Zigman ν. Αναστασιάδη, Αρ. Αγωγής: 4443/2014, 20/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A574 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4443/2014 Μεταξύ: ΧΧΧ Zigman Eνάγοντα και ΧΧΧ Αναστασιάδη Εναγόμενου Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον εναγόμενο/αιτητή: Ο κ. Χρίστος Ν. Χαραλάμπους για Ανδρέας Σάββα & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση: Η κα Τουμπή για Χ. Μάρκου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό (set aside) απόφασης) Ο αιτητής με την παρούσα αίτηση του με ημερομηνία 11.06.2019 αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρωθεί και/ή παραμερισθεί (set aside) απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον του ένα σχεδόν χρόνο προηγουμένως ήτοι στις 20.06.
- Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.5Β, Δ.16, Δ.17 Θ.3 και 10, Δ.26 Θ.14, Δ.27 Θ.1-4,,Δ.33 Θ.5,Δ.48 Θ. 1-4,8 και 9, Δ.64 Θ. 1-3, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο άρθρο 32 του Συντάγματος καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο ίδιος ο εναγόμενος. Πέραν της ιδιότητας του, τη γνώση των γεγονότων και από πληροφορίες που έλαβε από τον φάκελο της δικογραφίας σύμφωνα με έρευνα των δικηγόρων του και τη συμβουλή τους σε σχέση με τα νομικά θέματα, δηλώνει τα ακόλουθα συνοπτικά επί της ουσίας της υπόθεσης: (α) πληροφορήθηκε από το φάκελο της υπόθεσης ότι δόθηκε άδεια από το δικαστήριο κατόπιν αιτήματος των δικηγόρων που τον εκπροσωπούσαν όπως αποσυρθούν από δικηγόροι του. Είχαν παρουσιάσει συστημένη επιστολή προς ενημέρωση του με ημερομηνία 30.10.2017 σε κάποια διεύθυνση σε χωριό της Λεμεσού. Όμως στην εν λόγω διεύθυνση, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ζούσε η σύζυγος του με την οποία ήταν σε διάσταση και εδώ και δύο χρόνια δεν έχουν επικοινωνία. Η εν διαστάσει σύζυγος του ουδέποτε του ανέφερε για οποιανδήποτε επίδοση ή λήψη ειδοποίησης επιστολής σχετικά με την αγωγή και ούτε είχε γνώση για την απόσυρση των δικηγόρων του μέχρι που ο ενάγων του επέδωσε με υποκατάστατη επίδοση στις 29.05.2019 στη διεύθυνση των νέων δικηγόρων του αίτηση για οικονομική εξέταση. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι από το 2015 έχει αναθέσει όλες τις υποθέσεις του (ποινικές και πολιτικές) στους σημερινούς δικηγόρους του και σε καμιά περίπτωση αμέλησε και/ή απέφυγε να του γίνει οποιαδήποτε επίδοση και /ή να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Δεν είχε καταχωρήσει έγκαιρα νέα εμφάνιση στην αγωγή αυτή καθότι δεν γνώριζε ότι οι δικηγόροι του ζήτησαν να αποσυρθούν. Θεωρεί ότι οι τότε δικηγόροι του δεν εξάντλησαν όλα τα περιθώρια που είχε έτσι που να του γνωστοποιούσαν την επιθυμία τους να αποσυρθούν. Γνώριζαν δε ότι από το 2015 ενεργούσαν ως δικηγόροι του οι νυν δικηγόροι του. (β) Η παράλειψη του να εμφανιστεί εισηγείται ότι δεν συνιστά περιφρόνηση ούτε ασέβεια προς το δικαστήριο και τις δικαστικές διαδικασίες ούτε και έλλειψη ενδιαφέροντος για την υπόθεση του ούτε και περιφρόνηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου. (γ) Υποστηρίζει ότι έχει πολύ καλή υπόθεση και υπεράσπιση και ότι είναι δίκαιο όπως το δικαστήριο ακυρώσει την εκδοθείσα ερήμην του απόφαση και του δοθεί η ευκαιρία να προβάλει και αποδείξει την υπεράσπισή του για σκοπούς ορθής απονομής της Δικαιοσύνης. (δ) Η αίτηση αυτή έγινε αμέσως μόλις διαπιστώθηκε το λάθος και χωρίς καθυστέρηση και αφού κατάφεραν να συλλέξουν όλα τα σχετικά στοιχεία και έγγραφα από το φάκελο της δικογραφίας. Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.26 Θ.14, Δ.16, Δ.17 Θ.3 και 10, Δ.33, Δ.48 Θ. 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.5, Δ.5Β, Δ.64 και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση: « Α. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Β. Υπήρξε εσκεμμένη και/ή αδικαιολόγητη αδιαφορία προς το Σεβαστό Δικαστήριο, τους Θεσμούς και προς τη δικαστική διαδικασία. Γ. Δεν αποκαλύπτεται καλή υπεράσπιση και/ή καθόλου υπεράσπιση. Δ. Δεν δίνονται επαρκείς εξηγήσεις για την μη εμφάνιση του εναγομένου στο δικαστήριο. Ε. Η απαίτηση του Ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση εναντίον των Εναγομένου - Αιτητή είναι γνήσια και αληθινή. Στ. Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε νομότυπα και/ή ο Εναγόμενος είχε πλήρη γνώση της διαδικασίας Ζ. Δεν αμφισβητείται η ορθότητα της παραχώρησης άδειας για απόσυρση δικηγόρου». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα Γεωργία Ζαντήρα, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τον Καθ' ου η αίτηση η οποία αναφέρεται στη γνώση εκ μέρους της των γεγονότων της υπόθεσης, την πηγή της γνώσης της και για την εξουσιοδότηση που έχει από τον καθ' ου η αίτηση για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Σε σχέση με τα ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν υποστηρίζει ότι σύμφωνα με στοιχεία που έλαβαν από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι οι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν τον εναγόμενο και είχαν ζητήσει την απόσυρση τους είχαν ενημερώσει τον εναγόμενο με ηλεκτρονικό μήνυμα με ημερομηνία 01.11.2017 αλλά και συστημένη επιστολή με ημερομηνία 30.10.2017 αναφορικά με την πρόθεση τους να αποσυρθούν από δικηγόροι του εκτός από την παρούσα και σε άλλες δύο αγωγές (Τεκμ. 1). Όπως προκύπτει από τα ως άνω ο εναγόμενος ενημερώθηκε ξεκάθαρα και για τις πιθανές συνέπειες της μη εμφάνισης του στο δικαστήριο στις 19.03.2018 καθώς και για το γεγονός ότι η παρουσία του ήταν επιβεβλημένη. Επισημαίνεται από την ενόρκως δηλούσα ότι ο εναγόμενος - αιτητής δεν επισυνάπτει την εν λόγω επιστολή ως τεκμήριο το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει στις παραγράφους 5, 6 και 7 ο εναγόμενος, ο οποίος δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν είναι ειλικρινής προς το δικαστήριο. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι δεν έλαβε γνώση της συστημένης επιστολής απόσυρσης προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε διάσταση με τη σύζυγο του και δεν είχε επικοινωνία με αυτή η οποία και διέμενε σε συγκεκριμένη διεύθυνση σε χωριό της Λεμεσού όπου στάλθηκε η σχετική επιστολή. Ο εναγόμενος παραλείπει όμως να αναφερθεί στο ηλεκτρονικό μήνυμα που επίσης στάλθηκε προς αυτόν στις 01.11.2017 από τους τότε δικηγόρους του προς ενημέρωση του και το οποίο περιλάμβανε συνημμένη τη συστημένη επιστολή περί της απόσυρσης τους. Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα ευρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου και παρόλο που ο εναγόμενος αναφέρει ότι η πληροφόρηση του πηγάζει από έρευνα στην οποία προέβη στο φάκελο της υπόθεσης, επιλεκτικά επιλέγει να κάνει αναφορά μόνο στη συστημένη επιστολή και όχι στο ηλεκτρονικό μήνυμα που στάλθηκε στην προσωπική του ηλεκτρονική διεύθυνση. Από έρευνα που διενήργησε στο διαδίκτυο, η συγκεκριμένη διεύθυνση σε χωριό της Λεμεσού χρησιμοποιείται από τον εναγόμενο μέχρι σήμερα ως διεύθυνση αλληλογραφίας της εταιρείας Anastos Construction Ltd στην οποία ο εναγόμενος είναι διευθυντής. Προς τούτο επισυνάπτει ως Τεκμ. 2 κατάλογο εγγεγραμμένων ανανεωμένων εργοληπτών για το 2019 στον οποίο δηλώνεται η διεύθυνση της ως άνω εταιρείας και αποτελέσματα έρευνας στη σελίδα του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την εταιρεία Anastos Construction Ltd ως Τεκμ.
- Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο εναγόμενος χρησιμοποιεί την εν λόγω διεύθυνση για σκοπούς των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων, συνεπώς είναι σε θέση να ελέγχει και να έχει πρόσβαση στην αλληλογραφία που τον αφορά. Σύμφωνα με τα ως άνω εκφράζει την ειλικρινή πίστη του ότι οι ισχυρισμοί του περί μη ενημέρωσης του είναι ψευδείς. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι από το 2015 και έπειτα έχει αναθέσει όλες του τις υποθέσεις, 9 στο σύνολο, πλην της παρούσας στους δικηγόρους που τον εκπροσωπούν σήμερα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα καταγράφονται στη συστημένη επιστολή που έλαβε ο εναγόμενος, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ξεκάθαρα ότι πέρα από την παρούσα αγωγή υπάρχουν ή υπήρχαν 2 ακόμα αγωγές σε σχέση με τις οποίες οι ίδιοι δικηγόροι που τον εκπροσωπούσαν και σε εκείνες όπως και στην παρούσα μέχρι τότε τον ενημέρωσαν για την πρόθεση τους όπως αποσυρθούν από δικηγόροι του και οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο που ο αιτητής επισυνάπτει ως Τεκμ. 3 στην αίτηση του και παρόλα αυτά ορκίζεται ότι οι εκεί αναφερόμενες υποθέσεις είναι οι μόνες που εκκρεμούσαν εναντίον του πλην της παρούσας αγωγής. Επομένως προκύπτει ότι οι προηγούμενοι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν τον εναγόμενο σε 3 τουλάχιστον πολιτικές διαδικασίες για τις οποίες τον ενημέρωσαν ότι επιθυμούσαν να αποσυρθούν από τις 30.10.2017 και είναι για τούτο που το δικαστήριο στις 19.03.2018 που ήταν ορισμένη η παρούσα αγωγή έδωσε άδεια όπως αποσυρθούν ως δικηγόροι του εναγόμενου και όρισε την αγωγή για απόδειξη στις 25.04.2018 και έπειτα στις 30.05.2018 και 20.06.2018 χωρίς ο εναγόμενος να ενδιαφερθεί και εμφανιστεί ούτε και τότε οπότε κατά την τελευταία ως άνω ημερομηνία εκδόθηκε απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου. Ο εναγόμενος από τις 30.10.2017 μέχρι και τις 20.06.18 αδιαφόρησε και/ή αμέλησε και/ή παρέλειψε και/ή δεν έδειξε καθόλου ενδιαφέρον για την πορεία της αγωγής του η οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση, μέχρι που ο εναγόμενος αιτητής έλαβε γνώση της αίτησης για οικονομική εξέταση του και βρέθηκε έτσι αντιμέτωπος με τις συνέπειες τις οποίες τώρα με την παρούσα αίτηση προσπαθεί να αποφύγει. Ο εναγόμενος από τις 30.10.2017 μέχρι και τις 29.05.2019, όταν και έγινε η υποκατάστατος επίδοση στο γραφείο των νυν δικηγόρων του, αδιαφόρησε και/ή αμέλησε και/ή παρέλειψε και/ή δεν έδειξε καθόλου ενδιαφέρον για την πορεία της αγωγής του η οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση για την οποία ξεκάθαρα είχε γνώση για την ύπαρξη και εκκρεμότητα της και όφειλε να επιδείκνυε ενδιαφέρον για την πορεία της. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αιτητή περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε προσπάθεια για να αποδείξει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στο βαθμό που απαιτείται από τη σχετική νομολογία και για τούτο, όπως εισηγείται, θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση. Αντίθετα όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, η απαίτηση του ενάγοντος έχει επιτυχώς περάσει τη διαδικασία απόδειξης ενώπιον του δικαστηρίου και είναι γνήσια και αληθινή. Οι προηγούμενοι δικηγόροι του εναγόμενου έλαβαν όλα τα δέοντα μέτρα, σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, προς ενημέρωση του εναγόμενου γι' αυτό και έλαβαν άδεια να αποσυρθούν από συνήγοροι του, ο οποίος στην πραγματικότητα αμέλησε και/ή αδιαφόρησε παντελώς για την υπόθεση την οποία γνώριζε ότι εκκρεμούσε εναντίον του στο δικαστήριο και ενήργησε μόνο όταν έλαβε γνώση των μέτρων εκτέλεσης της απόφασης. Τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι για διάστημα πέρα του ενάμιση χρόνου (19 μηνών), ο αιτητής δεν διερωτήθηκε ούτε αναζήτησε ούτε ενδιαφέρθηκε για να λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση για την υπόθεση του, ισχυρισμός που εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει πιστευτός. Γι' αυτό και δεν είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων όταν ενώ οι διαδικοι αδιαφορούν δεν διερωτώνται και δεν επιδεικνύουν οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τις υποθέσεις τους να αποτείνονται μετά στο δικαστήριο και να ζητούν απλά το παραμερισμό μιας δικαστικής απόφασης. Για όλους αυτούς τους λόγους αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του εναγόμενου. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου δε κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Το ζήτημα του παραμερισμού απόφασης, η οποία εκδίδεται στην απουσία ενός εναγόμενου, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.17 Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν σαφώς καθιερωθεί από πλούσια νομολογία που αναπτύχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι παράγοντες τους οποίους το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στο πλαίσιο της άσκησης της ευχέρειας του είναι δύο: (α) Η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμης υπεράσπισης, και (β) επαρκής εξήγηση για την παράλειψη εμφάνισης. Στην υπόθεση Bush κ.ά. v. Γιαννή,
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 1432, επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω αρχές, αφού γίνεται αναφορά στην κλασσική επί του θέματος Αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R.646. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της Δικαιοσύνης, την ανάγκη να διασφαλίσει αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του από τη μια, και την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων για την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας από την άλλη (βλ. EDITC LTD v. Makis Michaelides & Associates κ.ά.,
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ 1887 και Phylactou v. Michael,
(1982)1 CLR 204). Στο πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης, το δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως διαφαίνονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση και την Ένσταση αντίστοιχα (βλ. Σκάρος v. Χριστοδούλου κ.ά.,
(1998)1 (Α) ΑΑΔ 291). Ως προς την πρώτη προϋπόθεση όπως την κατέγραψα πιο πάνω, την ύπαρξη δηλαδή συζητήσιμης υπεράσπισης και τη σημασία της, τονίστηκε ιδιαίτερα στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ,
(1997)1 (Α) ΑΑΔ 28 όπου αναφέρθηκε ότι το βασικό και πιο ουσιώδες κριτήριο είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται πάνω στον εναγόμενο να αποδείξει, όχι την υπεράσπιση του, αλλά ότι έχει καλή ή εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης (βλ. Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 (B) AAΔ.1129). Όπως δε αποφασίστηκε στην υπόθεση Phylactou v. Michael, (πιο πάνω) είναι αρκετό αν τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση παραμερισμού αποκαλύπτουν επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδη v. Nur Habib Hassin,
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1774 ο κ. Αρτεμίδης, Π. συνόψισε τις πιο πάνω αρχές στο ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης». Η παρούσα περίπτωση αφορά απόσυρση των δικηγόρων οι οποίοι εκπροσωπούσαν ως κάποιο στάδιο τον εναγόμενο στις διαδικασίες που προηγήθηκαν της έκδοσης της απόφασης. Θα επικεντρωθώ επομένως σε αυτή τη πτυχή επικαλούμενος γεγονότα τα οποία ήδη έχουν καταγραφεί πιο πάνω και τα οποία αναφέρονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Στην υπόθεση Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1596, λέχθηκε ότι στην περίπτωση παράλειψης του εναγόμενου να εμφανιστεί κατά τη δίκη, δεν εγείρεται θέμα αποκάλυψης της υπεράσπισής του εφόσον αυτή έχει καταχωριστεί και το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η παράλειψη εμφάνισης κατά τη δίκη είναι δικαιολογημένη ή εάν υποδηλώνει εγκατάλειψη της υπεράσπισής του ή αδιαφορία για την προώθησή της. Η πλευρά του αιτητή διατείνεται για ο ζήτημα αυτό ότι το δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπούσε δεν είχε εξαντλήσει όλα τα περιθώρια που είχε ούτως ώστε να λάβει γνώση για την επιθυμία τους να αποσυρθούν από την εκπροσώπηση του. Όταν όμως είχε δοθεί άδεια από το δικαστήριο στους εν λόγω δικηγόρους να αποσυρθούν είχε εξεταστεί αυτό το ζήτημα και είχε κριθεί ως ικανοποιητική η σχετική ενημέρωση του εναγόμενου από τους δικηγόρους του η οποία είχε επιτευχθεί με αποστολή σχετικής επιστολής τόσο με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην ηλεκτρονική διεύθυνση του εναγόμενου όσο και με συστημένο ταχυδρομείο (Έγγραφο Α στη διαδικασία της 19.03.2018). Η επιστολή δε αυτή είχε αποσταλεί στις 30.10.2017, αρκετούς δηλαδή μήνες πριν την ημερομηνία που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση ενώπιον του δικαστηρίου και για την οποία τον καλούσαν να εμφανιστεί και τον προειδοποιούσαν για τις συνέπειες που θα είχε στην υπόθεση αν δεν εμφανιζόταν. Σημειώνεται ότι στην ίδια επιστολή οι ίδιοι δικηγόροι του κοινοποιούσαν την ίδια επιθυμία τους και σε σχέση με δύο άλλες υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούσαν επίσης για ακρόαση ενώπιον άλλων δικαστηρίων σε προγενέστερες ημερομηνίες. Διαπιστώνω ότι οι τρόποι που επιλέγηκαν προς ενημέρωση του ήταν οι πλέον πρόσφοροι και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση να μην είχαν εξαντληθεί όλα τα διαθέσιμα μέσα και τρόποι προς πληροφόρηση του. Πέραν αυτού ο εναγόμενος δεν εξηγεί ποιο ήταν το ενδιαφέρον που επέδειξε για την πορεία της υπόθεσης του από εκείνη την ημερομηνία ή και προγενέστερα της ακροαματικής διαδικασίας μέχρι και που του επιδόθηκε η αίτηση μηνιαίων δόσεων στις 29.05.2019 δηλαδή για 15 μήνες. Ούτε και εξηγεί τι είχε γίνει με τις δύο άλλες αγωγές στις οποίες και πάλι θα αποσύρονταν οι δικηγόροι του και οι οποίες προηγούνταν ημερολογιακά. Ούτε και αποκαλύπτονται αυτές στον κατάλογο με τις εκκρεμούσες υποθέσεις του Τεκμ. 3 στην ένορκο δήλωση του. Παραμένει αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο αιτητής έχει καθυστερήσει υπέρμετρα να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Η προθεσμία των 15 ημερών που θέτει η Δ.33 Θ. 5 στην οποία επίσης βασίζεται η αίτηση όπως και η ένσταση δεν τηρείται εδώ. Η απόφαση εναντίον του εναγόμενου εκδόθηκε στις 20.06.2018 και η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 11.06.2019. Η μη συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις χρόνου που τίθενται από τη Δ.33 Θ. 5 θα πρέπει να θεωρηθεί μοιραία για την έκβαση της αίτησης (βλ. Αnn-Clair Developments Ltd v. Στέλιου Κυριακίδη,
(1999)1 ΑΑΔ 537). Ο εναγόμενος από την άλλη δεν ζήτησε παράταση του χρόνου, δυνάμει της Δ.57, Θ2 (βλ. Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου,
(1991)1 Α.Α.Δ.952) και απλά καταχώρησε την αίτηση του επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία προς της απαιτήσεις των θεσμών και της νομολογίας. Ούτως ή άλλως και στην απουσία της πιο πάνω προθεσμίας, η καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και γενικότερα, η συμπεριφορά του αιτητή ήταν τέτοια που η αίτηση δεν έχει δυνατότητα επιτυχίας (βλ. Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Limited,
(1996)1 A.A.Δ. 129), οι αρχές και η νομολογία επί των αιτήσεων παραμερισμού με βάση τη Δ.17, θ.10 και τη Δ.26, θ.14 είναι καθοδηγητικές σχετικά με αιτήσεις βάση της Δ.33 Θ.5 και στην νομολογία εκείνη (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη,
(1987)1 Α.Α.Δ. 941, F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd,
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2054, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου),
(1993)1 Α.Α.Δ.26) ορίζεται ότι η καθυστέρηση αποτελεί λόγω απόρριψης. Τέτοια καθυστέρηση κρίνω ότι συντρέχει και στην παρούσα υπόθεση. Δεν μπορεί δε να παραγνωριστεί το γεγονός όπως επισημαίνεται στην ένσταση ότι στη διεύθυνση που απεστάλη η επιστολή των προηγούμενων δικηγόρων του εναγόμενου όπως προκύπτει από το Τεκμ. 2 στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του ενάγοντα, χρησιμοποιείται από τον εναγόμενο μέχρι και σήμερα ως διεύθυνση αλληλογραφίας της εταιρείας Anastos Construction Ltd στην οποία ο εναγόμενος είναι διευθυντής (σχετικά είναι τα Τεκμ. 2 και 3). Συνεπώς, δεδομένου ότι ο εναγόμενος χρησιμοποιεί την εν λόγω διεύθυνση το έτος 2019 για σκοπούς των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων, φαίνεται ότι μέχρι και σήμερα είναι σε θέση να ελέγχει και να έχει πρόσβαση στην αλληλογραφία που τον αφορά στη συγκεκριμένη διεύθυνση. Ο εναγόμενος όμως, όπως ο αντιλήφθηκα, με ισχυρισμούς του προσπαθεί να παραπλανήσει το δικαστήριο καθώς στην προσπάθεια του να αιτιολογήσει τη μη εμφάνιση του ενώπιον του δικαστηρίου κατά την κρίσιμη δικάσιμο προβαίνει σε ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή παραλείπει να αποκαλύψει σχετικά γεγονότα. Ως τέτοια είναι η ίδια επιστολή των προηγούμενων δικηγόρων του (Τεκμ.1), από την οποία φαίνεται ότι τον εκπροσωπούσαν και σε δύο άλλες υποθέσεις πέραν της παρούσας, ο εναγόμενος δεν αναφέρεται σε αυτές και δεν τις σημειώνει στον κατάλογο που προσκόμισε ως Τεκμ. 3 στην παρούσα αίτηση ορκιζόμενος ότι οι εκεί αναφερόμενες υποθέσεις είναι οι μόνες που εκκρεμούν εναντίον του πλην της παρούσας αγωγής. Αναφέρει μάλιστα ότι από το 2015 και έπειτα έχει αναθέσει όλες του τις υποθέσεις, 9 στο σύνολο, πλην της παρούσας στην δικηγορική εταιρεία που τώρα τον εκπροσωπεί γεγονός που όπως ισχυρίζεται γνώριζαν οι προηγούμενοι δικηγόροι του. Ωστόσο δεν διευκρινίζει ότι οι 7 από τις 9 αγωγές που αναφέρει, καταχωρήθηκαν τον Ιούνιο του 2018, δηλαδή ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και μετά την έκδοση της απόφασης για την οποία ζητείται ο παραμερισμός της. Και όταν οι προηγούμενοι δικηγόροι του είχαν ήδη αποσυρθεί από την εκπροσώπηση του και έτσι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι για λογαριασμό του πλέον ενεργούσε άλλο δικηγορικό γραφείο. Από το γεγονός και μόνο ότι το δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπεί σήμερα ενεργούσε για τον εναγόμενο στην υπόθεση υπ' αριθμό XXXX/2015 δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ότι ο εναγόμενος εκπροσωπείτο αποκλειστικά από αυτό το εν λόγω δικηγορικό γραφείο, πόσο μάλλον όταν ταυτόχρονα οι προηγούμενοι δικηγόροι του χειρίζονταν περισσότερες υποθέσεις του εναγόμενου. Στην αίτηση του απέκρυψε το γεγονός της αποστολής της επιστολής από τους προηγούμενους δικηγόρους του και δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την οποία και δεν αρνείται ότι την παρέλαβε μέσω αυτού του μέσου. Αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου στον οποίο διενήργησαν έρευνα οι συνήγοροι του, κάτι που επικαλείται ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του αναφερόμενος στην πληροφόρηση του. Πρόκειται για επιλεκτική παράλειψη του να αναφερθεί στο ηλεκτρονικό μήνυμα που υπήρχε στο φάκελο του δικαστηρίου κάτι που καταδεικνύει ότι δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια, και ότι πέραν της καταφρόνησης και αδιαφορίας που επέδειξε σχετικά με την αγωγή που εκκρεμούσε εναντίον του, επιδεικνύει καταφρονητική συμπεριφορά ακόμα και τώρα που αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης. Πράγματι, ως αναφέρει η νομολογία [Phylactou v. Michael (πιο πάνω)], για σκοπούς τέτοιων αιτήσεων εξετάζεται κατά πόσο η μη εμφάνιση του εναγόμενου είναι δικαιολογημένη ενώ στην παρούσα περίπτωση, ο εναγόμενος ουσιαστικά μέχρι και σήμερα παραλείπει να εξηγήσει τον λόγο που δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο. Ο εναγόμενος επί πλέον διαπιστώνεται ότι επέδειξε αδιαφορία ως προς τη δικαστική διαδικασία της αγωγής αφού από τις 30.10.2017 (ημερομηνία επιστολής Τεκμ. 1 στην ένσταση) μέχρι και τις 20.06.18 (ημερομηνία έκδοσης της απόφασης) δεν έδειξε καθόλου ενδιαφέρον για την πορεία της αγωγής του παρόλο που είχε γνώση για την ύπαρξη και εκκρεμότητα της. Με άλλα λόγια, για διάστημα ενάμιση έτους περίπου (19 μηνών) δεν διερωτήθηκε ούτε αναζήτησε ούτε ενδιαφέρθηκε για να λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση για την υπόθεση του. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση [Phylactou v. Michael (πιο πάνω)], στα πλαίσια αίτησης για ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου το δικαστήριο «κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δυο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια, του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ΄ όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτή η αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία. Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεση του η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει, και η βεβαιότητα που ενέχει στην διαχείρηση των ανθρώπινων υποθέσεων, θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market
(977)2 All E.R. 826, 833)». Το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση για την αξίωση του ενάγοντα είναι γεγονός ότι αυτός προβαίνει σε μια γενική και αόριστη αναφορά περί ύπαρξης καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης επικαλούμενος τα συνταγματικά του δικαιώματα και της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης (παράγραφος 14 της ενόρκου δηλώσεως του). Δεν αναφέρει οτιδήποτε συγκεκριμένο που θα οδηγούσε σε διαφορετική αντίκριση από ό,τι αποφασίστηκε ήδη με την απόφαση της 20.06.2018. Συνοψίζοντας διαπιστώνω αδιαφορία εκ μέρους του εναγόμενου για την πορεία των δικαστικών του υποθέσεων, καθυστέρηση στο να λάβει οποιαδήποτε μέτρα και εν τέλει περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους του και δείχνει συμπεριφορά πλήρους παραγνώρισης των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχία και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση/ ενάγοντα και εναντίον του Αιτητή/ εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό (set aside) απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο