← Κύπρος

Fintailor Investments Ltd ν. Promsvyazbank PJSC, Αρ. Αγωγής: 200/2018, 18/12/2019

Fintailor Investments Ltd ν. Promsvyazbank PJSC, Αρ. Αγωγής: 200/2018, 18/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A571 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 200/2018 Μεταξύ: Fintailor Investments Ltd Ενάγουσας v. Promsvyazbank PJSC Εναγομένης Αίτηση Εναγομένης ημ. 23.1.19 για ακύρωση και ή παραμερισμό μέρους του διατάγματος ημ. 22.6.18 Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη - Αιτήτρια: κα Ε. Χριστοφή για M. Economides Kranos & Co LLC Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Λ. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ και για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Εναγομένη - Αιτήτρια ζητά διάταγμα ακύρωσης και ή παραμερισμού του δεύτερου μέρους του διατάγματος ημ. 22.6.18 ως προς το ότι αυτό κατέστη απόλυτο. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΕΟ (εφεξής «η ΕΟ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Εναγομένη. Η ΕΟ περιγράφει το όλο ιστορικό της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής και αναφέρεται στο εκδοθέν διάταγμα, αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης. Ειδικότερα η ΕΟ αναφέρει πως το διάταγμα ημ. 22.6.18 εκδόθηκε στα πλαίσια αίτησης της Ενάγουσας για τροποποίηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων ημ. 30.1.18, το οποίο με βάση την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου κατέστη και απόλυτο ενόσω εκκρεμούσε για εκδίκαση η μονομερής αίτηση ημ. 30.1.18 η οποία και εκδικάστηκε λίγες μέρες μετά και εκεί εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση με την οποία τα εκδοθέντα διατάγματα ημ. 30.1.18 οριστικοποιήθηκαν. Ο βασικός ισχυρισμός της ΕΟ είναι ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο κατέστησε απόλυτο το εκδοθέν διάταγμα ημ. 22.6.18 πριν ακούσει τις θέσεις των δύο πλευρών επί της αίτησης ημ. 30.1.18 στα πλαίσια της οποίας όφειλε να αποφασίσει κατά πόσο θα οριστικοποιούσε τα διατάγματα ημ. 30.1.18, εξ ου και ζητείται η ακύρωση και ή ο παραμερισμός αυτού του μέρους του διατάγματος ως προς την οριστικοποίηση του. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στο ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και παράτυπη καθότι με αυτή επιδιώκεται όπως το παρόν Δικαστήριο καταστεί εφετείο κατά της απόφασης ημ. 22.6.18 ενώ οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας θα μπορούσαν να προωθηθούν μόνο στα πλαίσια έφεσης ή αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΓΘ (εφεξής «ο ΓΘ»), δικηγόρου ο οποίος συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα και σε αυτή επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Κατ΄ αρχάς κρίνεται σκόπιμο να τεθεί το ιστορικό της διαδικασίας, σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου και στον βαθμό που κρίνεται σχετικό, και το οποίο αποτελεί το πραγματικό υπόβαθρο για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης. Αυτό έχει ως εξής: (α) Μετά την καταχώριση της παρούσας Αγωγής στις 26.1.18, στις 30.1.18 η Ενάγουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα με τα οποία βασικά απαγορευόταν στην Εναγομένη (
  2. i)να επιτρέψει την επιβάρυνση, διαχείριση ή ελάττωση της αξίας ή των ποσών που βρίσκονταν κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους η Ενάγουσα διατηρούσε στην Εναγομένη και (
  3. ii)να μεταφέρει και ή αποσύρει και ή επιβαρύνει τα ποσά στους ανταποκριτές τραπεζικούς λογαριασμούς της, όπως περιγράφονται σε Πίνακα, με τρόπο ώστε να διατηρείται ποσό τουλάχιστον US$251.000.000 ή το ισάξιο σε άλλο ξένο συνάλλαγμα, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας στην παρούσα Αγωγή. (β) Μετά την καταχώριση ένστασης στην αίτηση ημ. 30.1.18 η Ενάγουσα καταχώρισε δύο δια κλήσεως αιτήσεις, η μια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και η άλλη για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος στην ένσταση. Κατόπιν ακρόασης της πρώτης αίτησης, με ενδιάμεση απόφαση του ημ. 17.4.18 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα επιτρέποντας την καταχώριση αυτής. (γ) Εκκρεμούσης της δεύτερης αίτησης, η Ενάγουσα καταχώρισε δια κλήσεως αίτηση ημ. 12.4.18 με την οποία ζητούσε την τροποποίηση του διατάγματος ημ. 30.1.18. Κατόπιν εκδίκασης της εν λόγω αίτησης, με ενδιάμεση απόφαση του ημ. 22.6.18 το Δικαστήριο ενέκρινε την τροποποίηση της παρ. 2 του διατάγματος ημ. 30.1.18 (αντίστοιχη της παρ. (
  4. ii)ανωτέρω) και κατέστησε αυτό απόλυτο. Συγκεκριμένα με την τροποποίηση η Εναγομένη διατασσόταν να μεταφέρει το ποσό των US$251.000.000 το οποίο βρισκόταν κατατεθειμένο στον ανταποκριτή λογαριασμό της με τη . Bank σε οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα στην Κυπριακή Δημοκρατία στο όνομα του Πρωτοκολλητή του ΕΔ Λεμεσού για να το διαφυλάξει μέχρι το τέλος της διαδικασίας και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (δ) Εν τω μεταξύ η Εναγομένη καταχώρισε αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. (ε) Η αίτηση της Ενάγουσας για αντεξέταση αποσύρθηκε ενώ η αίτηση της Εναγομένης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση εγκρίθηκε με τη σύμφωνη γνώμη της άλλης πλευράς. (στ) Έτσι η αίτηση για προσωρινό διάταγμα προχώρησε σε εκδίκαση και στις 20.7.18 το Δικαστήριο (υπό την ίδια σύνθεση) εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση με την οποία οριστικοποίησε την παρ. (α) αυτού (αντίστοιχη της παρ. (
  5. i)ανωτέρω). Με βάση το πιο πάνω ιστορικό και κυρίως τη φύση του διατάγματος του οποίου ζητείται η ακύρωση και ή ο παραμερισμός, το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση είναι ο λόγος ένστασης ότι η Αίτηση δεν είναι το ορθό δικονομικό μέτρο και ότι η Εναγομένη μπορούσε να επιχειρήσει την ακύρωση του διατάγματος ημ. 22.6.18 μόνο μέσω έφεσης ή αίτησης για προνομιακό διάταγμα. Για σκοπούς εξέτασης αυτού του ζητήματος το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει στη νομική βάση της Αίτησης. Σε αυτή περιλαμβάνονται η Δ.5 η οποία αφορά στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, η Δ.9 η οποία αναφέρεται στους διαδίκους και η Δ.25 η οποία διέπει το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Σαφώς αυτές οι πρόνοιες δεν παρέχουν οποιαδήποτε εξουσία στο Δικαστήριο για ακύρωση και ή παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος ημ. 22.6.18. Η Δ.17 θ.3-11 ρυθμίζει το θέμα εμφάνισης εναγομένου σε αγωγή και τις επιπτώσεις από την παράλειψη εμφάνισης του και δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση όπου η Εναγομένη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης και εν πάση περιπτώσει η υπό κρίση απόφαση δεν αφορά την ουσία της Αγωγής αλλά ενδιάμεση διαδικασία. Ούτε και η Δ.19 θ.3 βοηθά την Εναγομένη καθότι αυτή αφορά στη δυνατότητα εναγομένου να καταχωρίσει ανταπαίτηση και καθορίζει τη φύση αυτής ως ανταγωγής. Η Δ.26 θ.14 και 15 αφορά απόφαση η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης του αντιδίκου δυνάμει της εν λόγω Διαταγής, ήτοι να καταχωρίσει δικόγραφο, είτε δυνάμει οποιασδήποτε άλλης Διαταγής, επομένως δεν αφορά στην αίτηση ημ. 12.4.18 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα εφόσον η Εναγομένη καταχώρισε ένσταση και η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση κατά την οποία το Δικαστήριο άκουσε τις θέσεις και των δύο πλευρών. Η Δ.33 θ.5 αφορά σε παραμερισμό τελικής απόφασης η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια ακρόασης της ουσίας της Αγωγής λόγω μη εμφάνισης του αντιδίκου και σαφώς δεν σχετίζεται με την παρούσα περίπτωση στην οποία η απόφαση αφορά σε ενδιάμεση διαδικασία. Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς τον τρόπο εφαρμογής της Δ.26. θ.14 και της Δ.33 θ.5 προσφέρει η υπόθεση Μιχαηλίδης κ.ά. v. Σκορδή

