← Κύπρος

Αναφορικά με την Roswald Enterprises Limited, Αρ. Αίτησης:265/2019, 27/12/2019

Αναφορικά με την Roswald Enterprises Limited, Αρ. Αίτησης:265/2019, 27/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A580 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης:265/2019 Αναφορικά με τους περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμους 1997 έως 2019 και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113 και Αναφορικά με την Roswald Enterprises Limited _________________________________ Αίτηση ημερομηνίας 14.10.2019 από Roswald Enterprises Limited Ημερομηνία: 27 Δεκεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κος Μ. Σαβεριάδη Για την Καθ' ης η αίτηση: Καμία Εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η εταιρεία Roswald Enterprises Limited (στο εξής «η αιτήτρια») αιτείται την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η επαναλειτουργία του τραπεζικού λογαριασμού της Εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου Υποκατάστημα IBU Limassol 2 0387 66-68 Λεωφ. Μακαρίου & Μάρκου Δράκου Μέσα Γειτονιά, Λεμεσός, Αρ. Λογαριασμού XXXXX6676 για σκοπούς εξόφλησης οφειλών της Εταιρείας σε τρίτους και λειτουργικών εξόδων.» Η αίτηση στηρίζεται στους περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμους 1997 έως 2019, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, Κανονισμός 3, στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1-3 και επί των εγγενών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXX Σαβεριάδη. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρει μεταξύ άλλων ότι είναι ο γραμματέας της αιτήτριας και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της αιτήτριας. Μέτοχοι της αιτήτριας είναι η εταιρεία Ventiman Holdings Ltd, με ποσοστό 33%, η εταιρεία Letora Holdings Ltd επίσης με ποσοστό 33% και η εταιρεία Heathgate Trading Ltd με ποσοστό 34%. Διευθυντές της αιτήτριας είναι ο κος XXX Σιαμπάντης. Κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2018 η αιτήτρια πώλησε τις μετοχές της στην Κυπριακή θυγατρική εταιρεία της Quesnel Holding Ltd και έναντι της πώλησης εισέπραξε το ποσό των €4.410.793,02 το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό της αιτήτριας στην Τράπεζα Κύπρου IBU Limassol 2 0387 66-68 Λεωφ. Μακαρίου & Μάρκου Δράκου Μέσα Γειτονιά, Λεμεσός, Αρ. Λογαριασμού XXXXX6676. Πρόθεση της αιτήτριας και των μετόχων της ήταν όπως το ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση των μετοχών διανεμηθεί ως μέρισμα στους μετόχους της αιτήτριας αφού πρώτα εξοφλούνταν από το εν λόγω ποσό διάφορες οικονομικές υποχρεώσεις και χρέη της αιτήτριας σε τρίτους. Ωστόσο λόγω διαφωνιών μεταξύ των μετόχων αναφορικά με προηγούμενες οφειλές των μετόχων προς την αιτήτρια οι οποίες θα επηρεάσουν το ακριβές ποσό μερίσματος που θα καταβληθεί σε έκαστο από αυτούς, δεν έχει καταστεί μέχρι σήμερα εφικτή η έκδοση απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου και/ή της Γενικής Συνέλευσης για διανομή μερίσματος. Ως συνέπεια των ως άνω διαφορών που έχουν προκύψει μεταξύ των μετόχων, η Τράπεζα Κύπρου αφού ενημερώθηκε σχετικά, δυνάμει εσωτερικής απόφασης αποφάσισε όπως ο λογαριασμός της αιτήτριας παγοποιηθεί και καταστεί ανενεργός μέχρι τελικής επίλυσης των διαφορών των μετόχων. Οι διαφορές μεταξύ των μετόχων δεν έχουν ακόμη επιλυθεί και είναι χρονικά αβέβαιο πότε και πώς θα υπάρξει επίλυση τους ιδιαίτερα εάν το αδιέξοδο χρειαστεί να επιλυθεί δια της δικαστικής οδού. Ως εκ των ανωτέρω, ο κ. Σαβεριάδης, ισχυρίζεται ότι η λειτουργία του λογαριασμού είναι αναγκαία για να διατηρηθεί η ομαλή λειτουργία της αιτήτριας και να εξοφληθούν υφιστάμενες και τυχόν μελλοντικές οφειλές σε τρίτους ούτως ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος έγερσης δικαστικών διαδικασιών από άτομα, εταιρείες ή δημόσιες αρχές οι οποίες έχουν να λαμβάνουν χρήματα από την αιτήτρια. Αναφέρει, επίσης ότι σε προσωπικές συζητήσεις που είχε με την Τράπεζα Κύπρου τον διαβεβαίωσαν ότι εάν η αιτήτρια εξασφαλίσει σχετικό δικαστικό διάταγμα, θα προχωρήσει άμεσα στην επαναλειτουργία του λογαριασμού σε σχέση με πληρωμές οφειλών της αιτήτριας σε τρίτους και λειτουργικά έξοδα. Είναι τέλος εισήγηση του κ. Σαβεριάδη ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποσκοπεί αποκλειστικά προς το συμφέρον της αιτήτριας. Παρόλο ότι η αίτηση επιδόθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και αυτή επέλεξε να μην εμφανιστεί, το Δικαστήριο κάλεσε τον κ. Σαβεριάδη να αναφέρει ποιες είναι οι δικονομικές και νομικές διατάξεις και ποιου νόμου που δίδουν την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα καλώντας τον να αγορεύσει επί τούτου. Τα όσα ανέφερε στα πλαίσια της αγόρευσης του ο κ. Σαβεριάδης προς υποστήριξη της αίτησης του αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση αυτολεξεί. Συνοπτικά σημειώνω ότι ανέφερε πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο που να δίδει εξουσία στην τράπεζα να πράξει ως έπραξε, υποστηρίζοντας ως εκ τούτου ότι η ενέργεια της τράπεζας να παγιοποιήσει και καταστήσει ανενεργό το λογαριασμό της αιτήτριας αποτελεί μία αυθαίρετη απόφαση η οποία παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος. Δεδομένου της αυθαίρετης αυτής πράξης της τράπεζας ήταν ουσιαστικά η θέση του κ. Σαβεριάδη ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα με βάση τη σύμφυτη εξουσία του ακόμη και αν δεν υπάρχει στη νομική βάση της αίτησης άρθρο νόμου που να δίδει αυτή την εξουσία στο Δικαστήριο αφού δεν υπάρχει και κάτι που να εμποδίζει το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Εν πρώτοις να σημειώσω ότι η έρευνα του Δικαστηρίου, δεν έκανε κατορθωτό τον εντοπισμό οποιουδήποτε δεσμευτικού δικαστικού προηγούμενου των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας για το συγκεκριμένα ζήτημα. Πέραν τούτου ο Κανονισμός 3 ο οποίο αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης δεν αποβλέπει στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αλλά προνοεί για την εφαρμογή των κανόνων του Δικαστηρίου που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις και σε σχέση με τις αιτήσεις που αναφέρονται στους συγκεκριμένους κανονισμούς. Συνακόλουθα οι πρόνοιες της Κανονισμού 3 του Κεφ.113 δεν δίνουν έρεισμα στην έκδοση του υπό εξέταση διατάγματος. Ούτε οποιαδήποτε πρόνοια του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου δίνει έρεισμα στην έκδοση του υπό εξέταση διατάγματος. Αυτό επομένως που απομένει να εξετάσω είναι κατά πόσο υπάρχει δικαιοδοσία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος με βάσει τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας. Όπως υπέδειξε η Πλήρης Ολομέλεια στη Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)

(1997)1 ΑΑΔ 724, με απόφαση του Πική, Π.: «Οι «εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου», τις οποίες επικαλείται ο αιτητής, δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών.» Οι συμφυείς και/ή εγγενείς και/ή σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν περιγραφεί ως το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve powers) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα προκαλείτο αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η λεγόμενη εγγενής ή, άλλως, σύμφυτη εξουσία (inherent power) του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου,(βλ. Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583), δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς, (βλέπε επίσης Τουβολοποιεία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ ν. Μαρούλας Πολυδώρου Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ. 109). Με άλλα λόγια, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκλησή της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Στην δε υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339, όπου υιοθετείται και προηγούμενη νομολογία, επαναλαμβάνεται ότι οι συμφυείς ή εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του, ούτε έχουν ως λόγο την επέκταση τους. Στην προκείμενη περίπτωση, καμία νομοθετική ή δικονομική πρόνοια, δεν αφήνουν περιθώριο έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος στα πλαίσια της άσκησης της σύμφυτης εξουσίας του αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται. Όπως, μάλιστα, λέχθηκε στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, η συμφυής εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ad libitum για να δημιουργεί, στην απουσία σχετικών δικονομικών διατάξεων, μηχανισμούς για να δώσει διέξοδο στο ζητούμενο. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Το δε κατάλοιπο εξουσίας, το οποίο επικαλέστηκε ο συνήγορος, δεν διασώζει την κατάσταση, γιατί δεν μπορεί να δημιουργήσει εκ του μηδενός νέες ατραπούς στο δίκαιο και μάλιστα τόσο θεμελιακές. Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των νφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέονσες και πλαισιούμενες, ως στνλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας, (σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Σε ό,τι Αφορά Αίτημα (Petition) του εφεσείοντα Αχιλλέα Κορέλλη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122).» Κατ΄ εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. (βλ. Evand Promotions Ltd κ.ά., Αρ. αίτησης 19/98 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το άρθρο 23 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα ιδιοκτησίας το οποίο δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε δεσμεύσεις ή περιορισμούς. Ασφαλώς, τα χρήματα της αιτήτριας τα οποία είναι κατατεθειμένα σε λογαριασμό σε τραπεζικό ίδρυμα συνιστούν περιουσιακό δικαίωμα. Η δυνατότητα επιβολής περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος στην περιουσία προβλέπεται από το ίδιο το άρθρο 23.3 του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όταν επιβάλλεται στέρηση του δικαιώματος περιουσίας, τότε αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από εύλογη και δίκαιη αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 23.4 του Συντάγματος. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το Σύνταγμα εισάγει διάκριση μεταξύ περιορισμού και στέρησης του δικαιώματος και με σαφήνεια ορίζει ότι στέρηση ιδιοκτησίας μπορεί να συντελεσθεί μόνο μέσω του μηχανισμού της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα του Δρος Κώστα Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο Θεμελιώδη Δικαιώματα & Ελευθερίες, σελ. 366, αν ο περιορισμός του δικαιώματος προσλάβει έκταση εκμηδενισμού αυτού, τότε θα πρέπει να θεωρείται στέρηση. Άρα δεν αρκεί για την κατάταξη κάποιας επέμβασης στο δικαίωμα περιουσίας το εάν ο Νομοθέτης περιέγραψε αυτή ως περιορισμό, αλλά πρέπει να εξετάζεται το κατά πόσο συνιστά όντως περιορισμό ή απολήγει να συνιστά στέρηση του δικαιώματος. Ως προς τη διάκριση μεταξύ στέρησης και περιορισμού θεμελιακή είναι η απόφαση Δημητριάδη και Άλλων ν. Υπουργικού Συμβουλίου και Άλλων
(1996)3 A.A.Δ. 85, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όροι περιοριστικοί της χρήσης ιδιοκτησίας, που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, συνιστούν περιορισμό και όχι στέρηση. Περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας απολήγουν σε στέρησή της, μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή». Στην προκειμένη περίπτωση η παγοποίηση του λογαριασμού της αιτήτριας και το γεγονός ότι ο λογαριασμός της αιτήτριας όπου είναι κατατεθειμένα τα χρήματα της έχει καταστεί ανενεργός, κρίνω ότι δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι επήλθε επέμβαση στον πυρήνα του δικαιώματος της αίτητριας αφού άλλωστε όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κου Σαβεριάδη η παγοποίηση του λογαριασμού θα ισχύει μέχρι τελικής επίλυσης των διαφορών των μετόχων. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση κρίνω ότι δεν επήλθε στέρηση του δικαιώματος στην περιουσία της Αιτήτριας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω το Δικαστήριο δεν έχει εγγενή ή και σύμφυτη εξουσία για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αίτηση επαναλειτουργίας τραπεζικού λογαριασμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.