις Τύπος Ι, ΙΑ και ΙΒ που αποστάληκαν, στις οποίες γίνεται αναφορά στην αίτηση, αφορούν την υποθήκη ΥΧΧΧ7/
  12. Το εν λόγω γεγονός όμως δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε σημαίνοντα ρόλο. Πρόκειται για λάθος και αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι για περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου του 2013 παραχωρήθηκε προς όφελος της Συνεργατικής η υποθήκη ΥΧΧΧ7/
  13. Η πιο πάνω συμφωνία διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι το δάνειο θα έφερε περίοδο χάριτος έξι μηνών, ήτοι μέχρι 26.3.2014 και ακολούθως θα εξοφλείτο με μηνιαίες δόσεις ύψους €3.983,93 η κάθε μία. Επιπρόσθετα προνοούσε ότι παράλειψη του χρεώστη να καταβάλει οποιανδήποτε δόση ή στην περίπτωση που το Δικαστήριο απαιτήσει οποιανδήποτε πληρωμή τότε το δάνειο καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό. Οι αιτητές δηλώνουν ότι με το πιο πάνω δάνειο εξοφλήθηκε το προηγούμενο και δεν έλαβαν οποιοδήποτε ποσό. (γ) Οι αιτητές προβάλλουν ότι η τελευταία πιο πάνω συμφωνία δεν ήταν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης και συνομολογήθηκε στη βάση προδιατυπωμένων όρων. Επιπρόσθετα, ως αναφέρουν, οι παραστάσεις της Συνεργατικής ως προς το ύψος του ισχυριζόμενου υπολοίπου, το ύψος του επιτοκίου, της δόσης και ο ισχυρισμός ότι με την αναδιάρθρωση θα μειωνόταν το κόστος, ήταν ψευδής. Περαιτέρω η Συνεργατική παρέβηκε τις υποχρεώσεις της και ειδικότερα δεν τους ενημέρωσε με τρόπο σαφή και κατανοητό για την μεταβολή του επιτοκίου και τον τρόπο υπολογισμού και διακύμανσής του. Έτσι, ως ισχυρίζονται, ο σχετικός όρος της συμφωνίας πάσχει από αοριστία και είναι άκυρος. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισημαίνεται ότι όπως επεξηγείται στους αιτητές, από τον ειδικό αναλυτή, εάν η Συνεργατική δεν προχωρούσε στην μονομερή και αυθαίρετη αλλαγή της βάσης του επιτοκίου και την αντικατάσταση του με ένα αδιαφανή επιτόκιο, που δεν υπάρχει μετρήσιμος παράγοντας καθορισμού του, τότε το ύψος του λογαριασμού στις 28.8.2017 θα ήταν €534.826,11 και όχι €818.607,03, όπως παρουσίαζε η Συνεργατική. Παρουσιάστηκε σχετική κατάσταση που ετοιμάστηκε από ειδικό αναλυτή (βλ. Τεκ. 12). Προβάλλουν ότι το πιο πάνω ποσό θα μπορούσε να εξοφληθεί με δόσεις ύψους €1.772,26 εντός της περιόδου που η Συνεργατική ήταν διατεθειμένη να επιμηκύνει τον δανεισμό και είχαν την οικονομική δυνατότητα να την καταβάλλουν. Επί τούτου η αιτήτρια αρ. 1 παρουσίασε αντίγραφο των εισοδημάτων της (βλ. Τεκ. 13). Οι αιτητές αναφέρουν ότι η Συνεργατική, εκμεταλλευόμενη την μονομερή αλλαγή της βάσης του επιτοκίου, προχώρησε στον τερματισμό και ζήτησε την εξόφληση ολόκληρου του ισχυριζόμενου υπολοίπου. Αναφέρουν ότι οι όροι που χρησιμοποίησε για να απαιτήσει την άμεση εξόφληση του δανείου είναι καταχρηστικοί και κατ' επέκταση άκυροι. (δ) Οι αιτητές δηλώνουν ετοιμότητα να πληρώνουν μόλις η Συνεργατική άρει την παραβίαση της, αφαιρώντας τις υπερχρεώσεις και μειώνοντας τόσο το ύψος του