← Κύπρος

Ηρακλέους κ.α. ν. Gordian Holdings Limited, Αρ. Αγωγής: 2807/2019, 31/12/2019

Ηρακλέους κ.α. ν. Gordian Holdings Limited, Αρ. Αγωγής: 2807/2019, 31/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A583 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2807/2019 Μεταξύ: 1. . Ηρακλέους 2. . Κυριακίδου 3. A. & A. Heracleous Estates Limited 4. Andreas Heracleous Consultant Engineers Limited Εναγόντων v. Gordian Holdings Limited Eναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 29.11.19 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 31 Δεκεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Μ. Καραπατάκη για Karapatakis Pavlides LLC Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Τ. Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν διατάγματα με τα οποία: (
  2. i)να απαγορεύεται στους Εναγόμενους - Καθ΄ ων και ή στους αξιωματούχους και ή υπαλλήλους και ή αντιπροσώπους τους να προχωρήσουν με εκποίηση και ή αναγκαστική πώληση των ακινήτων της Ενάγουσας 2 με αρ. εγγραφής .286 και .285 τα οποία βαρύνονται με τις υποθήκες Υ..39/01, Υ..49/10 και Υ..45/11, (
  3. ii)να απαγορεύεται στους Εναγόμενους - Καθ΄ ων και ή στους αξιωματούχους και ή υπαλλήλους και ή αντιπροσώπους τους να προχωρήσουν στη λήψη οποιασδήποτε δικαστικής και ή νομικής διαδικασίας αναφορικά με την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους το οποίο σχετίζεται με τις προαναφερόμενες υποθήκες, και (iii) να απαγορεύεται στους Εναγόμενους - Καθ΄ ων και ή στους αξιωματούχους και ή υπαλλήλους και ή αντιπροσώπους τους να εισπράξουν και ή διεκδικήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την είσπραξη οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου το οποίο παρουσιάζουν οι ακόλουθοι λογαριασμοί: · Α. & Α. Heracleous Estates Limited 1. Δάνειο υπ΄ αρ. .725 (πρώην .694) 2. Δάνειο υπ΄ αρ. .158 3. Δάνειο υπ΄ αρ. .949 (πρώην .972) 4. Δάνειο υπ΄ αρ. .235 (πρώην .496) · Andreas Heraclous Consultant Engineers Limited 5. Δάνειο υπ΄ αρ. .334 6. Δάνειο υπ΄ αρ. .106 (πρώην .670, πρώην .400) · . Ηρακλέους 7. Δάνειο υπ΄ αρ. .166 8. Δάνειο υπ΄ αρ. .224 9. Δάνειο υπ΄ αρ. .299 · . Κυριακίδου 10. Δάνειο υπ΄ αρ. .248 11. Δάνειο υπ΄ αρ. .117 (πρώην .522) 12. Δάνειο υπ΄ αρ. .828 (πρώην .951) · . Ηρακλέους & . Κυριακίδου 13. Δάνειο υπ΄ αρ. .055 · Συνδεδεμένοι Λογαριασμοί 14. Α. & A. Heracleous Estates Limited, Λογαριασμός υπ΄ αρ. .360 15. Α. & A. Heracleous Estates Limited, Λογαριασμός υπ΄ αρ. .387 16. Andreas Heracleous Consultant Engineers Limited, Λογαριασμός υπ΄ αρ. .251 17. . Ηρακλέους, Λογαριασμός υπ΄ αρ. .409 18. . Ηρακλέους, Λογαριασμός υπ΄ αρ. .484 19. . Ηρακλέους, Λογαριασμός υπ΄ αρ. .506 20. . Ηρακλέους, Λογαριασμός υπ΄ αρ. .968, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 ο οποίος δηλώνει ότι είναι διευθυντής και μέτοχος των Εναγόντων 3 και 4 και σύζυγος της Ενάγουσας 2. Ο Ενάγων 1 αναφέρεται στις πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρήθηκαν στους Ενάγοντες 1, 3 και 4 από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ με εξασφαλίσεις εγγυήσεις των Εναγόντων και τις προαναφερόμενες υποθήκες ακινήτων της Ενάγουσας 2, για τις οποίες η Τράπεζα έχει εγείρει έξι Aγωγές στις οποίες καταχωρίστηκαν υπερασπίσεις. Ταυτόχρονα η Τράπεζα ξεκίνησε τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/65 και επέδωσε τις ειδοποιήσεις Θ, Ι, ΙΑ και ΙΒ για τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού στις 17.1.19. Η Ενάγουσα καταχώρισε την Αίτηση-Έφεση υπ΄ αρ. 308/18 ΕΔ Λεμεσού η οποία κατόπιν ακρόασης απερρίφθη από το Δικαστήριο με απόφαση του ημ. 11.1.19. Στις 17.1.19 δεν κατέστη δυνατή η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Άνευ βλάβης των Αγωγών, οι Ενάγοντες βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις με την Τράπεζα για πιθανή διευθέτηση των οφειλών τους και τον Μάιο του 2019 έλαβαν ειδοποιήσεις περί της μεταβίβασης στους Εναγόμενους ολόκληρων των χρεών που αφορούν στις τέσσερις των Αγωγών και μέρους αυτών που αφορούν στις άλλες δύο. Σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα 1, οι Ενάγοντες συνέχιζαν τις συζητήσεις με τους Εναγόμενους και ενώ κατέληξαν σε συμφωνία, τελικώς αυτή δεν υπεγράφη συνεπεία της παράλογης στάσης των Εναγομένων να υπαναχωρήσουν με τη δικαιολογία ότι σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις των ενυπόθηκων ακινήτων η αξία τους ξεπερνούσε κατά πολύ το προτεινόμενο τίμημα πώλησης και την παράλειψη των Εναγόντων να υπογράψουν αυτή εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Ο Ενάγων 1 αναφέρει ότι στις 21.11.19 επιδόθηκε στην Ενάγουσα 2 ειδοποίηση ΙΓ για τη σκοπούμενη πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων της στις 31.12.19. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγόντων πως η μεταβίβαση προς τους Εναγόμενους των ως άνω διευκολύνσεων έγινε παράνομα κατά παράβαση του Ν.169(Ι)/15, λόγω του ότι το ύψος αυτών ξεπερνά το τεθέν όριο του €1εκ. κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης αυτών. Ως εκ τούτου ο Ενάγων 1 ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται ούτε δικαιούνται να προωθούν τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων και ότι σε περίπτωση μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων η Ενάγουσα 2 θα αποστερηθεί μόνιμα της περιουσίας της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν διαφαίνεται η οικονομική δυνατότητα των Εναγομένων να την αποζημιώσουν καθότι δεν έχουν καταχωρίσει οικονομικές καταστάσεις στον Έφορο Εταιρειών. Τέλος, ο Ενάγων 1 αναφέρεται στην έκδοση του δικαστικού διατάγματος ημ. 23.5.19 στα πλαίσια της Αίτησης 372/19 ΕΔ Λευκωσίας, το οποίο επικυρώνει τη συμφωνία εξαγοράς και των υπό κρίση πιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας Κύπρου από τους Εναγόμενους, ισχυριζόμενος ότι οι Ενάγοντες δεν ήταν διάδικοι σε εκείνη τη διαδικασία στην οποία δεν παρουσιάστηκε το ύψος των διευκολύνσεων και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να εξετάσει τη νομιμότητα της εξαγοράς στα πλαίσια έκδοσης του διατάγματος. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στα ακόλουθα: 1) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και έχει αλλότριο σκοπό, ήτοι την αποστέρηση των Εναγομένων να προχωρήσουν σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων στα πλαίσια άσκησης δικαιώματος που τους παρέχει ο Ν.9/65. 3) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζονται έννομα συμβατικά δικαιώματα των Εναγομένων ενώ αντίθετα οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν ζημιά από τη μη έκδοση αυτών καθότι η αξίωση τους είναι καθαρά οικονομικής φύσης και οι Εναγόμενοι είναι καθόλα αξιόχρεοι και δύνανται να την καλύψουν. 4) Οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια και ή δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων. 5) Οι Ενάγοντες αποκρύπτουν γεγονότα και ή παρουσιάζουν γεγονότα με παραπλανητικό τρόπο με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. 6) Η υποκατάσταση των Εναγομένων στα δικαιώματα της Τράπεζας Κύπρου αναφορικά με τις επίδικες εξασφαλίσεις έγινε με βάση το άρθρο 18 του Ν.169(Ι)/16 και ή δυνάμει των προνοιών του Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 23.5.19 από το ΕΔ Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198-200 του Κεφ. 113 στα πλαίσια της Αίτησης 372/19 με ισχύ από τις 30.5.19. 7) Η υποκατάσταση είναι έννομη και σε πλήρη συνάρτηση με τη σχετική νομοθεσία, το διάταγμα του Δικαστηρίου και το Σχέδιο Διακανονισμού. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η μεταβίβαση έγινε σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, των αρχών της επιείκειας και των όρων των επίδικων συμβάσεων. Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο στερείται εξουσίας να αποφανθεί επί του κύρους και της νομιμότητας του διατάγματος, καθότι σε τέτοια περίπτωση θα λειτουργούσε ως εφετείο ομοβάθμιου δικαστηρίου. 8) Η Τράπεζα είχε δικαίωμα να πωλήσει τις επίδικες διευκολύνσεις και να εκχωρήσει τα δικαιώματα της βάσει των όρων των επίδικων συμφωνιών στη βάση του δικαίου των συμβάσεων και των αρχών της επιείκειας, ανεξαρτήτως ποσού των διευκολύνσεων και ως εκ τούτου η μεταβίβαση και ή εκχώρηση και ή πώληση των επίδικων διευκολύνσεων έγινε έννομα και ή νομότυπα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΚX (εφεξής «ο ΚΧ»), ο οποίος αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου και, μετά την υποκατάσταση της από τους Εναγόμενους, παρέχει υπηρεσίες στους Εναγόμενους δυνάμει συμφωνίας παροχής υπηρεσιών ή διαχείρισης αριθμού πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγομένων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών προς τους Ενάγοντες. Ο ΚΧ δέχεται μόνο την ύπαρξη των έξι Αγωγών και τη διαδικασία στην Αίτηση-Έφεση 308/18 και με τη σειρά του προβαίνει στο ιστορικό παροχής διευκολύνσεων από την Τράπεζα προς τους Ενάγοντες και στην παραχώρηση των υπό κρίση υποθηκών από την Ενάγουσα 2, στη μεταβίβαση μέρους αυτών προς τους Εναγόμενους και στην περιγραφή της κάθε Αγωγής σε συνάρτηση με την κάθε διευκόλυνση και το ύψος του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού. Ο ΚΧ αναφέρεται επίσης λεπτομερώς στη διαδικασία εκποίησης των υπό κρίση ενυπόθηκων ακινήτων μέχρι και την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στην Αίτηση-Έφεση 308/18. Ακολούθως ο ΚΧ αναφέρει ότι η Τράπεζα απέστειλε ενημερωτικές επιστολές ημ. 30.10.18 προς τους Ενάγοντες δυνάμει του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/15 για την πρόθεση πώλησης των λογαριασμών δανείου .166, .224 και .158 (για τους οποίους αφορούν οι τρεις υπό κρίση υποθήκες), του τρεχούμενου λογαριασμού .334 (για τον οποίο αφορά η Υ..45/11) και δύο λογαριασμών κάρτας .106 και .299 (για τους οποίους δεν αφορά οποιαδήποτε των υπό κρίση υποθηκών) και τους κάλεσε να υποβάλουν πρόταση για εξαγορά αυτών. Σύμφωνα με τον ΚΧ, οι Ενάγοντες δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα προς αμφισβήτηση της επικείμενης μεταβίβασης και επομένως κωλύονται να εγείρουν σε αυτό το στάδιο ισχυρισμούς περί της μη νομιμότητας αυτής. Ο ΚΧ αναφέρεται επίσης στην υποκατάσταση της Τράπεζας από τους Εναγόμενους στη βάση προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε με το δικαστικό διάταγμα ημ. 23.5.19, με ισχύ από τις 30.5.19, και στην αποστολή ενημερωτικών επιστολών ημ. 31.5.19 προς τους Ενάγοντες ως προς αυτή την εξαγορά. Ο ΚΧ δέχεται ότι οι δύο πλευρές βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο διαπραγματεύσεων πλην όμως ισχυρίζεται ότι αυτές γίνονταν άνευ βλάβης και με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους. Ακολούθως ο ΚΧ επικαλείται τη νομιμότητα της μεταβίβασης και πώλησης των διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων προς τους Εναγόμενους με αναφορά στον Ν.169(Ι)/15 και στους όρους των συμβάσεων δανείου και εγγράφων υποθήκης. Τέλος, ο ΚΧ ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία τέτοιας αξίας ούτως ώστε να δύνανται να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1Α Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
  1. Στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο περιλαμβάνονται αξιώσεις για την ακυρότητα της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και των συναφών εξασφαλίσεων, ήτοι προσωπικών εγγυήσεων και υποθηκών, προς τους Εναγόμενους και συνακόλουθα την αδυναμία των τελευταίων να προωθούν οποιαδήποτε απαίτηση δυνάμει αυτών. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση αυτών των αξιώσεων αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση εφόσον με την παρούσα Αγωγή βασικά αμφισβητείται η νομιμότητα της μεταβίβασης των διευκολύνσεων των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους και η νομιμοποίηση των τελευταίων να αξιώνουν την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο βασικός ισχυρισμός των Εναγόντων είναι η αμφισβήτηση της νομιμότητας και εγκυρότητας της μεταβίβασης των διευκολύνσεων προς τους Εναγόμενους. Κατ΄ αρχάς είναι σημαντικό να λεχθεί πως και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι αντικείμενο της μεταβίβασης προς τους Εναγόμενους δεν είναι όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου προς τους Ενάγοντες αλλά μόνο μέρος αυτών. Επομένως, διαφαίνεται ότι οι όποιες αξιώσεις των Εναγόντων οι οποίες βασίζονται στην εν λόγω μεταβίβαση περιορίζονται στις πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες μεταβιβάστηκαν και δεν δύνανται να περιλαμβάνουν τις διευκολύνσεις οι οποίες παρέμειναν στην Τράπεζα Κύπρου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να καταδείξουν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης αναφορικά με τις διευκολύνσεις οι οποίες παρέμειναν στην Τράπεζα Κύπρου και για τις οποίες οι Εναγόμενοι δεν φέρεται να έχουν οποιαδήποτε αξίωση ούτε να προωθούν οποιαδήποτε διαδικασία ως προς την είσπραξη εκείνων των ισχυριζόμενων οφειλών από τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΚΧ, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι, διαφαίνεται ότι οι Εναγόμενοι προωθούν τη διαδικασία της εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων της Ενάγουσας 2 στον βαθμό και στην έκταση που αυτά εξασφαλίζουν τις διευκολύνσεις οι οποίες μεταβιβάστηκαν στους Εναγόμενους και επομένως δεν αποτελούν πλέον εξασφάλιση προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου, ενώ παράλληλα και ταυτόχρονα εξακολουθούν να προωθούν τις Αγωγές οι οποίες αφορούν τις διευκολύνσεις οι οποίες μεταβιβάστηκαν σε αυτούς, είτε αυτές εξασφαλίζονται και με τις υποθήκες είτε όχι. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες μεταβιβάστηκαν στους Εναγόμενους, είτε εξασφαλίζονται με τις υποθήκες είτε όχι, συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα σε αυτές οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο του διατάγματος ημ. 23.5.19 το οποίο εκδόθηκε από το ΕΔ Λευκωσίας στα πλαίσια της Αίτησης 372/19 με έναρξη ισχύος από τις 30.5.
  2. Το διάταγμα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΚΧ και σύμφωνα με αυτό διαφαίνεται ότι εγκρίθηκε και επικυρώθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και των Εναγομένων το οποίο συμπεριλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγόντων και των όποιων εξασφαλίσεων αυτών καθώς επίσης και τη συνέχιση οποιωνδήποτε νομικών διαδικασιών αναφορικά με τις εν λόγω διευκολύνσεις. Από τη στιγμή που η μεταβίβαση των εν λόγω διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων έχει εγκριθεί και επικυρωθεί με διάταγμα Δικαστηρίου, τότε δεν παρέχεται εξουσία στο παρόν Δικαστήριο να υπεισέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στη νομιμότητα αυτού και να κληθεί να αποφασίσει διαφορετικά. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες παραπέμπουν και περιορίζονται στον Ν.169(Ι)/15, πλην όμως διαφαίνεται ότι το δικαστικό διάταγμα εκδόθηκε στη βάση τόσο του εν λόγω Νόμου όσο και των άρθρων 198-200 του Κεφ.
  3. Επομένως θεωρώ ότι τυχόν ενασχόληση με αυτούς τους ισχυρισμούς, έστω και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, απολήγει σε έλεγχο και αναθεώρηση από το παρόν Δικαστήριο του εν λόγω δικαστικού διατάγματος. Σαφώς τέτοια εξουσία παρέχεται μόνο στο Εφετείο καθότι είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η ανατροπή και διαφοροποίηση της όποιας απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου δεν είναι επιτρεπτή από ομοβάθμιο Δικαστήριο. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.ά. v. Περατικού, Πολ. Αίτηση 32/19, ημ. 17.4.19, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο. Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v.
  4. Χρίστου Τριανταφυλλίδης, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A14, Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή . Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 286, . Όπως λέχθηκε επί λέξει: «Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.»» Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι το ζήτημα της νομιμότητας και εγκυρότητας της μεταβίβασης η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο του διατάγματος, δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης με οποιονδήποτε τρόπο από το παρόν Δικαστήριο και υπό αυτή την έννοια δεν διακρίνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αυτοί δεν κλήθηκαν ούτε έλαβαν μέρος στη διαδικασία της Αίτησης 372/19 και επομένως δεν είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν τις θέσεις τους επί του υπό κρίση ζητήματος της μεταβίβασης. Παρόλο που αυτός ο ισχυρισμός δεν έχει αντικρουστεί από τους Εναγόμενους, εντούτοις σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΚΧ, οι Ενάγοντες είχαν προ πολλού ενημερωθεί για την επικείμενη μεταβίβαση των διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων με επιστολές ημ. 30.10.18 της Τράπεζας Κύπρου προς αυτούς, Τεκμήρια 19Α-19Δ προς τους Ενάγοντες 1-4 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον ΚΧ, οι επιστολές στάληκαν σύμφωνα με το άρθρο 18 του Ν.169(Ι)/15 καλώντας τους Ενάγοντες να υποβάλουν πρόταση για εξαγορά εντός της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας των 45 ημερών και επομένως οι Ενάγοντες αφενός γνώριζαν για την επικείμενη μεταβίβαση των διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων από τον Οκτώβριο του 2018 και αφετέρου δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο ή διάβημα προς αμφισβήτηση της εν λόγω επικείμενης μεταβίβασης. Επιπλέον, παρέμεινε αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του ΚΧ ότι στις 31.5.19 οι Εναγόμενοι απέστειλαν επιστολές προς τους Ενάγοντες, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν.169(Ι)/15, με τις οποίες τους ενημέρωναν για την εξαγορά των εν λόγω διευκολύνσεων, Τεκμήρια 20Α-20Δ προς τους Ενάγοντες 1-4 αντίστοιχα, και ότι οι Ενάγοντες και πάλι παρέλειψαν να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα ως προς την έκδοση του διατάγματος και ή της αμφισβήτησης της μεταβίβασης. Ανεξαρτήτως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να ασχοληθεί με τη νομιμότητα της μεταβίβασης στη βάση του Ν.169(Ι)/15, οι Ενάγοντες εγείρουν ζήτημα υπέρβασης του ύψους των πιστωτικών διευκολύνσεων ούτως ώστε η μεταβίβαση να αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 3 του Ν.169(Ι)/15 θέτει ως όριο το ποσό του €1εκ. για τη μεταβίβαση διευκολύνσεων ανά νομικό ή φυσικό πρόσωπο. Ειδικότερα το άρθρο 3 προνοεί τα ακόλουθα: «3.-
(1)Ο παρών Νόµος εφαρµόζεται - (α) Σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε φυσικά πρόσωπα όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς των διευκολύνσεων αυτών, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων στο φυσικό πρόσωπο ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατοµµύριο ευρώ (€1.000.000)· και (β) σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε µικρές και πολύ µικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στη Σύσταση της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά µε τον ορισµό των πολύ µικρών, µικρών και µεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΕ), όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτή ή τον όµιλο συνδεδεµένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ δεν υπερβαίνει το ένα εκατοµµύριο ευρώ (€1.000.000).» Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΚΧ, κατά τον χρόνο εξαγοράς των διευκολύνσεων των Εναγόντων, ήτοι κατά τις 30.5.19, το ύψος της κάθε διευκόλυνσης αναφορικά με το κάθε νομικό πρόσωπο, δεν ξεπερνούσε το €1εκ. Οι Ενάγοντες όμως θεωρούν ότι τα νομικά πρόσωπα αποτελούν συνδεδεμένα πρόσωπα και επομένως το όριο θα πρέπει να υπολογιστεί συνολικά και αθροιστικά για όλες τις εταιρείες και όχι για καθεμιά ξεχωριστά. Προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού, ο Ενάγων 1 παραπέμπει στην αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, στην οποία οι επίδικοι λογαριασμοί αναφέρονται από τους ίδιους τους Εναγόμενους ως συνδεδεμένοι λογαριασμοί. Ο ΚΧ αντικρούει αυτόν τον ισχυρισμό λέγοντας ότι η επιστολή των Εναγομένων ημ. 3.10.19, Τεκμήριο 22, αναφέρεται σε συνδεδεμένους λογαριασμούς μόνο για σκοπούς υπολογισμού εξόδων και όχι με αναφορά στις ίδιες τις διευκολύνσεις. Στο ίδιο το άρθρο 3 του Ν.169(Ι)/15 γίνεται παραπομπή στην 2003/361/ΕΕ στην οποία δίδεται η ερμηνεία του όρου του συνδεδεμένου προσώπου, στο άρθρο 3, ως εξής: «
  1. "Συνδεδεμένες επιχειρήσεις" είναι οι επιχειρήσεις που διατηρούν μεταξύ τους μια από τις ακόλουθες σχέσεις: α) μια επιχείρηση κατέχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή των εταίρων άλλης επιχείρησης· β) μια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου άλλης επιχείρησης· γ) μια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να ασκήσει κυριαρχική επιρροή σε άλλη επιχείρηση βάσει σύμβασης που έχει συνάψει με αυτήν ή δυνάμει ρήτρας του καταστατικού αυτής της τελευταίας· δ) μια επιχείρηση που είναι μέτοχος ή εταίρος άλλης επιχείρησης ελέγχει μόνη της, βάσει συμφωνίας που έχει συνάψει με άλλους μετόχους ή εταίρους της εν λόγω επιχείρησης, την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή των εταίρων αυτής της επιχείρησης. Τεκμαίρεται ότι δεν υπάρχει κυρίαρχη επιρροή, εφόσον οι επενδυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο δεν υπεισέρχονται άμεσα ή έμμεσα στη διαχείριση της εξεταζόμενης επιχείρησης, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων που κατέχουν με την ιδιότητά τους ως μετόχων ή εταίρων. Συνδεδεμένες θεωρούνται επίσης οι επιχειρήσεις που διατηρούν μια από τις σχέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μέσω μιας ή περισσότερων άλλων επιχειρήσεων ή με τους επενδυτές που αναφέρονται στην παράγραφο
  2. Οι επιχειρήσεις που διατηρούν μια από τις εν λόγω σχέσεις μέσω ενός φυσικού προσώπου ή ομάδας φυσικών προσώπων που ενεργούν από κοινού θεωρούνται επίσης συνδεδεμένες επιχειρήσεις καθόσον ασκούν το σύνολο ή τμήμα των δραστηριοτήτων τους στην ίδια αγορά ή σε όμορες αγορές. Ως όμορη αγορά θεωρείται η αγορά ενός προϊόντος ή υπηρεσίας που βρίσκεται αμέσως ανάντη ή κατάντη της σχετικής αγοράς.» Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι Ενάγοντες δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία, για σκοπούς και στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, από την οποία να προκύπτει ότι οι εταιρείες είναι συνδεδεμένα πρόσωπα εντός της έννοιας του άρθρου 3 του Νόμου. Η απλή αναφορά του Ενάγοντος 1 πως είναι διευθυντής και μέτοχος των Εναγόντων 3 και 4 δεν είναι ικανή από μόνη της να καταδείξει ότι οι εν λόγω εταιρείες ενδεχομένως εμπίπτουν εντός του ορισμού του άρθρου 3 της ΕΕ ούτως ώστε να τίθεται ζήτημα υπέρβασης του ορίου του €1εκ. Αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις προς τον Ενάγοντα 1, αποτελεί κοινό έδαφος ότι αυτές κατά τον ουσιώδη χρόνο μεταβίβασης τους ξεπερνούσαν συνολικά το €1εκ. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια να ασχοληθεί με τη νομιμότητα αυτής της μεταβίβασης, τότε θα μπορούσε ενδεχομένως να λεχθεί ότι η εν λόγω μεταβίβαση έγινε ανεξαρτήτως των προνοιών του Ν.169(Ι)/15, στη βάση των προνοιών της μεταξύ των μερών συμφωνίας σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου της ελευθερίας των συμβάσεων. Όπως ισχυρίζεται ο ΚΧ, οι επίδικες συμβάσεις παροχής διευκολύνσεων, όπως και οι συμβάσεις υποθήκης, περιέχουν όρο για τη μεταβίβαση και εκχώρηση των δικαιωμάτων των διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων από την Τράπεζα χωρίς τη συγκατάθεση του δανειστή ή του προσώπου που παραχώρησε την εξασφάλιση, και επομένως θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής αυτές οι συμβατικές πρόνοιες ανεξαρτήτως του Ν.169(Ι)/
  3. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται ότι οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης τους στη βάση τόσο της αμφισβήτησης της νομιμότητας της μεταβίβασης των υπό κρίση πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων στους Εναγόμενους όσο και της δυνατότητας των τελευταίων να συνεχίζουν τις όποιες διαδικασίες, δικαστικές και μη, για την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι αυτά τα ποσά αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης μέσω των Αγωγών μόνο ως προς το ύψος αυτών εφόσον σε εκείνες οι εκεί Εναγόμενοι (εδώ Ενάγοντες) βασικά επικαλούνται την ύπαρξη καταχρηστικών όρων στις συμφωνίες παροχής των διευκολύνσεων και την ύπαρξη καταχρηστικών και παράνομων χρεώσεων. Η ύπαρξη και εκκρεμότητα των Αγωγών δεν φαίνεται να αποτελεί εμπόδιο στους Εναγόμενους στην προώθηση της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44Α
(4)του Ν.9/65 με το οποίο επιτρέπεται η συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Όπως ισχυρίζεται ο ΚΧ, η διαδικασία εκποίησης συνεχίζεται από τους Εναγόμενους σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44Η
(1)του Ν.9/65 με την επίδοση της ειδοποίησης ΙΓ. Ούτε και η ύπαρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών διαφοροποιεί τα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Οι συζητήσεις μεταξύ των διαδίκων φαίνεται να γίνονταν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των Εναγομένων, ως ισχυρίζεται ο ΚΧ και αναγράφεται σε σχετικές επιστολές τους, αλλά και άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των Εναγόντων αναφορικά με τις Αγωγές, ως ισχυρίζεται ο Ενάγων 1, και οι οποίες (συζητήσεις) δεν κατέληξαν σε οποιαδήποτε διευθέτηση και στην υπογραφή οποιασδήποτε συμφωνίας για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται και από τις δύο πλευρές, ήτοι την ισχυριζόμενη παράλειψη συμμόρφωσης των Εναγόντων με το τεθέν χρονοδιάγραμμα και τις νέες εκτιμήσεις οι οποίες φέρουν την αξία των ενυπόθηκων ακινήτων μεγαλύτερη από αυτή των προτάσεων των Εναγόντων. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς την αδυναμία των Εναγόντων να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης τους στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής καθορίζει και την πορεία της Αίτησης η οποία δεν μπορεί να πετύχει. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, κρίνεται επίσης σκόπιμο να λεχθεί πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες, υπό την έννοια πως σε περίπτωση που η τιμή πώλησης ξεπερνά τα ποσά των υποθηκών, τότε αναμφίβολα οι Εναγόμενοι θα καταβάλουν το υπόλοιπο στους Ενάγοντες, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι χαμηλότερο της αξίας των ενυπόθηκων και ή οι Ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε οι Εναγόμενοι δύνανται να τους αποζημιώσουν. Ο ισχυρισμός των Εναγόντων πως οι Εναγόμενοι φαίνεται να είναι αφερέγγυοι λόγω του ότι διατηρούν εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο €1εκ. (βλ. έρευνα του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 18) και δεν καταχώρισαν οικονομικές καταστάσεις παρέμεινε γενικός και αόριστος και εν πάση περιπτώσει αυτός αντικρούεται επαρκώς από τους Εναγόμενους οι οποίοι προέβαλαν ισχυρισμό, ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος, πως είναι φερέγγυοι. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ΚΧ, οι Εναγόμενοι αποτελούν αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων και η άδεια ημ. 8.8.18 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 25, ενώ με βάση τους μη ελεγμένους ισολογισμούς τους ημ. 31.7.19, οι τελευταίοι παρουσιάζονται να διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €1.182.182.380 εκ των οποίων στοιχεία συνολικής αξίας €44.822.485 αφορούν ρευστά διαθέσιμα σε τραπεζικά ιδρύματα. Το μετοχικό κεφάλαιο των Εναγομένων ανέρχεται σε €1.000.000 και η αξία του «υπέρ το άρτιο» ποσού (share premium) ανέρχεται σε €44.000.
  1. Όπως ισχυρίζεται ο ΚΧ, σύμφωνα επίσης με τις μη ελεγμένες καταστάσεις λογαριασμών των Εναγομένων, προβλέπεται να διαθέτουν, μέχρι το τέλος του 2019, περίσσευμα €2.500.000 σε ρευστότητα και περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €1.386.000.
  2. Σχετικές είναι οι επιστολές των ελεγκτών των Εναγομένων ημ. 9.8.19 και 4.9.19, Τεκμήριο 26, στοιχεία τα οποία είναι ικανοποιητικά και επαρκή να καταδείξουν την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων. Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα της Ενάγουσας 2 στην περιουσία της, η οποία βεβαίως αποτελεί αντικείμενο υποθήκευσης προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και συνακόλουθα των Εναγομένων δυνάμει των σχετικών συμφωνιών, θεωρώ πως αυτά τα στοιχεία δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/13, ημ. 11.9.
  3. Ως εκ τούτου η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα και επομένως θεωρώ πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Το Δικαστήριο σημειώνει ακόμα πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αγωγή δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου ούτε και παραβιάζει οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα των Εναγόντων να ακουστούν στην Αγωγή τους, με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον το όλο ζήτημα απολήγει να αποτιμάται σε χρήμα. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σαφώς καθορίζουν και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.