← Κύπρος

Dalfilia Limited κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 362/2018, 17/12/2019

Dalfilia Limited κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 362/2018, 17/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A570 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 362/2018 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65και τους τροποποιητικούς Νόμους 51/70 μέχρι 120(Ι)/11, άρθρα 8

(1), 16, 51
(1)και 53 Αναφορικά με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, και τους τροποποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 110(Ι)/14, άρθρα 11, 12, 61 και 80 Μεταξύ: 1. Dalfilia Limited 2. . Λοϊζίδη Αιτητών - Εφεσειόντων v. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Καθ΄ ου η Αίτηση - Εφεσίβλητου Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες: κ. Δ. Βάκης για Pyrgou Vakis LLC Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση - Εφεσίβλητο: κ. Σ. Νικολάου για κ. Α. Μελά για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές - Εφεσείοντες βασικά ζητούν διατάγματα με τα οποία: (
  1. i)να κηρύσσεται άκυρη και ή παράνομη και ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος η απόφαση του Καθ΄ ου, ως περιέχεται στην επιστολή του ημ. 26.11.18 προς τους Αιτητές, για να συμπεριληφθεί η σημείωση «Εγγραφή εμπιστεύματος Dalfilia Ltd ως καταπιστευματοδόχος του εμπιστεύματος .» στα επτά υπό κρίση πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας τα οποία αφορούν στα ακίνητα που περιγράφονται στην Αίτηση. (
  2. ii)να διατάσσεται η διαγραφή και απάλειψη της ως άνω σημείωσης από τα υπό κρίση πιστοποιητικά και η επανέκδοση αυτών χωρίς αυτή τη σημείωση και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στο εμπίστευμα επί των εν λόγω πιστοποιητικών. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: 1. Η συμπερίληψη της ως άνω σημείωσης στα πιστοποιητικά εγγραφής και η άρνηση του Καθ΄ ου να διαγράψει τη σημείωση αποτελούν υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχει ο Ν.9/65και εσφαλμένη άσκηση εξουσίας. 2. Η απόφαση του Καθ΄ ου είναι παράνομη και ή αντισυνταγματική και ή εσφαλμένη και ή αυθαίρετη. 3. Η απόφαση του Καθ΄ ου είναι καταχρηστική και ή αντιβαίνει το πνεύμα και το γράμμα της απόφασης ημ. 18.12.17 στην Αίτηση-Έφεση αρ. XXX/17 ΕΔ Λεμεσού. 4. Ο Καθ΄ ου αγνόησε παντελώς τη μαρτυρία και ή τα πραγματικά γεγονότα. 5. Η απόφαση του Καθ΄ ου δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και ή ουδεμία αναφορά γίνεται στους παράγοντες τους οποίους έλαβε υπόψιν ή στους νόμους και ή κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται. 6. Τυχόν ισχύς της απόφασης του Καθ΄ ου αποστερεί το δικαίωμα της Αιτήτριας 1 να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα της ως καταπιστευματοδόχου και ή παρεμβαίνει στο δίκαιο που διέπει τα εμπιστεύματα. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΓΠ (εφεξής «η ΓΠ»), διευθύντριας της Αιτήτριας 1. Η ενόρκως δηλούσα περιγράφει το ιστορικό της διαδικασίας στην Αίτηση-Έφεση XXX/17 και ισχυρίζεται ότι με την επίδικη απόφαση του ο Καθ΄ ου δεν συμμορφώθηκε με τη δικαστική απόφαση στην εν λόγω Αίτηση-Έφεση και υπερέβη την εξουσία που του παρέχεται από τον Νόμο, με αποτέλεσμα η συμπερίληψη της σημείωσης να μην στηρίζεται στην ορθή άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και ή εξουσίας. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται κυρίως στα εξής: 1) Ο Καθ΄ ου ενήργησε ορθά και νόμιμα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 224, του Ν.9/65 και του Κεφ. 219. 2) Ο Καθ΄ ου δεν ενήργησε καθ΄ υπέρβαση των εξουσιών του αλλά αντιθέτως τήρησε και ή ακολούθησε την ορθή και νενομισμένη διαδικασία και πρακτική. 3) Η απόφαση του Καθ΄ ου είναι ορθή, νόμιμη και αιτιολογημένη. 4) Ο Καθ΄ ου δεν ενήργησε υπό πλάνη περί τα πράγματα αλλά με βάση τα πραγματικά περιστατικά. 5) Ο Καθ΄ ου συμμορφώθηκε με την απόφαση στα πλαίσια της Αίτησης-Έφεσης 235/17. 6) Η απόφαση του Καθ΄ ου δεν επηρεάζει το δικαίωμα της Αιτήτριας 1 να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις και ή τα καθήκοντα της ως καταπιστευματοδόχου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΛΤ (εφεξής «η ΛΤ»), Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα δέχεται τα γεγονότα όμως διαφωνεί με τους ισχυρισμούς περί λανθασμένης εφαρμογής του Νόμου και ή μη συμμόρφωσης του Καθ΄ ου με την απόφαση ημ. 18.12.17. Ισχυρίζεται ότι η επίμαχη σημείωση τέθηκε στα πλαίσια ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Καθ΄ ου δυνάμει του άρθρου 52 του Κεφ. 224 για τους εξής λόγους: · Λαμβανομένης υπόψιν της απόφασης ημ. 18.12.17 και της αρχής ότι η εγγραφή του ακινήτου πρέπει να γίνεται σε πρόσωπο, θα έπρεπε συνεπεία τούτου να εφαρμοστούν οι πρόνοιες της παρ. iv του Κεφ. 3 του Πίνακα του Κεφ. 219 και να εισπραχθούν τέλη ως να ήταν δήλωση μεταβίβασης δυνάμει πώλησης σε εταιρεία. · Με άλλα λόγια, εφαρμόζονται διαφορετικές πρόνοιες της νομοθεσίας όπου το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ενεργεί στα πλαίσια άσκησης των υποχρεώσεων του ως εμπιστευματοδόχου και διαφορετικές όπου ενεργεί ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακινήτου, και σχετικές είναι οι παρ. vi και vii του Πίνακα του Κεφ. 219 οι οποίες καθορίζουν τα τέλη μεταβίβασης σε επίτροπο εμπιστεύματος. · Αν η πρόθεση των Αιτητών ήταν να διασφαλιστεί η μυστικότητα του εμπιστεύματος, θα μπορούσαν εξαρχής να μεταβίβαζαν τα ακίνητα στην Αιτήτρια 1 προσκομίζοντας το έγγραφο της πράξης του εμπιστεύματος με τη δήλωση πώλησης. · Εξάλλου η κατάθεση της πράξης του εμπιστεύματος στο Κτηματολόγιο, σύμφωνα με το άρθρο 65ΙΕ του Κεφ. 224, δεν αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού και νομότυπου αυτού. · Αντ΄ αυτού η Αιτήτρια 1 ενεγράφη ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια όλων των ακινήτων τα οποία μεταβιβάστηκαν ενώ τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της ορίζονται από τη διευθέτηση του εμπιστεύματος το οποίο κατατέθηκε οικειοθελώς στο Κτηματολόγιο. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες υιοθέτησαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Ι. Κοινό Υπόβαθρο Γεγονότων Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αρχικά το υπόβαθρο των γεγονότων, το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο από την αντίθετη πλευρά. Επομένως, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Οι Αιτητές ίδρυσαν εμπίστευμα, ήτοι το ., το οποίο ενέγραψαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού στις 20.6.14, Τεκμήριο 1. (β) Την ίδια μέρα οι Αιτητές κατέθεσαν δήλωση μεταβίβασης και εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας από τον Αιτητή 2 στην Αιτήτρια 1 συνολικά επτά ακινήτων δυνάμει δωρεάς, με αρ. ., Τεκμήριο 2. (γ) Κατά την κατάθεση της μεταβίβασης, τέθηκε θέμα από το Κτηματολόγιο για την αναγραφή επί των πιστοποιητικών εγγραφής των εν λόγω ακινήτων η ιδιότητα της Αιτήτριας 1 ως επιτρόπου του εμπιστεύματος και προς τούτο ανταλλάγηκε αλληλογραφία μεταξύ των μερών, Τεκμήρια 3-5. Σύμφωνα με την τελευταία επιστολή του Καθ΄ ου ημ. 23.7.04, Τεκμήριο 5, το Κτηματολόγιο δεν μπορούσε να προχωρήσει στην έκδοση τίτλων στη . καθότι το πληρεξούσιο που παρουσιάστηκε τη μέρα της μεταβίβασης έπρεπε να διορθωθεί και αναφέρει ότι η μεταβίβαση θα γινόταν στην Αιτήτρια 1 ως επίτροπος του εμπιστεύματος. (δ) Λόγω διαφωνίας των Αιτητών με αυτή τη θέση, καταχώρισαν την Αίτηση-Έφεση XXX/14 ΕΔ Λεμεσού, Τεκμήριο 6. Κατόπιν ακρόασης αυτής, την 1.12.15 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο η απόφαση του Καθ΄ ου που περιέχεται στην εν λόγω επιστολή ημ. 23.7.14 και σε προγενέστερη επιστολή ημ. 15.7.04, ήτοι ότι η δήλωση μεταβίβασης δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, είναι άκυρη και ή παράνομη και ή στερημένη αποτελέσματος, Τεκμήριο 7. (ε) Ακολούθησε πάλι ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των μερών λόγω εξακολούθησης ύπαρξης διαφωνίας ως προς τον τρόπο αναγραφής του νέου ιδιοκτήτη των ακινήτων, Τεκμήρια 8-11. (στ) Λόγω παράλειψης προώθησης περαιτέρω της διαδικασίας μεταβίβασης, στις 28.6.16 οι Αιτητές καταχώρισαν την Αίτηση 68/16 για έκδοση προνομιακού εντάλματος mandamus. Στις 30.9.16 εκδόθηκε απόφαση με την οποία η Αίτηση απορρίφθηκε λόγω του ότι το διάταγμα ημ. 1.12.15 είχε καταστεί τελεσίδικο εφόσον δεν είχε καταχωριστεί έφεση και στην οποία λέχθηκε επίσης ότι ο Καθ΄ ου δεν αρνήθηκε να ολοκληρώσει τη μεταβίβαση αλλά αρνείτο να δεχθεί το αίτημα των Αιτητών να μην συμπεριληφθεί στους τίτλους η ιδιότητα της Αιτήτριας 1 ως επιτρόπου του εμπιστεύματος, Τεκμήριο 12. (ζ) Στις 27.6.17 οι Αιτητές με επιστολή τους προς τον Καθ΄ ου ζήτησαν την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης και την έκδοση των τίτλων στο όνομα της Αιτήτριας 1, Τεκμήριο 13. (η) Στις 12.7.17 η Αιτήτρια 1 έλαβε φάκελο από τον Καθ΄ ου με τα πιστοποιητικά ημ. 5.7.17 στα οποία αναγραφόταν ως ιδιοκτήτης «Επίτροποι του Εμπιστεύματος .», Τεκμήριο 14. Επιπλέον στις 20.7.17 έλαβε επιστολή του Καθ΄ ου ημ. 20.7.17 με την οποία ενημερωνόταν ότι ο Καθ΄ ου είχε ήδη προβεί στην έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας, Τεκμήριο 15. (θ) Λόγω διαφωνίας των Αιτητών με την εν λόγω απόφαση, καταχώρισαν την Αίτηση-Έφεση XXX/17 ΕΔ Λεμεσού, Τεκμήριο 16. (ι) Κατόπιν ακρόασης, με απόφαση του ημ. 18.12.17 το ΕΔ Λεμεσού εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ακύρωσε την απόφαση του Καθ΄ ου και τον διέταξε όπως εγγράψει τα ακίνητα στο όνομα της Αιτήτριας 1 («Dalfilia Ltd») και εκδώσει τους σχετικούς τίτλους στο εν λόγω όνομα, Τεκμήρια 17 και 18. (ια) Παρά την επίδοση του εν λόγω διατάγματος στον Καθ΄ ου στις 18.12.17, αυτός παρέλειψε να συμμορφωθεί με αυτό και στις 24.4.18 οι δικηγόροι των Αιτητών επέδωσαν στον Καθ΄ ου σχετική επιστολή καλώντας τον να συμμορφωθεί με το διάταγμα, Τεκμήριο 19. (ιβ) Με επιστολή του ο Καθ΄ ου ενημέρωσε τους Αιτητές ότι δόθηκαν οδηγίες για την τροποποίηση των τίτλων, Τεκμήριο 20. (ιγ) Ο Καθ΄ ου τροποποίησε τα πιστοποιητικά με εγγραφή της Αιτήτριας 1 ως ιδιοκτήτριας πλην όμως προχώρησε στην προσθήκη κάτω από τον τίτλο «Σημειώσεις» της επίμαχης σημείωσης. (ιδ) Οι δύο πλευρές είχαν συνάντηση στα γραφεία του Καθ΄ ου στη Λευκωσία και ανταλλάγηκαν στη συνέχεια επιστολές μεταξύ τους, Τεκμήρια 21 και 22. (ιε) Το Τεκμήριο 22 είναι η επιστολή ημ. 26.11.18 του Καθ΄ ου προς τους Αιτητές στην οποία βασικά αναφέρονται τα εξής: «Το Τμήμα μου, ενεργώντας στο πλαίσιο της απόφασης επί της αίτησης/Έφεσης με αρ. XXX/2017, τροποποίησε τους επίμαχους τίτλους ιδιοκτησίας και ενέγραψε τα επίδικα ακίνητα στο όνομα της εταιρείας Dalfilia Ltd. Η συμπερίληψη της σχετικής σημείωσης στους πιο πάνω τίτλους, αναφορικά με τον καταπιστευματοδόχο του εμπιστεύματος, κρίθηκε απαραίτητο να εγγραφεί στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Διευθυντή του Τμήματος.» ΙΙ. Νομική Ανάλυση - Εξέταση της Αίτησης Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, θεωρώ σημαντικό να λεχθεί εξαρχής ότι πράγματι ο Καθ΄ ου συμμορφώθηκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 18.12.17 ως προς την έκδοση των τίτλων στο όνομα της Αιτήτριας 1. Παρόλο που θεωρώ ότι το εν λόγω διάταγμα περιοριζόταν μόνο στην ακύρωση της προηγούμενης απόφασης του Καθ΄ ου και στη διαταγή για εγγραφή στο όνομα της Αιτήτριας 1, εντούτοις αν οι Αιτητές θεωρούσαν ότι η απόφαση του Καθ΄ ου μέσω της επιστολής ημ. 26.11.18 παραβιάζει το εν λόγω διάταγμα Δικαστηρίου, τότε ενδεχομένως θα έπρεπε να λάμβαναν μέτρα στα πλαίσια εκείνης της Αίτησης για παρακοή διατάγματος. Με άλλα λόγια, η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης δεν συνιστά το κατάλληλο μέτρο και διάβημα για εξέταση του κατά πόσο ο Καθ΄ ου έχει συμμορφωθεί με το προηγούμενο διάταγμα του Δικαστηρίου. Με δεδομένη την πιο πάνω διαπίστωση αναφορικά με την εμβέλεια του διατάγματος ημ. 18.12.17 και τη συμπεριφορά του Καθ΄ ου, το παρόν Δικαστήριο θεωρεί ότι η παρούσα Αίτηση αφορά στην απόφαση του ως προς την επιπρόσθετη ενέργεια του να συμπεριλάβει τη σημείωση στον τίτλο. Είναι αυτή η απόφαση του η οποία αποτελεί αποκλειστικά το αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα Αίτηση - βλ. άρθρο 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 και την υπόθεση Παπαγεωργίου v. Πατσαλίδη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1365. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η εγγραφή μεταβίβασης γίνεται δια της εγγραφής του δικαιοδόχου ως κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, όπως προνοείται στο άρθρο 16
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/
  1. Ως εκ τούτου διαφαίνεται πλέον ότι ο δικαιοδόχος των επτά υπό κρίση ακινήτων είναι η Αιτήτρια
  2. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι το άρθρο 52 του Κεφ. 224, παρέχει διακριτική ευχέρεια στον Διευθυντή να περιλάβει στο πιστοποιητικό εγγραφής όποιες λεπτομέρειες ήθελε αυτός αποφασίσει. Ειδικότερα, το άρθρο 52 προβλέπει τα εξής: «
  3. Κάθε πιστοποιητικό εγγραφής περιλαμβάνει τέτοιες λεπτομέρειες και είναι τέτοιου τύπου ως ο Διευθυντής ήθελε αποφασίσει.» Εδώ κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί πως στους τίτλους ιδιοκτησίας, Τεκμήριο 17, κάτω από το μέρος όπου αναγράφονται τα «Στοιχεία Ιδιοκτήτη και Συμφέρον», αναγράφονται τρεις ξεχωριστές επικεφαλίδες, ήτοι «Περιγραφή Ακίνητης Ιδιοκτησίας», «Σημειώσεις» και «Δικαιώματα/Δουλείες». Προφανώς η ύπαρξη του εμπιστεύματος δεν δημιουργεί δικαίωμα ή δουλεία ούτως ώστε να θεωρείται αναγκαία η αναγραφή του εμπιστεύματος κάτω από την επικεφαλίδα «Δικαιώματα/Δουλείες», εξ ου και η αναγραφή έγινε κάτω από τον τίτλο «Σημειώσεις». Είναι ορθή η εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητών ότι αυτή η διακριτική ευχέρεια συμπερίληψης λεπτομερειών στον τίτλο δεν είναι απεριόριστη και χωρίς έλεγχο αλλά ότι πρέπει να ασκείται ορθά και να βρίσκει έρεισμα στο γράμμα και στο πνεύμα του Νόμου. Με άλλα λόγια, η απλή επίκληση της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Διευθυντή για τη συμπερίληψη λεπτομερειών σε πιστοποιητικό εγγραφής χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στους λόγους που οδήγησαν στη συμπερίληψη αυτών καθιστά την απόφαση ατεκμηρίωτη και αναιτιολόγητη και αυτή τη δράση στα πλαίσια ευχέρειας μη ορθή και βάσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως φαίνεται από την επιστολή του Καθ΄ ου ημ. 26.11.18, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην Αίτηση και Τεκμήριο 22 στην ένορκη δήλωση της ΓΠ, παρατηρείται ακριβώς αυτή η κατάσταση. Ο Καθ΄ ου επικαλείται την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας για τη συμπερίληψη της επίμαχης σημείωσης στους τίτλους χωρίς να παραθέτει και ή επεξηγεί τους λόγους οι οποίοι τον οδήγησαν στην απόφαση του. Αυτή η στάση καθιστά αδύνατη την εξέταση των όποιων λόγων οδήγησαν τον Καθ΄ ου στη λήψη αυτής της απόφασης με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση δίχως άλλο να καταλήξει πως αυτή η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε ορθά και νόμιμα. Ως εκ τούτου αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καθιστά την απόφαση τρωτή και μη ορθή. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου, στην ένορκη δήλωση της ΛΤ που συνοδεύει την ένσταση αποκαλύπτονται οι λόγοι για τους οποίους ο Καθ΄ ου άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της συμπερίληψης της σημείωσης. Αυτοί εκτίθενται αναλυτικά ανωτέρω στα πλαίσια του ιστορικού των γεγονότων. Ο πρώτος λόγος αφορά στο ότι τα τέλη μεταβίβασης είναι διαφορετικά όταν η μεταβίβαση γίνεται σε νομικό πρόσωπο, έναντι φυσικού προσώπου, και ακόμα όταν το νομικό πρόσωπο είναι εμπιστευματοδόχος. Πράγματι σύμφωνα με τον περί Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος (Τέλη και Δικαιώματα) Νόμο, Κεφ. 219, άρθρο 3, επιβάλλονται τέλη για κάθε μεταβίβαση τα οποία καθορίζονται στον Πίνακα. Στον Πίνακα στην παρ. 3 (vi) και (vii) καθορίζονται τα τέλη σε περίπτωση μεταβίβασης σε επίτροπο εμπιστεύματος, όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Ο τρόπος καθορισμού του τέλους μεταβίβασης όμως δεν συνεπάγεται ούτε και δικαιολογεί την αναγραφή της ιδιότητας του νέου ιδιοκτήτη στο πιστοποιητικό εγγραφής. Σαφώς ο καθορισμός του τέλους αφορά στο στάδιο πριν την ολοκλήρωση της μεταβίβασης και την έκδοση του σχετικού τίτλου, ως προαπαιτούμενο για την ολοκλήρωση της διαδικασίας και την έκδοση του σχετικού τίτλου. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί πως ο καθορισμός του τέλους αποφασίζεται κατά την εξέταση της δήλωσης μεταβίβασης και αφορά στην ίδια τη δήλωση, όπου και φαίνονται οι συνθήκες και ο τρόπος της προτεινόμενης μεταβίβασης, ήτοι από τον Αιτητή 2, φυσικό πρόσωπο, δια δωρεάς στην Αιτήτρια 1, νομικό πρόσωπο, και η οποία είναι επίτροπος εμπιστεύματος, ιδιότητα η οποία καταγράφεται στη δήλωση μεταβίβασης. Από τη στιγμή που το όλο ζήτημα αφορά στο στάδιο πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης και θα πρέπει να επιλυθεί πριν την έκδοση του τίτλου, θεωρώ ότι ο καθορισμός της ιδιότητας του νέου ιδιοκτήτη στις σημειώσεις επί του τίτλου δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό. Είναι ξεκάθαρο ότι το ύψος του τέλους καθορίζεται κατά το στάδιο εξέτασης της δήλωσης μεταβίβασης στην οποία οι Λειτουργοί του Κτηματολογίου και ο Καθ΄ ου δύνανται να ανατρέξουν ανά πάσα στιγμή για να διαπιστώσουν τις συνθήκες της μεταβίβασης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η αναφορά στον τίτλο σε οτιδήποτε που να παραπέμπει στο τέλος το οποίο έχει ήδη καθοριστεί και καταβληθεί. Άλλωστε, με αυτή τη λογική θα έπρεπε να ήταν η πάγια πρακτική του Καθ΄ ου να καταγράφει σε κάθε τίτλο τον τρόπο μεταβίβασης για σκοπούς αναφοράς και απεικόνισης του τρόπου καθορισμού του τέλους μεταβίβασης, κάτι το οποίο δεν επικαλέστηκε η ΛΤ. Είναι αξιοσημείωτο μάλιστα πως ενώ προβάλλεται τέτοιος λόγος ένστασης, ήτοι πως ο Καθ΄ ου ακολούθησε τη νενομισμένη διαδικασία και πρακτική, η ΛΤ δεν αναφέρει ούτε αναλύει τέτοια θέση. Επομένως, θεωρώ ότι η επίκληση του τέλους μεταβίβασης ως δικαιολογία για τη συμπερίληψη της σημείωσης δεν είναι βάσιμη και δεν αποτελεί ικανό λόγο για τη συμπερίληψη της σημείωσης. Ο δεύτερος λόγος αφορά στο ότι δεν υφίσταται ανάγκη εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας της ύπαρξης του εμπιστεύματος, όπως επικαλούνται οι Αιτητές, καθότι οι ίδιοι επέλεξαν να το ιδρύσουν και εγγράψουν στο Μητρώο του Κτηματολογίου ενώ θα μπορούσαν να το ιδρύσουν και απλά να παρουσίαζαν το έγγραφο εμπιστεύματος μαζί με τη δήλωση μεταβίβασης. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το υπό κρίση εμπίστευμα δημιουργήθηκε με σχετικό έγγραφο και ενεγράφη στο Μητρώο του Κτηματολογίου στις 20.6.14, Τεκμήριο
  4. Αυτό έγινε κατ΄ επίκληση και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 65ΙΕ του Κεφ. 224, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «65ΙΕ.—
(1)Κανένα εµπίστευµα το οποίο αφορά ακίνητη ιδιοκτησία δεν θεωρείται έγκυρο εκτός αν αυτό ιδρύεται µε έγγραφο (trust deed) υπογραµµένο από το πρόσωπο που δικαιούται σε αυτό ή µε διαθήκη.
(2)Το ιδρυτικό έγγραφο του εµπιστεύµατος (trust deed) ή η διαθήκη ανάλογα µε την περίπτωση, καταχωρίζονται στο Μητρώο Εγγραφής του αρµόδιου Κτηµατολογικού Γραφείου.» Όπως προκύπτει από το άρθρο 4 του Κεφ. 224 και την υπόθεση Ηλιάδη κ.ά. v. Παπακυριακού, Πολ. Έφ. 220/12, ημ. 27.11.18, το άρθρο 65ΙΕ δεν αναιρεί τη δυνατότητα ίδρυσης και εγκυρότητας εμπιστεύματος με άλλο τρόπο εκτός από αυτόν που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο. Το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω υπόθεση είναι διαφωτιστικό: «.στην Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 1153, 1179:- "Στην Κύπρο το θέμα της δημιουργίας έγκυρου εμπιστεύματος διέπεται από ειδική νομοθετική διάταξη - το άρθρο 65ΙΕ του Κεφ. 224, το οποίο προβλέπει για ίδρυση εμπιστεύματος με ιδρυτικό έγγραφο (trust deed) και για κατάθεση του στο μητρώο εγγραφής του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου. Στην Χαραλαμπίδης ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ 709, υποδεικνύεται ότι το άρθρο 65 ΙΕ προβλέπει "τη σύσταση εμπιστεύματος δια εγγράφου και την εγγραφή του στο Κτηματολογικό Μητρώο για τη δέσμευση της περιουσίας και για τους σκοπούς του εμπιστεύματος». Υποδεικνύεται, επίσης, ότι «μόνο εμπιστεύματα τα οποία καταρτίζονται με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65 ΙΕ θεωρούνται έγκυρα και μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο εγγραφής»." Στα καθ΄ ημάς, η δημιουργία εγκύρου εμπιστεύματος, προϋποθέτει την τήρηση του προβλεπόμενου υπό του Νόμου τύπου: ιδρυτικό έγγραφο (trust deed), άρθρο 65ΙΕ του Νόμου, όπως διαμορφώθηκε από το Ν. 2/78, Χαραλαμπίδης (ανωτέρω) και Πίριλλος (ανωτέρω). Καθίσταται σαφές ότι η εφαρμογή του άρθρου 65ΙΕ
(2)προϋποθέτει την τήρηση του τύπου ώστε το εμπίστευμα να είναι δεκτικό εγγραφής στο Κτηματολόγιο (Πίριλλου (ανωτέρω)). Ήδη με την Χαραλαμπίδης (ανωτέρω), ο τότε Πρόεδρος Πικής, που εξέδωσε την απόφαση της πλειοψηφίας, έδωσε την απάντηση: . Θεωρούμε, ότι οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου είναι σαφείς. Βασική προϋπόθεση, για να κριθεί έγκυρο έγγραφο εμπιστεύματος, που αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία, συνιστά η ύπαρξη ιδρυτικού εγγράφου ή διαθήκης που φέρει την υπογραφή του ιδρυτή ή του διαθέτη, αναλόγως της περίπτωσης. Η καταχώριση του ιδρυτικού εγγράφου στο Κτηματολογικό Γραφείο, δεν συνιστά συστατικό στοιχείο ή προϋπόθεση της εγκυρότητας του εμπιστεύματος ώστε να μην επιφέρει τις έννομες συνέπειες που ηθέλησε ο ιδρυτής του ή ακυρότητα της δικαιοπραξίας. Δυνάμει του εδ.
(2)του άρθρου 65ΙΕ, παρέχεται μόνο η δυνατότητα καταχώρισης του εγγράφου στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου για τους όποιους σκοπούς κρίνει ως αναγκαίους ο ιδρυτής του: για τους σκοπούς του εμπιστεύματος και/ή για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.» Επιπλέον, το μητρώο στο οποίο γίνεται αναφορά στο εν λόγω άρθρο για την καταχώριση των εμπιστευμάτων διαφέρει από το Κτηματικό Μητρώο, το οποίο τηρείται δυνάμει του άρθρου 51 του Κεφ. 224 και στο οποίο καταχωρούνται όλες οι εγγραφές και μεταβιβάσεις ακίνητης ιδιοκτησίας. Με βάση τα πιο πάνω, διαφαίνεται ότι η καταχώριση του εμπιστεύματος έγινε σε διαφορετικό μητρώο από το Κτηματικό Μητρώο στο οποίο έχει καταχωριστεί η μεταβίβαση των επτά επίδικων ακινήτων. Θεωρώ ότι η απόφαση και επιλογή των μερών ως προς τον τρόπο ίδρυσης και εγγραφής-καταχώρισης του εμπιστεύματος (δυνάμει του άρθρου 65ΙΕ του Κεφ. 224) δεν σημαίνει ή εμπεριέχει ή εξυπακούει την επιθυμία αυτό να δημοσιοποιηθεί και να φαίνεται σε οποιονδήποτε επίσημο τίτλο. Με άλλα λόγια η καταχώριση στο μητρώο εμπιστευμάτων του Κτηματολογίου δεν οδηγεί αυτομάτως σε αποποίηση της ιδιωτικότητας του εμπιστεύματος και της επιθυμίας εμπιστευτικότητας περί της ύπαρξης αυτού. Επομένως το επιχείρημα ότι οι Αιτητές οικειοθελώς κατέθεσαν το έγγραφο εμπιστεύματος στο μητρώο του Κτηματολογίου ουδόλως συνεπάγεται και επιθυμία για εγγραφή του και επί του τίτλου. Άλλωστε, εκείνο το οποίο έπραξαν οι Αιτητές ήταν να συμπληρώσουν αρχικώς μόνο το όνομα της Αιτήτριας 1 ως της νέας ιδιοκτήτριας και ακολούθως να αποκαλύψουν την ιδιότητα της στη δήλωση μεταβίβασης, ακριβώς για να γίνει γνωστή η ύπαρξη του εμπιστεύματος και για να καθοριστεί το ορθό τέλος. Επομένως θεωρώ ότι υπό τις πιο πάνω συνθήκες ουδέποτε οι Αιτητές επέδειξαν επιθυμία να αποκαλυφθεί το εμπίστευμα, πόσω μάλλον να αναγράφεται στον τίτλο. Άλλωστε, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Underhill and Clayton Law of Trusts and Trustees, 18η έκδοση, σελ. 2, παρ. 1.1, το εμπίστευμα αποτελεί υποχρέωση εξ επιείκειας η οποία είναι δεσμευτική στον εμπιστευματοδόχο για να διαχειρίζεται την περιουσία του εμπιστεύματος της οποίας είναι ιδιοκτήτης και η οποία είναι ξεχωριστή από τη δική του περιουσία, προς όφελος των δικαιούχων του εμπιστεύματος. Ειδικότερα αναφέρονται τα εξής: «A trust is an equitable obligation, binding a person (called a trustee) to deal with property (called trust property) owned by him as a separate fund, distinct from his own private property, for the benefit of persons (called beneficiaries or, in old cases, cestuis que trust) of whom he may himself be one, and any one of whom may enforce the obligation.» Στη σελ. 80, παρ. 3.2, του ιδίου συγγράμματος σημειώνεται η διαφορά του ρητού και του εξ επαγωγής εμπιστεύματος ως προς το ότι η δημιουργία ενός ρητού εμπιστεύματος θα πρέπει να ικανοποιεί κάποιες τυπικές προϋποθέσεις, όπως παρατηρείται στην προκειμένη περίπτωση, ενώ τέτοιες δεν είναι απαραίτητες για τη δημιουργία και λειτουργία ενός εξ επαγωγής εμπιστεύματος. Ο εμπιστευματοδόχος έχει υποχρέωση για την ορθή τήρηση των όρων αυτού και γενικά να ενεργεί με κάθε επιμέλεια καθώς επίσης τα καθήκοντα του διέπονται και από τον περί Επιτρόπων Εμπιστεύματος Νόμο, Κεφ. 193. Επομένως, προκύπτει ότι η τήρηση των όρων του εμπιστεύματος δεν εμπίπτει εντός των αρμοδιοτήτων του Καθ΄ ου και συνακόλουθα η αναγραφή σε σημείωση επί του τίτλου της ιδιότητας της Αιτήτριας 1 απλώς και μόνο για να λάβει γνώση περί αυτής ο Καθ΄ ου δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η απόφαση του Καθ΄ ου δεν περιέχει ούτε αποκαλύπτει οποιονδήποτε λόγο που να καθιστά αυτή δικαιολογημένη και ορθή και εν πάση περιπτώσει οι προβαλλόμενοι από τη ΛΤ λόγοι προς επίκληση της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Καθ΄ ου στη συμπερίληψη της επίμαχης σημείωσης δεν αποτελούν βάσιμη δικαιολογία. ΙΙΙ. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η απόφαση του Καθ΄ ου, ως περιέχεται στην επιστολή του ημ. 26.11.18, για να συμπεριληφθεί η σημείωση «Εγγραφή εμπιστεύματος Dalfilia Ltd ως καταπιστευματοδόχος του εμπιστεύματος .» στα επτά πιστοποιητικά εγγραφής των ακινήτων που περιγράφονται στην Αίτηση κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Επιπλέον, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η διαγραφή και απάλειψη της ως άνω σημείωσης από τα υπό κρίση πιστοποιητικά και η επανέκδοση αυτών χωρίς αυτή τη σημείωση και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στο εμπίστευμα επί των εν λόγω πιστοποιητικών. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών - Εφεσειόντων και εναντίον του Καθ΄ ου η Αίτηση - Εφεσίβλητου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.