επιτοκίου και το ύψος της δόσης. (ε) Οι αιτητές το 2017 απευθύνθηκαν στην Συνεργατική για αναδιάρθρωση του δανείου τους, πλην όμως η πρόταση τους δεν έγινε αποδεκτή (βλ. Τεκ. 14). Ακολούθως η Συνεργατική επανήλθε με νέα πρόταση πλην όμως και πάλι δεν έγινε αποδεκτή από τους αιτητές (βλ. Τεκ. 15 και 16). Προβάλλεται από μέρους των αιτητών ότι η τράπεζα δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της για αναδιάρθρωση του δανείου και έτσι διαμαρτυρήθηκαν με επιστολή τους ημερ. 30.10.2017 (βλ. Τεκ. 17). Από την άλλη η Συνεργατική ισχυρίζεται ότι στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων που έγιναν δεν επήλθε συμφωνία λόγω της αρνητικής στάσης των αιτητών. (στ) Στις 13.4.2019 και στις 20.6.2019 παραλήφθηκαν από τους αιτητές οι ειδοποιήσεις Τύπος Ι και ΙΒ αντίστοιχα (βλ. Τεκ. 18 και 19). Ακολούθως στις 19.11.2019 επιδόθηκε στην αιτήτρια αρ. 2 η ειδοποίηση Τύπος ΙΑ με την οποία ενημερωνόταν ότι το ενυπόθηκο χρέος το οποίο εξασφαλιζόταν με την υποθήκη ΥΧΧΧ7/2013 έχει καταστεί πληρωτέο και ότι προτίθεται να προχωρήσει σε πώληση στις 7.1.2020 με την διαδικασία πλειστηριασμού, ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. (ζ) Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισημαίνεται ότι στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού τα ενυπόθηκα ακίνητα θα πωληθούν σε καλόπιστο τρίτο αγοραστή. Πρόκειται για το σπίτι στο οποίο διαμένει η αιτήτρια αρ. 1, μέρος του οποίου έχει διαμορφωθεί και λειτουργεί ως γυμναστήριο και είναι η επαγγελματική στέγη του αιτητή αρ.
  14. Επισημαίνουν ότι η εκ των υστέρων αποζημίωση δεν θα είναι επαρκής για να αποκαταστήσει την μόνιμη απώλεια των ακινήτων και επιπρόσθετα επιχειρείται να διασφαλιστεί το αντικείμενο της αγωγής. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η Συνεργατική δεν είναι φερέγγυα και δεν θα είναι σε θέση να τους αποζημιώσει εκ των υστέρων. Το υγιές κομμάτι του Συνεργατισμού, ως αναφέρουν, μεταφέρθηκε στην Ελληνική Τράπεζα και στην Συνεργατική έχουν απομείνει μόνο τα προβληματικά δάνεια. Προβάλλουν ότι, ως φαίνεται, τίποτα δεν εμποδίζει την Συνεργατική να προχωρήσει σε περαιτέρω αποξένωση του βιώσιμου κομματιού των εργασιών της και υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο μέχρι την εκδίκαση της παρούσης αγωγής να μην υφίσταται ως νομική οντότητα και κατ' επέκταση να μην μπορούν να αποζημιωθούν. (η) Από την άλλη η Συνεργατική αναγνωρίζει ότι πράγματι συνομολογήθηκαν οι πιο πάνω συμφωνίες και ότι για περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου του 2013 παραχωρήθηκε η υποθήκη ΥΧΧΧ7/2013, αντικείμενο των πιο πάνω ειδοποιήσεων. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι το ύψος του επιτοκίου και ο τρόπος υπολογισμού του γινόταν πάντοτε σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών και αρνούνται τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι αιτητές. Προβάλλουν δε ότι τερματίστηκαν οι συμφωνίες καθότι δεν καταβλήθηκαν οι συμφωνημένες δόσεις.
