Κωνσταντίνου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αγωγή αρ.: 286/18, 2/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A555 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 286/18 Μεταξύ: 1. XXX Κωνσταντίνου 2. XXX Κωνσταντίνου 3. XXX Καραγιάννης Ενάγοντες Και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενη -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 8.8.2019 Ημερομηνία: 2.12.2019 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση: κα Παπαευσταθίου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες-αιτητές επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται η τράπεζα), να προχωρήσει με τον πλειστηριασμό δύο ακινήτων εκ των οποίων το ένα αποτελεί αντικείμενο των υποθηκών ΥXXX/2005, ΥXXX/2007, ΥXXX/2010 και το άλλο αντικείμενο της υποθήκης ΥXXX/2010. 2. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στη Δ.48 θ.1-4, 7 και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή 1, στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα που την περιβάλλουν. Από την άλλη η τράπεζα φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας, ότι δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ως επίσης το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Η δε ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXX Γρηγορίου, υπαλλήλου της τράπεζας. 3. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα, όπως αναδύονται από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, έχουν ως ακολούθως: (α) Οι αιτητές 1 και 2 είναι σύζυγοι και ο αιτητής 3 είναι ο πατέρας της τελευταίας. Όπως προβάλλεται, υφίστατο σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της αιτήτριας 2 και της τράπεζας ενόψει του γεγονότος ότι ήταν υπάλληλος αυτής και ως αναφέρεται, επανειλημμένα της είχε επισημανθεί ότι θα τύγχανε ευνοϊκής μεταχείρισης με σκοπό την σύναψη δανείων, εξωθώντας τους με τον τρόπο αυτό να συνάψουν δάνεια πέραν των δυνατοτήτων τους. Έτσι αρχικά καταρτίστηκαν συνολικά τρεις συμφωνίες δανείων μεταξύ των αιτητών 1 και 2 και της τράπεζας και ειδικότερα: (
- i)στις 23.8.2005 συνομολογήθηκαν δύο γραπτές συμφωνίες δανείου για τα ποσά των Λ.Κ.30.000 και Λ.Κ.200.000 (βλ. Τεκ. 1 και 2 αντίστοιχα) και στις 7.11.2006 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου για το ποσό των Λ.Κ.40.000 (βλ. Τεκ. 3). Επιπρόσθετα η αιτήτρια 2 διατηρούσε στην τράπεζα άλλους τέσσερις λογαριασμούς. Για εξασφάλιση των πιο πάνω, παραχωρήθηκαν προς όφελος της τράπεζας οι υποθήκες με αρ. ΥXXX/2005 και ΥXXX/2007. Προβάλλεται ότι η αναφορά σε «προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα» στις υποθήκες πάσχει καθότι δεν μπορεί να εξακριβωθεί το οφειλόμενο ποσό και κατ' επέκταση τις καθιστά άκυρες. (β) Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η τράπεζα, τον Οκτώβριο του 2010, τους παρουσίασε ότι υπήρχε ένα καινούργιο προνομιακό δάνειο, το οποίο θα δινόταν σε υπαλλήλους της και ότι δεν θα έπρεπε να έχαναν αυτή την ευκαιρία αφού θα έφερε πιο ευνοϊκό και σταθερό επιτόκιο για πέντε χρόνια. Επιπρόσθετα τους συμβούλεψαν να συνάψουν το νέο δάνειο καθότι ήταν προς το συμφέρον τους αφού θα εξοφλούσαν τα ήδη υφιστάμενα δάνεια που διατηρούσαν σε αυτήν αλλά και σε άλλη τράπεζα. (γ) Ακολούθως, ως αναφέρεται, την 23.11.2010 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ των αιτητών 1 και 2 και της τράπεζας για το ποσό των €858.000, με τους όρους που περιγράφονται σ' αυτήν. Η πιο πάνω συμφωνία δανείου που επισυνάφθηκε υπογράφτηκε την 22.12.2010 (βλ. Τεκ. 7). Ο αιτητής 3 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις τους και για περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, οι αιτητές 1 και 2 παραχώρησαν προς όφελος της τράπεζας τις υποθήκες με αρ. ΥXXX/2005, ΥXXX/2007 και ΥXXX/2010 και περαιτέρω η αιτήτρια 2 παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας και τις υποθήκες με αρ. ΥXXX/2010 και ΥXXX/2010 (βλ. Τεκ. 9 και 8 αντίστοιχα). Επιπρόσθετα η τελευταία δέσμευσε και το φιλοδώρημα αφυπηρέτησης της (βλ. Τεκ. 10). (δ) Οι αιτητές προβάλλουν ότι οι πιο πάνω παραστάσεις της τράπεζας για παραχώρηση του πιο πάνω δανείου ήταν ψευδείς καθότι το συνολικό κόστος του αυξανόταν, πράγμα το οποίο δεν είχαν αντιληφθεί καθότι τους παραπλάνησαν. Στην πραγματικότητα το επιτόκιο της τράπεζας ανερχόταν σε 1% και το συμφωνημένο περιθώριο στα υφιστάμενα δάνεια ήταν 1,75%, 1% και 1,25%. Έτσι, ως αναφέρεται, το μέγιστο επιτόκιο που έπρεπε να χρεωνόντουσαν ήταν 2,75%. Η τράπεζα όμως προχώρησε σε μονομερή αύξηση του περιθωρίου κέρδους και επιπρόσθετα δεν τους επεξήγησε κατά τρόπο σαφή και κατανοητό όλα τα πιο πάνω. Προβάλλουν δε ότι οι όροι της συμφωνίας για αύξηση του κόστους του δανεισμού, όπως επεξηγείται πιο πάνω, είναι καταχρηστικοί και κατ' επέκταση άκυροι με αποτέλεσμα να συμπαρασύρουν σε ακυρότητα την συμφωνία. Οι αιτητές αναφέρουν ότι από το 2010 κατέβαλαν συνολικά το ποσό των €148.231. (ε) Από την άλλη η τράπεζα αρνείται τους ισχυρισμούς και επισημαίνει ότι ουδέποτε εξώθησε, συμβούλεψε, παραπλάνησε, παρότρυνε ή πίεσε τους αιτητές να συνομολογήσουν τις επίδικες συμφωνίες οι οποίες καταρτίστηκαν με την ελεύθερη βούληση τους. Η τράπεζα επανειλημμένα αποδέχτηκε αιτήματα των αιτητών 1 και 2 για τροποποίηση του τρόπου αποπληρωμής του δανείου του 2010 και συνομολογήθηκαν σχετικές συμφωνίες στις 28.5.2015, 27.10.2015 και 26.5.2016 (βλ. Τεκ. 9 της ένστασης). Ισχυρίζεται δε ότι ουδέποτε προχώρησε σε μονομερή αύξηση του επιτοκίου και του περιθωρίου. (στ) Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισημαίνεται ότι μετά το κούρεμα των καταθέσεων το 2013 η τράπεζα προχώρησε σε μείωση του προσωπικού και πίεσε την αιτήτρια 2 να αποδεχτεί το σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης. Έτσι αποχώρησε από την εργασία της και ήταν άνεργη μέχρι το 2017 ως επίσης και ο αιτητής 1 απώλεσε την εργασία του. Προβάλλεται ότι το φιλοδώρημα της αιτήτριας 2 θα έπρεπε να συμψηφιστεί με τις υποχρεώσεις τους και αντ' αυτού κουρεύτηκε. Ενόψει της παράνομης και μονομερούς αύξησης του επιτοκίου και της δόσης θα έπρεπε, ως ισχυρίζονται, να ανασταλεί οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής από μέρους τους μέχρι να αρθεί η παράβαση από την πλευρά της τράπεζας. Επιπρόσθετα είναι η θέση τους ότι ο τόκος υπερημερίας και οι τιμωρητικές χρεώσεις ήταν αποτέλεσμα ποινικής ρήτρας η οποία είναι καταχρηστική και παράνομη. (ζ) Οι αιτητές προβάλλουν ότι τον Δεκέμβριο του 2017 εργοδοτήθηκαν από την KPMG για να παράσχουν υπηρεσίες στην τράπεζα, στην ουσία όμως ως ισχυρίζονται, ενεργούσαν ως υπάλληλοι της τελευταίας (βλ. Τεκ. 12). Ακολούθως τον Ιανουάριο του 2018 η τράπεζα τους ανέφερε ότι αν δεν εξοφλήσουν αμέσως με το να μεταβιβάσουν όλα τα υποθηκευμένα ακίνητα θα έχαναν την δουλειά τους (βλ. Τεκ. 13). Οι αιτητές 1 και 2 με επιστολή τους ημερ. 22.1.2018 που απέστειλαν στην τράπεζα τους επεξηγούσαν την κατάσταση (βλ. Τεκ. 14). Η τράπεζα, ως αναφέρεται, ήταν ανένδοτη και έτσι μέσω της KPMG τερματίστηκε η εργοδότηση τους (βλ. Τεκ. 15). (η) Οι αιτητές προβάλλουν ότι οι όροι της συμφωνίας για άμεση εξόφληση είναι καταχρηστικοί και κατ' επέκταση άκυροι και η τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να επιταχύνει την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Επισημαίνουν ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν με δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε την εναγόμενη, μετά την ειδοποίηση Τύπος Ι, πίστεψαν ότι υπήρχε περιθώριο διαπραγμάτευσης και αναδιάρθρωσης του δανείου πλην όμως στη συνέχεια επιδόθηκαν σε αυτούς οι ειδοποιήσεις Τύπος ΙΑ με τις οποίες τους ενημέρωναν, μεταξύ άλλων, ότι το ενυπόθηκο χρέος το οποίο εξασφαλίζεται με την πιο πάνω υποθήκη έχει καταστεί πληρωτέο και γι' αυτό προτίθεται να προχωρήσει σε πώληση στις 13.12.2019 (βλ. Τεκ. 18). Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η αξία του εν λόγω ακινήτου, με βάση εκτίμηση του κτηματολογίου, 2013, ανέρχεται στο ποσό των €913.400 (βλ. Τεκ. 19). (θ) Από την άλλη η τράπεζα προβάλλει ότι οι αιτητές παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και με επιστολές της ημερ. 1.2.2018 ζήτησε από αυτούς την καταβολή του καθυστερημένου ποσού (βλ. Τεκ. 14 της ένστασης). Δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό και έτσι με επιστολή της ημερ. 19.4.2018 τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία δανείου (βλ. Τεκ. 8 της ένστασης). Οι αιτητές κατά την πιο πάνω ημερομηνία όφειλαν το ποσό των €994.746,24 πλέον τόκος 5,046% επί ποσού €903.658,33 από 20.4.2018 μέχρι εξόφλησης. Ενόψει της παράλειψης των αιτητών να συμμορφωθούν, στις 19.3.2018 επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπος Ι με την οποία τους πληροφορούσε ότι έγινε απαιτητό το ποσό των €544.712,90 πλέον τόκοι, το οποίο οφείλεται σύμφωνα με την δήλωση σύμβασης υποθήκης με αρ. ΥXXX/2015 (βλ. Τεκ. 16). Ακολούθως την 30.7.2019 και 1.8.2019 επιδόθηκαν στους αιτητές 1 και 2 οι ειδοποιήσεις Τύπος ΙΑ και ΙΒ αντίστοιχα. (ι) Οι αιτητές επισημαίνουν ότι καταβάλλουν προσπάθειες πώλησης της ακίνητης ιδιοκτησίας τους στην ελεύθερη αγορά ώστε να εξοφλήσουν τα νομίμως οφειλόμενα ποσά, σε αντίθετη περίπτωση θα πωληθεί σε εξευτελιστική τιμή. Στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ως αναφέρεται, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού η οικογένεια τους θα βρεθεί στο δρόμο και η όποια εκ των υστέρων χρηματική αποζημίωση τους δεν είναι αρκετή για να αποκαταστήσει την μόνιμη απώλεια της κατοικίας τους. Επιπρόσθετα επιχειρούν να διασφαλίσουν το αντικείμενο της αγωγής αφού με αυτήν επιζητούνται διατάγματα ότι η τράπεζα δεν νομιμοποιείται να προχωρήσει στον πλειστηριασμό του ακινήτου. Οι αιτητές επισημαίνουν ότι η τράπεζα στο πρόσφατο παρελθόν τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης και δεν είναι σε θέση να αποζημιώσει τους καταθέτες που έχουν απωλέσει το 47,5% των καταθέσεων τους που ξεπερνούσαν τις €100.000 και επιπρόσθετα η τράπεζα κατά τα έτη 2017 και 2018 είχε ζημιές (βλ. Τεκ. 20). (κ) Η τράπεζα αναφέρει ότι η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €993.000 (βλ. Τεκ. 15 της ένστασης). Το δε οφειλόμενο ποσό είναι μεγαλύτερο της εκτιμημένης αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Προβάλλεται ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των αιτητών είναι χρηματική, εύκολα αποτιμητέα και η τράπεζα είναι φερέγγυα. Ουδέποτε τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης και έχει την οικονομική δυνατότητα καταβολής τυχόν αποζημιώσεων σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. 4. Αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση η οποία επισήμανε ότι δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και ειδικότερα δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα εισηγήθηκε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει διαφορετικά σε σχέση με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. 5. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Α. Εισήγηση ότι υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. 6. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα δικόγραφα, προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του. Έτσι η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει την προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Β. Εισήγηση ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. 7.1 Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση εκ λάθους αναφέρεται ότι καταρτίστηκε συμφωνία δανείου στις 23.11.2010 για το ποσό των €858.000 αφού το έγγραφο που επισυνάφθηκε αναφέρει ότι αυτή καταρτίστηκε στις 22.12.2010 και έτσι αντιμετωπίστηκε και από την άλλη πλευρά. Το πιο πάνω λάθος όμως δεν είναι ικανό να επιδράσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Με την πιο πάνω συμφωνία η τράπεζα παραχώρησε στους αιτητές 1 και 2 δάνειο ύψους €858.000 με τους όρους που περιγράφονται σε αυτήν (βλ. Τεκ. 7). Ο εναγόμενος 3 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των δύο πιο πάνω προσώπων και επιπρόσθετα οι αιτητές 1 και 2 για περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου παραχώρησαν τις υποθήκες που περιγράφονται πιο πάνω και η τελευταία δέσμευσε και το φιλοδώρημα αφυπηρέτησης της. 7.2 Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η τράπεζα τους παρουσίασε ότι υπήρχε ένα καινούργιο προνομιακό δάνειο το οποίο θα δινόταν στους υπαλλήλους της και ότι δεν θα έπρεπε να έχαναν την ευκαιρία αυτή αφού θα έφερε πιο ευνοϊκό και σταθερό επιτόκιο για πέντε χρόνια και επιπρόσθετα τους συμβούλεψαν ότι ήταν προς το συμφέρον τους να συνάψουν την πιο πάνω συμφωνία δανείου αφού θα εξοφλούσαν τα ήδη υφιστάμενα δάνεια που διατηρούσαν τόσο σ' αυτήν όσο και σε άλλη τράπεζα. Επισημαίνουν ότι οι παραστάσεις της τράπεζας για παραχώρηση του δανείου ήταν ψευδείς καθότι το συνολικό κόστος του θα αυξανόταν, πράγμα το οποίο δεν είχαν αντιληφθεί καθότι τους παραπλάνησαν. Προβάλλουν ότι δεν τους επεξήγησαν κατά τρόπο σαφή και κατανοητό όλα τα πιο πάνω και επισημαίνουν ότι το μέγιστο επιτόκιο που θα έπρεπε να χρεώνεται το επίδικο δάνειο ήταν 2,75%. Όπως έχει νομολογηθεί επαφίεται στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος και τον τρόπο μεταβολής του επιτοκίου (βλ. Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ. 194. Τα όσα πιο πάνω ισχυρίζονται οι αιτητές έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους όρους της συμφωνίας δανείου του 2010 αφού με βάση τους όρους αυτής το επιτόκιο για τα πρώτα πέντε χρόνια θα ήταν σταθερό και ανερχόταν σε 4,45% ετησίως και στη λήξη της πιο πάνω πενταετούς περιόδου οι αιτητές 1 και 2 θα είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν μεταξύ κυμαινόμενου επιτοκίου, όπως καθορίζεται στη συμφωνία ή σταθερού επιτοκίου. Επιπρόσθετα δεν παρέχονται οι απαραίτητες λεπτομέρειες από μέρους των αιτητών και ειδικότερα σε σχέση με τον τρόπο που κατ' ισχυρισμό η τράπεζα τους παραπλάνησε. Τα όσα περί τούτου αναφέρουν πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. 7.3 Επιπρόσθετα προβάλλουν ότι το φιλοδώρημα της αιτήτριας 2 θα έπρεπε να συμψηφιστεί με τις υποχρεώσεις τους και αντ' αυτού κουρεύτηκε, κάτι το οποίο ήταν παράνομο. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει πιθανότητα επιτυχίας ότι το φιλοδώρημα θα έπρεπε να συμψηφιστεί έναντι του δανείου. Επιπρόσθετα δεν καθορίζονται με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται γεγονότα που οδηγούν στην παρανομία και τα νομοθετήματα τα οποία παραβιάζονται. Τα όσα προβάλλονται περί παρανομίας πρόκειται και πάλι για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. 7.4 Οι αιτητές προβάλλουν ότι η τράπεζα δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της να αναδιαρθρώσει τα δάνεια σύμφωνα με τον κώδικα και την οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας και έτσι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ., 1131: «. οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας αι του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση.» Στην προκείμενη περίπτωση για το συγκεκριμένο ζήτημα δεν έχει καταδειχθεί πιθανότητα επιτυχίας ότι υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας ή και ακόμη εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας που να δημιουργεί οποιοδήποτε κώλυμα στην τράπεζα να προχωρήσει στην εκποίηση των υποθηκών που παραχωρήθηκαν προς εξασφάλιση του δανείου. 7.5 Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβάλλεται ότι οι υποθήκες που παραχωρήθηκαν για εξασφάλιση του δανείου του 2010 είναι άκυρες καθότι δεν μπορεί να εξακριβωθεί το οφειλόμενο ποσό ενόψει της αναφοράς που υφίσταται σ' αυτές, σε προμήθειες και ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα. Το άρθρο 5
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, ρητά προνοεί ότι καμία μεταβίβαση ή υποθήκευση ακινήτου είναι έγκυρη εκτός αν γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του πιο πάνω Νόμου. Το άρθρο 21
(1), του πιο πάνω Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα: «21
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: ..... (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, δέον όπως τυγχάνη καθορισμού το μέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη.» Στην προκείμενη περίπτωση στη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου με αρ. ΥXXX/10 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού αναφέρεται ότι οι αιτητές 1 και 2 οφείλουν να καταβάλουν «στις 24 ΔΕΚ. 2010 γ) το ποσό των EUR 230.000,00 μαζί με απλούν/σύνθετο (δ) τόκο πάνω στο ποσό των EUR 230.000,00 προς 4,4500 τα εκατόν από τις 21 ΔΕΚ. 2010 και σε περίπτωση που θα ληφθούν νόμιμα μέτρα για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού και τόκου, τα σχετικά έξοδα. Νοείται ότι το παρόν θα διέπεται από τους όρους του επισυνημμένου εγγράφου σημερινής ημερομηνίας το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας υποθήκης. α) με σταθερό επιτόκιο 4,450% το οποίο θα ισχύει από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού του δανείου για περίοδο 5 ετών και β) μετά τη λήξη της περιόδου των 5 ετών, με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από 6 μηνών Euribor προσαυξημένο κατά 3,317% .» Το δε έγγραφο υποθήκης το οποίο συνοδεύει την πιο πάνω σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου αναφέρει ότι η τράπεζα δικαιούται από την 24.12.2010, οπότε και είναι υπόχρεοι να πληρώσουν προσωπικά το ποσό των €230.000 «επιπλέον τόκους, προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα . να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα .» (βλ. Τεκ. 8) Στη δε σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου με αρ. ΥXXX/2010 υφίσταται το ίδιο λεκτικό με διαφορετικά ποσά και ημερομηνίες (βλ. Τεκ. 9). Στις πιο πάνω υποθήκες το επιτόκιο είναι σταθερό για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού και ακολούθως μετατρέπεται σε κυμαινόμενο που αποτελείται από έξι μηνών Euribor προσαυξημένο κατά 3,317%. Η αναφορά στα έγγραφα υποθήκης σε προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα, δεν καταδεικνύει καθ' οιονδήποτε τρόπο πιθανότητα επιτυχίας ότι οι υποθήκες είναι άκυρες, λαμβανομένου υπόψη ότι το οφειλόμενο ποσό δύναται να προσδιοριστεί. Επιπρόσθετα, έστω και στο στάδιο αυτό, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παραβίαση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, η οποία να καθιστά τις υποθήκες άκυρες. Συνακόλουθα δεν καταδεικνύεται πιθανότητα επιτυχίας για το συγκεκριμένο ζήτημα. 7.6 Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένοι όροι της συμφωνίας είναι καταχρηστικοί και ειδικότερα αυτοί που προνοούν αύξηση του κόστους δανεισμού με την μεταβολή του περιθωρίου, την επιβολή τόκου υπερημερίας και τιμωρητικών χρεώσεων ως επίσης και το δικαίωμα της τράπεζας να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι η συμφωνία δανείου του 2010 ρητά προνοούσε ότι εκτός εάν η τράπεζα ζητήσει άμεση εξόφληση το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 24 μηνιαίες δόσεις των €3.523 η κάθε μία, με 37 μηνιαίες δόσεις των €3.700 η κάθε μία, με 131 μηνιαίες δόσεις των €4.100 η κάθε μία, με μία εφάπαξ δόση των €200.000 και με 168 μηνιαίες δόσεις των €4.840,11 η κάθε μία. Οι αιτητές, ως αναφέρεται στην ένσταση, παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και ειδικότερα να καταβάλουν τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις με αποτέλεσμα η τράπεζα την 1.2.2018 να αποστείλει σε αυτούς επιστολή με την οποία τους γνωστοποιούσε ότι κατατάσσονται ως μη συνεργάσιμοι πελάτες ενόψει των καθυστερήσεων που υπήρχαν και τους καλούσε όπως τις διευθετήσουν. Κατά την εν λόγω ημερομηνία οι καθυστερήσεις ανέρχονται σε €65.796,55 (βλ. Τεκ. 14 της ένστασης). Δεν συμμορφώθηκαν και έτσι η τράπεζα την 19.4.2018 τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και αξίωσε την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού (βλ. Τεκ. 8 της ένστασης). Οι αιτητές με την επιστολή τους ημερ. 22.1.2018, την οποία απέστειλαν στην τράπεζα, αναγνωρίζουν ότι οφείλουν και ότι ο δανειακός τους λογαριασμός είναι σε καθυστέρηση πέραν των 90 ημερών και ζητούσαν διακανονισμό των οφειλών τους (βλ. Τεκ. 14 της αίτησης). Η παρούσα δεν είναι η περίπτωση όπου οι οφειλέτες εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και η τράπεζα ζήτησε όπως εξοφλήσουν αμέσως. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ως αναφέρεται, ο λόγος που τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία δανείου του 2010 ήταν διότι οι αιτητές παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και ειδικότερα δεν κατέβαλαν τις μηνιαίες δόσεις, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, για περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου παραχωρήθηκαν οι πιο πάνω υποθήκες προς όφελος της τράπεζας. Όπως έχει νομολογηθεί, η σύμβαση υποθήκης δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (βλ. Αγγελίδης ν. ΣΠΕ Παλουριώτισσας
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1771). Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι διασυνδέονται με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν προς όφελος των αιτητών 1 και 2. Προβάλλεται ότι οι όροι της συμφωνίας, όπως καθορίζονται πιο πάνω, είναι καταχρηστικοί. Σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι τόσο ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν93
(1)/96) όσο και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η πιο πάνω Οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία τόσο ως προς την δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ακριβώς επειδή βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C-618/10 ημερ. 14.6.2012, παρ. 39 και 40). Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία. (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Pannon GSM Zrt v. Erzsebet Sustikne Gyorfi C-243/08 ημερ. 4.6.2009, Elisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium C-168/05, ημερ. 26.10.2006 και Banco Espanol de Credito SA, ανωτέρω. Στο στάδιο αυτό, όπως έχει επισημανθεί, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων αλλά διαπιστώνει κατά πόσο ικανοποιούνται τα κριτήρια για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω. Ο συγκεκριμένος Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. άρθρο 3
(1)και 3
(5)αντίστοιχα του Νόμου). Καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία παρά την απαίτηση καλής πίστης δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από την σύμβαση (βλ. άρθρο 5 του πιο πάνω Νόμου). Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, παρά τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή. Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. (βλ. άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου). Όπως έχει επισημανθεί, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση δεν δεσμεύει τον καταναλωτή και η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους εκτός εάν αυτή δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιο πλέγμα γεγονότων που να καταδεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας ότι η σύμβαση δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς τις όποιες καταχρηστικές ρήτρες. Γ. Εισήγηση ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη στην αιτήτρια σε μεταγενέστερο στάδιο. 8. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, το Δικαστήριο θα ασχοληθεί και με την πιο πάνω προϋπόθεση η οποία εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, αναφέρθηκε ότι: «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια.» Στην δε πρόσφατη απόφαση Loucas Panayiotou Estates Ltd. κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερ. 11.9.2019, αναφέρθηκε ότι: «Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.» Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην προκείμενη περίπτωση οι αιτητές αμφισβητούν το ποσό που αξιώνεται από την τράπεζα και προβάλλουν ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού η οικογένεια τους θα βρεθεί στο δρόμο και η όποια εκ των υστέρων χρηματική αποζημίωση δεν είναι αρκετή για να αποκαταστήσει την μόνιμη απώλεια της κατοικίας τους η οποία είναι υποθηκευμένη και επιπρόσθετα επιχειρούν να διασφαλίσουν το αντικείμενο της αγωγής αφού με αυτήν επιζητούνται διατάγματα ότι η τράπεζα δεν μπορεί να προχωρήσει στον πλειστηριασμό των ακινήτων. Από την μια ισχυρίζονται ότι θα βρεθούν στο δρόμο και από την άλλη προβάλουν ότι γίνονται προσπάθειες πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων ώστε να μην πωληθούν σε εξευτελιστικές τιμές. Πέραν των πιο πάνω, ο ισχυρισμός τους ότι τα ακίνητα θα πωληθούν σε εξευτελιστικές τιμές είναι γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος. Πέραν των πιο πάνω, η τράπεζα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης, όπως αναφέρουν οι αιτητές, και έχει την δυνατότητα καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Δ. Εισήγηση ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. 9. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση στη συνέχεια, για σκοπούς πληρότητας, θα εξεταστεί κατά πόσον είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα ακόμα και στην περίπτωση που πληρούνταν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Όπως έχει νομολογηθεί, θα πρέπει το Δικαστήριο να ζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στον εναγόμενο από το διάταγμα, εάν τελικά φανεί ότι δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και τον κίνδυνο ο ενάγοντας να απομείνει τελικά χωρίς θεραπεία εάν δεν συνεχίσει το διάταγμα. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, ΝWL Ltd v. Woods
(1989)3 All E.R. 614, 625 (Η.L). Όπως έχει νομολογηθεί, καθυστέρηση στην υποβολή αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος μπορεί να οδηγήσει σε άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αίτησης, παρά την συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (βλ. Baccardi & Co Ltd ανωτέρω). Στην προκείμενη περίπτωση οι αιτητές αμφισβητούν τα οφειλόμενα ποσά τα οποία αξιώνονται από την τράπεζα. Οι αιτητές 1 και 2 για επιπρόσθετη εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν σε αυτούς παραχώρησαν προς όφελος της τράπεζας τις πιο πάνω υποθήκες και με αυτές το δικαίωμα της τράπεζας να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα είτε μέσω του κτηματολογίου είτε απ' ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής. Η τράπεζα τροχοδρόμησε την πώληση του πιο πάνω ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν. 9/65), με την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος I στους αιτητές την 19.3.2018 (βλ. άρθρο 44 Γ
(1)του πιο πάνω Νόμου). Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση ουσιαστικά επιδιώκουν να καταστρατηγήσουν το δικαίωμα το οποίο έδωσαν στην τράπεζα, χρόνια προηγουμένως. Στην προκείμενη περίπτωση συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες και εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα, η μη έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας και το ισοζύγιο της ευχέρειας θα έκλινε υπέρ της μη έκδοσης του σχετικού διατάγματος ακόμη και στην περίπτωση που συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 όπως καθορίστηκαν πιο πάνω. 10. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα - αναστολή πλειστηριασμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο