← Κύπρος

Σωτηρίου ν. Μιχαηλίδη, Αγωγή αρ.: 909/2012, 27/12/2019

Σωτηρίου ν. Μιχαηλίδη, Αγωγή αρ.: 909/2012, 27/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A578 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 909/2012 Μεταξύ: XXXX Σωτηρίου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα Και XXXX Μιχαηλίδη, από τη Λεμεσό Εναγόμενου -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 27.12.2019 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Σ. Φασουλιώτης για Χρήστος Πουργουρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο: κ. Σ. Σταυρινίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε επιχείρηση πρακτορείου του ΟΠΑΠ. Στις 10.9.2010 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία με την οποία ο εναγόμενος πώλησε στον ενάγοντα τον αέρα (good will) της πιο πάνω επιχείρησης, η οποία στεγάζεται σε κατάστημα στη Λεμεσό, για το ποσό των €350.000, το οποίο ήταν πληρωτέο ως ακολούθως: (
  2. i)€50.000 με την υπογραφή της συμφωνίας, (
  3. ii)€150.000 εντός δύο μηνών, ταυτόχρονα με την έγκριση μεταβίβασης της σχετικής άδειας από τον ΟΠΑΠ στον ενάγοντα. Τα δε δύο πιο πάνω ποσά θα έφεραν Φ.Π.Α. στην περίπτωση που υφίστατο και τέλος (iii) το υπόλοιπο ποσό των €150.000, το οποίο θα έφερε τόκο προς 4,5% κατ' έτος από την ημέρα της μεταβίβασης της σχετικής άδειας, θα ήταν καταβλητέο εντός δύο ετών από την ημέρα της μεταβίβασης. Με την μεταβίβαση της σχετικής άδειας ο ενάγοντας θα παραχωρούσε προς τον εναγόμενο τραπεζική εγγύηση με την οποία θα εξασφαλιζόταν η πληρωμή του εν λόγω ποσού και τα έξοδα αυτής θα βάρυναν αποκλειστικά τον ενάγοντα. Η εν λόγω συμφωνία διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος υποχρεωνόταν να παραδώσει την κατοχή της επιχείρησης την 1.10.2010. Στην περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν καθίστατο δυνατή η μεταβίβαση εντός δύο μηνών ή στην περίπτωση που ο ενάγοντας παρέλειπε να καταβάλει το ποσό των €150.000 και να εξασφαλίσει την εγγυητική που περιγράφεται πιο πάνω, τότε υποχρεωνόταν να παραδώσει την κατοχή της επιχείρησης στον εναγόμενο (βλ. Τεκ. 1). 2. Ο ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης αναφέρει ότι συνομολογήθηκε η πιο πάνω συμφωνία και την 10.9.2010 κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των €50.000. Ο τελευταίος, ως αναφέρεται, παρέλειψε να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του προς τον ΟΠΑΠ ώστε να καταστεί δυνατή η έγκριση και μεταβίβαση της σχετικής άδειας επ' ονόματι του ενάγοντα, κάτι το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε παρά την παρέλευση πέραν των 15 μηνών από την ημερομηνία που θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί. Ο ενάγοντας με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 5.1.2012 κάλεσε τον εναγόμενο όπως εντός 30 ημερών μεριμνήσει για την έγκριση της μεταβίβασης της άδειας στο όνομα του. Δεν το έπραξε και ακολούθως με επιστολή του ημερ. 14.2.2012 τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία και έτσι αξιώνει το ποσό των €50.000, το οποίο ήδη κατέβαλε, πλέον τόκους. 3. Από την άλλη ο εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση, ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίστατο οποιαδήποτε οφειλή προς τον ΟΠΑΠ και ότι προέβηκε σε όλες τις ενέργειες και εξασφαλίστηκε έγκριση για μεταβίβαση της σχετικής άδειας στο όνομα του ενάγοντα. Στις 12.10.2010 στάλθηκε σχετική ειδοποίηση από τον ΟΠΑΠ στον ενάγοντα πλην όμως ο τελευταίος παρέλειψε να προβεί στις δέουσες ενέργειες που απαιτούνταν με την πιο πάνω επιστολή, με αποτέλεσμα ο ΟΠΑΠ να ανακαλέσει την σχετική άδεια. Αρνείται ότι τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία. Έτσι, ανταπαιτητικώς, αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας οι οποίες στο στάδιο των αγορεύσεων καθορίστηκαν στο υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης. 4. Ο ενάγοντας στην απάντηση στην υπεράσπιση και στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση προβάλλει ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση της άδειας, ήταν η παράλειψη του εναγόμενου να εκπληρώσει την προϋπόθεση που τέθηκε από τον ΟΠΑΠ για προσκόμιση ενοικιαστηρίου εγγράφου για το υποστατικό στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση. Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι παρά τις προσπάθειες του εναγομένου για αναβολή της απόφασης του ΟΠΑΠ, ώστε να καταστεί δυνατή η προσκόμιση από αυτόν του ενοικιαστηρίου εγγράφου, δεν κατέστη δυνατή λόγω διαφορών του εναγόμενου με ένα από τους ιδιοκτήτες του υποστατικού. Έτσι ο ΟΠΑΠ απέρριψε το αίτημα του εναγόμενου ακυρώνοντας την απόφαση του για έγκριση. 5. Τα επίδικα ζητήματα εστιάζονται, μεταξύ άλλων, στο κατά πόσο η απάντηση στην υπεράσπιση και η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση έρχεται σε αντίθεση με τα προδιαγραφόμενα στην έκθεση απαίτησης. Στην τελευταία προβάλλεται ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα, ο εναγόμενος παρέλειψε να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του προς τον ΟΠΑΠ ώστε να καταστεί δυνατή η έγκριση της μεταβίβασης της άδειας επ' ονόματι του. Ο εναγόμενος στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι προέβηκε σε όλες τις ενέργειες για την εξασφάλιση της άδειας πλην όμως ο ενάγοντας παρέλειψε να προβεί στις δέουσες ενέργειες που καθορίζονταν από την επιστολή του ΟΠΑΠ με αποτέλεσμα αυτή να ακυρωθεί. Στην απάντηση στην υπεράσπιση και στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση προβάλλεται ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση της άδειας του πρακτορείου ήταν η παράλειψη του εναγόμενου να εκπληρώσει την προϋπόθεση που τέθηκε από τον ΟΠΑΠ για προσκόμιση ενοικιαστηρίου εγγράφου. Επιπρόσθετα θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ήταν νόμιμος ή όχι υπό τις περιστάσεις και κατά πόσον δικαιολογείται η επιδίκαση των ποσών που αξιώνονται τόσο με την απαίτηση όσο και με την ανταπαίτηση. Ο ενάγοντας για την στοιχειοθέτηση της απαίτησης του κάλεσε ως μάρτυρα τον πατέρα αυτού, XXX Σωτηρίου. Από την άλλη πλευρά ο εναγόμενος κάλεσε ως μάρτυρες την μητέρα του, XXX Μιχαηλίδου και τον λογιστή-ελεγκτή κ. XXX Γνάφτη. 6. Ο κ. XXX Σωτηρίου στη μαρτυρία του επισήμανε ότι γύρω στις 15.8.2010 ξεκίνησε η διαπραγμάτευση για αγορά της πιο πάνω επιχείρησης κατόπιν εξουσιοδότησης του ενάγοντα, με τον πατέρα του εναγόμενου κ. XXX Μιχαηλίδη ο οποίος σε μεταγενέστερο στάδιο απεβίωσε. Έτσι στις 10.9.2010 συνομολογήθηκε η πιο πάνω συμφωνία (βλ. Τεκ. 1) ως επίσης καταβλήθηκε και το ποσό των €50.000 με δύο επιταγές (βλ. Τεκ. 2). Ο πατέρας του εναγόμενου προέβηκε σε ενέργειες ώστε να δοθεί έγκριση για μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου στο όνομα του ενάγοντα και ανέλαβε την ευθύνη να τον εκπαιδεύσει. Ο ενάγοντας στις αρχές Νοεμβρίου του 2010 παρέλαβε από τον ΟΠΑΠ επιστολή ημερ. 12.10.2010 με την οποία τον ενημέρωνε ότι εγκρίθηκε η αίτηση για μεταβίβαση της άδειας του πιο πάνω πρακτορείου στο όνομα του και ζητούσε από αυτόν να αποστείλει το συντομότερο, τα έγγραφα που περιγράφονται σε αυτήν, μεταξύ αυτών και ενοικιαστήριο έγγραφο του καταστήματος (βλ. Τεκ. 3). Ο κ. XXX Σωτηρίου στην μαρτυρία του επισήμανε ότι ένας από τους όρους που έθεσε ο ΟΠΑΠ στον εναγόμενο ήταν ότι έπρεπε να παρουσιάσει ενοικιαστήρια έγγραφα για τα καταστήματα που στεγάζει το πρακτορείο και δεν το έπραξε καθότι είχε οικονομικές διαφορές με τον ένα εκ των δύο ιδιοκτητών των καταστημάτων. Στη συνέχεια ο πατέρας του εναγόμενου ζήτησε από τον ΟΠΑΠ όπως του δοθεί παράταση χρόνου αλλά με απαντητική επιστολή που έλαβε στις 24.1.2011 πληροφορήθηκε ότι ακυρώθηκε η έγκριση για μεταβίβαση της άδειας (βλ. Τεκ. 4). Αντεξεταζόμενος όμως, αναγνώρισε ότι στις 23.11.2010 ο ενάγοντας-αγοραστής με επιστολή του προς τον ΟΠΑΠ, τον ενημέρωνε ότι δεν ενδιαφέρεται πλέον για την μεταβίβαση του πρακτορείου στο όνομα του για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν (βλ. Τεκ. 7). Ο κ. XXX Σωτηρίου ισχυρίστηκε ότι μετά που ο ΟΠΑΠ ακύρωσε την απόφαση για μεταβίβαση, ο πατέρας και αντιπρόσωπος του εναγόμενου εισηγήθηκε να ακυρωθεί η επίδικη συμφωνία και να επιστραφεί το ποσό των €50.000, ζητώντας χρόνο έξι μηνών. Μάλιστα συμφώνησε με άλλο πρόσωπο (XXX Σπύρου) να συνεργαστούν στο ίδιο πρακτορείο. Δυστυχώς εντός των επόμενων λίγων μηνών ο πατέρας και αντιπρόσωπος του εναγόμενου απεβίωσε και ανέλαβε η μητέρα του. Επισήμανε ότι ένα μήνα μετά τον θάνατο του XXX Μιχαηλίδη συναντήθηκε με την σύζυγο του για διευθέτηση του ζητήματος και της εισηγήθηκε όπως εάν γινόταν αμέσως πλήρης εξόφληση, να χαριστούν οι τόκοι, πλην όμως η ίδια επιθυμούσε να χαριστεί επιπλέον το ποσό των €10.000 από το ποσό της προκαταβολής. Ο ενάγοντας δεν συμφωνούσε και έτσι αποτάθηκε σε δικηγόρο, ο οποίος με επιστολή του ημερ. 5.1.2012 καλούσε τον εναγόμενο όπως εντός 30 ημερών μεριμνήσει για την έγκριση της μεταβίβασης της άδειας του πρακτορείου το ΟΠΑΠ στο όνομα του ενάγοντα (βλ. Τεκ. 5). Ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε και έτσι με επιστολή του ημερ. 14.2.2012 τερμάτισε την επίδικη συμφωνία (βλ. Τεκ. 6). 