EVERGLADES SHIPPING CORP. κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 3664/2013, 27/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A579 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3664/2013 Μεταξύ: 1. EVERGLADES SHIPPING CORP., από Παναμά 2. KINGFISHER MARITIME CORP., από Παναμά 3. PNO SHIPMANAGEMENT LTD, από Λεμεσό Εναγόντων -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων --------------------------------- Ημερ.: 27.12.2019 Για τις Ενάγουσες: κ. Κ. Μελάς με κα Λ. Χατζηξενοφώντος για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: κα Στ. Πολυβίου με κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή - Η Αξίωση Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο την 27.8.2013. Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 2.1.2014. Σύμφωνα με αυτή οι Ενάγουσες 1 και 2 Εταιρείες από τον Παναμά, που ασχολούνται με την πλοιοκτησία, εκμετάλλευση πλοίων και άλλες συναφείς ναυτιλιακές δραστηριότητες και η Ενάγουσα 3 Κυπριακή Εταιρεία, που ασχολείται με την πλοιοδιαχείριση, ανήκουν σε όμιλο ναυτιλιακών εταιρειών που ασχολείτο με την πλοιοκτησία και πλοιοδιαχείριση. Οι Ενάγουσες 1 και 2 ήταν ιδιοκτήτριες δύο εμπορικών φορτηγών πλοίων του Bravo P και του Alfa K που ήταν εγγεγραμμένα στο νηολόγιο του Παναμά. Αυτά διαχειριζόταν κατόπιν συμφωνίας η Ενάγουσα 3. Κατά ή περί τον Ιούλιο του 2008 οι Ενάγουσες 1 και 2 είχαν συζητήσεις και διαπραγματεύσεις με την Εναγόμενη κυπριακή τράπεζα μέσω του καταστήματος της στον Πειραιά για την χρηματοδότηση τους για τις ανάγκες των εργασιών τους. Με επιστολή της Τράπεζας ημερ. 22.7.2008 εγκρίθηκε η παραχώρηση δανειακής διευκόλυνσης προς τις Ενάγουσες 1 και 2 και την 28.8.2008 υπογράφτηκε μεταξύ τους, στον Πειραιά, δανειακή σύμβαση με την οποία τους παραχωρήθηκε δάνειο δολ.Αμερ.13.500.000 (στη συνέχεια $). Η Ενάγουσα 3 εγγυήθηκε την υπό των Εναγουσών 1 και 2 πιστή εφαρμογή της σύμβασης. Αναφέρεται ότι μετά την εκταμίευση του ποσού και λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξέσπασε και που έπληξε ιδιαίτερα τον τομέα της ναυτιλίας και την επιχείρηση των Εναγουσών, συμφωνήθηκε η τροποποίηση της συμφωνίας ημερ. 28.8.2008 και συνάφθηκε η πρώτη τροποποιητική συμφωνία ημερ. 12.6.2009. Προνοείτο σε αυτή ότι οι Ενάγουσες 1 και 2 δικαιούνταν να πωλήσουν τα δύο τους πλοία με σκοπό την αγορά νεότερων σε ηλικία πλοίων. Το προϊόν της πώλησης θα χρησιμοποιείτο για την αγορά δύο νεότερων πλοίων. Το τίμημα πώλησης θα κατατίθετο σε ειδικό λογαριασμό και θα δεσμευόταν. Εάν δεν αγοράζονταν νέα πλοία μέσα σε έξι μήνες από την 12.6.2009, τα μέρη θα σύναπταν νέα συμπληρωματική συμφωνία. Την 12.3.2010 υπογράφηκε δεύτερη συμπληρωματική συμφωνία με την οποία μεταξύ άλλων επιβεβαιώθηκαν οι υποχρεώσεις δυνάμει των προηγούμενων συμφωνιών και επανακαθορίστηκε ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου, που επεκτάθηκε μέχρι 15.6.2016. Δικογραφείται ακόμα ότι η Τράπεζα με συμπληρωματικές ή και διευκρινιστικές προφορικές ή και γραπτές δηλώσεις της ή και παραστάσεις της, άμεσα ή και έμμεσα, επαναβεβαίωσε τα συμφωνηθέντα, ότι δηλαδή το προϊόν από την πώληση των δύο πλοίων θα αποδιδόταν στις Ενάγουσες 1 και 2 για να χρησιμοποιηθεί για την αγορά νέων πλοίων. Κατά ή περί τους μήνες Δεκέμβριο 2010 και Μάρτιο 2011 οι Ενάγουσες 1 και 2 πώλησαν τα δύο τους πλοία. Εισπράχθηκε το συνολικό καθαρό ποσό των $9.100.667,56 το οποίο κατατέθηκε σε λογαριασμό παρακράτησης στο κατάστημα της Τράπεζας στον Πειραιά. Το ποσό των $2.890.757,50 χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή υποχρεώσεων των Εναγουσών 1 και 2 και παρέμεινε υπόλοιπο ποσό $6.209.910,06 για την αγορά δύο νεότερων πλοίων. Καταλογίζεται στην Τράπεζα ότι «δια των αρμοδίων υπαλλήλων της στον Πειραιά εν συνεργία με ανώτατα διευθυντικά στελέχη της, αντισυμβατικά, ανέντιμα, κακόπιστα, αυθαίρετα και καταχρηστικά και κατά αντίθεση με τις λογικές προσδοκίες των [Εναγουσών] προ και κατά την υπογραφή των συμφωνιών αλλά και τη συμπεριφορά της [Τράπεζας] κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης μέχρι την πώληση των πλοίων, με δόλια συνωμοτική πρόθεση εκδηλωθείσα κατά ή περί την 24/3/2011 χωρίς να λάβει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα των [Εναγουσών], δεν απέδωσε το εν λόγω ποσό των 6.209,910 Δολλ. ΗΠΑ, στις ενάγουσες, αλλά πίσω από την πλάτη και/ή χωρίς οιανδήποτε εκ των προτέρων αποκάλυψη τέτοιας προδιάθεσης αλλά και χωρίς την οιανδήποτε γνώση και ή έγκριση των [Εναγουσών] μετέφερε το εν λόγω ποσό από τον λ/σμό παρακράτησης στον δανεικό λ/σμό των [Εναγουσών] που διατηρούσαν μετ' αυτών στο υποκατάστημα των στον Πειραιά έναντι κεφαλαίου, με σκοπό την πρόωρη εξόφληση του δανείου αφού δεν είχαν καταστεί ακόμη ληξιπρόθεσμες οι υπόλοιπες δόσεις του». Περαιτέρω, η Τράπεζα με επιστολή ημερ. 24.3.2011 ζήτησε από την Ενάγουσα 3, ως εγγυήτρια των Εναγουσών 1 και 2, την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του δανειακού λογαριασμού που ήταν τότε περίπου $4.638.300,11, χωρίς να έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες οι υπόλοιπες δόσεις που ήταν πληρωτέες από 15.6.2011 έως 15.6.2016, χωρίς να έχει απαιτήσει το ποσό από τις Ενάγουσες 1 και 2 πρωτοφειλέτριες και χωρίς να έχει τερματίσει την δανειακή σύμβαση. Αναφέρεται ακόμα ότι η Τράπεζα «υπέβαλε κατά ή περί την 15/7/2011 απαίτηση προς το υποκατάστημα Διεθνών Δραστηριοτήτων των [Εναγουσών] στη Λ/σό, για είσπραξη της ανωτέρω ρηθείσας εγγυητικής επιτυγχάνοντας έτσι την μεταφορά της εν λόγω χρέωσης από την Ελλάδα στην Κύπρο, με παράλληλη χρέωση του τραπεζικού λ/σμού της εναγομένης 3 . μετέφερε το ισάξιο ποσό από Κύπρο εις Ελλάδα και με τον τρόπο αυτό επέτυχε παράνομα, αυθαίρετα και καταχρηστικά την εξόφληση του υπολοίπου κεφαλαίου του δανείου των [Εναγουσών] 1 & 2». Καταλογίζεται στην Τράπεζα ότι ενήργησε κατά παράβαση των συμφωνιών και κακόπιστα, καταστρέφοντας και διαλύοντας την επιχείρηση των Εναγουσών, εξέλιξη που ήταν γνωστή, εύλογα προβλεπτή ή και που η Τράπεζα όφειλε να γνωρίζει ή γνώριζε. Οι Ενάγουσες αδυνατώντας να αγοράσουν νέα πλοία υπέστησαν ζημιές. Οι Ενάγουσες 1 και 2 αξιώνουν αποζημιώσεις $28.500.000, που αναφέρεται ότι είναι $3.500.000 απώλεια ετήσιου κέρδους από κάθε πλοίο που θα αγόραζαν για την περίοδο από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης την 2.1.2014, πλέον $5.500.000 που θα πωλούσαν στην συνέχεια το κάθε ένα και στη συνέχεια απώλεια κερδών μέχρι το έτος 2019 που τα πλοία θα ήταν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα. Η Ενάγουσα 3 αξιώνει $5.696.000, δηλαδή το ημερήσιο κέρδος εκμετάλλευσης, που ήταν $1.000 για κάθε πλοίο, για την περίοδο από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι το έτος 2019. Περαιτέρω, αξιώνονται γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις και νόμιμος τόκος. Διευκρινίζεται ότι τα πλοία δεν αποτελούσαν συνιδιοκτησία των Εναγουσών 1 και 2, αλλά η Ενάγουσα 1 ήταν η ιδιοκτήτρια του Bravo P και η Ενάγουσα 2 του Alfa K. Β. Οι Ενστάσεις ως προς την Δικαιοδοσία Η Τράπεζα, που την 1.11.2013 καταχώρησε άνευ όρων εμφάνιση, με την Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε την 7.7.2014 ήγειρε, μεταξύ άλλων, ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αίτηση της, ημερ. 7.5.2015, για την προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος απορρίφθηκε με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 9.11.2015. Κρίθηκε πως το πραγματικό υπόβαθρο δεν είχε αποκρυσταλλωθεί. Αναφέρθηκε ότι «Για να αποφασιστούν τα εγειρόμενα σημεία σίγουρα θα χρειασθεί μαρτυρία που μόνο κατά την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς μπορεί να προσκομιστεί με την παρουσίαση των ιδίων των εγγράφων». Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεχτά γεγονότα και παρουσιάστηκαν από κοινού Τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και οι σχετικές έγγραφες συμφωνίες. Στη βάση του παραδεκτού υπόβαθρου γεγονότων, στην έκταση που προέκυπτε, η Τράπεζα ήγειρε εκ νέου ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την αξίωση. Με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 29.8.2018 το αίτημα της Τράπεζας απορρίφθηκε. Διαπιστώθηκε ότι το αποτέλεσμα των όρων 9.2 και 10.2 των τροποποιητικών συμφωνιών ήταν να προσδώσει αποκλειστική δικαιοδοσία για την εκδίκαση οιασδήποτε αξίωσης των Εναγουσών 1 και 2 που απορρέει από τις τροποποιητικές συμφωνίες στα Δικαστήρια του Πειραιά. Οι Ενάγουσες μπορούσαν να προωθήσουν οιαδήποτε αξίωση δυνάμει των τροποποιητικών συμφωνιών μόνο στα Δικαστήρια του Πειραιά. Ωστόσο, αποφασίστηκε ότι θα έπρεπε να διαπιστωθούν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης για να μπορούσε να διακριθεί κατά πόσον οι αξιώσεις ή επιμέρους πτυχές τους μπορούσαν να μην εμπίπτουν και να καλύπτονται εξ' ολοκλήρου από τις τροποποιητικές συμφωνίες. Το Δικαστήριο υιοθετεί και επαναλαμβάνει το σκεπτικό και το αποτέλεσμα της Ενδιάμεση Απόφαση του ημερ. 29.8.2018. Θα εξετάσει επομένως κατά πόσο η αξίωση ή οποιαδήποτε πτυχή της έχει αποδειχτεί ότι εδράζεται αλλού. Γ. Η Προβαλλόμενη Θέση στην Αγόρευση των Δικηγόρων των Εναγουσών Στην τελική αγόρευση των δικηγόρων των Εναγουσών προβάλλεται η θέση ότι οι συμπληρωματικές συμφωνίες, που είναι αυτές που εμπεριέχουν την ρήτρα διαιτησίας, «έληξαν» και πως ό,τι υφίσταται είναι μεταγενέστερη της «λήξης» τους προφορική συμφωνία μεταξύ των Εναγουσών 1 και 2 και της Τράπεζας, που δεν εμπεριείχε ανάλογη ρήτρα διαιτησίας, και επομένως, η αξίωση των Εναγουσών 1 και 2 που προωθείται στη βάση της μπορεί να εκδικαστεί από το Ε.Δ. Λεμεσού. Πιο αναλυτικά, επιχειρηματολογούν ότι, εφόσον η πρώτη συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 12.6.2009 προνοούσε για ανανέωση του στόλου μέσα σε έξι μήνες από την υπογραφή της συμφωνίας και πως αν δεν ανανεωνόταν ο στόλος μέσα στην πιο πάνω περίοδο θα υπογραφόταν νέα συμπληρωματική συμφωνία, τότε, και αφού ο στόλος δεν ανανεώθηκε, η συμφωνία αυτή έληξε. Η δεύτερη συμπληρωματική συμφωνία ημερ.12.3.2010 επίσης έληξε «εν σχέση με το θέμα αυτό» (σελ.3 της αγόρευσης τους) την 12.9.2010. Επομένως, συνεχίζει η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των Εναγουσών, η πώληση των πλοίων που πραγματοποιήθηκε την 23.12.2010 και 1.2.2011 έγινε στην βάση μεταγενέστερης της 12.9.2010, προφορικής συμφωνίας μεταξύ των Εναγουσών 1 και 2 και της Τράπεζας, που δεν εμπεριείχε αποκλειστική ρήτρα δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του Πειραιά που θα εμπόδιζε το Ε.Δ. Λεμεσού από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Οι δικηγόροι της Τράπεζας υποβάλλουν ότι η γραμμή αυτή συνιστά πρόσφατη επινόηση της πλευράς των Εναγουσών. Προσδιορίζουν μάλιστα ότι αυτή είναι κατασκεύασμα μεταγενέστερο της Ενδιάμεσης Απόφασης ημερ. 29.8.2008 και ενόψει των όσων είχαν διαπιστωθεί σε αυτή. Συζητούν ακόμα στη δική τους αγόρευση τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της προσκόμισης εξωγενούς μαρτυρίας, αχρείαστα κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αφού το ζήτημα δεν αφορά στην ολοκλήρωση ή ερμηνεία οιασδήποτε γραπτής συμφωνίας, αλλά σε ισχυριζόμενη θέση ότι μετά την «λήξη» των γραπτών συμφωνιών καταρτίστηκε άλλη προφορική συμφωνία. Στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγουσών προβάλλεται η θέση ότι η δεύτερη συμπληρωματική συμφωνία ημερ.12.3.2010 έληξε την 12.9.2010 «εν σχέση με το θέμα αυτό», δηλαδή της πώλησης των πλοίων και της αγοράς νέων. Αυτή η θέση ερμηνεύεται να εννοεί ότι καθ' όσον αφορά τις άλλες παραμέτρους εξακολουθούσε να ισχύει, όπως σε σχέση με τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου. Δηλαδή επρόκειτο για μια τροποποίηση της δανειακής σύμβασης ή μια παράταση χρόνου για την εκπλήρωση των όσων αναφέρονται στον όρο 2 της δεύτερης τροποποιητικής συμφωνίας, η οποία αυτή την φορά έγινε προφορικά. Προέχει η διαπίστωση του κατά πόσο τέτοια θέση προβάλλεται επαρκώς στην δικογραφία των Εναγουσών. Στην Έκθεση Απαίτησης, στις παρ. 7-11, δικογραφείται η αρχική συμφωνία, οι όροι και οι περιστάσεις συνομολόγησης της. Στις παρ. 12 και 13 αναφέρεται η πρώτη συμπληρωματική συμφωνία και στην παρ. 14 η δεύτερη συμπληρωματική συμφωνία με τους όρους τους. Ακολουθεί στην παρ.15 η αναφορά ότι «Πέραν των πιο πάνω, η [Τράπεζα], με συμπληρωματικές και/ή διευκρινιστικές προφορικές και/ή γραπτές δηλώσεις της και/ή παραστάσεις της, άμεσα και/ή