(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1417. Στην εν λόγω υπόθεση είχε εκδοθεί διάταγμα φυλάκισης λόγω παράλειψης καταβολής μηνιαίων δόσεων για αποπληρωμή χρέους στην απουσία των εναγομένων-εφεσειόντων, η οποία (απουσία) κρίθηκε ότι οφειλόταν σε δική τους παράλειψη εφόσον τους είχε δοθεί η δυνατότητα να ακουστούν. Εκεί το Εφετείο ανέφερε ότι η Δ.26 θ.14 και η Δ.33 θ.5 διέπουν το θέμα παραμερισμού απόφασης, πλην όμως δεν εφαρμόζονταν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά είπε «Όμως, ο πρώτος [Κανονισμός 5 της Δ.33] αφορά στη δυνατότητα παραμερισμού τελικής απόφασης επί της αγωγής και ο δεύτερος [Κανονισμός 14 της Δ.26], απόφαση που εκδίδεται λόγω παράλειψης (default) είτε κατάθεσης εγγράφων προτάσεων είτε άλλης για την οποία οι Κανονισμοί περιέχουν ρύθμιση.». Η υπόθεση κρίθηκε στη βάση της διαπίστωσης περί ανυπαρξίας δικονομικού διαβήματος και στο κατά πόσο είχαν παραβιαστεί οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης ως προς το ότι διάδικος δεν είχε το δικαίωμα να ακουστεί. Η δικηγόρος της Εναγομένης παρέπεμψε και στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας v. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1283 η οποία στηρίχθηκε μεν στη Δ.26 θ.14, όμως αφορούσε διαφορετικό αντικείμενο, ήτοι την οριστικοποίηση προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια μονομερούς αίτησης η οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση κατά την οποία δεν εμφανίστηκαν οι εφεσείοντες εκεί εναγόμενοι 4. Η Δ.48 αφορά γενικά τις αιτήσεις και ο θ.8
(4)δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό και ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Σαφώς ούτε και αυτή η Διαταγή είναι χρήσιμη για την Εναγομένη καθότι δεν εκδόθηκε διάταγμα στα πλαίσια μονομερούς αίτησης. Επί τούτου δεν υιοθετώ τη θέση της δικηγόρου της Εναγομένης πως η Δ.48 θ.8
(4)επεκτείνεται και σε διατάγματα που δεν εκδόθηκαν σε μονομερείς αιτήσεις. Η παραπομπή στην υπόθεση Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1Α Α.Α.Δ. 438 ουδόλως υποστηρίζει αυτή την προσέγγιση. Αντιθέτως εκείνο το οποίο λέχθηκε στην εν λόγω υπόθεση είναι ότι η εφαρμογή του θ.8
(4)δεν περιορίζεται μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στον θ.8
(1), χωρίς όμως να αναιρείται με οποιονδήποτε τρόπο η εφαρμογή του αναφορικά με μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα. Αυτή η υπόθεση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Λοΐζου Παπίρη
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1291, στην οποία επίσης παρέπεμψε η δικηγόρος της Εναγομένης. Ούτε και η υπόθεση Αναφορικά με τη Βασούλλα Τάσου
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1372 υποστηρίζει την εισήγηση της Εναγομένης, αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνει πως η Δ.48 θ.8
(4)αφορά μόνο σε διατάγματα που θα μπορούσαν να εκδοθούν μονομερώς. Η Δ.64 αφορά στις συνέπειες της μη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς η οποία θεωρείται ως παρατυπία και δεν βοηθά την Εναγομένη. Η Αίτηση βασίζεται επίσης στα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τα οποία αφορούν στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τον χρόνο ισχύος αυτών και προνοούν ειδικότερα ότι τέτοια διατάγματα δεν παραμένουν σε ισχύ εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά αφού ακούσει όλους τους διαδίκους (άρθρο 9). Επομένως, ούτε και αυτά τα άρθρα παρέχουν δικαιοδοτική βάση για την ακύρωση του υπό κρίση διατάγματος το οποίο εκδόθηκε κατόπιν ακρόασης της σχετικής αίτησης. Τα άρθρα 29-31, 42 και 47 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60επίσης δεν βοηθούν την Εναγομένη εφόσον δεν αφορούν το υπό κρίση ζήτημα. Το άρθρο 32 του ιδίου Νόμου διέπει το ζήτημα έκδοσης προσωρινού διατάγματος και στο εδάφιο
(2)παρέχεται το δικαίωμα ακύρωσης οποιουδήποτε εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος νοουμένου ότι καταδειχθεί εύλογη αιτία προς τούτο. Αυτό το εδάφιο όμως αφορά στη δυνατότητα ακύρωσης στις περιπτώσεις όπου καταδειχθεί κάποια αλλαγή ως προς τις περιστάσεις και τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης στα οποία στηρίχθηκε η απόφαση για την έκδοση του διατάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση η Εναγομένη επικαλείται βασικά εσφαλμένο χειρισμό του Δικαστηρίου ως προς την απόφαση του για οριστικοποίηση του διατάγματος τροποποίησης, κάτι το οποίο δεν εμπίπτει εντός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 32 και επομένως ούτε και αυτό παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει την Αίτηση και ενδεχομένως να εγκρίνει την ακύρωση του υπό κρίση μέρους του διατάγματος. Η Αίτηση βασίζεται επίσης στον Κανονισμό ΕΕ 679/16 για την Προστασία Δεδομένων, στο Σύνταγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στη νομολογία, στις αρχές της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Σαφώς ούτε και αυτό το σκέλος της νομικής βάσης περιέχει οποιαδήποτε δικαιοδοτική πρόνοια η οποία να παρέχει τη δυνατότητα ακύρωσης του υπό κρίση μέρους του διατάγματος. Τέλος, στη νομική βάση συμπεριλαμβάνονται και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι συμφυείς εξουσίες (inherent jurisdiction) του Δικαστηρίου είναι πολύ ευρείες και είναι αυτές που ασκούνται από το Δικαστήριο για να απονέμει δικαιοσύνη και εξασφαλίσει μια δίκαιη δίκη - βλ. Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παρ. 14, σελ. 22-23. Στην υπόθεση Τουβλοποιεία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς». Στην υπόθεση Re Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1 B A.A.Δ. 736, επαναλήφθηκε ότι η εγγενής ή σύμφυτη δικαιοδοσία δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της, ούτε κατά κανόνα αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Κατ΄ εξαίρεση η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, είναι απαραίτητο να εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά πόσο παρέχεται στην Εναγομένη οποιαδήποτε εναλλακτική μέθοδος η οποία της δίδει τη δυνατότητα να αιτηθεί τον παραμερισμό της υπό κρίση απόφασης. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, με την παρούσα Αίτηση επιδιώκεται ο παραμερισμός διατάγματος ημ. 22.4.18 στη βάση του ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα προχώρησε στην οριστικοποίηση του πριν ακούσει την ενδιάμεση αίτηση ημ. 30.1.18 για την οριστικοποίηση ή μη των εκδοθέντων διαταγμάτων ημ. 30.1.18 (όπως αυτά είχαν τροποποιηθεί με το διάταγμα ημ. 22.4.18). Η θέση της Εναγομένης ότι το Δικαστήριο διέταξε την οριστικοποίηση του διατάγματος ημ. 22.4.18 πριν καν ακούσει τις δύο πλευρές και δη την πλευρά της ως προς το κατά πόσο τα ενδιάμεσα διατάγματα θα οριστικοποιούνταν δεν κρίνεται βάσιμη. Το Δικαστήριο είχε ακούσει και τις δύο πλευρές στα πλαίσια της ακρόασης της αίτησης ημ. 12.4.18 και κατέληξε στην εν λόγω απόφαση του. Επομένως, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα παραβίασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης ή στέρησης του δικαιώματος της Εναγομένης να ακουστεί στα πλαίσια ακρόασης εκείνης της αίτησης. Εκείνο το οποίο βασικά ισχυρίζεται η Εναγομένη είναι ότι το Δικαστήριο όφειλε να περιοριστεί στο κατά πόσο θα ενέκρινε την αιτούμενη τροποποίηση και μόνο, και ότι δεν είχε εξουσία να προχωρήσει στην οριστικοποίηση του σε εκείνο το στάδιο κάτι το οποίο θα αποφασιζόταν μεταγενέστερα, στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης ημ. 30.1.