  15. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση η οποία επισήμανε ότι δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και ειδικότερα δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα εισηγήθηκε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει διαφορετικά σε σχέση με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος.
  16. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others

(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Α. Εισήγηση ότι υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. 6. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα δικόγραφα, προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του. Έτσι η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει την προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Β. Εισήγηση ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. 7.1 Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε ότι υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας καθότι η Συνεργατική δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της να αναδιαρθρώσει τα δάνεια με βάση την ειδοποίηση Τύπος Θ, τον κώδικα και οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και επιπρόσθετα το δάνειο του 2013 εμπεριέχει όρους καταχρηστικούς. Η συμφωνία, ως επισημάνθηκε, δεν ήταν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης και συνομολογήθηκε στη βάση προδιατυπωμένων όρων. Οι αιτητές δεν ενημερώθηκαν κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για την μεταβολή του επιτοκίου και τον τρόπο υπολογισμού και διακύμανσής του, ο οποίος ήταν αδιαφανής. Οι δε όροι που χρησιμοποίησε η Συνεργατική για να απαιτήσει την άμεση εξόφληση του δανείου είναι επίσης καταχρηστικοί. Πέραν των πιο πάνω, ως προβάλλεται, υφίστανται υπερχρεώσεις ύψους €283.780,92 αφού, ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το ύψος του λογαριασμού στις 28.8.2017 θα έπρεπε να ήταν €534.826,11 και όχι €818.607,03, όπως παρουσίασε η Συνεργατική. 7.2 Κατ' αρχήν θα εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται πιθανότητα επιτυχίας στα όσα προβάλλονται από τους αιτητές ότι η τράπεζα δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της να αναδιαρθρώσει τα δάνεια σύμφωνα με την ειδοποίηση Τύπος Θ αλλά και τον κώδικα και οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ., 1131: «. οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας αι του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση.» Με την ειδοποίηση Τύπος Θ ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι μπορεί να προσέλθει στον ενυπόθηκο δανειστή προσκομίζοντας όλες τις απαραίτητες πληροφορίες αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση και σε τέτοια περίπτωση ενδεχομένως να έχει το δικαίωμα αναδιάρθρωσης του χρέους του δυνάμει του κώδικα συμπεριφοράς για τον χειρισμό δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, της Κεντρικής Τράπεζας. Στην περίπτωση που παρέλθουν 120 ημέρες, κατά τις οποίες ο οφειλέτης δεν έχει εκπληρώσει στο ακέραιο τις συμβατικές του αποπληρωμές και δεν έχει προχωρήσει σε οποιαδήποτε ρύθμιση ή αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στο νέο συμβατικό χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής, όπως προβλέπεται από την λύση αναδιάρθρωσης που ενδεχομένως να έχει συμφωνηθεί με βάση τον πιο πάνω κώδικα και δεν επικοινωνεί ή δεν ανταποκρίνεται στις επικοινωνίες και ειδοποιήσεις του πιστωτικού ιδρύματος ή δεν συνεργάζεται με αυτό για να ετοιμαστεί σχέδιο αναδιάρθρωσης, τότε ο οφειλέτης χαρακτηρίζεται ως μη συνεργάσιμος και χάνει τα δικαιώματα του που προβλέπονται στον κώδικα συμπεριφοράς. Επιπρόσθετα με την ειδοποίηση Τύπος Θ προειδοποιείται ότι δεν υπάρχει διαβεβαίωση ότι οι προσπάθειες αναδιάρθρωσης θα καταλήξουν σε αναδιάρθρωση του χρέους του και πρόσθετα προειδοποιείται ότι αν δεν εξευρεθεί κοινώς αποδεκτή λύση για το χρέος θα ενεργοποιηθούν οι διαδικασίες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Η ειδοποίηση Τύπος Θ δεν επιβάλλει οποιαδήποτε υποχρέωση στον ενυπόθηκο δανειστή να αποδεχτεί την όποια πρόταση για αναδιάρθρωση του χρέους. Αντιθέτως θα πρέπει να υπάρχει κοινώς αποδεκτή λύση, κάτι το οποίο δεν υφίσταται στην υπό εξέταση περίπτωση. Πέραν των πιο πάνω, όπως οι ίδιοι οι αιτητές αναφέρουν, κατά το έτος 2017, δηλαδή πριν την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος Θ, έγιναν προσπάθειες αναδιάρθρωσης του χρέους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Μετά την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος Θ οι αιτητές δεν έχουν προχωρήσει σε οποιαδήποτε ρύθμιση του χρέους. Ανεξάρτητα από το πιο πάνω γεγονός, όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν έχει εξευρεθεί κοινώς αποδεκτή λύση για το επίδικο χρέος. Για το συγκεκριμένο ζήτημα δεν έχει καταδειχθεί πιθανότητα επιτυχίας ότι υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας ή και ακόμη εγκυκλίου ή οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας που να δημιουργεί οποιοδήποτε κώλυμα στην Συνεργατική να προχωρήσει στην εκποίηση της υποθήκης που παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση του δανείου. 7.3 Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι ο όρος της συμφωνίας ότι το δάνειο καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό μόλις η Συνεργατική απαιτήσει την πληρωμή του, είναι καταχρηστικός. Επί τούτου επισημαίνεται ότι δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός από μέρους των αιτητών ότι κατέβαλλαν τις μηνιαίες τους δόσεις, όπως προνοεί η συμφωνία δανείου. Αντιθέτως. Από την άλλη η Συνεργατική προβάλλει ότι ο λόγος που τερματίστηκε η συμφωνία ήταν διότι οι αιτητές παρέλειψαν να καταβάλουν τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις του δανείου. Η παρούσα δεν είναι περίπτωση όπου οι οφειλέτες εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και η Συνεργατική ζήτησε όπως εξοφλήσουν αμέσως. 7.4 Οι αιτητές προβάλλουν ότι υφίστανται υπερχρεώσεις και το πραγματικό οφειλόμενο ποσό θα μπορούσε να εξοφληθεί με μηνιαίες δόσεις ύψους €1.772,26 εντός της περιόδου που η Συνεργατική ήταν διατεθειμένη να επιμηκύνει τον δανεισμό και είχαν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλουν το πιο πάνω μηνιαίο ποσό. Το δάνειο του 2013 ρητά διαλάμβανε ότι το ποσό θα εξοφλείτο με μηνιαίες δόσεις των €3.893,93 (βλ. Τεκ. 10) και οι αιτητές συμφώνησαν στην καταβολή της πιο πάνω δόσης. 7.5 Στις 26.9.2013 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου με τους όρους που περιγράφονται σ' αυτήν (βλ. Τεκ. 10). Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι δεν ήταν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης και συνομολογήθηκε στη βάση προδιατυπωμένων όρων. Δεν ενημερώθηκαν κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για την μεταβολή του επιτοκίου και ο τρόπος υπολογισμού και διακύμανσης του ήταν αδιαφανής. Για περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου παραχωρήθηκε η πιο πάνω υποθήκη προς όφελος της Συνεργατικής. Όπως έχει νομολογηθεί, η σύμβαση υποθήκης δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (βλ. Αγγελίδης ν. ΣΠΕ Παλουριώτισσας
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1771). Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι διασυνδέεται με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν προς όφελος των αιτητών. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι οι όροι της συμφωνίας, όπως καθορίζονται πιο πάνω, είναι καταχρηστικοί. Σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι τόσο ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν93
(1)/96) όσο και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η πιο πάνω Οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία τόσο ως προς την δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ακριβώς επειδή βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C-618/10 ημερ. 14.6.2012, παρ. 39 και 40). Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία. (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Pannon GSM Zrt v. Erzsebet Sustikne Gyorfi C-243/08 ημερ. 4.6.2009, Elisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium C-168/05, ημερ. 26.10.2006 και Banco Espanol de Credito SA, ανωτέρω. Στο στάδιο αυτό, όπως έχει επισημανθεί, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων αλλά διαπιστώνει κατά πόσο ικανοποιούνται τα κριτήρια για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω. Ο συγκεκριμένος Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. άρθρο 3