έμμεσα, επαναβεβαίωσε τα συμφωνηθέντα, ότι δηλαδή το προιόν από την πώληση των 2 πλοίων των [Εναγουσών] 1 &2 θ' αποδιδόταν σ' αυτ[ές] .». Στην επόμενη παρ.16 αναφέρεται ότι «Οι [Ενάγουσες] 1 & 2 . με την σύμφωνη γνώμη της [Τράπεζας] και με πλήρη συνεννόηση και συνεργασία μετ' αυτής, προέβησαν στην πώληση των 2 πλοίων .». Στην παρ.15 δικογραφούνται παραστάσεις εκ μέρους της Τράπεζας, δηλαδή μια μονόπλευρη συμπεριφορά που δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να θεωρηθεί ότι περιγράφει τον καταρτισμό οιασδήποτε προφορικής συμφωνίας μεταξύ των μερών. Και στην παρ.16 η αναφορά σε συνεννόηση και συνεργασία μόνο έμμεσα μπορεί να θεωρηθεί ότι παραπέμπει σε κάποια προφορική συμφωνία. Θα αναμενόταν, ίσως, από τον διάδικο που εδράζει την αξίωση του σε διάρρηξη προφορικής συμφωνίας να δικογραφήσει ευθαρσώς τον ισχυρισμό του ότι συνομολογήθηκε η προφορική συμφωνία, τον χρόνο ολοκλήρωσης της, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτό έγινε και να περιγράψει τους όρους της, ρητούς ή και εξυπακουόμενους. Ωστόσο, η δικογραφία επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάσει την θεμελιακή θέση των Εναγουσών. Οι ισχυρισμοί των παρ. 15-17 της Έκθεσης Απαίτησης απορρίπτονται με την παρ. 19 της Υπεράσπισης και το ζήτημα απετέλεσε το κύριο επίδικο ζήτημα κατά την δίκη. Δ. Οι Βασικοί Μάρτυρες Στην ενότητα αυτή, αναφέρονται οι βασικοί μάρτυρες που παρέλασαν κατά την ακροαματική διαδικασία και ο βασικός τους ρόλος. Έτσι θα γίνουν καλύτερα κατανοητές οι περιστάσεις της υπόθεσης, που εξετάζονται με αναφορά στο σύνολο της μαρτυρίας για το κάθε επιμέρους ζήτημα. Ο ΧΧΧΧ Ονουφρίου (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση-Τεκμ.15) είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του διοικητικού συμβουλίου των Εναγουσών 1 και 2 και ο μόνος διευθυντής της Ενάγουσας 3, στην συνέχεια η ΡΝΟ. Κατά τους ουσιώδης χρόνους ήταν ο διευθυντής της WW Corporate Agents Limassol που ήταν η μόνη διευθυντής της ΡΝΟ. Είναι το πρόσωπο που εκ μέρους των Εναγουσών είχε τις επαφές με το Ναυτιλιακό Τμήμα της Τράπεζα στον υποκατάστημα Πειραιά, στη συνέχεια το Ναυτιλιακό Τμήμα, και το νομικό της σύμβουλο. Ο ΧΧΧΧ Στραπατσάκης (Μ.Υ.3) (γραπτή δήλωση-Τεκμ.122) είναι διπλωματούχος στα οικονομικά με μεταπτυχιακό τίτλο ΜΒΑ. Από το 1978 εργαζόταν σε τράπεζα στο Λονδίνο και το 1992 προσελήφθηκε από την Τράπεζα και τοποθετήθηκε ως διευθυντής του υποκαταστήματος Πειραιά. Ανελίχθηκε σε διευθυντή ναυτιλιακών δραστηριοτήτων και από το 2007 μέχρι την αφυπηρέτηση του το 2012 ήταν ο Group Shipping Manager και εξέταζε όλες τις αιτήσεις για παραχώρηση ναυτιλιακών διευκολύνσεων που υποβάλλονταν σε οποιοδήποτε κατάστημα της Τράπεζας παγκοσμίως. Είναι το πρόσωπο που εκπροσωπούσε το Ναυτιλιακό Τμήμα στην επίδικη σχέση με τις Ενάγουσες. Ο ΧΧΧΧ Οικονόμου (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση-Τεκμ.117) είναι δικηγόρος από το 1965 και έχει διατελέσει για πολλά χρόνια δικηγόρος τραπεζών και ιδιωτών για χρηματοπιστωτικά και ναυτιλιακά θέματα. Κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν εξωτερικός συνεργάτης της Τράπεζας στο Ναυτιλιακό Τμήμα στον Πειραιά. Είναι ο συντάκτης της δανειακής σύμβασης μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγουσών και όλων των συναφών εγγράφων εξασφαλίσεων της χρηματοδότησης, των δύο τροποποιητικών συμφωνιών καθώς επίσης και αριθμού επιστολών προς τις Ενάγουσες. Η ΧΧΧΧ Βότση (Μ.Υ.5) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.129) είναι υπάλληλος της Τράπεζας και κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν στην Υπηρεσία Διεθνών Δραστηριοτήτων (International Business Unit) της Τράπεζας στη Λεμεσό, στη συνέχεια το IBU, ασκώντας καθήκοντα λειτουργού δανειοδοτήσεων χειριζόμενη, μεταξύ άλλων, τους λογαριασμούς της ΡΝΟ. Η μαρτυρία της περιστράφηκε γύρω από την εμπλοκή του IBU στην επίδικη διαφορά. Ο ΧΧΧΧ Χατζησάββας (Μ.Ε.2) (γραπτή δήλωση-Τεκμ.99) είναι πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού. Το 2007 ανέλαβε τη διεύθυνση της ΡΝΟ, ενώ ήταν και μέλος του διοικητικού συμβουλίου των Εναγουσών 1 και 2. Ο ΧΧΧΧ Al-Mahmoud (Μ.Ε.3) (γραπτή δήλωση στην αγγλική-Τεκμ.110 και πιστή μετάφραση στην ελληνική-Τεκμ.111) εργαζόμενος μέσω της εταιρείας GSS Marine Shipping Services LLC, με έδρα το Ντουμπάι, ήταν ο ναυλωτής που επ΄ αμοιβή έβρισκε ναυλωτές και φορτία για τα πλοία των Εναγουσών. Ο ΧΧΧΧ Άρμστρονγκ Παυλίδης (Μ.Υ.4)(γραπτή δήλωση-Τεκμ.124) έχει μεταπτυχιακό στο Shipping, Trade & Finance και είναι μέλος του Institute of Chartered Shipbrokers από το 2001. Εργάστηκε στο χώρο της ναυτιλιακής χρηματοδότησης για 22 χρόνια πρώτα σε τράπεζες στο Λονδίνο και από το 2017 μέχρι και σήμερα στο τμήμα International Banking, Wealth & Markets της Τράπεζας ασκώντας καθήκοντα ως επικεφαλής του Ναυτιλιακού Κέντρου. Τα διαχρονικά του καθήκοντα στην σταδιοδρομία του ήταν η ανάλυση των ναύλων, των εξόδων και των τιμών των πλοίων και παρουσιάζει τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται κατά την λήψη των αποφάσεων από τις τράπεζες για τις ναυτιλιακές τους χρηματοδοτήσεις. Ο Χατζησάββας και ο Al-Mahmoud μαρτύρησαν κατά κύριο λόγο σε σχέση με τον υπολογισμό των ισχυριζόμενων ζημιών των Εναγουσών, ενώ ο Παυλίδης που ενεπλάκηκε στην υπόθεση το Δεκέμβριο του 2018 όταν ζητήθηκε η γνώμη και η άποψη του σε σχέση με το περιεχόμενο των γραπτών δηλώσεων των Χατζησάββα και Al Mahmood, κατάθεσε με σκοπό να διαβρώσει την μαρτυρία τους. Ε. Οι Γραπτές Συμφωνίες Εξήγησε ο Στραπατσάκης ότι στην περίπτωση που ενέκρινε οποιοδήποτε αίτημα στη βάση των κριτηρίων ναυτιλιακών χρηματοδοτήσεων της Τράπεζας, το παρέπεμπε στην Ανώτερη Επιτροπή Δανείων (Credit Committee) με έδρα στην Κύπρο, όπου και λαμβανόταν η τελική απόφαση. Έτσι συνέβηκε και στην περίπτωση του αιτήματος των Εναγουσών 1 και 2 στο αίτημα που υπόβαλαν τον Ιούλιο του 2008 για χρηματοδότηση. Η δανειακή σύμβαση υπογράφηκε την 28.8.2008, αφού η Ανώτερη Επιτροπή Δανείων έγκρινε το αίτημα και ενημερώθηκαν σχετικά οι Ενάγουσες 1 και 2 με την επιστολή της Τράπεζας ημερ. 22.7.2008 (Τεκμ.28). Ο ίδιος υπόγραψε όλα τα σχετικά έγγραφα εκ μέρους της Τράπεζας. Οι υποχρεώσεις των Εναγουσών 1 και 2 εξασφαλίζονταν με προσωπική εγγύηση του Ονουφρίου (Τεκμ.4), εταιρική εγγύηση της ΡΝΟ (Τεκμ.5), εκχώρηση, ενεχυρίαση και επιβάρυνση του λογαριασμού παρακράτησης και του λογαριασμού κερδών των Εναγουσών 1 και 2 (Τεκμ.6 και 7 αντίστοιχα) και εκχώρηση των δύο πλοίων των Εναγουσών 1 και 2 (Τεκμ.8 και 9 αντίστοιχα). Η δανειακή σύμβαση (Τεκμ.3), που αφορούσε στην παροχή δανείου $13,5 εκατ., προνοούσε για την αποπληρωμή του ποσού με 12 δόσεις που θα καταβάλλονταν κάθε τρεις μήνες. Οι πρώτες τέσσερις δόσεις ήταν για το ποσό των $1,5 εκατ., με την πρώτη δόση πληρωτέα τρεις μήνες μετά την εκταμίευση του ποσού και ήταν την 10.12.2008. Όπως ανέφερε ο Στραπατσάκης η πρώτη τροποποιητική συμφωνία ήταν το αποτέλεσμα αιτήματος των Εναγουσών για επανακαθορισμό των όρων αποπληρωμής του δανείου λόγω αδυναμίας τους με αναφορά στην κρίση στη ναυτιλιακή αγορά. Αναφέρεται στη σχετική επιστολή της ΡΝΟ που υπογράφει ο Ονουφρίου, ημερ. 22.12.2008 (Τεκμ.79) ότι τα εισοδήματα των Εναγουσών είχαν κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 2008 επηρεαστεί λόγω της οικονομικής κρίσης και αυτές δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσουν το υπόλοιπο της πρώτης δόσης. Λαμβάνοντας υπόψη, όπως κατέγραφαν, ότι η οικονομική συγκυρία θα συνεχιζόταν, οι Ενάγουσες ζήτησαν περαιτέρω περίοδο χάριτος έξι μηνών υπό τύπο αναστολής των υποχρεώσεων τους. Του αιτήματος και της υπογραφής της πρώτης τροποποιητικής συμφωνίας μεσολάβησε αλληλογραφία μεταξύ του Ονουφρίου και του Οικονόμου για να καταλήξουν στο τελικό κείμενο (Τεκμ.32-34). Η πρώτη τροποποιητική συμφωνία υπογράφηκε την 12.6.2009 (Τεκμ.10). Προστέθηκαν ως συμβαλλόμενοι τόσο η ΡΝΟ, όσο και ο Ονουφρίου. Αναφέρεται στο προοίμιο της συμφωνίας ότι οι Ενάγουσες 1 και 2 είχαν, ενόψει της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που είχε κτυπήσει σκληρά τη ναυτιλία και ιδιαίτερα τα παλιά πλοία, ζητήσει να τους επιτρέπεται να πωλήσουν τα πλοία τους και με το προϊόν της πώλησης να αγοράσουν νέα. Έτσι, με τον όρο 2.1.1 η Τράπεζα έδωσε τη συγκατάθεση της για την πώληση των πλοίων και τη χρησιμοποίηση του προϊόντος της πώλησης για την αγορά νέων πλοίων. Αναφερόταν στον όρο 2.2.3 ότι οι Ενάγουσες 1 και 2 αναλάμβαναν να ολοκληρώσουν την ανανέωση του στόλου τους μέσα σε έξι μήνες από την υπογραφή της συμφωνίας, δηλαδή μέχρι 12.12.2009. Αναφερόταν ακόμα ότι το προϊόν της πώλησης θα χρησιμοποιείτο αποκλειστικά για την ανανέωση του στόλου. Στον όρο 2.2.5 προβλεπόταν ότι, εάν η ανανέωση του στόλου, δηλαδή η πώληση των πλοίων και η αγορά νέων (βλ. ερμηνευτικό όρο 1.3), δεν ολοκληρωνόταν μέσα στην περίοδο των έξι μηνών, οι συμβαλλόμενοι θα συνομολογούσαν νέα πρόσθετη συμφωνία που θα ρύθμιζε τις περαιτέρω σχέσεις τους και θα περιλάμβανε τους όρους και προϋποθέσεις που θα απαιτούσε η Τράπεζα. Τα νέα πλοία που θα αγοράζονταν θα έπρεπε να είχαν κτιστεί το 1985 ή αργότερα (όρος 2.2.6). Είναι με αυτή τη συμφωνία που εισάχθηκε για πρώτη φορά ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων του Πειραιά, σε περίπτωση αγωγής εκ μέρους των Εναγουσών 1 και 2 (όρος 9.2). Με την πρώτη τροποποιητική συμφωνία η Τράπεζα συμφώνησε να αναβάλει την είσπραξη των δόσεων ημερ. 10.3.2009 και 10.6.2009 που είχαν καταστεί πληρωτέες και τη δόση ημερ. 10.9.2009, εξαιρουμένου του τόκου (όρος 2.1.3). Περίπου ένα μήνα μετά, με οδηγίες της Τράπεζας, ο Οικονόμου συνέταξε και απέστειλε επιστολή ημερ. 22.7.2009 (Τεκμ.80) προς τις Ενάγουσες εφιστώντας την προσοχή τους σε συνεχείς παραβιάσεις των όρων της δανειακής σύμβασης και της πρώτης τροποποιητικής συμφωνίας. Οι Ενάγουσες 1 και 2 δεν ανανέωσαν το στόλο τους μέχρι την 12.12.2009, όπως προνοούσε η πρώτη τροποποιητική συμφωνία. Περαιτέρω, απευθύνθηκαν προς την Τράπεζα με επιστολή άνευ ημερομηνίας με την οποία ο Ονουφρίου δήλωσε αδυναμία συμμόρφωσης με τις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Ενεργοποιήθηκε έτσι ο όρος 2.2.5 της πρώτης συμπληρωματικής συμφωνίας. Με οδηγίες της Τράπεζας, ο Οικονόμου συνέταξε και απέστειλε επιστολή ημερ. 15.12.2009 (Τεκμ.81) προς τις Ενάγουσες, αναφέροντας ότι ενόψει της μη ανανέωσης του στόλου τους μέσα σε έξι μήνες από την υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας θα έπρεπε να υπογραφεί νέα, δεύτερη τροποποιητική συμφωνία. Η ΡΝΟ με επιστολή της ημερ. 19.1.2010 (Τεκμ.35) ζήτησε νέο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του δανείου, με μικρότερες τριμηνιαίες δόσεις που θα εκτίνονταν σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα το δάνειο θα αποπληρωνόταν εντός περιόδου έξι ετών. Η δεύτερη τροποποιητική συμφωνία (Τεκμ.11) υπογράφηκε την 12.3.2010. Και σε αυτή ήταν συμβαλλόμενοι και η ΡΝΟ και ο Ονουφρίου. Προνοούσε για την αποπληρωμή του δανείου σύμφωνα με τα όσα είχαν προταθεί στην επιστολή της ΡΝΟ ημερ. 19.1.2010 (όρος 3.1). Σύμφωνα με το σχετικό πίνακα το δάνειο θα εξοφλείτο την 15.6.2016. Περαιτέρω, οι Ενάγουσες, σε αντάλλαγμα της αποδοχής της Τράπεζας του νέου χρονοδιαγράμματος αποπληρωμής, ανέλαβαν και επιβεβαίωσαν την υποχρέωση τους να καταβάλουν όλες τους τις δυνάμεις για να πωλήσουν και τα δύο πλοία και να αγοράσουν νέα, σύμφωνα με την πρώτη τροποποιητική συμφωνία, που ερμηνεύεται και από τα δύο μέρη ότι σήμαινε εντός έξι μηνών από την υπογραφή της δεύτερης τροποποιητικής συμφωνίας, δηλαδή μέχρι 12.9.2010. Και σε περίπτωση που αυτό δεν καθίστατο εφικτό να διευθετήσουν ώστε τα υφιστάμενα πλοία μεταφερθούν σε Classification Societies μέλη του ICAS και να αλλάξει το Ρ+Ι Club των πλοίων από South of England σε Club μέλος του IGAC το αργότερο μέχρι 30.6.2011 (όρος 2.3). Παράληψη συμμόρφωσης από τις Ενάγουσες θα συνιστούσε παραβίαση («act of default») της δανειακής σύμβασης (όρος 2.4). Στη δεύτερη τροποποιητική συμφωνία περιλήφθηκε ταυτόσημη, με αυτή που είχε εισαχθεί με την πρώτη τροποποιητική συμφωνία, ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων του Πειραιά, σε περίπτωση αξίωσης εκ μέρους των Εναγουσών 1 και 2 (όρος 10.2). Την 27.5.2010 η ΡΝΟ με επιστολή της ζήτησε να μειωθεί το ποσό της εγγύησης που είχε εκδοθεί από το IBU στη Λεμεσό (Τεκμ.88), δηλαδή η εταιρική της εγγύηση. Η Τράπεζα απάντησε απορρίπτοντας το αίτημα με επιστολή ημερ. 3.6.2010 (Τεκμ.89). Εξηγούσε ότι, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις της αξίας των πλοίων, η κάλυψη του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου ήταν οριακή και συνεπώς το αίτημα δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Το αίτημα επαναλήφθηκε τον Οκτώβριο του 2010 για να απορριφθεί εκ νέου. Ακολούθησε αίτημα για νέα διευκόλυνση που επίσης απορρίφθηκε. Η διευκόλυνση που ζητήθηκε αφορούσε ποσό $1 εκατ. και θα χρησιμοποιείτο για την κάλυψη ετεροχρονισμένων και καθυστερημένων εισπράξεων των Εναγουσών (βλ. Τεκμ.91-94). Ο λόγος απόρριψης, ανάφερε ο Στραπασάκης, ήταν γιατί οι Ενάγουσες δεν είχαν ανταποκριθεί στην υποχρέωση τους να αντικαταστήσουν το στόλο τους μέχρι 12.9.2010. Ήταν σημείο διαφωνίας των διαδίκων κατά πόσο οι τροποποιητικές συμφωνίες έδιναν στις Ενάγουσες το δικαίωμα ή εναπόθεταν σε αυτές την υποχρέωση να ανανεώσουν τον στόλο τους. Είναι σαφές ότι αυτό που οι Ενάγουσες ανάλαβαν υποχρέωση ήταν να καταβάλουν όλες τους τις δυνάμεις για να πωλήσουν και τα δύο πλοία και να αγοράσουν νέα σύμφωνα με την πρώτη τροποποιητική συμφωνία. Αν δεν κατέβαλαν όλες τους τις δυνάμεις θα παρέβαιναν τις συμφωνίες, όμως δεν είναι αυτό που συζητήθηκε κατά την ακρόαση. Είναι η επιμέρους κρίση του Δικαστηρίου πως οι Ενάγουσες 1 και 2 δεν ήταν υπόχρεες να πωλήσουν τα πλοία τους και να αγοράσουν νέα, αν όμως δεν το έπρατταν τότε είχαν την υποχρέωση να διευθετήσουν ώστε, το αργότερο μέχρι 30.6.2011, τα πλοία τους μεταφερθούν σε Classification Societies μέλη του ICAS και αλλάξει το Ρ+Ι Club των πλοίων από South of England σε Club μέλος του IGAC. Η πώληση των πλοίων δεν πραγματοποιήθηκε, με την προθεσμία να εκπνέει την 12.9.2010. Μετά την ημερομηνία αυτή η δανειακή σύμβαση όπως τροποποιήθηκε από την πρώτη και την δεύτερη τροποποιητική συμφωνία συνέχιζε να παραμένει ισχυρή. Τι επακριβώς ακολούθησε είναι το κύριο θέμα αμφισβήτησης και αντιπαράθεσης των μερών. Στ. Η Μαρτυρία για Προφορική Συμφωνία Ο Ονουφρίου αναφέρθηκε σε προφορικές συνεννοήσεις με τον Στραπατσάκη, που έλαβαν χώρα μετά την 12.9.2010, που, κατά τις Ενάγουσες, έληξε και η δεύτερη τροποποιητική συμφωνία καθόσον αφορά το ζήτημα της πώλησης του Bravo P και του Alfa K και αγοράς νεότερων πλοίων. Η προφορική συμφωνία με τον Στραπατσάκη, ανάφερε ο Ονουφρίου, δεν ήταν ένα συμβάν. Συζητούσε με τον Στραπατσάκη τόσο τηλεφωνικά όσο και σε συνάντηση που είχε μαζί του στην Κύπρο, σε εστιατόριο στη Λεμεσό. Η συμφωνία οριστικοποιήθηκε, ανάφερε ο Ονουφίου, με το ηλεκτρονικό του μήνυμα προς τον Στραπατσάκη ημερ. 23.12.2010 (Τεκμ.42 μέρος). Υπήρχε, κατάθεσε ο Ονουφρίου, συνεννόηση ότι έπρεπε να προχωρήσει και να υλοποιηθεί η πώληση των δύο πλοίων και η αντικατάσταση τους με νεότερα. Την εποχή εκείνη η τιμή ήταν χαμηλή και τα έσοδα δεν θα επαρκούσαν για την αγορά άλλων νεότερων πλοίων. Οπόταν, οι πλευρές συμφώνησαν ότι θα έπρεπε να περιμένουν μέχρι να αυξηθεί η τιμή πώλησης πλοίων για κατεδάφιση. Από τα μέσα Δεκεμβρίου του 2010 αποφάσισαν ότι ήταν ο κατάλληλος χρόνος για να υλοποιηθούν τα συμφωνηθέντα. Τα πλοία πωλήθηκαν, το μεν Bravo P την 23.12.2010, το δε Alfa K την 9.2.2011 (βλ. Τεκμ.39 και 40 αντίστοιχα) και τα έσοδα κατατέθηκαν στο λογαριασμό παρακράτησης των Εναγουσών 1 και 2 («retention account») ως η απαίτηση της Τράπεζας (βλ. Τεκμ.37 και 38). Η θέση της Τράπεζας, όπως υποβλήθηκε στον Ονουφρίου, ήταν ότι οι ενέργειες που γίνονταν αποσκοπούσαν στη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου του δανειακού λογαριασμού, θέση που ο Ονουφρίου απορρίπτει προβάλλοντας ότι το χρέος δεν ήταν ληξιπρόθεσμο. Κατάθεσε ο Στραπατσάκης ότι σε σχέση με θέματα χρηματοδοτήσεων δεν υπάρχουν προφορικές συμφωνίες, αλλά μόνο γραπτές. Προφορικά γίνονται συζητήσεις και ανταλλάσσονται σκέψεις, αλλά δεν μπορεί να υπάρξει προφορική δέσμευση. Κάθε απόφαση υπόκειται στην έγκριση της Επιτροπής Δανείων και θα ήταν εκτός των καθηκόντων του να δεσμεύσει την Τράπεζα με μια προφορική υπόσχεση. Σε σχέση με την τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Ονουφρίου περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2010, ο Στραπατσάκης ανάφερε ότι ο Ονουφρίου τον πληροφόρησε ότι συζητούσε για να πωλήσει τα πλοία σε «scrap value», δηλαδή ως σιδερικά. Είναι η θέση του ότι ανάφερε στον Ονουφρίου ότι, εφόσον είχε εκπνεύσει η εξάμηνη προθεσμία της δεύτερης τροποποιητικής συμφωνίας για πώληση των πλοίων και αγοράς νέων, η Τράπεζα δεν θα έδινε άλλη παράταση για αγορά νέων πλοίων και πως, εάν προχωρούσε με την πώληση των πλοίων, τα έσοδα από αυτή θα χρησιμοποιούνταν έναντι του χρέους της δανειακής σύμβασης. Ακολούθησε το προαναφερθέν ηλεκτρονικό μήνυμα του Ονουφρίου ημερ. 23.12.2010. Ο Στραπατσάκης υποστήριξε ακόμα ότι στα ναυτιλιακά δάνεια δεν μπορεί να μην υπάρχει ως εξασφάλιση υποθήκη πλοίου. Επομένως, όταν γίνεται ανανέωση στόλου που είναι υποθήκη ως εξασφάλιση ναυτιλιακού δανείου, οι διαδικασίες πρέπει να τροχιοδρομούνται έτσι ώστε τα νέα πλοία να αποκτώνται και να υποθηκεύονται ταυτόχρονα ή σχεδόν ταυτόχρονα με την πώληση των παλαιών. Αποδέχτηκε πως ούτε γραπτώς ούτε προφορικά αναφέρθηκε στον Ονουφρίου ότι η απόκτηση των νέων πλοίων πρέπει να γίνει ταυτόχρονα με την πώληση των παλιών, όμως, υποστήριξε, εθιμικά έτσι συμβαίνει και κάποιος όπως τον Ονουφρίου που ασχολείτο με τη ναυτιλία το γνωρίζει. Ο Οικονόμου υποστήριξε ότι η υποχρέωση των Εναγουσών ήταν να έχουν ανεύρει τα πλοία που θα αγόραζαν, ώστε η αγορά τους να πραγματοποιηθεί σχετικά ταυτόχρονα με την πώληση των παλιών. Όπως και αυτός υποστήριξε δεν μπορεί να υπάρχει ναυτιλιακό δάνειο χωρίς την υποθήκευση πλοίων. Τα πιστωτικά υπόλοιπα σε λογαριασμούς μπορούσαν, όπως ανέφερε, να κατασχεθούν από τρίτους. Η ουσία αυτής της κοινής τοποθέτησης του Στραπατσάκη και του Οικονόμου ήταν ότι δεν ήταν πλέον ζήτημα ανανέωσης του στόλου, αλλά ενεργειών για την εξόφληση του δανειακού λογαριασμού, αφού οι Ενάγουσες είχαν παραβιάσει τις συμφωνίες. Έτσι ενέργεια ήταν η πώληση των δύο πλοίων και γι' αυτό, όπως είπε ο Στραπατσάκης, τα έσοδα από την πώληση θα χρησιμοποιούνταν έναντι του χρέους της δανειακής σύμβασης. Ήταν και θέση του Οικονόμου ότι το δάνειο «έκλεισε» με την πώληση των πλοίων. Τυχόν αγορά νέων πλοίων, ανάφερε, προϋπόθετε να βρεθούν νέα πλοία και να γίνει νέα συμφωνία για τη χρηματοδότηση της αγοράς τους. Οι Ενάγουσες δεν είχαν δικαίωμα να αγοράσουν νέα πλοία με το προϊόν της πώλησης μέχρι τον Ιούνιο του 2011, δηλαδή μέχρι και έξι μήνες μετά την πώληση του πρώτου πλοίου, όπως οι ίδιες υποστηρίζουν. Ως σημαντικά έγγραφα της εποχής που, κατά τις Ενάγουσες, αποκαλύπτουν την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας μεταξύ των Εναγουσών 1 και 2 και της Τράπεζας, παρουσιάζονται το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 23.12.2010 του Ονουφρίου προς τον Στραπατσάκη (Τεκμ.42 μέρος) και οι επιστολές του τελευταίου προς τις Ενάγουσες 1 και 2 ημερ. 24.12.2010 και 9.2.2011 (Τεκμ.39 και 40 αντίστοιχα) ιδιαίτερα η πρώτη που ακολούθησε χρονικά άμεσα το ηλεκτρονικό μήνυμα. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 23.12.2010 ο Ονουφρίου έλεγε πως αποφάσισαν αντί να αγοράσουν νέο πλοίο να προτείνουν όπως τα χρήματα από την πώληση διατεθούν έναντι του χρέους τους, αλλά έτσι να θεωρηθεί ότι πληρώνονταν οι επόμενες δόσεις που καλύπτονταν με το ποσό. Πώς οι Ενάγουσες θα αξιοποιούσαν ότι δεν θα είχαν να πληρώνουν δόσεις για το επόμενο διάστημα, δηλαδή για να αποταμιεύουν για την αγορά νέου πλοίου, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία και αν ήταν κάτι το εφικτό. Αυτό που εξ' αντικειμένου αναδύεται από την, με δική τους πρωτοβουλία, απόφαση συρρίκνωσης των δραστηριοτήτων τους, είναι ότι προδήλως δεν θα ήταν σε θέση να πληρώσουν την επόμενη δόση του δανείου τους και πρότειναν αυτή την διέξοδο. Στην επιστολή της Τράπεζας της 24.12.2010 αναφερόταν ότι το ποσό της πώλησης θα έπρεπε να κατατεθεί σε συγκεκριμένο λογαριασμό και όταν αυτό γινόταν, η Τράπεζα θα απάλλασσε το πλοίο από την υποθήκη. Η Τράπεζα δεν είχε απαντήσει στην πρόταση που έγινε με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 23.12.2010, ούτε και όταν αυτή επαναλήφθηκε με την επιστολή ημερ. 15.2.2011 (Τεκμ.87). Ζ. Τα Γεγονότα μετά την Πώληση των Πλοίων Όπως προειπώθηκε, πριν τις πωλήσεις των πλοίων η Τράπεζα με επιστολές ημερ. 24.12.2010 και 9.2.2011 προς την Ενάγουσα 1 και την Ενάγουσα 2 αντίστοιχα ζήτησε όπως το προϊόν της πώλησης κατατεθεί στο λογαριασμό παρακράτησης, όπως προνοούσαν η πρώτη και η δεύτερη τροποποιητική συμφωνία. Είναι κοινό έδαφος ότι το Bravo P πωλήθηκε την 23.12.2010 και το Alfa K την 1.2.2011 και το συνολικό προϊόν της πώληση που ήταν $9.100.667,56 κατατέθηκε στο λογαριασμό παρακράτησης. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι με τη συναίνεση της Τράπεζας ποσό $2.890.757,50 χρησιμοποιήθηκε από τις Ενάγουσες για την πληρωμή άλλων υποχρεώσεων τους. Ο Στραπατσάκης ανάφερε ότι η Τράπεζα συγκατατέθηκε για να «καλύψει» τις Ενάγουσες 1 και 2, αλλά και γιατί υπήρχαν οφειλές που, ούτως ή άλλως, είχαν προτεραιότητα, όπως οι αμοιβές των πληρωμάτων των πλοίων. Παρέμεινε στο λογαριασμό παρακράτησης το ποσό των $6.209.910,06 που, κατά τις Ενάγουσες, θα έπρεπε να ήταν διαθέσιμο για την αγορά των νεότερων πλοίων. Την 24.3.2011 η Τράπεζα απέστειλε επιστολή στην ΡΝΟ (Τεκμ.41) αναφέροντας ότι μετά την είσπραξη $6.209.910,06 από την πώληση των πλοίων παρέμενε χρεωστικό υπόλοιπο $4.638.300,11, ρωτώντας πώς σκόπευε η ΡΝΟ να το διευθετήσει. Λόγω μη εξόφλησης του την 30.6.2011 το Ναυτιλιακό Τμήμα υπόβαλε αίτημα στο IBU (Τεκμ.54) για την αποπληρωμή του στη βάση της εξασφάλισης από την ΡΝΟ που είχε εκδοθεί από το IBU. Έτσι, την 15.7.2011 χρεώθηκε η PNO και πιστώθηκε ο δανειακός λογαριασμός με το ποσό των $4.638.300,11, που έτσι εξοφλήθηκε (βλ. Τεκμ.29 και 30). Σε σχέση με το ζήτημα της εξασφάλισης από τη ΡΝΟ, η τελευταία καταχώρησε την αγωγή 1958/2012 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον της Τράπεζας. Η Τράπεζα προέβαλε ανταπαίτηση προσεπικαλώντας ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους ακόμα πέντε πρόσωπα που είχαν παραχωρήσει εξασφαλίσεις στην μορφή υποθηκών ακινήτων για την έκδοση της εγγύησης, μεταξύ των οποίων και ο Ονουφρίου. Οι αξιώσεις της ΡΝΟ απορρίφθηκαν και εκδόθηκε απόφαση στην ανταπαίτηση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων για διάφορα ποσά (Τεκμ.14). Τα πρακτικά της δίκης παρουσιάστηκαν τμηματικά (Τεκμ.57, 60, 77, 83 και 135) και έγιναν σε αυτά αποσπασματικές αναφορές κατά την αντεξέταση κάποιων μαρτύρων που είχαν καταθέσει και σε εκείνη την διαδικασία. Ο Ονουφρίου ανάφερε ότι είναι με έκπληξη που οι Ενάγουσες πληροφορήθηκαν, μέσω της επιστολής της Τράπεζας προς την PNO ημερ. 24.3.2011 (Τεκμ.41), ότι το ποσό των $6.209.910,06 είχε από 22.3.2011 μεταφερθεί στο δανειακό λογαριασμό και έναντι του χρεωστικού του υπολοίπου, υποδεικνύοντας ότι δεν ανέμεναν κάτι τέτοιο. Είναι η θέση των Εναγουσών ότι η μεταφορά έγινε κατά παράβαση των συμπεφωνημένων, όπως και η μετέπειτα χρέωση της PNO με το ποσό των $4.702.887,01 προς εξόφληση του δανειακού λογαριασμού. Είναι κοινό έδαφος ότι πραγματοποιήθηκε μια συνάντηση στο IBU στη Λεμεσό για τα θέματα των Εναγουσών. Ανάφερε ο Στραπατσάκης ότι η συνάντηση έγινε κατά παράκληση του Ονουφρίου μετά τον τερματισμό. Είναι η θέση του Στραπατσάκη ότι κατά τη συνάντηση ο Ηλιάδης, που όπως έγινε αντιληπτό κατείχε ψηλή θέση στην Τράπεζα, αμετάκλητα δήλωσε στον Ονουφρίου ότι η δανειακή σύμβαση ως είχε τροποποιηθεί είχε τερματιστεί και το χρεωστικό υπόλοιπο θα έπρεπε να εξοφληθεί. Γι' αυτό και εφόσον δεν υπήρξε συμμόρφωση, το Ναυτιλιακό Τμήμα υπόβαλε την 30.6.2011 αίτημα στο IBU (Τεκμ.54) για την αποπληρωμή του στη βάση της εξασφάλισης της ΡΝΟ. Η εκδοχή του Ονουφρίου είναι ότι οι Ενάγουσες πρότειναν να μεταφερθεί το υπόλοιπο του δανείου στο IBU και να αναλάβει την εξόφληση του η ΡΝΟ, με αντάλλαγμα η Τράπεζα να διαθέσει το προϊόν της πώλησης των δύο πλοίων για την αγορά νέων. Ακόμα, ότι συμφωνήθηκε να προχωρήσουν οι Ενάγουσες στην υποβολή αιτήματος για επαναχορηγία της χρηματοδότησης. Η. Η Δυνατότητα Αγοράς Νέων Πλοίων Εγείρεται ζήτημα κατά πόσο οι Ενάγουσες 1 και 2 είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν νεότερα πλοία και κατά πόσο κατά την περίοδο που πώλησαν τα δύο πλοία είχαν ανεύρει νεότερα πλοία για να αγοράσουν. Η