  1. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο προέβη στην οριστικοποίηση χωρίς αυτό να συμπεριλαμβανόταν στο αιτητικό της εν λόγω αίτησης και εν πάση περιπτώσει χωρίς επαρκή αιτιολόγηση ως προς αυτό το σκέλος της απόφασης του. Αυτοί οι ισχυρισμοί αφορούν τον χειρισμό του όλου ζητήματος από το Δικαστήριο και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο ούτε και αναθεώρηση από το Επαρχιακό Δικαστήριο αλλά από το Εφετείο. Βασικά με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η ανατροπή και διαφοροποίηση της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου από ομοβάθμιο Δικαστήριο. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.ά. v. Περατικού, Πολ. Αίτηση 32/19, ημ. 17.4.19, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο. Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v.
  2. Χρίστου Τριανταφυλλίδης, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A14, Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή . Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 286, . Όπως λέχθηκε επί λέξει: «Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.»» Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης ημ. 22.4.18 η Εναγομένη είχε στη διάθεση της διάφορα νομικά διαβήματα για να προσπαθήσει να ανατρέψει την απόφαση, είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, μέσω έφεσης και ενδεχομένως μέσω αίτησης για έκδοση certiorari. Από τη στιγμή που υπήρχαν διαθέσιμα μέτρα για την επιδίωξη αυτού που επιχειρείται μέσω της παρούσας Αίτησης, τότε δεν τίθεται οποιαδήποτε ανάγκη επίκλησης και ενεργοποίησης των συμφυών εξουσιών του παρόντος Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, η επιλογή της Εναγομένης να μην προβεί στα δέοντα μέτρα που είχε στη διάθεση της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά να επιχειρήσει την αιτούμενη θεραπεία μέσω της υπό κρίση Αίτησης δεν δικαιολογεί την επίκληση και εφαρμογή των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Επί τοις Αφορώσι την Αίτηση της Χριστιάνας Κλεάνθους, Πολ. Αίτηση 145/15, ημ. 22.12.16 και Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226, οι συμφυείς εξουσίες ενεργοποιούνται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όταν το Δικαστήριο αντιληφθεί ότι επηρεάζονται τα δικαιώματα διαδίκου χωρίς να παρέχεται οποιοσδήποτε άλλος τρόπος απονομής της δικαιοσύνης, κάτι το οποίο δεν παρατηρείται στην υπό κρίση περίπτωση. Ενόψει όλων όσων αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ότι η νομική βάση της Αίτησης δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει και ή παραμερίσει το εν λόγω μέρος του διατάγματος ημ. 22.4.18 και ότι από τη στιγμή που η Εναγομένη είχε στη διάθεση της εναλλακτικό τρόπο για να επιδιώξει το αίτημα της τότε δεν τίθεται ζήτημα άσκησης των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης και εναντίον της Εναγομένης - Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν Φ.Π.Α και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.