(1)και 3
(5)αντίστοιχα του Νόμου). Καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία παρά την απαίτηση καλής πίστης δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από την σύμβαση (βλ. άρθρο 5 του πιο πάνω Νόμου). Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, παρά τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή. Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα (βλ. άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου). Όπως έχει επισημανθεί, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση δεν δεσμεύει τον καταναλωτή και η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους εκτός εάν αυτή δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιο πλέγμα γεγονότων που να καταδεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας ότι η σύμβαση δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς τις όποιες καταχρηστικές ρήτρες, όπως εξάλλου αναγνώρισε και ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών στο στάδιο των αγορεύσεων όταν ερωτήθηκε σχετικά. Αντιθέτως, με βάση τα όσα αναφέρουν οι αιτητές, καταδεικνύεται πιθανότητα επιτυχίας (α) ότι οι πιο πάνω συγκεκριμένοι όροι της συμφωνίας είναι καταχρηστικοί και (β) σε σχέση με το ακριβές οφειλόμενο ποσό από μέρους των αιτητών αφού, ως προβάλλουν, το ύψος του λογαριασμού στις 28.8.2017 θα έπρεπε να ήταν €534.826,11 και όχι €818.607,03, όπως παρουσίασε η Συνεργατική και έτσι υφίστανται υπερχρεώσεις ύψους €283.780,
  1. Με βάση όλα τα πιο πάνω υφίσταται πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα. Γ. Εισήγηση ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη στην αιτήτρια σε μεταγενέστερο στάδιο.
  2. Το Δικαστήριο θα εξετάσει την πιο πάνω προϋπόθεση η οποία εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, αναφέρθηκε ότι: «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια.» Στην δε πρόσφατη απόφαση Loucas Panayiotou Estates Ltd. κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερ. 11.9.2019, αναφέρθηκε ότι: «Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.» Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι αιτητές προβάλλουν ότι υφίστανται καταχρηστικές ρήτρες στις επίδικες συμφωνίες και αμφισβητούν το ποσό που αξιώνεται από την Συνεργατική. Αναγνωρίζουν ότι το ορθό οφειλόμενο ποσό κατά την 28.8.2017 θα έπρεπε να ήταν €534.826,11. Προβάλλουν ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού τα ακίνητα θα πωληθούν σε καλόπιστο τρίτο αγοραστή. Πρόκειται για το σπίτι στο οποίο διαμένει η αιτήτρια αρ. 1, μέρος του οποίου έχει διαμορφωθεί και λειτουργεί ως γυμναστήριο και είναι επαγγελματική στέγη του αιτητή αρ. 3. Επισημαίνουν δε ότι η εκ των υστέρων αποζημίωση δεν θα είναι επαρκής για να αποκαταστήσει την μόνιμη απώλεια των ακινήτων ως επίσης επιχειρούν να διασφαλίσουν το αντικείμενο της αγωγής. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 44 ΙΑΑ
(1)του Νόμου, σε περίπτωση διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο συνιστά την κύρια κατοικία, ο ενυπόθηκος οφειλέτης, υπό τον όρο ότι δεν λαμβάνει κρατική χορηγία ως συνεισφορά για μερική κάλυψη των χρεών του, έχει προνομιακό καθεστώς έναντι του τελευταίου προσφοροδότη ο οποίος έχει υποβάλει την ψηλότερη προσφορά. Καμία πρόνοια δεν υφίσταται στη νομοθεσία που να εξαιρεί την πώληση της κύριας κατοικίας ή της επαγγελματικής στέγης. Το Μέρος VIA του Νόμου εφαρμόζεται και σε περίπτωση πώλησης κύριας κατοικίας με τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη που περιγράφονται πιο πάνω. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι πρόκειται για την κύρια κατοικία τους δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Και κάτι ακόμη. Οι ενυπόθηκοι οφειλέτες παραχώρησαν προς όφελος της Συνεργατικής την πιο πάνω υποθήκη, γνωρίζοντας ότι υφίσταται κίνδυνος πώλησης της κατοικίας και της επαγγελματικής τους στέγης. Με την παραχώρηση της υποθήκης, οι ενυπόθηκοι οφειλέτες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους ακίνητης περιουσίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης (βλ. Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, ανωτέρω). Αναφορικά με τα όσα προβάλλουν οι αιτητές ότι επιχειρούν να διασφαλίσουν το αντικείμενο της αγωγής επισημαίνεται ότι, νοουμένου ότι ικανοποιηθούν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου τότε το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει σχετικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους αιτητές να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η Συνεργατική δεν είναι φερέγγυα και δεν θα είναι σε θέση να τους αποζημιώσει. Προβάλλουν ότι, ως φαίνεται, τίποτα δεν την εμποδίζει να προχωρήσει σε αποξένωση του βιώσιμου κομματιού των εργασιών της και υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής να μην υφίσταται ως νομική οντότητα και κατ' επέκταση να μην μπορούν να αποζημιωθούν. Από την μια ισχυρίζονται ότι είναι αφερέγγυα και από την άλλη αναγνωρίζουν ότι η Συνεργατική έχει βιώσιμο κομμάτι. Τα όσα αναφέρουν περί αφερεγγυότητας της Συνεργατικής πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Δ. Εισήγηση ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. 9. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση στη συνέχεια, για σκοπούς πληρότητας, θα εξεταστεί κατά πόσον είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα ακόμα και στην περίπτωση που πληρούνταν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Όπως έχει νομολογηθεί, θα πρέπει το Δικαστήριο να ζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στον εναγόμενο από το διάταγμα, εάν τελικά φανεί ότι δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και τον κίνδυνο ο ενάγοντας να απομείνει τελικά χωρίς θεραπεία εάν δεν συνεχίσει το διάταγμα. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, ΝWL Ltd v. Woods
(1989)3 All E.R. 614, 625 (Η.L). Όπως έχει νομολογηθεί, καθυστέρηση στην υποβολή αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος μπορεί να οδηγήσει σε άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αίτησης, παρά την συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (βλ. Baccardi & Co Ltd ανωτέρω). Στην προκείμενη περίπτωση στις 26.9.2013 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία παραχωρήθηκε δάνειο στους αιτητές. Για επιπρόσθετη εξασφάλιση της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης που δόθηκε σε αυτούς, παραχωρήθηκε προς όφελος της Συνεργατικής η πιο πάνω υποθήκη και με αυτήν το δικαίωμα της Συνεργατικής να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα. Οι αιτητές αμφισβητούν τα οφειλόμενα ποσά τα οποία αξιώνονται από την Συνεργατική και αναγνωρίζουν ότι το ύψος του δανείου στις 28.8.2017 θα έπρεπε να ήταν €534.826,11 και όχι €818.607,03, όπως παρουσιάζει και έτσι υφίσταται υπερχρεώσεις ύψους €283.780,92. Η Συνεργατική τροχοδρόμησε την πώληση του πιο πάνω ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν. 9/65), με την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος I στους αιτητές την 13.4.2019 (βλ. άρθρο 44 Γ
(1)του πιο πάνω Νόμου). Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση ουσιαστικά επιδιώκουν να καταστρατηγήσουν το δικαίωμα, το οποίο έδωσαν στην Συνεργατική χρόνια προηγουμένως, για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Στην προκείμενη περίπτωση συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες και εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα, η μη έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας και το ισοζύγιο της ευχέρειας θα έκλινε υπέρ της μη έκδοσης του σχετικού διατάγματος, με την διατήρηση του δικαιώματος για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, ακόμη και στην περίπτωση που συνέτρεχαν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 όπως καθορίστηκαν πιο πάνω. 10. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα - αναστολή πλειστηριασμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.