δυνατότητα των Εναγουσών 1 και 2 να αγοράσουν νεώτερα πλοία εξαρτάτο από τρεις παραμέτρους. Τις τιμές που τα πλοία του είδους που θα αγόραζαν διατίθεντο στην αγορά, το ποσό που ήταν, κατά την θέση τους, διαθέσιμο στο λογαριασμό παρακράτησης και το ποσό που οι Ενάγουσες 1 και 2 είχαν ή θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν. Με την επιστολή ημερ. 15.2.2011 του Ονουφρίου προς την Τράπεζα (Τεκμ.87) οι Ενάγουσες υπόβαλαν πρόταση όπως ποσό $4 εκατ. χρησιμοποιηθεί έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου. Όπως εξήγησε ο Ονουφρίου επρόκειτο για το ίδιο ποσό που είχε εισηγηθεί στις 23.12.2010 και όχι επιπλέον ποσό. Αυτό είναι αυταπόδεικτο αφού δεν υπήρχαν $8 εκατ. στο λογαριασμό για να διατεθούν δύο φορές $4 εκατ.. Η πρόταση ήταν όπως με τη λήψη του ποσού αυτού η Τράπεζα αναστείλει την πληρωμή των επόμενων δέκα τριμηνιαίων δόσεων των $400.000, το «moratorium» όπως το αποκάλεσε ο Ονουφρίου, που οι Ενάγουσες θα χρησιμοποιούσαν για να χρηματοδοτήσουν την αγορά και δεύτερου νεότερου πλοίου. Δηλαδή οι Ενάγουσες θα αγόραζαν μόνο ένα νεότερο πλοίο, ενώ δεύτερο θα αποκτούσαν στο τέλος της περιόδου του «moratorium». Υποστήριξε ο Ονουφρίου ότι οι Ενάγουσες θα μπορούσαν ένα μήνα μετά την πώληση των πλοίων να έχουν τα δύο νεώτερα πλοία εάν η Τράπεζα «δεν έπαιρνε τα χρήματα με τον τρόπο που τα πήρε». Ανάφερε ακόμα πως παρακολουθούσαν την αγορά και πως, για την αγορά των νεότερων πλοίων, θα συμπλήρωναν το ποσό που θα χρειαζόταν, πέραν του διαθέσιμου από το υπόλοιπο της πώλησης των πλοίων τους. Υποστήριξε ακόμα ότι κατά την 22.3.2011 είχαν υπόψη νεότερα πλοία για να αγοράσουν παραπέμποντας στον Χατζησάββα. Παρέπεμψε ακόμα σε ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερ. 14.4.2011 (Τεκμ.42 μέρος), που αποστάληκε μετά που οι Ενάγουσες πληροφορήθηκαν για την μεταφορά την 22.3.2011 του ποσού των $6.209.910,06 από το λογαριασμό παρακράτησης στο δανειακό λογαριασμό. Η αναφορά στο ηλεκτρονικό μήνυμα ότι «we are now in the process» δεν επιβεβαιώνει ότι οι διεργασίες ήταν σε εξέλιξη, όμως, το σημαντικό είναι ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα είναι μεταγενέστερο των εξελίξεων. Εξάλλου, σε επιστολή της ΡΝΟ προς το IBU ημερ. 15.2.2011 (Τεκμ.87) και σε σχέση με δάνειο που είχε η ΡΝΟ, αναφερόταν ότι πιθανότατα μέχρι το Φθινόπωρο του 2011 θα αγοραζόταν ένα πλοίο. Ο Στραπατσάκης ανάφερε ότι η πρώτη φορά που οι Ενάγουσες ενημέρωσαν την Τράπεζα ότι είχαν υπόψη τους αγορά πλοίου ήταν μετά την αποστολή της επιστολής τερματισμού ημερ. 19.5.2011. Σε σχέση με τις τιμές των νεώτερων πλοίων, ο Ονουφρίου αναφέρθηκε σε τιμές $3 - $4 εκατ.. Ωστόσο, σε ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερ. 1.11.2011 (Τεκμ.51) ανέφερε ότι είχαν ανεύρει ένα πλοίο Handysize Βulkcarrier στην τιμή των $5 εκατ.. Ο Χατζησάββας παρουσίασε σχετική έρευνα που ετοιμάστηκε κατόπιν εντολής του από την εταιρεία Optima Shipbrokers (Τεκμ.106) και μαρτύρησε ότι ένα πλοίο ηλικίας 20 ετών, της κατηγορίας που οι Ενάγουσες ήθελαν και στόχευαν να αγοράσουν, ήταν αξίας περίπου $4 εκατ. το 2015 και $3 εκατ. το 2017. Ωστόσο, σε πίνακα που περιέχεται στην έρευνα, οι τιμές είναι πολύ πιο ψηλές και δύο πλοία της ηλικίας που οι Ενάγουσες θα έπρεπε να αγοράσουν κόστιζαν $10 εκατ. το ένα. Ο Χατζησάββας προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από τον πίνακα αναφέροντας ότι είναι για γενική έκθεση, επικαλούμενος προσωπική του εμπειρία στην αγορά πλοίων σε πιο χαμηλή τιμή. Ανάφερε ο Χατζησάββας ότι κατά τη συνάντηση στο IBU του είχε ζητηθεί να ελέγξει την αγορά για νέα πλοία. Προέβηκε σε διερεύνηση και παρά ότι παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία που απέστειλε στον Στραπατσάκη με ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερ. 13.7.2011 (Τεκμ.50). Ποτέ δεν πήρε απάντηση. Ο Al-Mahmoud μαρτύρησε ότι ο Ονουφρίου του ζήτησε να εντοπίσει πλοία ηλικίας 20-25 χρόνων των οποίων η τιμή να μην υπερβαίνει τα $4 - $4,5 εκατ.. Αυτό ήταν τον Ιούλιο και Αύγουστο του 2011. Ο Al-Mahmoud εντόπισε τέτοια πλοία και απέστειλε τις σχετικές πληροφορίες στις Ενάγουσες (Τεκμ.113). Ο Παυλίδης με παραπομπή σε έγγραφο της Marsoft (Τεκμ.126) υποστήριξε ότι το 2011 η μέση τιμή αγοράς ενός πλοίου Handysize Βulkcarrier των 34.000 μετρικών τόνων κατασκευής του 1985 ήταν μεταξύ $7 εκατ. και $9 εκατ.. Σε σχέση με τη τιμή των $4,5 εκατ. που αναφέρεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα του Χατζησάββα ημερ. 13.7.2011 (Τεκμ.50), σχολίασε ότι δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει ούτε να επιβεβαιώσει την αναφορά, σημειώνοντας ότι λαμβάνεται υπόψη η ποιότητα των πλοίων και ο βαθμός των επιδιορθώσεων που πρέπει να γίνουν σε αυτά. Σε κάθε περίπτωση τα πλοία που αναφέρονταν στο Τεκμ.50 ήταν πολύ μικρότερης χωρητικότητας και δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν «similar vessels» με το Bravo P και το Alfa K, όπως προνοούσε η πρώτη τροποποιητική συμφωνία (βλ. ερμηνευτικό όρο 1.4). Διαφωνία υπήρξε και ως προς το ποσό που, με την εκδοχή των Εναγουσών, ήταν διαθέσιμο. Από το προϊόν της πώλησης των $9.100.000, ποσό $2.890.000 πληρώθηκε για υποχρεώσεις των Εναγουσών. Γι΄ αυτό ο Ονουφρίου επέμενε ότι υπήρχε διαθέσιμο ποσό $6.210.000. Η υποβληθείσα σε αυτόν θέση ότι το διαθέσιμο ποσό ήταν $2.210.000 λάμβανε υπόψη τη δική του πρόταση για να πληρωθεί ποσό $4 εκατ. έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του δανειακού λογαριασμού. Εξήγησε ο Ονουφρίου ότι η ολοκληρωμένη πρόταση του προϋπόθετε το «moratorium» των δέκα τριμηνιαίων δόσεων. Αυτό είναι ορθό, όμως και έτσι, ό,τι ουσιαστικά θα παρέμενε διαθέσιμο για την αγορά ενός νεώτερου πλοίου ήταν $2.210.000. Υπενθυμίζεται ότι η πρόταση επαναλαμβάνεται στην επιστολή ημερ. 15.2.2011, δηλαδή αφότου είχε ήδη πωληθεί και το Alfa K και οι Ενάγουσες 1 και 2 δεν είχαν κανένα πλοίο. Σε αυτή την πτυχή της υπόθεσης είναι που μπορεί να έχει σημασία η αναφορά που έγινε ότι οι Ενάγουσες από το 2002 έψαχναν για χρηματοδότηση χωρίς επιτυχία. Καταδεικνύει την δυσκολία που μπορεί να είχαν στην εξεύρεση άλλων πόρων για να συμπληρώσουν το ποσό που απαιτείτο για την αγορά των νέων πλοίων. Ούτε και προσφέρθηκε μαρτυρία για την όποια οικονομική δυνατότητα των Εναγουσών οι άλλων που θα μπορούσαν να τις συνδράμουν στο εγχείρημα. Ο Ονουφρίου επικαλείται τη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου στο δανειακό λογαριασμό που θα επιτυγχάνετο, και επιχειρηματολογεί ότι οι εξασφαλίσεις που υπήρχαν θα έπρεπε να περιοριστούν. Έτσι οι Ενάγουσες θα είχαν την ευχέρεια να χρησιμοποιήσουν τα περιουσιακά στοιχεία που θα απελευθερώνονταν για να εξασφαλίσουν άλλες διευκολύνσεις. Αυτό ζητήθηκε (Τεκμ.88) αλλά η Τράπεζα δεν ήταν διατεθειμένη να αποποιηθεί των εξασφαλίσεων της (Τεκμ.89). Δηλαδή η μόνη οικονομική διέξοδος των Εναγουσών ήταν με την εξασφάλιση νέων χρηματοδοτήσεων, «δυνατότητα» που διερχόταν μέσα από την ίδια την Τράπεζα, που όμως αποδεχόταν να εγκαταλείψει τις εξασφαλίσεις της. Η θέση του Ονουφρίου ήταν ότι η Τράπεζα δεν αποδέχθηκε την πρόταση που περιλάμβανε τη κατάθεση $4 εκατ. στο δανειακό λογαριασμό. Όμως, στην παρ.7Ε της Απάντησης στην Υπεράσπιση, δικογραφείται ότι προς αποδοχή της πρότασης των Εναγουσών ημερ. 23.12.2010 η Τράπεζα την 16.3.2011 μετέφερε την 1η από τις δέκα δόσεις από το λογαριασμό παρακράτησης στο δανειακό λογαριασμό και συνεπώς αποδέχτηκε την πρόταση. Υποστήριξε ο Ονουφρίου ότι επρόκειτο για λανθασμένη έκφραση ή διατύπωση. Ανάφερε ακόμη ότι την 16.3.2011 η Τράπεζα επέτρεψε τη χρησιμοποίηση των χρημάτων για να πληρωθεί μια τριμηνιαία δόση των $400.000 και ο ίδιος πιθανώς να είχε την εντύπωση ότι η πρόταση έγινε αποδεχτή μέχρι που αποδείχτηκε ότι είχε λάθος, όταν την 22.3.2011 η Τράπεζα μετέφερε όλο το ποσό έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του δανειακού λογαριασμού. Η πραγματικότητα ήταν ότι δεν υπήρχε θετική απάντηση της Τράπεζα στην πρόταση. Οι Ενάγουσες το παραδέχονται σε ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερ. 29.4.2011 (Τεκμ.42, μέρος), όπου ο Ονουφρίου αναφέρει ότι η δική του ερμηνεία είναι ότι η πρόταση δεν έγινε αποδεκτή από την Τράπεζα. Όμως, το επιμέρους ζήτημα άπτεται της αξιοπιστίας του Ονουφρίου. Γιατί ο Ονουφρίου προέβαλε ότι του είχε δημιουργηθεί λανθασμένη εντύπωση, όταν αλλού μαρτύρησε πως είχε συνομιλία με υπάλληλο του Ναυτιλιακού Τμήματος, κάποιο Οικονόμου (συνωνυμία με τον δικηγόρο) που του ξεκαθάρισε ότι η πρόταση δεν ήταν αποδεκτή. Κατέστη πρόδηλο πως όπου ο Ονουφρίου στριμωχνόταν κατάφευγε στο να επικαλείται την λανθασμένη εντύπωση που είχε τάχα δημιουργήσει. Κατά πόσο οι Ενάγουσες είχαν την δυνατότητα να αγοράσουν νέα πλοία και κατά πόσο έψαχναν για πλοία έχει τη σημασία του. Φανερώνει τι ειλικρινά πίστευαν οι Ενάγουσες, βασικά ο Ονουφρίου, ότι ήταν τα πραγματικά δεδομένα της εποχής. Είχαν την δυνατότητα αγοράς νέων πλοίων και ειλικρινά πίστευαν ότι συμφώνησαν με το προϊόν των πωλήσεων να τα αποκτήσουν γι' αυτό και έψαχναν τότε για νέα πλοία ή γνώριζαν ότι δεν είχαν την δυνατότητα, δεν έψαχναν για νέα πλοία, αλλά ευελπιστούσαν σε νέες χρηματοδοτήσεις από την Τράπεζα για να επαναδραστηριοποιηθούν και όταν αυτό δεν έγινε, ενοχλημένες, επινόησαν την υπόθεση που παρουσίασαν για να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη. Θ. Οι Ισχυριζόμενες Παραβιάσεις των Συμφωνιών («Events of Default») (
- i)Η Κατηγορία των Πλοίων - Οι Ασφαλιστικές Καλύψεις Με οδηγίες της Τράπεζας, ο Οικονόμου συνέταξε και απέστειλε επιστολή ημερ. 31.10.2008 (Τεκμ.46) προς την ΡΝΟ. Στην επιστολή επισημαίνεται ότι με βάση τον όρο 18.02.03 και 20.02 της δανειακής σύμβασης οι Ενάγουσες θα έπρεπε μέσα σε έξι μήνες να εγγράψουν τα πλοία σε Protection & Indemnity Club (P + I Club) που να ήταν μέλος του IGA (International Group Agreement). Όπως εξήγησε αυτά ασφαλίζουν κινδύνους που δεν ασφαλίζουν οι συνηθισμένες ασφαλιστικές εταιρείες. Η επιστολή αυτή αποστάληκε αρκετά πριν εκπνεύσει η σχετική περίοδος, η οποία παρατάθηκε με τις τροποποιητικές συμφωνίες μέχρι τον Ιούνιο του 2011 και στο τέλος δεν συντελέστηκε παραβίαση του όρου, αφού αμφότερα τα πλοία πωλήθηκαν πριν τον Ιούνιο του 2011. Όμως, όπως ανάφερε ο Στραπατσάκης, στο μεσοδιάστημα οι Ενάγουσες 1 και 2 προχώρησαν στην κάλυψη των κινδύνων σε ακόμη κατώτερης ποιότητας ασφαλιστικές εταιρείες. Είναι παραδεχτό από τις Ενάγουσες ότι τα πλοία δεν άλλαξαν κατηγορία όπως προνοούσε ο όρος 23 της δανειακής σύμβασης (Τεκμ.3). Είναι η θέση των Εναγουσών ότι οι πλευρές γνώριζαν εξαρχής τις πρακτικές δυσκολίες που υπήρχαν και ήταν η συνεννόηση τους ότι εάν δεν μπορούσαν να τις ξεπεράσουν ο όρος θα αναστελλόταν και η μη συμμόρφωση με αυτό δεν θα συνιστούσε παράβαση. Γι΄ αυτό δόθηκε παράταση μέχρι 30.6.2011 δυνάμει των προνοιών της δεύτερης συμπληρωματικής συμφωνίας (Τεκμ.11). Κατά την εισήγηση τους δεν υπήρξε παραβίαση αφού τα πλοία πωλήθηκαν πριν την ημερομηνία αυτή. Επί του προκειμένου έχουν δίκαιο. Εφόσον, με την συγκατάθεση της Τράπεζα, τα πλοία πωλήθηκαν πριν την εκπνοή του καθορισμένου χρόνου, δεν υπήρξε παράβαση του σχετικού όρου. Αναφορικά με τις ασφαλιστικές καλύψεις των πλοίων, το «class status» τους, την τακτοποίηση των οφειλών προς ασφαλιστές και τις δόσεις του δανείου σχετικές είναι και οι επιστολές ημερ. 4.10.2010 και 2.12.2010 της Τράπεζας προς τις Ενάγουσες 1 και 2 (Τεκμ.58 και 59). Οι Ενάγουσες παραδέχονται ότι είχαν τέτοιες εκκρεμότητες, υποδεικνύουν ωστόσο ότι το γεγονός δεν αποτελούσε «event of default» όπως προνοείται στον όρο 23 της δανειακής σύμβασης. (