7. Η κα XXX Μιχαηλίδου, μητέρα του εναγόμενου, στη μαρτυρία της επισήμανε ότι ο τελευταίος εμφανίζει ορισμένα προβλήματα υγείας (βλ. Τεκ. 8 και 9). Κατά τον Δεκέμβριο του 2007 αγόρασαν επιχείρηση πρακτορείου ΟΠΑΠ στο όνομα του εναγόμενου με σκοπό να δραστηριοποιηθεί δημιουργικά ώστε να έχει τα δικά του προσωπικά εισοδήματα και υπό την προϋπόθεση ότι στην διαχείριση του πρακτορείου θα βοηθούσε και ο αποβιώσαντας σύζυγος της ενόψει των πιο πάνω προβλημάτων υγείας του εναγόμενου. Σε μεταγενέστερο στάδιο η λειτουργία του πρακτορείου είχε καταστεί ασύμφορη και ζημιογόνα καθότι δημιουργήθηκαν σημαντικά χρέη λόγω της αδυναμίας του εναγόμενου να διαχειριστεί ικανοποιητικά τα οικονομικά της διαχείρισης ως επίσης και λόγω του γεγονότος ότι ο αποβιώσας σύζυγος της ήταν επιρρεπής στα τυχερά παιχνίδια. Έτσι αποφάσισαν να πωληθεί το πρακτορείο και ο σύζυγος της ανέλαβε την εξεύρεση αγοραστή. Ακολούθως συνομολογήθηκε η επίδικη συμφωνία με τους όρους που αναφέρονται σ' αυτήν (βλ. Τεκ. 1). Αναγνώρισε ότι πράγματι ο ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των €50.000 το οποίο κατατέθηκε σε λογαριασμό του ΟΠΑΠ ώστε να επαναλειτουργήσει αμέσως το πρακτορείο, όπως και έγινε (βλ. Τεκ. 10.1 και 10.2). Ο εναγόμενος την ίδια ημέρα που συνομολογήθηκε η συμφωνία, απέστειλε επιστολή στον ΟΠΑΠ ζητώντας την έγκριση του για μεταβίβαση του πρακτορείου στο όνομα του ενάγοντα, ο οποίος μαζί με τον πατέρα και τον αδελφό του πήγαιναν στο πρακτορείο για εκπαίδευση. Ο δε σύζυγος της έκανε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για υλοποίηση της συμφωνίας. Εξοφλήθηκαν πλήρως τα καθυστερημένα ενοίκια και ο ιδιοκτήτης των ακινήτων επιβεβαίωσε ότι δεν είχε ένσταση στην πώληση του πρακτορείου και όπως συναφθεί νέο συμβόλαιο με τον νέο αγοραστή. Στη συνέχεια ο ΟΠΑΠ με επιστολή του ημερ. 12.10.2010 ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι εγκρίθηκε η μεταβίβαση του πρακτορείου στον ενάγοντα και ο τελευταίος όφειλε να προβεί στις δέουσες ενέργειες για προσκόμιση των εγγράφων που απαιτούνταν, μεταξύ άλλων, να προσκομίσει ενοικιαστήριο έγγραφο (βλ. Τεκ. 3 και 18). Ο γενικός διευθυντής του ΟΠΑΠ με ηλεκτρονικό μήνυμα του 1.2.2016 της επιβεβαίωσε την πιο πάνω διαδικασία (βλ. Τεκ. 11). Η κα XXX Μιχαηλίδου στην μαρτυρία της ανέφερε ότι, όπως την είχε ενημερώσει ο αποβιώσαντας σύζυγος της, ο κ. XXX Σωτηρίου ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους του ενάγοντα, του ζήτησε μικρή πίστωση χρόνου για να πληρώσει καθότι παρουσιάστηκε μία ευκαιρία για να αγοράσει άλλο πρακτορείο το οποίο τον βόλευε περισσότερο και επιπρόσθετα σε περίπτωση που το αγόραζε θα το έπαιρνε συνεταιρικά μαζί με τον κ. XXX Σπύρου. Ο τελευταίος ζήτησε πληροφορίες από αυτήν αναφορικά με το επίδικο πρακτορείο αφού, όπως της δήλωσε, θα το αγόραζε με τον ενάγοντα. Ακολούθως μετέβαινε στο πρακτορείο του εναγόμενου μαζί με την σύζυγο του η οποία εργαζόταν για λογαριασμό του ενάγοντα. Ο δε τότε υπάλληλος του εναγόμενου ανέλαβε την εκπαίδευση της. Ο σύζυγος της περί τα μέσα Μαρτίου του 2011 παρουσίασε ξαφνικά προβλήματα υγείας με αποτέλεσμα στις 8.8.2011 να αποβιώσει (βλ. Τεκ. 12). Ακολούθως τον Σεπτέμβριο του 2011, κατόπιν αιτήματος του κ. XXX Σωτηρίου, συναντήθηκαν και της ανέφερε ότι δεν ενδιαφερόταν για το πρακτορείο καθότι από τις αρχές του 2011 αγόρασε άλλο πρακτορείο και ζήτησε όπως του επιστραφεί το ποσό των €50.000 που κατέβαλε, πλέον τόκους 7,5%. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη η κα XXX Μιχαηλίδου έκανε αρκετές προσπάθειες για πώληση του πρακτορείου χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ακολούθως τον Νοέμβριο του 2011 επαναλειτούργησε το πρακτορείο ώστε να μην απωλεσθεί η άδεια από τον ΟΠΑΠ. Η κα XXX Μιχαηλίδου στη μαρτυρία της επισήμανε ότι δεν υφίστατο οποιαδήποτε υποχρέωση προς τον ΟΠΑΠ και γι' αυτό εγκρίθηκε το αίτημα για μεταβίβαση του πρακτορείου στον ενάγοντα (βλ. Τεκ. 13 και 14). Επισήμανε δε ότι δεν υφίσταντο οποιαδήποτε οφειλόμενα ενοίκια καθότι διευθετήθηκε η πληρωμή τους από τον σύζυγο της. Παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετικές αποδείξεις για την περίοδο από 22.6.2010 μέχρι 7.12.2010 (βλ. Τεκ. 16.1, 16.2 και 17) ως επίσης και σχετική δήλωση του κ. XXX Κορκού, ιδιοκτήτη των καταστημάτων που στεγάζεται η επιχείρηση ότι περί τα μέσα Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου 2010 διευθετήθηκαν και εξοφλήθηκαν όλα τα οφειλόμενα προς αυτόν ενοίκια και ότι δεν είχε ένσταση να εξεύρει νέο ενοικιαστή για να συνεχίσει την ενοικίαση του υποστατικού του ως επιχείρηση πρακτορείου ΟΠΑΠ (βλ. Τεκ. 15). Επιπρόσθετα, ως ανέφερε, η υποχρέωση για ενοικίαση του καταστήματος αφορούσε τον ενάγοντα. Περαιτέρω επισήμανε ότι οι δύο επιστολές που αποστάλθηκαν από τον δικηγόρο του ενάγοντα δεν παραλήφθηκαν καθότι διαμένουν στην οδό Ριζοκαρπάσου ΧΧΧ και όχι στον αριθμό ΧΧΧ που αναφέρεται στις επιστολές. 8. Ο εναγόμενος κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. XXX Γνάφτη, λογιστή-ελεγκτή. Εκείνο που του ζητήθηκε, ως ανέφερε, είναι να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρξε αύξηση ή μείωση της συμφωνηθείσας εμπορικής εύνοιας από το 2010 και εντεύθεν. Επισήμανε ότι το τίμημα πώλησης ανερχόταν στο ποσό των €350.000 εκ των οποίων οι €50.000 αφορούσαν τα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης και το υπόλοιπο ποσό των €300.000 αφορούσε την εμπορική εύνοια της επιχείρησης. Για να καταλήξουν στο τελευταίο πιο πάνω ποσό τα διάδικα μέρη θα πρέπει να είχαν ενώπιον τους τις προμήθειες του 2008 και του 2009 και τις δηλώσεις του Φ.Π.Α.. Ανέφερε ότι η αξία της επιχείρησης μειώθηκε δραματικά. Ειδικότερα, συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των ετών 2009, 2010 και 2011 με αυτά του 2008 υπάρχει μείωση πέραν του 60% για το έτος 2009 και 50% για τις άλλες δύο χρονολογίες. 9. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι ο εναγόμενος παραβίασε την συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα δεν προέβηκε σε όλες τις δέουσες ενέργειες που απαιτούντο για την προσκόμιση ενοικιαστηρίου εγγράφου για το υποστατικό στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση. Με επιστολή του ημερ. 5.1.2012 καλούσε τον εναγόμενο όπως εντός καθορισμένης προθεσμίας μεριμνήσει για την έγκριση της μεταβίβασης της άδειας του πρακτορείου του ΟΠΑΠ στο όνομα του και ενόψει του γεγονότος ότι δεν συμμορφώθηκε με επιστολή του ημερ. 14.2.2012 τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία. Έτσι αξιώνει το ποσό των €50.000 το οποίο κατέβαλε, πλέον τόκους. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγόμενου ο οποίος κατ' αρχήν επισήμανε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του ενάγοντα δεν ήταν σύμφωνη με την έκθεση απαίτησης και θα πρέπει να αγνοηθούν τα όσα αναφέρονται στην απάντηση στην υπεράσπιση καθότι αυτή δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας ήταν αυτός που παρέβηκε την συμφωνία αφού αυτός ήταν που όφειλε να εξασφαλίσει το ενοικιαστήριο έγγραφο. Πέραν δε τούτου οι επιστολές που αποστάληκαν από τον τελευταίο δεν παραλήφθηκαν καθότι αναγράφηκε λάθος διεύθυνση. Ήταν η θέση του ότι η απαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και στα πλαίσια της ανταπαίτησης θα πρέπει να επιδικαστεί προς όφελος του εναγόμενου το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης. 10. Εισήγηση ότι ουσιώδης μαρτυρία που προσκομίστηκε από τον ενάγοντα δεν καλύπτεται από την έκθεση απαίτησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει την μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους του ενάγοντα σε όση έκταση έρχεται σε αντίθεση με την έκθεση απαίτησης, η οποία, ως ανέφερε, βρίσκεται σε αντίθεση με την απάντηση στην υπεράσπιση. Στην έκθεση απαίτησης προβάλλεται ότι ο λόγος που δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση της σχετικής άδειας στο όνομα του ενάγοντα ήταν η μη τακτοποίηση των υποχρεώσεων του εναγόμενου προς τον ΟΠΑΠ. Στην απάντηση στην υπεράσπιση αναφέρεται ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση της άδειας του πρακτορείου του ΟΠΑΠ στον ενάγοντα, ήταν η παράλειψη του εναγόμενου να εκπληρώσει την προϋπόθεση που τέθηκε από τον ΟΠΑΠ για προσκόμιση ενοικιαστηρίου εγγράφου για τα υποστατικά που στεγαζόταν η επιχείρηση. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε, ως εισηγήθηκε, συνάδει με την απάντηση στην υπεράσπιση πλην όμως βρίσκεται σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και ως εκ τούτου θα πρέπει να αγνοηθεί. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα ο οποίος επισήμανε ότι η μαρτυρία που δόθηκε βρίσκεται σε αρμονία με την απάντηση στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να αγνοηθεί. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 Α.Α.Δ. 24) και το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων όπως φαίνονται με το κλείσιμο των δικογράφων. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα (βλ. Ayia Napa Nissi Development Ltd και άλλου ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Η Δ.19 θ.4 ορίζει ότι στην έκθεση απαίτησης καταγράφονται τα ουσιώδη γεγονότα και μόνο ("material facts"), κατά συνοπτικό τρόπο ("summary form"). Η σύνταξη και καταγραφή της αξίωσης πρέπει αυστηρώς να περιορίζεται στα ουσιώδη γεγονότα και μόνο αλλά δεν νοείται ο πυρήνας της αξίωσης να παραμένει νεφελώδης και αόριστος. Από την άλλη ο ενάγων, ή, ο εναγόμενος αντίστοιχα, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα εκείνα τα θέματα που καθιστούν την αξίωση ή την ανταξίωση αστήρικτη (βλ. Δ.19 θ.13). Ακόμη και όλα εκείνα τα ζητήματα που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον αντίδικο εξαπίνης. Στην Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B. 712, όπου υιοθετήθηκε στην Γεωργική Εταιρεία ΠΛΑΤΩΝΙΑ ΛΤΔ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28, ως «ουσιώδες», ορίστηκε εκείνο το αναγκαίο γεγονός που σκοπεί στη διαμόρφωση της αιτίας της αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο. Οποιοδήποτε άλλο γεγονός, που δεν είναι απαραίτητο προς απόδειξη της αξίωσης όπως διαγράφεται με την έκθεση απαίτησης ή της υπεράσπισης αντιστοίχως, δεν απαιτείται να καταγραφεί και μπορεί να παραλειφθεί η δικογράφηση του, εκτός αν καθίσταται φανερό ότι είναι αναγκαίο να δοθεί μαρτυρία προς απόδειξη του (βλ. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ματσούκα κ.ά.
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1377, Γεωργική Εταιρεία Πλατωνιά Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1A A.A.Δ. 28, Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 87). Αναφορικά με την απάντηση στην υπεράσπιση, στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice, ανωτέρω, επισημαίνεται στις σελ. 207 και 208 ότι: "Its main function is to raise in answer to the defence any matters which must be pleaded by way of confession and avoidance under rule 8 (ante, pp. 133, 134), or to make any admissions which you may be disposed to make. .. The plaintiff must therefore be careful not to join issue merely, where he ought to allege new facts in his reply; for a joinder of issue only contradicts the facts alleged by the defendant. .. A reply must not set up new claims. ." Στην υπόθεση Borna Alikhani v. Προδρόμου
(2012)1Α Α.Α.Δ. 657, επισημάνθηκε ότι "η απάντηση ("reply"), δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και σίγουρα δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης, (δέστε Bullen & Leake: Precedents of Pleadings, 12η έκδ. σελ. 106 και 108 και Odgers on Civil Court Actions, 24η έκδ. σελ. 271-273).» Στην προκείμενη περίπτωση στην έκθεση απαίτησης αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  1. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο έτσι ώστε ο τελευταίος να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του προς τον ΟΠΑΠ και/ή άλλως πως για να καταστεί δυνατή η έγριση από τον Οργανισμό της μεταβίβασης της σχετικής άδειας επ' ονόματι του Ενάγοντα, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν πραγματοποιήθηκε παρά την παρέλευση πέραν των 15 μηνών από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχε συμβεί σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου.» Ακολούθως στην έκθεση απαίτησης επισημαίνεται ότι ο ενάγοντας με επιστολή του ημερ. 5.1.2012 κάλεσε τον εναγόμενο όπως εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου μεριμνήσει για την έγκριση της μεταβίβασης της σχετικής άδειας. Δεν το έπραξε και έτσι, ως αναφέρεται, με επιστολή του ημερ. 14.2.2012 τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία. Στην υπεράσπιση του ο εναγόμενος, μεταξύ άλλων, δηλώνει ότι ο ενάγοντας ήταν αυτός που παρέλειψε να προβεί στις δέουσες ενέργειες που απαιτούνταν με την επιστολή του ΟΠΑΠ ημερ. 12.10.2010, με αποτέλεσμα να ανακληθεί η σχετική άδεια. Στην απάντηση στην υπεράσπιση ο ενάγοντας αναφέρει τα ακόλουθα: «. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση της άδειας πρακτορείου του Ο.Π.Α.Π. από τον Εναγόμενο προς τον Ενάγοντα ήταν η παράλειψη και/ή αδυναμία του Εναγόμενου να εκπληρώσει την προϋπόθεση που τέθηκε από τον Ο.Π.Α.Π. για προσκόμιση έγκυρου και/ή εν ισχύ ενοικιαστηρίου εγγράφου για τα υποστατικά στα οποία στεγαζόταν η επίδικη επιχείρηση πρακτορείου.» Ήταν η θέση του ενάγοντα, με βάση την μαρτυρία που προσκομίστηκε, ότι ένας από τους όρους που τέθηκε από τον ΟΠΑΠ στον εναγόμενο ήταν ότι ο τελευταίος όφειλε να παρουσιάσει ενοικιαστήρια έγγραφα για τα καταστήματα που στεγάζει το πρακτορείο στο όνομα του ενάγοντα. Ενόψει της αδυναμίας του να τα παρουσιάσει καθότι με τον ένα εκ των δύο ιδιοκτητών των καταστημάτων είχε οικονομικές διαφορές, ο εναγόμενος ζήτησε παράταση του χρόνου πλην όμως ο ΟΠΑΠ ακύρωσε την έγκριση για μεταβίβαση της άδειας. Ακολούθως, όπως ισχυρίστηκε, ο αντιπρόσωπος του εναγόμενου εισηγήθηκε να ακυρωθεί η συμφωνία και να επιστραφεί το ποσό, χωρίς όμως να το πράξει και σε μεταγενέστερο στάδιο η μητέρα του εναγόμενου πρότεινε όπως χαριστεί το ποσό των €10.
  2. Δεν κατέληξαν και ακολούθως ο ενάγοντας τερμάτισε την συμφωνία και έτσι αξιώνει το ποσό των €50.000 που κατέβαλε. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν κατόπιν σχετικών δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Η απάντηση στην υπεράσπιση, όπως με λεπτομέρεια έχει εκτεθεί πιο πάνω, έρχεται σε αντίθεση με τους προδιαγραφόμενους στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς αναφορικά με τον λόγο της μη υλοποίησης της συμφωνίας από μέρους του εναγόμενου. Με ό,τι τίθεται με την απάντηση στην υπεράσπιση θέτει εκποδών την αρχική θέση του ενάγοντα. Επιπρόσθετα η μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους του ενάγοντα, σε σχέση με τον λόγο της μη υλοποίησης της συμφωνίας, έρχεται σε αντίθεση με τα όσα εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, με την απάντηση δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση. Αναφορικά με την αξίωση, έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στο μέρος της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από μέρους του ενάγοντα η οποία έρχεται σε αντίθεση με την έκθεση απαίτησης και ειδικότερα αναφορικά με τον κατ' ισχυρισμό λόγο για τον οποίο δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία από μέρους του εναγόμενου. Έτσι το αγώγιμο δικαίωμα, όπως μορφοποιήθηκε με την έκθεση απαίτησης και την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, οδηγεί αφ' εαυτού την αγωγή σε απόρριψη. 11.1 Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω επισημάνσεις και παρατηρήσεις του Δικαστηρίου, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης αλλά και στο πλαίσιο εξέτασης της ανταπαίτησης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην απαραίτητη αξιολόγηση της μαρτυρίας για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Όπως έχει νομολογηθεί ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός εν όλω ή εν μέρει. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 219/12, ημερ. 29.11.2013 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το βάρος απόδειξης ότι ο εναγόμενος παρέβηκε τους όρους της επίδικης συμφωνίας, ότι αυτή τερματίστηκε νομότυπα ως επίσης ότι υπέστη ζημιές συνεπεία της παράβασης, βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα. Αντιθέτως το βάρος απόδειξης της ανταπαίτησης βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου. 11.2 Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας επισημαίνεται ότι, όπως έχει νομολογηθεί, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας και για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο αυτής να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Σχίζα ν. Αδάμου κ.ά., Πολ. Έφ. 7/11, ημερ. 3.11.16 και Ανόρθωση Αμμοχώστου ν. Απόλλων
(2002)1 Α Α.Α.Δ. 518). Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης (βλ. Σιαπίτης ν. Κυμίσης, ECLI:CY:AD:2018:A445, Πολ. Έφεση αρ. 281/2012, ημερ. 16.10.2018). Στην υπόθεση Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(198)1 Α.Α.Δ. 407, στη σελ. 413 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων.» (βλ. επίσης Χατζησωτηρίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1406.) 11.3 Το Δικαστήριο έχει διέλθει με ιδιαίτερη προσοχή και ενδελέχεια το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Προκύπτει από το σύνολο της αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι στις 10.9.2010 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία με την οποία ο εναγόμενος πώλησε στον ενάγοντα τον αέρα της επιχείρησης του πρακτορείου ΟΠΑΠ αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των €350.000 και με τους υπόλοιπους όρους που αναφέρονται σ' αυτήν (βλ. Τεκ. 1). Το τίμημα πώλησης ήταν πληρωτέο ως ακολούθως: (
  1. i)«€50.000 πλέον τυχόν Φ.Π.Α. με την υπογραφή .» της συμφωνίας, (
  2. ii)«€150.000 πλέον τυχόν Φ.Π.Α. εντός δύο μηνών ταυτόχρονα με την έγκριση μεταβίβασης της σχετικής άδεια από τον ΟΠΑΠ στον αγοραστή» και (iii) «€150.000 πλέον τυχόν Φ.Π.Α. με τόκο προς 4,5% κατ' έτος από την ημέρα της μεταβίβασης της σχετικής άδειας από τον ΟΠΑΠ στον αγοραστή, εντός δύο ετών από την ημέρα της μεταβίβασης .». Επιπρόσθετα η εν λόγω συμφωνία διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγοντας-πωλητής υποχρεούται να παραδώσει κατοχή της επιχείρησης την 1.10.2010. Στην περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν γινόταν η μεταβίβαση της σχετικής άδειας στον ενάγοντα εντός δύο μηνών ή στην περίπτωση που ο τελευταίος παρέλειπε να καταβάλει το αρχικό ποσό των €150.000 και να εξασφαλίσει την εγγυητική που αναφέρεται στη συμφωνία αναφορικά με την καταβολή του υπόλοιπου ποσού, τότε υποχρεωνόταν να παραδώσει την κατοχή της επιχείρησης στον εναγόμενο. 11.4 Περαιτέρω αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα ακόλουθα. Ο εναγόμενος μέσω του πατέρα του προέβηκε σε ενέργειες ώστε να παραχωρηθεί έγκριση για μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας του πιο πάνω πρακτορείου στο όνομα του ενάγοντα. Ακολούθως ο ΟΠΑΠ με επιστολή ημερ. 12.10.2010 που απέστειλε στον ενάγοντα τον πληροφορούσε ότι την 11.10.2010 εγκρίθηκε η αίτηση για μεταβίβαση της άδειας του επίδικου πρακτορείου και ζητούσε από αυτόν όπως αποστείλει το συντομότερο διάφορες βεβαιώσεις, αντίγραφο κατάθεσης €1.000 στον λογαριασμό του ΟΠΑΠ, ενοικιαστήριο έγγραφο του καταστήματος και επισημάνθηκε σε αυτόν ότι η μη προσκόμιση τους συνεπάγεται ανάκληση της άδειας (βλ. Τεκ. 3) . Επιπρόσθετα, την ίδια ημέρα, απέστειλε και επιστολή στον εναγόμενο με την οποία του γνωστοποιούσε μόνο το γεγονός ότι εγκρίθηκε η αίτηση του για μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας στον ενάγοντα (βλ. Τεκ. 18). Με την τελευταία επιστολή ο ΟΠΑΠ δεν απαιτούσε οτιδήποτε από τον εναγόμενο παρά μόνο τον πληροφορούσε για την έγκριση. 11.5 Αναφορικά με την μαρτυρία του κ. XXX Σωτηρίου, που κλήθηκε από μέρους του ενάγοντα, επισημαίνονται τα ακόλουθα. Αρχικά ανέφερε ότι έλαβε επιστολή από τον ΟΠΑΠ που τον ενημέρωνε ότι μπορεί να έχει την έγκριση νοουμένου ότι θα πληρούσε τους όρους που είχαν τεθεί (βλ. παρ. 6 της δήλωσης του). Ακολούθως δήλωσε ότι ένας από τους όρους που τέθηκε από τον ΟΠΑΠ στον εναγόμενο ήταν ότι έπρεπε να παρουσιάσει ενοικιαστήριο έγγραφο για το κατάστημα που στεγάζει το επίδικο πρακτορείο στο όνομα του ενάγοντα (βλ. παρ. 7 της δήλωσης του). Ο ΟΠΑΠ με την επιστολή του ημερ. 12.10.2010 ζητούσε από τον ενάγοντα και όχι από τον εναγόμενο, να αποστείλει το συντομότερο, μεταξύ άλλων, ενοικιαστήριο έγγραφο (βλ.Τεκ. 3). Αντιθέτως, ο ΟΠΑΠ με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας, γνωστοποιούσε στον εναγόμενο μόνο το γεγονός ότι ενέκρινε την αίτηση του για μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου (βλ.Τεκ. 18). Επιπρόσθετα το πιο πάνω πρόσωπο ανέφερε ότι με την πιο πάνω επιστολή ημερ. 12.10.2010 καθοριζόταν προθεσμία ενός μηνός για υλοποίηση των όρων. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού με την εν λόγω επιστολή εκείνο που ζητούσε ο ΟΠΑΠ ήταν να αποσταλούν το συντομότερο τα έγγραφα που περιγράφονται. Στην επίδικη συμφωνία δεν γίνεται οποιαδήποτε ρητή αναφορά σε σχέση με το ενοικιαστήριο έγγραφο. Ήταν η θέση του πιο πάνω προσώπου ότι ο ενάγοντας δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση και δικαίωμα να παρουσιάσει το ενοικιαστήριο έγγραφο, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι δεν είχε δικαίωμα να συζητήσει και να διαπραγματευτεί με τους ιδιοκτήτες. Κατ' αρχήν, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο ΟΠΑΠ ζήτησε από τον ίδιο τον ενάγοντα την προσκόμιση ενοικιαστηρίου εγγράφου και πέραν δε τούτου ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε δικαίωμα να συζητήσει και να διαπραγματευτεί με τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων που στεγάζεται η επιχείρηση, αντιστρατεύεται την κοινή λογική. Ο εναγόμενος πώλησε την επιχείρηση στον ενάγοντα και ήταν λογικό και αναμενόμενο από τον τελευταίο να απευθυνθεί στους ιδιοκτήτες για την συνομολόγηση συμφωνίας ενοικίασης του υποστατικού που στεγάζει το πρακτορείο. Ο ενάγοντας όχι μόνο δεν το έπραξε αλλά, ως αναφέρθηκε από τον κ. XXX Σωτηρίου, καμία ενέργεια έγινε από μέρους του καθότι, ως δήλωσε, «. ο XXX ο Μιχαηλίδης, αφού ήταν ήδη στα Δικαστήρια με τον συγκεκριμένο ενοικιαστή και ούτε είχα στοιχεία του που είναι, ποιος είναι για να μπορέσω να έκαμνα κάτι, που δεν ήμουν υπόχρεος να κάμω κάτι. Θα ήμουν υπόχρεος να κάμω κάτι εάν ο XXX ο Μιχαηλίδης είχε τη γραπτή συγκατάθεση των ιδιοκτητών ότι μπορούσε να μου μεταβιβάσει τα ενοικιαστήρια έγγραφα στο όνομα μου για να μπορώ να διαπραγματευτώ με τους ιδιοκτήτες τα υφιστάμενα ενοίκια, είτε με μίαν αύξηση είτε με μία μείωση.». Όταν του υποβλήθηκε ότι ο ΟΠΑΠ αναζητούσε ενοικιαστήριο έγγραφο από τον ενάγοντα και όχι από τον εναγόμενο, αυτός ανέφερε: «Θέλω να σας αναφέρω ότι έγινε . στο πρώτο που έχετε αναφέρει, ότι ακυρώθηκε η έγκριση, είπετε ότι ακυρώθηκε η έγκριση του ΟΠΑΠ.». Επιπρόσθετα, όταν του αναφέρθηκε ότι θα ήταν παράλογο να μην επιτρεπόταν η ενοικίαση, αυτός δήλωσε: «Σε τούτη την περίπτωση όπως λέτε, σας ανταπαντώ και σας λέω, εφόσον επέτρεπε γιατί δεν παρουσίασε τζιείνα τα οποία ζητά ο ΟΠΑΠ, τα ενοικιαστήρια έγγραφα εντός του χρονικού διαστήματος που είχε τεθεί από τον ΟΠΑΠ;» Ο κ. XXX Σωτηρίου όχι μόνο δεν έδωσε ικανοποιητικές και πειστικές απαντήσεις αλλά, όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο ΟΠΑΠ ήταν αυτός που ζήτησε από τον ενάγοντα την παρουσίαση ενοικιαστηρίου εγγράφου και όχι από τον εναγόμενο. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, εμφανής ήταν η πρόθεση του να αποστασιοποιηθεί με κάθε τρόπο από την συμφωνία και όπως ο ίδιος αναγνώρισε, ο ενάγοντας τον Ιανουάριο του 2011 αγόρασε άλλο πρακτορείο. Ο κ. XXX Σωτηρίου στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο εναγόμενος, ενόψει του γεγονότος ότι δεν μπορούσε να παρουσιάσει ενοικιαστήριο έγγραφο λόγω του γεγονότος ότι είχε οικονομικές διαφορές με τον ένα εκ των δύο ιδιοκτητών των καταστημάτων, ζήτησε παράταση του χρόνου αλλά ο ΟΠΑΠ με επιστολή του ημερ. 24.1.2011 του γνωστοποίησε ότι η απόφαση για μεταβίβαση ακυρώνεται (βλ. Τεκ. 4). Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι ο ενάγοντας με επιστολή του ημερ. 23.11.2010, που απέστειλε στον ΟΠΑΠ, του γνωστοποιούσε ότι δεν ενδιαφέρεται για την μεταβίβαση του πρακτορείου καθότι δεν μπορούσε να παρουσιάσει ενοικιαστήριο έγγραφο καθότι, ως του έχει αναφερθεί από τον εναγόμενο, προέκυψε διαφορά με τον ιδιοκτήτη την οποία θα διευθετούσε διά της νομικής οδού (βλ. Τεκ. 7). Επισημαίνεται ότι ο ΟΠΑΠ με επιστολή του ημερ. 24.1.2011 γνωστοποιούσε στον εναγόμενο ότι η απόφαση για μεταβίβαση ακυρώθηκε. Παρέλειψε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης να αναφέρει ένα τόσο σημαντικό γεγονός και ειδικότερα ότι είναι αυτός που πληροφόρησε τον ΟΠΑΠ ότι δεν ενδιαφέρεται για την μεταβίβαση του πρακτορείου στο όνομα του. Προσπάθησε αρχικά στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του να παρουσιάσει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή και ειδικότερα ότι ο εναγόμενος ζήτησε πίστωση χρόνου και αντ' αυτού έλαβε αρνητική απάντηση από τον ΟΠΑΠ, παραλείποντας να αναφέρει ότι ο ενάγοντας πληροφόρησε τον ΟΠΑΠ ότι δεν ενδιαφέρεται πλέον. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο τελευταίος τον Ιανουάριο του 2011 αγόρασε άλλο πρακτορείο. Στη συνέχεια μεταμόρφωσε την θέση του, δηλώνοντας ότι αποστάληκε η επιστολή ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγοντας αδυνατούσε να προσκομίσει το ενοικιαστήριο έγγραφο. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο ΟΠΑΠ με επιστολή του ημερ. 24.1.2011 που απέστειλε στον εναγόμενο, τον ενημέρωνε ότι απέρριψε το αίτημα του για αναβολή υλοποίησης της απόφασης για μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου ως επίσης και ότι η απόφαση για μεταβίβαση ακυρώνεται (βλ. Τεκ. 4). Τα όσα όμως αναφέρονται στην πιο πάνω επιστολή του ΟΠΑΠ για αίτημα αναβολής της υλοποίησης της απόφασης για μεταβίβαση της άδειας, δεν έχουν διασυνδεθεί με πειστική μαρτυρία από μέρους του ενάγοντα ότι οφειλόταν στα όσα κατ' ισχυρισμό προέβαλε η πλευρά του τελευταίου και ειδικότερα ότι ο εναγόμενος αδυνατούσε να παρουσιάσει ενοικιαστήριο έγγραφο. Η όλη παρουσία του κ. XXX Σωτηρίου στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποστασιοποιηθεί από την συμφωνία προβάλλοντας γεγονότα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνακόλουθα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή. Το άρθρο 55
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προβλέπει ότι αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου και παραλείψει να πράξει τούτο, το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμα καθίσταται ακυρώσιμο κατ' εκλογή του άλλου μέρους αν πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης (βλ. Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η Έκδοση, σελ. 386, Paraskeva & Other v. Lantas
(1988)1 C.L.R. 285, Iris Development Limited ν. Τάκη Λαζαρίδη
(2000)1 Γ Α.Α.Δ. 1504 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες, Ζακχαίου κ.α. v. Καλογήρου, Πολ. Έφ. αρ. 199/2005
(2008)1Α ΑΑΔ 174). Όπως έχει νομολογηθεί στην απουσία πρόθεσης των συμβαλλομένων για να καταστεί ο όρος ουσιώδης απαιτείται εύλογη σχετική ειδοποίηση στην οποία να τίθεται προθεσμία υλοποίησης του, η οποία θα πρέπει να είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το τι συνιστά εύλογο χρόνο είναι θέμα πραγματικό και κρίνεται κάτω υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση οι επιστολές του ενάγοντα στον εναγόμενο στάλθηκαν σε λανθασμένη διεύθυνση και ειδικότερα αποστάλθηκαν στην οδό Ριζοκαρπάσου αρ. XXX ενώ, με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους της μητέρας του εναγόμενου, αυτοί διαμένουν στον αριθμό XXX. 12. Η μαρτυρία της κας XXX Μιχαηλίδου έχει τεθεί με λεπτομέρεια στην παρ. 7 ανωτέρω και δεν χρήζει επανάληψης. Παρουσίασε στο Δικαστήριο, ηλεκτρονικό μήνυμα που της απέστειλε ο κ. Χειμώνας με το οποίο απαντούσε στο ερώτημα της ποιος θα έπρεπε να εξασφαλίσει στην προκείμενη περίπτωση το ενοικιαστήριο έγγραφο (βλ. Τεκ. 11), διάφορες βεβαιώσεις του ΟΠΑΠ Κύπρου (βλ. Τεκ. 13 και 14), δήλωση ημερ. 24.1.2019 του ιδιοκτήτη των καταστημάτων που στεγάζεται το πρακτορείο με την οποία αναφέρει ότι ο εναγόμενος περί τα μέσα Οκτωβρίου 2010 με αρχές Νοεμβρίου του ιδίου χρόνου διευθέτησε και εξόφλησε όλα τα οφειλόμενα προς αυτόν ενοίκια και δεν είχε ένσταση όπως εξεύρει νέο ενοικιαστή (βλ. Τεκ. 15) ως επίσης και άλλες αποδείξεις. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 24 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας (βλ. άρθρο 27
(1)του πιο πάνω Νόμου) και ειδικότερα το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη μεταξύ άλλων παραγόντων κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που είχε προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση και περαιτέρω κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. άρθρο 27
(2)και
(3)του πιο πάνω Νόμου). Δεν έχει καταδειχθεί ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθούν ως μάρτυρες στη διαδικασία τα πρόσωπα που ετοίμασαν τις σχετικές δηλώσεις και ειδικότερα ο ιδιοκτήτης των καταστημάτων και ο αρμόδιος υπάλληλος της ΟΠΑΠ Κύπρου Λτδ. Έτσι το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στην πιο πάνω εξ ακοής μαρτυρία. Τα πιο πάνω όμως δεν είναι ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία της κας XXX Μιχαηλίδου η οποία δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι σε συνάντηση που είχε με τον κ. XXX Σωτηρίου τον Σεπτέμβριο του 2011, την πληροφόρησε ότι δεν ενδιαφέρεται για το πρακτορείο καθότι από τις αρχές του ίδιου χρόνου αγόρασε άλλο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στις 23.11.2010 ο ενάγοντας με επιστολή του προς τον ΟΠΑΠ τον ενημέρωσε ότι δεν ενδιαφερόταν για το πρακτορείο για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν (βλ. Τεκ. 7). Η πιο πάνω μάρτυρας ήταν συνεπής και σταθερή στις απαντήσεις της και παρουσίασε τα γεγονότα όπως τα γνώριζε. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της πλην όμως, όπως έχει ήδη επεξηγηθεί, δεν προσδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στην πιο πάνω εξ ακοής μαρτυρία.
  1. Η μαρτυρία του κ. XXX Γνάφτη, ο οποίος κλήθηκε από τον εναγόμενο, έχει ήδη εκτεθεί στην παρ. 8 ανωτέρω και δεν χρήζει επανάληψης. Επισημαίνεται ότι δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση που να κλονίζει συθέμελα την αξιοπιστία του. Παρέθεσε τα γεγονότα όπως τα γνώριζε. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Το Δικαστήριο θα επανέλθει στη μαρτυρία του όταν θα εξετάζει κατά πόσο ο εναγόμενος έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ανταπαίτηση του.
  2. Με βάση τα όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω το αγώγιμο δικαίωμα, όπως μορφοποιήθηκε με την έκθεση απαίτησης και την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, οδηγεί αφ' εαυτού την αγωγή σε απόρριψη. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, και πάλι η αγωγή είναι έκθεση σε απόρριψη ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγοντας παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου πειστική και κατ' επέκταση αποδεκτή μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση απόφασης και ειδικότερα ότι ο εναγόμενος ήταν αυτός που παραβίασε την επίδικη συμφωνία και πέραν δε τούτου τόσο η επιστολή του ενάγοντα προς τον εναγόμενο ημερ. 5.1.2012 (βλ. Τεκ. 5) όσο και η επιστολή του τερματισμού ημερ. 14.2.2012 (βλ. Τεκ. 6), στάλθηκαν για τους λόγους που εξηγούνται σε λανθασμένη διεύθυνση. Ακολούθως θα εξεταστεί κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση απόφασης ως η ανταπαίτηση.
  3. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία της πιο πάνω παράβασης. Στην υπόθεση Κουδουνάρη ν. Oldendorff, Πολ. Έφ. 95/12, ημερ. 20.1.17, επισημάνθηκε ότι: «Είναι βασική αρχή του δικαίου που καλύπτει τον καθορισμό των αποζημιώσεων λόγω διάρρηξης σύμβασης ότι πρόσωπο το οποίο υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση δικαιούται σε αποζημίωση για ζημιά την οποία υπέστη λόγω της μη εκπλήρωσής της, από τον άλλο συμβαλλόμενο. Το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση, είναι το μέτρο της αποζημίωσης. Οι αποζημιώσεις, κατά κανόνα, στοχεύουν στην επαναφορά του αθώου μέρους στη θέση που θα βρισκόταν αν η συμφωνία εκπληρωνόταν. Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αποζημίωσης είναι, συνήθως, ο χρόνος της διάρρηξης . (Saab v. Holy Monastery of Agios Neοphytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Καλησπέρας ν. Δρυάδης κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 867.» Στην προκείμενη περίπτωση ο ΟΠΑΠ με επιστολή του ημερ. 12.10.2010 ενέκρινε το αίτημα για μεταβίβαση της άδειας του πρακτορείου από τον εναγόμενο στον ενάγοντα και ζητούσε από τον πρώτο να αποστείλει διάφορα έγγραφα, μεταξύ αυτών και ενοικιαστήριο έγγραφο του καταστήματος (βλ. Τεκ. 3). Δεν το έπραξε. Ο ενάγοντας με επιστολή του ημερ. 23.11.2010 ενημέρωνε τον ΟΠΑΠ ότι δεν ενδιαφέρεται πλέον για την μεταβίβαση του πρακτορείου, για τους λόγους που εξηγούνται σ' αυτήν (βλ. Τεκ. 7). Ακολούθως ο ΟΠΑΠ με επιστολή του ημερ. 24.1.2011 ενημέρωνε τον εναγόμενο ότι η απόφαση για την μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας ακυρώνεται. Η συμφωνία, όπως προκύπτει από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, δεν υλοποιήθηκε. Ο κ. XXX Γνάφτη, ο οποίος κλήθηκε από τον εναγόμενο, δεν γνώριζε τις προμήθειες που λάμβανε το πρακτορείο από το 2014 μέχρι και την ημέρα που έδινε μαρτυρία. Κατά τρόπο γενικό και αόριστο ανέφερε ότι η αξία της επιχείρησης μειώθηκε, αναφέροντας ότι στα αποτελέσματα των ετών 2009-2011, συγκρινόμενα με αυτά του 2008, υφίσταται μείωση από 50% μέχρι και 60%. Δεν καθόρισε με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται τις όποιες ζημιές προκλήθηκαν στον εναγόμενο από την μη υλοποίηση της συμφωνίας. Η επιχείρηση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, βρίσκεται στην κατοχή του εναγόμενου την οποία μάλιστα λειτουργεί. Δεν έχει προσκομιστεί ίχνος μαρτυρίας ότι υπέστηκε οποιαδήποτε ζημιά. Έτσι και η ανταπαίτηση είναι έκθεση σε απόρριψη. 16. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται, η αγωγή απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Παράβαση συμφωνίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.