← Κύπρος

Αναφορικά με την Διαχείριση της εταιρείας Vineland Developments Limited, υπό διαχείριση, Γενική Αίτηση αρ.: 182/2018, 6/12/2019

Αναφορικά με την Διαχείριση της εταιρείας Vineland Developments Limited, υπό διαχείριση, Γενική Αίτηση αρ.: 182/2018, 6/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A560 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση αρ.: 182/2018 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 Και Αναφορικά με την Διαχείριση της εταιρείας Vineland Developments Limited, υπό διαχείριση -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 6.12.2019 Εμφανίσεις: Για τον αιτητή: κα Κατ. Ηλία για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ' ων η αίτηση: κα Λ. Χατζηξενοφώντος για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Με την παρούσα αίτηση ο παραλήπτης-διαχειριστής της εταιρείας Vineland Developments Limited (από τώρα θα καλείται η εταιρεία) επιζητεί, μεταξύ άλλων, διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία να διατάσσονται οι διευθυντές αυτής και οι αντιπρόσωποι ή και υπάλληλοι της, να μην τον παρεμποδίζουν να εκτελεί απρόσκοπτα τα καθήκοντα του, να επιτρέπεται σε αυτόν η είσοδος στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, να παραδώσουν όλα τα αναγκαία έγγραφα, αρχεία και βιβλία της εταιρείας που καταδεικνύουν τα έσοδα και τα έξοδα της, να μην λαμβάνουν οποιαδήποτε έσοδα της εταιρείας, να μην προβαίνουν σε οποιεσδήποτε αναλήψεις χρημάτων, να παραδώσουν σε αυτόν οποιαδήποτε ποσά λήφθηκαν, να μην δίνουν εντολές εκ μέρους της εταιρείας και να μην αποξενώσουν με οποιονδήποτε τρόπο την κινητή ή ακίνητη περιουσία της. 2. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 91, 93, 97, 337- 344 του περί Εταιρειών Νόμου και στην Δ.48 θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στους περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στις αρχές της επιείκειας και συνοδεύεται από τις ένορκες δηλώσεις του κ. XXX Πογιατζή, παραλήπτη-διαχειριστή της πιο πάνω εταιρείας. Οι καθ' ων η αίτηση φέρουν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXX Φιλίππου, διευθυντή της εταιρείας. 3. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθηκε στη βάση ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Τα γεγονότα, όπως αναδύονται από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις έχουν ως ακολούθως: (α) Η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (από τώρα θα καλείται η τράπεζα), παραχώρησε στην εταιρεία, η οποία ασχολείται με την εκμετάλλευση ακινήτων, πιστωτικές διευκολύνσεις. Για εξασφάλιση των πιο πάνω καταρτίστηκε συμφωνία ομολόγου επιβάρυνσης ημερ. 20.9.2002 με την οποία η εταιρεία επιβάρυνε ολόκληρη την επιχείρηση και την κάθε μορφή περιουσία της. Το ποσό το οποίο εξασφαλίζει το ομόλογο ανέρχεται στις Λ.Κ.10.000 πλέον τόκοι, προμήθειες, έξοδα και άλλες δαπάνες (βλ. Τεκ. 2). (β) Οι πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφαλίζονται με το πιο πάνω ομόλογο τερματίστηκαν από την τράπεζα στις 25.11.2015 (βλ. Τεκ. 5). Ακολούθως η τράπεζα στις 21.3.2018 επέδωσε στην εταιρεία επιστολή, με την οποία απαιτούσε την καταβολή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών που διατηρούσε (βλ. Τεκ. 6). Μεταγενέστερα, την ίδια ημέρα, επιδόθηκε από την τράπεζα στην εταιρεία ειδοποίηση με την οποία την πληροφορούσε ότι διορίστηκε ως παραλήπτης-διαχειριστής της εταιρείας ο αιτητής στην παρούσα (βλ. Τεκ. 7). Στις 26.3.2018 ο αιτητής παρέλαβε επιστολή από τον Έφορο Εταιρειών ότι καταχωρήθηκε ο διορισμός του ως παραλήπτης-διαχειριστής της πιο πάνω εταιρείας (βλ. Τεκ. 15). (γ) Στις 21.3.2018 οι δικηγόροι της εταιρείας ενημέρωσαν την τράπεζα ότι είχαν στη διάθεση τους επιταγή για το ποσό των €17.086,01 το οποίο κατ' ισχυρισμόν τους εξασφάλιζε το ομόλογο και ότι την έδωσαν σε ιδιωτικό ταχυδρομείο για να παραδοθεί την επόμενη ημέρα στους δικηγόρους της τράπεζας (βλ. Τεκ. 8 και 9 αντίστοιχα). Η εν λόγω επιταγή, παρά το γεγονός ότι αποστάληκε, δεν παραλήφθηκε από τους δικηγόρους της τράπεζας και επιστράφηκε σ' αυτούς. Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ότι η πιο πάνω στάση της τράπεζας είναι παράλογη υπό τις περιστάσεις και δείχνει την κακοπιστία της. (δ) Η εταιρεία στις 22.3.2018 καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο με αρ. 612/2018 εναντίον του αιτητή και της τράπεζας (βλ. Τεκ. 10). Με την καταχώριση της πιο πάνω αγωγής, ως αναφέρεται, όχι μόνο αμφισβητείται ο διορισμός του αιτητή ως παραλήπτη-διαχειριστή αλλά αμφισβητείται και η εγκυρότητα των συμφωνιών δανείου και η νομιμότητα των ισχυριζόμενων υπολοίπων. Στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, την ίδια ημέρα, καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση με την οποία επιζητείτο, μεταξύ άλλων, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται ο διορισμός του παραλήπτη-διαχειριστή μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή και μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου (βλ. Τεκ. 11). Το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης και στη συνέχεια με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 20.6.2018 την απέρριψε για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτήν (βλ. Τεκ. 1 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) και ως αναφέρεται, καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της. (ε) Στις 23.3.2018 ο διαχειριστής μαζί με τους συνεργάτες και υπαλλήλους του μετέβηκε στα γραφεία της εταιρείας όπου ενημέρωσε τον διευθυντή της εταιρείας κ. XXX Φιλίππου για τον διορισμό του και του παρέδωσε σχετικές επιστολές με τις οποίες του υποδείκνυε την υποχρέωση τους, να ετοιμάσουν κατάσταση υποθέσεων της εταιρείας (statement of affairs) εντός 14 ημερών (βλ. Τεκ. 13). Επιπρόσθετα ενημέρωσε το πιο πάνω πρόσωπο ότι τόσο αυτός όσο και ο αδελφός του, ως διευθυντές της εταιρείας, δεν δικαιούνται να υπογράφουν οποιοδήποτε έγγραφο εκ μέρους της τελευταίας και γενικά να προβαίνουν σε οποιαδήποτε δοσοληψία και οι οποιεσδήποτε εισπράξεις και πληρωμές που αφορούν την εταιρεία θα γίνονταν από τον παραλήπτη-διαχειριστή. Περαιτέρω ζήτησε από αυτόν να του παραδώσει, μεταξύ άλλων, τα λογιστικά βιβλία και έγγραφα της εταιρείας πλην όμως αρνήθηκε αναφέροντας του ότι τέτοιες ήταν οι οδηγίες του δικηγόρου τους. Στη συνέχεια απέστειλε επιστολή στην οποία κατέγραψε τα όσα διαμείφθηκαν κατά την πιο πάνω συνάντηση τους και ζήτησε όπως τον ενημερώσει πότε θα μπορούσε να επισκεφθεί τα γραφεία της εταιρείας ώστε να του παραδοθούν τα έγγραφα (βλ. Τεκ. 14). Εντούτοις μέχρι και σήμερα δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση. Οι δε δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση με επιστολή τους ημερ. 27.3.2018 αναγνωρίζουν ότι στις 23.3.2018 παραδόθηκαν επιστολές με τις οποίες τους γνωστοποιήθηκε ο διορισμός του παραλήπτη-διαχειριστή δυνάμει του πιο πάνω ομολόγου επιβάρυνσης πλην όμως ήταν η θέση τους ότι έχει εξοφληθεί με την παράδοση της επιταγής. Στη συνέχεια προχώρησαν σε καταγγελία εναντίον του αιτητή στον ΄Εφορο Εταιρειών και ανταλλάγηκε αλληλογραφία (βλ. Τεκ. 17, 18 και 19). (στ) Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισημαίνεται ότι ο αιτητής στα πλαίσια των καθηκόντων του, με επιστολές του ημερ. 21.3.2018 ενημέρωσε τα τραπεζικά ιδρύματα ότι διορίστηκε παραλήπτης-διαχειριστής και ως εκ τούτου καμία συναλλαγή στο όνομα της εταιρείας δύναται να γίνει χωρίς την έγκριση του (βλ. Τεκ. 20). Παρά ταύτα όμως, χωρίς την εξουσιοδότηση του πιο πάνω προσώπου, έγιναν οι ακόλουθες αναλήψεις από λογαριασμούς που διατηρούσε η εταιρεία σε πιστωτικά ιδρύματα και ειδικότερα: (
  2. i)από λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου έγιναν 13 αναλήψεις συνολικού ύψους €737,47 για την περίοδο από 21.3.2018 μέχρι 11.4.2018 (βλ. Τεκ. 21). (
  3. ii)από άλλο λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου έγιναν 24 αναλήψεις συνολικού ύψους €21.356,07 για την περίοδο από 21.3.2018 μέχρι 3.4.2018 (βλ. Τεκ. 22), (iii) από λογαριασμό στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ έγινε μία ανάληψη ύψους €500 την 21.3.2018 και μία μεταφορά ύψους €1.190 σε λογαριασμό της εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου (βλ. Τεκ. 23) και τέλος (
  4. iv)μία ανάληψη από άλλο λογαριασμό στην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ύψους GBP223,82 (βλ. Τεκ. 24). Επιπρόσθετα, ως αναφέρεται στην αίτηση, έγιναν και άλλες αναλήψεις, οι οποίες αφορούν έξοδα της εταιρείας όπως μισθοί, ηλεκτρισμός, τηλέφωνα, κοινωνικές ασφαλίσεις και φόροι. Ο αιτητής επισημαίνει ότι όλα τα πιο πάνω έγιναν παράνομα, χωρίς την εξουσιοδότηση του και περαιτέρω δεν γνωρίζει που κατατίθενται τα έσοδα από τις ενοικιάσεις ακινήτων που προβαίνει η εταιρεία. Διαπίστωσε, μετά από έρευνα που διενήργησε, ότι υπάρχουν αναρτημένες διαφημίσεις των ακινήτων της εταιρείας και ότι ανά πάσα στιγμή μπορούν να γίνουν κρατήσεις ή ενοικιάσεις (βλ. Τεκ. 28). Ο διευθυντής της εταιρείας κ. XXX Φιλίππου, σε συνάντηση που έγινε στις 20.4.2018, τον ενημέρωσε ότι όλα τα ακίνητα τα οποία διαχειρίζεται η εταιρεία είναι ενοικιασμένα για ολόκληρη την θερινή περίοδο. (ζ) Ακολούθως ο αιτητής στις 16.4.2018 παρέδωσε στους διευθυντές και γραμματέα της εταιρείας επιστολή ότι έχει δικαίωμα να παραλάβει όλα τα λογιστικά βιβλία και κάθε έγγραφο που έχει σχέση με την εταιρεία και επιπρόσθετα τους ζήτησε να του παραδώσουν τα κλειδιά των ακινήτων της και να αποφεύγουν να διενεργούν οποιεσδήποτε δοσοληψίες εκ μέρους της εταιρείας (βλ. Τεκ. 29). Σε συνάντηση που είχαν στις 17.4.2018, τα πιο πάνω πρόσωπα τον ενημέρωσαν ότι είχαν οδηγίες από τους δικηγόρους τους να μην του επιτρέψουν την πρόσβαση σε οποιαδήποτε έγγραφα ή πληροφορίες της εταιρείας. Περαιτέρω συζητήθηκε το ενδεχόμενο διακανονισμού με την τράπεζα και ως αναφέρεται στην αίτηση στην περίπτωση που δεν τελεσφορούσαν οι διαπραγματεύσεις τότε θα μπορούσε να επισκεφθεί τις εγκαταστάσεις της εταιρείας και να λάβει όλες τις πληροφορίες που χρειαζόταν για να προχωρήσει με την διαχείριση της εταιρείας. Επί τούτου υφίσταται εντελώς διαφορετική εκδοχή από την άλλη πλευρά και προβάλλεται ότι ουδέποτε επεσυνέβηκε τέτοιο γεγονός. (η) Οι διευθυντές της εταιρείας δεν έχουν ετοιμάσει σχετική κατάσταση υποθέσεων της τελευταίας ως επίσης δεν έχουν παραδώσει στον διαχειριστή τα βιβλία και οποιαδήποτε έγγραφα που σχετίζονται με αυτήν. Έτσι, ως αναφέρεται στην αίτηση, οι πιο πάνω παραλήψεις εμποδίζουν τον παραλήπτη-διαχειριστή να διεκπεραιώσει την εργασία του. (θ) Οι καθ' ων η αίτηση αναγνωρίζουν ότι πράγματι δεν έχουν παραδώσει σ' αυτόν τις πληροφορίες για την εταιρεία καθότι εκκρεμεί η πιο πάνω δικαστική διαδικασία και ως αναφέρεται, δεν αποδέχονται υποδείξεις από αυτόν. Επιπρόσθετα αναγνωρίζουν ότι ενόψει του γεγονότος ότι μπλόκαρε τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας, αναγκάστηκαν να ζητήσουν από πελάτες να εμβάσουν ποσά σε προσωπικούς τους λογαριασμούς και στη συνέχεια πλήρωσαν τις υποχρεώσεις των ακινήτων που διαχειρίζεται η εταιρεία. Σε αντίθετη περίπτωση, ως αναφέρουν, τα χρήματα θα παρέμεναν δεσμευμένα. Αναφορικά με την συμπεριφορά του αιτητή επισημαίνουν ότι την 12.7.2018 επισκέφθηκε το Κοινοτικό Συμβούλιο Πισσουρίου και απαιτούσε να διακοπεί η παροχή νερού στα ακίνητα της εταιρείας. 4. Όταν η παρούσα αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 17.9.2019 η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση προσέφερε στην άλλη πλευρά ολόκληρο το ποσό που εξασφάλιζε το ομόλογο. Παρατίθενται τα όσα περί τούτου ανέφερε: «Σήμερα δηλώνω ότι προσφέρουμε προς τον παραλήπτη διαχειριστή το ποσό των €17.086 πλέον τόκους και έξοδα και επειδή δεν είμαστε σε θέση να καθορίσουμε εμείς το ποσό των τόκων και των εξόδων και προμήθειες, παρακαλώ την άλλη πλευρά όπως με ενημερώσει για το ποσό αυτό και θα καταβληθεί ολόκληρο το ποσό από προσωπικά χρήματα του καθ' ου η αίτηση 2. Μάλιστα είχαμε στείλει και σχετική επιστολή.» Από την άλλη η συνήγορος του αιτητή αρνήθηκε να παραλάβει το ποσό που προσφέρθηκε προς εξόφληση του ομολόγου επιβάρυνσης, δηλώνοντας τα ακόλουθα: «Διαφωνώ γιατί αυτή η εισήγηση κατά την άποψη μας νομικά δεν στέκει.» Στη συνέχεια παρενέβηκε ο παραλήπτης-διαχειριστής, ο οποίος ήταν παρών στο Δικαστήριο, δηλώνοντας ότι «με τον διορισμό παραλήπτη η εταιρεία είναι ένα βήμα πριν τον χάρο». 5. Ενόψει της άρνησης του αιτητή να παραλάβει το ποσό για εξόφληση του ομολόγου επιβάρυνσης, το Δικαστήριο ζήτησε και από τους δύο συνηγόρους να αγορεύσουν κατά πόσο η αίτηση είναι καταχρηστική, λαμβανομένου υπόψη ότι η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση κατάχρηση των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη και ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο ως απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Από την μια η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και από την άλλη η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε ότι δεν νομιμοποιείται εκ του Νόμου να παραλάβει το συγκεκριμένο ποσό. 6. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι παρά το γεγονός ότι η παροχή ομολόγου επιβάρυνσης στην περιουσία της εταιρείας ως εξασφάλιση για πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρούνται σ' αυτήν είναι σύνηθες στις οικονομικές συναλλαγές, εντούτοις η νομική αναγνώριση της πιο πάνω επιβάρυνσης εμφανίστηκε σε αποφάσεις που εκδόθηκαν από τα Βρετανικά Δικαστήρια την δεκαετία του 1870 (βλ. Re Panama, New Zealand and Australian Royal Mail Co.

(1870)5 Ch. App. 318). Κατά μία άποψη, αυτού του τύπου η εξασφάλιση είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας παρόλο που κατά μια άλλη θέση έχει τις ρίζες του στο αρχαίο ρωμαϊκό δίκαιο. Το ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσον η πιο πάνω άρνηση του αιτητή να παραλάβει το ποσό που εξασφαλίζει το ομόλογο επιβάρυνσης παραβιάζει το εξ επιεικείας δικαίωμα για εξόφληση του ομολόγου επιβάρυνσης (equitable right to redeem). Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, (4η έκδοση, Reissue), στις σελ. 161, 502 και 517 αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  1. Mortgagor's equity of redemption. Incident to every mortgage is the right of the mortgagor to redeem, a right which is called his equity of redemption, and which continues notwithstanding that he fails to pay the debt in accordance with the proviso for redemption. This right arises from the transaction being considered as a mere loan of money secured by a pledge of the estate. Any provision inserted in the mortgage to prevent redemption on payment of the debt or performance of the obligation for which the security was given is termed a clog or fetter on the equity of redemption, and is void. The right to redeem is so inseparable an incident of a mortgage that it cannot be taken away by an express agreement of the parties that the mortgage is not to be redeemable or that the right is to be confined to a particular time or to a particular description of persons. ." "
  2. . This right of a mortgagor to redeem his property was, until the changes made by the Law of Property Act 1925, not a mere right, but an equitable estate or interest in the property mortgaged. Although the mortgagor had mortgaged his property, he might still deal with it in any way consistent with the rights of the mortgagee. It is still true that the mortgagor may deal with the property in any way that is consistent with the rights of the mortgagee. He has still also an equitable right to redeem the property after the day fixed for payment has gone by, but his right or equity of redemption is no longer strictly an equitable estate or interest, although it is still in the nature of an equitable interest. ..." "
  3. Clog on the equity of redemption. On the principle of once a mortgage always a mortgage, a clog or fetter on the equity of redemption is void. No agreement between mortgagor and mortgagee contained in the mortgage can make a mortgage irredeemable. .." Το εξ επιεικείας δικαίωμα για εξόφληση έχει εφαρμογή όχι μόνο σε υποθήκες άλλες και σε ομόλογα και επιβαρύνσεις που παραχωρούνται από την εταιρεία. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (4η έκδοση, 7
(2), στην παράγραφο 1122 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Clogging the equity of redemption. Debentures and other mortgages or charges issued by a company are not excepted from the rule against clogging the equity of redemption." (Βλ. επίσης Jarah Timber and Wood Paving Corpn Ltd v. Samuel
(1903)2 Cb 1 at 11). Στο δε σύγγραμμα Principles of Corporate Financial (Eilis Ferran, Look Chan Ho, Law Oxford University Press, 2nd ed., p. 316), αναφέρονται τα ακόλουθα: "The principle that clogs on the equity of redeption are void applies to all types of mortgages and also to charges, including floating charges." Στην προκείμενη περίπτωση οι καθ' ων η αίτηση διατηρούν το εξ επιεικείας δικαίωμα να εξοφλήσουν το ομόλογο επιβάρυνσης που παραχωρήθηκε προς όφελος της τράπεζας. Ακολούθως θα εξεταστεί κατά πόσο η άρνηση του αιτητή να παραλάβει την επιταγή που του προσφέρθηκε για εξόφληση του ομολόγου, συνιστά υπό τις περιστάσεις κατάχρηση της διαδικασίας. Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Περέλλα, ανωτέρω έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, όπου αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση στην Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R. 248. Στην υπόθεση αναφορικά με αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1 Β ΑΑΔ 911, υιοθετήθηκαν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Περέλλα, ανωτέρω και προς επίρρωση της πιο πάνω κατάληξης του το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αγγλική νομολογία επισημαίνοντας τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Lawrance v. Norreys [1890] 15 App. Cas. 210, 219 το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω: "It cannot be doubted that the Court has an inherent jurisdiction to dismiss an action which is an abuse of the process of the Court. It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases." Μετάφραση στα ελληνικά: "Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία να απορρίψει μια αγωγή η οποία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής δικαιοδοσίας. Είναι μια δικαιοδοσία που πρέπει να ασκείται πολύ φειδωλά και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις." (βλ. και Hardy v. Elphick [1973] 1 All E.R. 914, 918.) .............................. Στην Mills v. Cooper [1967] 2 All E.R. 100,104 το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το κατηγορητήριο επειδή ήταν καταπιεστικό και αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Σε σχέση με το λόγο απόρριψης του κατηγορητηρίου ο Αρχιδικαστής Λόρδος Πάρκερ διατύπωσε την άποψη ότι χωρίς αμφιβολία κάθε δικαστήριο δικαιούται, εντός της διακριτικής του ευχέρειας, να αρνηθεί να ακούσει οποιαδήποτε διαδικασία επειδή είναι καταπιεστική και καταχρηστική της δικαστικής δικαιοδοσίας. .....» Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα και Beogradska, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης, ανωτέρω και Δημοκρατία ν. Υψαρίδης κ.ά.
(1993)3 Α.Α.Δ. 347). 7. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η τράπεζα παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην εταιρεία και η τελευταία, για περαιτέρω εξασφάλιση, υπέγραψε προς όφελος της τράπεζας ομόλογο επιβάρυνσης με το οποίο επιβάρυνε ολόκληρη την επιχείρηση και την κάθε μορφής περιουσία της. Το ποσό που εξασφαλίζεται με αυτό δεν υπερβαίνει τις «Λ.Κ.10.000 (δέκα χιλιάδες λίρες Κύπρου), κεφάλαιο πλέον τόκοι, προμήθειες, έξοδα και άλλες δαπάνες» (βλ. Τεκ. 2). Οι πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφαλίζονταν με το πιο πάνω ομόλογο τερματίστηκαν από την τράπεζα την 25.11.2015 (βλ. Τεκ. 5). Ακολούθως την 21.3.2018 επιδόθηκε στην εταιρεία επιστολή με την οποία η τράπεζα απαιτούσε την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών που διατηρούσε η εταιρεία (βλ. Τεκ. 6). Επιπρόσθετα, αργότερα την ίδια ημέρα, επιδόθηκε στην εταιρεία ειδοποίηση με την οποία την πληροφορούσε ότι ο αιτητής διορίστηκε παραλήπτης-διαχειριστής της εταιρείας (βλ. Τεκ. 7) και ακολούθως ο Έφορος Εταιρειών καταχώρισε τον διορισμό του. Στις 21.3.2018 οι δικηγόροι της εταιρείας ενημέρωσαν την τράπεζα ότι είχαν στη διάθεση τους επιταγή για το ποσό των €17.086,01 το οποίο κατ' ισχυρισμόν τους εξασφάλιζε το ομόλογο και ότι την έδωσαν σε ιδιωτικό ταχυδρομείο για να παραδοθεί την επόμενη ημέρα στους δικηγόρους της τράπεζας (βλ. Τεκ. 8 και 9 αντίστοιχα). Η εν λόγω επιταγή, παρά το γεγονός ότι αποστάληκε, δεν παραλήφθηκε από τους δικηγόρους της τράπεζας και επιστράφηκε σ' αυτούς. Οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται να παραδώσουν οποιαδήποτε έγγραφα στον αιτητή που σχετίζονται με την εταιρεία και επιπρόσθετα προέβησαν σε αναλήψεις χρημάτων της εταιρείας. Ακολούθως, όταν η παρούσα αίτηση ήταν ορισμένη στις 17.9.2019, η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση προσέφερε προς τον παραλήπτη-διαχειριστή το ποσό των €17.086 πλέον τόκους και έξοδα και επειδή δεν ήταν σε θέση να καθορίσει τα τελευταία ποσά, ζήτησε όπως ενημερωθεί σχετικά ώστε να καταβληθούν. Η άλλη πλευρά αρνήθηκε για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω και επιπρόσθετα ο παραλήπτης-διαχειριστής σε παρέμβαση του δήλωσε «με τον διορισμό παραλήπτη η εταιρεία είναι ένα βήμα πριν τον χάρο». Αναφορικά με την πιο πάνω δήλωση του αιτητή επισημαίνεται ότι με τον διορισμό παραλήπτη-διαχειριστή δεν σηματοδοτείται κατ' ανάγκη η εκκαθάριση της εταιρείας η οποία δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς να υποσκάπτεται η νομική της υπόσταση. Αυτοσκοπός δεν είναι η εκκαθάριση και η διάλυση της εταιρείας. Πέραν των πιο πάνω η ενεργοποίηση του ομολόγου επιβάρυνσης προκαλεί την κρυστάλλωση του ομολόγου. Στην προκείμενη περίπτωση το ποσό το οποίο εξασφαλίζει το ομόλογο ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.10.000 πλέον τόκους, έξοδα και άλλες δαπάνες. Ο δε παραλήπτης-διαχειριστής έχει υποχρέωση να ενεργεί με καλή πίστη με σκοπό, μεταξύ άλλων, να επιτευχθεί η αποπληρωμή του ποσού που εξασφαλίζει το ομόλογο επιβάρυνσης. Στο σύγγραμμα The Law of Receivers of Companies (Sweet & Maxwell 1994), στις σελ. 111 και 112 αναφέρονται τα ακόλουθα: «. Arising out of the particular relationship between them, equity has recognized duties of good faith and (on occasion) duties of care on the part of a mortgagee and a receiver appointed by a mortgagee to the mortgagor and others interested in the equity of redemption. .......................... Duty to act in good faith A mortgagee and a receiver owe a duty to exercise their powers in good faith for the purpose of preserving and realizing the assets comprised in the security and obtaining repayment of the sum secured." (Βλ. Bank of New Zealand v. Essington
(1991)9 ACLC 1039) Ο παραλήπτης-διαχειριστής αρνείται να παραλάβει τα χρήματα για εξόφληση του ομολόγου επιβάρυνσης και επιπρόσθετα δηλώνει ότι η εταιρεία βρίσκεται ένα βήμα πριν το τέλος. Αρνείται να υλοποιήσει τον σκοπό για τον οποίο παραχωρήθηκε το ομόλογο. Η πιο πάνω άρνηση αλλά και η δήλωση του, όπως περιγράφεται πιο πάνω, συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας η οποία είναι τέτοιας φύσης που οδηγεί προς την κατεύθυνση της απόρριψης της αίτησης. 8. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται, η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα και το γεγονός ότι το ποσό προσφέρθηκε την 17.9.2019, κρίνω ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως επιδικαστούν έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή μόνο σε σχέση με την σημερινή και την πιο πάνω ημερομηνία. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / General Applications / Interim Αναφορά: Κατάχρηση, ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.