- ii)Οι Δόσεις της Δανειακής Σύμβασης Είναι παραδεκτό από τις Ενάγουσες ότι η πρώτη δόση του δανείου δεν πληρώθηκε κατά την ημερομηνία που προβλεπόταν στην δανειακή σύμβαση. Οι Ενάγουσες απέστειλαν επιστολή ημερ. 22.12.2008 προς την Τράπεζα (Τεκμ.79) ζητώντας την τροποποίηση της. Ο λόγος ήταν η αδυναμία αποπληρωμής της πρώτης δόσης, κατά τις Ενάγουσες, εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Οι Ενάγουσες ζήτησαν και παράταση για την πληρωμή των δόσεων που ήταν πληρωτέες το Μάρτιο, τον Ιούνιο και το Σεπτέμβριο του 2009 και η Τράπεζα το αποδέχτηκε. Παραδέχτηκε ο Ονουφρίου ότι για να αποπληρώσουν οι Ενάγουσες την πρώτη δόση του δανείου που ήταν πληρωτέα 10.12.2008 παραχωρήθηκε στην PNO δάνειο $1.200.000 από την Τράπεζα στην Κύπρο. Το δάνειο έγινε το Φεβρουάριο του 2009 και η δόση εξοφλήθηκε την 4.3.2009 με την πληρωμή ποσού $1.121.000,43 (Τεκμ.29). Προηγουμένως, κατά την 10.12.2008 είχαν πληρωθεί μόνο $378.999,57. Αρνήθηκε ο Ονουφρίου ότι έγιναν δάνεια και για τις επόμενες δόσεις. Η πρώτη δόση πληρώθηκε με καθυστέρηση. Αυτό συνιστούσε παράβαση («event of default») της δανειακής σύμβασης, όπως προνοούσε ο όρος 23.01.01. Ωστόσο, η Τράπεζα δεν ενήργησε στη βάση του και η παράβαση θεραπεύτηκε με την πρώτη τροποποιητική συμφωνία. Με την πρώτη τροποποιητική συμφωνία καθορίστηκαν άλλες δόσεις, με την πρώτη δόση εκ $400.000 πληρωτέα την 10.3.2009. Ούτε αυτή η δόση πληρώθηκε στην ώρα της. Όμως, δύο ημέρες μετά συνομολογήθηκε η δεύτερη τροποποιητική συμφωνία ημερ.12.3.2009 που προνοούσε νέο χρονοδιάγραμμα δόσεων από 15.3.2010 και έτσι και πάλιν η παράβαση θεραπεύτηκε. Η επιστολή της Τράπεζας προς τις Ενάγουσες ημερ. 2.12.2010 (Τεκμ.59) αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε εκκρεμότητες. Ήταν η θέση του Ονουφρίου πως τέτοιες εκκρεμότητες δεν υφίσταντο και η επιστολή είχε σταλεί ως αποτέλεσμα σφάλματος υπαλλήλου της Τράπεζας, όπως, κατά τον ίδιο, και ο Στραπατσάκης παραδέχτηκε κατά τη μαρτυρία του στην αγωγή 1958/2012. Στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγουσών προβάλλεται άλλη θέση. Ότι η επιστολή αφορούσε σε εκκρεμότητες σε άλλο λογαριασμό, που προβάλλει λογικό αφού δυνάμει της δεύτερης τροποποιητικής συμφωνίας δεν υπήρχαν δόσεις πληρωτέες την 15.10.2010 ή την 15.11.2010. (iii) Τα Ναύλα των Πλοίων Δυνάμει του όρου 21.03 της δανειακής σύμβασης και του όρου 2.31 της δεύτερης τροποποιητικής συμφωνίας οι εισπραττόμενοι ναύλοι θα έπρεπε να κατατίθενται στους λογαριασμούς εισοδημάτων των Εναγουσών 1 και 2. Ανάφερε ο Στραπατσάκης ότι αφ' ης στιγμής τα χρήματα κατατίθεντο στον λογαριασμό στο IBU και δαπανούνταν δεν υπήρχε τρόπος ή λόγος αντίδρασης. Είναι παραδεκτό από τις Ενάγουσες ότι δεν κατατίθεντο όλα τα ναύλα στους λογαριασμούς εισοδημάτων («earnings accounts»), αλλά κάποια κατατίθεντο σε λογαριασμό της PNO στο IBU (Τεκμ.96). Υποστήριξε ο Ονουφρίου πως ήταν πάντοτε μετά από συνεννόηση με το υποκατάστημα Πειραιά. Ο Ονουφρίου αρχικά δεν θυμόταν κατά πόσο είχε αποσταλεί προς τις Ενάγουσες επιστολή σχετικά με το ζήτημα. Αναγνώρισε, ωστόσο, όταν του υποδείχθηκε, επιστολή ημερ. 22.7.2009 του Οικονόμου (Τεκμ.80 και 97) όπου παρατηρείται ότι οι Ενάγουσες δεν παρείχαν πληροφορίες για τις δραστηριότητες τους, κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους διοχέτευαν τους ναύλους σε άλλους λογαριασμούς και ζητείτο η συμμόρφωση τους. Το σχόλιο του Ονουφρίου ήταν ότι αυτό που αναφερόταν στην επιστολή δεν ήταν αληθές και ο δικηγόρος έσφαλε έχοντας λανθασμένη πληροφόρηση, γιατί όποτε ναύλα κατατίθεντο σε άλλο λογαριασμό αυτό γινόταν μετά από πλήρη συνεννόηση με το υποκατάστημα Πειραιά. Ανάφερε ακόμα ότι στα επόμενα δύο χρόνια δεν παραλήφθηκε άλλη τέτοια επιστολή και αν η Τράπεζα δεν είχε πράγματι συμφωνήσει θα μπορούσε να τερματίσει τις συμφωνίες. Τη θέση ότι οι καταθέσεις ναύλων στο λογαριασμό του IBU στη Λεμεσό γίνονταν σε γνώση της Τράπεζας που ήταν πάντοτε ενήμερη, υποστήριξε και ο Χατζησάββας. Ο ίδιος απέστελλε στην Τράπεζα το τιμολόγιο που εξέδιδε και πληροφορούσε ότι τα ναύλα θα κατατίθεντο στο λογαριασμό του IBU στη Λεμεσό. Αυτό γινόταν και για σκοπούς διευκόλυνσης γιατί στο λογαριασμό αυτό είχε άμεση πρόσβαση και μπορούσε πιο εύκολα να κάμει πληρωμές προς τρίτους. Τέθηκε, κατά την αντεξέταση, υπόψη του Χατζησάββα ηλεκτρονικό μήνυμα του Στραπατσάκη ημερ. 11.6.2010 (Τεκμ.107) με το οποίο ζητούνταν εξηγήσεις για συγκεκριμένο ναύλο. Η θέση του ήταν ότι από την Τράπεζα του είπαν «μην το πάρεις πολύ αυστηρά, είναι τυπική επιστολή. Γράψε μου μια απάντηση» και πρέπει ο ίδιος να είχε απαντήσει, χωρίς να θυμάται τι απάντησε. Σε σχέση με εμβάσματα από ναύλους των πλοίων στο λογαριασμό της ΡΝΟ στο IBU, η Βότση μαρτύρησε ότι δεν υπήρχε συγκατάθεση του Ναυτιλιακού Τμήματος και θυμάται ότι τηλεφωνούσε από την Ελλάδα ο Οικονόμου και αναζητούσε ναύλους διαμαρτυρόμενος. Η Βότση αναφέρθηκε σε «πάμπολλες» επικοινωνίες και στη συνέχεια ότι σίγουρα ήταν περισσότερες από δύο. Της υποδείχθηκε ότι κατά την εκδίκαση της αγωγής 1958/2012 είχε δώσει μαρτυρία την 24.3.2015 (Τεκμ.135) και είχε πει ότι έτυχε μια-δύο φορές να τηλεφωνήσουν και να δουν κατά πόσο έμπαιναν λεφτά στο λογαριασμό της εταιρείας στην Κύπρο. Επέμενε ωστόσο ότι ήταν περισσότερες από μια-δυο φορές. Ι. Η Επιστολή Τερματισμού Ο Οικονόμου μαρτύρησε ότι με οδηγίες της Τράπεζας, συνέταξε και απέστειλε επιστολή τερματισμού ημερ. 19.5.2011 (Τεκμ.44) προς τις Ενάγουσες. Οι Ενάγουσες αρνούνται τη λήψη τέτοιας επιστολής και εισηγούνται ότι η αποστολή επιστολής τερματισμού είναι μεταγενέστερη επινόηση της Τράπεζας, υποδεικνύοντας ότι τέτοια επιστολή επικαλέστηκε για πρώτη φορά η Τράπεζα την 11.7.2012 σε ένορκη δήλωση (Τεκμ.45) στα πλαίσια της αγωγής XXXX/2012. Οι Ενάγουσες είχαν τότε αμφισβητήσει την αποστολή ή λήψη της επιστολής τερματισμού και μεταξύ τους και του Οικονόμου ανταλλάχτηκε σχετική αλληλογραφία τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2012 (Τεκμ.47, 48, 119 και 120). Ο Χατζησάββας μαρτύρησε ότι η επιστολή της Τράπεζας ημερ. 19.5.2011 ουδέποτε παραλήφθηκε στη διεύθυνση που αναφέρεται σε αυτή, που είναι η διεύθυνση του γραφείου όπου ο ίδιος εργαζόταν για την πλοιοδιαχείριση. Ο Οικονόμου παρουσίασε φωτοαντίγραφο της σχετικής σελίδας του βιβλίου καταγραφής εξερχόμενης αλληλογραφίας του γραφείου του (Τεκμ.118), όπου καταγράφεται ότι η επιστολή τερματισμού αποστάληκε στη διεύθυνση της ΡΝΟ και ανάφερε ότι ο λόγος που αποστάληκε με συνηθισμένο ταχυδρομείο ήταν γιατί έτσι προνοούσε ο όρος 36 της δανειακής σύμβασης. Η ίδια επιστολή αποστάληκε και στους εγγυητές, την ΡΝΟ και τον Ονουφρίου, όπως προνοούσε ο όρος 36 των συμφωνιών εγγύησης τους (Τεκμ.5 και 4 αντίστοιχα). Ο όρος 36.3 επέτρεπε την προσωπική επίδοση με το χέρι και με τηλεομοιότυπο, ωστόσο η αποστολή με συνηθισμένο ταχυδρομείο ήταν επίσης επιτρεπτή. Η ΧΧΧΧ Πλατσούκα (Μ.Υ.2) (γραπτή δήλωση-Τεκμ.121) εργάζεται από το 2005 μέχρι σήμερα στο δικηγορικό γραφείο του Οικονόμου. Ασκεί διοικητικά καθήκοντα, μεταξύ των οποίων και η διεκπεραίωση της εισερχόμενης και εξερχόμενης αλληλογραφίας του γραφείου. Υπεύθυνη για την τήρηση του βιβλίου καταγραφής εξερχόμενης αλληλογραφίας ήταν κάποια ΧΧΧΧ Μωραΐτη η οποία και προέβηκε στην καταγραφή που αφορά την επίδικη επιστολή τερματισμού. Η Πλατσούκα εκτελεί και καθήκοντα ταχυδρόμησης των εξερχόμενων επιστολών και κατά την παραλαβή τους από την Μωραΐτη ελέγχει ότι της παραδίδονται όλες οι επιστολές που έχουν καταγραφεί στο βιβλίο. Έτσι συνέβηκε και στην προκειμένη περίπτωση. Αφού έλεγξε ότι της παραδόθηκαν οι επιστολές της ημέρας 19.5.2011, στις οποίες περιλαμβάνονταν οι επίδικες επιστολές τερματισμού, η ίδια τις ταχυδρόμησε αφού τοποθέτησε το ορθό γραμματόσημο. Όλες οι επιστολές αποστάληκαν σε ένα φάκελο, εφόσον όλοι οι παραλήπτες είχαν την ίδια διεύθυνση. Η Πλατσούκα είχε παραλάβει το φάκελο κλειστό. Οι επιστολές δεν επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο. Το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Οικονόμου και της Πλατσούκα σε σχέση με την σύνταξη και αποστολή της επιστολής τερματισμού. Η θέση των Εναγουσών ότι πρόκειται για μεταγενέστερη επινόηση της Τράπεζας, που δεν εδράζεται σε θετική προς τούτο μαρτυρία, δεν γίνεται αποδεκτή. Εάν επρόκειτο για κατασκεύασμα θα επιλεγόταν, ίσως, να έχει ημερομηνία πριν την μεταφορά των χρημάτων από τον λογαριασμό παρακράτησης στον δανειακό την 22.3.2011. Η αποδοχή της μαρτυρίας του Οικονόμου και της Πλατσούκα σε σχέση με την σύνταξη και αποστολή της επιστολής τερματισμού εγείρει τεκμήριο ότι αυτή παραλήφθηκε από τις Ενάγουσες, τεκμήριο που δεν έχει ανατραπεί αφού το Δικαστήριο δεν αποδέχεται και απορρίπτει την περί του αντιθέτου μαρτυρία των Χατζησάββα και Ονουφρίου στην βάση της κατάληξης του αναφορικά με την αξιοπιστία τους, όπως εξηγείται πιο κάτω. Η σημασία όμως της επιστολής τερματισμού δεν είναι ουσιαστική. Δεν εξετάζεται με την παρούσα αγωγή αξίωση της Τράπεζας που να εδράζεται στον τερματισμό της δανειακής σύμβασης όπως είχε τροποποιηθεί και η αξίωση των Εναγουσών βασίζεται σε ξεχωριστή προφορική συμφωνία, που διατείνονται ότι συνομολογήθηκε. Η δε παράβαση εκ μέρους της Τράπεζας που επικαλούνται έγινε σε χρονικό στάδιο που προηγήθηκε της επιστολής τερματισμού. Ενδεχομένως, η επιστολή τερματισμού αποστάληκε ώστε να δικαιολογηθεί η απαίτηση πληρωμής που ακολούθησε σε σχέση με την εγγύηση της ΡΝΟ, ζήτημα που εξετάστηκε στην αγωγή 1958/2012, αποφασίστηκε και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας. Ως προς την αντίληψη των Εναγουσών ότι η Τράπεζα ενεργούσε στην βάση ότι δεν εκκρεμούσε οτιδήποτε πέραν της είσπραξης του χρεωστικού υπολοίπου του δανειακού λογαριασμού, η επιστολή της Τράπεζας προς την ΡΝΟ ημερ.24.3.2011 (Τεκμ.41) που δεν αμφισβητείται ότι παραλήφθηκε ήταν ξεκάθαρη. Αναφερόταν ότι όλα τα χρήματα από τον λογαριασμό παρακράτησης είχαν ήδη λογιστεί έναντι του χρέους. Ακολούθησε και άλλη επιβεβαίωση με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.18.4.2011 (Τεκμ.42, μέρος), όπου ευθαρσώς αναφέρεται ότι η δανειακή σύμβαση είχε τερματιστεί λόγω πολλαπλών παραβάσεων («the loan facility has been terminated because of multiple events of default»). Επομένως, και για σκοπούς της παρούσας αγωγής, η επιστολή τερματισμού δεν θα είχε σημασία ούτε ως γεγονός πληροφόρησης των Εναγουσών. Κ. Τα Αιτήματα για Νέα Δανειδότηση Μετά την μεταφορά των $6.209.910,06 από τον λογαριασμό παρακράτησης στον δανειακό λογαριασμό τον Μάρτιο του 2011 οι Ενάγουσες άρχισαν να υποβάλλουν αιτήματα για νέα δανειοδότηση για την αγορά νεώτερων πλοίων. Ανάφερε ο Ονουφρίου ότι αυτό έγινε κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας και με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των Εναγουσών. Παρουσιάστηκαν δύο αίτηματα από την ΡΝΟ για παραχώρηση δανείου, μετά τον τερματισμό της δανειακής, την 1.7.2011 και 2.8.2011 (Τεκμ.123 και 55). Στα σχετικά έγγραφα δεν υπάρχει η υπογραφή του Ονουφρίου. Όπως εξήγησε ο Στραπατσάκης πρόκειται για εσωτερικά έγγραφα της Τράπεζας, απορρίπτοντας την υποβολή ότι δεν πρόκειται για γνήσια αιτήματα, επικαλούμενος ότι δεν θα ήταν δυνατό να ενεργοποιηθούν οι διαδικασίες και να λειτουργήσει η Επιτροπή Δανείων χωρίς να υπάρχει αίτημα. Είναι η θέση της Βότση ότι ο Ονουφρίου γνώριζε ότι το Ναυτιλιακό Τμήμα θα υπέβαλλε απαίτηση για την πληρωμή της εγγύησης, γι΄ αυτό και είχε επανειλημμένες επαφές και συναντήσεις με λειτουργούς του IBU, στην παρουσία της, με σκοπό να παραχωρηθούν στην ΡΝΟ διευκολύνσεις για την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του δανειακού λογαριασμού. Η ΡΝΟ με επιστολή της ημερ. 30.6.2011 (Τεκμ.95) δήλωσε ότι ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί τη μεταφορά του χρέους του δανειακού λογαριασμού στο IBU νοουμένου ότι η Τράπεζα θα παραχωρούσε δάνειο για την εξόφληση του. Η θέση επιβεβαιώθηκε με νέα επιστολή της ΡΝΟ ημερ. 4.7.2011 (Τεκμ.49). Σε σχέση με τα αιτήματα της ΡΝΟ για παραχώρηση δανείου, εξήγησε η Βότση ότι το πρώτο έγινε μέσω της επιστολής ημερ. 30.6.2011. Στη βάση της επιστολής και κατόπιν συνεννόησης και έγκρισης του Ονουφρίου, το IBU ετοίμασε δαχτυλογραφημένο αίτημα (Τεκμ.130). Το αίτημα απορρίφθηκε από την Επιτροπή Δανείων και το IBU και πάλι κατόπιν συνεννόησης και έγκρισης του Ονουφρίου υπόβαλε διαφοροποιημένο αίτημα. Πρόκειται για το Τεκμ.123 που, όπως αναφέρει η Βότση είναι ανυπόγραφο γιατί τον καιρό εκείνο δεν απαιτείτο η υπογραφή του πελάτη στο αίτημα. Η υπογραφή του απαιτείτο μόνο όταν το αίτημα εγκρινόταν και υπόγραφε την αποδοχή του κατά την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας. Το δεύτερο αίτημα υποβλήθηκε στη «Μικρή Επιτροπή» και εγκρίθηκε με διαφοροποιήσεις που δεν αποδέχτηκε η ΡΝΟ και γι΄ αυτό ο Ονουφρίου δεν υπόγραψε ποτέ το αίτημα (Τεκμ.123) ή την απόφαση έγκρισης (Τεκμ.55). Λ. Οι Ζημιές των Εναγουσών Μαρτύρησε ο Χατζησάββας ότι η εξεύρεση ναύλων και φορτίων για τα πλοία των Εναγουσών ανατέθηκε το 2008 με αποκλειστική συμφωνία αντιπροσώπευσης στον Al-Mahmoud (Τεκμ.101). Τα πλοία ήταν συνέχεια απασχολημένα με κερδοφόρους ναύλους. Η συνεργασία με τον Al-Mahmoud αναστάληκε τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2011 μέχρι να πωληθούν τα δύο πλοία και να αγοραστούν νεώτερα. Ο Χατζησάββας εκφράζει βεβαιότητα ότι στη συνέχεια η συνεργασία θα συνεχιζόταν μέχρι το 2019 αλλά και για τα επόμενα χρόνια. Τα αποτελέσματα των ναυλώσεων των δύο πλοίων που πραγματοποιήθηκαν τα έτη 2008, 2009 και 2010 εμφαίνονται σε έγγραφα που κατάρτισε ο Χατζησάββας (Τεκμ.102). Εξήγησε ότι από το συνολικό ακάθαρτο εισόδημα αφαιρούνται όλα τα τρέχοντα έξοδα των ναυλώσεων ολόκληρου του έτους και το αποτέλεσμα είναι το καθαρό ετήσιο κέρδος. Σε αυτό προστίθενται όλα τα κέρδη των κατ΄ ιδίαν ναυλώσεων και το άθροισμα είναι το ετήσιο κέρδος ανά πλοίο. Για το 2008 το κέρδος των δύο πλοίων ήταν $10.616.284,71, για το 2009 $3.515.384,50 και για το 2010 $4.906.670,69. Είναι ωστόσο παραδεχτό από τις Ενάγουσες και προκύπτει και από επιστολή τους χωρίς ημερομηνία (Τεκμ.90) ότι το 2009 τα πλοία δεν ήταν κερδοφόρα και τα όποια ναύλα εισπράχθηκαν χρησιμοποιήθηκαν για εργασίες των ιδίων των πλοίων. Σε σχέση με τα κέρδη του 2009, ο Χατζησάββας αποδέχτηκε κατά την αντεξέταση του ότι ήταν ορθή η θέση του Ονουφρίου ότι το 2009 λόγω της κρίσης τα πλοία συντηρούνταν ουσιαστικά με τα ναύλα τους και από ίδια κεφάλαια. Προσπάθησε να συμβιβάσει την μαρτυρία του για κέρδη το 2009 και την παραδοχή περί του αντιθέτου με αναφορά σε ζητήματα ρευστότητας και χρόνου που τα έσοδα εισπράττονται, για να δικαιολογήσει ότι ίδια κεφάλαια χρησιμοποιήθηκαν όταν υπήρχε πρόβλημα ρευστότητας λόγω του χρόνου της καταβολής κάποιων ναύλων, που στο τέλος πληρώθηκαν. Στη ρευστότητα προσπάθησε να αποδώσει και την αδυναμία των Εναγουσών 1 και 2 να καταβάλουν τις δόσεις του δανείου τους. Κατά την επανεξέταση του αναφέρθηκε στην περίοδο Σεπτεμβρίου 2008-Ιανουαρίου 2009 όταν λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης δημιουργήθηκε πρόσκαιρη οικονομική στενότητα. Την περίοδο εκείνη, ανάφερε, ο Ονουφρίου χρηματοδότησε τις Ενάγουσες με περίπου $1.5 εκατ.. Για τα χρόνια αυτά υπολόγισε το μέσο όρο του χρονοναύλου των δύο πλοίων διαιρώντας το ετήσιο τους εισόδημα με τον αριθμό των ναυλωμένων ημερών. Διαπιστώνει ότι οι χρονοναύλοι των δύο πλοίων ακολουθούσαν κατά μέγιστη προσέγγιση τις τιμές του δείκτη Baltic Exchange Handysize Dry Index (Τεκμ.104), που είναι αναγνωρισμένος διεθνής ναυτιλιακός οργανισμός που παρέχει σωστή και έγκυρη πληροφόρηση της τιμής του ναύλου ανά κατηγορία πλοίου (Τεκμ.103). Ο σκοπός της εργασίας αυτής ήταν για να καταδειχθεί η προσέγγιση των πραγματικών χρονοναύλων των δύο πλοίων με τους δείκτες του Baltic Exchange, έτσι που αυτοί να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο για τον υπολογισμό των ναύλων, δηλαδή των εσόδων, που θα επέφεραν τα νεώτερα πλοία που οι Ενάγουσες 1 και 2 θα αγόραζαν. Για να υπολογίσει τα ετήσια έξοδα των πλοίων έλαβε υπόψη ότι τα ημερήσια έξοδα του κάθε πλοίου θα ήταν $3.850, όπως, κατά την θέση του, ήταν τα έξοδα των δύο πλοίων το 2008. Δεν χρησιμοποίησε τις τιμές των ημερησίων εξόδων των ετών 2009 και 2010 που ήταν ψηλότερες, λαμβάνοντας υπόψη ότι στα νεώτερα πλοία θα εργοδοτείτο μικρότερο πλήρωμα και θα είχαν λιγότερα έξοδα συντήρησης. Τα έξοδα και για τα δύο πλοία, όπως τα παρουσίασε, ήταν τα ίδια ακριβώς το 2008 και επακριβώς τα ίδια το 2009. Η εξήγηση του Χατζησάββα ήταν ότι αυτό συνέβαινε γιατί επρόκειτο για «αδελφά» πλοία. Τους ημερήσιους χρονοναύλους σύμφωνα με τους δείκτες του Baltic Exchange πολλαπλασιάζει με τον αριθμό 285 που είναι οι ωφέλιμες ημέρες ναύλωσης κάθε πλοίου, που λαμβάνει υπόψη ότι στη διάρκεια του έτους ένα πλοίο μπορεί να χρειαστεί συντήρηση ή να παραμείνει ανενεργό για 80 ημέρες. Τα ημερήσια έξοδα πολλαπλασίασε και πάλι με τον αριθμό 285, για να αποδεχτεί όμως αντεξεταζόμενος ότι στα έξοδα ο πολλαπλασιαστής θα έπρεπε να είναι ο αριθμός 365, όσες δηλαδή οι ημέρες του χρόνου. Ως αποτέλεσμα τα έξοδα των δύο πλοίων αυξάνονται κατά $615.000 ετησίως. Γεννάται ερώτημα σε σχέση με τους υπολογισμούς που έκαμε για να καταλήξει ότι τα ημερήσια έξοδα του κάθε πλοίου θα ήταν $3.850. Δηλαδή, ακόμα και αν είχε υποπέσει σε σφάλμα σε σχέση με τον αριθμό των ημερών, πώς και δεν αντιλήφθηκε ότι τα ετήσια έξοδα των πλοίων έβγαιναν πολύ χαμηλά σε σχέση με τα πραγματικά που γνώριζε. Η αξίωση, όπως την προβάλλει ο Χατζησάββας, λαμβάνει υπόψη ότι οι Ενάγουσες θα αγόραζαν ακόμη ένα πλοίο, δηλαδή τρίτο, το 2013, ακόμα ένα το 2015 και ούτω καθεξής. Αξιώνονται συνεπώς και οι απώλειες από περισσότερα των δύο πλοίων. Η ΡΝΟ που αξιώνει αποζημιώσεις στη βάση ότι θα συνέχιζε να διαχειρίζεται τα πλοία των Εναγουσών 1 και 2 εισπράττοντας $365.000 ετησίως για κάθε πλοίο, όπως συνέβαινε (βλ. Τεκμ.22-25) κερδίζοντας €446.999 ετησίως, που είναι το ποσό που κέρδισε το 2010, αξιώνει και αποζημιώσεις για τις απώλειες κερδών που θα πραγματοποιούσε από τα επιπλέον πλοία που θα αγόραζαν οι Ενάγουσες 1 και 2 και που πάλιν θα διαχειριζόταν η ίδια. Τέτοιες αξιώσεις δεν καλύπτονται από τη δικογραφία και περαιτέρω παραγνωρίζεται η θέση που προβλήθηκε από τις ίδιες τις Ενάγουσες ότι στη ναυτιλία κάθε πλοίο ανήκει σε διαφορετική εταιρεία (βλ. Τεκμ.18 και 19). Περαιτέρω, σημειώνεται ότι καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε για τις όποιες τιμές τα πλοία που θα αγοράζονταν θα πωλούνταν μετά από χρόνια για κατεδάφιση σε «scrap value». Αυτό που μπορεί να σημειωθεί είναι πως παρουσιάζεται ως αντικειμενικά ασυμβίβαστο είναι ότι ένα πλοίο που θα πωλείτο ως σιδερικά για $5,5 εκατ., όπως είναι η σχετική αξίωση (παρ.27(β) της Έκθεσης Απαίτησης) δεν είναι λογικό ότι θα αγοραζόταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση για μόνο $4,5 εκατ.. Υποβλήθηκε στον Χατζησάββα ότι τα ημερήσια έξοδα που υπολόγισε για κάθε πλοίο ήταν πολύ χαμηλά. Σε πρόταση που οι Ενάγουσες είχαν υποβάλει στην Τράπεζα το 2011 (Τεκμ.108) τα ημερήσια έξοδα παρουσιάζονταν διπλάσια. Η θέση του Χατζησάββα ήταν ότι υπήρξε σφάλμα στο πρόγραμμα που χρησιμοποιήθηκε που διπλασίασε τα συνολικά ημερήσια έξοδα των δύο πλοίων. Επίσης ψηλότερα ημερήσια έξοδα, $6.622 αντί $3.850, εξάγονται από τα στοιχεία που καταγράφονται στην παρ.33 της γραπτής δήλωσης του Χατζησάββα. Δικαιολογήθηκε ο Χατζησάββας αναφέροντας ότι επρόκειτο για το 2008 που υπήρχε έξαρση στη ναυτιλία και τα πλοία ταξίδευαν ασταμάτητα και επομένως και τα έξοδα τους ήταν πολύ πιο ψηλά. Προηγουμένως όμως είχε πει πως δεν χρησιμοποίησε τις τιμές των ημερησίων εξόδων των ετών 2009 και 2010 που ήταν ψηλότερες, λαμβάνοντας υπόψη ότι στα νεώτερα πλοία θα εργοδοτείτο μικρότερο πλήρωμα και θα είχαν λιγότερα έξοδα συντήρησης. Ο Al-Mahmoud κατάθεσε ότι η συνεργασία τους αφορούσε αποκλειστική αντιπροσώπευση (Τεκμ.101) και διήρκησε από το 2008 μέχρι το 2010, οπόταν και συμφωνήθηκε να ανασταλεί για τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2011 όταν τον Δεκέμβριο του 2010 ο Ονουφρίου τον ενημέρωσε ότι είχε συμφωνήσει με την Τράπεζα όπως οι Ενάγουσες πωλήσουν τα πλοία τους και αγοράσουν νεότερα από το προϊόν της πώλησης και μέχρι να τα αγοράσουν. Ο Al-Mahmoud υποστήριξε ότι κατά την περίοδο της συνεργασίας τους τα πλοία των Εναγουσών ήταν απασχολημένα με κερδοφόρους ναύλους. Οι ναυλώσεις που πραγματοποίησαν παρουσιάζονται σε σχετικό έγγραφο (Τεκμ.102). Ανάφερε ότι από το 2011 μέχρι σήμερα ναυλώνει πλοία τύπου Handysize Bulkcarriers, όπως ήταν το Bravo P και το Alfa K και παρουσίασε κατάσταση αποτελεσμάτων τέτοιων ναυλώσεων (Τεκμ.114). Οι ημερήσιες χρονοναυλώσεις που εξασφάλιζε για τα πλοία αυτά συνάδουν, ανάφερε, με τους δείκτες του Index Baltic Exchange (Τεκμ.104). Παρέθεσε διάφορες ημερήσιες χρονοναυλώσεις για διάφορα πλοία υποδεικνύοντας την αρμονία τους με τους πιο πάνω δείκτες. Εφόσον η συνεργασία του με τις Ενάγουσες αφορούσε αποκλειστική αντιπροσώπευση, εάν οι Ενάγουσες αγόραζαν νέα πλοία θα διοχέτευε σε αυτά τους ναύλους και εκτιμά ότι τα πλοία τους θα ήταν απασχολημένα για 300 ημέρες το χρόνο. Όπως εξήγησε με την αποκλειστική αντιπροσώπευση ο πλοιοκτήτης πληρώνει υψηλότερο ποσοστό («brokerage») στο ναυλωτή, έναντι του πλεονεκτήματος να έχει τα πλοία του πιο συχνά ενεργά. Η XXXXX Μαραθεύτη (Μ.Ε.4) (γραπτή δήλωση-Τεκμ.115) είναι εγκεκριμένη λογίστρια από το 1987 και από το 2009 μέχρι σήμερα εργάζεται στο ελεγκτικό γραφείο των Y. Iacovou & Co Ltd. Καθημερινά ασχολείται με την ετοιμασία ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων. Ανάμεσα στους πελάτες που χειριζόταν ήταν και οι Ενάγουσες. Η Μαραθεύτη έχει ετοιμάσει τις καταστάσεις εσόδων-εξόδων των Bravo P και Alfa K για τα έτη 2008-2010 (Τεκμ.61-66) και τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της ΡΝΟ για τα έτη αυτά (Τεκμ.67-69). Για την ετοιμασία των πιο πάνω είχε επικοινωνία με τον Ονουφρίου και τον Χατζησάββα και τα σχετικά στοιχεία και έγγραφα της παραδόθηκαν από τον τελευταίο. Οι καταστάσεις εσόδων-εξόδων των δύο πλοίων δεν συνιστούν οικονομικές καταστάσεις των πλοιοκτήτριων εταιρειών, είναι όμως, εφόσον τα στοιχεία είναι ορθά, βασικό στοιχείο, αφού οι Ενάγουσες δεν διεξήγαγαν άλλες επιχειρήσεις. Σε σχέση με τις καταστάσεις εσόδων-εξόδων των πλοίων εξήγησε ότι τα έξοδα τους είναι επακριβώς τα ίδια γιατί επιλέγηκε και χρησιμοποιήθηκε συγκεκριμένη μεθοδολογία που ονομάζεται προϋπολογισμός στη βάση της οποία τα έξοδα κατανέμονται ισάξια. Όχι γιατί ήταν «αδελφά» πλοία και είχαν στην πραγματικότητα τα ίδια έξοδα, όπως προσπάθησε να δικαιολογήσει το γεγονός ο Χατζησάββας. Οι καταστάσεις αυτές, ανάφερε η Μαραθεύτη, δεν περιλαμβάνουν δόσεις ή τόκους δανείων. Αυτό είναι κατανοητό εφόσον αφορούν μόνο τα πλοία, όμως ούτε στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της ΡΝΟ περιλαμβάνονται δόσεις ή τόκοι δανείων που ήταν μια ουσιαστική παράμετρος, εφόσον όλες οι Ενάγουσες είχαν δάνεια, μάλιστα τόσο μεγάλα σε σχέση με τις δυνατότητες τους που αδυνατούσαν να τα εξυπηρετούν. Ο Παυλίδης λαμβάνοντας στοιχεία από ανεξάρτητες εξειδικευμένες πηγές όπως η Marsoft Inc (Τεκμ.126), η οποία είναι ανεξάρτητη συμβουλευτική εταιρεία που παρέχει ιστορικά δεδομένα για ναύλους και τιμές πλοίων, προέβηκε σε μια κατά προσέγγιση ανάλυση της πορείας που θα είχαν τα δύο πλοία που θα αγόραζαν οι Ενάγουσες το 2011. Κατέληξε ότι θα είχαν στο τέλος του 2018 ζημιά ύψους $2,6 εκατ. και όχι κέρδη. Ο Παυλίδης διαφωνεί και θεωρεί ως πολύ χαμηλό και λανθασμένο το ποσό των $3.850 που ο Χατζησάββας καθορίζει ως τα ημερήσια έξοδα των πλοίων που θα αγόραζαν οι Ενάγουσες 1 και 2. Η Marsoft καθορίζει τα λειτουργικά έξοδα τέτοιων πλοίων σε $6.127 ημερησίως. Ο Παυλίδης επισημαίνει ότι στο έντυπο «Projected Profit & Loss Account» για την περίοδο Μαΐου 2008-Απριλίου 2013 (Τεκμ.27) που οι ίδιες οι Ενάγουσες 1 και 2 είχαν παρουσιάσει στην Τράπεζα, τον Μαϊο του 2008 κατά τον Ονουφρίου, το ποσό είναι $6.622, ενώ για την περίοδο Ιανουαρίου 2010-Δεκεμβρίου 2015 (Τεκμ.108) που επίσης οι ίδιες οι Ενάγουσες 1 και 2 παρουσίασαν, το ποσό είναι $7.889. Ο Παυλίδης συμφώνησε στον καθορισμό των ωφέλιμων ημερών των πλοίων σε 285, θεωρεί όμως ότι σε αυτό τον αριθμό λαμβάνεται υπόψη ότι για τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου τα πλοία δεν θα είχαν πελάτες και πως πρόσθετες ημέρες θα έπρεπε να αφαιρεθούν για να καλυφθούν βλάβες και άλλα αναπάντεχα συμβάντα. Είναι η θέση του Παυλίδη ότι ο Χατζησάββας υιοθέτησε ένα πολύ αισιόδοξο σενάριο το οποίο δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα της περιόδου 2011-2018 κατά την οποία η αγορά της ποντοπόρου ναυτιλίας ξηρών φορτίων έφτασε σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Ο ίδιος γνωρίζει ότι την περίοδο εκείνη πολλές πλοιοκτήτριες εταιρείες ήταν ζημιογόνες ή ακόμα σταμάτησαν να λειτουργούν γιατί δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στα έξοδα των πλοίων τους. Σε σχέση με τα παραδείγματα διαφόρων πλοίων που παρουσίασε ο Al-Mahmoud παρατηρεί ότι δύο ήταν εγγεγραμμένα σε νηογνώμονα μέλος του International Association of Classification Societies (IACS) που δεν αποδέχεται πολύ χαμηλής συντήρησης πλοία και επομένως η κατάσταση τους θα πρέπει να ήταν καλύτερη από τα πλοία που θα αγόραζαν οι Ενάγουσες 1 και 2. Επομένως οι ναύλοι που παρουσίασε ο Al-Mahmoud δεν είναι αντιπροσωπευτικοί πλοίων που δεν θα ήταν εγγεγραμμένα στο IACS. Περαιτέρω, παρατήρησε ότι οι ναύλοι που παρουσίασε ο Al-Mahmoud αφορούσαν ταξίδια σε λιμάνια υψηλού κινδύνου για τα οποία συνήθως υπάρχει επαύξηση στο ναύλο. Μ. Αξιολόγηση - Ευρήματα Ο Στραπατσάκης έκαμε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Κανένα λόγο δεν είχε για να παρεκκλίνει από τις θεσμοθετημένες διαδικασίες της Τράπεζας που προνοούν ότι οι συμφωνίες με τους πελάτες της είναι πάντοτε γραπτές και ανάλογα με το ζήτημα που αφορούν υπόκεινται, πριν τη συνομολόγηση τους, σε έγκριση από την αρμόδια επιτροπή της Τράπεζας. Οι δικηγόροι των Εναγουσών καταπιάνονται από μια μονολεκτική απάντηση του Στραπατσάκη (σελ.395 των πρακτικών) υποβάλλοντας ότι αυθόρμητα αποδέχτηκε ότι τα πλοία πωλήθηκαν για να αγοραστούν νέα στη βάση συνεννόησης. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι μπορεί να αποδοθεί αυτή η σημασία σε μια τέτοια απάντηση σε μια εισηγητική ερώτηση. Ενόψει του συνόλου της μαρτυρίας του Στραπατσάκη και της σταθερής του θέσης ότι δεν είχε την εξουσία και δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει έξω από τις νενομισμένες διαδικασίες της Τράπεζας. Προκύπτει από την μαρτυρία του Στραπατσάκη ότι και μετά την πώληση του πρώτου πλοίου υπήρχαν συζητήσεις για το μέλλον της συνεργασίας της Τράπεζας με τις Ενάγουσες. Η προοπτική υπήρχε, γι' αυτό και οι Ενάγουσες είχαν «την εύλογη προσδοκία», όπως επισημαίνεται με αναφορά σε δική τους επιστολή πιο κάτω (τεκμ.51) για να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα αυτά. Η προοπτική επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι για κάποιο χρονικό διάστημα το υπόλοιπο των χρημάτων κρατήθηκε στον λογαριασμό παρακράτησης και δεν μεταφέρθηκε άμεσα στον δανειακό λογαριασμό. Η ύπαρξη λογικής προσδοκίας αναφέρεται και στη παρ.19 της Έκθεσης Απαίτησης. Όμως δεν υπήρχε καμιά συμφωνία. Θα έπρεπε να ανευρεθούν τα νέα πλοία, να εγκριθούν από την Τράπεζα και να καταρτιστούν οι σχετικές συμφωνίες, να υπάρξει δηλαδή ανανέωση, «renewal», όπως ανάφερε ο Στραπατσάκης. Προδήλως γιατί οι ναυτιλιακές χρηματοδοτήσεις έχουν ιδιαιτερότητες ή και γιατί συνήθως αφορούν μεγάλα ποσά, είδαμε ότι δεν χρησιμοποιούνται τυποποιημένα έγγραφα που συμπληρώνουν τραπεζικοί υπάλληλοι, αλλά η Τράπεζα χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες εξωτερικού νομικού συμβούλου στον οποίο ανατίθεται η σύνταξη των σχετικών συμφωνιών, εγγράφων των εξασφαλίσεων, ακόμα και μέρους της αλληλογραφίας με τον πελάτη. Οι συμφωνίες που έχουν παρουσιαστεί είναι πολυσέλιδες και εμπεριέχουν λεπτομερείς όρους. Δεν θα ήταν λογικό ούτε αναμενόμενο στην προκειμένη περίπτωση να συνομολογηθεί συμφωνία από τηλεφώνου ή και σε εστιατόριο, όπως ανάφερε ο Ονουφρίου. Αναφορικά με την θέση του Στραπατσάκη ότι κατά την τηλεφωνική του επαφή με τον Ονουφρίου τον Δεκέμβριο του 2010, είπε στον τελευταίο ότι εάν προχωρούσε με την πώληση των πλοίων, τα έσοδα από αυτή θα χρησιμοποιούνταν έναντι του χρέους της δανειακής σύμβασης, οι δικηγόροι των Εναγουσών επιχειρηματολογούν ότι για ένα τόσο σοβαρό θέμα επιβαλλόταν να έστελλε επιστολή. Ίσως να ήταν φρονιμότερο, όμως, πολύ περισσότερο θα αναμενόταν ότι αν καταρτιζόταν νέα συμφωνία να ήταν και αυτή γραπτή και λεπτομερείς όπως και οι προηγούμενες. Θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας έκαμε και ο Οικονόμου. Εργάστηκε στην υπόθεση υπό την επαγγελματική του ιδιότητα ως δικηγόρος κατ' εντολή με τυπικότητα και δεν έδωσε την εικόνα ότι υα παραποιούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο την αλήθεια για να βοηθήσει την εργοδότρια του στην υπόθεση Τράπεζα. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι ο Οικονόμου μαρτύρησε με ειλικρίνεια και μόνο την αλήθεια. Ο Ονουφρίου δεν έκαμε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι αυτός παραποίησε τα πραγματικά γεγονότα στην προσπάθεια του να τεκμηριώσει αιτία αγωγής και τέτοια της οποίας να μπορούσε να επιληφθεί το Δικαστήριο. Η εισήγηση της υπεράσπισης ότι η επίκληση προφορικής συμφωνίας ήταν επινόηση που έπεται χρονικά της Ενδιάμεσης Απόφασης ημερ. 29.8.2008 δεν αποδεικνύεται θετικά και ούτε είναι αναγκαίο να αποδειχθεί κάτι τέτοιο για την απόρριψη της βασικής θέσης του Ονουφρίου. Τέτοια όμως εντύπωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αυθαίρετη. Επισημαίνει η υπεράσπιση διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα του Ονουφρίου της περιόδου Απριλίου-Ιουνίου 2011 (Τεκμ.42, μέρος), υποδεικνύοντας ότι σε αυτά δεν γίνεται καμιά αναφορά σε προφορική συμφωνία με την Τράπεζα. Η εξήγηση του Ονουφρίου ήταν ότι ο σκοπός αυτών των μηνυμάτων ήταν για να αντιληφθούν οι Ενάγουσες για ποιο λόγο μεταφέρθηκαν τα χρήματα από το λογαριασμό παρακράτησης στο δανειακό λογαριασμό. Όμως, ότι τα χρήματα θα έπρεπε να παραμείνουν στο λογαριασμό παρακράτησης ήταν, κατά τις Ενάγουσες, απόρροια της προφορικής συμφωνίας που ισχυρίζονται ότι είχε συνομολογηθεί και το αναμενόμενο θα ήταν αυτή να επικαλούνταν. Συνεπώς η προσφερθείσα δικαιολογία δεν ευσταθεί. Αντίθετα, σε ηλεκτρονικό μήνυμα του Ονουφρίου ημερ. 30.3.2011 ρητά αναφέρεται ότι οι Ενάγουσες επιβεβαιώνουν ότι οι συμβατικές τους σχέσεις με την Τράπεζα ρυθμίζονται από την δανειακή σύμβαση και τις δύο τροποποιητικές συμφωνίες. Το Τεκμ.49 είναι επιστολή της ΡΝΟ προς το IBU ημερ. 4.7.2011. Δεν γίνεται καμιά αναφορά σε οιαδήποτε παράβαση εκ μέρους της Τράπεζας δυνάμει προφορικής ή άλλης συμφωνίας. Ζητείται νέο δάνειο για την εξόφληση του δανειακού λογαριασμού στον Πειραιά. Σε σχέση με την ναυτιλιακή δραστηριότητα των Εναγουσών, αυτό που αναφέρεται είναι ότι είχαν υποβάλει πρόταση προς το Ναυτιλιακό Τμήμα στο Πειραιά και ανάμεναν απάντηση. Προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής ότι αυτό που είχαν υπόψη ήταν την αγορά ενός μόνο πλοίου με δάνειο ύψους $4,5 εκατ.. Ισχυρή μαρτυρία ενάντια στην υπόθεση των Εναγουσών είναι η επιστολή της ΡΝΟ, που όπως και τις άλλες υπογράφει ο Ονουφρίου, ημερ.1.11.2011 (Τεκμ.51). Αναφέρεται ότι τα πλοία πωλήθηκαν σε «scrap value» λόγω της ηλικίας τους «με την εύλογη προσδοκία ότι θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε το καθαρό προϊόν της πώλησης δια την αγορά νεώτερων πλοίων». Επρόκειτο δηλαδή για εύλογη προσδοκία που μάλιστα, όπως συνεχίζει η επιστολή στηριζόταν στις πρόνοιες των τροποποιητικών συμφωνιών. Δεν γίνεται επίκληση οιασδήποτε προφορικής συμφωνίας. Σε σχέση με την ναυτιλιακή δραστηριότητα των Εναγουσών, επαναλαμβάνεται ότι είχαν υποβάλει πρόταση προς το Ναυτιλιακό Τμήμα στο Πειραιά χωρίς να έχουν λάβει απάντηση. Στον Ονουφρίου δόθηκε η ευκαιρία να εξηγήσει την αναφορά, αλλά η θέση του ότι απλά ήθελε να χρησιμοποιήσει ευγενικές εκφράσεις δεν ικανοποιεί και δεν μεταβάλλει την ουσία αυτού που εξάγεται από την χρήση της συγκεκριμένης φράσης. Ακόμα και στην επιστολή των Εναγουσών ημερ. 12.3.2012 (Τεκμ.52), με την οποία προαναγγελλόταν η λήψη δικαστικών μέτρων, αναφορά γινόταν στις τρεις γραπτές συμφωνίες και το παράπονο ήταν ότι δεν είχαν εκπληρωθεί οι προφορικές διαβεβαιώσεις για διευθέτηση στα πλαίσια νέου αιτήματος τους για την χρηματοδότηση αγοράς νέων πλοίων. Την 30.8.2012 οι Ενάγουσες 1 και 2 καταχώρισαν την αγωγή 6977/12 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, για τα ίδια επίδικα θέματα (Τεκμ.12), την οποία και έχουν αποσύρει την 21.10.2013 με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους (Τεκμ.13). Η εξήγηση του Ονουφρίου ήταν ότι η αγωγή στην Ελλάδα αποσύρθηκε γιατί η Τράπεζα είχε παύσει να υπάρχει ως τράπεζα στην Ελλάδα και είχε πωλήσει τα περιουσιακά της στοιχεία στην Τράπεζα Πειραιώς. Επισημαίνεται πως στις έγγραφες προτάσεις των Εναγουσών δεν γινόταν επίκληση οιασδήποτε προφορικής συμφωνίας, αλλά η βάση της αξίωσης ήταν παράβαση των γραπτών συμφωνιών (βλ. Τεκμ.12, σελ.23). Επισημαίνει ακόμα η υπεράσπιση ότι στα πλαίσια της αγωγής 1958/2012 Ε.Δ. Λεμεσού ο Ονουφρίου δεν επικαλέστηκε προφορική συμφωνία με την Τράπεζα. Ούτε στην εκεί γραπτή του δήλωση (Τεκμ.76, παρ.18), ούτε κατά την διά ζώσης μαρτυρία του, όπου ανέφερε ότι η θέση των Εναγουσών στηριζόταν στις δύο τροποποιητικές συμφωνίες (βλ. Τεκμ.77, πρακτικά ημερ. 9.12.2014, σελ.14-15). Η εξήγηση του Ονουφρίου ήταν ότι το αντικείμενο των δύο αγωγών ήταν εντελώς διαφορετικό και στην αγωγή εκείνη η προφορική συμφωνία δεν αποτελούσε επίδικο γεγονός. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανάφερε ότι στην αγωγή 1958/2012 είχε επικαλεστεί τις τροποποιητικές συμφωνίες ως αυτές που είχαν παραβιαστεί από την Τράπεζα με τη μη διάθεση του προϊόντος της πώλησης για την αγορά νεώτερων πλοίων, γιατί αυτή ήταν τότε η δική του αντίληψη, όμως, πρόσθεσε, το ζήτημα είναι νομικό. Παρατηρεί το Δικαστήριο ότι, όταν ο Ονουφρίου αντιλήφθηκε ότι οι δικαιολογίες του δεν θα μπορούσαν να ήταν πειστικές, άλλαξε εντελώς την προσέγγιση του, επικαλούμενος την λανθασμένη προσέγγιση που είχε διαμορφώσει για το νομικό αποτέλεσμα των γεγονότων. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου είναι ότι ο Ονουφρίου δεν εκτίμησε λανθασμένα το νομικό αποτέλεσμα των γεγονότων. Τα γεγονότα ήταν τέτοια που δεν τεκμηρίωναν την συνομολόγηση προφορικής συμφωνίας. Είναι κατά την παρούσα διαδικασία που τα παρουσίασε διαστρεβλωμένα για να επιτύχει τους σκοπούς του. Διαπιστώνεται ακόμα ότι σε επιστολή του ημερ. 12.3.2012 (Τεκμ.52) αυτό που είχε ο Ονουφρίου επικαλεστεί ήταν ότι η ενέργεια της Τράπεζας να μεταφέρει τα χρήματα από τον λογαριασμό παρακράτησηςστο δανειακό λογαριασμό παραβίαζε τις γραπτές συμφωνίες και όχι οιαδήποτε προφορική συμφωνία. Στο δε θέμα, δηλαδή τον τίτλο της επιστολής αναφέρονταν οι γραπτές συμφωνίες. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι συνομολογήθηκε προφορική συμφωνία για την πώληση των πλοίων και αντικατάσταση τους. Θα ήθελε, όμως το Δικαστήριο να σημειώσει πως, στην περίπτωση που διαπίστωνε ότι συνομολογήθηκε τέτοιου περιεχομένου συμφωνία, αυτή δεν θα μπορούσε να ήταν ανεξάρτητη από τις γραπτές συμφωνίες. Όπως η πρώτη και η δεύτερη τροποποιητική συμφωνία ήταν τροποποιητικές της δανειακής σύμβασης, τροποποιητική της δεύτερης ή τρίτη τροποποιητική συμφωνία θα έπρεπε να θεωρηθεί και η προφορική συμφωνία που οι Ενάγουσες επικαλούνται. Δεν θα ήταν λογικό η Τράπεζα, που με τις δύο γραπτές τροποποιητικές συμφωνίες εισήγαγε τη ρήτρα δικαιοδοσίας, να έδινε προφορική παράταση για την πώληση των πλοίων και αγορά νέων εγκαταλείποντας τη ρήτρα δικαιοδοσίας. Ούτε ο Χατζησάββας έκαμε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Η εντύπωση που το Δικαστήριο απεκόμισε ήταν ότι ο Χατζησάββας ενεργώντας κατά παραγγελία για να υποβοηθήσει τους πρώην εργοδότες του παρουσιάζοντας στοιχεία, άλλα κατ' επιλογή και άλλα ανακριβή, συνέθεσε ένα θεωρητικό υπεραισιόδοξο σενάριο κερδοφορίας για να τεκμηριώσει την αξίωση των Εναγουσών για αποζημιώσεις. Για την προώθηση του σεναρίου κερδοφορίας των Εναγουσών επιστρατεύτηκε και ο Al-Mahmoud οποίος επίσης δεν εντυπωσίασε θετικά το Δικαστήριο. Η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι ο Al-Mahmoud επέλεξε στοιχεία ειδικά για να παρουσιάσει την εικόνα που θα υποβοηθούσε τις Ενάγουσες στις αξιώσεις τους. Ο Παυλίδης από την άλλη έκαμε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Το Δικαστήριο αισθάνεται ότι μπορεί με ασφάλεια να βασιστεί στη μαρτυρία του, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τα επιμέρους ζητήματα για τα οποία έδωσε τεκμηριωμένες εξηγήσεις και τα οποία έχουν σημειωθεί πιο πάνω. Ο Παυλίδης έδωσε την εντύπωση τυπικού επαγγελματία που, με σεβασμό στην εργασία που επιτελεί, υποστηρίζει θετικά μόνο όσα προκύπτουν και τεκμηριώνονται από αξιόπιστες πληροφορίες και στοιχεία που κατέχει. Η Μαραθεύτη εργάστηκε στην βάση στοιχείων που της δόθηκαν. Δεν υπάρχουν τα εχέγγυα για να διαπιστώσει το Δικαστήριο κατά πόσο εργάστηκε έντιμα ή αν μπορούσε από την πείρα της να κρίνει αν ήταν αξιόπιστα και αληθινά, ούτε και έχει σημασία δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν έχει αποδεχτεί την μαρτυρία και απέδωσε σκοπιμότητα στις πηγές των πληροφοριών της, τον Χατζησάββα κατά κύριο λόγο και τον Ονουφρίου. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποδώσει βαρύτητα και να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία που παρουσιάζονται στα Τεκμ.61-69. Πέραν όμως της πτυχής της αξιοπιστίας των μαρτύρων που κατάθεσαν αναφορικά με την επιχειρηματική προοπτική των Εναγουσών 1 και 2, το Δικαστήριο αποδίδει βαρύνουσα σημασία στο ιστορικό της επιχειρηματικής δραστηριότητας των Εναγουσών 1 και 2, όχι όμως όπως οι μάρτυρες τους ηθέλησαν να το παρουσιάσουν, αλλά όπως αυτό προκύπτει από στοιχεία που ανέκυψαν σε χρόνο ανύποπτο σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Οι Ενάγουσες, κατά παραδοχή τους, επέδειξαν αδυναμία να ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις και να καταβάλουν την πρώτη δόση που όφειλαν να πληρώσουν τρεις μήνες μετά που εκταμιεύτηκε προς όφελος τους το ποσό των $13,5 εκατ.. Μάλιστα ζήτησαν και αναστολή των υποχρεώσεων τους που ακολουθούσαν επικαλούμενες την οικονομική τους αδυναμία να ανταποκριθούν επικαλούμενες την κρίση στη ναυτιλία την περίοδο Σεπτεμβρίου 2008 - Φεβρουαρίου 2009 (βλ. επιστολή ημερ. 22.12.2008 - Τεκμ.79). Υπάρχει και μια άλλη επιστολή, χωρίς ημερομηνία (Τεκμ.90), όπου αναφέρουν ότι δεν θα ήταν σε θέση να πληρώσουν τις δόσεις που θα ήταν πληρωτέες από τον Δεκέμβριο του 2009. Οι Ενάγουσες συνέχισαν να βρίσκονται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση. Στην επιστολή της ΡΝΟ ημερ. 19.1.2010 (Τεκμ.35) αναφέρεται ότι τα έξοδα συντήρησης των πλοίων κατά την πιο πάνω περίοδο που ήταν περί τα $1,5 εκατ. καλύφθηκαν από ίδιους πόρους. Είναι το ποσό που ο Χατζησάββας ανάφερε ότι πληρώθηκε από τον Ονουφρίου. Αναφέρεται ακόμα ότι η ναυλαγορά ξηρού φορτίου που άρχισε να ανακάμπτει δεν είχε μέχρι τότε, δηλαδή τον Ιανουάριο του 2010, ανακάμψει στην ολότητα της. Όπως μαρτύρησε η Βότση, χωρίς επί του προκειμένου να αμφισβητηθεί, ένας από τους λογαριασμούς που διατηρεί η ΡΝΟ στο IBU, για την εξόφληση του οποίου εκκρεμεί αγωγή στο Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμ.133), είχε ανοιχθεί την 3.3.2009 και αφορούσε δάνειο $1,2 εκατ.. Από αυτό ποσό $1.164.000 μεταφέρθηκε στο δεσμευτικό λογαριασμό των Εναγουσών 1 και 2 στον Πειραιά (Τεκμ.134). Προκύπτει πως οι Ενάγουσες κατέφευγαν σε δανεισμό για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, ακόμα και μετά τις παραχωρήσεις που γίνονταν προς όφελος τους από την Τράπεζα. Η τοποθέτηση που τόσο κομψά έκαμε ο Στραπατσάκης, ότι λόγω της καταγωγής του Ονουφρίου ως Κύπριος επιχειρηματίας είχε μια ιδιαιτέρως ευνοϊκή μεταχείριση από την Τράπεζα, προκύπτει να ήταν πλήρως δικαιολογημένη. Η εικόνα των Εναγουσών 1 και 2, την περίοδο από την συνομολόγηση της δανειακής σύμβασης μέχρι και το 2011 που γεννάται το αγώγιμο δικαίωμα το οποίο επικαλούνται, ήταν επιεικώς πολύ ζοφερή. Τη δεδομένη στιγμή, τα περιουσιακά τους στοιχεία ήταν το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό παρακράτησης, ενώ η οφειλή τους, δηλαδή το χρεωστικό υπόλοιπο στον δανειακό λογαριασμό, κατά $4,7 εκατ. περισσότερο. Ήταν δηλαδή καταχρεωμένες και δεν είχαν ούτε ένα πλοίο ή οιονδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο. Υπάρχει ακόμη μια διάσταση της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκονταν οι Ενάγουσες 1 και 2. Υπενθυμίζεται ότι από το προϊόν της πώληση των πλοίων τους ποσό $2.890.000 πληρώθηκε για υποχρεώσεις τους προς τρίτους. Δεν αμφισβητήθηκε ο Στραπατσάκης που ανάφερε ότι οι οφειλές ήταν σε χρέη που είχαν προτεραιότητα, περιλαμβανομένων οφειλών προς τα πληρώματα. Δηλαδή υπήρχαν οφειλές στις οποίες προφανώς οι Ενάγουσες δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν και η πώληση των πλοίων τους φαντάζει ως επιβεβλημένη λόγω και των χρεών τους, παρά ως μια προοδευτική επιχειρηματική απόφαση για ανανέωση του στόλου τους. Ένα περαιτέρω στοιχείο προκύπτει από την πρόταση των Εναγουσών που διαβιβάστηκε στην Τράπεζα με το ηλεκτρονικό μήνυμα του Ονουφρίου ημερ. 23.12.2010 και την επιστολή του ημερ. 15.2.2011 προς την Τράπεζα (Τεκμ.87). Η πρόταση ήταν να χρησιμοποιηθεί το επιπλέον ποσό των $4 εκατ. από το προϊόν της πώλησης για την μείωση του χρεωστικού υπολοίπου του δανειακού λογαριασμού και οι Ενάγουσες να αγοράσουν ένα μόνο πλοίο. Ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, οι ίδιες οι Ενάγουσες αναγνώριζαν την συρρίκνωση της επιχείρησης τους. Το Δικαστήριο αποδέχεται την βασική θέση του Στραπατσάκη ότι κατά την τηλεφωνική του συνομιλία με τον Ονουφρίου τον Δεκέμβριο του 2010 είχε ευθαρσώς αναφέρει στον τελευταίο ότι εφόσον είχε εκπνεύσει η εξάμηνη προθεσμία της δεύτερης τροποποιητικής συμφωνίας για πώληση των πλοίων και αγοράς νέων, η Τράπεζα δεν θα έδινε άλλη παράταση για αγορά νέων πλοίων και πως, εάν προχωρούσε με την πώληση των πλοίων, τα έσοδα από αυτή θα χρησιμοποιούνταν έναντι του χρέους της δανειακής σύμβασης, ενώ οιαδήποτε άλλη διευκόλυνση για την αγορά νέων πλοίων θα έπρεπε να γίνει νέο αίτημα στην Τράπεζα. Έτσι εξηγεί το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος του Ονουφρίου ημερ. 23.12.2010 (Τεκμ.42 μέρος), που ακολούθησε άμεσα. Γνωρίζοντας ο Ονουφρίου ότι η Τράπεζα θα εισέπραττε όλο το προϊόν των πωλήσεων έναντι του χρέους του δανείου, επιχείρησε να εξασφαλίσει υπόσχεση ότι τα μισά θα παρέμεναν διαθέσιμα για την αγορά ενός νέου πλοίου. Η γενική εικόνα που απεκόμισε το Δικαστήριο συνάδει με την εν κατακλείδι θέση του Στραπατσάκη ότι η Τράπεζα όχι μόνο δεν παρέβηκε τις υποχρεώσεις της έναντι των Εναγουσών αλλά, αντίθετα, ενδεχομένως λόγω της καταγωγής του Ονουφρίου, ως Κύπριος επιχειρηματίας είχε μια ιδιαιτέρως ευνοϊκή μεταχείριση από την Τράπεζα όπως αποδεικνύεται από τις δύο τροποποιητικές συμφωνίες. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ουδεμία προφορική συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγουσών η οιασδήποτε από αυτές. Οι Ενάγουσες 1 και 2 αποφάσισαν την πώληση των πλοίων τους κρίνοντας ότι έτσι εξυπηρετούνταν τα συμφέροντα τους ή υπό το βάρος των οικονομικών τους υποχρεώσεων προς την Τράπεζα, προς πληρώματα ή και τρίτους. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να αποφανθεί γιατί ενήργησαν με τον τρόπο που έπραξαν. Αυτό που το Δικαστήριο ηθέλησε να υποδείξει είναι ότι υφίσταντο αρκετοί καλοί λόγοι γιατί οι Ενάγουσες να καταλήξουν να πωλήσουν τα πλοία τους για σιδερικά. Είναι επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγουσες δεν είχαν την δυνατότητα να αγοράσουν νέα πλοία ακόμα και αν το προϊόν των πωλήσεων ήταν στην διάθεση τους και το γνώριζαν. Φαντάζει και πολύ λογικό πως δεν μπορεί να πωλούνται δύο πεπαλαιωμένα πλοία για σιδερικά και να αναμένεται ότι από το προϊόν της πώλησης που ήταν $9.100.667,56 και αφού ποσό $2.890.757.50, δηλαδή το 32% χρησιμοποιήθηκε για την αποπληρωμή άλλων χρεών, με το υπόλοιπο, δηλαδή το 68%, να αγοραστούν δύο νεώτερα παρόμοια πλοία, όπως περιγράφονται στον όρο 1.3 της πρώτης τροποποιητικής συμφωνίας. Ακόμα και λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πλοία των Εναγουσών είχαν πιο χοντρή λαμαρίνα από τα πλοία νεώτερης κατασκευής και η αξία τους ως σιδερικά ήταν αυξημένη. Το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Παυλίδη αναφορικά με τις τιμές της αγοράς για τα πλοία που θα έπρεπε οι Ενάγουσες να αγοράσουν. Επιβεβαιώνεται πως οι Ενάγουσες δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν νέα πλοία. Επομένως, και αν ακόμα το ποσό στο λογαριασμό παρακράτησης διατίθετο στις Ενάγουσες αναμφίβολα δεν θα μπορούσαν να αγοράσουν δύο πλοία, ενώ είναι αμφίβολο κατά πόσο θα μπορούσαν να αγοράσουν έστω και ένα καλής ποιότητας πλοίο. Είναι περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγουσες δεν έψαχναν για αγορά νέων πλοίων τις περιόδους που πώλησαν τα δύο πλοία και για κάποιο χρονικό διάστημα στη συνέχεια. Το γεγονός συνάδει πως αναγνώριζαν ότι θα μπορούσαν να προχωρήσουν στην αγορά νέων πλοίων μόνο αφού θα εξασφάλιζαν νέα χρηματοδότηση από την Τράπεζα. Άρχισαν τις όποιες έρευνες στην αγορά μετά την μεταφορά του ποσού από τον λογαριασμό παρακράτησης στον δανειακό λογαριασμό και μετά την συνάντηση που έγινε στην Λεμεσό, όταν και άρχισαν να υποβάλλουν αιτήματα στην Τράπεζα για νέα χρηματοδότηση. Οι υποβολές των αιτημάτων για νέα χρηματοδότηση, που το Δικαστήριο αποδέχεται ότι έγιναν, δεχόμενο πως όλα τα σχετικά έγγραφα που παρουσιάστηκαν ήταν γνήσια έγγραφα της εποχής, επιβεβαιώνουν ότι η όποια χρηματοδότηση της Τράπεζας προς τις Ενάγουσες αναγνωριζόταν και από τις ίδιες ότι θα προέκυπτε μέσα από μια νέα συμφωνία. Οι Ενάγουσες που γνώριζαν ότι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν νέα πλοία προσδοκούσαν στην Τράπεζα για να μπορέσουν να επαναδραστηριοποιηθούν. Διαφάνηκε ότι ευελπιστούσαν σε νέες χρηματοδοτήσεις από την Τράπεζα για να μπορέσουν να αγοράσουν νέα πλοία. Ίσως να βάσιζαν τις προσδοκίες τους στην ευνοϊκή μεταχείριση που είχαν κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους με την Τράπεζα. Γι' αυτό και προέβηκαν σε σχετικά αιτήματα για νέα χρηματοδότηση. Ενοχλημένες γιατί η Τράπεζα δεν τους πρόσφερε αυτό που περίμεναν ή που θα ήθελαν, ίσως να είναι γι' αυτό που επινόησαν την υπόθεση που παρουσίασαν για να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη. Η παράβαση την οποία επικαλούνται οι Ενάγουσες επεσυνέβηκε ή επιμαρτυρήθηκε την 16.3.2011 όταν η Τράπεζα μετέφερε το ποσό που βρισκόταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό παρακράτησης στο δανειακό λογαριασμό και έναντι του χρεωστικού υπολοίπου (βλ. Τεκμ.29 και 30), επιβεβαιώνοντας ή και υλοποιώντας την θέση της ότι δεν θα διάθετε το ποσό στις Ενάγουσες για την αγορά νέων πλοίων. Δυνάμει του όρου 24 της δανειακής σύμβασης η Τράπεζα είχε δικαίωμα συμψηφισμού και συνδυασμού επίσχεσης («all rights of set-off, combination lien») σε όλους τους λογαριασμούς των Εναγουσών 1 και 2, περιλαμβανομένων του λογαριασμού εσόδων και του λογαριασμού παρακράτησης («the Earnings Accounts and the Retention Account»)(όρος 24.1) και μεταφοράς των διαθέσιμων υπολοίπων σε πίστη χρεωστικών υπολοίπων σε άλλους λογαριασμούς (όρος 24.2) όπως ήταν ο δανειακός λογαριασμός. Σε σχέση με τον λογαριασμό παρακράτησης («Retention Account») υφίστατο και ξεχωριστή συμφωνία εκχώρησης, παρακαταθήκης και επιβάρυνσης(«Assignment, Pledge and Charge»), που υπογράφτηκε την 28.8.2008, μαζί με τα άλλα έγγραφα εξασφάλισης, που επίσης προνοούσε για το δικαίωμα συμψηφισμού (όρος 3). Τα δικαιώματα αυτά μπορούσαν να ασκηθούν ακόμα και αν δεν σημειωνόταν οιαδήποτε παράβαση της δανειακής σύμβασης και χωρίς να προηγηθεί απαίτηση, όπως αναφέρεται στον όρο 24 του Τεκμ.3 και χωρίς ειδοποίηση όπως αναφέρεται στον όρο 3 του Τεκμ.6. Ακόμα όμως και αν η μεταφορά του ποσού ήταν αδικαιολόγητη, η όποια παράβαση θα έπρεπε να αναζητηθεί στην δανειακή σύμβαση όπως τροποποιήθηκε και η όποια θεραπεία από τις Ενάγουσες 1 και 2 να προωθηθεί στα Ελληνικά Δικαστήρια του Πειραιά. Καθ' όσον αφορά στις αποζημιώσεις, στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτή η εκδοχή των Εναγουσών περί προφορικής συμφωνίας, όπως παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και την προωθήθηκε με την αγόρευση των δικηγόρων τους, σημειώνεται ότι οι Ενάγουσες δεν είχαν το βάρος να πείσουν ότι με βεβαιότητα θα είχαν τα κέρδη που επικαλέστηκαν. Είχαν όμως το αποδεικτικό βάρος να καταδείξουν ότι ήταν πιθανότερο παρά όχι να πραγματοποιήσουν κατά πρώτο λόγο κέρδη και κατά δεύτερο λόγο της τάξης που προέβαλαν στην αξίωση τους. Απέτυχαν πλήρως. Δεν θα ήταν χρήσιμο να σημειωθεί, παρά μόνο για να καταδειχθεί η εικόνα που απεκόμισε το Δικαστήριο, ότι αν απαιτείτο να καταδειχθεί πως οι Ενάγουσες δεν θα είχαν κέρδη, από την προσκομισθείσα μαρτυρία το Δικαστήριο θα είχε προς τούτο ικανοποιηθεί. Η ΡΝΟ ήταν εγγυήτρια των υποχρεώσεων των Εναγουσών όμως η αξίωση της στην παλαιά αγωγή δεν εδράζεται σε αυτή της την ιδιότητα. Άλλωστε για ότι αφορούσε το ποσό που κλήθηκε να πληρώσει καταχώρησε την αγωγή 1958/2012 η οποία εκδικάστηκε. Η αξίωση της στην παρούσα αγωγή εδράζεται στο γεγονός ότι είχε συμβατική σχέση με την Εναγόμενη 1 και την Εναγόμενη 2 για να διαχειρίζεται το πλοίο της κάθε μίας και στη βάση αυτής της υπηρεσίας και του γεγονότος ότι το φυσικό πρόσωπο πίσω και από τις τρεις εταιρείες ήταν ο Ονουφρίου, αυτή θα αναλάμβανε την πλοιοδιαχείριση των πλοίων των Εναγουσών 1 και 2 όταν αυτές θα αγόραζαν νέα πλοία. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι εάν και εφόσον οι Ενάγουσες 1 ή και 2 επαναδραστηριοποιούνταν στη ναυτιλία τα πλοία τους θα διαχειριζόταν η ΡΝΟ. Επομένως, η επιτυχία της αξίωση της ΡΝΟ διερχόταν μέσα από την επιτυχία των αξιώσεων των Εναγουσών 1 και 2. Εφόσον οι τελευταίες απέτυχαν στις αξιώσεις τους, αναπόφευκτα και η αξίωση της ΡΝΟ θα πρέπει να αποτύχει. Ξ. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον των Εναγουσών, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Final Αναφορά: Σύμβαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο