Κυριάκου κ.α. ν. Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 1106/2018, 3/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A556 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1106/2018 Μεταξύ: xxx xxxxxxxxxx Κυριάκου Ενάγουσας -και- xxxxxxx Γεωργίου Εναγόμενου Και ως τροποποιήθηκε στις 8.10.18 δυνάμει της Νέας Δ.25 Μεταξύ:
- xxx xxxxxxxxxx Κυριάκου
- Delkasa Estates Ltd
- S. Akapnitis & Company Ltd Εναγόντων -και- xxxxxxx Γεωργίου Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 17.09.2019 για καταχώρηση Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση 03.12.2019 Για Εναγόμενο-Αιτητή: κα Χρ. Μίτα για Δημόκριτος Αριστείδου Δ.Ε.Π.Ε Για Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Κλεοβούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή με τροποποιημένο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, καταχωρηθέν στις 24.05.2018 αξιώνουν την έκδοση διατάγματος έξωσης του Εναγόμενου από γυμναστήριο, το οποίο του έχουν ενοικιάσει δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου, πλέον απόφαση για το ποσό των €28.800,00 ως καθυστερημένα ενοίκια καθώς και αποζημιώσεις και/ή απώλειες €8.040,00 μηνιαίως, ως η σημερινή ενοικιαστική αξία του μισθίου, από 01.04.2018 μέχρι την παράδοση της κατοχής του στους Ενάγοντες, πλέον τόκους και έξοδα. Ο Εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση στις 05.06.
- Στις 08.10.2018 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της xxxxxxxx Καρυοπούλη, θυγατέρας της Ενάγουσας 1, η οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων στη χρονολογία αποπεράτωσης του μισθίου, το 2007, καθώς και στους όρους της συμφωνίας ενοικίασης, η οποία άρχιζε 01.07.2013 καθώς και στους όρους πληρωμής αυτής, με διάρκεια εννέα μηνών. Μετά τη λήξη της συμφωνίας ο Εναγόμενος κατέστη μισθωτής από μήνα σε μήνα, και από 01.04.2014 μείωσε το μηνιαίο ακίνητο από €3.500,00 σε €2.900,00 επικαλούμενος την οικονομική κρίση, ως εκ τούτου μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας από τους Ενάγοντες, ο οποίος έγινε την 26.02.2018, υπήρξε καθυστέρηση πληρωμής οφειλόμενων μισθωμάτων συνολικού ποσού €28.800,
- Κατόπιν συμβουλής και επειδή δεν διεκδικήθηκε έγκαιρα το εν λόγω ποσό αυτό εγκαταλείφθηκε. Ο Εναγόμενος καθυστερούσε ωστόσο συστηματικά την πληρωμή του ενοικίου το οποίο πλήρωνε αυθαίρετα όποτε ήθελε, εκδίδοντας μεταχρονολογημένες επιταγές που κάποιες φορές ήταν ακάλυπτες, καταχωρήθηκε δε και ποινική υπόθεση εναντίον του. Με την επιστολή τερματισμού της συμφωνίας δόθηκε στον Εναγόμενο προειδοποίηση ενός μηνός για παράδοση ελεύθερης κατοχής του μισθίου. Μετά την εν λόγω επιστολή ο Εναγόμενος επέδειξε επιθετική συμπεριφορά και στις 29.06.2018 εξύβρισε και απειλούσε τον πατέρα της ενόρκως δηλούσας, οπότε καταχωρήθηκε εναντίον του ποινική υπόθεση και σχετική αγωγή. Ο Εναγόμενος συνεχίζει να κατέχει παράνομα το μίσθιο, σύμφωνα δε με εκτίμηση η ενοικιαστική αξία του μισθίου ανέρχεται σε €8.040,00 μηνιαίως. Ο Εναγόμενος με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 29.03.2018 πλήρωσε το ποσό των €2.834,75 αποκόπτοντας ποσό €65,25 για την άμυνα. Το εν λόγω ποσό πιστώθηκε ως ενοίκιο για τον Ιανουάριο του
- Ακολούθως ο Εναγόμενος πλήρωνε σχεδόν κάθε μήνα το πιο πάνω ποσό και μέχρι 28.09.2018 πλήρωσε το ποσό των €17.008,
- Επιπλέον ο Εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των €8.700,00 πλην όμως οφείλει έναντι αποζημιώσεων για την παράνομη κατοχή του μισθίου, το ποσό των €56.280,00 μέχρι την 31.10.
- Επειδή ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι πλήρωσε το ποσό των €2.400,00 για λογαριασμό των Εναγόντων στην ΑΗΚ, αυτό θα του αποκοπεί από τις οφειλές του αν αποδείξει ότι πλήρωσε το εν λόγω ποσό. Ο Εναγόμενος απαγορεύει την είσοδο των Εναγόντων στο εσωτερικό του μισθίου, για να το δουν ενδιαφερόμενοι ενοικιαστές, και το κατέχει χωρίς τελικό πιστοποιητικό έγκρισης για προσθηκομετατροπές που έγιναν και λειτουργεί γυμναστήριο χωρίς άδεια της αρμόδιας αθλητικής αρχής. Αφαιρουμένων των ποσών των €8.700,00 και €2.400,00 που ο Εναγόμενος πλήρωσε, οφείλει €45.180,00 μέχρι 31.10.2018 και από 01.11.2018 οφείλει το ποσό των €8.040,00 μηνιαίως μέχρι την παράδοση του μισθίου. Ο Εναγόμενος καταχώρησε στις 09.01.2019 Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης στην αίτηση για Συνοπτική Απόφαση εναντίον του. Σε ένορκη δήλωση του, η οποία υποστηρίζει την ένσταση, αποδέχεται κατ' αρχήν τη σύναψη συμφωνίας ενοικίασης για την περίοδο από 01.07.2013 μέχρι την 31.03.
- Μετά τη λήξη της, διατήρησε την κατοχή του μισθίου στη βάση ενοικίασης από μήνα σε μήνα, με συμφωνηθέν ενοίκιο €2.722,00 για τους πρώτους 4 μήνες και €2.900,00 από τον Αύγουστο του 2014 και μετά, συμφωνήθηκε επίσης ότι το ενοίκιο εκάστου μήνα θα το πλήρωνε σε δύο δόσεις. Συμφωνήθηκε επίσης ότι στη συμφωνία ενοικίασης θα περιλαμβάνονταν και οι χώροι στάθμευσης έξω από το υποστατικό και ένα μέρος γης, μετά το χώρο στάθμευσης, το οποίο διαμόρφωσε ως εξωτερικό χώρο εκγύμνασης που χρησιμοποιούσε όταν το επέτρεπε ο καιρός. Επίσης του παραχωρήθηκαν δύο εμπορευματοκιβώτια για να τα χρησιμοποιεί χωρίς επιπρόσθετη επιβάρυνση. Περαιτέρω ο Εναγόμενος αρνείται ότι απέκοπτε μηνιαίως το ποσό των €600,00 από το συμφωνηθέν ενοίκιο, πρόκειται για ψευδείς και κατασκευασμένους ισχυρισμούς των Εναγουσών για να δημιουργήσουν συνθήκες παραβίασης της συμφωνίας και να ζητηθεί η έξωση του. Σε καμία περίπτωση συμφωνήθηκε μηνιαίο ενοίκιο ύψους €3.500,
- Ουδέποτε παραβίασε τους όρους της συμφωνίας ενοικίασης και δεν οφείλει οποιοδήποτε καθυστερημένο ενοίκιο, αντίθετα, οι Ενάγουσες του οφείλουν χρηματικά ποσά που αυτός πλήρωνε για λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος και γι' αυτό τους απέστειλε σχετική επιστολή, ημερομηνίας 17.11.2018, μέσω των δικηγόρων του. Από το Νοέβριο του 2017 η Ενάγουσα 1, με σκοπό να τον εξαναγκάσει να εγκαταλείψει το μίσθιο, σταμάτησε να πληρώνει το μερίδιο της στην κατανάλωση ρεύματος που της αναλογεί, το οποίο πληρώνει ο Εναγόμενος για να αποφύγει την αποκοπή του ρεύματος στην επιχείρηση του, η οποία λειτουργεί με κοινό μετρητή με άλλα μέρη του κτηρίου που χρησιμοποιούν οι Ενάγουσες. Εν' όψει των προαναφερόμενων ο Εναγόμενος θεωρεί ότι η επιστολή τερματισμού της συμφωνίας ενοικίασης, που του απέστειλαν οι Ενάγουσες, δεν είναι νόμιμη. Σε κάθε περίπτωση η συμπεριφορά των Εναγουσών παρεμποδίζει αυτές να εγείρουν την παρούσα αγωγή (estopped). Ουδέποτε εξέδωσε ακάλυπτες επιταγές. Αποδέχεται ο Εναγόμενος ότι οι Ενάγουσες δέχθηκαν από τρίτα πρόσωπα πρόταση για ενοικίαση του μισθίου με μεγαλύτερο ποσό, και μέσω του δικηγόρου τους πρότειναν σ' αυτόν να το εγκαταλείψει, επειδή όμως αυτός αρνήθηκε έκτοτε του συμπεριφέρονται με τρόπο τέτοιο ώστε να τον αναγκάσουν να φύγει, εξού και του καταχώρησαν αγωγή και ποινικές υποθέσεις. Τέλος, εγείρεται θέμα δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, αφού σύμφωνα με πληροφόρηση των δικηγόρων του η μίσθωση υπάγεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων διότι το ακίνητο ανεγέρθηκε το
- Ακολούθως, στις 16.01.2019, οι Ενάγουσες με αίτηση τους η οποία εγκρίθηκε την 19.04.2019 από το Δικαστήριο, κατόπιν ακρόασης, καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση την 01.07.2019 παραθέτοντας στοιχεία προς αντίκρουση της θέσης του Εναγόμενου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή επισυνάπτοντας έκθεση αρχιτέκτονα. Στις 17.09.2019 ο Εναγόμενος - στο εξής ο Αιτητής - καταχώρησε αίτηση - στο εξής η Αίτηση - με την οποία ζητά άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης προς απάντηση στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 01.07.
- Επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α το περιεχόμενο της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το περιεχόμενο του Παραρτήματος Α περιλαμβάνει μαρτυρία και ισχυρισμούς ως προς τη θέση του Αιτητή ότι η ενόρκως δηλούσα, xxxxxxx Καρυοπούλη, θυγατέρα της Ενάγουσας 1, δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, ενώ δεν δίδεται εξήγηση γιατί εκ μέρους των Εναγουσών 2 και 3 δεν προέβη κάποιος σε ένορκη δήλωση. Επίσης περιλαμβάνονται, μαρτυρία και ισχυρισμοί προς υποστήριξη της θέσης ότι ούτε ο αρχιτέκτονας έχει προσωπική γνώση για τα όσα αναφέρει στην έκθεση του, αφού δεν ήταν ο αρχιτέκτονας του έργου. Τέλος ο Εναγόμενος επιθυμεί να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ως εξήγηση που μέχρι σήμερα δεν εξασφάλισε άδεια από τον ΚΟΑ για το γυμναστήριο του. Στην πιο πάνω Αίτηση οι Ενάγουσες - στο εξής Καθ' ων η Αίτηση - καταχώρησαν Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης, προβάλλοντας ως λόγους ότι υπάρχει αδικαιολόγητη αδράνεια στην υποβολή της Αίτησης, ότι η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, ό,τι προτίθεται ο Αιτητής να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όφειλε να το εκθέσει με την ένσταση του, αν εγκριθεί η Αίτηση η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση θα παραμείνει εκτεθειμένη καθότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή θα θεωρηθούν αναντίλεκτοι, και σε περίπτωση που η Αίτηση εγκριθεί είναι δίκαιο να επιτραπεί στις Καθ' ων η Αίτηση να καταχωρήσουν Απαντητική Ένορκη Δήλωση, προσχέδιο της οποίας επισυνάπτεται. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της xxxx Καρυοπούλη, Ενάγουσας 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 - η οποία αναφέρει πως ο λόγος που η θυγατέρα της, χχχχχχχ Καρυοπούλη, προέβη στις ένορκες δηλώσεις για την παρούσα υπόθεση, οι οποίες γίνονταν με την εξουσιοδότηση της, οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό για προβλήματα υγείας. Επισυνάπτεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση προσχέδιο Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης το οποίο επιθυμούν οι Καθ' ων η Αίτηση να καταχωρήσουν σε περίπτωση που εγκριθεί η Αίτηση του Αιτητή. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ορθό να αναφερθεί με λεπτομέρεια στο περιεχόμενο του προσχεδίου της εν λόγω Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης, συνάγεται ωστόσο εύκολα ότι περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων επιχειρήματα αλλά και αναφορές που αποτελούν πλεονασμό εν σχέσει με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει αλλά και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, καθώς και δια των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Το Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητο να παραθέσει λεπτομερώς τις θέσεις που προώθησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων διά των αναλυτικών αγορεύσεων τους. Το Δικαστήριο τις διατηρεί κατά νου και θα αναφερθεί σε αυτές, στο βαθμό που ήθελε κριθεί αναγκαίο, για σκοπούς αιτιολόγησης της παρούσας απόφασής του. Νομική πτυχή:- Η επίδικη αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.48 Κ.4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, αρ.89/1997
(1997)1Β Α.Α.Δ. 979, αποφασίστηκε ότι, σύμφωνα με το Order 59 των Αγγλικών Θεσμών, το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, εάν αυτή αναφέρεται σε γεγονότα που προκύπτουν από ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τους διάδικους. Το Εφετείο στην εν λόγω υπόθεση, επειδή η συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία ζητούνταν να καταχωρηθεί, δεν αναφερόταν σε γεγονότα που προέκυπταν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που καταχώρησαν οι Καθ' ων η Αίτηση, απέρριψε την αίτηση και δεν έδωσε άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd v. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195 όπου αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αντιμετωπίστηκε θετικά, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Το ζήτημα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει τελεί υπό τη διακριτική του ευχέρεια. (Βλέπε Αίτηση αρ. 29/2008 Φιλόκυπρος Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510). Το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Απορρίπτει δε τέτοια αίτηση αν επιδιώκεται επανάληψη ίδιων γεγονότων, αν αφορά αόριστα γεγονότα, ή γεγονότα που εκφεύγουν των επίδικων θεμάτων τα οποία θα το απασχολήσουν κατά την εκδίκαση της αίτησης στην οποία ζητείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όταν όμως επιχειρείται από ένα διάδικο η αντίκρουση θέσεων ή ισχυρισμών που τίθενται σε ένορκη δήλωση, που καταχωρήθηκε από αντίδικο, τότε αν με την αίτηση δεν προκαλείται βλάβη ή δε συντρέχει θέμα κατάχρησης διαδικασίας, τότε είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να έχει το Δικαστήριο ενώπιον του όλα τα σχετικά με τα επίδικα θέματα γεγονότα, διά της παραχώρησης άδειας για συμπληρωματική ένορκη. Αξιολόγηση εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα:- Το Δικαστήριο θα αποφανθεί επί της ουσίας της Αίτησης, λαμβανομένων υπόψη των προαναφερόμενων νομικών αρχών αλλά και των όσων βρίσκονται ενώπιον του τα οποία υποστηρίζουν τις θέσεις των διαδίκων, έχοντας κυρίως κατά νου ότι αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Αιτητή, αφορά στην υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση. Το τελευταίο αναφερόμενο γεγονός επιβάλλει σύντομη αναφορά στη φύση της συνοπτικής απόφασης. Η ιδιαίτερη φύση της συνοπτικής απόφασης έχει τονιστεί και στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD v. The Central Co-Operative Industries Co ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Περαιτέρω στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 243, αναφέρονται τα πιο κάτω, στα πλαίσια της Δ.14 των Αγγλικών Θεσμών, η οποία είναι ίδια με τη Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας: «The purpose of O.14 is to enable a plaintiff to detain a summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly; and if the defendant is unable to set up a bona fide defence or raise an issue against the claim which ought to be tried (Rodsents v. Plant
(1985)1 Q.B.597).» Από τα πραγματευόμενα στη σελίδα 248 του πιο πάνω συγγράμματος, προκύπτει πως αν στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου αποκαλύπτεται υπεράσπιση, είναι γενικά αχρείαστο για τον Ενάγοντα να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση, εκτός αν είναι σε θέση να παρουσιάσει έγγραφα που να δείχνουν καθαρά την αναλήθεια της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου. Από τη μελέτη τόσο της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον Αιτητή όσο και της αιτούμενης από τις Καθ' ων η Αίτηση απαντητικής ένορκης δήλωσης, προκύπτει ότι αυτό που επιδιώκεται από τους διάδικους είναι η αντιπαραβολή κάθε μαρτυρίας προκειμένου να υποστηρίξουν τις θέσεις τους και κατ' επέκταση να πείσουν το Δικαστήριο για την εκδοχή τους. Η διαπίστωση αυτή κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, προκειμένου το Δικαστήριο να μην λοξοδρομήσει από τα επιτρεπτά και ταυτόχρονα επιβαλλόμενα όρια εκδίκασης της κύριας αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 κρίθηκε πως η επιλογή πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία, την οποία εξέτασε και απεφάνθη επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Περαιτέρω, στην υπόθεση F.P.P. FISH PROCESSING LTD κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 1230 διατυπώθηκε σκεπτικό παρόμοιο με το προαναφερόμενο, και το Εφετείο τοποθετήθηκε σαφέστατα ως εξής: «Θεωρούμε αυτές τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του πρωτοδίκου δικαστηρίου ως λανθασμένα. Κατ' αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (Δέστε: Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817).» Συνεχίζοντας το Εφετείο επισήμανε πως: «Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουομένων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Αλλά και μόνον αυτή η διαδικασία, της εξέτασης των αντικρουομένων ισχυρισμών, δείχνει πως οι εφεσείοντες είχαν προβάλει τέτοια στοιχεία που ήταν αρκετά για να τους δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισης ώστε, στα πλαίσια της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, να προσφερθεί μαρτυρία και το δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγησή της και στην εξαγωγή των διαπιστώσεών του.». Ενόψει των πιο πάνω σκέψεων και νομολογηθέντων, κρίνεται πως δεδομένης της φύσης της κύριας αίτησης, για έκδοση συνοπτικής απόφασης, παρότι διαφαίνεται πως και οι δύο αιτούμενες, συμπληρωματική και απαντητική, ένορκες δηλώσεις, προβάλλουν σχετικούς ισχυρισμούς και γεγονότα, κρίνεται πως αν εγκριθεί η καταχώρηση τους, το Δικαστήριο θα εξέλθει του θεσμοθετημένου πλαισίου της διαδικασίας που προνοείται στη Δ.18 και θα θέσει τις βάσεις για προσκόμιση ενώπιον του λεπτομερούς και αντικρούμενης μαρτυρίας, η οποία όμως, ως έχει νομολογηθεί, δεν θα πρέπει να αποτελέσει το αντικείμενο εξέτασης και αξιολόγησης για τα συμπεράσματα του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Συνακόλουθα των πιο πάνω, διαφαίνεται πως δεν είναι επιτρεπτή υπό τις περιστάσεις η περαιτέρω προσκόμιση μαρτυρίας με Συμπληρωματική και Απαντητική Ένορκη Δήλωση, ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται είτε η επιτυχία της Αίτησης του Αιτητή για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά ούτε και το προφορικό αίτημα των Καθ' ων η Αίτηση για καταχώρηση Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης. Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης, έχοντας σαν δεδομένο ότι έχουν αποτύχει τα εκατέρωθεν αιτήματα, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή. Η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.) Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο