MARIE-NELLI ENTERPRISES LIMITED ν. Ν.&Γ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3053/2011, 9/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A584 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3053/2011 MARIE-NELLI ENTERPRISES LIMITED Ενάγουσα -V- Ν.&Γ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ ΛΤΔ Εναγόμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 09 Σεπτεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Λ. Πέτρου για Ηλία Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους : κ. Π. Αγαπητός για Π. Αγαπητός ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 07 Μαρτίου 2008 και περί ώρα 1515, η Πυροσβεστική Υπηρεσία Λεμεσού ειδοποιήθηκε από περιοίκους της Λεωφόρου Αμαθούντος να μεταβεί στο τετραώροφο οικοδομικό συγκρότημα «Limassol Bay» διότι είχε ξεσπάσει πυρκαγιά στο ισόγειο του εν λόγω κτηρίου, όπου βρίσκονταν δύο υποστατικά τα οποία εφάπτονταν μεταξύ τους. Το ένα υποστατικό, το οποίο καταλάμβανε τα καταστήματα υπ' αρ.3 και 4, ήταν ιδιοκτησίας των εναγόντων και σε αυτό στεγάζετο το κατάστημα σουβενίρ των τελευταίων με την ονομασία MARIE-NELLI SOUVENIR SHOP. Ιδιοκτήτες και κάτοχοι του άλλου υποστατικού, το οποίο καταλάμβανε τα καταστήματα υπ. αρ' 1 και 2 και εντός του οποίου στεγαζόταν εστιατόριο με την ονομασία «Φλαμίνγκο», ήταν οι εναγόμενοι. Από το 2006 και κατά το χρόνο της πυρκαγιάς το εστιατόριο δεν λειτουργούσε και το υποστατικό ήταν κλειστό. Τόσο στο υποστατικό των εναγόντων όσο και στο υποστατικό των εναγομένων είχαν στο παρελθόν γίνει διάφορες παράνομες οικοδομικές προεκτάσεις, οι οποίες, αν και διατάχθηκαν από Δικαστήριο να κατεδαφιστούν στα πλαίσια σχετικών ποινικών υποθέσεων, εντούτοις εξακολουθούσαν να υφίστανται κατά τον ουσιώδη χρόνο της φωτιάς. Ειδικότερα, στο μεν κατάστημα των εναγόντων είχε προστεθεί τζαμαρία στην πρόσοψη του καταστήματος από αλουμίνια και γυαλιά διαστάσεων 4μ.Χ3μ.Χ3μ., στο δε υποστατικό των εναγομένων επεκτάθηκε η πρόσοψη και πλάγια όψη επίσης με κατασκευές από αλουμίνια και γυαλιά. Ανταποκρινόμενη στην ειδοποίηση, η πυροσβεστική κατέφθασε στο χώρο περί τις 1522 και κατάφερε, με τη χρήση πέντε πυροσβεστικών οχημάτων και βολές νερού, να κατασβέσει την πυρκαγιά περί τις
- Στην προσπάθεια κατάσβεσης της πυρκαγιάς συμμετείχαν και εκπρόσωποι των εναγόντων ενώ στο χώρο μετέβη και ο διευθυντής των εναγομένων. Ο τελευταίος απεβίωσε στις 15/12/15, ήτοι μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Οι ενάγοντες, οι οποίοι είχαν ασφαλισμένο το κατάστημά τους και το περιεχόμενό του στη CNP ASFALISTIKI LTD, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ονομάζετο Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ και την οποία αντιπροσώπευε ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της NEOKLIS N. THOMA INSURANCE AGENCY LTD, υπέβαλαν σχετική απαίτηση για κάλυψη ζημιών συνολικού ύψους €17.061,44 που ισχυρίστηκαν ότι υπέστηκε το κατάστημα και τα εμπορεύματα τους από την πυρκαγιά. Η εν λόγω απαίτηση των εναγόντων ικανοποιήθηκε μερικώς από την ασφαλιστική τους εταιρεία, η οποία τους κατέβαλε το ποσό των €15.945 οπόταν και αυτοί την απάλλαξαν πλήρως από κάθε άλλη απαίτηση τυχόν είχαν εναντίον της στη βάση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Τα πιο πάνω συνιστούν είτε παραδεκτά είτε μη αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και ως τέτοια καθίστανται ευρήματα μου. Με την παρούσα αγωγή, η οποία εγείρεται και εκ μέρους της CNP στη βάση της αρχής του subrogation για το ποσό που η εν λόγω ασφαλιστική κατέβαλε στους ενάγοντες, οι τελευταίοι, ισχυριζόμενοι ότι «κατά ή περί την 7/3/2008 ξέσπασε φωτιά στο εστιατόριο «Φλαμίνγκο» των Εναγομένων, η οποία προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα μέσα στο ξύλινο ψευδοτάβανο της μπροστινής προέκτασης του πιο πάνω εστιατορίου, με αποτέλεσμα αυτή να επεκταθεί στο παρακείμενο υποστατικό...των Εναγόντων...» και να τους προκαλέσει συγκεκριμένες υλικές ζημιές οι οποίες καταγράφονται στην παρ. 7 της Ε/Α, αξιώνουν από τους εναγόμενους «...€17.061,44 ως ειδικές αποζημιώσεις και/ή αποζημιώσεις, συνεπεία πρόκλησης και/ή επέκτασης φωτιάς...». Σημειώνω εδώ ότι με το δικόγραφο τους, στο οποίο παρατίθενται διάφορες λεπτομέρειες αμέλειας, οι ενάγοντες απέδιδαν στους εναγόμενους συγκεκριμένες αμελείς πράξεις και/ή παραλείψεις ως τους λόγους για τους οποίους θεωρούσαν ότι προκλήθηκε η φωτιά και στη συνέχεια επεκτάθηκε στο δικό τους υποστατικό προκαλώντας τους έτσι ζημιές. Στην πορεία όμως και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι ενάγοντες αιτήθηκαν και έλαβαν άδεια από το Δικαστήριο κατόπιν σχετικής ενδιάμεσης απόφασης εφόσον υπήρξε ένσταση από πλευράς εναγομένων, να τροποποιήσουν την αγωγή τους και να εισάξουν, ως διαζευκτική βάση αγωγής, ότι στα γεγονότα της υπόθεσης τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 53 του Κεφ. 148 και/ή το δόγμα ή η αρχή ή ο κανόνας της υπόθεσης Ryland v Fletcher [1868] UKHL
- Αφού η Ε/Α τροποποιήθηκε αναλόγως, οι ενάγοντες δήλωσαν δεν θα προωθούσαν πλέον την αγωγή τους στη βάση του κλασσικού αστικού αδικήματος της αμέλειας και των σχετικών λεπτομερειών, αλλά μόνο στη βάση των προνοιών του αρ.53 Κεφ.149 (βλ. πρακτικά 06/07/19). Στην αντίπερα όχθη οι εναγόμενοι, αν και δέχονται με την υπεράσπιση που καταχώρησαν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οι ιδιοκτήτες του υποστατικού εντός του οποίου στεγάζετο το Φλαμίνγκο, εντούτοις ισχυρίζονται ότι καμία σχέση είχαν με αυτό ή τη διαχείριση του, την οποία διαχείριση ισχυρίζονται ότι την ασκούσαν τρίτα πρόσωπα. Δέχονται επίσης οι εναγόμενοι ότι όντως στις 07/03/08 ξέσπασε φωτιά στο σημείο που βρίσκονταν τα δύο υποστατικά, αρνούνται όμως ότι η φωτιά ξεκίνησε από το δικό τους υποστατικό ή ότι αυτοί ευθύνονται με οποιοδήποτε τρόπο για την πρόκληση ή την επέκταση της είτε λόγω αμέλειας είτε κατ' εφαρμογή των προνοιών του αρ.53 και/ή του κανόνα της Rylands. Αρνούνται επίσης ότι η ενάγουσα υπέστη τις ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι η φωτιά δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να είχε προκληθεί από βραχυκύκλωμα εντός του υποστατικού τους ως δικογραφούν οι ενάγοντες, εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με την υπεράσπιση, η μεν παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό είχε διακοπεί από τον κεντρικό διακόπτη της πολυκατοικίας, οι δε λογαριασμοί της ΑΗΚ ήταν παγοποιημένοι με ένδειξη μηδενικής κατανάλωσης. Ούτε όμως οι εναγόμενοι δέχονται οποιαδήποτε ευθύνη για την επέκταση της φωτιάς στο υποστατικό των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι είναι οι ενάγοντες που ευθύνονται για την επέκταση της φωτιάς και στα δύο υποστατικά. Παραθέτουν δε λεπτομέρειες ως προς την αμέλεια που θεωρούν ότι επέδειξαν οι ενάγοντες σε σχέση με το θέμα αυτό. Προς απόδειξη της υπόθεσης τους, οι ενάγοντες κάλεσαν τρεις μάρτυρες, ήτοι τον εκτιμητή ζημιών Ν. Κανικλίδη (ΜΕ1), το Μ. Κυπριανίδη, υπάλληλο στον ασφαλιστικό αντιπρόσωπο NEOKLIS N. THOMA INSURANCE AGENCY LTD (ΜΕ2) και τον Αξιωματικό Υπηρεσίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λεμεσού, Β. Σπύρου (ΜΕ3). Από πλευράς εναγομένων κατέθεσαν η Α. Αγαπητού, νυν διευθύντρια των εναγομένων και θυγατέρα του αποβιώσαντα και τότε διευθυντή των τελευταίων (ΜΥ1), ο Γ. Γεωργίου, Επιθεωρητής Εγκαταστάσεων στην ΑΗΚ (ΜΥ2) και ο Α. Χριστοδούλου, Επιστάτης της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας (ΜΥ3). Πρόσθετα των εν λόγω μαρτύρων, κατατέθηκαν κατά την ακρόαση στο σύνολο τους είκοσι δύο τεκμήρια. Συνοψίζω την προσκομισθείσα μαρτυρία. ΜΕ1 - Ν. Κανικλίδης Ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι πτυχιούχος μηχανολόγος μηχανικός του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και από το 2000 δραστηριοποιείται ως επαγγελματίας ειδικός εκτιμητής ζημιών. Εργάζεται στο εκτιμητικό γραφείο Ε.Ν.(ΜΑΝΟΣ) ΚΥΠΡΟΣ ΛΤΔ και προβαίνει σε 200 περίπου εκτιμήσεις ζημιών το χρόνο. Σύμφωνα με το μάρτυρα, το γραφείο του έλαβε οδηγίες στις 07/03/08 από τη CNP να μεταβεί στο ασφαλισμένο κατάστημα των εναγόντων για τον αποκλειστικό σκοπό της διερεύνησης και εκτίμησης της κατ' ισχυρισμό ζημιάς που είχε προκληθεί από την πυρκαγιά. Μετά που λήφθηκαν οι οδηγίες από την CNP, ανέφερε ο μάρτυρας, το χώρο επισκέφθηκε ο διευθυντής του, ο οποίος είναι Πυρομηχανικός (Fire Engineer) και άρτια καταρτισμένος για να προβεί σε δικανική διερεύνηση των αιτιών μιας πυρκαγιάς. Επειδή όμως οι οδηγίες που δόθηκαν από την CNP ήταν αποκλειστικά για εκτίμηση ζημιών και όχι για διερεύνηση των αιτιών της φωτιάς, ο διευθυντής του προέβη απλά σε μια εκ πρώτης όψεως αξιολόγηση της κατάστασης και στη συνέχεια έδωσε σ' εκείνον οδηγίες να μεταβεί στο χώρο για να προβεί στην εντεταλμένη εκτίμηση ζημιών. Τη σχετική έκθεση - εκτίμηση του ο μάρτυρας την υιοθέτησε κατά τη μαρτυρία του και μαζί με τις φωτογραφίες που έλαβε ο ίδιος κατά την επιτόπια επιθεώρηση του χώρου, την κατέθεσε ως Τεκ.
- Σύμφωνα επίσης με το μάρτυρα, από την επιτόπια επιθεώρηση του καταστήματος των εναγόντων που διενήργησε στις 11/03/08 και στη βάση της δικής του πείρας αλλά και της πείρας του διευθυντή του, ήταν ξεκάθαρο ότι η φωτιά ξεκίνησε από το εφαπτόμενο υποστατικό όπου στεγαζόταν το Φλαμίνγκο και ειδικότερα από το στέγαστρο της προέκτασης του εστιατορίου το οποίο καλύπτετο με ξύλινο σκελετό και κυματοειδή πλαστικά φύλλα. Η φωτιά, σύμφωνα με το μάρτυρα, φαίνεται ότι αφού ξεκίνησε από το εστιατόριο, εισχώρησε στο κατάστημα των εναγόντων μέσω των σημείων που τα δύο υποστατικά εφάπτοντο, ήτοι μέσω διαχωριστικής γυψοσανίδας, του τμήματος της ξύλινης πλαγιοκάλυψης και του τμήματος της ξύλινης ψευδοροφής της προέκτασης του καταστήματος στο σημείο που αυτή εφάπτετο με την προέκταση του εστιατορίου. Σχολιάζοντας αναφορά του στην έκθεση Τεκ.1 ότι «κατά την εκτίμηση μας η φωτιά ξεκίνησε είτε από βραχυκύκλωμα στο χώρο του πλαστικού στεγάστρου είτε από αναμμένο τσιγάρο που πιθανόν να ρίχτηκε από την πολυκατοικία στο στέγαστρο», ο μάρτυρας, τονίζοντας ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε δικανική διερεύνηση των αιτιών της φωτιάς εφόσον ούτε ο ίδιος ούτε και το γραφείο του είχαν τέτοιες οδηγίες εξ' ου και δεν ενεπλάκη ο αρμόδιος πυρομηχανικός, ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω αναφορά του σε βραχυκύκλωμα ή αναμμένο τσιγάρο ως αιτία της φωτιάς, ήταν μια εντελώς υποθετική εκτίμηση του την οποία όμως δεν υιοθετούσε ως διαπιστωθέν συμπέρασμα ή εύρημα του. Αρμόδια για να διαφωτίσει ως προς την αιτία της φωτιάς, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, είναι η Πυροσβεστική Υπηρεσία, η οποία και είχε προβεί στην απαιτούμενη δικανική διερεύνηση του θέματος. Ως προς τις διαπιστώσεις του σε σχέση με τις ζημιές που προκλήθηκαν από την πυρκαγιά, ο μάρτυρας ανέφερε τα εξής: «.Η φωτιά πήρε μεγάλες διαστάσεις λόγω των ξύλινων επίπλων και περιεχομένων του εστιατορίου. Ο εξοπλισμός και το περιεχόμενο του εστιατορίου στο εσωτερικό του κάηκαν ολοκληρωτικά όπως επίσης και τμήμα της προέκτασης της ξύλινης στέγης του. Λόγω καταστροφής τμήματος της στέγης της προέκτασης, οι φλόγες και η αιθάλη προκάλεσαν ζημιές στα υπερκείμενα του εστιατορίου διαμερίσματα καθώς επίσης και στο διπλανό κατάστημα τουριστικών ειδών..από την αιθάλη που εισχώρησε στο χώρο του καταστήματος προκλήθηκε ζημιά σε εμπορεύματα που βρίσκονταν σε σταντ πλησίον του σημείου από το οποίο εισχώρησε η φωτιά και ο καπνός. Η αιθάλη επικάθησε σε τσάντες από ρούχο, σε παντόφλες, σε ενδύματα και μαγιό τα οποία εκθέτονταν σε κρεμάστρες στο εσωτερικό του καταστήματος.από την φωτιά επηρεάστηκε η ηλεκτρολογική εγκατάσταση του καταστήματος αφού κάηκαν τα ηλεκτρικά καλώδια στην οροφή της προέκτασης προκαλώντας ζημιά σε τέσσερις φλορέντζες οροφής και στην καλωδίωση του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης. Από τη θερμότητα προκλήθηκε ζημιά και σε ένα κλιματιστικό σύστημα, η εσωτερική μονάδα του οποίου παραμορφώθηκε από την θερμότητα.» Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι για να προβεί στην εκτίμηση των ζημιών, εξέτασε πρώτα το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ώστε να διαπιστώσει τι ακριβώς είναι που κάλυπτε και στη συνέχεια έκαμε επιτόπου φυσική καταμέτρηση και καταγραφή των αντικειμένων που καλύπτονταν από το ασφαλιστήριο και που διαπιστώνονταν ιδίοις όμμασι να έχουν υποστεί κάποιας μορφής ζημιά. Κατά την εν λόγω καταμέτρηση και καταγραφή, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, η οποία χρειάστηκε δύο μέρες για να ολοκληρωθεί, δεν λήφθηκαν υπόψη εμπορεύματα που είχαν καεί εντελώς εφόσον αυτά δεν ήταν ούτε αναγνωρίσιμα αλλά ούτε και καταμετρήσιμα ενώ ούτε τα εμπορεύματα που ήταν προστατευμένα με νάιλον συσκευασίες λήφθηκαν υπόψη εφόσον αυτά διασώθηκαν και μπορούσαν να αξιοποιηθούν εμπορικά. Στη συνέχεια και αφού ολοκλήρωσε την καταμέτρηση των αντικειμένων που υπέστηκαν ζημιά, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ζήτησε από τους ασφαλισμένους να του προσκομίσουν στοιχεία αναφορικά με την αξία τους οπόταν και του προσκομίσθηκαν δεκάδες σχετικά τιμολόγια και βεβαιώσεις (Τεκ. 2, 3 και 4). Αφού διεξήλθε ένα έκαστο των εν λόγω τιμολογίων ώστε να ταυτοποιήσει τα εκεί αναφερόμενα εμπορεύματα με τα εμπορεύματα που καταμέτρησε, αγνόησε τα τιμολόγια που είτε δεν αφορούσαν σε προϊόντα που καταμετρήθηκαν είτε δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ασφαλή βάση για την εξαγωγή συμπερασμάτων λόγω π.χ. της χρονολογίας τους (βλ. τιμολόγια του 1997 Τεκ.4). Στη συνέχεια, αφού αντιπαρέβαλε τις τιμές κόστους που αναφέρονταν στα «αποδεκτά» τιμολόγια με τα αρχεία τιμών που διατηρεί για σκοπούς του επαγγέλματος του ώστε να διασφαλίσει ότι δεν υπήρχε ουσιώδης απόκλιση από τις συνήθεις τιμές του εμπορίου είτε λόγω του χρόνου που παρήλθε από την αγορά είτε άλλως πώς, κατέληξε σε συγκεκριμένη εκτίμηση για την αξία του κάθε αντικειμένου. Σημειώνω εδώ ότι ο μάρτυρας κατέθεσε ως μέρος του Τεκ.4 και τα τιμολόγια που αν και του παρουσιάστηκαν από τους ενάγοντες, για τους λόγους που ανέφερε τα αγνόησε. Ακολούθως, επειδή δεν ήταν όλα τα καταμετρηθέντα αντικείμενα που είχαν καταστραφεί ολοκληρωτικά, αλλά κάποια από αυτά μπορούσαν, σύμφωνα με το μάρτυρα να καθαριστούν και να πωληθούν με έκπτωση, θεώρησε αυτά τα αντικείμενα ότι είχαν υποστεί μερική ζημιά, οπόταν σε σχέση με αυτά τα αντικείμενα, αναπροσάρμοσε το εκτιμηθέν ποσό ώστε να αντικατοπτρίζει το ποσοστό της ζημιάς που υπέστηκαν. Σκοπός του ήταν, ισχυρίστηκε, να επιτευχθεί ο ορθός περιορισμός της έκτασης της αποζημιωθείσας ζημιάς ώστε να μην τύχουν αποζημίωσης αντικείμενα τα οποία μπορούσαν να πωληθούν, έστω και με έκπτωση. Όσον αφορά τα αντικείμενα για τα οποία δεν κατέστη δυνατό να εντοπισθούν σχετικά τιμολόγια αγοράς, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ακολούθησε άλλη μέθοδο για να διαπιστώσει το κόστος τους, ήτοι με αναγωγή στην τιμή πώλησης άλλων παρόμοιων προϊόντων και στη συνέχεια τα αντιπαρέβαλε και αυτά με τα αντίστοιχα αρχεία τιμών. Αφού ολοκληρώθηκε η πιο πάνω διεργασία, ανέφερε ο μάρτυρας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καλυπτόμενη από το ασφαλιστήριο ζημιά στην επίπλωση και εξοπλισμό του καταστήματος ανερχόταν στο ποσό των €2040,06 και στα εμπορεύματα €14.076,44, ήτοι συνολικά €16.116,50 που ήταν και το πόσο το οποίο εισηγήθηκε στη CNP ότι ενδεχομένως να δικαιούνται οι ενάγοντες. Στην έκθεση - εκτίμηση του Τεκ.1, ο μάρτυρας επεσύναψε τους πίνακες που ετοίμασε στα πλαίσια της όλης εργασίας του για εκτίμηση των ζημιών, στους οποίους καταγράφονται όλα τα καταμετρηθέντα αντικείμενα, η αξία αγοράς και πώλησης του καθενός από αυτά, το τιμολόγιο αγοράς στο οποίο αντιστοιχούν (τα εν λόγω τιμολόγια ο μάρτυρας τα κατέθεσε ως Τεκ.2, 3 και 4), το ποσοστό ζημιάς τους και η τελική εκτίμηση τους. Η ουσία των πινάκων αυτών παρατίθεται αυτούσια στην παρ.7 της Ε/Α όπου δικογραφούνται οι ειδικές ζημιές που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι υπέστηκαν. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ως προς την αναφορά που έκανε στην έκθεση του ότι είχε ενημερωθεί από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος ότι ο τελευταίος, κατά την προσπάθεια του να βοηθήσει στην κατάσβεση της φωτιάς, χρησιμοποίησε πυροσβεστήρα ξηράς σκόνης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι μπορεί μεν η ξηρά σκόνη να συνέβαλε στον τρόπο με τον οποίο έπαθαν ζημιά τα εμπορεύματα, όμως από την πείρα του, αν χρησιμοποιείτο νερό στα συγκεκριμένα εμπορεύματα του καταστήματος, αυτό θα οδηγούσε στην ολοκληρωτική τους καταστροφή. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, η όποια ζημιά προκλήθηκε από τη ξηρά σκόνη, δεν μπορούσε να διαχωριστεί από τη ζημιά που προκάλεσε η αιθάλη λόγω της φωτιάς. ΜΕ2 - Μ. Κυπριανίδης Ως υπάλληλος του ασφαλιστικού πράκτορα της CNP, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο ιστορικό μετονομασίας της τελευταίας (Τεκ. 5, 6, 7, 8 και 9) και στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνήφθη με τους ενάγοντες στις 23/02/06, το οποίο ανανεωνόταν ετησίως και κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε ισχύ (Τεκ.12). Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι στις 07/03/08 το γραφείο του ενημερώθηκε από τους ενάγοντες ότι είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές λόγω φωτιάς που είχε ξεσπάσει στο εστιατόριο Φλαμίνγκο και η οποία επεκτάθηκε στο δικό τους εφαπτόμενο υποστατικό. Ακολούθως το γραφείο του επικοινώνησε με τους εκτιμητές Ε.Ν.(ΜΑΝΟΣ) ΚΥΠΡΟΣ ΛΤΔ, στους οποίους ανέθεσε τη διενέργεια εκτίμησης των κατ' ισχυρισμών ζημιών και παράλληλα έγιναν οι απαιτούμενες ενέργειες και καταβλήθηκαν τα νενομισμένα τέλη για να εξασφαλιστεί η σχετική πυροσβεστική και αστυνομική έκθεση αναφορικά με την πυρκαγιά (Τεκ.13). Στην πυροσβεστική αναφορά της 07/03/08 (Τεκ.9) και την αστυνομική έκθεση της 18/01/10 (Τεκ.10) που εξασφαλίστηκαν, αναφέρετο ότι η πυρκαγιά είχε ξεσπάσει στο εστιατόριο Φλαμίνγκο και συγκεκριμένα ότι η εστία της εντοπίστηκε στο ξύλινο ψευδοτάβανο της μπροστινής επέκτασης του εστιατορίου και ότι η αιτία της ήταν βραχυκύκλωμα μέσα στο εν λόγω ψευδοτάβανο και ότι λόγω των ξύλινων και πλαστικών υλικών με τα οποία ήταν κατασκευασμένο το ψευδοτάβανο, η φωτιά επεκτάθηκε γρήγορα και πέραν από ολοκληρωτική σχεδόν καταστροφή του εστιατορίου, προκάλεσε σοβαρές ζημιές και σε άλλα υποστατικά της πολυκατοικίας, ήτοι τα διαμερίσματα που βρίσκονταν άνωθεν του και στο εφαπτόμενο κατάστημα των εναγόντων. Στη βάση των πιο πάνω πορισμάτων ως προς την εστία και αίτια της φωτιάς, καθώς επίσης και στη βάση της εκτίμησης ζημιών που ετοίμασε ο ΜΕ1, η CNP, ανέφερε ο μάρτυρας, προχώρησε και κάλυψε μερικώς, στις 21/04/08, την απαίτηση των εναγόντων, καταβάλλοντας τους, λόγω και κάποιων απαλλαχτικών και εκπτωτικών όρων που υπήρχαν στο συμβόλαιο, το ποσό των €15.495 προς πλήρη και τέλεια απαλλαγή της από οποιαδήποτε απαίτηση τους δυνάμει του ασφαλιστηρίου (Τεκ.11). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ως προς το κατά πόσο όφειλε η CNP να αποζημιώσει για αντικείμενα που βρίσκονταν εντός χώρου του καταστήματος που είχε παράνομα ανεγερθεί, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η ασφαλιστική ήταν υποχρεωμένη να καλύψει το ασφαλιζόμενο κεφάλαιο αφ' ης στιγμής διαπιστώθηκε ότι αυτό έπαθε ζημιά και ότι η μόνη περίπτωση να έφερνε ένσταση σε τέτοια κάλυψη θα ήταν αν η φωτιά ξεκινούσε από την παράνομη προέκταση κάτι που δεν ίσχυε στην παρούσα περίπτωση εφόσον η φωτιά ξεκίνησε από το υποστατικό των εναγομένων. ΜΕ3 - Β. Σπύρου Ο μάρτυρας, 29 χρόνια πυροσβέστης, ήταν ο Αξιωματικός Υπηρεσίας της Πυροσβεστικής που ανέλαβε στις 07/03/08 να ανταποκριθεί στην κατάσβεση και στη συνέχεια στη δικανική διερεύνηση της επίδικης πυρκαγιάς. Κατά την κυρίως εξέταση του περιορίστηκε στο να εξηγήσει ότι από την έρευνα του διαπίστωσε ότι η φωτιά είχε ξεσπάσει πρώτα μέσα στη ψευδοροφή της μπροστινής επέκτασης του εστιατορίου και στη συνέχεια επεκτάθηκε στα άνωθεν διαμερίσματα και στο κατάστημα ων εναγόντων. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν έφτασε στη σκηνή, διαπίστωσε ότι το εστιατόριο Φλαμίνγκο φλεγόταν. Αφού έκανε ένα γρήγορο έλεγχο και αξιολόγηση της όλης κατάστασης, έδωσε οδηγίες στους πυροσβέστες του ως προς το πώς να επιχειρηθεί η κατάσβεση, συντονίζοντας παράλληλα όλες τις απαιτούμενες ενέργειες που γίνονταν. Μετά που έσβησε η φωτιά, εισήλθε στο εστιατόριο για να διενεργήσει τη νενομισμένη δικανική διερεύνηση, και αφού την ολοκλήρωσε, συνέταξε σχετική έκθεση - επιστολή την οποία απέστειλε μέσω του Διευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λεμεσού στον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού (Τεκ.14). Αν και η εν λόγω επιστολή του συντάχθηκε σε μεταγενέστερη της πυρκαγιάς ημερομηνία, αυτή, ως είθισται ανέφερε ο μάρτυρας, χρονολογήθηκε με την ημερομηνία του συμβάντος. Στην εν λόγω έκθεση του ο μάρτυρας, αφού περιγράφει το χώρο και το πώς έφτασε να εμπλακεί η πυροσβεστική και σε ποιες ενέργειες προέβη, αναφέρει ότι η εστία της φωτιάς εντοπίστηκε στο ξύλινο ψευδοτάβανο της μπροστινής επέκτασης του εστιατορίου, ότι προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα μέσα στο εν λόγω ψευδοτάβανο και ότι επεκτάθηκε γρήγορα λόγω των υλικών με τα οποία ήταν κατασκευασμένο το ψευδοτάβανο και προκάλεσε ζημιές τόσο στα άνωθεν διαμερίσματα όσο και στο κατάστημα των εναγόντων. Εξηγώντας τις ενέργειες και το πόρισμα του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι όλες οι πυρκαγιές παίρνουν μια πορεία όταν ξεκινήσουν και εκεί που είναι η εστία της πυρκαγιάς, η ένταση είναι πιο μεγάλη. Στην παρούσα περίπτωση, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, σύμφωνα με την πορεία της φωτιάς, η οποία ήταν από πάνω προς τα κάτω, ήταν εύκολο να εντοπισθεί η εστία και να διαπιστωθεί ότι ήταν μέσα στο ψευδοτάβανο. Στη συνέχεια και αφού αποκλείστηκε οποιαδήποτε κακόβουλη ενέργεια καθώς επίσης και η χρήση εύφλεκτης ύλης εφόσον δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη περί τούτου, ερευνήθηκε το σημείο της εστίας οπόταν και διαπιστώθηκε ότι εκεί υπήρχαν διάφορες συρματώσεις. Αποκλείοντας σταδιακά και άλλες πιθανές αιτίες, ανέφερε ο μάρτυρας, στη βάση των όσων είχαν διαπιστωθεί πλέον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για φωτιά που προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα. Σε μια τέτοια περίπτωση, ανέφερε ο μάρτυρας, όταν δηλαδή εντοπίζεται «ηλεκτρικό θέμα», καλείται στο χώρο είτε την ίδια μέρα είτε αργότερα, και αρμόδιος υπάλληλος της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας ώστε να πιστοποιήσει την ορθότητα του εν λόγω συμπεράσματος, κάτι που πρέπει να έγινε και στην παρούσα περίπτωση. Υποδείχθηκε στο μάρτυρα η αναφορά στην έκθεση του ΜΕ1 (Τεκ.1) ότι ενδεχομένως η αιτία να ήταν αναμμένο τσιγάρο που ρίχτηκε στην οροφή του εστιατορίου. Ο μάρτυρας επικαλούμενος τη γνώση και την εμπειρία του απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο ισχυριζόμενος ότι από τις πάρα πολλές πυρκαγιές που ξεσπούν και διερευνούνται ανά το παγκύπριο, διαπιστώθηκε ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να ξεκινήσει φωτιά από αναμμένο τσιγάρο. Μάλιστα δε, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, είναι αρκετά δύσκολο να ξεκινήσει φωτιά σε χόρτα από τσιγάρο πόσο μάλλον σε πλαστικό που ήταν και το υλικό του ψευδοτάβανου του εστιατορίου. Ως προς τον τρόπο κατάσβεσης της πυρκαγιάς, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αν και στα πυροσβεστικά οχήματα που ενεπλάκηκαν υπάρχουν μικροί πυροσβεστήρες ξηράς σκόνης εντούτοις για τη συγκεκριμένη πυρκαγιά χρησιμοποιήθηκε μόνο νερό και ειδικός αφρός. ΜΥ1 - Α . Αγαπητού Η μάρτυς είναι η θυγατέρα του τότε διευθυντή των εναγομένων Ν.Αγαπητού και μετά που ο τελευταίος απεβίωσε το 2015, τον αντικατέστησε αυτή ως διευθύντρια των εναγομένων. Για τα πλείστα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση η ίδια δεν είχε άμεση γνώση ή εμπλοκή εφόσον τα θέματα της εταιρείας τα χειριζόταν αποκλειστικά ο πατέρα της και η όποια πληροφόρηση της για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προήλθε κατά κύριο λόγο από τα όσα την ενημέρωνε ο πατέρας της πριν αποβιώσει καθώς επίσης και από διάφορα έγγραφα που εντόπισε στα αρχεία του μετά το θάνατο του. Γνωρίζει ότι το εστιατόριο Φλαμίνγκο, το οποίο διαχειρίζονταν τρίτα πρόσωπα στα οποία είχε ενοικιαστεί το υποστατικό, είχε σταματήσει να λειτουργεί περί το 2006 οπόταν και το υποστατικό έκλεισε. Η τελευταία φορά που η ίδια επισκέφθηκε το υποστατικό πριν την πυρκαγιά ήταν ένα με δύο χρόνια προηγουμένως, γνωρίζει όμως ότι ο πατέρας της προσπαθούσε να εξεύρει άλλους ενοικιαστές και ότι εντός του υποστατικού είχε παραμείνει εξοπλισμός του εστιατορίου επειδή εξακολουθούσαν να τους οφείλονταν ενοίκια. Η ίδια δεν επισκέπτετο το υποστατικό μετά που έκλεισε το εστιατόριο όμως εξ' όσων γνωρίζει, κατά καιρούς πήγαινε εκεί ο πατέρας της για να ελέγξει ότι όλα ήταν εντάξει, όμως πότε και για πόση ώρα έμενε εκεί ο τελευταίος της είναι άγνωστο. Απ' ότι την πληροφόρησε ο πατέρας της, όταν έκλεισε το εστιατόριο, μετέβη ο ίδιος στο χώρο και έκλεισε το διακόπτη του ηλεκτρικού ρεύματος. Από κάποιους λογαριασμούς της ΑΗΚ για την περίοδο 04/04/08 - 05/06/08 και 09/03/07 - 15/07/08 και σχετικές καταστάσεις από το ηλεκτρονικό σύστημα της ΑΗΚ που εντόπισε στα αρχεία του πατέρα της μετά το θάνατο του, διαπίστωσε και αυτή ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε γίνει κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, ότι ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος (frozen) και ότι η παροχή ρεύματος διακόπηκε τελείως στις 15/07/08 οπόταν έκλεισε ο λογαριασμός και η ΑΗΚ τους επέστρεψε την προκαταβολή που είχαν δώσει κατά το άνοιγμα του λογαριασμού (Τεκ.16, 17, 18, 19 και 20). Η μάρτυς τέλος ανέφερε ότι εξ' όσων γνωρίζει, το υποστατικό των εναγομένων ήταν ασφαλισμένο και ότι η ασφάλεια τους κάλυψε μερικές από τις ζημιές που είχαν προκληθεί από την πυρκαγιά. Δεν γνωρίζει όμως γιατί ο πατέρας της φέρεται να ανέφερε στην αστυνομία ότι δεν υπήρχε τότε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο (Τεκ.14). ΜΥ2 - Γ. Γεωργίου Ως Επιθεωρητής Εγκαταστάσεων της ΑΗΚ, ο μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει αναφορικά με την παροχή και κατανάλωση ρεύματος στο υποστατικό των εναγομένων κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και να εξηγήσει τους λογαριασμούς και καταστάσεις που παρουσίασε η ΜΥ
- Σύμφωνα με το μάρτυρα, για την περίοδο 04/04/08 - 05/06/08, δεν φαίνεται να υπήρξε οποιαδήποτε κατανάλωση ρεύματος από το υποστατικό εφόσον τόσο η ένδειξη των κιλοβατώρων όσο και η σχετική χρέωση για κατανάλωση είναι μηδενική. Το ότι ο λογαριασμός παρουσιάζει την ένδειξη frozen, ανέφερε ο μάρτυρας, είναι λογιστικό θέμα και άσχετο με την κατανάλωση εφόσον αυτό το οποίο υποδηλοί η εν λόγω αναφορά είναι ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε λογιστική κίνηση στο λογαριασμό. Όσον αφορά το κατά πόσο ο γενικός διακόπτης του ηλεκτρικού ρεύματος του εστιατορίου ήταν κλειστός κατά το χρόνο της πυρκαγιάς, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να το γνωρίζει. Εξήγησε περαιτέρω ότι το κλείσιμο, είτε του γενικού διακόπτη του υποστατικού ή του κτηρίου, είτε της κάθε πρίζας, συνεπάγεται μεν ότι ο μετρητής δεν θα καταγράψει οποιαδήποτε κατανάλωση ρεύματος, δεν συνεπάγεται όμως διακοπή της παροχής ρεύματος και ο κίνδυνος βραχυκυκλώματος υπάρχει πάντα εκεί όπου υπάρχει τέτοια παροχή σε ηλεκτρική εγκατάσταση. Το υποστατικό των εναγομένων, ανέφερε περαιτέρω ο μάρτυρας, είχε συνεχή παροχή ρεύματος από τις 05/03/07 που ενώθηκε με την ΑΗΚ μέχρι και την 15/07/08 που η σύνδεση διακόπηκε. ΜΥ3 - Α. Χριστοδούλου Ο μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει ως ο λειτουργός που έστειλε η Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία κατόπιν παράκλησης της Αστυνομίας για να επιθεωρήσει την ηλεκτρική εγκατάσταση του εστιατορίου Φλαμίνγκο ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο η επίδικη πυρκαγιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα ή άλλη βλάβη στην ηλεκτρική εγκατάσταση. Σύμφωνα με σχετική έκθεση που ετοίμασε και απέστειλε στον προϊστάμενο του κατόπιν της έρευνας που διενήργησε, η οποία έκθεση στη συνέχεια, στάλθηκε, σύμφωνα με το μάρτυρα, στην πυροσβεστική και στην αστυνομία για να συνταχθεί το τελικό πόρισμα, «.κανένα θετικό στοιχείο ή ένδειξη βρέθηκε βάσει του οποίου να βγει το συμπέρασμα ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα ή άλλη βλάβη στην εγκατάσταση» (Τεκ.21). Εξηγώντας τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την έρευνα του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι επιθεώρησε και το σημείο που του υπεδείχθη από την πυροσβεστική ως η εστία της φωτιάς αλλά και το χώρο γενικότερα, εφόσον ο ίδιος θεώρησε ότι η εστία της φωτιάς ήταν «γενική» και δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σε συγκεκριμένο σημείο. Ισχυρίστηκε ότι με βάση την πείρα του μπορούσε και ο ίδιος να εντοπίσει πιθανή εστία της φωτιάς εφόσον στο σημείο εκείνο «ο τοίχος ασπρίζει». Στη συνέχεια επισκέφθηκε το δωμάτιο των μετρητών ηλεκτρικού ρεύματος και αν και διαπίστωσε ότι ο «αυτόματος» ήταν κλειστός, δεν μπορεί να γνωρίζει αν ήταν κλειστός πριν την πυρκαγιά ή αν έκλεισε λόγω της φωτιάς. Δέχθηκε ο μάρτυρας ότι όταν υπάρχει παροχή ρεύματος σε ένα υποστατικό, η ηλεκτρική του εγκατάσταση λειτουργεί κανονικά, όμως επειδή η καταστροφή του εστιατορίου ήταν τόσο ολοκληρωτική, δεν μπορούσαν να βρεθούν θετικά στοιχεία για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι είχε προκληθεί βραχυκύκλωμα. Υποδείχθηκαν στο μάρτυρα οι εκθέσεις της πυροσβεστικής και της αστυνομίας στις οποίες γίνεται λόγος σε βραχυκύκλωμα ως αιτία της φωτιάς, ήτοι συμπέρασμα διαφορετικό από το δικό του. Ο μάρτυρας δέχθηκε ότι τον τελευταίο λόγο για το επίσημο πόρισμα ως προς την πυρκαγιά τον έχει η αστυνομία, η οποία λαμβάνει υπόψη της και την έκθεση της πυροσβεστικής αλλά και της υπηρεσίας του και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει για ποιο λόγο η αστυνομία κατέληξε, αντίθετα με τον ίδιο που είναι ειδικός επί του θέματος, στο συγκεκριμένο συμπέρασμα της και ισχυρίστηκε ότι κάτι τέτοιο δεν του έχει ξανά τύχει. Ο μάρτυρας τέλος απέρριψε υποβολές που του τέθηκαν περί πλημμελούς διερεύνησης και μεροληψίας υπέρ των εναγομένων αναφέροντας ότι καμία σχέση είχε με τους τελευταίους. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τόσο προφορικά όσο και γραπτώς, στις οποίες ασχολήθηκαν τόσο με την ποιότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας, υποστηρίζοντας την αξιοπιστία της εκδοχής των πελατών τους σε αντίθεση με την εκδοχή της άλλης πλευράς, όσο και με τη νομική πτυχή των όσων διέπουν το θέμα ευθύνης για ζημιά που προκαλείται από φωτιά. Αναφορά στις εν λόγω αγορεύσεις κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Όπως διαφαίνεται από την μαρτυρία που παρατίθεται ανωτέρω, οι ΜΕ2 και ΜΥ1 κατέθεσαν ως μάρτυρες γεγονότων, ενώ οι υπόλοιποι μάρτυρες κατέθεσαν ως φερόμενοι εμπειρογνώμονες στον αντίστοιχο τομέα ειδικότητας τους και αυτό χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία τους επεκτάθηκε και στα όσα γεγονότα οι ίδιοι βίωσαν στα πλαίσια της άσκησης της εμπειρογνωμοσύνης τους, θέμα για το οποίο θα ασχοληθώ ξεχωριστά για τον καθένα τους πιο κάτω. Για τους εν λόγω φερόμενους εμπειρογνώμονες υπενθυμίζω την πάγια αρχή είναι ότι ως τέτοιοι μάρτυρες, υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Σπύρου ν Παπαδόπουλου, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2018:A144, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/12, 2/4/2018, Cybarco Ltd ν. Silvias Kovascik
(2001)1 ΑΑΔ 2013, Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). Υπενθυμίζω επίσης τη δυνατότητα που έχει το Δικαστήριο να επιλέξει, κατόπιν αξιολόγησης, ποια εκ των αντικρουόμενων επιστημονικών εκδοχών θα αποδεχτεί, αν υπάρχουν τέτοιες αντικρουόμενες εκδοχές (Parris David ν. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 186) χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι υποχρεούται να επιλέξει μία εξ' αυτών (Παπαχριστοφόρου Ευριπίδης Φίλιππου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 488). Στη βάση των πιο πάνω αρχών, παρατηρώ κατ' αρχή ότι όλοι οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως ειδικοί, τόσο για τους ενάγοντες όσο και για τους εναγόμενους, διευκρίνισαν κατά την μαρτυρία τους ότι τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκαν και διερεύνησαν, οι πλείστοι ως εκπρόσωποι των αρμόδιων δημόσιων αρχών, περιορίστηκαν μόνο στην εμπειρογνωμοσύνη τους, η οποία εμπειρογνωμοσύνη, επί αυτών των θεμάτων δεν αμφισβητήθηκε. Είναι δηλαδή κοινώς αποδεκτό ότι ο ΜΕ1 είναι επαγγελματίας εκτιμητής ζημιών και όχι πυρομηχανικός, ότι ο ΜΕ3 είναι έμπειρος πυροσβέστης και κατάλληλα καταρτισμένος να διερευνά πυρκαγιές, όχι όμως ηλεκτρικά ή ηλεκτρολογικά θέματα για τα οποία αρμόδιος είναι ο ΜΥ3. Η εμπειρογνωμοσύνη του ΜΥ3 δε, ως ρητά αναφέρεται στην επιστολή του Τεκ.21, περιορίστηκε για την παρούσα υπόθεση μόνο στην έρευνα ως προς το κατά πόσο η επίδικη πυρκαγιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα ή άλλη βλάβη στην ηλεκτρική εγκατάσταση και δεν επεκτάθηκε σε οτιδήποτε περαιτέρω. Τέλος, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο ΜΥ2 είναι έμπειρος Επιθεωρητής της ΑΗΚ, με επαρκή γνώση στην Επιθεώρηση Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων και των εσωτερικών διαδικασιών της ΑΗΚ. Όλους τους εν λόγω μάρτυρες συνεπώς, τους αποδέχομαι ως ειδικούς στον αντίστοιχο τομέα τους. Συνιστά δε κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών και καθίσταται εύρημα μου, ότι τον τελευταίο λόγο για το επίσημο πόρισμα που θα εκδοθεί από τις δημόσιες αρχές σε σχέση με μια πυρκαγιά τον έχει, ως δέχθηκε και ο ΜΥ3 που κάλεσαν οι εναγόμενοι, η αστυνομία, η οποία λαμβάνει υπόψη τις εκθέσεις και της Πυροσβεστικής αλλά και της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας. Πρόσθετα των πιο πάνω, σημειώνω ότι στην παρούσα υπόθεση, η ιδιοκτησία και κατοχή των δύο εμπλεκόμενων εφαπτόμενων υποστατικών από ενάγοντες και εναγόμενους αντίστοιχα είναι παραδεκτή όπως παραδεκτό είναι και ότι στις 07/03/08 ξέσπασε φωτιά στο σημείο που βρίσκονται τα δύο υποστατικά, από την οποία φωτιά, το υποστατικό των εναγομένων τουλάχιστο, υπέστη σοβαρές ζημιές. Δεν αμφισβητείται από κανένα εκ των διαδίκων ότι ως ανέφερε ο ΜΕ2, ο οποίος παρουσίασε και τα σχετικά έγγραφα, η φωτιά διερευνήθηκε τόσο από την Πυροσβεστική όσο και από την Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία, οι οποίες υπηρεσίες στη συνέχεια συνέταξαν σχετικές εκθέσεις. Δεν αμφισβητείται τέλος ότι στην έκθεση της η Πυροσβεστική Υπηρεσία κατέληξε ότι η επίδικη φωτιά οφείλετο σε βραχυκύκλωμα που ξέσπασε εντός του ψευδοτάβανου της μπροστινής προέκτασης του εστιατορίου, ότι η Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία, στη δική της έκθεση κατέληξε ότι δεν μπορούσε να εντοπιστεί οποιοδήποτε θετικό στοιχείο εντός του εστιατορίου που να υποδηλοί βραχυκύκλωμα και ότι στο επίσημο πόρισμα της, η Αστυνομία υιοθέτησε την έκθεση της Πυροσβεστικής. Για όλα τα εν λόγω γεγονότα κάμνω περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρατηρήσω ότι από πλευράς εναγομένων φαίνεται να υπήρξε κάποια παρανόηση ως προς τη βάση επί της οποίας προωθείτο η παρούσα αγωγή. Στην κατά τ' άλλα λεπτομερή και περιεκτική αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων καταπιάνεται σε μεγάλο βαθμό με τις νομικές αρχές που περιβάλλουν την κλασική εφαρμογή του κανόνα του κοινοδικαίου της υπόθεσης Ryland, ήτοι ότι για να πετύχει στην αγωγή του κάποιος ενάγοντας που επικαλείται τον κανόνα σε σχέση με διαφυγή φωτιάς ή άλλου επικίνδυνου πράγματος, θα πρέπει να αποδείξει «
(1)ότι οι εναγόμενοι έφεραν κάτι μέσα στο υποστατικό τους που μπορούσε να προκαλέσει ζημιά αν διέφευγε και
(2)ότι αυτά τα πράγματα συνέβηκαν στη διάρκεια μιας μη φυσικής χρήσης του υποστατικού» (βλ. Χριστοφή ν. Petrakis Ltd. κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 543 και Mustafa Hamza v. Kyriacos A. Vlachou). Αυτό όμως που φαίνεται να διέλαθε της προσοχής του συνηγόρου είναι ότι κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων δήλωσε ρητά ότι η αγωγή θα προωθείτο αποκλειστικά στη βάση των προνοιών του αρ.53 Κεφ.148, πρόνοιες οι οποίες, αν και κωδικοποιούν στην ουσία στο κυπριακό δίκαιο τον κανόνα του κοινοδικαίου της Ryland, εντούτοις, ως νομοθετικές πρόνοιες που είναι, επιβάλλουν την απόδειξη κάπως διαφορετικών προϋποθέσεων (βλ. Χριστοφή ανωτέρω όπου η εκεί κατ' ισχυρισμό αμέλεια εξετάστηκε και στη βάση του κανόνα της Ryland αλλά και στη βάση του αρ.53 κατά χωριστό τρόπο καθώς επίσης και Γεωργίου Ηρακλής ν. Eρμιόνης Σταύρου Στυλιανού,
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μουζέ ν. Λαμπρή
(1994)1 ΑΑΔ 216). Σημειώνεται ότι και στην Αγγλία, αν και δεν υπάρχει παρόμοια νομοθετική πρόνοια με το αρ.53, υπάρχουν νομοθετικές πρόνοιες όπως είναι οι πρόνοιες του Fires Prevention (Metropolis) Act 1774, οι οποίες εφαρμόζονται παράλληλα και ανεξάρτητα με τον κανόνα της Ryland, σε βαθμό μάλιστα που θεωρείται ότι ίσως και να τον αποκλείουν σε κάποιες περιπτώσεις (βλ. ενδιαφέρουσα συζήτηση που γίνεται στη σελ. 648 του συγγράμματος TORT LAW Text and Materials, Lunney and Oliphant, 2nd ed). Στην Κύπρο, όπως έχει επισημάνει η κυπριακή νομολογία, ο ενάγοντας που στηρίζεται στο άρθρο 53, «.το μόνο που χρειαζόταν να ισχυριστεί δικογραφικά και να αποδείξει κατά τη δίκη, ήταν τα σχετικά γεγονότα που σχετίζονται με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 53, δηλαδή ότι η ζημιά προκλήθηκε από φωτιά και ότι το υποστατικό από το οποίο ξεκίνησε η φωτιά, κατεχόταν από τον (εναγόμενο).» (βλ. Στυλιανού ανωτέρω). Ο λόγος που έκρινα σκόπιμο να προβώ στην πιο πάνω παρατήρηση είναι διότι στη βάση της προαναφερόμενης εσφαλμένης αντίληψης τους, τόσο κατά τη διάρκεια της υπόθεσης όσο και κατά τις τελικές τους αγορεύσεις, οι εναγόμενοι προσέγγισαν τη μαρτυρία και την υπόθεση γενικότερα θεωρώντας μεταξύ άλλων ότι οι ενάγοντες είχαν καθήκον να αποδείξουν την αιτία της φωτιάς, είτε αυτήν που επικαλέστηκαν, ήτοι βραχυκύκλωμα, είτε οποιαδήποτε άλλη αιτία. Στη βάση της αντίληψη αυτής, οι εναγόμενοι περιορίστηκαν ουσιαστικά στο να επιχειρήσουν να ρίξουν αμφιβολία ως προς τα αίτια της φωτιάς, χωρίς οι ίδιοι να προωθήσουν θετικά οποιαδήποτε συγκεκριμένη θέση είτε ως προς τα αίτια είτε ως προς την εστία της φωτιάς. Υποστήριξε συναφώς στην αγόρευση του ο κ. Αγαπητός ότι, εφόσον «τα αίτια της φωτιάς παραμένουν άγνωστα», οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι «.υπήρχε οποιοδήποτε εύφλεκτο ή επικίνδυνο αντικείμενο το οποίο εάν δραπέτευε από το εστιατόριο θα δημιουργούσε οποιαδήποτε ζημιά αλλά ούτε και να συσσωρεύτηκε στο εστιατόριο, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι η χρήση του εστιατορίου δεν ήταν συνηθισμένη, αλλά ούτε και ήταν εύλογα προβλεπτό από οποιονδήποτε άνθρωπο ότι η απόδραση του υποθετικού αυτού αντικειμένου να δημιουργούσε ζημιά στο γείτονα του» και κατ' επέκταση απέτυχαν και να αποδείξουν το κατ' ισχυρισμό καθήκον που όφειλαν να εκπληρώσουν οι εναγόμενοι και δεν το εκπλήρωσαν. Η αγωγή συνεπώς, κατά το συνήγορο, θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως όμως προκύπτει ξεκάθαρα από την υπόθεση Στυλιανού ανωτέρω, αφ' ης στιγμής οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση περιόρισαν τη βάση αγωγής τους στο αρ.53, καμία υποχρέωση είχαν να αποδείξουν τα αίτια της φωτιάς, τουλάχιστο πέραν του βαθμού που κάτι τέτοιο απαιτείτο ώστε να καταδειχθεί ότι η φωτιά ξεκίνησε από το υποστατικό των εναγομένων ως είναι και η σχετική προϋπόθεση του άρθρου. Αυτή ήταν και η κατάληξη στη Στυλιανού, στην οποία κρίθηκε ότι πέραν του ότι η εκεί ενάγουσα «.στήριξε την αγωγή της εξ ολοκλήρου στο αδίκημα της αμέλειας.», επειδή δεν μπόρεσε μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισε ως προς τα αίτια της πυρκαγιάς να αποδείξει την αρχική εστία της, συνεπώς δεν μπορούσε να βασιστεί στο αρ.
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «.το Δικαστήριο θα έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικό προτού καταλήξει σε εύρημα για την εστία και τα αίτια της πυρκαγιάς. Κατά την άποψή μας, το εύρημα του Δικαστηρίου στη σελίδα 7 της απόφασης ότι η πυρκαγιά άρχισε από το κατάστημα του Εφεσείοντος δεν ήταν εύλογα επιτρεπτό, αλλά αντίθετα είναι αβάσιμο, αυθαίρετο και δεν στηρίζεται σε αξιόπιστη μαρτυρία. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω διαπίστωσής μας, η κατάληξη της πρωτόδικης Δικαστού ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις του Άρθρου 53 του Κεφ. 148 για μεταφορά του βάρους απόδειξης, κρίνεται εσφαλμένη, αφού ενώπιον της δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία ότι η φωτιά ξεκίνησε πράγματι από το κατάστημα αρ. 7, το οποίο δεν αμφισβητείται ότι ήταν στην κατοχή του Εφεσείοντος. Από τη στιγμή που δεν μπορούσε να μεταφερθεί το βάρος της απόδειξης δυνάμει του Άρθρου 53, (και) το βάρος απόδειξης της αμέλειας του Εφεσείοντος, παρέμεινε στην Εφεσίβλητη η οποία κατά την άποψή μας, απέτυχε να αποδείξει ότι ο Εφεσείων ευθυνόταν για την έναρξη της φωτιάς.». Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι εφόσον στην παρούσα υπόθεση η ιδιοκτησία και κατοχή των δύο εμπλεκόμενων υποστατικών από ενάγοντες και εναγόμενους αντίστοιχα ήταν παραδεκτή, αυτό που παρέμενε για τους ενάγοντες να αποδείξουν ώστε να ενεργοποιηθεί επιτυχώς το αρ.53 και να θεωρηθούν οι εναγόμενοι εκ πρώτης όψεως αμελείς και το βάρος να μεταφερθεί πάνω τους να αποδείξουν «.ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτοί ευθύνονται σε σχέση με την έναρξη ή την επέκταση της φωτιάς.» (αρ.53 Κεφ.149), ήταν ότι η φωτιά άρχισε από το υποστατικό των εναγομένων και ότι επεκτάθηκε στο δικό τους υποστατικό και τους προκάλεσε ζημιά. Αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του αρ.53, ήτοι ότι οι ενάγοντες υπέστηκαν ζημιά που προκλήθηκε από φωτιά ή λόγω φωτιάς, παρατηρώ τα εξής. Κατ' αρχή, ουδείς εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν και για τις δύο πλευρές και καμία έκθεση που παρουσιάστηκε δεν υποστήριξε, είτε άμεσα είτε έμμεσα, ότι υπάρχει ενδεχόμενο η φωτιά να ξέσπασε πρώτα στο υποστατικό των εναγόντων. Μάλιστα δε, τόσο η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ3 όσο και οι εκθέσεις που κατατέθηκαν από αμφότερες τις πλευρές (Τεκ.9, 10 και 22), παρέμειναν αναντίλεκτες και άνευ οποιασδήποτε αμφισβήτησης ή αντίκρουσης ως προς το ότι απ' όπου και να ξέσπασε η φωτιά, είναι κατόπιν επέκτασης της που κατέληξε στο υποστατικό των εναγομένων. Ως προς τις συνέπειες της επέκτασης της φωτιάς στο υποστατικό των εναγόντων, σχετική ήταν η μαρτυρία του ΜΕ1, ο οποίος ήταν και ο μόνος μάρτυρας που ασχολήθηκε με το θέμα των επίδικων ζημιών, τις οποίες εκτίμησε να ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €17.061,44 και τη μαρτυρία του οποίου προχωρώ να εξετάσω. Επισημαίνω κατ' αρχή ότι από πλευράς υπεράσπισης δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αντίκρουση των θέσεων του ΜΕ1 και η αμφισβήτηση που έτυχε ο εν λόγω μάρτυρας περιορίστηκε στα όσα του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ο ΜΕ1 θεωρώ, εξήγησε πλήρως και πειστικά το πώς και γιατί είναι που διαπίστωσε ότι τα αντικείμενα των εναγόντων υπέστηκαν ζημιά από φωτιά, ήτοι λόγω της αιθάλης και της θερμότητας, παρέθεσε με λεπτομέρεια και σαφήνεια την κάθε ενέργεια στην οποία προέβη κατά τον εντοπισμό και εκτίμηση των ζημιών των εναγόντων και παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία που χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, ως θα αναμένετο από ένα σωστό και αμερόληπτο επαγγελματία του τομέα του. Ενδεικτικά αναφέρω το ότι ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο όχι μόνο τα τιμολόγια που χρησιμοποίησε, για τα οποία μάλιστα στην έκθεση του προβαίνει σε λεπτομερή ανάλυση και αντιπαραβολή με τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν και εκτιμήθηκαν, αλλά παρουσίασε και τα τιμολόγια τα οποία, αν και του προσκομίσθηκαν από τους ενάγοντες, εντούτοις, για τους λόγους που ανέφερε, τους οποίους λόγους θεωρώ αντικειμενικά πειστικούς και σωστούς, αποφάσισε να τα αγνοήσει. Αμερόληπτος και αντικειμενικά ορθός προκύπτει να ήταν και ο τρόπος με τον οποίο ο μάρτυρας προσέγγισε την καταμέτρηση αλλά και την εκτίμηση των αντικειμένων που θεώρησε ότι υπέστηκαν ζημιά, αφού αγνόησε τα αντικείμενα που για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορούσαν ή δεν έπρεπε να καταμετρηθούν και αναπροσάρμοσε την αξία των αντικειμένων που δεν υπέστηκαν ολοκληρωτική καταστροφή ώστε να αντικατοπτρίζει το ποσοστό της ζημιάς που πραγματικά υπέστηκαν. Σημειώνω εδώ και το ότι ενώ η υπεράσπιση δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αντίκρουση της βασικής θέσης του μάρτυρα ότι τα αντικείμενα των εναγόντων υπέστηκαν ζημιά από φωτιά, εντούτοις ο ίδιος ο μάρτυρας από την αρχή της μαρτυρίας του ανέφερε, μέσω της έκθεσης που υιοθέτησε, ότι πέραν της αιθάλης, την οποία θεώρησε, μαζί με τη θερμότητα, ως την κύρια αιτία της ζημιάς των αντικειμένων των εναγόντων, διαπίστωσε ότι αυτά είχαν επηρεαστεί και από τη ξηρά σκόνη των πυροσβεστήρων που χρησιμοποίησε ο εκπρόσωπος των εναγόντων στην προσπάθεια του να κατασβήσει τη φωτιά. Εξήγησε όμως και αυτό δεν αντικρούστηκε με ανάλογη μαρτυρία, αφ' ενός ότι υπό τις περιστάσεις η εν λόγω ενέργεια δεν ήταν εσφαλμένη διότι αν χρησιμοποιείτο νερό, η ζημιά θα ήταν μεγαλύτερη και αφ' ετέρου ότι η όποια ζημιά και αν προκλήθηκε από την ξηρά σκόνη, αυτή δεν θα μπορούσε να διαχωριστεί από την κύρια ζημιά που προκάλεσε η αιθάλη και η θερμότητα της φωτιάς. Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να αναφέρω ότι πέραν από διάφορες γενικές υποβολές, η υπεράσπιση δεν αντέκρουσε ούτε και αμφισβήτησε την ορθότητα της μεθόδου που ακολούθησε ο μάρτυρας για να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τις κατ' ισχυρισμό ζημιές και ούτε από την αντεξέταση του διαπιστώθηκε οποιοδήποτε αντικειμενικό σφάλμα στη μέθοδο αυτή. Τέλος θα πρέπει να επισημάνω και το ότι όταν ο μάρτυρας προέβαινε στην εκτίμηση του, δεν ενεργούσε για λογαριασμό των εναγόντων αλλά για την ασφαλιστική εταιρεία των τελευταίων, εξ' ου και σκοπός του ήταν, δυνάμει και των οδηγιών που είχε λάβει τότε από τη CNP αλλά και όπως ο ίδιος ανέφερε, να διασφαλίσει ότι οι πρώτοι δεν θα τύγχαναν μεγαλύτερης αποζημίωσης από αυτή που δικαιούνταν. Δεν θα μπορούσε συνεπώς να λεχθεί ότι ο μάρτυρας προσπαθούσε να βοηθήσει τους ενάγοντες να εξασφαλίσουν μεγαλύτερες αποζημιώσεις και ούτε διαφάνηκε κάτι τέτοιο από τη μαρτυρία του. Στη βάση των πιο πάνω και σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που μου έκαμε ως μάρτυρας ο ΜΕ1, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη και ειδικότερα τη θέση του, στη βάση της οποίας προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογο εύρημα, ότι λόγω της φωτιάς που επεκτάθηκε στο δικό τους υποστατικό, οι ενάγοντες υπέστηκαν ζημιές και δη τις ζημιές των €17.061,44 που ισχυρίζονται με το δικόγραφο τους. Προχωρώ τώρα στο θέμα της προέλευσης της πυρκαγιάς για το οποίο παρατηρώ ότι όλοι οι εμπειρογνώμονες που αναλόγως της ειδικότητας τους ενεπλάκηκαν σε κάποιας μορφής διερεύνηση της πυρκαγιάς, είτε η διερεύνηση τους αφορούσε στα αίτια της φωτιάς (ΜΕ3 και ΜΥ3) είτε στις ζημιές που φέρονται να προκλήθηκαν (ΜΕ1), και οι οποίοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο είτε για τη μια πλευρά είτε για την άλλη, παρουσιάζονται, ανεξαρτήτως της όποιας εκτίμησης τους ως προς τα αίτια της φωτιάς, να συμφωνούν τουλάχιστο στο ότι η φωτιά άρχισε από το εστιατόριο, ήτοι από το υποστατικό των εναγομένων. Είναι σε εκείνο το υποστατικό που στράφηκε η προσοχή τους με βάση την εμπειρογνωμοσύνη τους και η αντίληψη όλων τους ήταν πάντοτε ότι είναι από εκείνο το υποστατικό που άρχισε η φωτιά, χωρίς ποτέ κανένας τους να εκφράσει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το θέμα αυτό, με έκαστη κατάληξη τους ως προς τα αίτια να περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το υποστατικό των εναγομένων. Ακόμη και ο ΜΥ3 τον οποίο κάλεσε και επικαλείται η πλευρά των εναγομένων για να υποστηρίξει ότι δεν αποδείχθηκε επαρκώς ο τόπος προέλευσης της φωτιάς επειδή εκείνος ο μάρτυρας εξέφρασε αδυναμία να εντοπίσει συγκεκριμένη εστία λόγω της εκτεταμένης ζημιάς που είχε προκληθεί στο εστιατόριο, είναι αποκλειστικά εκείνο το υποστατικό που διερεύνησε, αφού όπως ο ίδιος ανέφερε, επικαλούμενος τις δικές του γνώσεις και εμπειρίες, θεώρησε ως εστία της πυρκαγιάς, γενικά το χώρο του εστιατορίου, ήτοι το υποστατικό των εναγομένων. Σημειώνω βεβαίως εδώ ότι ως ο ίδιος ο ΜΥ3 ανέφερε, η δική του διερεύνηση περιορίστηκε μόνο στο το αν η φωτιά προκλήθηκε από ηλεκτρική βλάβη και δεν επεκτάθηκε στον εντοπισμό της εστίας της φωτιάς, η οποία εστία του υποδείχθηκε από την πυροσβεστική, η θέση της οποίας υπενθυμίζω ήταν ότι η πυρκαγιά άρχισε εντός του ψευδοτάβανου της μπροστινής προέκτασης του εστιατορίου. Ο ΜΕ3 δεν ανέφερε ποτέ ότι διαφώνησε για οποιοδήποτε λόγο με τη σχετική υπόδειξη της πυροσβεστικής εξ' ου και προχώρησε να ερευνήσει και το εν λόγω σημείο, ενώ η περαιτέρω έρευνα που ισχυρίστηκε ότι έκαμε ήταν απλά στον υπόλοιπο χώρο του υποστατικού εφόσον θεώρησε όλο το χώρο σαν εστία της φωτιάς. Ακόμη δηλαδή και μέσω του μάρτυρα που οι ίδιοι οι εναγόμενοι προσκόμισαν, καταδεικνύεται ότι υπάρχει μια κοινή αντίληψη και καθολική συμφωνία, τουλάχιστο ως προς το ότι η εστία της πυρκαγιάς ήταν εντός του υποστατικού των εναγομένων. Οι τελευταίοι όμως, όπως ανέφερα, περιορίστηκαν κατά την ακρόαση ουσιαστικά στο να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν αμφιβολίες σε σχέση με τα αίτια παρά με την εστία της πυρκαγιάς και ουδέποτε προώθησαν οποιαδήποτε διαφορετική και συγκεκριμένη θέση επί αυτού του θέματος, είτε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων είτε άλλως πώς. Την ίδια συμφωνία τουλάχιστο ως προς τον τόπο προέλευσης της πυρκαγιάς, ήτοι ότι είναι το υποστατικό των εναγομένων, παρουσιάζουν και όλες οι σχετικές εκθέσεις των εμπλεκόμενων αρμόδιων δημόσιων αρχών και οι οποίες εκθέσεις παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο τόσο από πλευράς εναγόντων όσο και από πλευράς εναγομένων (βλ. τεκ. 9, 10, 14, 21 και 22) - Τεκ.9 και 14 Πυροσβεστικές Εκθέσεις «Από πού άρχισε η Πυρκαγιά - Μέσα στην ψευδοροφή της μπροστινής επέκτασης του εστιατορίου», «.η εστία της Πυρκαγιάς εντοπίστηκε στο ξύλινο ψευδοτάβανο της μπροστινής επέκτασης του εστιατορίου.», Τεκ.10 και 22, Αστυνομική Έκθεση «.η πυρκαγιά στο εστιατόριο, προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα μέσα στο ξύλινο ψευδοτάβανο της μπροστινής επέκτασης του εστιατορίου.». Αναφορικά τώρα με το θέμα των αιτιών της πυρκαγιάς που έθιξε η υπεράσπιση, υπενθυμίζω ότι η πεμπτουσία του αρ.53 αλλά και του κανόνα της Ryland γενικότερα, είναι ότι ο ενάγοντας θεωρείται ως πρόσωπο που «is damnified without any fault of his own» - «ζημιώνεται χωρίς δικό του λάθος» (βλ. σχετική αναφορά του Blackburn J. στην ομόφωνη απόφαση του τότε εφετείου του Court of Exchequer Chamber στην εν λόγω υπόθεση, η οποία υιοθετήθηκε στη συνέχεια από το House of Lords). Ο λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκε ο κανόνας στη Ryland και οποίος ενσωματώθηκε στο αρ.53, είναι ακριβώς επειδή ο αθώος αυτός ενάγοντας τελεί υπό άγνοια ως προς το πώς κατέληξε να του προκαλείται ζημιά από το υποστατικό του γείτονα του. Αν δεν ήταν για το Αρ.53 και τον κανόνα που δημιουργούν εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα αμέλειας του εναγόμενου και μεταφέρουν πάνω του το βάρος απόδειξης ότι δεν ήταν αμελής, ο αθώος ενάγοντας, ο οποίος δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να γνωρίζει τι, πώς και γιατί έγινε ό,τι έγινε στο υποστατικό του γείτονα του, θα κατέληγε να αδικείται λόγω της άγνοιας του, αφού η αδυναμία του να γνωρίζει και κατ' επέκταση ν' αποδώσει συγκεκριμένες αμελείς πράξεις ή παραλείψεις στο γείτονα του ώστε να μπορεί να αποδείξει αμέλεια, θα τον άφηνε damnified without any fault of his own. Ο «γείτονας» αντιθέτως, εφόσον όχι μόνο είναι σε καλύτερη θέση αλλά θεωρείται και υπόχρεος να γνωρίζει τι ακριβώς είναι που συνέβη στο υποστατικό του, δεν μπορεί να χρησιμοποιεί την άγνοια του αθώου γείτονα του ως υπεράσπιση και να επαναπαύεται σε σχέση με την ευθύνη του για το περιστατικό και τις ζημιές που προκλήθηκαν συνεπεία αυτού. Είναι γι' αυτό που τόσο ο κανόνας της Rylands όσο και οι πρόνοιες του αρ.53, καθιστούν αυστηρή την ευθύνη του εναγόμενου όταν ικανοποιηθούν οι αντίστοιχες προϋποθέσεις τους και μεταφέρουν το βάρος στον τελευταίο να αποδείξει, ουσιαστικά το τι, πώς και γιατί έγινε ό,τι έγινε στο υποστατικό του, έτσι ώστε να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής. Και σίγουρα, εφόσον σκοπός του κανόνα είναι να προστατεύσει το αθώο μέρος από την αδικία που υπό κανονικές συνθήκες θα του προκαλούσε η άγνοια του, δεν αναμένεται ότι το εν λόγω μέρος θα τιμωρηθεί αν η μαρτυρία που προσκομίζει κατά την ακρόαση, ενώ αποδεικνύει την εστία της φωτιάς, καταλήγει σε «άγνωστα αίτια» πρόκλησης της ή αν παρουσιάσει το σχετικό πόρισμα που του δόθηκε από τις αρμόδιες διερευνητικές αρχές. Ένας άλλωστε που κάθεται στο σπίτι του, δεν αναμένει στη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων (ordinary course of things) ότι στο υποστατικό του γείτονα του θα ξεσπάσει φωτιά και ότι θα επεκταθεί και στο δικό του σπίτι. Εύλογα αναμενόμενο είναι λοιπόν, ότι όταν ένα πρόσωπο ξαφνικά αντιληφθεί φλόγες να εισέρχονται στο σπίτι του από το υποστατικό του γείτονα του και δεν γνωρίζει το γιατί, να ρωτήσει την αρμόδια διερευνητική αρχή για να μάθει τι έγινε και να θεωρήσει ως ορθό το τι θα του λεχθεί. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται και καθήκον του να αποδείξει την ορθότητα του συμπεράσματος της αρχής, εκτός αν αποφασίσει, αντί να επικαλεστεί τον κανόνα της Ryland και/ή το Αρ.53, να εγείρει αγωγή για απλή αμέλεια οπόταν και διατηρεί καθ' όλη την υπόθεση, το σχετικό βάρος απόδειξης (βλ. Στυλιανού ανωτέρω). Στην αντίπερα όχθη όμως, ο εναγόμενος έχει υποχρέωση αλλά και βάρος, αφ' ενός να πλήξει το όποιο εναντίον του συμπέρασμα έχει εξαχθεί και το οποίο επενεργεί, μέσω του κανόνα και των προνοιών του αρ.53, ώστε να τον καταστήσει εκ πρώτης όψεως αμελή και αφ' ετέρου να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό και με θετική μαρτυρία, είτε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης τον εντάσσουν στις εξαιρέσεις του κανόνα, όπως είναι π.χ. η ανωτέρα βία (act of God) και οι πράξεις τρίτων, κακόβουλες ή μη (βλ. Χριστοφή ανωτέρω), είτε ότι γενικά δεν ευθύνεται λόγω αμέλειας του για την πρόκληση ή την επέκταση της φωτιάς και τις ζημιές που προκλήθηκαν (βλ. Στυλιανού ανωτέρω). Παρατηρώ συνεπώς τα εξής. Σημειώνω κατ' αρχή ότι οι μόνοι μάρτυρες που ενεπλάκηκαν σε κάποιας μορφής διερεύνηση ως προς τα αίτια της φωτιάς, ήταν οι ΜΕ3 και ΜΥ3, ο μεν πρώτος εκ μέρους της Πυροσβεστικής, ο δε δεύτερος εκ μέρους της Η/Υ. Κάποια αναφορά ως προς τα πιθανά αίτια της φωτιάς έγινε και στην έκθεση του ΜΕ1 (Τεκ.1), όμως υπό τις περιστάσεις, η εν λόγω αναφορά κρίνω ότι δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί πλήρως. Αυτό γιατί ο ίδιος ο ΜΕ1 που συνέταξε την έκθεση δήλωσε κατά τη μαρτυρία του ότι η εν λόγω αναφορά ήταν καθαρά υποθετική και δεν επιθυμούσε ούτε να υιοθετήσει αλλά ούτε και να προωθήσει οποιαδήποτε θέση ως προς τα αίτια της φωτιάς και αφ' ετέρου, για τον απλούστατο αλλά άκρως πειστικό λόγο που έδωσε ο μάρτυρας, ήτοι διότι όχι μόνο δεν ερεύνησε τα αίτια της φωτιάς ώστε να μπορεί να εκφράσει οτιδήποτε πέραν από μιας εντελώς υποθετική αναφορά αλλά πολύ περισσότερο διότι ο ίδιος δεν είναι ούτε αρμόδιος αλλά ούτε και καταρτισμένος να προβεί σε μια τέτοια έρευνα και να εξάγει οποιοδήποτε τεκμηριωμένο και ασφαλές συμπέρασμα. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι μέρος της συγκεκριμένης αναφοράς που γίνεται στην έκθεση του μάρτυρα, τείνει να υποστηρίξει τη δικογραφημένη θέση των εναγομένων περί πρόκλησης της φωτιάς από πράξεις τρίτων. Την ίδια στιγμή όμως σημειώνω ότι όχι μόνο τέτοια θέση τελικά δεν προωθήθηκε από πλευράς εναγομένων, οι οποίοι περιορίστηκαν για το θέμα αυτό απλά στο να επισημάνουν αντίφαση μεταξύ ΜΕ1 και ΜΕ3 ως προς τα αίτια της φωτιάς, αλλά και ότι το άλλο μέρος της αναφοράς του μάρτυρα τείνει να υποστηρίξει τους ενάγοντες. Η απόρριψη συνεπώς της επί του προκειμένου αναφοράς του ΜΕ1 στην έκθεση του Τεκ.1, καθίσταται υπό τις περιστάσεις όχι μόνο επιβεβλημένη αλλά και δίκαια. Στρεφόμενος στη συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας των ΜΕ3 και ΜΥ3, σημειώνω ότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι οι δύο αυτοί ειδικοί έχουν καταλήξει σε αντίθετα συμπεράσματα ως προς τα αίτια της φωτιάς. Για τους λόγους όμως που θα προχωρήσω να εξηγήσω, αυτή η αντίθεση, η οποία δεν σχετίζεται θεωρώ με την αξιοπιστία των δύο μαρτύρων, δεν συνεπάγεται τις συνέπειες που υποστηρίζει η υπεράσπιση. Κατά πρώτο, η επί του προκειμένου θέση του ΜΕ3 ήταν ότι κατέληξε στο βραχυκύκλωμα ως αιτία της φωτιάς αφού απέκλεισε πρώτα την οποιαδήποτε κακόβουλη ενέργεια ή πράξη τρίτου καθώς και την οποιαδήποτε άλλη πιθανή αιτία. Η ορθότητα του αποκλεισμού αυτών των αιτιών δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αλλά ούτε και προωθήθηκε με θετική μαρτυρία, ειδική ή άλλως πώς, ότι ο μάρτυρας έσφαλλε με το να αποκλείσει αυτές τις αιτίες,. Κατά δεύτερο, στη βάση της εμπειρογνωμοσύνης του, ο ΜΕ3 απέκλεισε ρητά και τη πιθανότητα η φωτιά να ξεκίνησε από αναμμένο τσιγάρο και αυτό μάλιστα στα πλαίσια που του ζητήθηκε από την υπεράσπιση να σχολιάσει τη συγκεκριμένη αναφορά που γινόταν στο Τεκ.
- Η εξήγηση που ο μάρτυρας έδωσε για να αποκλείσει μια τέτοια πιθανότητα ήταν άκρως πειστική και επεξηγηματική, και σε κάθε περίπτωση, οι εναγόμενοι δεν επιχείρησαν να την αμφισβητήσουν ή να την αντικρούσουν με οποιαδήποτε ανάλογης βαρύτητας μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Κατά τρίτο, παρά το ότι ο ΜΕ3 αντεξετάσθηκε γενικά ως προς την πιστοποίηση που πρέπει να δίνει η Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία όταν το πόρισμα της Πυροσβεστικής είναι βραχυκύκλωμα ή ηλεκτρική βλάβη, εντούτοις ουδέποτε υπεδείχθη στο μάρτυρα η έκθεση του ΜΥ3 ώστε να μπορέσει ο μάρτυρας να τη σχολιάσει (βλ. μεταξύ άλλων ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟ κ.α. ν. ΚΥΠΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙ, Ποινική Έφεση 167/2013, 18/1/2017). Δεν παραγνωρίζω ότι κατά την ακρόαση, η υπεράσπιση ανέφερε ότι η μαρτυρία και έκθεση του ΜΥ3 εντοπίστηκε μετά τη μαρτυρία του ΜΕ3, όμως υπήρχε το δικαίωμα, το οποίο όμως δεν ασκήθηκε, όπως ζητηθεί η επανακλήτευση του ΜΕ3, επανακλήτευση η οποία μάλλον επιβάλλετο υπό τις περιστάσεις, ώστε να του υποδειχθεί αυτή η μαρτυρία, ιδιαίτερα εφόσον θα προωθείτο η θέση ότι η εν λόγω μαρτυρία τον αναιρεί. Ούτε όμως ζητήθηκε να κλητευτεί δυνάμει του αρ.26 Κεφ.9, ο αρμόδιος αστυνομικός που συνέταξε το τελικό επίσημο πόρισμα της αστυνομίας (Τεκ.10), ώστε να εξηγήσει γιατί τελικά η αστυνομία υιοθέτησε αντίθετη θέση από αυτή του ΜΥ3 και αυτό παρά το ότι η υπεράσπιση είχε ζητήσει και της δόθηκε από το Δικαστήριο χρόνος, για να μελετήσει συγκεκριμένα αυτό το ενδεχόμενο. Επισημαίνω ότι όταν υποδείχθηκε στο ΜΥ3 η έκθεση της Αστυνομίας και του ζητήθηκε κατά την κυρίως εξέταση του να σχολιάσει το γιατί η αστυνομία, η οποία υποτίθεται ότι είχε και τη δική του έκθεση πριν να ετοιμάσει το επίσημο πόρισμα της, κατέληξε στο βραχυκύκλωμα ως αιτία της φωτιάς, ο μάρτυρας παρέπεμψε για την απάντηση στον αρμόδιο αστυνομικό. Ο λόγος προφανώς που δεν ζητήθηκε είτε η επανακλήτευση του ΜΕ3 είτε η κλήτευση οποιουδήποτε μάρτυρα δυνάμει του αρ.26, είναι διότι η υπεράσπιση εσφαλμένα θεωρούσε ότι το μόνο που είχε υποχρέωση να κάμει ήταν να δημιουργήσει αμφιβολία στη μαρτυρία των εναγόντων σε σχέση με τα αίτια της φωτιάς, παραγνωρίζοντας όμως έτσι ότι, με την απόδειξη ότι η εστία της φωτιάς ήταν στο υποστατικό των εναγομένων, το βάρος ήταν στους ώμους των τελευταίων να αποδείξουν ότι τα αίτια της φωτιάς δεν οφείλονταν στην αμέλεια τους. Κατά τέταρτο, η κατάληξη του ΜΕ3 ότι η φωτιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα, έστω και αν δεν συνάδει με την εκτίμηση του ειδικού ΜΥ3, δεν ήταν παράλογη υπό τις περιστάσεις που είχε ενώπιον του ο ΜΕ1, εφόσον όχι μόνο όλες οι άλλες αιτίες είχαν αποκλειστεί και στο σημείο που κρίθηκε να είναι η εστία της φωτιάς, βρέθηκαν να υπάρχουν συρματώσεις αλλά και διότι, όπως αμφότεροι οι ειδικοί που κάλεσε η υπεράσπιση σε σχέση με τα θέματα ηλεκτρικών εγκαταστάσεων ανέφεραν, ήτοι οι ΜΥ2 και ΜΥ3, ο κίνδυνος βραχυκυκλώματος υπάρχει πάντα σε μια ηλεκτρική εγκατάσταση όταν υπάρχει παροχή ρεύματος και το κλείσιμο απλά του γενικού διακόπτη δεν συνεπάγεται τέτοια διακοπή και εξάλειψη του κινδύνου. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο ίδιος ο μάρτυρας της ΑΗΚ που κάλεσαν οι εναγόμενοι (ΜΥ2), το υποστατικό των εναγομένων είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο αδιάκοπτη παροχή ρεύματος έστω και αν οι μετρητές του δεν έδειχναν οποιαδήποτε κατανάλωση και λογιστικά ο λογαριασμός του παρουσιαζόταν «παγοποιημένος». Επισημαίνω εδώ ότι η δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης ήταν ότι δεν μπορούσε να υπάρξει βραχυκύκλωμα διότι ο γενικός διακόπτης του ρεύματος ήταν κλειστός όταν ξέσπασε η φωτιά. Αυτή η θέση προωθήθηκε μέσω της εξ' ακοής μαρτυρίας της ΜΥ1, η οποία μάρτυρας όμως, επί του θέματος αυτού περιορίστηκε να αναφέρει ότι αυτή ήταν η πληροφόρηση που είχε λάβει από τον αποβιώσαντα πατέρα της και δεν μπορούσε ούτε να την επιβεβαιώσει αλλά ούτε και να τη διαψεύσει εφόσον μετά που το υποστατικό έκλεισε το 2006, η ίδια ούτε καν το επισκέπτετο. Τούτο, σε συνδυασμό με το ότι κανένας εκ των μαρτύρων που παρουσίασαν οι εναγόμενοι ως ειδικούς επί του θέματος, ήτοι οι ΜΥ2 και ΜΥ3, δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσουν ότι ο διακόπτης ήταν κλειστός πριν από τη φωτιά αλλά αντίθετα, όπως αμφότεροι εξήγησαν, ο διακόπτης μπορεί να ήταν ανοικτός και να έκλεισε λόγω της φωτιάς, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή την πτυχή της μαρτυρίας της ΜΥ1 και της εκδοχής των εναγομένων γενικότερα (βλ. ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ κ.α. ν. ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:A263, Πολιτική Έφεση Αρ. 288/2010, 31/5/2016). Στη σελ.10 της αγόρευσης του, ο κ. Αγαπητός υποστηρίζει ότι εφόσον η κατανάλωση ρεύματος για το υποστατικό ήταν μηδενική κατά τον ουσιώδη χρόνο, αυτό καταδεικνύει ότι δεν υπήρξε βραχυκύκλωμα διότι αν λάμβανε χώρα τέτοιο βραχυκύκλωμα αυτό θα καταγράφετο ως κατανάλωση. Με κάθε σεβασμό προς το συνήγορο, ο ειδικός της ΑΗΚ, δηλαδή ο ΜΥ2, ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο και ουδέποτε ρωτήθηκε να σχολιάσει κατά πόσο ένα ενδεχόμενο βραχυκύκλωμα θα καταγράφετο ως κατανάλωση. Αντιθέτως, έχοντας όλους τους λογαριασμούς ενώπιον του, ο μάρτυρας περιορίστηκε να αναφέρει ότι η κατανάλωση στο υποστατικό των εναγομένων ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο μηδενική και ότι εφόσον το υποστατικό είχε παροχή ρεύματος, ο κίνδυνος βραχυκυκλώματος ήταν υπαρκτός. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, καθίσταται περιττή η ενασχόληση με το ποιου εκ των ΜΕ3 και ΜΥ3 το συμπέρασμα ως προς τα αίτια της φωτιάς είναι το ορθό, αφ' ενός διότι ούτε οι εναγόμενοι βασίζονται στην ορθότητα οποιουδήποτε εκ των πορισμάτων που παρουσιάστηκαν, υποστηρίζοντας ουσιαστικά τη θέση ότι τα αίτια της φωτιάς παρέμειναν άγνωστα και αφ' ετέρου διότι, όπως εξηγώ πιο κάτω, όποιο συμπέρασμα και αν ευσταθεί και ακόμη και αν τα αίτια είναι άγνωστα, αυτό δεν βοηθά την υπεράσπιση και σίγουρα δεν πλήττει την υπόθεση των εναγόντων. Εάν δηλαδή ευσταθεί το πόρισμα περί βραχυκυκλώματος στο ψευδοτάβανο του υποστατικού των εναγομένων, ο ισχυρισμός των τελευταίων ότι έκλεισαν το γενικό διακόπτη, δείχνει τουλάχιστο ότι η προσοχή τους είχε στραφεί και στο θέμα της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Σύμφωνα όμως με τη μαρτυρία του ίδιου του ειδικού που κάλεσαν οι εναγόμενοι, ήτοι του ΜΥ2, ενόσω συνεχίζεται η παροχή ρεύματος από την ΑΗΚ σε ένα υποστατικό, ο κίνδυνος βραχυκυκλώματος, έστω και με το γενικό διακόπτη κλειστό, είναι υπαρκτός και ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί είναι αν διακοπεί εντελώς η παροχή ρεύματος από την ΑΗΚ στο υποστατικό. Η επιλογή συνεπώς των εναγομένων να διατηρήσουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε ένα υποστατικό το οποίο ήταν σε μεγάλο βαθμό επενδυμένο με ξύλο και το οποίο για τα τελευταία δύο χρόνια ήταν κλειστό, είχε ως αποτέλεσμα ουσιαστικά τη διατήρηση ως υπαρκτού του κινδύνου βραχυκυκλώματος και ακόμη και αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός τους ότι είχαν κλείσει το γενικό διακόπτη, η οποία ήταν και η μόνη σχετική ενέργεια που ισχυρίστηκαν ότι έκαμαν, η εν λόγω ενέργεια δεν ήταν αρκετή ούτε για να αποφευχθεί η εκδήλωση του κινδύνου αλλά ούτε και για να θεωρηθούν ότι έλαβαν, ως όφειλαν, όλα τα εύλογα αναγκαία μέτρα για να μην προκληθεί φωτιά συνεπεία βραχυκυκλώματος. Αν από την άλλη η φωτιά δεν προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα, ως υποστήριξε ο ΜΥ3, τότε εφόσον δεν έχει αντικρουσθεί η ορθότητα του αποκλεισμού όλων των άλλων αιτιών που αν προωθούνταν και ευσταθούσαν, ενδεχομένως να ενέτασσαν την περίπτωση στις εξαιρέσεις του κανόνα της Ryland και του Αρ.53 και εφόσον έχει παραμείνει ακλόνητη η κοινή αντίληψη όλων ότι η φωτιά άρχισε από το υποστατικό των εναγομένων και στη συνέχεια επεκτάθηκε στο υποστατικό των εναγόντων, οι πρώτοι όφειλαν πλέον να αποδείξουν πώς και γιατί το ξέσπασμα της φωτιάς δεν θα πρέπει να αποδοθεί σε αμέλεια τους ως είναι και το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργούν οι πρόνοιες του αρ.
- Ως εξήγησα ανωτέρω, οι εναγόμενοι δεν μπορούν να επικαλούνται την άγνοια ως προς τα αίτια της φωτιάς για να απαλλαχτούν από το θέσμιο συμπέρασμα που δημιουργείται εναντίον τους, εφόσον το «άγνωστο» σε υποθέσεις αυτής της φύσης οι οποίες εδράζονται επί του Αρ.53, δεν είναι προς όφελος του εναγόμενου που επενεργεί αλλά του ενάγοντα. Από τη στιγμή λοιπόν που οι εναγόμενοι επέλεξαν να βασιστούν στο «άγνωστο» και να μην προσφέρουν θετική μαρτυρία ως προς το θέμα των αιτιών της φωτιάς ώστε να καταδείξουν γιατί δεν ήταν αμελείς, τουλάχιστο για την πρόκληση της, θα πρέπει να υποστούν και τις ανάλογες συνέπειες. Συνεπώς, όπως και να ήθελε προσεγγισθεί η μαρτυρία ως προς τα αίτια της φωτιάς, η ουσία παραμένει, θεωρώ, ότι η μαρτυρία που παρουσίασαν οι ενάγοντες ως προς το ότι η εστία της φωτιάς ήταν εντός του υποστατικού των εναγομένων και ότι αφού ξέσπασε εκεί η φωτιά, στη συνέχεια επεκτάθηκε στο δικό τους υποστατικό προκαλώντας τους τις ζημιές που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν, ήτοι τις ζημιές που εντόπισε και εκτίμησε ο ΜΕ1, ήταν αξιόπιστη και στη βάση της προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Κατ' επέκταση, οι ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης του αρ.53 και συνεπώς το βάρος έχει μετατοπιστεί στους εναγόμενους να αποδείξουν ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτοί ευθύνονται, τουλάχιστο σε σχέση με την έναρξη της φωτιάς, οι οποίοι όμως, με τη μαρτυρία που προσκόμισαν και τις θέσεις που προώθησαν, απέτυχαν να το αποσείσουν. Δεν διαπιστώνω τέλος, στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας, να ευσταθεί η όποια θέση των εναγομένων αναφορικά με πράξεις ή παραλείψεις των εναγόντων οι οποίες να έσπασαν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ συμβάντος και ζημιάς ιδιαίτερα όταν περί αυτού του θέματος, οι εναγόμενοι περιορίστηκαν μόνο σε αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2, η μαρτυρία των οποίων όμως, ως εξήγησα ανωτέρω, ουδόλως βοηθά την υπεράσπιση. Στη βάση όλων των πιο πάνω και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν ηγέρθη οποιαδήποτε ένσταση και ούτε αμφισβητήθηκε η νομιμοποίηση έγερσης της παρούσας αγωγής και εκ μέρους της CNP στη βάση της αρχής του subrogation για το ποσό που η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε, κρίνω ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €17.061,44 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα και ΦΠΑ ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Αμέλεια - Ζημιά από φωτιά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο