← Κύπρος

ATLANTIC PALAEMON SHIPPING AG ν. VELES BULK SHIPPING LTD, Αρ. Γεν. Αίτησης: 182/19, 16/12/2019

ATLANTIC PALAEMON SHIPPING AG ν. VELES BULK SHIPPING LTD, Αρ. Γεν. Αίτησης: 182/19, 16/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A567 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 182/19 Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, Ν/101/87 και Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) Αρ. 1215/2012 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για την Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και Εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και Αναφορικά με τη Διαιτησία που θα αρχίσει ενώπιον του London Maritime Arbitrators' Association (LMAA) από την ATLANTIC PALAEMON SHIPPING AG, εκ. Ελβετίας, εναντίον της VELES BULK SHIPPING LTD εκ Οδό Αγίας Φυλάξεως & Ζήνωνος Ρωσίδη 2, 1, 3082, Λεμεσός και Αναφορικά με την αίτηση μεταξύ των ATLANTIC PALAEMON SHIPPING AG Αιτήτριας και VELES BULK SHIPPING LTD Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Ο κ. Θεοτής για Δ.Φ. Αχιλέως & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η Αίτηση: Η κα Θ. Θεοδώρου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό διατάγματος με το οποίο οριστικοποιήθηκε ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα) Το ιστορικό της υπόθεσης αναλύεται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση το οποίο θα παρατεθεί στη συνέχεια, έτσι για σκοπούς οικονομίας και μη επανάληψης θα αποφύγω σε αυτό το μέρος την καταγραφή του. Για να γίνει πιο κατανοητή στον αναγνώστη η απόφαση σε αδρές γραμμές καταγράφω συνοπτικά ότι όπως αναφέρεται και ανωτέρω στον υπότιτλο, η Αιτήτρια - Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα (στη συνέχεια «η Καθ' ης η Αίτηση») πέτυχε την έκδοση με μονομερή αίτηση της, στα πλαίσια Πρωτογενούς Αίτησης η οποία αποσκοπoύσε στην υποβοήθηση επικείμενης διαιτητικής διαδικασίας στο London Maritime Arbitrators Association (LMAA) εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση - Αιτήτριας στην παρούσα (στη συνέχεια «η Αιτήτρια»), απαγορευτικών και παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παγοποίησης τύπου Mareva και αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal στη βάση μεταξύ τους συμφωνίας υποναύλωσης. Με το παρόν αίτημα της τώρα η Αιτήτρια αιτείται: (α) διάταγμα με το οποίο να ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί διάταγμα (set aside) με το οποίο οριστικοποιήθηκε το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στις 3.07.2019 στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 28.06.

  1. Και ως συνέπεια του ως άνω διατάγματος, εάν ήθελε εκδοθεί, (β) διάταγμα με το οποίο να δίδεται το δικαίωμα στην καθ' ης η αίτηση να καταχωρήσει ένσταση εντός 15 ημερών από την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2, Δ.5 Θ.Θ.1,2,9,10, Δ.5 Α, Δ.6 Θ.Θ.1 - 9, Δ.15 Θ.Θ.3 - 4, Δ.16 Θ.Θ.9 - 10, Δ.26 Θ.14, Δ.27 Θ.3, Δ.33 Θ.5, Δ.40 Θ.Θ.7 - 11, Δ.48 Θ.Θ.1 - 9 στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/60), άρθρα 32, 35 και 36, στο Κοινό Δίκαιο, στα Άρθρα 19 και 30 του Συντάγματος στην αρχή της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση της η κα XXX Πελεκάνου, η οποία πέραν της ιδιότητας υπό την οποία προβαίνει στην ένορκη δήλωση και την εξουσιοδότηση που έχει να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, της προσωπικής γνώσης της των γεγονότων της υπόθεσης, της πληροφόρησης την οποία τυγχάνει και τις πηγές πληροφόρησης της, της νομικής συμβουλής της οποίας επίσης τυγχάνει, αναφέρει τα ακόλουθα για την ανάγκη που επέβαλε την καταχώρηση της αίτησης με την επισύναψη προς υποστήριξη των ισχυρισμών της διαφόρων εγγράφων ως τεκμηρίων. Σταχυολογώ τα κύρια θέματα τα οποία προβάλλει: (α) Με την παραλαβή του προσωρινού διατάγματος υπήρξε στις 18.07.2019 συμφωνία μεταξύ των μερών ότι με την πληρωμή από την εταιρεία VALES BULK SA των ποσών που οφείλονταν, θα απελευθερωνόταν το πλοίο που βρισκόταν υπό σύλληψη στην Ινδία και ότι με την πρώτη πληρωμή όπως είχε συμφωνηθεί των $1000.000 U.S.D. η Καθ' ης η Αίτηση θα προχωρούσε με την ακύρωση των ενδιάμεσων διαταγμάτων εναντίον της Αιτήτριας. Με την ίδια συμφωνία προνοείτο ότι με την καταβολή του ποσού των $3000.000 U.S.D. κάθε απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση που αφορούσε τη συμφωνία ναύλωσης θα θεωρείτο διευθετηθείσα. Υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια έχει προχωρήσει με την πληρωμή των σχετικών στην ως άνω συμφωνία ποσών και εντούτοις η Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε χωρίς δικαίωμα και αιτήθηκε την οριστικοποίηση των ενδιάμεσων διαταγμάτων με ημερομηνία 3.07.
  2. (β) Ότι το διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και ως εκ τούτου θα πρέπει να παραμεριστεί. Η Αιτήτρια είχε κάθε πρόθεση να καταχωρήσει εμφάνιση και ένσταση στην ενδιάμεση αίτηση της Καθ' ης η Αίτηση αλλά δεν το έπραξε λόγω του ότι πίστευε έντιμα και ειλικρινά ότι η οποιαδήποτε διαφορά είχε διευθετηθεί με την προαναφερόμενη συμφωνία με ημερομηνία 18.07.
  3. (γ) Ότι η Αιτήτρια δεν ήταν μέρος στην συμφωνία ναύλωσης για τους λόγους που εξηγεί με παραπομπή στο Τεκμ. 4 της ένορκης δήλωσης της κας Παρμαξή με ημερομηνία 28.06.
  4. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τη προβαλλόμενη θέση ότι η Αιτήτρια ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Veles Bulk SA σε σχέση με τη ναύλωση του πλοίου MV WHITE FIN ή και την επακόλουθη διαφωνία μεταξύ των μερών. (δ) Ότι η συναφθείσα συμφωνία δεν είναι νομικά έγκυρη και ότι η αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν ενεργούσε ως αντιπρόσωπος η αλλιώς της Veles Bulk S.A. (ε) Παρέχει εξηγήσει και δικαιολογεί την παράλειψη εμφάνισης στη διαδικασία προ και κατά την οριστικοποίηση των επίδικων διαταγμάτων. (στ) Ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης καθώς η Καθ' ης η Αίτηση με την συμπεριφορά της ή και λόγω συμφωνίας ή και λόγω της ουσιώδους από μέρους της παράβασης των νομικών της υποχρεώσεων, εμποδίζεται νομικά ή και πραγματικά από του να εγείρει ή και να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον της και επί της ουσίας η Αιτήτρια δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη συμφωνία υποναύλωσης. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2 Δ.5 Θ.Θ. 1 -3, 7, Δ.16 Θ.Θ. 1-7, Δ.17 Θ.Θ. 1- 14, Δ.26 Θ. 14, Δ.27, Δ.33 Θ.Θ. 1- 6, Δ.34, Θ.Θ. 1-6, Δ.39, Δ.40 Θ.Θ. 1-7, 11, Δ.48 Θ.Θ. 1- 9, Δ.51, Δ.57, Δ.61, Δ.63, Δ.64 στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Άρθρο 9 του Κεφ. 6 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/60), Άρθρα 2, 29, 30, 31, 32 και 47, στα Άρθρα 1-9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν.101/87), στα Άρθρα 4, 35, 36-57 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στα Άρθρα 2 και 3 του Νόμου 84/79 που κυρώνει την Σύμβαση της Νέας Υόρκης, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος, στις συμφυείς εξουσίες, στην πρακτική και διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου καθώς επίσης και στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση: «
  5. Η Αίτηση είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη ή/και στερείται νομικού ερείσματος ή/και στηρίζεται σε ελλιπή ή/και λανθασμένη νομική βάση.
  6. Η Αίτηση είναι αντινομική και/ή παράτυπη και/ή ελαττωματική και/ή άνευ υποβάθρου.
  7. Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και ανεδαφική ή/και αντικανονική ή/και παντελώς αδικαιολόγητη ή/και η νομική της βάση δεν μπορεί να οδηγήσει στην απόδοση των εξαιτούμενων θεραπειών.
  8. Δεν καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση.
  9. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τους προβαλλόμενους λόγους που υποστηρίζουν την αιτούμενη ακύρωση.
  10. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση περιέχονται αβάσιμοι και αναληθείς ισχυρισμοί ή/και ισχυρισμοί άσχετοι ή/και παραπλανητικοί ή/και αντιφατικοί ή/και ισχυρισμοί που, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούν να εξεταστούν εφόσον εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου.
  11. Η Αίτηση προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court).
  12. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή/και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή/και θεραπειών.
  13. Η ένορκος δήλωση της κας Πελεκάνου που συνοδεύει την Αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτή δεν αποτελούν ικανοποιητικό πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού του προσωρινού διατάγματος παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας ημερομηνίας 22/07/2019 (το προσωρινό διάταγμα).
  14. H Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ή/και παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες που να δικαιολογούν τον αιτούμενο παραμερισμό του Προσωρινού Διατάγματος. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν έδωσε κανένα καλό ή/και οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να δικαιολογεί τον αιτούμενο παραμερισμό του Προσωρινού Διατάγματος.
  15. Η Αιτήτρια κωλύεται (estopped) ή/και εμποδίζεται ή/και δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα Αίτηση εφόσον:

(1)παρέλειψε να εμφανιστεί εγκαίρως ή/και εμπρόθεσμα στο πλαίσιο της Αίτησης ημερομηνίας 28/06/2019 για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων και θεραπειών παρά το γεγονός ότι έλαβε έγκαιρη, πλήρη και αποτελεσματική γνώση της παρούσας διαδικασίας με την επίδοση που διενεργήθηκε σε αυτή δυνάμει του διατάγματος επίδοσης, ημερομηνίας 12/07/2019·
(2)παρέλειψε ή/και αδιαφόρησε ή/και δεν έλαβε υπόψη της την προθεσμία που καθορίστηκε σε αυτή εντός της οποίας θα έπρεπε να καταχωρίσει εμφάνιση στη διαδικασία ή/και ειδοποίηση ένστασης στην Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα∙
(3)με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, ο παραμερισμός ή/και η ακύρωση ή/και η τροποποίηση του Προσωρινού Διατάγματος το οποίο κατέστη απόλυτο στις 22/07/2019 παρόλο που όλα τα σχετικά έγγραφα είχαν δεόντως επιδοθεί στην Αιτήτρια και της δόθηκε η δυνατότητα, εάν επιθυμούσε, να εμφανιστεί και να ενστεί στην έκδοση ή/και διατήρηση του εν λόγω διατάγματος.
  1. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή/και δεν συντρέχουν ειδικές ή/και εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έγκριση της Αίτησης.
  2. Δεν παρέχεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εξετάσει ζητήματα αρμοδιότητας ή/και δικαιοδοσίας για την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος ή ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα του Προσωρινού Διατάγματος εφόσον αυτό κατέστη απόλυτο αφού προηγουμένως επιδόθηκε στην Αιτήτρια και μετά που η Αιτήτρια παρέλειψε να εμφανιστεί εντός της καθορισθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας.
  3. Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η Καθ' ης η Αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας είναι άμεσος, πραγματικός και επικείμενος.
  4. Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα αλλάξει η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων (status quo) με αποτέλεσμα να υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η Καθ' ης η Αίτηση να μην μπορεί να εκτελέσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ της ή/και το Προσωρινό Διάταγμα να καταστεί άνευ αντικειμένου.
  5. Καμία πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης για ακύρωση ή/και παραμερισμό του Προσωρινού Διατάγματος υπάρχει και ούτε τέτοια πιθανότητα δικαιολογείται ή/και εξειδικεύεται με οποιοδήποτε τρόπο από την Αιτήτρια ή/και ο ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν αποτελεί αντισυμβαλλόμενο μέρος (charter party) στην συμφωνία υποναύλωσης ημερομηνίας 11/02/2019 δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας Αίτησης παραμερισμού ή/και δεν μπορεί να εξεταστεί διότι εκφεύγει από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και εν πάση περιπτώσει δεν ευσταθεί.
  6. Η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή/και είναι υπό τις περιστάσεις κακόπιστη ή/και καταχρηστική ή/και επιδιώκει αλλότριο σκοπό, ήτοι την καθυστέρηση ή/και την παρεμπόδιση της εκτέλεσης του εκδοθέντος διατάγματος». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα Παρμαξή, δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί στην παρούσα την καθ' ης η Αίτηση, η οποία κάνει αναφορά για την εκ μέρους της γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίζεται και δηλώνει ότι αυτά είναι αληθή και προέρχονται από τα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης, τα οποία είναι στη κατοχή της υπό την ως άνω ιδιότητα, τις πηγές της πληροφόρησης της γι' αυτά, την εξουσιοδότηση που τυγχάνει για να προβεί στην ένορκη δήλωση και της νομικής συμβουλής επίσης που τυγχάνει, την υιοθέτηση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της στη βάση της οποίας εκδόθηκε το υπό αναφορά διάταγμα με τα συνημμένα σε αυτή τεκμήρια στα οποία και παραπέμπει. Θα αποφύγω και εδώ την καταγραφή όσων με λεπτομέρεια υποστηρίζει στην ένορκη δήλωση της η ως άνω ενόρκως δηλούσα όπως και αναφορά στα υπό αυτής προσκομιζόμενα τεκμήρια απαντώντας στους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας για την Αιτήτρια προς αποφυγή επαναλήψεων. Όσα όμως από αυτά κριθεί αναγκαίο θα αναλυθούν στη συνέχεια στο κατάλληλο μέρος. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας στις 28.06.2019 καταχωρίστηκε από την Καθ' ης η Αίτηση η παρούσα Πρωτογενής Αίτηση με σκοπό την υποβοήθηση επικείμενης διαιτητικής διαδικασίας στο Λονδίνο (London Maritime Arbitrators Association (LMAA)) εναντίον της Αιτήτριας. Κατά την ίδια ημερομηνία καταχωρίστηκε και σχετική μονομερής αίτηση. Η Καθ' ης η Αίτηση πέτυχε πράγματι στις 3.07.2019 την έκδοση απαγορευτικών και παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παγοποίησης τύπου Mareva και αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας υποναύλωσης. Η Καθ΄ ης η Αίτηση παρέσχε εγγύηση ύψους €75.000 για οποιαδήποτε ζημία ήθελε υποστεί η Αιτήτρια συνεπεία των ως άνω απαγορευτικών και παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Τα διατάγματα είχαν οριστεί ως επιστρεπτέα στις 12.07.2019, ημερομηνία κατά την οποία οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και ενημέρωσαν ότι η επίδοση του Προσωρινού Διατάγματος και των άλλων δικαστικών εγγράφων έγινε στις 08.07.
  7. Ενόψει του ότι το δικαστήριο θεώρησε ότι η επίδοση που έλαβε χώρα στις 08/07/2019 δεν θεωρήθηκε καλή επίδοση με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, το δικαστήριο έδωσε οδηγίες για νέα επίδοση ορίζοντας το Προσωρινό Διάταγμα επιστρεπτέο στις 22.07.
  8. Ουδεμία ειδοποίηση δόθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας από τις 15.07.2019 που επιδόθηκε η Μονομερής Αίτηση σε αυτήν και μέχρι τις 22.07.2019, ότι επρόκειτο να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο στη διαδικασία. Πέραν τούτου δεν ήταν παρούσα η Αιτήτρια στο δικαστήριο στις 22.07.2019 και ώρα 9:00 π.μ. ημερομηνία και ώρα κατά την οποία η Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων ήταν ορισμένη για ακρόαση ενώπιον του δικαστηρίου, ούτε η ίδια αλλά ούτε και εκπρόσωπος της, και συνεπώς ο δικηγόρος που εμφανίστηκε στις 22.07.2019 εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση ζήτησε από το δικαστήριο την οριστικοποίηση του Προσωρινού Διατάγματος. Σημειώνω ακόμη ότι, παρά το γεγονός ότι η Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων επιδόθηκε στην Αιτήτρια στις 15.07.2019, η τελευταία παρέλειψε να δώσει οδηγίες σε δικηγόρο να καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους της. Αποτέλεσμα τούτου ήταν στις 22.07.2019 το δικαστήριο, πέραν των πιο πάνω, να μην έχει ενώπιον ούτε Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους της Αιτήτριας. Στις 31.07.2019 η Αιτήτρια καταχώρησε την Αίτηση Παραμερισμού, η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧ Πελεκάνου (ΕΔ ΜΠ), στην οποία εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η ακύρωση του διατάγματος που οριστικοποιεί το Προσωρινό Διάταγμα. Κατά την ίδια ημερομηνία καταχωρίστηκε και Αίτηση Αναστολής Εκτέλεσης του Προσωρινού Διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης Παραμερισμού. Το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία που υποστήριζε την Αίτηση Αναστολής, και διέταξε την επίδοσή της στην Καθ' ης η Αίτηση. Κατά την ημερομηνία που η Αίτηση Αναστολής ήταν ορισμένη για ακρόαση, ήτοι στις 09.08.2019, ο δικηγόρος της Καθ' ης η Αίτηση εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου και αιτήθηκε περαιτέρω χρόνο για την μελέτη της Αίτησης Αναστολής, την ετοιμασία και καταχώριση ένστασης στην Αίτηση Αναστολής. Στις 06.09.2019 η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε την ένστασή της στην Αίτηση Αναστολής, σύμφωνα με τις προηγούμενες οδηγίες του δικαστηρίου. Στις 12.09.2019, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η Αίτηση Αναστολής, οι δικηγόροι της Αιτήτριας ζήτησαν από το Δικαστήριο ημερομηνία για ακρόαση της Αίτησης Αναστολής. Κατά την συγκεκριμένη δικάσιμο, το δικαστήριο επιλήφθηκε και της παρούσας Αίτησης Παραμερισμού, μετά από συμφωνία των διαδίκων. Το δικαστήριο στη βάσει των πιο πάνω προέκρινε ότι προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων θα έπρεπε να εκδικαστεί η Αίτηση Παραμερισμού, η οποία εμπεριέχει εν πάση περιπτώσει τη θεραπεία που ζητείται με την Αίτηση Αναστολής. Η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση Παραμερισμού καταχωρίστηκε στις 8.10.
  9. Η Αίτηση Αναστολής παρέμεινε για οδηγίες στις 16.12.2019 ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε για να εκδοθεί και η παρούσα επιφυλαχθείσα απόφαση. Η δυνατότητα του δικαστηρίου να εκδίδει διάταγμα για παραμερισμό διατάγματος διέπεται από την Δ.48
(8)
(4)η οποία προνοεί ότι: «Οποιοδήποτε πρόσωπο (πλην του αιτητή) που επηρεάζεται από ένα διάταγμα που έγινε μονομερώς, μπορεί να αποταθεί δια κλήσεως για παραμερισμό ή διαφοροποίηση του και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να το παραμερίσει ή να το διαφοροποιήσει με αυτούς τους όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι». Η Δ.48
(8)
(4)αφορά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς και επηρεάζουν τα δικαιώματα διάδικου πλην του αιτητή. Όπως αναφέρεται και στο Halsbury's Laws of England, 4th ed.[1]: «The court is given express power to set aside an order made ex parte . "1 RSC Ord. 32 r.6 This rule embodies the former practice. The principle is that by its very nature the party affected by an ex parte order has not had the opportunity of being heard."». Στην υπόθεση Μαρίας Λόντου ν. Πασχάλη Σπιτέρη[2], απόφαση της αδελφού δικαστού κας Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Βασούλα Τάσου Κακούρη που αφορούσε αίτηση για έκδοση certiorari και εκδόθηκε λίγα χρόνια αργότερα αποφασίστηκε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48 θ. 8
(4)για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίηση διαταγής που εκδίδεται μονομερώς, καλύπτει μόνο περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας ex parte διαταγής. Στην υπόθεση όμως Π. Μιχαηλίδη και Α. Πεδίου το Δικαστήριο είχε διαφορετική άποψη, αποφάσισε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48 θ. 8
(4), των Θεσμών, καλύπτει όλες τις περιπτώσεις, το αν ορθά ή λανθασμένα υποβλήθηκε αίτηση μονομερώς είναι ζήτημα που και αυτό, σύμφωνα πάντα με την πιο πάνω απόφαση, μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο αίτησης δια κλήσεως, βάσει της Δ.48 θ. 8
(4)». Επιπρόσθετα στην υπόθεση Αναστάσιου Μαρκιτανή ν. Απόστολου Μουτζούρη[3] αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι τα επίδικα διατάγματα είχαν εκδοθεί μετά που είχε προηγηθεί η επίδοση της αίτησης στον εφεσίβλητο. Επομένως, παρόλο ότι η αίτηση ήταν μονομερής, η επίδοση της στον εφεσίβλητο, προφανώς μετά από οδηγίες του δικαστηρίου (βλ. Δ.48 θ.8
(3)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών), αφαιρεί από αυτή την υπόσταση της μονομερούς αίτησης και την μετατρέπει σε αίτηση δια κλήσεως (βλ. Κώστας Σμυρνιός, Αίτηση 6/2000/28.1.2000). Σε τέτοια περίπτωση δεν παρέχεται ευχέρεια στον εφεσίβλητο να αποταθεί στο δικαστήριο για τον παραμερισμό του διατάγματος. Τέτοια ευχέρεια παρέχεται σε σχέση με διατάγματα που χορηγούνται μετά από μονομερή αίτηση (βλ. Δ.48 θ.8
(4)». Προκύπτει επομένως από την ως άνω νομολογία ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την παρούσα Αίτηση Παραμερισμού διότι η Δ.48 Θ.8
(4)ενεργοποιείται στις περιπτώσεις που ένα ενδιαφερόμενο πρόσωπο, διαφορετικό από τον καθ' ου η αίτηση, του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται από το μονομερές διάταγμα, επιθυμεί να τροποποιήσει ή να ακυρώσει το διάταγμα. Σκοπός της εν λόγω ρύθμισης είναι η δυνατότητα ακρόασης του ενδιαφερόμενου μέρους που δεν αποτελεί διάδικο μέρος στην διαδικασία να εμφανιστεί και να ενστεί στην ισχύ του μονομερώς. Τα ως άνω, καθώς τα Προσωρινά εκδοθέντα Διατάγματα παρόλο ότι εκδόθηκαν μονομερώς εντούτοις η Αιτήτρια είχε λάβει γνώση για την ύπαρξη τους και επέλεξε όπως μη εμφανιστεί και έτσι εξανεμίζεται πλέον το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης. Παράλληλα, η Αιτήτρια δεν αποτελεί «οποιοδήποτε πρόσωπο» του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται εν τη εννοία του Κανονισμού Δ.48 Θ.8
(4)διότι ακριβώς είναι διάδικο μέρος, και γι' αυτόν τον λόγο έχει ειδοποιηθεί προηγουμένως. Ο μηχανισμός της Δ.48 Θ.8
(4)δεν μπορεί να λειτουργεί προς το συμφέρον του διαδίκου που ειδοποιήθηκε για την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος, αλλά δεν έπραξε τίποτα εντός της προθεσμίας που έταξε το Δικαστήριο. Επί της ουσίας και εξετάζοντας τώρα τις ίδιες τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί ότι η συμφωνία υποναύλωσης ημερομηνίας 11.02.2019 (η Συμφωνία Υποναύλωσης) (Τεκμ. 1) στην ΕΔ Παρμαξή προς υποστήριξη της Ένστασης (ΕΔΠ), καθώς και η μεταγενέστερη συμφωνία ημερομηνίας 18.07.2019 (η Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών) η οποία καταρτίσθηκε με σκοπό τη διευθέτηση του τρόπου επίλυσης των διαφορών που προέκυψαν από τη Συμφωνία Υποναύλωσης (Τεκμ. 2 της Ένστασης), εμπεριέχουν ρήτρες παραπομπής των διαφορών που προκύπτουν από αυτές σε διαιτησία. Ειδικότερα, η Συμφωνία Υποναύλωσης εμπεριέχει στον όρο 69, με τίτλο Arbitration, τη συμφωνία των διάδικων μερών όπως παραπεμφθεί σε διαιτησία οποιαδήποτε διαφορά προκύψει ή σχετίζεται με τη Συμφωνία Υποναύλωσης. Παρατίθεται αυτούσια η πρόνοια στη γραπτή συμφωνία διαιτησίας η οποία έχει ως ακολούθως: «
  1. a)This contract is governed by and construed in accordance with English law. Any dispute arising out of or in connection with this Charter Party shall be referred to arbitration in London.
  2. b)All disputes arising out of or relating to this contract where the total amount claimed (excluding interest and costs) by either party does not exceed US 100.000 (one hundred thousand United States Dollars) shall be conducted in accordance with the London Maritime Arbitrators Association Small Claims Procedure.
  3. c)All other disputes, failing amicable settlement shall be entitled as follows: (
  4. i)Unless the parties agree upon a sole arbitrator, one arbitrator shall be appointed in writing by each of the parties. the arbitrators so appointed shall appoint a third arbitrator and the reference shall be to the three- man tribunal thus constituted. (
  5. ii)In case one of the parties fail to appoint an arbitrator in the course of the 14 (fourteen) calendar days following the first appointment, the decision of the sole arbitrator firstly appointed to be final and binding. (iii) The arbitrators shall be commercial shipping men conversant with shipping matters and members of the London Maritime Arbitrators Association. (
  6. iv)Otherwise the parties shall refer to the London Maritime Arbitrators Association Arbitration Procedure for any other unspecified event/item». Παράλληλα, είναι γεγονός ότι η συμφωνία των μερών για επίλυση των διαφορών τους εξωδικαστηριακά επιβεβαιώνεται και από τη σχετική ρήτρα διαιτησίας που υπάρχει και στον όρο 4 της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών. Συγκεκριμένα ο όρος 4 ορίζει ότι η Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και οποιαδήποτε διαφωνία προκύψει από τη Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών θα παραπέμπεται σε διαιτησία σύμφωνα με τη ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στην Συμφωνία Υποναύλωσης ή το Διαιτητικό Δικαστήριο που έχει ήδη συσταθεί. Καθορίζεται ως ακολούθως: «This agreement is subject to English law and any disputes arising hereunder shall be referred to arbitration in accordance with the arbitration clause in the charterparty and/or the tribunal already constituted». Σε μετάφραση: «Η Συμφωνία διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο και οποιαδήποτε διαφορά προκύψει από την παρούσα συμφωνία θα επιλύεται με παραπομπή σε διαιτησία, σύμφωνα με την ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στη Συμφωνία Υποναύλωσης ή/και στο Διαιτητικό Δικαστήριο που έχει ήδη συσταθεί». Η ύπαρξη της συμφωνίας διαιτησίας παραμένει αναντίλεκτη και η ισχύς της είναι δεδομένη αφ' ης στιγμής η συμφωνία είναι γραπτή. Σύμφωνα με τον Uncitral Model Law, στον οποίο με παρέπεμψαν οι ευπάιδευτοι συνήγοροι της Καθ' ης η Αίτηση, οι κανονισμοί του οποίου έχουν μεταφερθεί και στην κυπριακή έννομη τάξη, η εγκυρότητα μίας συμφωνίας διαιτησίας εξαρτάται από την τυπική της μορφή. Όπως ορίζει το άρθρο 7
(2)του Νόμου Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας 101/1987 η συμφωνία διαιτησίας είναι έγκυρη εφόσον είναι γραπτή. Παρατίθεται ολόκληρο το άρθρο: «Ορισμός και τύπoς της συμφωvίας περί διαιτησίας 7.-
(1)"Συμφωvία περί διαιτησίας" είvαι η συμφωvία με τηv oπoία υπάγovται σε διαιτησία όλες ή oρισμέvες διαφoρές, παρoύσες ή μέλλoυσες, πoυ απoρρέoυv από καθoρισμέvη έvvoμη σχέση, συμβατική ή μη. Η συμφωvία περί διαιτησίας μπoρεί vα εvταχθεί σε σύμβαση ως ρήτρα διαιτησίας ή vα απoτελέσει τo αvτικείμεvo χωριστής συμφωvίας.
(2)Η συμφωvία περί διαιτησίας είvαι έγκυρη μόvo αv είvαι γραπτή.
(3)Θεωρείται γραπτή η συμφωvία περί διαιτησίας αv περιέχεται σε έγγραφo πoυ φέρει τηv υπoγραφή τωv μερώv, ή σε αvταλλαγή επιστoλώv, τέλεξ, τηλεγραφημάτωv ή άλλωv μέσωv τηλεπικoιvωvίας πoυ καταγράφoυv τη σχετική συμφωvία, ή στηv αvταλλαγή εκθέσεωv απαιτήσεως και υπερασπίσεως, στις oπoίες περιέχεται ισχυρισμός τoυ εvός τωv μερώv για τηv ύπαρξη συμφωvίας περί διαιτησίας χωρίς o ισχυρισμός αυτός vα αvτικρoύεται από τo άλλo τωv μερώv. Αvαφoρά στη σύμβαση σε έγγραφo άλλo, πoυ περιέχει ρήτρα διαιτησίας, συvιστά συμφωvία περί διαιτησίας αv η σύμβαση είvαι γραπτή και η αvαφoρά είvαι τέτoια ώστε vα καθιστά τη ρήτρα αυτή αvαπόσπαστo μέρoς της σύμβασης». Το ίδιο κριτήριο για γραπτή συμφωνία διαιτησίας θέτει και το άρθρο 5 του Arbitration Act 1996 που εφαρμόζεται στην Αγγλία. Στο σύγγραμμα D. S. J. Sutton, J. Kendall, J. Gill, Russel on Arbitration[4] στο οποίο και πάλι με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Καθ' ης η Αίτηση με αναφορά στον Arbitration Act 1996, αναφέρονται τα ακόλουθα: «To constitute an arbitration agreement which will bring a reference within the Arbitration Act 1996, the agreement must be in writing». Στην απόφαση COORESBY LTD κ.α. ν. ASTROPLUS LIMITED κ.α.,[5] η κα Χατζηγιάννη, ΠΕΔ, έκρινε ότι δεν ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 αναφορικά με τους καθ' ων η αίτηση 3-6 εφόσον μεταξύ των αιτητών και των εν λόγω καθ' ων η αίτηση δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία διαιτησίας στη βάση της οποίας άρχισε η διαιτητική διαδικασία στη Στοκχόλμη, καθότι δεν ήταν συμβαλλόμενα μέρη στην συμφωνία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι μεταξύ των διάδικων μερών υπάρχει έγκυρη και ισχυρή συμφωνία διαιτησίας, η οποία δεν επιτρέπει στο παρόν δικαστήριο να εντρυφήσει στην συμβατική σχέση των μερών και να εξετάσει επί της ουσίας τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Αιτήτρια. Ανεξάρτητα από το πιο πάνω νομικό σημείο, καταλυτικό ως προς την αντίκριση της αίτησης εν γένει, θα προχωρήσω και θα εξετάσω και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται στην περίπτωση αιτήσεως παραμερισμού διατάγματος το οποίο οριστικοποιήθηκε ερήμην της Αιτήτριας. Παρόμοιο ζήτημα με έχει απασχολήσει στην απόφαση ALM Telecom Services Limited κ.α. ν. Zemelia Enterprises Limited κ.α[6]., όπου είχα αποφασίσει ότι οι νομικές αρχές που εξετάζονται από το Δικαστήριο σε αιτήσεις παραμερισμού διατάγματος είναι ίδιες με τις νομικές αρχές που ισχύουν στις αιτήσεις που επιδιώκουν την ακύρωση ή τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης σύμφωνα με την Δ.26 Θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, στην ανωτέρω απόφαση αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα τα οποία υιοθετούνται και στην παρούσα υπόθεση: «Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα παραμερισμού μιας απόφασης ή ενός διατάγματος που εκδόθηκε λόγω παράλειψης του διαδίκου να εμφανιστεί στο Δικαστήριο έχουν πλέον καθιερωθεί από την νομολογία μας. Στην υπόθεση Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns Limited κ.ά
(1994)1 ΑΑΔ σελ. 736 γίνεται εκτενής αναφορά στις αρχές που διέπουν τέτοιες αιτήσεις. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε ότι για να επιτύχει ο Αιτητής σε αίτηση για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην θα πρέπει να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι: (α) έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην υπόθεση, (β) υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του». Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει σκιαγραφήσει τις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να πληρούνται κατά τον ουσιώδη χρόνο της ακρόασης μιας αίτησης για παραμερισμό απόφασης, μέσω της πάγιας νομολογίας του. Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων, το θέμα της αποδοχής ή μη μιας αίτησης παραμερισμού ερήμην απόφασης, εξαρτάται και επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα αποφασίσει τελικά αν είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί ο παραμερισμός της απόφασης ή όχι. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει απόφαση σε περίπτωση που αυτή δόθηκε αντικανονικά, αλλά οφείλει να παραμερίσει την απόφαση αυτή ex debito justitiae. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην απόφαση Anlabe v. Praetorius
(1888)20 Q.B.D.764, 768-769 καθώς και στην πρωτόδικη απόφαση Πολυεπενδυτική Α.Ε.Β.Ε. και 1. C.A Trading Ltd κ.α. του κ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ημερομηνίας 15.6.2005 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 3217/2004 Ε.Δ. Λευκωσίας. Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων, το θέμα της αποδοχής ή μη μιας αίτησης παραμερισμού ερήμην απόφασης, εξαρτάται και επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα αποφασίσει τελικά αν είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί ο παραμερισμός της απόφασης ή όχι. Αυτό προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της Δ.17 θ. 10 όπου προβλέπεται ότι «θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανούν δίκαιοι». Συνεπώς, το ζήτημα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ ή κατά του παραμερισμού μιας δικαστικής απόφασης που εξεδόθη ερήμην, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση. Αναφορικά με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο με σωρεία αποφάσεών του έχει καθορίσει τα κριτήρια με τα οποία εξετάζεται η συνδρομή τους στην εκάστοτε περίπτωση. Συγκεκριμένα, στην απόφαση Mine & Quarry Services v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)[7], λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Εξετάζοντας τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην εναγομένου ο πρωτόδικος δικαστής αναφέρθηκε στη βαρυσήμαντη στο πεδίο αυτό του δικαίου αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, σημειώνοντας πως έτυχε εφαρμογής στις κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και Christoforou v. Kyriakoullis
(1963)2 C.L.R.
  1. Αντλησε επίσης καθοδήγηση από τη Land Securities P.L.C. v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 1 W.L.R.
  2. Σε τέτοια ζητήματα, όπως ορθά διαπίστωσε ο πρωτόδικος δικαστής, η εξουσία του δικαστή έχει διακριτικό χαρακτήρα. Η γενική αρχή του δικαίου είναι ότι για να ανοίξει εκ νέου η υπόθέση, μετά τη λήψη απόφασης, ο αιτητής οφείλει να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Οπως εξήγησε ο δικαστής Sir Robert Megarry στη Land Securities P.L.C., ανωτέρω, πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Γι αυτό άλλωστε, συνεχίζει, ο δικαστής Diplock στη Sidnell v. Wilson [1966] 2 Q.B. 67, συνδέει το δικαίωμα με την ύπαρξη καλή τη πίστει συζητήσιμης υπόθεσης. Με βάση τις παραπάνω αρχές και για τους λόγους που εκθέτει, ο πρωτόδικος δικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο εφεσίβλητος αποκάλυψε στοιχεία που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν υπεράσπιση στην αγωγή που κινήθηκε εναντίον του». Περαιτέρω, σύμφωνα με την ως άνω αναφερόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited[8], επί του θέματος των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πλειοψηφία έκρινε ότι για να επιτύχει ο αιτητής σε αίτηση για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, πρέπει να αποδείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην υπόθεση και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η υπεράσπιση αυτή, βέβαια, πρέπει να είναι εκ πρώτης όψεως. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο, λαμβάνοντας καθοδήγηση και από αγγλική νομολογία, ανέφερε τα εξής: «Είναι γνωστές οι αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται ένα Δικαστήριο όταν έχει ενώπιόν του μιαν αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως δικής του. Οι αρχές αυτές αναφέρονται σε σωρεία αποφάσεων. Η κλασσική απόφαση επί του σημείου τούτου, είναι η Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646 ή [1937] A.C.
  3. Η απόφαση αυτή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd. v. Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R.
  4. Στην τελευταία αυτή υπόθεση, αναφέρθηκε ότι οι κυπριακοί δικονομικοί Κανόνες είναι ουσιωδώς όμοιοι με τους αντίστοιχους αγγλικούς δικονομικούς Κανόνες των παλαιών αγγλικών δικονομικών Κανόνων και υιοθετήθηκε από το Εφετείο πλήρως η πιο πάνω αγγλική απόφαση, η οποία κατ' επανάληψη ακολουθήθηκε σε αριθμό υποθέσεων τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο, ως καθοδηγητική επί του θέματος αυτού, δηλαδή όπου εγείρεται θέμα ακύρωσης δικαστικής απόφασης ληφθείσας ερήμην του εναγομένου. Στην αγγλική αυτή υπόθεση αναφέρεται ότι η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση. Βέβαια, εγείρεται και το θέμα του να πείσει ο αιτητής το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος γιατί δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η αρχή, όπως λέχθηκε στην υπόθεση εκείνη, είναι ότι το Δικαστήριο εκτός αν και μέχρι να εκδώσει απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης ή τη συναινέσει των δύο πλευρών, έχει τη δυνατότητα και την ευχέρεια να παραμερίσει την απόφαση του. Η απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση, έθεσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ύπαρξη υπεράσπισης στην υπόθεση, αλλά λέχθηκε επίσης ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση. Το βάρος είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, όχι όμως για να αποδείξει την υπεράσπιση, αλλά απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης. Αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικαστεί η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου επί της ουσίας». Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα και ειδικά όσον αφορά το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής για την ικανοποίηση της προϋπόθεσης περί «καλής» υπεράσπισης, αυτό που απαιτείται κάθε φορά, δεν είναι πλήρης απόδειξη από τον διάδικο - αιτητή της υπόθεσής του, σε σημείο που θα οδηγούσε το δικαστήριο σε κατάληξη υπέρ ή εναντίον της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά απλώς η ένδειξη στο δικαστήριο ότι υφίσταται καλή υπεράσπιση, δηλαδή υφίστανται τέτοιες συνθήκες που υποδεικνύουν ότι ο εναγόμενος/αιτητής έχει εύλογες δυνατότητες να προβάλει υπεράσπιση σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπλέον, η ίδια πιο πάνω απόφαση, συνεχίζει ως εξής σε σχέση με το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής: «Σχετικό με το βάρος της απόδειξης ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης, είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Lord Wright από την Evans v. Bartlam (πιο πάνω) στη σελίδα 489, που υιοθετήθηκε και αναφέρεται στη σελίδα 322 της Ioannis Kotsapas & Sons Ltd. v. Titan Construction & Engineering Company (πιο πάνω): "The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by the respondent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a mere conflict on affidavits". Το Εφετείο στην υπόθεση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd. v. Titan Construction & Engineering Company (πιο πάνω) επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να παραμερίσει την απόφαση υπό όρους και στη σελίδα 323 κατέληξε ως εξής: "The question before us is whether any reason exists for holding that the judge exercised his discretion otherwise than rightly. Having read and considered the evidence and correspondence in the case, we find that no ground is shown to justify interference with the judge's discretion, and we think that the appeal should be dismissed with costs". Από το πιο πάνω απόσπασμα εμφαίνεται ότι τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο στην κατάληξή τους κατά πόσο ο αιτητής είχε καλή υπεράσπιση, έλαβαν υπόψη μαρτυρία μόνο υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και άλλη έγγραφη μαρτυρία, υιοθετώντας το πιο πάνω απόσπασμα του Lord Wright στην υπόθεση Evans v. Bartlam (πιο πάνω)». Επίσης, στην υπόθεση Salamis Shipping Services Ltd ν. Bata (Cyprus) Ltd[9], το Ανώτατο Δικαστήριο επικεντρώθηκε στο ζήτημα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όσον αφορά παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Αναφερόμενο στην υπόθεση Bush κ.ά v. Γιαννή [2001] 1 ΑΑΔ 1342, τόνισε τα εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17, Θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό το λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του Αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση». Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο προχώρησε σε παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης εφόσον οι εναγόμενοι παρουσίασαν καλή υπεράσπιση και ικανοποιητικά στοιχεία για τη μη εμφάνισή τους ενώπιον του δικαστηρίου. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού ν. Πραξιτέλη Φαντάκη[10], όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε όσα έχουν αναφερθεί και στις ανωτέρω αποφάσεις, διακρίνοντας επίσης τις προϋποθέσεις που εξετάζει το δικαστήριο ώστε να παραμερίσει μια απόφαση που λήφθηκε ερήμην λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Εδώ το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι στην Κύπρο υιοθετείται το περιεχόμενο των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτοί κατευθύνονται από τους αντίστοιχους Αγγλικούς Θεσμούς. Περαιτέρω, επεσήμανε ότι σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.17, Θ.10 και πέραν τούτου υιοθέτησε το περιεχόμενο της υπόθεσης Phylactou και προχώρησε σε ανάλυση του υπό κρίση θέματος με κατάδειξη των παραγόντων που πρέπει να έχει υπόψη του το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ως εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: την ανάγκη να διασφαλίσει αφενός αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και αφετέρου την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. [.] Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. [.] Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, που εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική, μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την υπόθεση». Στη συνέχεια, αναφερόμενο στην υπόθεση MILOUCA MOTOR TRADING v. Κούρτη [1997] 1 ΑΑΔ 941, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του». Στην πιο πάνω απόφαση, το Εφετείο ακύρωσε πρωτόδικη απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία παραμέριζε απόφαση που λήφθηκε ερήμην λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, λόγω του ότι ο εφεσείων αν και απέδειξε εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης εντούτοις δεν δικαιολόγησε επαρκώς τη μη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να μη δεχθεί απόφαση, καθώς και την αργοπορία του στην καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. Συνεπώς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι επιπρόσθετα, ακόμα και αν συντρέχει η προϋπόθεση κατάδειξης καλής υπεράσπισης, το Δικαστήριο μπορεί να μην κάνει δεκτό το αίτημα για παραμερισμό της απόφασης, εφόσον δεν ικανοποιηθεί επαρκώς αναφορικά με την αιτιολογία που προβάλλεται από τον εκάστοτε εναγόμενο/αιτητή σε σχέση με την παράλειψή του να εμφανιστεί έγκαιρα στη διαδικασία, καθώς και με την αργοπορία ή καθυστέρηση καταχώρισης σχετικής αίτησης για παραμερισμό. Ειδικά για αυτό το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώριση σχετικής αίτησης για παραμερισμό, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην πιο πάνω αναφερθείσα υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd ν. Ανδρέας Γεωργίου, υπογράμμισε ότι ο διάδικος που επεδίωκε τον παραμερισμό της απόφασης, όφειλε να αποδείξει ικανοποιητική αιτιολογία για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, καθώς είχε περάσει ένας ολόκληρος χρόνος από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού, χωρίς να δοθεί επαρκής αιτιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Η υπόθεση Plylactou παρατηρεί: . where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment.». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γιώργος Ανδρέου ν. Severis & Athienitis Securities Ltd[11], το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με τον παράγοντα του χρόνου που μεσολαβεί από την έκδοση της απόφασης ερήμην του Εναγομένου μέχρι την καταχώριση σχετικής αίτησης για παραμερισμό αυτής, τονίζοντας τα ακόλουθα: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Με την ένορκη δήλωση του αιτητή δεν αποκαλύφθηκε οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να μετριάζει την αδιαφορία του για την τύχη της αγωγής. Το ενδιαφέρον του ζωοπυρώθηκε όταν ήλθεν αντιμέτωπος με την εκτέλεση της απόφασης. Τότε είναι που αποτάθηκε για τον παραμερισμό της. Κέντρισμα αποτέλεσε η επιθυμία για την αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20/3/01, καταχώρησε μετά από μικρή καθυστέρηση σημείωμα εμφάνισης στις 23/4/
  5. Εκδόθηκε απόφαση συνεπεία της παράλειψης του να καταχωρήσει υπεράσπιση, στις 10/10/01 και καταχώρησε την παρούσα αίτηση για ακύρωση της απόφασης στις 4.4.
  6. Η απόφαση εκδόθηκε μετά από 6 ½ μήνες από της καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως και καταχώρισε την αίτηση παραμερισμού ένα χρόνο μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και έξι μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Στην ένορκη του δήλωση ημερ. 4/4/02 δεν δίδει οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Ούτε καν αναφορά κάμνει στην καθυστέρηση αυτή. Καμιά εξήγηση δόθηκε από τον Αιτητή για την παράλειψη του να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή. Βρίσκουμε την πιο πάνω κρίση του πρωτόδικου δικαστή απόλυτα ορθή και δεν χρειάζεται να πούμε τίποτε περισσότερο. Το πρωτόδικο δικαστήριο, όπως και η νομολογία επιτάσσει, προχώρησε στην εξέταση και του άλλου παράγοντα που δυνατόν ν' ασκήσει επίδραση στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Αυτόν της ύπαρξης καλής εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Ο πρωτόδικος δικαστής αναλύει τη σχετική μαρτυρία επί του θέματος και καταλήγει ως εξής: «Δοσμένης της κανονικής έκδοσης της απόφασης, ο εναγόμενος-αιτητής απαιτείται να δείξει σοβαρούς λόγους γιατί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για ακύρωση της θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του. Η απόφαση θα πρέπει να εξακολουθεί ισχύουσα εκτός αν αποδειχθεί ότι η υπεράσπιση είναι τόσο ουσιαστική που να δικαιολογεί επανάνοιξη της διαδικασίας. Ο αιτητής είχε καθήκον να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που είναι η μία από τις δύο προϋποθέσεις για να επιτύχει ακύρωση της ερήμην εκδοθείσας εναντίον του απόφασης πράγμα το οποίο απέτυχε. Σημειώνουμε ότι το δικαστήριο είχε αναλύσει τη με βάση τις ένορκες δηλώσεις μαρτυρία που είχε ενώπιον του και διαπίστωσε ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του εφεσείοντα περί εξόφλησης του οφειλομένου ποσού δεν ήταν πειστικός». Συνοψίζοντας προκύπτει από τα πιο πάνω αποσπάσματα ότι το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση αίτησης παραμερισμού, για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ ή κατά του αιτήματος, λαμβάνει υπόψη του την ύπαρξη ή μη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, καθώς και την επαρκή αιτιολόγηση για την μη έγκαιρη εμφάνιση, σε συνδυασμό με τον χρόνο που μεσολαβεί από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού και την προβαλλόμενη αιτιολογία για τυχόν καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος. Ανάλυση Λόγων Ένστασης: Μετά την πιο πάνω παράθεση των νομολογιακών αρχών προχωρώ στην εξέταση των λόγων ένστασης (παρατίθενται πιο πάνω σελ.5 - 8), τους λόγους δηλαδή που για την Καθ' ης η αίτηση δεν δύναται να εκδοθεί το εξαιτούμενο διάταγμα παραμερισμού προσπαθώντας να τους ομαδοποιήσω όπου μπορεί να γίνει αυτό: Οι 1ος, 2ος, 3ος, 5ος Λόγοι Ένστασης: Προβάλλεται ότι η αίτηση στη βάση των πιο πάνω νομικών και νομολογιακών αρχών η υπό κρίση Αίτηση Παραμερισμού δεν μπορεί να πετύχει και θα πρέπει να απορριφθεί διότι είναι παράτυπη, αντικανονική και δεν πληροί τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που επιτάσσει η νομοθεσία και η νομολογία επί του ζητήματος. Όπως φαίνεται από τη νομική βάση της Αίτησης, η Αιτήτρια βάσισε την Αίτηση της στις Διαταγές 2, 5, 5Α, 6, 16, 26, 27, 33, 40 και
  7. Παρόλα αυτά η υπό κρίση Αίτηση Παραμερισμού στηρίζεται ουσιαστικά στην Δ.48 Θ.8
(4)η οποία επιτρέπει στο επηρεαζόμενο μέρος από την έκδοση μονομερούς διατάγματος να αιτηθεί την ακύρωση και τον παραμερισμό του εν λόγω διατάγματος εναντίον του. Εντούτοις, το γράμμα της εν λόγω διάταξης προσδιορίζει χωρίς περιθώριο αμφισβήτησης, ότι τέτοιο δικαίωμα προσδίδεται στον επηρεαζόμενο από το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα (σε αυτά έκανα αναφορά και πιο πάνω). Σκοπός της υπό εξέταση Διαταγής των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι να δοθεί η ευκαιρία στο ενδιαφερόμενο μέρος του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται από το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, να παρουσιάσει τις θέσεις του στο δικαστήριο ώστε να τροποποιήσει ή να ακυρώσει το διάταγμα που εκδόθηκε ex parte. Επομένως, η Δ.48Θ.8
(4)δεν προσδίδει στην Αιτήτρια δικαίωμα παραμερισμού ή ακύρωσης ή τροποποίησης του Προσωρινού Διατάγματος καθότι το Προσωρινό Διάταγμα οριστικοποιήθηκε μετά από την επίδοση της Αίτησης Προσωρινών Διαταγμάτων και μετά από εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου η Αιτήτρια είχε την ευκαιρία να προετοιμασθεί κατάλληλα και να εκθέσει τους ισχυρισμούς της ενώπιον του δικαστηρίου. Συνεπώς, η Δ.48 Θ.8
(4)δεν παρέχει στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να ακυρώσει ή να τροποποιήσει διάταγμα για το οποίο η Αιτήτρια είχε την ευκαιρία να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου και να ενστεί στην ισχύ και οριστικοποίηση του διατάγματος. Προς τούτο σχετική είναι η αίτηση Ceeif Central[12] για άδεια καταχώρισης αιτήσεως Certiorari στην οποία το δικαστήριο έκρινε ότι η μία εκ των καθ' ων η αίτηση δεν νομιμοποιείο να παραπονείται ότι δεν είχε την ευκαιρία να ακουσθεί διότι η αίτηση για προσωρινά διατάγματα είχε επιδοθεί κανονικά σε αυτήν. Ειδικότερα, η αίτηση στόχευε στην ακύρωση διαταγμάτων τα οποία εκδόθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο χωρίς η αίτηση για έκδοσή τους να έχει τεθεί εις γνώση των μετόχων της εταιρείας. Παρόλο που η αίτηση εν τέλει απέτυχε διότι δεν είχαν αποδειχθεί εξαιρετικές περιστάσεις για την αποδοχή της, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η περίπτωση των αιτητών υπάγεται στην εξουσία της Δ.48 θ.8
(4)οι οποίοι πράγματι υπέστησαν βλάβη των δικαιωμάτων τους καθότι στερήθηκαν το δικαίωμα να δείξουν τους λόγους για τους οποίους δεν θα έπρεπε να εκδοθεί το διάταγμα εναντίον τους. Σε σχέση με την καθ' ης η αίτηση στην οποία η αίτηση είχε επιδοθεί το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Εκείνο που κατ' αρχάς θα πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η εκ των αιτητών στην παρούσα διαδικασία CEEIF δε νομιμοποιείται να παραπονείται περί μη επίδοσης στην ίδια και αποστέρησης οποιουδήποτε δικαιώματος να ακουσθεί. Και τούτο γιατί, όπως έχει προαναφερθεί, η ενδιάμεση αίτηση για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων επιδόθηκε κανονικά στην εταιρεία αυτή, η οποία και κλήθηκε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατά την 4.1.2012, όπως είχε ορίσει το Δικαστήριο. Όμως, όπως η ίδια αναφέρει σε ένορκη δήλωση υπαλλήλου της, η οποία συνόδευε την αίτηση για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση της παρούσας αίτησης, εκ παραδρομής, η υπάλληλος αυτή παρέλειψε να παραδώσει στους αξιωματούχους της εταιρείας και στους δικηγόρους της την αίτηση, με αποτέλεσμα να μην εμφανισθούν κατά την 4.1.2012 και να ενστούν στην έκδοση των διαταγμάτων». Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια δεν προβάλλει ότι δεν της επιδόθηκε η Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα αλλά ισχυρίζεται ότι το διάταγμα οριστικοποίησης του Προσωρινού Διατάγματος έχει εκδοθεί κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί παρά να ερμηνευτεί σε συνάρτηση με την νομική βάση της Αίτησης Παραμερισμού και συγκεκριμένα με επικαλούμενα άρθρα του Συντάγματος, το 19 το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και το άρθρο 30, το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Εντούτοις, η Αιτήτρια παραγνωρίζει ότι το δικαίωμα δίκαιης δίκης περιορίζεται νόμιμα από δικαστικούς και νομοθετικούς κανόνες οι οποίοι θέτουν προθεσμίες στην άσκησή του. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Constitutional Law in Cyprus[13] και προηγούμενη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων[14] είναι απολύτως νόμιμος ο περιορισμός του δικαιώματος δικαστικής προστασίας από δικονομικούς κανονισμούς. Άλλωστε δεν μπορεί να απονεμηθεί πραγματική δικαιοσύνη όταν αυτή δεν παρέχεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Σχετικά αναφέρεται: «It is not unconstitutional to regulate the right of access to court through the provisions of procedural legislation, to the extent that the said legislation is not arbitrary or unreasonable». Στην παρούσα υπόθεση παρουσιάζεται το παράδοξο η Αιτήτρια να ισχυρίζεται ότι στερήθηκε το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης χωρίς όμως να υποστηρίζει ή να προσκομίζει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η Αιτήτρια δεν είχε την ευκαιρία να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους δεν θα πρέπει να συνεχίσει να είναι σε ισχύ το Προσωρινό Διάταγμα. Όπως εκτίθεται ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση η Καθ' ης η Αίτηση επέδωσε την Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων και το Προσωρινό Διάταγμα στην Αιτήτρια, δίδοντας με αυτόν τον τρόπο δικαίωμα στην Αιτήτρια να εμφανισθεί και να παραθέσει τις απόψεις της για τους λόγους για τους οποίους κατά την άποψη της το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα δεν θα έπρεπε να οριστικοποιηθεί. Ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να ισχυρίζεται ότι στερήθηκε του δικαιώματος να ακουστεί διότι η Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων έχει επιδοθεί νομότυπα σε αυτήν και είχε κάθε ευκαιρία να εμφανιστεί και να ακουστεί. Σχετική είναι η απόφαση του κ. Στυλιανίδη, Ε.Δ. στην Αστικά Λεωφορεία Λάρνακας Λτδ (υπό διαχείριση), δια του διαχειριστή/ παραλήπτη Ιωάννας Βασιλείου v. S.K. Kouler Trading Ltd κ.α.[15] Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε επί της αίτησης παραμερισμού διατάγματος με το οποίο οριστικοποιήθηκε προσωρινό διάταγμα εναντίον του αιτητή λόγω παράλειψης εμφάνισής του κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση προσωρινών διαταγμάτων, ότι δεν είχε δικαιοδοσία να παραμερίσει το εν λόγω διάταγμα καθότι η αίτηση παραμερισμού στηριζόταν στην Δ.48. θ.8
(4). Στην εν λόγω απόφαση, ο αιτητής καταχώρισε μονομερώς αίτηση με σκοπό την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Το δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος μονομερώς λόγω απουσίας του στοιχείου του κατεπείγοντος, διατάσσοντας έτσι την επίδοση της αίτησης. Στην νέα ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση προσωρινού διατάγματος, ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου με αποτέλεσμα να εκδοθεί διάταγμα εναντίον του. Το Δικαστήριο εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση, μετά από ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι αυτό επιδόθηκε στην άλλη πλευρά. Ομοίως με την προκειμένη περίπτωση, ο δικηγόρος της Αιτήτριας παρέλειψε να εμφανισθεί κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων, παρόλο που η Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων είχε επιδοθεί. Αξίζει δε εδώ να σημειωθεί ότι η Καθ' ης η Αίτηση είχε φροντίσει να επιδώσει δύο φορές στην Αιτήτρια το Προσωρινό Διάταγμα και την Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων. Στην πιο πάνω περίπτωση, το δικαστήριο μετέτρεψε την μονομερή αίτηση σε δια κλήσεως σύμφωνα με την εξουσία που ορίζει η Δ.48 Θ.8
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εντούτοις, το γεγονός ότι η επίδοση της αίτησης προσωρινού διατάγματος στην παρούσα περίπτωση έλαβε χώρα μετά την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος, δεν πρέπει να επηρεάζει το αποτέλεσμα καθότι η οριστικοποίηση του διατάγματος επήλθε μετά από την ειδοποίηση της Αιτήτριας να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ζήτημα προκύπτει από το γεγονός ότι ο κανονισμός της Δ.48 Θ.8
(4)προσδίδει αφενός εξουσία στο δικαστήριο να εξετάσει την αίτηση της φύσης του παραμερισμού και αφετέρου δικαίωμα στο επηρεαζόμενο πρόσωπο να παραμερίσει διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς εναντίον του ακριβώς διότι δεν του δόθηκε σε κανένα στάδιο το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση στην οποία η καθ' ης η αίτηση έλαβε μέσω επίδοσης αποδεδειγμένα γνώση για την εκκρεμούσα διαδικασία, η νομική βάση της Δ.48 Θ.8
(4)δεν δίδει το δικαίωμα στην καθ' ης η αίτηση που ειδοποιήθηκε να προσβάλει το εκδοθέν διάταγμα. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τον ίδιο τον σκοπό της Δ.48 Θ.8
(4)ο οποίος δεν είναι άλλος από το να παρέχει δικαίωμα στον επηρεαζόμενο να αμφισβητήσει το εκδοθέν διάταγμα. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η νομική βάση της Αίτησης Παραμερισμού είναι λανθασμένη και δεν μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση του εξαιτούμενου διατάγματος ακύρωσης καθότι η Δ.48 θ.8
(4)δεν χορηγεί τέτοιο δικαίωμα στην Αιτήτρια. Οι 4ος, 6ος, 8ος, 9ος Λόγοι Ένστασης: Με βρίσκει σύμφωνο η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι η μαρτυρία που έχει προσκομίσει προς υποστήριξη της ΕΔ ΜΠ δεν αποτελεί ικανοποιητικό πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και εν πάση περιπτώσει οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι η Υπεράσπισή της άπτεται θεμάτων για τα οποία το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία για να αποφασίσει. Ως εκτίθεται ανωτέρω, τόσο η Συμφωνία Υποναύλωσης όσο και η Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών εμπεριέχουν γραπτή και έγκυρη ρήτρα διαιτησίας υπέρ του Διαιτητικού Δικαστηρίου στο Λονδίνο. Με την εν λόγω ρήτρα διαιτησίας τα μέρη έχουν συμφωνήσει στην παραπομπή σε διαιτησία τυχόν διαφοράς που προκύπτει ως απόρροια της συμβατικής τους σχέσης από την κύρια Συμφωνία Υποναύλωσης και της παρακολουθηματικού χαρακτήρα Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών. Συνεπεία της συμφωνίας διαιτησίας, το Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να επιλύσει δικαστικώς τη διαφορά που προέκυψε από τη Συμφωνία Υποναύλωσης ούτε από τη Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών διότι η απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση αποτελεί «διαφορά» εν τη εννοία του άρθρου 8 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 101/87. Η υπόθεση Ιnvesta Foreign Trade Co Ltd v. Onisiforos Demetriades & Co.
(1982)1 C.L.R. 276 είναι σχετική. Στην απόφαση αυτή του Ανώτατου Δικαστηρίου αποφασίστηκε το κατά πόσο αποτελεί «διαφορά» εν τη εννοία του Νόμου 101/87 η απαίτηση ναυλοσυμφώνων στη βάση συμφωνίας ναύλωσης που περιέχει ρήτρα διαιτησίας όπου αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Οι εναγόμενοι είχαν βασισθεί ιδιαίτερα πρωτοδίκως, δείχνει ακριβώς την έκταση της έρευνας του δικαστηρίου για να διαπιστωθεί αν αποκαλύπτεται "dispute" στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας (που εκεί αποκαλύπτετο από την οπισθογράφηση, την έκθεση απαιτήσεως και τις ενόρκους δηλώσεις), με δεδομένη την αρχή της Skaliotou v. Pelekanos. [..]Το θέμα ετέθη καθαρότατα από τον Πική, Δ., ως ήτο τότε, στην υπόθεση Tradax v. Queensea Marine Co.
(1986)1 C.L.R. 559, στη σ. 562: "A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law. ............ The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the facts and establishment of the contractual liabilities of the parties"». Με βρίσκει επίσης σύμφωνο η θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση ότι η μαρτυρία που στηρίζει την Αίτηση Παραμερισμού παρουσιάζεται αντικανονικά στο πλαίσιο της Αίτησης Παραμερισμού, καθότι παραβιάζει την συμφωνία των διάδικων μερών προς παραπομπή σε διαιτησία των διαφορών που προέκυψαν από την Συμφωνία Υποναύλωσης καθώς και την Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών. Ειδικότερα, η μαρτυρία η οποία έχει προσκομίσει στο Δικαστήριο η Αιτήτρια προβάλλεται εκ του περισσού και δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας καθότι άπτεται της ουσίας της Συμφωνίας Υποναύλωσης και της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών, οι οποίες εμπεριέχουν ξεκάθαρα ρήτρα παραπομπής της διαφοράς ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστήριο στο Λονδίνο (LMAA), το οποίο διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλύσει τη διαφορά μεταξύ των μερών. Η Αιτήτρια ουσιαστικά επιχειρεί να προβάλει ως υπεράσπισή της έναντι στην απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία Υποναύλωσης διότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει συμβληθεί με την παναμέζικη εταιρεία (Veles S.A.) που ανήκει στον Όμιλο Veles και όχι με την Αιτήτρια. Περαιτέρω η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δήθεν η Συμφωνία Υποναύλωσης είναι ασαφής ώστε να θεωρείται εξ υπαρχής άκυρη. Στη βάση των πιο πάνω περί της έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, το παρόν δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την αλήθεια του ισχυρισμού τον οποίο σε κάθε περίπτωση η Καθ' ης η Αίτηση τον απορρίπτει καθώς δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και δεν είναι ικανή να αποδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Ειδικότερα, είναι η εισήγηση της Καθ' ης η Αίτηση ότι οι πράξεις και συμπεριφορά της Αιτήτριας, οι οποίες περιβάλλουν την κατάρτιση και εκτέλεση της Συμφωνίας Υποναύλωσης, είναι τέτοιας φύσης ώστε το επιχείρημα της Αιτήτριας ότι δεν δεσμεύεται από τη Συμφωνία Υποναύλωσης δεν μπορεί να πετύχει. Είναι φανερό ότι η Αιτήτρια είναι το συμβαλλόμενο μέρος τόσο στην Συμφωνία Υποναύλωσης όσο και στη Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών. Η υπεράσπιση της Αιτήτριας στηρίζεται στο γεγονός ότι η ίδια δεν υπογράφει τη Συμφωνία Υποναύλωσης. Είναι δε η εισήγηση της Καθ' ης η Αίτηση ότι η σύναψη τέτοιους είδους συμφωνιών (charterparties) συντελείται κατά κοινώς αποδεκτή πρακτική μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ή άλλως μέσων γραπτής αποτύπωσης της συμφωνίας. Συγκεκριμένα, οι απαιτήσεις του επιχειρηματικού κόσμου των θαλάσσιων μεταφορών επιβάλλουν όπως οι μεταξύ τους συμφωνίες ναύλωσης συνάπτονται με ταχύτητα και χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις. Συνεπεία αυτού του γεγονότος, οι συμφωνίες ναύλωσης συνάπτονται συνήθως εξ αποστάσεως και με τη χρήση των επιτευγμάτων της τεχνολογίας. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση η Συμφωνία Υποναύλωσης καταρτίσθηκε στις 11.02.2019 μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και με τη βοήθεια εκπροσώπων της Αιτήτριας. Η μη υπογραφή της Συμφωνίας Υποναύλωσης από την Αιτήτρια εξηγείται κατά το ότι η Veles S.A. υπέγραψε την εν λόγω Συμφωνία Υποναύλωσης εκ μέρους και για λογαριασμό της Αιτήτριας. Τόσο όμως το Προσωρινό Διάταγμα όσο και η εκκρεμούσα διαιτητική διαδικασία στρέφονται κατά της Αιτήτριας στη βάση των στοιχείων και της συμπεριφοράς που επέδειξε η Αιτήτρια κατά τις διαπραγματεύσεις, τη σύναψη και την εκτέλεση της Συμφωνία Υποναύλωσης. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι αντισυμβαλλόμενο μέρος στην Συμφωνία Υποναύλωσης είναι η Αιτήτρια λόγω των ακόλουθων γεγονότων: (α) Η ίδια η Αιτήτρια έδωσε οδηγίες να παραδοθούν τα στοιχεία της στην Καθ' ης η Αίτηση στα έγγραφα KYC (Know Your Customer) τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Υποναύλωσης. Είναι φανερό ότι ηθελημένα και εις γνώση της Αιτήτριας παραδόθηκαν τα στοιχεία της στις πληροφορίες που απαιτεί η σχετική νομοθεσία στα έγγραφα KYC. Ούτως ή άλλως ο σκοπός για τον οποίο ο Νόμος Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (188(I)/2007) επιβάλλει την εκ των προτέρων αξιολόγηση και γνώση του προσώπου με το οποίο πρόκειται να συμβληθεί ένα πρόσωπο, είναι ακριβώς ο προσδιορισμός της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου. (β) Κατά τον έλεγχο KYC (Know Your Customer) που διενήργησε η Καθ' ης η Αίτηση πριν την σύναψη της Συμφωνίας Υποναύλωσης, συμπληρώθηκε από τον υποναυλωτή η φόρμα που προβλέπει η σχετική νομοθεσία. Το πρόσωπο που αναγράφεται στον εν λόγω τύπο δεν είναι άλλη από την Αιτήτρια (Τεκμ. 1 της ΕΔ ΟΠ). (γ) Περαιτέρω, τονίζεται ότι στην εν λόγω φόρμα είχε σταλεί από την εταιρεία BraemarACM Shipbroking (η Braemar), προς την Αιτήτρια πριν τη σύναψη της Συμφωνίας Υποναύλωσης μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 11.02.
  1. Η Braemar (shipbrokers), η οποία λειτουργεί προς το συμφέρον της Αιτήτριας, όπως αποδεικνύεται και από την αλληλογραφία που έχει προσκομίσει η Καθ' ης η Αίτηση (Τεκμ. 8 της ΕΔ ΟΠ), είναι πρόσωπο το οποίο είναι φανερά εξουσιοδοτημένο να διαπραγματεύεται εκ μέρους της Αιτήτριας. Δεν μπορεί να προβλεφθεί το γεγονός ότι η φόρμα που αποτέλεσε μέρος της Συμφωνίας Υποναύλωσης και αυτή που επισυνάφθηκε στο ηλεκτρονικό μήνυμα της Braemar είναι ίδιες. Ειδικότερα, από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν στην φόρμα KYC διακρίνεται μεταξύ άλλων: (α) Ότι η πλήρης διεύθυνση και το εγγεγραμμένο γραφείο του υποναυλωτή στην Συμφωνία Υποναύλωσης είναι «Αγίας Φυλάξεως & Ζήνωνος Ρωσίδη 2, 1ος όροφος 3082, Λεμεσός, Κύπρος», (β) ότι ο υποναυλωτής έχει συσταθεί στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό, (γ) ότι ο αριθμός εγγραφής του υποναυλωτή είναι (ΗΕ) 359704, (δ) ότι η ημερομηνία σύστασης του υποναυλωτή είναι η 05.09.2016, (ε) ότι η Διευθύνουσα Σύμβουλος (Managing Director) του υποναυλωτή είναι η κα ΧΧΧ Πελεκάνου από την Κύπρο, (στ) ότι το τμήμα ναυτιλίας (Chartering Department) ελέγχεται από τον κ. ΧΧΧ Vdovin, από την Ουκρανία, (ζ) ότι το λειτουργικό τμήμα (Operation Department) ελέγχεται από τον κ. ΧΧΧ Marchuk, από την Ουκρανία, (η) ότι τα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία επικοινωνίας με τον υποναυλωτή είναι τα XXXXX@velesbulk.com και XXXXX@varamar.com, αντίστοιχα για τους κκ. ΧΧΧ Vdovin και ΧΧΧ Marchuk, (θ) Ότι τα στοιχεία των κυρίως τραπεζιτών (Principal Bankers) του υποναυλωτή αναφέρονται σε λογαριασμό που διατηρείται στην Ελληνική Τράπεζα στην Κύπρο. Από αλληλογραφία ημερομηνίας 31.05.2019 της Καθ' ης η Αίτηση με την Braeamar στην οποία ζητούνται τα KYC documents ως αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Υποναύλωσης για την εταιρεία Veles Bulk S.A., η τελευταία αποστέλλει εν τέλει τα στοιχεία της Αιτήτριας, η οποία όπως προκύπτει είναι και η πραγματική δικαιούχος της Συμφωνίας Υποναύλωσης. (Τεκμ. 8 της ένορκης δήλωσης της ΧΧΧ Παρμαξή προς υποστήριξη της Ένστασης (η ΕΔ ΟΠ). Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι παρόλο ότι η Αιτήτρια αποκρύπτει την πραγματική της ιδιότητα και ότι αυτή αποτελεί τον τελικό δικαιούχο της Συμφωνίας Υποναύλωσης. Η αποκάλυψη από την ίδια της πραγματικής της ταυτότητας, σύμφωνα με τις επιταγές του Νόμου Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (188(I)/2007) δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης περί του αν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία Υποναύλωσης. Η ενέργεια της Αιτήτριας να παραδώσει στην Καθ' ης η Αίτηση τη φόρμα KYC στην οποία εξατομικεύεται ξεκάθαρα η Αιτήτρια, αποτελεί αυταπόδεικτο γεγονός ότι συνδέεται συμβατικώς με την Καθ' ης η Αίτηση. Η πράξη της Αιτήτριας δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά καθότι με την συμπλήρωση των στοιχείων της στη φόρμα KYC, στην ουσία επιθυμεί και επιτρέπει στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι την Καθ' ης η Αίτηση, να θεωρήσει ότι τα αποτελέσματα της Συμφωνίας Υποναύλωσης θα επέλθουν στο πρόσωπό της αφού υποβάλλεται στον έλεγχο και αξιολόγηση του Νόμου Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (188(I)/2007). Η Αιτήτρια δεν εμφανίζεται σε τρίτα πρόσωπα και δη στην Καθ' ης η Αίτηση αλλά κρύβεται πίσω από τις πράξεις και ενέργειες των αντιπροσώπων της και ειδικότερα της συνδεδεμένης εταιρείας (affiliated company) Veles Bulk S.A. του Ομίλου Veles Bulk και του Ομίλου Varamar. Κατά δεύτερο λόγο, είναι άξιο αναφοράς το γεγονός ότι η Αιτήτρια εξοφλεί οφειλόμενο χρέος προς την Καθ' ης η Αίτηση, το οποίο πηγάζει από την Συμφωνία Υποναύλωσης. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που βρίσκεται στο δικαστικό φάκελο (Τεκμ. 9 της ΕΔ ΟΠ), η Αιτήτρια έχει εξοφλήσει το ποσό των €47.640,24 από προσωπικό της τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί σε τραπεζικό ίδρυμα στην Ελβετία. Στις 5/4/19 αντιπρόσωπος της Braemar ενημέρωσε την Καθ' ης η Αίτηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι το οφειλόμενο χρέος έχει διευθετηθεί με τραπεζική εντολή από το λογαριασμό της Αιτήτριας. Ειδικότερα στο ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο επιβεβαιώνεται η πληρωμή του οφειλόμενου χρέους από τη Συμφωνία Υποναύλωσης, η Braemar καταγράφει ως πελάτη τα στοιχεία της Αιτήτριας. Αυτολεξεί αναφέρεται: «Please see below payment details along with Charterer's hire statement. [..] Customer: VELES BULK SHIPPING LTD» Μάλιστα, η πληρωμή οφειλόμενου χρέους που βασίζεται στη Συμφωνία Υποναύλωσης από την Αιτήτρια δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός, αφού η Αιτήτρια εξόφλησε και το ποσό των £56.750,08 στις 27.03.2019 με αντίστοιχη κατάσταση απόδειξης πληρωμής και δηλώνοντας για άλλη μια φορά ότι πελάτης και κατ' επέκταση συμβαλλόμενο μέρος είναι η Αιτήτρια (Τεκμ. 10 της ΕΔ ΟΠ). Δεν μπορεί να μην επισημανθεί και το γεγονός ότι στις δύο ηλεκτρονικές αλληλογραφίες με τις οποίες η Καθ' ης η Αίτηση ενημερώθηκε για την εξόφληση ληξιπρόθεσμης οφειλής, είχε ενημερωθεί από δύο διαφορετικά πρόσωπα τα οποία ενεργούν προφανώς σύμφωνα με τις οδηγίες της Αιτήτριας. Στην ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερομηνίας 27.03.2019 ο κ. Martchouk ο οποίος κατέχει τη θέση του Operations Manager στον Όμιλο Varamar, από την ηλεκτρονική διεύθυνση που δηλώθηκε στα έγγραφα KYC, ενημέρωσε για την εξόφληση της οφειλής αναφέροντας μάλιστα ότι σε περίπτωση που υπάρχουν αλλαγές στο δρομολόγιο (itinerary) αυτές θα διευθετηθούν με την επόμενη πληρωμή. Ο τελικός δικαιούχος της Αιτήτριας όπως καταδεικνύεται, ο κ. ΧΧΧ Varvarenko, αποκαλύπτει σε ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 26.07.2019 ότι ο Όμιλος Varamar ενεργεί ως αντιπρόσωπος του Ομίλου Veles Bulk. Από την εν λόγω προσκομισθείσα μαρτυρία (Τεκμ. 11 της ΕΔ ΟΠ) είναι παραδεκτό και αδιαμφισβήτητο γεγονός από τον ίδιο τον UBO της Αιτήτριας, ότι οι εταιρικές οντότητες των δύο Ομίλων συνδέονται λόγω της υπαγωγής τους σε αδελφό Όμιλο που ανήκει στο ίδιο φυσικό πρόσωπο. Τη σχέση αντιπροσώπευσης υποστηρίζει και το πραγματικό γεγονός του ελέγχου των Ομίλων Veles Bulk και του Ομίλου Varamar από το ίδιο πρόσωπο, ήτοι τον κ. ΧΧΧ Varvarenko. Ειδικότερα ο κ. ΧΧΧ Varvarenko: (α) είναι ο ιδιοκτήτης και τελικός δικαιούχος του Όμιλου Varamar και του Ομίλου Veles Bulk, των οποίων έχει τον απόλυτο έλεγχο και διεύθυνση. Αντίστοιχα οι εταιρείες Veles Bulk S.A. και Veles Bulk Shipping Ltd ανήκουν στον Όμιλο Veles Bulk. Παράλληλα, οι εταιρείες Varamar Ltd και Varamar Gmbh ανήκουν στον Όμιλο Varamar. Πέρα από τα όσα προκύπτουν από την ΕΔ ΟΠ με ημερομηνία 22.06.2019 που υποστηρίζει την Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων, ο ίδιος ο κ. ΧΧΧ Varvarenko αποκαλύπτει σε ηλεκτρονικό μήνυμά του ότι η εταιρεία Varamar ενεργεί ως αντιπρόσωπος της Αιτήτριας (Τεκμήριο 11 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση). (β) Αναφέρει στη βιογραφία του ότι από το 2013 ο Όμιλος Varamar εμπλέκεται στον Όμιλο Veles Bulk, μέλος του οποίου είναι και η Αιτήτρια (Τεκμ. 12 της ΕΔ ΟΠ). (γ) η σύνδεση των Ομίλων Varamar και Veles Bulk με τον κ. ΧΧΧ Varvarenko αποκαλύπτεται και από αρθρογραφία η οποία είχε δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα www.tradewindsnews.com (Τεκμ. 13 της ΕΔ ΟΠ). Πέρα από τα όσα έχουν εκτεθεί, η Αιτήτρια κωλύεται από το να ισχυρίζεται ότι δεν είναι αντισυμβαλλόμενο μέρος για τους εξής λόγους: (α) Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η Αιτήτρια έχει συνάψει με την Καθ' ης η Αίτηση τη Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών, με τους όρους που αναφέρονται στη συνέχεια με λεπτομέρεια. Η παραδοχή της Αιτήτριας προκύπτει από την μαρτυρία που προσκόμισε μέσω της ένορκης δήλωσης της κας ΧΧΧ Πελεκάνου προς υποστήριξη της Αίτησης Παραμερισμού (ΕΔ ΜΠ). Η ίδια η Αιτήτρια βασίζει το λόγο για τον οποίο δεν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο στην υπογραφή της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών. Παρόλο που η Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών έχει πλέον ματαιωθεί εξ υπαιτιότητας της Αιτήτριας, είναι παραδεκτό ότι αυτή έχει καταρτισθεί από τα μέρη. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι η Αιτήτρια εμποδίζεται ή κωλύεται από το να ισχυρίζεται ότι δεν αποτελεί αντισυμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία Υποναύλωσης, διότι η ίδια η Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών είναι δευτερεύουσα και παρακολουθηματική της κύριας σύμβασης, ήτοι της Συμφωνίας Υποναύλωσης. (β) Ο παρακολουθηματικός χαρακτήρας της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών και η άμεση σύνδεση των εν λόγω συμφωνιών αποδεικνύεται τόσο από τον ίδιο τον όρο 4 της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών, όσο και από τον σκοπό της για τον οποίο συνάφθηκε η Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών. Ο όρος 4 της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών που επισυνάπτεται ως Τεκμ. 2 στην ΕΔ ΟΠ, ξεκάθαρα παραπέμπει στην ρήτρα διαιτησίας που περιέχει η Συμφωνία Υποναύλωσης. (γ) Παράλληλα, η ίδια η φύση της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώνει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συνήψαν συμφωνία για τον τρόπο με τον οποίο θα επιλυθούν οι διαφορές τους, οι οποίες έχουν προκύψει βάσει της Συμφωνίας Υποναύλωσης. Επομένως, ο λόγος για τον οποίο τα μέρη έχουν καταρτίσει την Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών είναι για να διευθετήσουν τις διαφορές που προέκυψαν από την εκτέλεση της κύριας συμφωνίας τους, ήτοι της Συμφωνίας Υποναύλωσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, όπως είναι και η εισήγηση, κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι διαθέτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και η Αίτηση Παραμερισμού δεν βρίσκει νόμιμο έρεισμα για να επιτύχει. Οι 7ος, 11ος, 12ος, 13ος Λόγοι Ένστασης: Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο σοβαρός και εύλογος λόγος για χάρη του οποίου έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητη η παρουσία της ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημέρα και ώρα που ορίστηκε επιστρεπτέο το Προσωρινό Διάταγμα συνίσταται στο ότι η Αιτήτρια βασίστηκε στην εντύπωσή της ότι η Καθ' ης η Αίτηση θα απέσυρε την Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων σύμφωνα με την ερμηνεία που αποδίδει στην Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών που σύναψαν τα μέρη στις 18.07.
  2. Το ζήτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο ο προβαλλόμενος ισχυρισμός αποτελεί εύλογο και σοβαρό λόγο για τον οποίο η Αιτήτρια δικαιολογημένα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 22.07.2019, με αποτέλεσμα να οριστικοποιηθεί το Προσωρινό Διάταγμα εναντίον της. Στην αίτηση για άδεια καταχώρισης Certiorari Ελληνική Τράπεζα Λτδ[16], οι δικηγόροι της Αιτήτριας ζήτησαν άδεια προς καταχώριση αίτησης Certiorari εναντίον διατάγματος ex parte το οποίο έγινε απόλυτο λόγω της μη έγκαιρης εμφάνισης της εναγόμενης 2-αιτήτριας ή των δικηγόρων της την ημέρα και ώρα που είχε ορισθεί επιστρεπτέο. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: «Στις 6.7.2004 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα σε ex parte αίτηση εναντίον της εναγομένης 2-αιτήτριας στην παρούσα αίτηση στην Αγωγή 6525/2004, με το οποίο ανέστειλε την πληρωμή πιστώσεως (documentary credit) υπ' αρ. DC/017715/104, ημερομηνίας 4.5.2004, μέχρι νεότερας διαταγής του Δικαστηρίου και διέταξε την εναγόμενη 2-αιτήτρια όπως αρνηθεί και/ή αναστείλει την καταβολή στον εναγόμενο 1 στην Αγωγή του ποσού των US$25.077,60 και/ή οιουδήποτε ποσού μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 13.07.2004 και ώρα 9.00π.μ. Επιδόθηκε στην εναγόμενη 2-αιτήτρια στις 9.07.
  3. Την ίδια μέρα, η εναγόμενη 2-αιτήτρια έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να εμφανιστούν στο Δικαστήριο την ημέρα και ώρα που είχε οριστεί. Στις 13.7.2004 οι δικηγόροι της εναγόμενης 2-αιτήτριας δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο. Κατόπιν τούτου το Δικαστήριο κατέστησε το διάταγμα απόλυτο λόγω, δηλαδή, της μη έγκαιρης εμφάνισης της αιτήτριας και/ή των δικηγόρων της. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του κ. Ανδρέα Δημητρίου, που υποστηρίζει την αίτηση, ο λόγος για τον οποίο οι δικηγόροι δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο στις 9.7.2004 ήταν ότι, εκ παραδρομής, η εν λόγω ημερομηνία δεν περάστηκε στο ημερολόγιο του δικηγορικού τους γραφείου. Στις 13.7.2004, όταν οι δικηγόροι αντιλήφθηκαν το λάθος τους, εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο στις 11.00π.μ., όμως ήταν ήδη αργά. Το Δικαστήριο είχε διεκπεραιώσει την υπόθεση καθιστώντας, όπως ανέφερα, το διάταγμα απόλυτο». Το Δικαστήριο υιοθέτησε παλαιότερη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο διάδικος δεν μπορεί να επικαλείται δικά του σφάλματα για να θεραπεύσει μία κατάσταση η οποία έχει προκληθεί εξ υπαιτιότητάς του. Χαρακτηριστικά αναφέρθηκε το εξής: «Όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο συνάδελφος Δικαστής Νικολαϊδης στην Σεργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1917, "Η διαδικασία του Certiorari δεν έχει τεθεί για να έχουν επιπλέον θεραπείες άτομα τα οποία παραμελούν ή παραλείπουν να εξασφαλίσουν τα δικαιώματά τους». Ο αναφερόμενος όμως ισχυρισμός περί ύπαρξης μεταγενέστερης συμφωνίας μεταξύ των μερών προβάλλεται αλυσιτελώς, καθότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε επιτυχία του αιτήματος ακύρωσης διότι αφενός το Δικαστήριο δεν μπορεί υπεισέλθει σε ζητήματα ουσίας λόγω αναρμοδιότητας και αφετέρου ο προβαλλόμενος λόγος δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την μη εμφάνιση της Αιτήτριας ή των δικηγόρων της ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία που ορίσθηκε το Προσωρινό Διάταγμα ως επιστρεπτέο. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δικαιολογημένα δεν έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου διότι στηρίχτηκε στην δήθεν υπόσχεση της Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν θα προωθήσει περαιτέρω την ισχύ του Προσωρινού Διατάγματος εναντίον της. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου όμως στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω) καθώς επίσης και στην αίτηση για άδεια καταχώρισης αιτήσεων Certiorari και Prohibition Σεργίου[17] είναι ορθό ως προς το μέρος που κρίνονται ασύγγνωστες και μη θεραπεύσιμες οι πλημμέλειες στο χειρισμό μιας υπόθεσης λόγω αδιαφορίας ή έλλειψης ενδιαφέροντος για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων. Στην υπόθεση ALM Telecom Services Limited κ.α. ν. Zemelia Enterprises Limited κ.α (ανωτέρω) στην οποία τα γεγονότα της υπόθεσης προσομοιάζουν με της παρούσας. Στην εν λόγω υπόθεση, οι δικηγόροι της Αιτήτριας παρέλειψαν να εμφανισθούν ενώπιον του δικαστηρίου από λάθος της ασκούμενης δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο τους, παρόλο που η αίτηση για προσωρινά διατάγματα τους είχε επιδοθεί, και είχε οριστεί τρεις μέρες μετά από την ημερομηνία που ήταν αρχικά επιστρεπτέο το διάταγμα, λόγω απουσίας του φυσικού δικαστή. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν προβάλλει ότι δεν γνώριζε τη διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον της αλλά ότι αποφάσισε ότι δεν ήταν απαραίτητο να παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστηρίου, λόγω της εμπιστοσύνης της ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν θα προωθούσε περαιτέρω τη διαδικασία. Εν ολίγοις, η Καθ' ης η Αίτηση παραδέχεται ότι δεν θεώρησε αρκετά σημαντική την επιταγή του Δικαστηρίου να εμφανισθεί κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένα ως επιστρεπτέα τα Προσωρινά Διατάγματα. Επομένως είναι φανερόν ότι η Καθ' ης η Αίτηση επέδειξε ασύγγνωστη αδιαφορία προς την εξασφάλιση των δικαιωμάτων της και προφανή περιφρόνηση της δικαστικής διαταγής, εξαιτίας της οποίας δεν μπορεί να επιτύχει ο αιτούμενος παραμερισμός του Προσωρινού Διατάγματος. Η Αιτήτρια όφειλε να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να εκθέσει τις απόψεις της. Η Αιτήτρια στην ουσία όχι μόνο παρέλειψε να προωθήσει τα δικαιώματα της ενόψει του υπαρκτού κινδύνου έκδοσης διατάγματος εναντίον της, αδιαφορώντας για την εκκρεμούσα διαδικασία αφού προτίμησε να αναλάβει τον κίνδυνο να μην τηρήσει τα «συμφωνηθέντα» η Καθ' ης η Αίτηση. Περαιτέρω, παρέλειψε να δώσει οδηγίες σε δικηγόρο να την εκπροσωπήσει, να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους της και να εμφανιστεί κατά την δοθείσα ημερομηνία στο Δικαστήριο. Η όλη συμπεριφορά της Αιτήτριας κρίνω ότι συνιστά αδιαφορία ως προς τις δικαστικές διαδικασίες. Πέραν των ανωτέρω, ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια πίστευε ότι οποιαδήποτε διαφορά είχε διευθετηθεί με τη Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών δεν δικαιολογεί την παράλειψή της να καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης δεδομένου ότι γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει ότι καμία πληρωμή δεν έγινε προς την Καθ' ης η Αίτηση. Η ερμηνεία της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών από την Αιτήτρια πέραν του ότι δεν στηρίζεται στο ίδιο το γραπτό κείμενο, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για την μη παρουσία της στο Δικαστήριο, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω διορισμένου δικηγόρου, διότι η Αιτήτρια είναι πρόσωπο που γνωρίζει την πρακτική του εν λόγω κύκλου συναλλαγών και έχει ανάλογη εμπειρία. Η Αιτήτρια έχοντας απόλυτη επίγνωση των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούσαν και σε πλήρη επίγνωση των συνεπειών έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος κρίνω ότι αποφάσισε συνειδητά να μην διορίσει δικηγόρο και να μην εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένα τα Προσωρινά Διατάγματα ως επιστρεπτέα. Σε σχέση με την ερμηνεία που προσδίδει η Αιτήτρια στη Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η μόνη συμφωνία στην οποία έχει συμφωνήσει η Καθ' ης η Αίτηση με την Αιτήτρια είναι στη συμφωνία που ετοιμάστηκε από τον κ. ΧΧΧ Naqvi, συνέταιρο στην εταιρεία MFB Solicitors στο ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 18.07.2019 (Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών). Συμφωνήθηκαν οι εξής όροι ως αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση και της Αιτήτριας, η οποία αναφέρεται εν προκειμένω ως Veles Bulk, οι οποίοι παρατίθενται σε μετάφραση ως ακολούθως: «Αναφορικά με τις διαφωνίες που προκύπτουν από τη Συμφωνία Υποναύλωσης για το πλοίο White Fin η Veles Bulk και η APS συμφωνούν με τη Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών ότι: (α) Η «Veles» θα πληρώσει τα ποσά που οφείλονται στην εταιρεία Monjasa σχετικά με τα καύσιμα ανεφοδιασμού (bunkers) που οφείλονται από την Veles άμεσα, έτσι ώστε το πλοίο να αποδεσμευτεί από τη σύλληψή του στην Ινδία μέχρι αύριο· (β) Η «Veles» συμφωνεί να πληρώσει το ποσό των USD £300.000 προς διευθέτηση του τελικού λογαριασμού που οφείλεται στην Καθ' ης η Αίτηση σύμφωνα με την συμφωνία υποναύλωσης, πληρωτέα σε τρεις
(3)ισόποσες δόσεις την 1η Αυγούστου 2019, την 1η Οκτώβριου 2019 και την 1η Δεκεμβρίου
  1. Σε περίπτωση που οι εν λόγω δόσεις δεν καταβληθούν, η Καθ' ης η Αίτηση δικαιούται να αξιώσει το συνολικό ποσό που οφείλεται σύμφωνα με την Συμφωνία Υποναύλωσης. (γ) Με τη συμμόρφωση της «Veles» με τον 1ο όρο ανωτέρω και με την πληρωμή της 1ης δόσης σύμφωνα με τον 2ο όρο ανωτέρω, η Καθ' ης η Αίτηση θα αποσύρει το Προσωρινό Διάταγμα που εξασφάλισε εναντίον του τραπεζικού λογαριασμού της «Veles». (δ) Η Συμφωνία διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο και οποιαδήποτε διαφορά προκύψει από την παρούσα συμφωνία θα επιλύεται με παραπομπή σε διαιτησία, σύμφωνα με την ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στην Συμφωνία Υποναύλωσης ή/και στο Διαιτητικό Δικαστήριο που έχει ήδη συσταθεί». Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει αθετήσει την υπόσχεσή της από τη Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών διότι συνεχίζει να προωθεί ή δεν αποσύρει το Προσωρινό Διάταγμα, ενώ η ίδια έχει προχωρήσει με την πληρωμή των σχετικών ποσών. Εντούτοις, είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν έχει παραβεί ποτέ τον 3ο όρο της Συμφωνίας, όπως αναφέρεται ανωτέρω, αφού οι αντιπρόσωποι της Αιτήτριας δεν έχουν εκπληρώσει ποτέ τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν από τη Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών, ως αναφέρεται στον 1ο και 2ο όρο ανωτέρω. Συνεπεία της παράλειψης της Αιτήτριας να συμμορφωθεί με τους όρους της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών, η Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών έχει ματαιωθεί εξ υπαιτιότητας της Αιτήτριας. Η ενόρκως δηλούσα για την Καθ' ης η Αίτηση αναφέρει τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα και τις συνθήκες τις οποίες καταρτίσθηκε η Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών τα οποία θεωρώ ότι είναι σημαντικό να εκτεθούν εδώ. Το πλοίο που αποτελεί αντικείμενο της Συμφωνίας Υποναύλωσης, επ' ονόματι White Fin, είχε συλληφθεί στις 18.07.2019 με βάση διάταγμα του Δικαστηρίου του Gujarat της πολιτείας Ahmedabad στην Ινδία, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει αίτησης της εταιρείας ανεφοδιασμού καυσίμων Monjasa A/S (η Monjasa) στη βάση ληξιπρόθεσμων οφειλών ύψους £313,210.64 USD. Με την Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών η Καθ' ης η Αίτηση συμφώνησε όπως η Αιτήτρια εξοφλήσει το τιμολόγιο της Monjasa, ως όφειλε από τη Συμφωνία Υποναύλωσης, ώστε να απελευθερωθεί το πλοίο και να αποπλεύσει από την Ινδία. Ενόψει της άμεσης ανάγκης για απελευθέρωση του πλοίου ο Όμιλος Varamar ενεργώντας ως αντιπρόσωπος και προς όφελος της Αιτήτριας, εξόφλησε το οφειλόμενο ποσό μέσω τραπεζικού εμβάσματος στις 19.07.
  2. Με την εξόφληση του ως άνω ποσού το Δικαστήριο του Gujarat εξέδωσε διάταγμα απελευθέρωσης του πλοίου στις 19.07.2019 επιτρέποντας παράλληλα στην Αιτήτρια να επικοινωνήσει μέσω φαξ ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με την Αρχή του Λιμανιού και Τελωνείου (Port and Customs Authority). Η Καθ' ης η Αίτηση ενημερώθηκε ότι το διάταγμα απελευθέρωσης ημερομηνίας 19.07.2019 επιδόθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την ίδια ημέρα στις 6:15 από δικηγόρο της Αιτήτριας στην Ινδία ενώ επιστολή με ίδιο θέμα επιδόθηκε στις 20.07.2019 στις 11:
  3. Ενόψει των ανωτέρω και επιθυμώντας να εξασφαλίσει την εξόφληση των οφειλόμενων ποσών που πηγάζουν από τη Συμφωνία Υποναύλωσης, η Καθ' ης η Αίτηση συμφώνησε ότι θα αναχαιτίσει τις προσπάθειές για διατήρηση του Προσωρινού Διατάγματος δίνοντας ανάλογες οδηγίες στους δικηγόρους της, όταν και εφόσον καταβληθεί η 1η δόση των £100,000 USD στην Καθ' ης η Αίτηση κατά την συμφωνηθείσα ημερομηνία. Εντούτοις, η Αιτήτρια παρέλειψε να καταβάλει την 1η δόση των $100,000 USD την 1η Αυγούστου 2019, ως προβλέπει ο 2ος όρος της Συμφωνίας και μέχρι και σήμερα παραλείπει να εξοφλήσει το εν λόγω ποσό. Εξαιτίας της μη συμμόρφωσης της Καθ' ης η Αίτηση με τον 2ο όρο της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών, η Καθ' ης η Αίτηση δικαιωματικά, νόμιμα και σε πλήρη αρμονία με τα συμφωνηθέντα δεν έχει προχωρήσει στην εκπλήρωση της δικής της υπόσχεσης, ήτοι στην απόσυρση του Προσωρινού Διατάγματος στην Κύπρο. Η ματαίωση της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών και η αυτόματη ακύρωσή της οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην Αιτήτρια η οποία δεν φρόντισε να καταβάλει την 1η δόση των $100,000 USD κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στις 22.07.2019, ημερομηνία κατά την οποία ήταν επιστρεπτέο το Προσωρινό Διάταγμα, δεν είχε ακόμα παρέλθει η προθεσμία για την πληρωμή της πρώτης δόσης σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα στην Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών. Επομένως, δεν μπορούσε λογικά να υποτεθεί ούτε και έπρεπε να αναμένεται από την Αιτήτρια ότι στις 22.07.2019 η Καθ' ης η Αίτηση δεν θα προωθούσε την Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων και δεν θα ζητούσε την οριστικοποίησή τους. Είναι ξεκάθαρο από το ίδιο το λεκτικό του όρου 3 της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών, ότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει στην υποχρέωση της Καθ' ης η Αίτηση να αποσύρει τα Προσωρινά Διατάγματα εναντίον της Αιτήτριας εφόσον αποπληρωνόταν τα έξοδα ανεφοδιασμού του πλοίου (Bunkers) και όταν εξοφλείτο η πρώτη από τις τρεις δόσεις την 1η Αυγούστου
  4. Η μη πάροδος της εν λόγω συμφωνηθείσας προθεσμίας δεν ενεργοποιεί την υποχρέωση της Καθ' ης η Αίτηση να αποσύρει την προώθηση της έκδοσης του Προσωρινού Διατάγματος. Επομένως ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι προτίμησε να στηριχτεί στην τήρηση των συμφωνηθέντων, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα διότι ακριβώς η Καθ΄ ης η Αίτηση είχε συγκατατεθεί απλώς στην απόσυρση των Προσωρινών Διαταγμάτων εφόσον η Αιτήτρια εκπλήρωνε και τις δύο υποχρεώσεις της. Η ίδια η Αιτήτρια αθέτησε την υπόσχεσή της ματαιώνοντας τη Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών και καθιστώντας την έτσι άκυρη. Επομένως κρίνω ότι δεν κωλύεται από τη Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών ούτε από τους κανόνες της επιείκειας να ζητήσει την οριστικοποίηση του Προσωρινού Διατάγματος εναντίον της Αιτήτριας, αφού ο 3ος όρος της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών, ίσχυε υπό την αίρεση εκπλήρωσης του 2ου όρου της Συμφωνίας Επίλυσης Διαφορών και ειδικότερα της πληρωμής της 1ης δόσης από την Αιτήτριας στην Καθ' ης η Αίτηση. Σημειώνεται ότι η Αιτήτρια είναι πρόσωπο το οποίο έχει επίγνωση της συνήθους πρακτικής στον τομέα που δραστηριοποιείται καθώς και της σημασίας που θα είχε η διατήρηση ενός απαγορευτικού διατάγματος για τον κύκλο των συναλλαγών της. Παρ' όλα αυτά προτίμησε να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να εκθέσει τις απόψεις της μέσω της παρούσας Αίτησης για Παραμερισμό. Είναι δε πέρα για πέρα αληθινό και αδιαμφισβήτητο ότι η Καθ' ης η Αίτηση επέδωσε στην Αιτήτρια την Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα και τα λοιπά δικαστικά έγγραφα και ότι η Αιτήτρια έλαβε γνώση της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση η απουσία της Αιτήτριας από τη διαδικασία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί μέσω των προβαλλόμενων ισχυρισμών και τίποτα από όσα αναφέρει η ΕΔ ΜΠ δεν μπορεί να αποτελέσει σοβαρό και εύλογο λόγο για τον οποίο η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εμφανιστεί. Η Αιτήτρια δεν προβάλλει μαρτυρία βάσει της οποίας είτε δεν έλαβε γνώση για την εκκρεμούσα διαδικασία εναντίον της είτε έλαβε γνώση όμως ήταν πρακτικά αδύνατο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Αιτήτρια επομένως κρίνω ότι επέδειξε αδιαφορία προς το δικαστήριο διότι δεν έλαβε χώρα καμία ενέργεια για την τύχη της υπόθεσης που ήταν ορισμένη ενώπιον του δικαστηρίου. Πρόκειται εν τέλει για συμπεριφορά όπως κρίνω περιφρονητική στους Δικαστικούς Θεσμούς, στο Δικαστήριο και στην ίδια την δικαστική διαδικασία. Ενόψει του γεγονότος αυτού η συμπεριφορά της κρίνεται τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της Δικαιοσύνης, κατά τρόπο που το δικαστήριο έχει καθήκον να αρνηθεί την επαναφορά. Σύμφωνα με τη νομολογία επί του υπό κρίση θέματος του παραμερισμού, το δικαστήριο δεν επιτρέπει τον παραμερισμό μίας απόφασης ή διατάγματος χωρίς βάσιμο λόγο. Αντίθετα η αποδοχή ενός τέτοιου αιτήματος χωρίς να συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις θα σήμαινε ότι κάθε πρόσωπο το οποίο υπαίτια ή και ετσιθελικά παραλείπει να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου ή αδιαφορεί για τις δικαστικές διαδικασίες εναντίον του, θα μπορεί να ακυρώσει απόφαση του δικαστηρίου όποτε το θελήσει, μειώνοντας έτσι την ισχύ και τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων του δικαστηρίου. Η σχετική θέση εκφράζεται μέσα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους[18] όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επομένως, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2054)». Οι 15ος, 16ος Λόγοι Ένστασης: Η αναίρεση της προσωρινής προστασίας που παρασχέθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση θα αφήσει την Καθ' ης η Αίτηση εκτεθειμένη καθότι η Αιτήτρια θα εκμεταλλευτεί την ευκαιρία ώστε να αποξενώσει τα περιουσιακά στοιχεία της και να μην τιμήσει την Συμφωνία Υποναύλωσης. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μεταβληθεί το σημερινό status quo εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα με αποτέλεσμα να μην μπορεί η Καθ' ης η Αίτηση να εκτελέσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ της από το διαιτητικό δικαστήριο. Στη βάσει δε των γεγονότων της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν πιο πάνω και αν ακόμα ήθελε εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι έχει πραγματικό λόγο ένστασης έναντι της Αίτησης Προσωρινών Διαταγμάτων. Η Αιτήτρια επιδιώκει την ακύρωση του Προσωρινού Διατάγματος χωρίς να προβάλλει ουσιαστικούς και συγκεκριμένους λόγους που να δικαιολογούν το αίτημα της και χωρίς να προσκομίζει ουσιώδη μαρτυρία προς υποστήριξη των επιχειρημάτων της. Μάλιστα η Αιτήτρια αρκείται στην αόριστη και γενική αναφορά στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων χωρίς να εξειδικεύει με περισσότερες λεπτομέρειες τους λόγους μη συνδρομής των προϋποθέσεων. Το δικαστήριο όμως έκρινε ήδη ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του Προσωρινού Διατάγματος και ότι η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί ενώπιον του είναι ικανοποιητική. Το δικαστήριο περαιτέρω νόμιμα και εύλογα οριστικοποίησε το Προσωρινό Διάταγμα στις 22.07.2019 εναντίον της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)παρόλο ότι η Αιτήτρια διατείνεται, γενικά και αόριστα όμως, ότι το Προσωρινό Διάταγμα έχει εκδοθεί χωρίς την συνδρομή των απαραίτητων στοιχείων. Αυτές έχουν κριθεί κατά την έκδοση και οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων και θα ήταν πλεονασμός να επανέλθω στην εξέταση τους. Ο 17ος Λόγος Ένστασης: Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν πιο πάνω καταδεινύουν ότι η Αιτήτρια πράγματι δεν επιθυμεί την επίλυση της διαφοράς και αδιαφορεί για τυχόν διαταγές που εκδίδονται ή πρόκειται να εκδοθούν εναντίον της. Η Αιτήτρια δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστήριο ενώ εκκρεμούσε εναντίον της Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων, ενώ ακολουθεί την ίδια συμπεριφορά στην διαιτητική διαδικασία στο Λονδίνο. Η ως άνω συμπεριφορά της Αιτήτριας δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική και επιβεβαιώνεται από την στάση που διατηρεί στην διαιτητική διαδικασία. Ειδικότερα, αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει κινήσει διαδικασίες έναρξης της διαιτητικής διαδικασίας μέσω επίδοσης της εναρκτήριας αίτησης (Claim Submissions) στις 23.08.2019 στους εκπροσώπους της Αιτήτριας και στους διορισθέντες διαιτητές. Ενόψει της επίδοσης της εναρκτήριας αίτησης και της μη αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας ή της νομιμότητας της επίδοσης που της έγινε, είναι παραδεκτό γεγονός ότι η διαιτητική διαδικασία προωθείται κανονικά και σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες που επιβάλλει το Διαιτητικό Δικαστήριο LMAA. Πιο σημαντικά, η Αιτήτρια επιδεικνύει την ίδια αδιαφορία και έναντι της διαιτητικής διαδικασίας που εκκρεμεί εναντίον της καθότι η Αιτήτρια δεν έχει ετοιμάσει και δεν έχει επιδώσει στην Καθ' ης η Αίτηση την υπεράσπισή της (Defence Submissions) εντός της προθεσμίας που όρισε το Διαιτητικό Δικαστήριο, ήτοι την 20.09.
  1. Συνεπεία της παρόδου της πρώτης προθεσμίας καταχώρισης υπεράσπισης, το διαιτητικό δικαστήριο επαναόρισε την υπόθεση στις 11.10.2019, παρατείνοντας ταυτόχρονα την προθεσμία καταχώρισης της υπεράσπισης. Σημειώνεται ότι η κα ΧΧΧ Merlin, η οποία διέθετε το χειρισμό της υπόθεσης ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ενημέρωσε την Καθ' ης η Αίτηση μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ημερομηνίας 26.09.2019 ότι πλέον η Καθ' ης η Αίτηση θα έπρεπε να απευθύνεται στην Αιτήτρια απευθείας στην ηλεκτρονική διεύθυνση XXXXX@velesbulk.com για τους σκοπούς της υπόθεσης διαιτησίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η ηλεκτρονική διεύθυνση που παρέδωσε στην Καθ' ης η Αίτηση η κα Merlin είναι η ίδια με την ηλεκτρονική διεύθυνση με αυτή που έχει δηλώσει η Αιτήτρια στην φόρμα KYC. Εντούτοις, παρά την παράταση της προθεσμίας καταχώρισης της υπεράσπισής της, η Αιτήτρια επέλεξε να μην προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα αγνοώντας ενσυνείδητα τις οδηγίες του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Τα ως άνω γεγονότα φανερώνουν ότι η Αιτήτρια αντιτάσσει την ίδια κακόπιστη συμπεριφορά έναντι της Καθ' ης η Αίτηση και στη διαδικασία της διαιτησίας. Είναι φανερό ότι η Αιτήτρια αρνείται να λάβει μέρος στη διαιτητική διαδικασία παρά τη συμφωνία της στην παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς τυχόν προκύψει από την Συμφωνία Υποναύλωσης ή τη Συμφωνία Επίλυσης Διαφορών σε διαιτησία. Είναι επίσης φανερό ότι η Αιτήτρια δεν έχει καμία πρόθεση να εξοφλήσει την απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση. Σύμφωνα με τους Άγγλους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση, η Αιτήτρια παραλείπει και δεν έχει επιδώσει μέχρι και σήμερα την Υπεράσπισή της σύμφωνα με τη διαταγή του Διαιτητικού Δικαστηρίου με ημερομηνία 2.10.
  2. Περαιτέρω, ουδέποτε δεν έχει αιτηθεί η Αιτήτρια την παράταση του χρόνου επίδοσης της Υπεράσπισής της. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες του Διαιτητικού Δικαστηρίου η Υπεράσπιση υποβάλλεται άμα τη επιδώσει στους διορισμένους διαιτητές και στο πρόσωπο που εκκίνησε τη διαδικασία. Εν προκειμένω η Αιτήτρια, ακολουθώντας την ίδια παρελκυστική και περιφρονητική συμπεριφορά προς τους θεσμούς, ενσυνείδητα επιλέγει και δεν εμφανίζεται ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ενώ της έχει αποδεδειγμένα επιδοθεί η εναρκτήρια αίτηση και είναι ενήμερη για τις διαδικασίες που εκκρεμούν εναντίον της. Ενόψει αυτής της κατάστασης, οι Άγγλοι δικηγόροι της Αιτήτριας αιτήθηκαν στο Διαιτητικό Δικαστήριο όπως η Αιτήτρια στερηθεί του δικαιώματος να «καταχωρίσει» την Υπεράσπισή της εάν αυτή δεν επιδοθεί στην Καθ' ης η Αίτηση και στους διορισμένους διαιτητές μέχρι την 18.10.
  3. Η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου επί του αιτήματος έχει επιφυλαχθεί. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου[19], το Δικαστήριο οφείλει να αρνηθεί το αίτημα του παραμερισμού στην περίπτωση που η συμπεριφορά του διαδίκου πλήττει το θεμέλιο της Δικαιοσύνης. Σχετικά το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ' απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. Άλλωστε, είναι εξ αιτίας της μη εμφάνισης του που ένας εναγόμενος αναγκάζεται εκ των υστέρων να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την όλη συμπεριφορά της εφεσείουσας στο αεροδρόμιο ως ασυγχώρητη, δικαιολογούσα την άρνηση παραμερισμού. Δεν έχει τεθεί κανένας ουσιώδης λόγος που να παρέχει στο Εφετείο βάσιμη αιτία προς ανατροπή αυτής της κρίσης, η οποία ήταν το αποτέλεσμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. [..] Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά». ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε όπως κρίνω να ασκηθεί υπέρ της Αιτήτριας. Απαντώντας σε σχετικές αιτιάσεις από πλευράς της Αιτήτριας βρίσκω ότι στη βάση των γεγονότων που εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις και στα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν σε αυτές δεν έχω διαπιστώσει ότι η Καθ' ης η Αίτηση επιχειρεί με αθέμιτα μέσα να εξαναγκάσει την Αιτήτρια στην καταβολή των οφειλόμενων από τη Συμφωνία Υποναύλωσης. Τόσο η Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων όσο και τα Προσωρινά Διατάγματα έχουν εκδοθεί με νόμιμες ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση και σε καμία περίπτωση δεν ασκήθηκαν καταχρηστικά. Διαπιστώνεται δε ότι η Καθ' ης η Αίτηση αποφάσισε να λάβει νομικές ενέργειες κατόπιν πολλών παρακλήσεων και οχλήσεων προς την Αιτήτρια και προς τα πρόσωπα που ήταν σε επικοινωνία και συνεργάζονταν ή αντιπροσώπευαν την Αιτήτρια και μόνον όταν διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ανταπόκριση ή έδαφος για φιλική επίλυση της διαφοράς. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκω ότι στην πραγματικότητα, το μέρος που καταχράται τους δικαστικούς θεσμούς είναι η Αιτήτρια καθότι επιχειρεί να ανατρέψει τη δικαστική διαταγή που λήφθηκε εναντίον της κάτω από τις συνθήκες που η ίδια η Αιτήτρια έθεσε τον εαυτό της. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και θα είναι υπέρ της εδώ Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της εδώ Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της Πρωτογενούς Αίτησης. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό διατάγματος με το οποίο οριστικοποιήθηκε ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα. [1] Halsbury's Lawς of England, Vol 37, para 336 (Interlocutory or Interim Proceedings and Remedies) [2] Μαρίας Λόντου ν Πασχάλη Σπιτέρη κ.α., Αρ. Αγ.: 39/05 Ε.Δ. Αμμοχώστου, ημερομηνίας 5 Μαΐου 2009 [3] Αναστάσιου Μαρκιτανή ν Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Α.Α.Δ 923. [4] D. S. J. Sutton, J. Kendall, J. Gill, Russel on Arbitration , 21st edition, 1997, Sweet & Maxwell, σελ. 42 [5] COORESBY LTD κ.α. ν. ASTROPLUS LIMITED κ.α., Γεν. Αίτηση Αρ. 377/17, ημερομηνίας 18/10/2017 στην αίτηση ημερ. 31.5.2017 [6] ALM Telecom Services Limited κ.α. ν. Zemelia Enterprises Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 3463/2015, Ε.Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 7.2.2018 [7]
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 [8]
(1994)1 Α.Α.Δ. 736
  1. [2004] 1 ΑΑΔ
  2. [10] [2001] 1 ΑΑΔ 339 [11][2003] 1 ΑΑΔ 1694 (ex tempore). [12] Αίτηση υπό των Ceeif Central and Eastern European Investment Limited κ.ά. για Certiorari 2012 1 Α.Α.Δ 588 [13] Constitutional Law in Cyprus, Achilles C. Emilianides, 2nd Edition [14] Georgadji and Another v. The Republic [1971] 2 CLR 229, Fatsita v. Fatsita and Another [1988]1 CLR
  3. [15] Αστικά Λεωφορεία Λάρνακας Λτδ (υπό διαχείριση), δια του διαχειριστή/ παραλήπτη Ιωάννας Βασιλείου v. S.K. Kouler Trading Ltd κ.α ενδιάμεση απόφαση στο πλαίσιο της αγωγής 515/16 ημερομηνίας 6/3/18 [16] Ελληνική Τράπεζα Λτδ,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1438 [17] Σεργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1917 [18] Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64 [19] Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.