← Κύπρος

Kuznetsov ν. Ninth of January Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1852/2018, 12/12/2019

Kuznetsov ν. Ninth of January Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1852/2018, 12/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A565 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1852/2018 Μεταξύ: . Kuznetsov Ενάγοντος v. 1. Ninth of January Ltd 2. . Πήττα 3. . Ραουνά 4. . Blinov 5. . Blinova 6. . Blinov 7. Abacus Ltd Εναγομένων Αίτηση ημ. 16.10.18 από Εναγόμενους 1-3 και 7 για παραμερισμό και ή αναστολή της Αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή κατά τόπο δικαιοδοσίας Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1-3 και 7 - Αιτητές: κ. Κ. Φιλίππου για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Α. Χ. Κυπρίζογλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 1-3 και 7 - Αιτητές ζητούν: (
  2. i)Διάταγμα διαγραφής και ή ακύρωσης και ή παραμερισμού και ή αναστολής του κλητηρίου εντάλματος και ή της παρούσας Αγωγής λόγω έλλειψης κατά τόπο δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και διαζευκτικά (
  3. ii)Διάταγμα διαγραφής και ή ακύρωσης και ή παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος και ή της παρούσας Αγωγής και ή των θεραπειών Α, Β και Ζ του παρακλητικού του κλητηρίου εντάλματος στην έκταση που η αξίωση εναντίον των Αιτητών εδράζεται στη συμφωνία ημ. 14.6.13 λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων (iii) Διάταγμα αναστολής του κλητηρίου εντάλματος και ή της Αγωγής και ή των θεραπειών Γ-Ε και Η του παρακλητικού του κλητηρίου εντάλματος στην έκταση που η αξίωση εναντίον των Αιτητών δεν εδράζεται στην προαναφερόμενη συμφωνία μέχρι τα αρμόδια Δικαστήρια του Άμστερνταμ αποφασίσουν τελεσίδικα την αξίωση του Ενάγοντος εναντίον τους και η οποία εδράζεται στην εν λόγω συμφωνία. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 3 - Αιτήτριας η οποία αναφέρει ότι οι Εναγόμενες 1 και 7 είναι εταιρείες δεόντως εγγεγραμμένες στην Κύπρο και το εγγεγραμμένο γραφείο τους βρίσκεται στη Λευκωσία. Η Εναγομένη 1 βρίσκεται υπό την εταιρική διαχείριση της Εναγομένης 7. Τόσο η Εναγομένη 2 όσο και η Εναγομένη 3 είναι διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγομένης 1 στα πλαίσια της παροχής διοικητικών υπηρεσιών από την Εναγομένη 7. Η Εναγομένη 3 δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση εκ μέρους και των υπολοίπων Αιτητών. Παραθέτει το ιστορικό της διαδικασίας με αναφορά σε διάφορες δικαστικές διαδικασίες εναντίον τους, ήτοι αγωγών και ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων, τόσο ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όσο και του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Ακολούθως επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν έχει κατά τόπο δικαιοδοσία και τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία ενώ αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Δικαστήρια του Άμστερνταμ. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) H Αίτηση είναι δικονομικά και κατ΄ ουσία αβάσιμη και ή παράτυπη. 2) Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και έχει καταχωριστεί με αποκλειστικό σκοπό την παρέλκυση της δικαστικής διαδικασίας. 3) Η Αίτηση είναι κακόπιστη. 4) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή καθότι ο Ενάγων διαμένει στη Λεμεσό, οι ισχυριζόμενες ενέργειες των Αιτητών και τα έγγραφα τα οποία κατ΄ ισχυρισμόν δολίως προώθησαν ούτως ώστε να εξαπατήσουν τον Ενάγοντα καταρτίστηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία και η επικοινωνία των Αιτητών με τον Ενάγοντα σε σχέση με τα εν λόγω ζητήματα, όπως αναφέρονται στις παρ. 14-21 της έκθεσης απαίτησης, έλαβαν χώρα στη Λευκωσία όπου εδράζονται οι Αιτητές καθώς επίσης και στη Λεμεσό όπου διαμένει ο Ενάγων και ουδόλως απομονώνονται στη συμφωνία ημ. 14.6.13. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΠΓ (εφεξής «ο ΠΓ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Σε αυτή o ΠΓ ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα παραπέμπει στην έκθεση απαίτησης και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων από τις οποίες διαφαίνεται ότι οι ενέργειες των Αιτητών και τα έγγραφα τα οποία προώθησαν για να καταδολιεύσουν τον Ενάγοντα δεν απομονώνονται στη συμφωνία πώλησης μετοχών ημ. 14.6.13 αλλά εκτείνονται από τις 20.813 μέχρι και σήμερα και έλαβαν χώρα στη Λευκωσία, όπως εδράζονται οι Αιτητές, στη Λεμεσό, όπου ζει και δραστηριοποιείται ο Ενάγων και στη Ρωσική Ομοσπονδία, όπου ζουν και δραστηριοποιούνται οι Εναγόμενοι 4-6. Κατά την ακρόαση της Αίτησης ο δικηγόρος των Αιτητών καταχώρισε γραπτή αγόρευση ενώ ο δικηγόρος του Καθ΄ ου αρκέστηκε στο να υιοθετήσει τους λόγους ένστασης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ΠΓ. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, προκύπτει ότι στα πλαίσια αίτησης ημ. 21.8.18 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) έδωσε άδεια στους Αιτητές να καταχωρίσουν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εντός τριών ημερών και οδηγίες όπως καταχωρίσουν αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος. Οι Αιτητές συμμορφώθηκαν πλήρως με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Αυτή η στάση των Αιτητών αποτελεί ένα εκ των ορθών τρόπων για υποβολή αιτήματος παραμερισμού του κλητηρίου. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd

(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2064, Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 Α.Α.Δ. 1090 και Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136. Στην υπόθεση Μούρτζινος v. Global Cruises SA.
(1992)1Β A.A.Δ. 1160 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το τι λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την εξέταση θέματος δικαιοδοσίας: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank ν. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD, v.United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059.» Στην εν λόγω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε το θέμα της δικαιοδοσίας με βάση μόνο τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος ενώ η έκθεση απαίτησης δεν είχε ακόμη καταχωριστεί. Το Εφετείο έκρινε λανθασμένο αυτόν τον χειρισμό για τον λόγο ότι η γενική οπισθογράφηση περιείχε περιορισμένο υλικό που καθιστούσε την εξέταση του ζητήματος σε εκείνο το στάδιο πρόωρη. Τονίστηκε ότι είναι ανάλογα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης που είτε οι εναγόμενοι είτε το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα θα κρίνουν κατά πόσο δημιουργείται ζήτημα ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τονίστηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να εξετάζει το θέμα της δικαιοδοσίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και σε εκείνη την περίπτωση αποφασίστηκε με βάση την έκθεση απαίτησης. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Powertools Electro SRL v. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε.
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2182, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446 και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160). Όπως αναφέρεται στη Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063: «τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία» (βλ. μεταξύ άλλων Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Homeros Th. Courtis a.ο. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134). Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd v. United Sea Transport Ltd a.ο.
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης. Έχει νομολογηθεί ότι ένα πολιτικό δικαστήριο για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να έχει ταυτοχρόνως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα (Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.l.c. κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, 844).» Εδώ σημειώνω πως ο λόγος ένστασης ότι η Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική παρέμεινε παντελώς γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος και ως τέτοιος κρίνεται αβάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση η Αγωγή καταχωρίστηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Επομένως, στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης και δεν δύναται να λάβει υπόψιν την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, ως ο ισχυρισμός του ΠΓ στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ούτε και το περιεχόμενο της ίδιας της ένορκης δήλωσης του ΠΓ. Στην έκθεση απαίτησης αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα:
  1. Το 1988 ο Ενάγων με άλλο πρόσωπο (BT) ίδρυσαν από κοινού μια επιχείρηση group of companies της οποίας οι εργασίες σχετίζονταν με τον τομέα της μουσικής παραγωγής.
  2. Το 2003, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 5, συζύγου του αποβιώσαντος ΒΤ, αποφάσισαν όπως τη διοίκηση της εταιρείας αναλάβει ο υιός της, Εναγόμενος
  3. Το ίδιο έτος ο Ενάγων και οι Εναγόμενοι αποφάσισαν να πωλήσουν την εν λόγω επιχείρηση στην εταιρεία Warner Chappell Music Group (Netherlands) B.V. έναντι US$10εκ. Προς τον σκοπό αυτό τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης συγχωνεύθηκαν με αυτά της εταιρείας SBA Gala Records (Netherlands) B.V. και για τον σκοπό πώλησης των μετοχών ιδρύθηκε η Εναγομένη
  4. Οι μέτοχοι της Εναγομένης 1 ήταν οι § Ενάγων 1 - 3848 μετοχές § Εναγομένη 5 - 5146 μετοχές § Εναγόμενος 4 - 151 μετοχές § . Kasparov - 655 μετοχές § . Tregub - 200 μετοχές
  5. Στις 14.6.13 καταρτίστηκε και υπεγράφη η συμφωνία πώλησης των μετοχών της εν λόγω επιχείρησης υπό τον τίτλο «Share Purchase Agreement» μεταξύ της Warner Chappell ως αγοράστριας και της Εναγομένης 1 ως πωλήτριας και των ως άνω προσώπων ως των αρχικών μετόχων της.
  6. Περί τις 30.8.13 ο . Tregub μεταβίβασε όλες τις μετοχές του και ο . Kasparov μεταβίβασε 166 από τις δικές του μετοχές στον Ενάγοντα.
  7. Η Εναγομένη 1 ιδρύθηκε με αποκλειστικό σκοπό την πώληση της ως άνω επιχείρησης και τη διανομή των εσόδων από τη συναλλαγή μεταξύ των μετόχων της εταιρείας.
  8. Από την ημερομηνία σύστασης της Εναγομένης 1 ο Ενάγων δεν έλαβε το αντίστοιχο μέρισμα κέρδους που του αναλογούσε από την πώληση το οποίο ανερχόταν σε US$4.214.000 παρά μόνο έλαβε το ποσό των US$1.554.023,10 το οποίο κατατέθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό του στην . Bank και το ποσό των US$1.300.236,47 στον τραπεζικό λογαριασμό του σε Τράπεζα στη Μόσχα. Ο Ενάγων όφειλε να εισπράξει ακόμα US$1.359.740,
  9. Κατόπιν συνάντησης του Ενάγοντος με τον Εναγόμενο 4 περί τις 5.5.16, περιήλθε σε γνώση του Ενάγοντος ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγομένης 1 ανερχόταν σε λιγότερο των €100.000, επομένως ήταν προφανές ότι οι Εναγόμενοι 1-6 οι οποίοι προέβαιναν περιοδικά στα εμβάσματα των χρημάτων που του αναλογούσαν δεν έλαβαν οδηγίες από τους υπόλοιπους μετόχους της Εναγομένης 1 για πληρωμή του υπολοίπου.
  10. Αφού ο Ενάγων αντιλήφθηκε τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από αυτή τη συμπεριφορά των Εναγομένων 1-6 εις βάρος του, επικοινώνησε με τους Εναγόμενους 4 και 5 στους οποίους εξέφρασε την ανησυχία του και ζήτησε όπως αυτοί ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι τους, οι Εναγόμενοι 1-3 και 7, καταβάλουν το υπόλοιπο του μερίσματος που του αναλογεί. Παρά τα συνεχή αιτήματα του, οι Εναγόμενοι 1-7 δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό.
  11. Επιπλέον περιέπεσε στην αντίληψη του Ενάγοντος ότι οι Εναγόμενοι έδωσαν ψεύτικα στοιχεία στους λογιστές της Εναγομένης 1 ούτως ώστε να παραποιηθούν τα πραγματικά δεδομένα της, όπως προκύπτει από τους εξελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας.
  12. Επειδή ο Ενάγων αντιλήφθηκε ότι οι προαναφερόμενες ενέργειες των Εναγομένων 2-6 έγιναν ευθύς εξ αρχής με δόλιο τρόπο και μεθοδευμένα για να τον ξεγελάσουν, στη βάση δόλου και απάτης όπως αναλύεται στις παρ. 9 και 10 της έκθεσης απαίτησης (αντίστοιχες των παρ. 8 και 9 ανωτέρω) και στις παρ. 14-18 της έκθεσης απαίτησης (αντίστοιχες των παρ. 13-17 κατωτέρω), και να μην του καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό του μερίσματος που του αναλογεί, αυτός καταχώρισε εναντίον τους την ιδιωτική ποινική υπόθεση 14729/17 ΕΔ Λεμεσού.
  13. Αντιλαμβανόμενοι οι Εναγόμενοι 1-7 ότι οι ενέργειες τους έφεραν αντιμέτωπους με τη δικαιοσύνη, αποφάσισαν να προχωρήσουν στο δεύτερο μέρος του σχεδίου τους, το οποίο φαίνεται να είχαν προσχεδιάσει όταν αποφάσισαν να καταδολιεύσουν τον Ενάγοντα. Ως εκ τούτου, το 2018, οι Εναγόμενες 2 και 3, οι οποίες εργοδοτούνταν από την Εναγομένη 7, στη βάση οδηγιών είτε από τους Εναγόμενους 4-6 είτε από την Εναγομένη 7, είτε από τους δικηγόρους των Εναγμομένων 4-6, στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, εξουσιοδότησαν δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου τους δικηγόρους της Εναγομένης 1 ή και των Εναγομένων 4-6 στη Ρωσική Ομοσπονδία να λάβουν νομικά μέτρα εναντίον του Ενάγοντος για να ανακτήσουν δήθεν χρέος του τελευταίου προς την Εναγομένη 1 το οποίο προέκυπτε από πλαστή συμφωνία την οποία ουδέποτε υπέγραψε ο Ενάγων.
  14. Στη βάση αυτών των οδηγιών οι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 4-6 προέβησαν στην καταχώριση υπόθεσης σε διαιτητικό δικαστήριο στη Ρωσική Ομοσπονδία, χωρίς ο ίδιος ποτέ να λάβει γνώση για τη διαδικασία καθότι διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Έτσι εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον του ερήμην του και ακολούθησε πτωχευτική διαδικασία εναντίον του στην οποία εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του χωρίς να το γνωρίζει, παρά μόνο το πληροφορήθηκε τυχαίως όταν μετέβη στην Τράπεζα για ανάληψη χρημάτων.
  15. Αμέσως ο Ενάγων προσέλαβε Ρώσους και Κύπριους δικηγόρους οι οποίοι εντός λίγων ημερών εξακρίβωσαν όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω.
  16. Επίσης ο Ενάγων προέβη σε παράπονο στις Αστυνομικές Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας εις βάρος των Εναγομένων 1-
  17. Είναι προφανές ότι όλοι οι Εναγόμενοι προσχεδιασμένα συνέργησαν αρχικώς και ενήργησαν στη συνέχεια, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, ώστε να καταδολιεύσουν και να αποστερήσουν από τον Ενάγοντα το λαβείν του από την προαναφερόμενη αγοραπωλησία των μετοχών και στη συνέχεια όταν αντιλήφθηκαν ότι ο τελευταίος αντέδρασε νομικά, έθεσαν σε λειτουργία το δεύτερο μέρος του σχεδίου τους που ήταν να τον καταστρέψουν οικονομικά, όπως αποδεικνύεται από την εξασφάλιση ερήμην του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του.
  18. Ως εκ τούτου ο Ενάγων αξιώνει ¨ αναγνωριστική απόφαση ότι οι Εναγόμενοι 1-7 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως του οφείλουν το ποσό των US$1.359.740,43 δυνάμει της συμφωνίας ημ. 14.6.13 ¨ απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1-7 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για την καταβολή του εν λόγω ποσού ¨ γενικές αποζημιώσεις ¨ ειδικές αποζημιώσεις λόγω της οικονομικής ζημιάς που υπέστη ¨ τιμωρητικές αποζημιώσεις ή διαζευκτικά ¨ επιστροφή από τους Εναγόμενους προς τον Ενάγοντα του εν λόγω ποσού ως αδικαιολόγητου πλουτισμού. Μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης προκύπτει πως η Αγωγή βασίζεται στη συμφωνία πώλησης μετοχών ημ. 14.6.13, στην οποία η Εναγομένη 1, Κυπριακή εταιρεία, είναι συμβαλλόμενο μέρος ως η πωλήτρια εταιρεία. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της Εναγομένης 3 (στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση), ο όρος 22 της εν λόγω συμφωνίας, Τεκμήριο 15, προνοεί ότι η εν λόγω συμφωνία, όλες οι συναλλαγές, τα έγγραφα και οι διαπραγματεύσεις αναφορικά με αυτή θα διέπονται από το δίκαιο της Ολλανδίας και τα Δικαστήρια του Άμστερνταμ είναι τα κατάλληλα δικαστήρια. Επομένως, διαφαίνεται ότι η επίδικη συμφωνία περιέχει αποκλειστική ρήτρα δικαιοδοσίας και προνοεί και για εφαρμοστέο δίκαιο. Από τη στιγμή που η επίδικη συμφωνία προνοεί τόσο για τα κατάλληλα δικαστήρια όσο και για το εφαρμοστέο δίκαιο για την εκδίκαση οποιασδήποτε διαφοράς προκύπτει από αυτή, ως η επιλογή των μερών σε αυτή, και δεν προβάλλεται εκ μέρους του Ενάγοντος οποιοσδήποτε λόγος για ενδεχόμενη μη εφαρμογή αυτού του όρου ούτε γίνεται επίκληση εκ μέρους του για την ύπαρξη καταλληλότερης δικαιοδοσίας, τότε θα πρέπει να τύχει εφαρμογής η ρήτρα δικαιοδοσίας και του εφαρμοστέου δικαίου. Είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει κατά κανόνα τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για επίλυση της διαφοράς τους στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που κατονομάζεται σε αυτήν, εκτός αν το μέρος που επικαλείται τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εφαρμόσει τη ρήτρα της δικαιοδοσίας παρουσιάσει πειστικούς λόγους. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις P. T. Asuransi Tokyo Marine Indonesia v. Seascope Navigation Ltd κ.ά.
(2000)1B Α.Α.Δ. 1142, Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd & another
(1991)1 Α.Α.Δ. 620, Mitsui & Co. v. Rockwell Marine
(1989)1 Α.Α.Δ. 112 και στη βασική επί του θέματος Αγγλική υπόθεση The Eleftheria
(1969)2 All E. R. 641. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1168, Hampton Advisory Group S.A. v. Boast A.D. κ.ά.
(2012)1Α Α.Α.Δ. 549 και Far Eastern Shipping Company PLC v. BN Marine Company Ltd
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2650. Ως εκ τούτου διαφαίνεται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία για την εκδίκαση και επίλυση της ισχυριζόμενης παράβασης της επίδικης συμφωνίας. Άλλωστε δεν προβλήθηκε διαφορετική θέση από τον Ενάγοντα, ο οποίος απλώς επικαλείται τις επιπλέον βάσεις αγωγής, ήτοι δόλο και απάτη. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, πράγματι προβάλλονται ισχυρισμοί για δόλο και απάτη εκ μέρους των Εναγομένων εις βάρος του Ενάγοντος. Κατ΄ αρχάς επισημαίνεται ότι στην έκθεση απαίτησης δεν παρέχονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με τον ισχυριζόμενο δόλο και απάτη, όπως προβλέπεται στη Δ.19 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αντιθέτως, ο Ενάγων περιορίζεται στην παράθεση και επεξήγηση του ισχυριζόμενου δόλου και απάτης στις κατονομασθείσες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης. Οι πρώτες παράγραφοι στις οποίες γίνεται αναφορά αφορούν τα όσα αναφέρονται στις παρ. 8 και 9 ανωτέρω. Στις εν λόγω παραγράφους βασικά προβάλλεται ισχυρισμός περί μη καταβολής του αναλογούντος ποσού του μερίσματος δυνάμει της επίδικης συμφωνίας ημ. 14.6.13 και περί μη παροχής οδηγιών για την εκτέλεση τέτοιου εμβάσματος. Πέραν του ότι οι Εναγόμενες 1 και 7 φέρονται να είναι Κυπριακές εταιρείες και οι Εναγόμενες 2 και 3 πρόσωπα που διαμένουν στην Κύπρο, δεν παρέχεται οποιοδήποτε άλλο στοιχείο στις εν λόγω παραγράφους, ούτε και σε ολόκληρη την έκθεση απαίτησης, που να καταδεικνύει πού και με ποιον τρόπο έγινε ο δόλος και η απάτη, ούτως ώστε να διαφαίνεται ότι αυτός ή κάποια πτυχή διαπράχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο στην Κύπρο. Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι η καταβολή μέρους του ποσού έγινε σε τραπεζικό λογαριασμό του Ενάγοντος στη Ρωσία, και επομένως δεν καταδεικνύεται ούτε και ότι η οποιαδήποτε ζημιά προκλήθηκε στην Κύπρο. Ακόμα και στην επόμενη παράγραφο
(11)της έκθεσης απαίτησης, ο Ενάγων επικαλείται επικοινωνία του μόνο με τους Εναγόμενους 4 και 5 και δεν διαφαίνεται η οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ του και των Κύπριων Εναγομένων 1-3 και 7 στην Κύπρο. Αυτός ο ισχυρισμός καταρρίπτει δίχως άλλο τη θέση του ΠΓ περί ενεργειών, εγγράφων και επικοινωνίας μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγομένων και στην Κύπρο, καθότι πουθενά σε όλο το δικόγραφο δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η έκθεση απαίτησης δεν περιέχει, ως θα έπρεπε, εκείνες τις απαραίτητες λεπτομέρειες και ή ισχυρισμούς από τους οποίους θα μπορούσε να διαφανεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων στη βάση του προαναφερόμενου αποδιδόμενου δόλου και απάτης. Ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ενδεχομένως ο ισχυριζόμενος δόλος και ή απάτη έλαβαν χώρα έστω και εν μέρει στην Κύπρο, είναι εμφανές ότι τίθεται κατά τρόπο που αφορά σε παράβαση συμφωνίας εφόσον ο δόλος και η απάτη περιορίζονται και αφορούν αποκλειστικά στην πρόκληση παράβασης της συμφωνίας και στη μη καταβολή του οφειλόμενου δυνάμει αυτής ποσού. Με άλλα λόγια η εξέταση και επίλυση του κατά πόσο υπήρξε παράβαση της συμφωνίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη και αλληλένδετη με το κατά πόσο υπήρξε δόλος ή απάτη. Κατ΄ αρχάς σύμφωνα με το άρθρο 25 του ΕΚ1215/12, από τη στιγμή που τα μέρη στην υπό κρίση συμφωνία συμφώνησαν για τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων του Άμστερνταμ, τότε εκείνα τα Δικαστήρια αποκτούν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την επίδικη διαφορά. Επιπρόσθετα θεωρώ ότι η βάση αγωγής σε ισχυριζόμενο δόλο και απάτη για πρόκληση παράβασης σύμβασης εμπίπτει εντός του όρου «διαφορές εκ συμβάσεως» στο άρθρο 7
(1)(α) του ΕΚ 1215/12 και όχι εντός του όρου «ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» στο άρθρο 7
(2)του εν λόγω Κανονισμού. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου δίδει δικαιοδοσία στα Δικαστήρια του Άμστερνταμ, τα οποία τα μέρη στη συμφωνία και ειδικότερα οι μισοί των διαδίκων, ήτοι ο Ενάγων και οι Εναγόμενοι 1, 4 και 5, επέλεξαν για την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς ήθελε προκύψει αναφορικά με τη συμφωνία. Το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από την υπόθεση του ΔΕΕ Brogsitter v. Fabrication de Montres Normandes EURL κ.ά., ημ. 13.3.14, στην οποία περιέχεται μια διαφωτιστική ανάλυση ως προς την ερμηνεία του όρου «διαφορές εκ συμβάσεως» στο αντίστοιχο άρθρο 5
(1)(α) του παλαιότερου ΕΚ 44/
  1. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα: «Εν συνεχεία υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, οι έννοιες «διαφορές εκ συμβάσεως» και «ενοχές εξ αδικοπραξίας», όπως χρησιμοποιούνται στο άρθρο 5, σημεία 1, στοιχείο α΄, και 3, του κανονισμού 44/2001 αντιστοίχως, πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς, με γνώμονα κυρίως την οικονομία και τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού, προς διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του σε όλα τα κράτη μέλη (βλ., ιδίως, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, C‑147/12, ÖFAB, σκέψη 27). Δεν είναι επομένως δυνατό να παραπέμπουν στον χαρακτηρισμό ο οποίος δίνεται, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, στην έννομη σχέση που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. 19 Αφετέρου, εφόσον ο κανονισμός 44/2001 αντικατέστησε, ως προς τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών, τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως είχε τροποποιηθεί με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών), η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο όσον αφορά τις διατάξεις της ως άνω Συμβάσεως ισχύει και για τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, όταν οι διατάξεις των δύο αυτών νομοθετημάτων μπορούν να χαρακτηριστούν ως αντίστοιχες (προαναφερθείσα απόφαση ÖFAB, σκέψη 28). Τέτοια αντιστοιχία υπάρχει πράγματι μεταξύ των σημείων 1, στοιχείο α΄, και 3 του άρθρου 5 του κανονισμού 44/2001 και των σημείων 1 και 3 του άρθρου 5 της Συμβάσεως των Βρυξελλών (βλ., σχετικώς, προαναφερθείσα απόφαση ÖFAB, σκέψη 29). 20 Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η ενοχή «εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας», όπως την εννοεί το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, περιλαμβάνει κάθε αξίωση η οποία στηρίζεται σε αναγνώριση της ευθύνης του εναγομένου, χωρίς να απορρέει «εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του ίδιου κανονισμού (βλ., σχετικώς, ιδίως απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 189/87, Καλφέλης, Συλλογή 1988, σ. 5565, σκέψη 17). 21 Κατά συνέπεια, προκειμένου να διαπιστωθεί τι είδους αξιώσεις προβλήθηκαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να εξεταστεί, σε μια πρώτη φάση, αν οι οικείες ενοχές είναι, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους κατά το εθνικό δίκαιο, συμβατικής φύσεως (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2002, C‑167/00, Henkel, Συλλογή 2002, σ. I‑8111, σκέψη 37). 22 Όπως καθίσταται σαφές από την απόφαση περί παραπομπής, οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν αναλάβει υποχρεώσεις βάσει συμβάσεως. 23 Ωστόσο, το γεγονός και μόνον ότι ό ένας εκ των συμβαλλομένων ασκεί αγωγή αποζημιώσεως κατά του άλλου δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η αγωγή αυτή εμπίπτει στις «διαφορές εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/
  2. 24 Για να συναχθεί τέτοιο συμπέρασμα πρέπει η συμπεριφορά που προσάπτεται να μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων, όπως αυτές ορίζονται βάσει του αντικειμένου της οικείας συμβάσεως. 25 Τούτο ισχύει a priori στην περίπτωση όπου η ερμηνεία της συμβάσεως που έχουν συνάψει ο εναγόμενος με τον ενάγοντα παρίσταται απολύτως αναγκαία προκειμένου να διαπιστωθεί αν η συμπεριφορά την οποία προσάπτει ο δεύτερος στον πρώτο είναι θεμιτή ή, αντιθέτως, αθέμιτη. 26 Εναπόκειται επομένως στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν η υπό κρίση στην υπόθεση της κύριας δίκης αγωγή έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση ζημίας η οποία θα μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε προσβολή των δικαιωμάτων ή παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, όπερ θα σήμαινε ότι η εξέταση της συμβάσεως θα ήταν απολύτως αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς. 27 Στην περίπτωση αυτή, η σχετική αγωγή αφορά διαφορά «εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/
  3. Στην αντίθετη περίπτωση, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η αγωγή στηρίζεται σε ενοχή «εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/
  4. 28 Πρέπει, πάντως, να υπομνησθεί επίσης ότι, στην πρώτη περίπτωση, η διεθνής δικαιοδοσία επί της διαφοράς εκ συμβάσεως θα πρέπει να καθοριστεί σύμφωνα με τα κριτήρια συνδέσεως του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 44/2001, αν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση είναι είτε σύμβαση πωλήσεως εμπορευμάτων είτε σύμβαση παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια της συγκεκριμένης διατάξεως. Όπως προβλέπει δηλαδή το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 44/2001, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται σύμφωνα με το κριτήριο συνδέσεως του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001 μόνον αν η οικεία σύμβαση δεν εμπίπτει σε καμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες (βλ., υπ' αυτή την έννοια, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, C‑533/07, Falco Privatstiftung και Rabitsch, Συλλογή 2009, σ. I‑3327, σκέψη 40, και της 19ης Δεκεμβρίου 2013, C‑9/12, Corman Collins SA, σκέψη 42). 29 Ως εκ τούτου, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι αξιώσεις αποζημιώσεως όπως οι προβληθείσες στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι οποίες στηρίζονται σε αδικοπρακτική ευθύνη κατά το εθνικό δίκαιο, πρέπει μολαταύτα να γίνει δεκτό ότι εμπίπτουν στις «διαφορές εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001, εφόσον η συμπεριφορά που προσάπτεται μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων, όπως αυτές ορίζονται βάσει του αντικειμένου της οικείας συμβάσεως.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι στην έκθεση απαίτησης προβάλλεται ισχυρισμός και για ένα δεύτερο μέρος του δόλιου και απατηλού σχεδίου, και συγκεκριμένα στις παρ. 14-18 αυτής (αντίστοιχες των παρ. 13-17 ανωτέρω). Πρόκειται για τον σκοπό πρόκλησης της οικονομικής καταστροφής του Ενάγοντος, η οποία επιτεύχθηκε μέσω της διαιτητικής διαδικασίας και έκδοσης ερήμην απόφασης εναντίον του Ενάγοντος και ακολούθως της έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Εκτός του ότι ούτε και εδώ παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, μια ανάγνωση αυτών των παραγράφων δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να οδηγεί υπέρ της ύπαρξης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Και πάλι θεωρώ ότι η απλή αναφορά σε ανάμειξη των Κύπριων Εναγομένων δεν οδηγεί αφ΄ εαυτή σε ένδειξη περί προσχεδιασμού, συνεννόησης και ή κατάρτισης του δόλιου σχεδίου στην Κύπρο. Επιπλέον και καθοριστικό κριτήριο είναι το γεγονός ότι στην παρ. 14 της έκθεσης απαίτησης, υπάρχει διαζευκτική αναφορά σε οδηγίες στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Αυτός ο διαζευκτικός τρόπος δικογράφησης δεν είναι ικανός να καταδείξει την παροχή οδηγιών ή οποιαδήποτε άλλη πράξη ή συμπεριφορά στην Κύπρο, για τον λόγο ότι η μια πιθανότητα αναιρεί την άλλη. Θεωρώ ότι η έκθεση απαίτησης έπρεπε να καταδεικνύει με σαφήνεια τέτοια δεδομένα από τα οποία να διαφαίνεται η ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών περί δόλου στην Κύπρο ή στο εξωτερικό δεν είναι ικανή να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια είτε δυνάμει του άρθρου 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου είτε και δυνάμει του άρθρου 7
(2)του ΕΚ1215/
  1. Οι υπόλοιπες παράγραφοι αναφέρονται στις διαδικασίες στη Ρωσική Ομοσπονδία και επομένως ουδόλως παραπέμπουν σε δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι στην έκθεση απαίτησης δεν καταδεικνύεται η ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς και της παρούσας Αγωγής. Πέραν του ότι ο λόγος ένστασης περί καταχρηστικότητας και κακοπιστίας στην καταχώριση της Αίτησης παρέμεινε και πάλι γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος, δεν έχει διαφανεί πως οι Αιτητές υπέβαλαν την Αίτηση για λόγο άλλο από την προώθηση των θέσεων τους ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την Αγωγή, οι οποίες μάλιστα έχουν γίνει δεκτές από το Δικαστήριο. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου αποβαίνει καθοριστική ως προς την πορεία της Αίτησης χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπολοίπων ζητημάτων που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της παρούσας Αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων αναφορικά με τους Εναγόμενους 1-3 και
  2. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1-3 και 7 - Αιτητών και εναντίον του Ενάγοντος - Καθ΄ ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.