← Κύπρος

¡Ò›ÛÙÁ Ì. M.D.M EDUCATION SERVICES LTD Í.·., ¡Ò. ’ÔË. 66/2013, 3/1/2019

¡Ò›ÛÙÁ Ì. M.D.M EDUCATION SERVICES LTD Í.·., ¡Ò. ’ÔË. 66/2013, 3/1/2019 –¡√ ’–—…œ” ƒ… «√œ—… œ” ”’ÀÀœ√œ” CyLaw | ¡Ì·ˆÔÒÈÍ‹ Ï'ÂÏ‹Ú | " target="_top">≈ÈÍÔÈÌ˘Ìfl· | ºÒÔÈ ˜ÒfiÛÁÚ ∏ÒÂıÌ· - ·Ù‹ÎÔ„ÔÚ ¡Ôˆ‹ÛÂ˘Ì –Ò˘Ù¸‰ÈÍ˘Ì ƒÈÍ·ÛÙÁÒfl˘Ì - ≈ψ‹ÌÈÛÁ ¡Ì·ˆÔÒ˛Ì (Noteup on) - ¡ˆ·flÒÂÛÁ ’Ô„Ò·ÏÏflÛÂ˘Ì ECLI:CY:EDLAR:2019:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ – ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υποθ. 66/2013 Μεταξύ: XXXXX Αρέστη, Δ.Τ. [...], εκ Λάρνακας Ενάγουσας και

  1. M.D.M EDUCATION SERVICES LTD, Ραφαήλ Σάντη 15, Λάρνακα
  2. XXXXX Λουκά, Δ.Τ. [...]
  3. XXXXX Λουκά, Δ.Τ. [...] Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 3.1.2019 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγουσα꞉ κα Κ. Κώστα, για κ. Γιώργο Βασιλείου Για τους Εναγόμενους 1 έως 3꞉ κ. Σ. Αργυρού, για Σωτήρης Αργυρού και Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αξιώνει: «Α. Aπόφαση για το ποσό των €8.850 ως τα καθυστερημένα δεδουλευμένα ενοίκια για τους μήνες 1/3/2012 μέχρι 1/11/2012 εκ €950 μηνιαίως και/ή αποζημιώσεις για αθέτηση συμβάσεως και/ή άλλως πως. Β. Αποζημιώσεις για αθέτηση σύμβασης. Γ. Νόμιμο τόκο. Δ. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ.» Η εκδοχή της Ενάγουσας, ως δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α»), που είναι ειδικά οπισθογραφημένη στο κλητήριο ένταλμα, είναι η εξής꞉
  4. Η Ενάγουσα, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια και νόμιμη δικαιούχος των καταστημάτων 1, 2 και 3 επί της οδού XXXXX 15, πολυκατοικία XXXXX Court στη Λάρνακα, τα οποία ακίνητα έχουν συμπληρωθεί κατά ή περί το Μάρτιο του
  5. Η Ενάγουσα, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ενοικιάσεως, ημερομηνίας 26.6.2009, ενοικίασε το ως άνω κατάστημα στους εναγόμενους για περίοδο από 1/8/2009 μέχρι 31/7/2015 με μηνιαίο ενοίκιο €950 από 1/8/2009 – 31/7/2015, πληρωτέον την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός.
  6. Ήταν ρητός όρος της ως άνω συμφωνίας και οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν ταυτόχρονα με το ενοικιαστήριο έγγραφο εγγύηση για πιστή τήρηση από τους ενοικιαστές των όρων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το ενοικιαστήριο έγγραφο.
  7. Οι εναγόμενοι παράνομα, αυθαίρετα και κατά παράβαση των όρων της ως άνω αναφερόμενης έγγραφης συμφωνίας ενοικίασης, έπαυσαν να πληρώνουν ή και [άρχισαν] να καθυστερούν την πληρωμή των ενοικίων παρά τις διαβεβαιώσεις τους προς την ενάγουσα ότι θα έπρατταν τούτο. Εντούτοις, μέχρι και σήμερα, εξακολουθούν να παραβαίνουν την ως άνω συμφωνία, αφού αμελούν ή και καθυστερούν την πληρωμή των ενοικίων και κατέχουν τα ως άνω καταστήματα παράνομα.
  8. Τα καθυστερημένα δεδουλευμένα ενοίκια μέχρι σήμερα ανέρχονται στο ποσό των €8.850, ήτοι για τους μήνες από 1/3/2012 μέχρι 1/11/2012 εκ €950 μηνιαίως, τα οποία δεν καταβλήθηκαν.
  9. Οι εναγόμενοι, με επιστολή των Δικηγόρων τους, ημερομηνίας 16.5.2012, προτίθεντο να τερματίσουν τη συμφωνία ενοικίασης, αλλά παρόλα αυτά συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα υποστατικά της ενάγουσας παράνομα και χωρίς να καταβάλλουν οιονδήποτε ενοίκιο.
  10. Η ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της, ημερομηνίας 28.9.2012, τερμάτισε την εν λόγω ενοικίαση και κάλεσε τους εναγόμενους να παραδώσουν την κατοχή των καταστημάτων στην ιδιοκτήτρια και να πληρώσουν το ποσό των €8.850, το οποίο αντιπροσωπεύει τα ενοίκια μέχρι τον Νοέμβριο του 2012 και παρόλα αυτά ουδέν ποσό κατέβαλαν μέχρι και σήμερα και, ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι κατέχουν και επεμβαίνουν παράνομα στα ως άνω καταστήματα επί της οδού Ραφαήλ Σάντη 15 στη Λάρνακα.
  11. Οι εναγόμενοι, κατά ή περί την 19.11.2012, απέστειλαν επιστολή στην ενάγουσα στην οποία επισύναψαν τα κλειδιά του υποστατικού και παρέδωσαν την ελεύθερη κατοχή των ακινήτων.
  12. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι λόγω των πιο πάνω πράξεων και/ή παραλείψεων των εναγομένων υφίσταται ζημιά, ίση με την ενοικιαστική αξία των ως άνω καταστημάτων, δια των οποίων δικαιούται να αποζημιωθεί ως κατωτέρω αναφέρεται.
  13. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικώς και άνευ βλάβης των ανωτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι πλούτισαν και πλουτίζουν αδικαιολόγητα εις βάρος της ενάγουσας, παράνομα και/ή χωρίς νόμιμη αιτία στο ποσό της ενοικιαστικής αξίας των ως άνω καταστημάτων που κατείχαν, χωρίς οποιαδήποτε χαριστική πρόθεση και χωρίς να λάβουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα και/ή αντίστοιχα της ενοικιαστικής αξίας των καταστημάτων. Στο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, αναφέρουν ότι αυτοί παραδέχονται ότι υπέγραψαν ενοικιαστήριο έγγραφο ως η παρα. 2 της Ε/Α και/ή ότι εγγυήθηκαν την τήρηση του ενοικιαστηρίου έγγραφου ως η παρα. 3 της Ε/Α, αρνούνται όμως τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της ενάγουσας και την καλούν σε απόδειξη των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Περεταίρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τα ακόλουθα: · Οι εναγόμενοι, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 16/5/2012, ανέφεραν ότι τερματίζουν την συμφωνία ενοικίασης από το τέλος Ιουλίου 2012 και παράλληλα εξουσιοδότησαν την ενάγουσα να προχωρήσει σε νέα ενοικίαση και να αναρτήσει πινακίδες με την λέξη «Ενοικιάζεται». Καμία συμφωνία δεν παραβιάζεται, εφόσον, πέραν του τερματισμού της ενοικίασης από το τέλος Ιουλίου, έχουν παραληφθεί και τα κλειδιά από την ενάγουσα τον Νοέμβριο του 2012, τα οποία παράλαβε με την επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων ημερομηνίας 19/11/2012, αφού η ενάγουσα αρνείτο επανελειμένως να τα παραλάβει από τον τερματισμό της σύμβασης ενοικιάσεως από τέλη Ιουλίου
  14. Τα οφειλόμενα ποσά ανέρχονται σε €4.750,00 μειωμένο κατά €950,00 καθ΄ότι κατακρατείται το ποσό της εγγύησης που έχει καταβληθεί από τους εναγόμενους, δηλαδή οφείλονται οι μήνες Μάρτιος μέχρι και Ιούλιος του 2012 μείον το ποσό των €950,00 όπως πιο πάνω αναφέρεται. Η σύμβαση ενοικίασης τερματίστηκε τον Ιούλιο του 2012 και από τότε δεν έχει χρησιμοποιηθεί ξανά το επίδικο υποστατικό. Η ενάγουσα ουδεμία ζημιά έχει υποστεί ή υφίσταται. Ανταπαιτητικά, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έχουν να λαμβάνουν από την ενάγουσα το ποσό των €23.692,50 το οποίο δαπάνησαν για διάφορες εργασίες στο υποστατικό της ενάγουσας, το όφελος των οποίων παραμένει στην κατοχή της. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι προέβησαν στις πιο κάτω εργασίες: i. Τοίχος 15εκ. διπλός με πετροβάμβακα εσωτερικός 115τ.μ. @ €30 = €
  15. ii. Τοίχος 15εκ. Διπλός με πετροβάμβακα εσωτερικός (κυκλικός) 10 τ.μ. @ €35 = €
  16. iii. Ταβάνι 60X60 40τμ @ €25 = €
  17. iv. Πογιατίσματα και σπάτουλες €
  18. v. Μεσόπορτες με τους παραστατούς (205Χ90) 5 @ €350 = €
  19. vi. Παράθυρα με σταθερό γυαλί (100Χ100) 3 @ €225 = €
  20. vii. Ηλεκτρική εγκατάσταση 20 σημεία, αγορά και τοποθέτηση υλικών (4 φλωρένσες 60Χ60 – 6 emergency lights – καλώδια 2,5 διά πρίζες – 22 πρίζες διπλές – 6 heater διά A/C) = €
  21. viii. A/C 9000 BTU OPUS 4@635=€
  22. ix. A/C 12000 BTU OPUS 1@ €835 = €
  23. x. Μεταλλικά βενίσιαν 5 @ €65 = €
  24. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι εναγόμενοι αιτούνται την έκδοση απόφασης υπέρ τους, ως η ανταπαίτηση, μειωμένη κατα €3.600, ως το οφειλόμενο ποσό ενοικίων μέχρι και του Ιουλίου
  25. Στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, η Ενάγουσα απάντησε στους ισχυρισμούς των εναγομένων – εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων, ως εξής꞉ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Η Ενάγουσα αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, στο βαθμό που είναι αντίθετοι ή / και δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς της ως αυτοί αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησής της. Εφόσον οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι υπέγραψαν το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο και/ή το έγγραφο εγγύησης, κωλύονται να μην αποδέχονται τις απορρέουσες από αυτό υποχρεώσεις τους. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι τερμάτισαν ρητά την ρηθείσα ενοικίαση με επιστολή ημερομηνίας 16/05/2012 μέσω του δικηγόρου τους, παρά μόνο εξέφρασαν πρόθεση όπως τερματίσουν την εν λόγω ενοικίαση, πάρα ταύτα ουδέποτε έπραξαν αυτό ρητά. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι, σύμφωνα με το νόμο και/ή τη νομολογία, ο τερματισμός πρέπει να είναι σαφής και να καθορίζει τον τερματισμό της υφιστάμενης ενοικίασης σε συγκεκριμένο χρόνο και οι Εναγόμενοι ουδέποτε έπραξαν αυτό. Οι Εναγόμενοι κωλύονται σήμερα να αρνούνται την οποιαδήποτε αξίωση της Ενάγουσας, αφού οι ίδιοι παραδέχονται ρητά, στην παρα. 4(β) της Έκθεσης Υπεράσπισής τους, την παράδοση των κλειδιών του επίδικου υποστατικού την 19/11/2012 και, συνεπώς, την παράδοση κενής της κατοχής του επίδικου υποστατικού στην Ενάγουσα από τους Εναγομένους την εν λόγω ημερομηνία, ήτοι στις 19/11/
  26. Η Ενάγουσα απορρίπτει και αρνείται την Ανταπαίτηση και είναι η θέση της ότι οι Εναγόμενοι εμποδίζονται να διεκδικούν οιανδήποτε αποζημίωση καθότι, με βάση με τον όρο 9 του επίδικου ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 26/06/2009, ο Ενοικιαστής, ήτοι η Εναγόμενη 1 εταιρεία, μετά τη λήξη ή τον τερματισμό της υπό κρίση ενοικιάσεως υποχρεούται όπως αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη, ήτοι την Ενάγουσα, με ποσό ίσο προς το ποσό το οποίο ο ιδιοκτήτης θα καταβάλει δια την επαναφορά του υποστατικού στην προτέραν αυτού κατάσταση. Ως εκ τω ανωτέρω, η Ενάγουσα εξαιτείται απόρριψη της Ανταπαιτήσεως, με έξοδα εις βάρος των Εναγομένων και απόφαση ως η Έκθεση Απαιτήσεως. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Για την υπόθεση της Ενάγουσας, προσήλθαν ως μάρτυρες η ίδια η Ενάγουσα, κα XXXXX Αρέστη (στο εξής «η ΜΕ1») και ο σύζυγός της, κ. XXXXX Αρέστη (στο εξής «ο ΜΕ2»). Από την άλλη, για την υπόθεση των Εναγομένων, προσήλθε ως μάρτυρας ο Εναγόμενος 2 (στο εξής «ο ΜΥ1»), ο οποίος είναι Διευθυντής της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας και σύζυγος της Εναγομένης αρ. 3, καθώς και ο κ. XXXXX Ανδρέου (στο εξής «ο ΜΥ2»), ο οποίος είναι επιμετρητής ποσοτήτων. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ (ΜΕ1) Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της, η ΜΕ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (βλ. το Έγγραφο Α). Για να αποδείξει τη δικογραφημένη θέση της, ότι ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου καταστήματος επί της οδού XXXXX 15 στην πολυκατοικία XXXX Court στη Λάρνακα, η οποία έχει συμπληρωθεί κατά και ή περί τον Μάρτιο του 1997, η ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α). Για να αποδείξει τη συμφωνία ενοικιάσεως του επίδικου καταστήματος προς την Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία και το ποσό του ενοικίου που συμφωνήθηκε, η ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε χαρτοσημασμένο πρωτότυπο έγγραφο της συμφωνίας ενοικιάσεως ημερομηνίας 26/06/2009 (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α). Σημειωτέον ότι στη σύμβαση ενοικιάσεως, ως έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο, επισυνάπτεται δέσμη εγγράφων που περιλαμβάνει το Πιστοποιητικό Σύστασης της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας, το Πιστοποιητικό Αξιωματούχων της ίδιας εταιρείας, το Πιστοποιητικό Μετόχων και το Πιστοποιητικό για τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας. Σημειώνεται περαιτέρω ότι στη σελίδα 3 της σύμβασης ενοικιάσεως ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, είναι καταγεγραμμένη η δήλωση των Εναγομένων 2 και 3 ότι «Εγγυώμεθα αλληλεγγύως μετά του ενοικιαστού την πιστή εκτέλεση των όρων της παρούσας συμφωνίας ενοικιάσεως», την οποία δήλωση υπογράφουν οι δύο εγγυητές με δύο μάρτυρες της υπογραφής τους. Ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι η ενοικιάστρια - Εναγόμενη 1 εταιρεία, κατά παράβαση των όρων της ως άνω αναφερόμενης έγγραφης συμφωνίας ενοικιάσεως, ημερ. 26/06/2009, έπαυσε να πληρώνει και καθυστερούσε την πληρωμή των ενοικίων, παρά τις διαβεβαιώσεις του διευθυντή της (Εναγομένου 2 - ΜΥ1) προς την Ενάγουσα (ΜΕ1), ότι θα πλήρωναν τα ενοίκια. Παρουσίασε η ΜΕ1 την επιστολή των Δικηγόρων της Εναγομένης αρ. 1, ημερ. 16/05/2012, με την οποία, ως η θέση της ΜΕ1, εκφραζόταν η πρόθεση της Εναγομένης αρ. 1 να τερματίσει την συμφωνία ενοικίασης (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α). Σημειωτέον ότι η επιστολή ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, αναφέρει τα εξής꞉ «Ενεργούμε εκ μέρους και κατ’ εντολή της MDM Educational Services, αντισυμβαλλόμενου σας για σκοπούς της πιο πάνω σύμβασης και θα θέλαμε να σας αναφέρουμε τα ακόλουθα꞉ Δυστυχώς, παρά την αλληλογραφία από τους πελάτες μας ημερομηνίας 2/4/12 κατά την οποία οι πελάτες μας εισηγήθηκαν κάποιο τρόπο διευθέτησης για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στη σημερινή οικονομική κρίση, η δική σας στάση δεν αφήνει άλλη επιλογή στους πελάτες μας από του να τερματίσουν την πιο πάνω συμφωνία. Οι επλάτες μας είναι έτοιμοι να παραδώσουν κενή κατοχή του υποστατικού και να τηρήσουν τα όσα αναφέρονται στην επιστολή σας ημερομηνίας 9/4/
  27. Έχετε την άδεια από τους πελάτες μας να αναρτήσετε πινακίδες ενοικίασης και οι πελάτες μας είναι στη διάθεση σας να παράσχουν κάθε βοήθεια για ενοικίαση των υποστατικών σας. Αναμένουμε τη θετική ανταπόκριση και κατανόηση επί του θέματος.» Παρά το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, είναι η θέση της ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη συνέχισε να έχει την κατοχή του επίδικου καταστήματος και να το χρησιμοποιεί, χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε ενοίκιο. Στη συνέχεια, η ΜΕ1 παρουσίασε την απαντητική επιστολή που απέστειλαν οι δικηγόροι της κατ’ εντολή της ίδιας, ημερομηνίας 28/09/2012, προς την Εναγόμενη 1 (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α). Η εν λόγω επιστολή ανέφερε τα εξής꞉ «Ενετάλην παρά της πελάτιδος μας κας XXXXX Αρέστη, ίνα σας πληροφορήσουμε ότι καθυστερείτε να καταβάλετε εις αυτή τα ενοίκια για τους μήνες Μάρτιο μέχρι και Οκτώβριο 2012, ήτοι σύνολο €7.600 (€950 μηνιαίως), διά την ενοικίαση των καταστημάτων 1, 2 και 3 της πιο πάνω πελάτιδος μας επί της οδού XXXXX 15, εις πολυκατοικία XXXXX Court εν Λάρνακα. Εάν εντός 7 ημερών από λήψεως της παρούσης αμελήσετε και/ή αρνηθείτε να καταβάλετε τα πιο πάνω οφειλόμενα ποσά, τότε η εν λόγω ενοικίαση ΤΕΡΜΑΤΙΖΕΤΑΙ και θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον σας για έξωση σας και απαίτηση των πιο πάνω ποσών, άνευ άλλης ειδοποιήσεως. Καλείσθε όπως καταβάλετε και €100,00σ. έξοδα παρούσης. Πάσα διευθέτησης μετά της πελάτιδος μου δέον όπως γίνει στο γραφείο μου [δ/νση]. Διατελώ κατ’ εντολή». Όπως δήλωσε η ΜΕ1, κατά ή περί την 19/11/2012, η Εναγόμενη αρ. 1, μέσω του δικηγόρου της, απέστειλε στην ίδια (δηλ. τη ΜΕ1) επιστολή, με την οποία παρέδωσε τα κλειδιά του επίδικου καταστήματος και την ελεύθερη κατοχή του. Η εν λόγω επιστολή, ημερομηνίας 19/11/2012, κατατέθηκε ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω επιστολή αναφέρονται τα εξής꞉ «Ενεργούμε εκ μέρους και κατ’ εντολή της [Εναγόμενης 1] ατισυμβαλλόμενου σας, για σκοπούς της πιο πάνω σύμβασης, και θα θέλαμε να σας αναφέρουμε τα ακόλουθα꞉ Δυστυχώς παρά την αλληλογραφία από τους πελάτες μας σε διάφορες ημερομηνίες και κατά συνέχεια και της δικής μσας επιστολής ημερομηνίας 16/5/2012 όπου ΤΕΡΜΑΤΙΣΤΗΚΕ το ενοικιαστήριο συμβόλαιο, αρνείστε και/ή δεν είσαστε πρόθυμοι να παραλάβετε τα κλειδιά του υποστατικού. Διά των άνω παρακαλώ όπως βρείτε επισυνημμένα με την παρούσα τα κλειδιά του υποστατικού το οποίο παραδίδεται ως έχει, συμπεριλαμβανομένων των βελτιώσεων, μετατροπές, τροποποιήσεις και/ή αναβαθμίσεις που έχουν γίνει από τους πελάτες μας και ανέρχονται άνω των €25.
  28. Επιπλέον οι πελάτες μας έχουν ήδη προβεί σε επιπλέον προσωπικά έξοδα για να αναρτηθούν πινακίδες ενοικίασης και για να παρασχεθεί κάθε δυνατή βοήθεια για ενοικίαση των υποστατικών σας.». Επέμεινε η ΜΕ1, κατά την κυρίως εξέτασή της, στη θέση, ως η δικογραφημένη θέση στην Έκθεση Απαίτησης, ότι αυτή υφίσταται ζημιά, ίση με την ενοικιαστική αξία του επίδικου καταστήματος ένεκα των πιο πάνω πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων, για την οποία δικαιούται να αποζημιωθεί. Είναι η θέση ης ΜΕ1 ότι οι εναγόμενοι πλούτισαν αδικαιολόγητα εις βάρος της, παράνομα και χωρίς νόμιμη αιτία, στο ποσό της ενοικιαστικής αξίας του επίδικου καταστήματος που κατείχαν χωρίς οποιαδήποτε χαριστική πρόθεση και χωρίς να λαμβάνει η ίδια οποιοδήποτε αντάλλαγμα αντίστοιχο της ενοικιαστικής αξίας των καταστημάτων. Όσον, δε, αφορά την ανταπαίτηση των εναγομένων, η ΜΕ1 την απέρριψε ως αβάσιμη, καθ’ότι, σύμφωνα με τον όρο 9 του ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 26/06/2009 (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), οι εναγόμενοι μετά την λήξη και τον τερματισμό της ενοικίασης έπρεπε να την αποζημιώσουν με ποσό ίσο προς το ποσό που θα καταβάλει για την επαναφορά του υποστατικού εις την προτέραν αυτού κατάσταση και ως εκ τούτου ουδένα δικαίωμα έχουν για οιανδήποτε αξίωση. Περαιτέρω, η ΜΕ1 ανέφερε ότι οποιεσδήποτε μετατροπές έγιναν εντός του επίδικου υποστατικού, έγιναν για τους σκοπούς εξυπηρέτησης της φύσεως των εργασιών των εναγόντων και σε καμία περίπτωση έχει η ΜΕ1 υποχρέωση καταβολής οιουδήποτε ποσού, αφού, εκτός του ότι οι εν λόγω μετατροπές είναι ενσωματωμένες στο υποστατικό, ουδέποτε είχε ζητηθεί η γραπτή συγκατάθεση της ΜΕ1 για αυτές, ως προνοεί ο όρος 8 της Συμφωνίας Ενοικίασης. Οι οποιεσδήποτε μετατροπές έγιναν καθαρά από επιλογή και μόνο των ιδίων των Εναγομένων. Εν πάση περιπτώσει, η υπογραφή της Συμφωνίας Ενοικίασης έγινε αφού πρώτα οι Εναγόμενοι εξέτασαν ενδελεχώς τα υποστατικά και τα παρέλαβαν σε άριστη κατάσταση, γεγονός που εμφαίνεται και από τον όρο 5 της ρηθείσας Συμφωνίας. Με βάση τα πιο πάνω λεχθέντα, η ΜΕ1 εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι αυτή δικαιούται σε Απόφαση και/ή Διάταγμα Δικαστηρίου για το ποσό των €8,850 το οποίο αντιπροσωπεύει τα καθυστερημένα δεδουλευμένα ενοίκια για τους μήνες από 01/03/2012 μέχρι την 01/11/2012, πλέον αποζημιώσεις για αθέτηση σύμβασης, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον δικηγορικά έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜE1 (Ενάγουσα) παραδέχτηκε ότι η μόνη επαφή που είχε η ίδια προσωπικά με τους Εναγομένους ήταν κατά το στάδιο της υπογραφής της συμφωνίας ενοικιάσεως. Οι οποιεσδήποτε επαφές γίνονταν μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας ήταν μεταξύ του συζύγου της ΜΕ1, κου Τάσου Αρέστη (ΜΕ2) και του Εναγομένου
  29. Δήλωσε η ΜΕ1, κατά την αντεξέτασή της, ότι αυτή δεν γνώριζε να πει με βεβαιότητα αν οι Εναγόμενοι αγόρασαν τον εξοπλισμό του υποστατικού στην κατάσταση που το βρήκαν κατά την έναρξη της ενοικίασης, δηλαδή με τα κλιματιστικά του και τα διαχωριστικά των τοίχων που ήδη υπήρχαν στο χώρο, αλλά είχε πράγματι την εντύπωση ότι «έπιασέν το όπως ήταν». Κατά την αποχώρησή τους από το ενοικιαζόμενο υποστατικό, ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι οι Εναγόμενοι άφησαν μέσα τα διαχωριστικά τοίχων, τα φωτιστικά και τα κλιματιστικά. Ισχυρίστηκε η ΜΕ1, αντεξεταζόμενη, ότι αυτή δεν γνώριζε αν ο Εναγόμενος 2 συνομίλησε με τον σύζυγό της (ΜΕ2) για να του ζητήσει μείωση του ενοικίου επειδή οι δουλειές του φροντιστηρίου δεν πήγαιναν καλά. Αρνήθηκε η ΜΕ1 ότι αυτή παρέλαβε οποτεδήποτε την επιστολή ημερ. 2.4.2012 η οποία απευθυνόταν από τον Εναγόμενο 2 προς την ίδια την ΜΕ1 και την οποία της υπέδειξε ο συνήγορος Υπεράσπισης (βλ. το τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β»). Σημειωτέον ότι η εν λόγω επιστολή αναφέρει τα εξής꞉ «M.D.M Educational Services Ltd 2.4.2012 Αγαπητή κα XXXXX Αρέστη, Με την ευκαιρία που μου δίνεται μέσω αυτής της επιστολής, θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι εν μέσω της οικονομικής κρίσης, που δυστυχώς κτύπησε και τη δική μας πόρτα, η εταιρεία μας είναι αδύνατο να πληρώνει το ποσό του ενοικίου που ζητάτε (€950) σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Το φροντιστήριο είναι εδώ και 8 χρόνια σε λειτουργία και μέχρι τώρα θέλω να πιστεύω ότι είχαμε μια καλή συνεργασία. Η εταιρεία μας θα μπορεί να πληρώνει το ποσό των €500 μέγιστο τον μήνα ως ενοίκιο για το υποστατικό σας. Θα σας παρακαλούσα όπως δείτε θετικά το όλο θέμα και να συμφωνήσουμε αν είναι δυνατόν στην αναστολή του υπάρχον συμβολαίου και την δημιουργία ενός νέου για 1,5 χρόνο ξεκινώντας από 01/01/2012 και με το τέλος αυτής της χρονικής διάρκειας θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με το ποσό του ενοικίου που ζητάτε. Οι καιροί είναι δύσκολοι, γι’αυτό θα σας ήμουν πολύ ευγνώμων, αν κοιτάξετε σοβαρά το ζήτημα αυτό και μου απαντήσετε όσο πιο σύντομα γίνεται. Σας ευχαριστώ θερμά και σας εύχομαι Καλό Πάσχα σε σας και στην οικογένεια σας. Με εκτίμηση, M.D.M Educational Services Ltd XXXXX Λουκά Διευθυντής». Παρά την ισχυριζόμενη άγνοια της ΜΕ1 για την αποστολή προς αυτήν της ως άνω επιστολής της Εναγομένης αρ.1, εντούτοις ο συνήγορος Υπεράσπισης της παρουσίασε δική της απαντητική επιστολή ημερ. 9.4.2012, την οποία η ΜΕ1 είδε και αναγνώρισε. Η επιστολή αυτή, η οποία κατατέθηκε κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου Υπεράσπισης ως Έγγραφο Γ, αναφέρει τα εξής꞉ «Προς M.D.M Educational Services Ltd [...] Ημερομηνία 09/04/2012 Με το φαξ꞉ XXXXX3606 Αναφέρομαι στην επιστολή σας ημερομηνίας 02/04/2012 με την οποία σας πληροφορούμε ότι δεν μπορούμε να αποδεχθούμε την εισήγησή σας για μείωση του ενοικίου, καθ’ότι η μείωση που προτείνετε είναι πολύ μεγάλη και επιμένουμε στην πιστή τήρηση του ενοικιαστήριου εγγράφου όπως αυτό είχε συμφωνηθεί μεταξύ μας δυνάμει ενοικιαστήριου εγγράφου με ημερομηνία 26/06/
  30. Σας ευχαριστώ και αναμένουμε όπως τηρήσετε τους όρους της εν λόγω συμφωνίας όπως αυτή έχει συμφωνηθεί. Επίσης, παρακαλώ όπως φροντίσετε στην καταβολή των καθυστερημένων ενοικίων, των οποίων οφείλετε (Γενάρης / Φλεβάρης / Μάρτης / Απρίλης), ήτοι €3800 (€950 Χ 4). Με εκτίμηση, XXXXX Αρέστη.» Απαντώντας σε υποβολή του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι αυτή είπε ψέματα προηγουμένως όταν ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δει ποτέ προηγουμένως την επιστολή ως το Έγγραφο Β, η ΜΕ1 ισχυρίστηκε και πάλιν ότι «Όχι, δεν παρέλαβα έτσι έγγραφο». Διερωτήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης, αφού η ίδια φέρεται να υπογράφει την απαντητική επιστολή ημερ. 9/4/2012 ως το Έγγραφο Γ, η οποία αναφέρεται σε «επιστολή ημερομηνίας 2/4/2012», ποια είναι αυτή η επιστολή στην οποία απαντούσε; Η ΜΕ1 απάντησε και πάλιν λέγοντας «Δεν ξέρω, μπορεί να ήταν προφορικά, μπορεί να έγινε, αφού λέτε είχαν συναντήσεις, μπορεί να τα είπαν προφορικά και ο σύζυγός μου το θεώρησε να απαντήσει γραπτώς.». Επιβεβαίωσε εκ νέου η ΜΕ1 ότι δική της είναι η υπογραφή στην απαντητική επιστολή, ανεξαρτήτως του ότι δεν θυμόταν να είδε ποτέ την επιστολή ημερ. 2.4.2012 στην οποία απαντούσε η δική της επιστολή. Δέχθηκε η ΜΕ1 ότι, από απόψεως χρονικής σειράς, μετά την επιστολή της ως το Έγγραφο Γ ανωτέρω, η Εναγόμενη αρ. 1 απέστειλε μέσω των δικηγόρων της προς την Ενάγουσα την επιστολή ημερ. 16.5.2012 ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Ερωτήθηκε κατά την αντεξέτασή της η ΜΕ1 αν αυτή έχει στην κατοχή της οποιαδήποτε απόδειξη που να δείχνει ότι στάληκε πράγματι στην Εναγόμενη αρ. 1 η επιστολή τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης (βλ. Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α) ή/και απόδειξη για το αν παραλήφθηκε η εν λόγω επιστολή από την Εναγόμενη αρ.
  31. Η απάντηση της ΜΕ1 ήταν ότι αυτή ενημερώθηκε από το σύζυγό της (ΜΕ2) τηλεφωνικώς, ενόσω εκείνος βρισκόταν στο γραφείο του δικηγόρου τους, ότι ετοιμάστηκε όντως στην παρουσία του ΜΕ2 από το δικηγόρο τους η επιστολή τερματισμού. Τί έγινε περαιτέρω με την εν λόγω επιστολή, δεν το γνώριζε η ΜΕ
  32. Παραταύτα, όταν της υποβλήθηκε η θέση της Υπεράσπισης ότι ουδέποτε στάληκε η επιστολή ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α είτε στους Εναγόμενους είτε στους δικηγόρους των Εναγομένων, η ΜΕ1 απάντησε λέγοντας «Εγώ ξέρω ότι στάληκε». Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ (ΜΕ2) Ο σύζυγος της Ενάγουσας, κ. XXXXX Αρέστη, από την Λάρνακα, υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Δ» και στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Είμαι ο σύζυγος της ενάγουσας στην πιο πάνω αγωγή. Γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, επειδή ο εναγόμενος 2 στην πιο πάνω αγωγή, έτυχε να επικοινωνεί μαζί μου, για θέματα που είχαν προκύψει από την ενοικίαση του υποστατικού επί της οδού XXXXX 15 XXXXX Court το οποίο είχε ενοικιάσει από τη σύζυγο μου με βάση ενοικιαστήριο συμβόλαιο ημερ. 26/06/2009, και μαζί με την σύζυγο μου, δηλαδή την ενάγουσα, παίρναμε τις αποφάσεις για θέματα που σχετίζονται με το εν λόγω υποστατικό. Περί τις 2/4/2012 έλαβα στο φαξ στο γραφείο μου επιστολή με ημερομηνία 2/4/2012 από την εναγόμενη 1 εταιρεία την οποία υπογράφει ο εναγόμενος 2 ως διευθυντής της εναγόμενης 1, και με την οποία ζητούσε όπως το μηνιαίο ενοίκιο του υποστατικού μειωθεί από τα €950 μηνιαίως στο ποσό των €500 μηνιαίως, λόγω του ότι, όπως ισχυρίστηκε στην επιστολή ημερ. 2/4/2012, επηρεάστηκε από την οικονομική κρίση. Ενημέρωσα σχετικά την σύζυγο μου - και ενάγουσα - για περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, και σε συνεννόηση με την σύζυγο μου ετοιμάστηκε επιστολή με ημερ. 09/04/2012, η οποία αφού υπογράφηκε με την σύζυγο μου, στάληκε προς την εναγόμενη 1 εταιρεία. Με την εν λόγω επιστολή ενημερώναμε την εναγόμενη 1 εταιρεία ότι δεν μπορούσε να γίνει αποδεχτή η εισήγηση για μείωση του ενοικίου που εισηγήθηκαν και πως έπρεπε να συνεχίσει να εφαρμόζεται το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 26/06/
  33. Περαιτέρω με την εν λόγω επιστολή καλούσαμε την εναγόμενη 1 εταιρεία όπως καταβάλει τα καθυστερημένα ενοίκια για τους μήνες Γενάρη μέχρι Απρίλη του 2012, ήτοι σύνολο €3.800 (€950 μηνιαίως Χ 4 μήνες). Στη συνέχεια, λόγω του ότι δεν αποδέχτηκε η σύζυγος μου (ενάγουσα), κατόπιν βέβαια κοινής απόφασης που είχαμε πάρει, την μείωση του ενοικίου, η εναγόμενη 1 εταιρεία μέσω του δικηγόρου της απέστειλε επιστολή ημερ. 16/5/2012 με την οποία εξέφρασαν την πρόθεση να τερματίσουν την συμφωνία ενοικιάσεως 26/06/2009 και περαιτέρω εξέφρασαν την πρόθεση να παραδώσουν κενή κατοχή του υποστατικού μέχρι το τέλος Ιουλίου 2012, πράγμα βέβαια το οποίο και δεν έπραξαν. Τουναντίον, εξακολουθούσαν να έχουν την κατοχή του υποστατικού δια της κατακράτησης των κλειδιών αυτού μέχρι και τις 19/11/
  34. Στην συνέχεια, κατόπιν κοινής απόφασης που είχαμε πάρει με την σύζυγο μου (ενάγουσα), στείλαμε μέσω του δικηγόρου μας επιστολή ημερ. 28/9/2012 προς την εναγόμενη 1 εταιρεία με την οποία την καλούσαμε εντός 7 ημερών από την λήψη της επιστολής όπως καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια που ήτο €7600, αλλιώς η ενοικίαση τερματίζεται. Θέλω να αναφέρω περαιτέρω ότι μόνος μου επισκέφθηκα το δικηγόρο και του έδωσα οδηγίες εκ μέρους της συζύγου μου να ετοιμάσει την επιστολή τερματισμού και βέβαια ενημέρωσα την σύζυγο μου ότι ετοιμάστηκε και στάληκε η σχετική επιστολή. Η εναγόμενη 1 εταιρεία παρέδωσε τα κλειδιά του υποστατικού και κατά συνέπεια την κατοχή του υποστατικού περί τον Νοέμβριο του 2012, όταν έστειλε τα κλειδιά συνημμένα στην επιστολή ημερ. 19/11/
  35. Θέλω περαιτέρω να αναφέρω ότι από το διάστημα από τις 16/5/2012 που στάληκε η επιστολή εκ μέρους της εναγόμενης 1 εταιρείας με την οποία εξέφρασαν την πρόθεση να τερματίσουν την συμφωνία ενοικιάσεως 26/06/2009 μέχρι και την παράδοση των κλειδιών του υποστατικού ως συνημμένα στην επιστολή ημερομηνίας 19/11/2012, η εναγόμενη 1 εταιρεία δια του αντιπροσώπου αυτής καμία απολύτως κίνηση δεν έκαμαν και σε καμία ενέργεια προέβηκαν για να επικοινωνήσουν μαζί μου ή και με την σύζυγο μου (ενάγουσα) για παράδοση των κλειδιών του υποστατικού. Θεωρώ ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία δια των αντιπροσώπων αυτής εσκεμμένα κρατούσαν τα κλειδιά του υποστατικού, ώστε να βρούν κάποιο να πουλήσουν τον «αέρα» του καταστήματος (ήτοι την εμπορική εύνοια – good will) ώστε να επωφεληθούν.». Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΕ2 είδε και αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, ως το ενοικιαστήριο συμβόλαιο στο οποίο αναφερόταν μέσα στη γραπτή του δήλωση, ανωτέρω. Είδε επίσης το Έγγραφο Β και το αναγνώρισε ως την επιστολή που παρέλαβε στις 2.4.2012 από το Διευθυντή της Εναγομένης αρ. 1, ως αναφέρεται πιο πάνω. Είδε συγχρόνως το Έγγραφο Γ και το αναγνώρισε ως την επιστολή ημερ. 9.4.2012, στην οποία αναφέρθηκε. Τέλος, είδε τα Τεκμήρια 4 και 5 υπό Έγγραφο Α και τα αναγνώρισε ως την ανταλλαγή επιστολών ημερ. 28.9.2012 και 19.11.2012 μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών, στην οποία αυτός αναφέρθηκε.. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ2 δήλωσε ότι όλες τις αποφάσεις που αφορούσαν στην ενοικίαση του επίδικου υποστατικού τις λάμβαναν από κοινού αυτός και η σύζυγός του. Όσον αφορά την επιστολή ως το Έγγραφο Β, ο ΜΕ2 δήλωσε ότι ο ίδιος την είχε παραλάβει στο φαξ και ακολούθως την έδειξε στη σύζυγό του (την ΜΕ1). Επιβεβαίωσε ο ΜΕ1 ότι από την ημερομηνία έναρξης της επίδικης ενοικιάσεως μέχρι την ημερομηνία που η ενοικιάστρια εναγόμενη αρ. 1 απέστειλε στην ιδιοκτήτρια ΜΕ1 την επιστολή ως το Έγγραφο Β, όλα τα προβλεπόμενα ενοίκια της συμφωνίας ενοικιάσεως πληρώνονταν κανονικά. Δεν αποδέχθηκε ο ΜΕ2 τη θέση που του υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι αυτός και ο Εναγόμενος αρ. 2 είχαν αρκετές επαφές. Απεναντίας, ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 2 είναι με τη ΜΕ1 που μιλούσε, όχι με τον ΜΕ
  36. Διατύπωσε, περαιτέρω, τη θέση ότι η επικοινωνία του ιδίου με τον Εναγόμενο αρ. 2 δεν ήταν συχνή, αφού μόνο 1 – 2 φορές είχαν επικοινωνήσει μεταξύ τους. Στη συνέχεια, όμως, ήταν διστακτικός ο ΜΕ2 να πει αν αυτές οι λίγες φορές επικοινωνίας αφορούσαν σε 3ετή περίοδο. Αρνήθηκε ο ΜΕ2 τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι όταν άρχισαν να προκύπτουν τα οικονομικά προβλήματα της Εναγόμενης, αυτός βρέθηκε επανειλημμένα με τον Εναγόμενο 2 και συζήτησαν το θέμα των ενοικίων. Θυμόταν ότι συναντήθηκαν μόνο μία φορά, μετά που δεν πλήρωσε η Εναγόμενη αρ. 1 το ενοίκιο. Δηλαδή μετά που η Εναγόμενη αρ.1 απέστειλε στην ΜΕ1 την επιστολή ως το Έγγραφο Β. Επέμεινε ο ΜΕ2 ότι δεν έγιναν μεταξύ αυτού και του Εναγομένου 2 οποιεσδήποτε συναντήσεις ή επανειλημμένες συναντήσεις πριν καν σταλεί η επιστολή ως το Έγγραφο Β. Υποβλήθηκε στον ΜΕ2 η θέση της Υπεράσπισης ότι, πριν η Εναγόμενη αρ. 1 στείλει την επιστολή ως το Έγγραφο Β, βρέθηκε ο ΜΕ2 μαζί με τον Εναγόμενο 2 για να συζητήσουν, αλλά δεν κατέληξαν σε συνεννόηση σχετικά με το ενοίκιο, επειδή ο ΜΕ2 έλεγε ότι δεν αποφασίζει αυτός για καταστήματα που ανήκουν στη σύζυγό του και ήταν επίσης η θέση της Υπεράσπισης ότι μετά από αυτή την ανεπιτυχή συνάντηση του ΜΕ2 με τον Εναγόμενο αρ. 2 ήταν που η Εναγόμενη αρ. 1 έστειλε την επιστολή ως το Έγγραφο Β. «Δεν θυμάμαι», ήταν η αντίδραση του ΜΕ2 στις υποβληθείσες θέσεις της Υπεράσπισης. Αναφορικά με την απαντητική επιστολή ημ. 09/04/2012 (Έγγραφο Γ), ο ΜΕ2 την αναγνώρισε αντεξεταζόμενος ως την επιστολή την οποία ο ίδιος συνέταξε και την οποία έδωσε στη σύζυγό του (ΜΕ1), για να την υπογράψει. Ήταν η θέση του ΜΕ2 ότι το λεκτικό της απάντησης το ετοίμασε χειρόγραφα η ΜΕ1 και ότι αυτός χτύπησε την επιστολή χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αφού γνωρίζει, ως ισχυρίστηκε, να χρησιμοποιεί τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και ξέρει και λίγα αγγλικά. Αρνήθηκε ο ΜΕ2 τη θέση που του υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι μετά που η Εναγόμενη αρ. 1 παρέλαβε την απαντητική επιστολή ως το Έγγραφο Γ, υπήρξε νέα συνάντηση μεταξύ του Εναγομένου αρ. 2 και του ιδίου του ΜΕ2, όπου ο Εναγόμενος αρ. 2 δήλωσε έτοιμος να παραδώσει το επίδικο υποστατικό, αλλά ο ΜΕ2 του είπε ότι δεν αποδέχονταν την παράδοση διότι ήθελαν ολόκληρο το ποσό ενοικίων που προβλεπόταν στο ενοικιαστήριο συμβόλαιο. «Δεν συναντηθήκαμε», ήταν η απάντηση του ΜΕ2 στις υποβληθείσες θέσεις της Υπεράσπισης. Όσον αφορά την επιστολή του δικηγόρου Γ. Βασιλείου, ημερ. 28.9.2012 (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α), ο ΜΕ2 την αναγνώρισε ως την επιστολή για το περιεχόμενο της οποίας έδωσε ο ίδιος τις οδηγίες στο δικηγόρο της Ενάγουσας να τη στείλει. Κληθείς να δώσει αποδείξεις για το ότι πράγματι εστάλη, ο ΜΕ2 απάντησε υποδεικνύοντας ότι στην εν λόγω επιστολή υπάρχει η ένδειξη «Διά χειρός» και επεσήμανε ότι δεν ήταν αυτός που την παρέδωσε στο χέρι. Απ’ ό,τι ο ίδιος ο ΜΕ2 γνώριζε, η επιστολή παραδόθηκε φροντίδι του δικηγόρου Γ. Βασιλείου. Επομένως, δεν μπορούσε να πει αν ουδέποτε παραδόθηκε στους Εναγόμενους 1 ή/και
  37. Κληθείς να πει πόσο συχνά επισκεπτόταν ο ίδιος τα επίδικα καταστήματα, ο ΜΕ2 δεν δίστασε να αναφέρει ότι σχεδόν καθημερινά μερνούσε απ’εκεί, αφού τα καταστήματα ήταν στον ίδιο δρόμο, δίπλα από το σπίτι του. Εκείνη τη μία ή δύο φορές που είχε συνάντηση με τον Εναγόμενο 2, κατά τις οποίες ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι η Εναγόμενη 1 ήθελε να παραδώσει τα κλειδιά, ότι δηλαδή η ενοικιάστρια ήθελε τερματισμό του ενοικιαστήριου συμβολαίου, ο ΜΕ2 εξήγησε ότι η σύζυγός του (ΜΕ1) και αυτός έκριναν ότι ήταν καλύτερο για τους ίδιους να μην παραλάβουν τα κλειδιά. Ήταν η θέση του ΜΕ2 ότι αυτός αγνοούσε το περιεχόμενο της επιστολής ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, αφού πρώτη φορά την έβλεπε στο Δικαστήριο και ότι γι’αυτό το λόγο δεν γνώριζε προηγουμένως ότι η Εναγόμενη αρ. 1 διατύπωσε την παράγραφο στην οποία αναφέρει ότι «Έχετε την άδεια από τους πελάτες μας να αναρτήσετε πινακίδες ενοικίασης και οι πελάτες μας είναι στη διάθεσή σας να παράσχουν καθε βοήθεια για ενοικίαση των υποστατικών σας». Ισχυρίστηκε ότι, όταν στη γραπτή του δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. το Έγγραφο Δ), αναφερόταν στην επιστολή ημερ. 16.5.2012, ήταν επειδή γνώριζε μέσω της συζύγου του ότι στάληκε αυτή η επιστολή, χωρίς όμως να την είχε δει ποτέ προηγουμένως ο ίδιος. Ήταν ενήμερος ο ΜΕ2 ότι ο Εναγόμενος 2 εργαζόταν part-time στο επίδικο υποστατικό πριν την ενοικίαση του από την Εναγόμενη αρ. 1, αφού το ίδιο υποστατικό λειτουργούσε και προηγουμένως ως φροντιστήριο. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 ότι «έτυχε» να το ενοικιάσουν εκ νέου για τη λειτουργία φροντιστηρίου μετά τον τερματισμό της σύμβασης με την Εναγόμενη αρ.
  38. Το ότι, φεύγοντας από το επίδικο υποστατικό, η Εναγόμενη αρ. 1 άφησε μέσα σε αυτό τα κλιματιστικά και τα διαχωριστικά από γυψοσανίδα, δεν το αρνήθηκε ο ΜΕ2, παρά μόνο επεσήμανε ότι ήταν ήδη εκεί τα τελευταία 8 – 10 χρόνια. Δεν αρνήθηκε ότι στην κατάσταση που το άφησε η Εναγόμενη αρ. 1, το παρέλαβε ο νέος ενοικιαστής. Ήταν η θέση του ΜΕ2 ότι αυτός δεν γνώριζε αν η Εναγόμενη αρ. 1 αγόρασε από τον προηγούμενο ενοικιαστή τις όποιες βελτιώσεις είχε εκείνος επιφέρει στο επίδικο υποστατικό έναντι του ποσού των €30.
  39. Είδε και αναγνώρισε ο ΜΕ2 το επίδικο υποστατικό ως αυτό που φαίνεται στις φωτογραφίες ως το Έγγραφο Ε, όπως ήταν όταν το ενοικίαζαν οι Εναγόμενοι 1 –
  40. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2 (ΜΥ1). Ο Εναγόμενος αρ. 2 που είναι Διευθυντής της Εναγομένης αρ. 1, κ. XXXXX Λουκά (ΜΥ1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Ζ». Στην εν λόγω δήλωση αναφέρονται τα εξής꞉ «Εγώ ο υποφαινόμενος και κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Λουκά από την Λάρνακα για σκοπούς της παρούσας αγωγής, δηλώνω γραπτώς τα ακόλουθα:
  41. Είμαι ο Εναγόμενος 2, σύζυγος της Εναγόμενης 3 και Διευθυντής της Εναγόμενης 1 στην ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Είμαι εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 1 και 3 να προβώ στη παρούσα δήλωση και έχω θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, τα γνωρίζω πλήρως και προβαίνω στην παρούσα Γραπτή Δήλωση εξ’ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω. Για όσα δε γεγονότα δεν έχω προσωπική γνώση αναφέρω την πηγή της πληροφόρησης μου. Αναφορά μου σε νομικά θέματα γίνεται κατόπιν συμβουλής που έλαβα από τους δικηγόρους μου κ.κ. Σωτήρης Αργυρού Δ.Ε.Π.Ε.
  42. Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχωρήθηκε από τους Δικηγόρους μου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και λέγω ότι συμφωνώ πλήρως με αυτό και το υιοθετώ πλήρως για σκοπούς της παρούσας.
  43. Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νόμιμα εγγεγραμμένη στη Κύπρο, η οποία είναι αδρανής πλέον λόγω οικονομικών δυσκολιών που προέκυψαν μετά και τη διαφωνία που είχαμε με την Ενάγουσα. Κατά την λειτουργία της, ήταν εκπαιδευτικό κέντρο πληροφορικής. Για σκοπούς απόδειξης επισυνάπτω δέσμη πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  44. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατά την 26/06/2009 υπέγραψε ενοικιαστήριο έγγραφο με την Ενάγουσα για την ενοικίαση των καταστημάτων υπ’ αριθμόν 1,2,3 επί της οδού XXXXX, πολυκατοικία XXXXX Court στη Λάρνακα, για περίοδο από 01/08/2009 έως 31/07/2015 με μηνιαίο ενοίκιο 950 ευρώ.
  45. [Διαγράφηκε κατόπιν ένστασης].
  46. Η Εναγόμενη 1 περί την 31/07/2009 δια συμφωνίας με την NM Educational Services Ltd αγόρασε τα περιουσιακά της στοιχεία, που βρίσκονταν εντός των επίδικων καταστημάτων έναντι του ποσού των €26,000 (είκοσι έξι χιλιάδων ευρώ), καθώς και την εμπορική της επωνυμία «ΝΑ.ΝΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΟΝΤΙΚΙ: ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ» έναντι του ποσού των €4.000 (τεσσάρων χιλιάδων ευρώ). Η άδεια λειτουργίας του φροντιστηρίου από το Υπουργείο Παιδείας εκδόθηκε και ήταν επ’ ονόματι της πιο πάνω εμπορικής επωνυμίας, «ΝΑ.ΝΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΟΝΤΙΚΙ: ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ». Η άδεια εκδόθηκε από την προηγούμενη ενοικιάστρια εταιρεία, NM Educational Services Ltd, μετά από τη διαμόρφωση του χώρου και την πλήρωση των προϋποθέσεων που θέτει το Υπουργείο για έκδοση αδειών. Οι εν λόγω άδειες από το Υπουργείο Παιδείας παρουσιάζονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2Α ΚΑΙ 2Β. Περαιτέρω, παρουσιάζω πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  47. Να σημειωθεί ότι εγώ εργοδοτούμουν από την προηγούμενη εταιρεία και γι’ αυτό γνωρίζω τα έξοδα που χρειάστηκαν για να ετοιμαστούν τα εν λόγω μαγαζιά της Ενάγουσας μέχρι να εξασφαλίσουν άδεια ινστιτούτου.
  48. Η Εναγόμενη 1, και πιο συγκεκριμένα εγώ ως Διευθυντής της, είχα επικοινωνία και συνομιλούσα σε ό,τι αφορούσε τα καταστήματα, πάντοτε με τον ΜΕ2, XXXXX Αρέστη, ο οποίος διαχειριζόταν τα καταστήματα δια της συζύγου του. Την ιδιοκτήτρια ΜΕ1, την συνάντησα μόνο κατά την υπογραφή του ενοικιαστήριου εγγράφου, ενώ το ενοίκιο παραλαμβανόταν από τον σύζυγό της (ΜΕ2), ο οποίος εξέδιδε τις σχετικές αποδείξεις στον όνομα της ΜΕ
  49. Η Εναγομένη 1 από τους πρώτους μήνες της ενοικίασης των καταστημάτων ξεκίνησε να έχει οικονομικές δυσκολίες ένεκα της οικονομικής κρίσης, που ξεκίνησε εκείνη την περίοδο να ταλανίζει την χώρα μας. Όταν άρχισαν οι οικονομικές δυσκολίες της Εναγόμενης 1, επανειλημμένως επικοινωνούσα προσωπικά με τον ΜΕ2, XXXXX Αρέστη και του ζητούσα την μείωση του ενοικίου ώστε να μπορέσει η επιχείρηση να ανταπεξέλθει οικονομικά στις υποχρεώσεις της, και να μην αναγκαστώ να την κλείσω. Ωστόσο, η ιδιοκτήτρια (ΜΕ1) και ο ΜΕ2 αρνούντο την οποιαδήποτε μείωση στο ενοίκιο, ενώ απαιτούσε τη συνέχιση της υπογεγραμμένης συμφωνίας.
  50. Στις 02/04/2012 ετοίμασα και απέστειλα επιστολή, εκ μέρους της Εναγόμενης 1, στην ιδιοκτήτρια με την οποία ζητούσα την αναστολή του συμβολαίου ενοικίασης για 1,5 (ενάμιση) χρόνο και την προσωρινή μείωση του ενοικίου έως ότου η Εναγόμενη 1 σταθεροποιηθεί οικονομικά. Η ιδιοκτήτρια με την επιστολή της ημερ. 09/04/2012, δεν αποδέχτηκε την μείωση του ενοικίου, εμμένοντας στην τήρηση του ενοικιαστήριου εγγράφου.
  51. Η στάση της ιδιοκτήτριας και η άρνηση της για την μείωση του ενοικίου, δεν μας άφησε άλλη επιλογή. Μας οδήγησε να πάρουμε την απόφαση να αποχωρήσουμε από το υποστατικό και να κλείσουμε την επιχείρηση, για την οποία ξόδεψα συνολικά πέραν των €60.000 (εξήντα χιλιάδων ευρώ), ενώ όταν άρχισε η οικονομική κρίση χρησιμοποίουσα, για να επιβιώσει η εταιρεία, το παρατράβηγμα του λογαριασμού με αποτέλεσμα λίγο πριν το κλείσιμό της να οφείλω το ποσό των 20.000 ευρώ. Σε συνάντηση που είχα με τον ΜΕ2, XXXXX Αρέστη, του ανέφερα την απόφασή μου να του παραδώσω τα καταστήματα, ως είχε διαμορφωθεί, και με τις προσθήκες που έγιναν, ώστε να μπορέσει να το ενοικιάσει εύκολα ως ιδιωτικό φροντιστήριο σε νέο ενοικιαστή. Η απάντηση του ΜΕ2 ήταν ότι, για να δεχτεί την αποχώρηση της Εναγόμενης 1 από τα καταστήματα, θα έπρεπε να του καταβάλλω όλα τα ενοίκια μέχρι την λήξη του ενοικιαστήριου εγγράφου.
  52. Αποτάθηκα τότε στους δικηγόρους μου οι οποίοι, έστειλαν διπλοσυστημμένη επιστολή στην ιδιοκτήτρια στις 16/05/2012 (Τεκμήριο 3), με την οποία την ενημέρωναν ότι θα της παραδώσουμε την κατοχή του υποστατικού στο τέλος Ιουλίου του 2012, αφού οι προσπάθειες μου για παράδοση του υποστατικού μέχρι τα μέσα Μαΐου απέβηκαν άκαρπες, αφού δεν παραλάμβαναν τα κλειδιά.
  53. Παράλληλα, εγώ ο ίδιος τοποθέτησα ταμπέλες ενοικίασης έξω από το φροντιστήριο, στην προσπάθεια μου να ενοικιαστεί άμεσα το υποστατικό, ώστε να μην αφήσω εκτεθειμένους τους ιδιοκτήτες. Στο τέλος του Ιουλίου, ξαναεπικοινώνησα τόσο εγώ όσο και ο δικηγόρος μου με τον ΜE2, για να του παραδώσω τα κλειδιά του υποστατικού, αλλά και πάλι αρνήτο να τα παραλάβει, με σκοπό να με εξαναγκάσει να του καταβάλλω το ενοίκιο.
  54. Ένεκα της άρνησης του να παραλάβει τα κλειδιά, στις 19/11/2012 οι δικηγόροι μου απέστειλαν διπλοσυστημμένη επιστολή, στην οποία επισύναψαν τα κλειδιά του υποστατικού. Το υποστατικό παραδόθηκε με τις μετατροπές και/ή βελτιώσεις και/ή αναβαθμίσεις που έγιναν από τους προηγούμενους ενοικιαστές και οι οποίες αγοράστηκαν από την Εναγόμενη 1, χωρίς τις οποίες δεν θα μπορούσε να λειτουργεί σαν φροντιστήριο.
  55. Στο υποστατικό μετά την αποχώρηση της Εναγομένης 1 και το κλείσιμο του φροντιστηρίου παρέμειναν τα εξής: I. Τοίχος 15 εκ. διπλός με πετροβάμβακα εσωτερικός 115 τ.μ. @ €30 = €
  56. II. Τοίχος 15 εκ. διπλός με πετροβάμβακα εσωτερικός (κυκλικός) 10 τ.μ. @ €35 = €
  57. III. Ταβάνι 60X60 40 τ.μ. @ €25 = €
  58. IV. Πογιατίσματα και σπάτουλες €
  59. V. Μεσόπορτες με τους παραστατούς (205Χ90) 5 @ €350 = €
  60. VI. Παράθυρα με σταθερό γυαλί (100Χ100) 3 @ €225 = €
  61. VII. Ηλεκτρική εγκατάσταση, 20 σημεία, αγορά και τοποθέτηση υλικών (4 φλωρένσες 60Χ60 – 6 emergency lights – καλώδια 2,5 διά πρίζες – 22 πρίζες διπλές – 6 heater διά A/C) = €
  62. VIII. A/C 9000 BTU OPUS 4 @ 635 = €
  63. IX. A/C 12000 BTU OPUS 1 @ €835 = €
  64. X. Μεταλλικά βενίσιαν 5 @ €65 = €
  65. XI. 1 (μία) μεγάλη φωτιζόμενη πινακίδα με το λογότυπο της εταιρείας για εξωτερικό χώρο και 1 μεγάλη πινακίδα εξωτερικού χώρου μη φωτιζόμενη. Σας παρουσιάζω σχετικό φωτογραφικό υλικό ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4, στο οποίο διακρίνονται όλες οι πιο πάνω βελτιώσεις και/ή προσθήκες που έγιναν στο υποστατικό.
  66. Θα ήθελα να αναφέρω επιπλέον ότι η Εναγόμενη 1 σύναψε δάνειο για την αγορά της επιχείρησης του φροντιστηρίου, το οποίο οφείλεται μέχρι σήμερα, και έχει κινηθεί και η Τράπεζα εναντίον μας, ένεκα του ότι η Εναγομένη 1 αδυνατούσε να καταβάλλει ενοίκιο ύψους €950 ευρώ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την επιχείρηση, και εκ τότε παραμένει αδρανής και αδυνατεί να καταβάλλει την οποιαδήποτε δόση. Σήμερα, η Εναγόμενη 1 βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη με την Τράπεζα για το εν λόγω χρέος, στο οποίο εγώ έχω υποθηκεύσει το διαμέρισμα μου, στο οποίο διαμένω με την οικογένεια μου.
  67. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την αποχώρηση μας από το υποστατικό, η ιδιοκτήτρια το ενοικίασε σε νέο ενοικιαστή για την λειτουργία φροντιστηρίου σε χαμηλότερη τιμή ενοικίου από όσο ζητούσαμε εμείς. Το κλείσιμο του φροντιστηρίου, εξαιτίας της τιμής του ενοικίου, μου επέφερε μεγάλη οικονομική ζημία, αναγκάστηκα να αλλάξω εργασία και να ασχοληθώ με κάτι άλλο και είχε σαν αποτέλεσμα να οφείλω σήμερα μεγάλα ποσά σε τραπεζικά ιδρύματα και να δυσκολεύομαι να διαβιώσω και να συντηρήσω την οικογένεια μου.
  68. Περαιτέρω, η Ενάγουσα / Εξ’ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος των Εναγομένων / Εξ’ ανταπαιτήσεως εναγόντων, ένεκα της αξιοποίησης των βελτιώσεων, κλιματιστικών και άλλων ως αναφέρονται πιο πάνω που παρέμειναν από την Εναγόμενη 1 στο υποστατικό και την χρησιμοποίηση τους από την Ενάγουσα για ενοικίαση του υποστατικού με όλες τις βελτιώσεις που παρέμειναν στους νέους ενοικιαστές. Είμαι σίγουρος, αφού το μόνο ουσιαστικό έξοδο που είχα ήταν το ενοίκιο, ότι μείωσή του θα μου επέτρεπε να διατηρήσω το φροντιστήριο, αφού ουσιαστικά ήμουν και ο μοναδικός εργοδοτούμενος στην εταιρεία προς το τέλος της.
  69. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ειλικρινά πιστεύω και απ’ ότι με συμβουλεύουν και οι δικηγόροι μου είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί απόφαση εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ των Εναγομένων, ως η Ανταπαίτηση μας.». Ο ΜΥ1 κατέθεσε στη συνέχεια ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Η», δέσμη καταστάσεων του δανείου και του τρεχούμενου λογαριασμού που διατηρούσε η Εναγόμενη αρ. 1 στην Τράπεζα μέχρι 31/12/
  70. Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε αριθμό φωτογραφιών του επίδικου υποστατικού, που ως ο ισχυρισμός του ΜΥ1, δείχνουν τα εξής꞉ Φωτο 1꞉ Δείχνει την πρόσοψη του κτιρίου μετά που αποχώρησε η Εναγόμενη 1 και ενοικιάστηκε σε τρίτους. Φώτο 2꞉ Φαίνεται ένα air-condition που αφέθηκε εκεί από την Εναγόμενη αρ. 1 κατά την αποχώρησή της. Φώτο 3꞉ Δείχνει την πλαϊνή όψη του επίδικου υποστατικού όπου είναι εγκατεστημένα 3 air-condition, καθώς και οι βιτρίνες, όπως τα/τις άφησε η Εναγόμενη αρ. 1 στο χώρο. Φώτο 4꞉ Φαίνονται τα air-condition και οι πινακίδες (ταμπέλες). Φώτο 5꞉ Φαίνονται οι πινακίδες όπως ήταν καθ’ ον χρόνο ήταν μέσα η Εναγόμενη αρ.
  71. Φώτο 6꞉ Φαίνεται η είσοδος του κτιρίου και τα διαχωριστικά. Φώτο 7꞉ Φαίνεται το πίσω μέρος, οι πόρτες (blinds) και τα πατώματα. Φώτο 8꞉ Φαίνονται τα διαχωριστικά, οι πόρτες και τα πατώματα. Φώτο 9꞉ Φαίνεται μια από τις αίθουσες και τα πατώματα αυτής. Φώτο 10꞉ Φαίνονται τα διαχωριστικά. Φώτο 11꞉ Φαίνεται άλλη αίθουσα. Φώτο 12꞉ Φαίνονται τα διαχωριστικά και τα πατώματα από άλλη γωνία. Απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ο ΜΥ1 εξήγησε ότι η Εναγόμενη αρ. 1 αγόρασε από τους προηγούμενους ενοικιαστές της Ενάγουσας τα διαχωριστικά και τον εξοπλισμό που εκείνοι είχαν βάλει, προκειμένου να διαχωρίσουν το κατάστημα κατά τρόπο που να τους επιτρέπει να εξασφαλίσουν άδεια φροντιστηρίου. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1 εξήγησε ότι οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε η Εναγόμενη 1, ως αναφέρει στην παρα. 8 της γραπτής του δήλωσης, άρχισαν όταν υπερέβηκε το όριο του δανείου που είχε συνάψει το 2009 με τη Λαϊκή Τράπεζα και αναγκάστηκε τον Οκτώβρη του 2010 να συνάψει νέο δάνειο με την Τράπεζα Κύπρου. Αρνήθηκε ο ΜΥ1 τη θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 1, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που κατ’ ισχυρισμόν αντιμετώπιζε από το 2009, εντούτοις διαμαρτυρήθηκε για πρώτη φορά για το ύψος του ενοικίου το
  72. Απεναντίας, ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι επανειλημμένα προηγουμένως ο ίδιος είχε απευθυνθεί και συζητήσει με τον ΜΕ2 για το αίτημα μείωσης του ενοικίου. Κληθείς από τη συνήγορο της Ενάγουσας να εξηγήσει γιατί η Εναγόμενη 1 διατήρησε την κατοχή του επίδικου υποστατικού μέχρι το Νοέμβρη του 2012 αντί να το παραδώσει αμέσως μετά την επιστολή ημερ. 16.5.2012 (βλ. Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α), ο ΜΥ1 απάντησε ότι όταν η Εναγόμενη αρ. 1 απέστειλε την εν λόγω επιστολή δήλωσε την ετοιμότητά της να παραδώσει το επίδικο υποστατικό τέλος Ιουλίου. Θέλησε να διατηρήσει την κατοχή του υποστατικού μέχρι το τέλος του Ιούλη, για να εκμεταλλευθεί στο μεσοδιάστημα τις εισπράξεις από τα μαθήματα κατά τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο, εφόσον υπήρχαν μαθητές που είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για μαθήματα εκείνους τους μήνες. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν έμεινε μέσα στο επίδικο υποστατικό η Εναγόμενη αρ. 1 μετά το τέλος Ιουλίου ή/και μέχρι το Νοέμβρη. Ούτε έλαβε εγγραφές για νέους μαθητές από το Σεπτέμβρη του
  73. Ο λόγος που ο δικηγόρος της Εναγόμενης αρ. 1 αναγκάστηκε να στείλει τα κλειδιά με επιστολή του στην Ενάγουσα (βλ. Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α), είναι διότι εκείνη αρνήτο να παραλάβει τα κλειδιά του υποστατικού από το τέλος Ιουλίου που η Εναγόμενη αρ. 1 τα έθετε στη διάθεσή της. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι, ήδη, από τον Απρίλιο 2012 που η Εναγόμενη αρ. 1 απέστειλε την επιστολή ως το Έγγραφο Β, ξεκίνησε τη διαδικασία ανεύρεσης νέου ενοικιαστή, τοποθετώντας πινακίδα με την ένδειξη «ενοικιάζεται», προκειμένου να βοηθήσει την Ενάγουσα να βρει ενοικιαστή μέχρι τον Ιούλιο που η Εναγόμενη αρ. 1 είχε πρόθεση να παραδώσει το επίδικο υποστατικό, έτσι ώστε να μην αφήσει εκτεθειμένη την Ενάγουσα. Απέρριψε ο ΜΥ1 τη θέση που του υπέβαλε η συνήγορος Υπεράσπισης ότι ο λόγος που η Εναγόμενη 1 έβαλε ταπέλες «ενοικιάζεται», ενώ συνέχιζε να κατέχει η ίδια το επίδικο υποστατικό, ήταν για να βρει αγοραστή, για να του πωλήσει τον «αέρα» του καταστήματος. Σχολίασε ο ΜΥ1 ότι εάν η Εναγόμενη αρ. 1 είχε τέτοια πρόθεση, τότε θα έβαζε πινακίδα «πωλείται». Η συνήγορος της Ενάγουσας υπέβαλε στον ΜΥ1 τη θέση ότι από 2.4.2012 μέχρι το 19/11/2012 η Εναγόμενη αρ. 1 είχε άπλετο χρόνο να αφαιρέσει από το επίδικο υποστατικό οτιδήποτε θεωρούσε ότι της ανήκε και ότι εφόσον ήταν δική της επιλογή να μην τα αφαιρέσει, εμποδίζεται από το να ανταπαιτεί από την Ενάγουσα την αξία τους. Απεναντίας, ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι ο λόγος που η Εναγόμενη άφησε όλα τα πράγματα μέσα στο επίδικο υποστατικό (κλιματιστικά, διαχωριστικά με γυψοσανίδες και φωτιστικά) όταν το παρέδωσε στην Ενάγουσα ήταν για να τη βοηθήσει να το ενοικιάσει εκ νέου ως φροντιστήριο, όπως είχε πει στον ΜΕ2 ότι θα έκαμνε. Η συνήγορος της Ενάγουσας υπέβαλε τότε στον ΜΥ1 ότι ο ΜΕ2 ουδέποτε αποδέχθηκε με τέτοια πρόταση του ΜΥ1 και ότι αντί τούτου ο ΜΕ2 ζήτησε από τον ΜΥ1 να επαναφέρει η Εναγόμενη αρ. 1 το υποστατικό στην προτέρα κατάσταση πριν το παραδώσει. Διαφώνησε ο ΜΥ1 με αυτές τις υποβληθείσες θέσεις. Αμφισβήτησε η συνήγορος της Ενάγουσας το κατά πόσον οι φωτογραφίες που κατέθεσε ο ΜΥ1 στο Δικαστήριο απεικόνιζαν το επίδικο υποστατικό. Του υπέβαλε τη θέση ότι εμφανίζουν άλλο φροντιστήριο, άσχετο προς το επίδικο. Επέμεινε ο ΜΥ1 ότι όλες οι φωτογραφίες τραβήκτηκαν στο επίδικο υποστατικό. Αρνήθηκε ο ΜΥ1 την υποβληθείσα σε αυτόν θέση ότι όλα όσα ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο ήταν ψέματα και εκ των υστέρων σκέψεις. Ερωτήθηκε ο ΜΥ1 από τη συνήγορο της Ενάγουσας αν έχει στην κατοχή του απόδειξη για το ποσό των €26.000 που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε η Εναγόμενη αρ. 1 στους προηγούμενους ενοικιαστές του επίδικου υποστατικού προκειμένου ν’ αγοράσει τον εξοπλισμό και τα διαχωριστικά. Ο ΜΥ1 δήλωσε έτοιμος να παρουσιάσει την απόδειξη, αλλά η συνήγορος της Ενάγουσας δεν θέλησε να τη δει. Κατά την επανεξέταση του ΜΥ1, ο συνήγορος Υπεράσπισης τον κάλεσε να παρουσιάσει την απόδειξη που κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι διέθετε αναφορικά με το ποσό των €26.000 που ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε η Εναγόμενη αρ. 1 για ν’αγοράσει τον εξοπλισμό του φροντιστηρίου όταν θα ενοικίαζε το επίδικο υποστατικό από την Ενάγουσα. Παρά την ένσταση που ήγειρε η συνήγορος της Ενάγουσας στο να κατατεθεί η εν λόγω απόδειξη κατά την επανεξέταση, το Δικαστήριο, με αιτιολογημένη απόφαση, επέτρεψε την κατάθεσή της ως το τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Θ». Το εν λόγω έγγραφο αποτελεί συμφωνία ημερ. 31.7.2009, μεταξύ της εταιρείας NM Educational Services Ltd ως Πωλητή και της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας ως Αγοραστή, στην οποία αναφέρεται ότι ο Πωλητής πωλεί στον Αγοραστή τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι της συμφωνίας έναντι του ποσού των €26.000 και την εμπορική επωνυμία «ΝΑ.ΝΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΟΝΤΙΚΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ» ΜΕ ΑΡΙΘΜΌ ΕΓΓΡΑΦΉς 28070α έναντι του ποσού των €4.
  74. Το ποσό της συμφωνίας προβλεπόταν ότι θα εξοφλήτο με επιταγή αρ. 07992368, ημερ. 28.9.09 της Marfin Laiki Bank, παραδοτέας από τον Αγοραστή προς τον Πωλητή με την υπογραφή της εν λόγω έγγραφης συμφωνίας, την οποία συμφωνία αναφερόταν ότι συνέταξε το δικηγορικό γραφείο Λουκά & Σεραφείμ ΔΕΠΕ στις 31/7/
  75. Η μαρτυρία του ΜΥ
  76. Για σκοπούς απόδειξης της Ανταπαίτησης της, η Εναγόμενη αρ. 1 – εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα υιοθέτησε τη μαρτυρία του ΜΥ1 και προσκόμισε, περαιτέρω, τη μαρτυρία του κ. XXXXX Ανδρέου, ΜΥ2, ο οποίος είναι επιμετρητής ποσοτήτων. Προς απόδειξη της εμπειρογνωμοσύνης του, ο ΜΥ2 κατέθεσε Βιογραφικό Σημείωμα (βλ. το Έγγραφο Ι), στο οποίο αναφέρει ότι είναι μέλος του Ε.Τ.Ε.Κ. (Αρ. Μητρώου XXXXX055), μέλος του Κυπριακού Συνδέσμου Επιμετρητών, μέλος του Βασιλικού Ινστιτούτου Εγκεκριμένων Εκτιμητών του Ηνωμένου Βασιλείου (Royal Institute of Chartered Surveyors) με τον τίτλο ΜRICS και μέλος του Ινστιτούτου Διαιτητών (Chartered Institute of Arbitrators) με τον τίτλο MCIArb. Ο ΜΥ2 εξήγησε ότι του ζητήθηκε γραπτώς, μέσω των δικηγόρων της Εναγομένης αρ. 1 – εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας, να επισκεφθεί το επίδικο υποστατικό και του δόθηκε το τηλέφωνο του ΜΕ2 για να διευθετήσει τη συνάντηση στην παρουσία αυτού και του ΜΥ
  77. Διευθετήθηκε πράγματι η συνάντηση στις 18.5.
  78. Κατά την επιτόπια συνάντηση δόθηκε στον ΜΥ2 αντίγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και οι ΜΥ1 και ΜΕ2 υπέδειξαν στον ΜΥ2 τις εργασίες ανακαίνισης που έπρεπε να κοστολογήσει. Ο ΜΥ2 έλεγξε την επί τόπου κατάσταση και διαμόρφωσε την «Εκτίμηση Κατασκευαστικού Κόστους Ανακαίνισης Οικοδομής» (βλ. το τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο ΙΑ»). Στο Έγγραφο ΙΑ, επιβεβαιώνεται από τον ΜΥ2 ότι οι ανακαινίσεις όλες είναι σε χρήση σήμερα από τον νέο ενοικιαστή του υποστατικού. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ2, τα προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη του ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκαν από τη δικηγόρο της Ενάγουσας, παρά μόνο του έγιναν υποβολές ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την Εναγόμενη αρ. 1 – εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα και συγκεκριμένα για να πει όσα του είπε ο ΜΥ1 να πει. Ο ΜΥ2 απέρριψε τις θέσεις αυτές και τόνισε ότι τον ΜΥ1 δεν τον γνώριζε από προηγουμένως, απλώς τον πήρε τηλέφωνο ο ΜΥ1 και του είπε ότι του τον σύστησαν ως ειδικό, για να του ετοιμάσει μια εκτίμηση. Επανέλαβε ο ΜΥ2 ότι όλες οι μετρήσεις έγιναν επιτόπου, στην παρουσία του ΜΕ2, συζύγου της Ενάγουσας και ότι η κάθε περιγραφή που αναφέρεται στην Έκθεση Εκτίμησής του παραπέμπει σε συγκεκριμένη φωτογραφία που επισυνάπτεται στην Εκτίμησή του. Σε σχετική ερώτηση που έγινε στον ΜΥ2 κατά την αντεξέτασή του, αυτός ξεκαθάρισε ότι κατέληξε στις τιμές μονάδος, λαμβάνοντας υπόψη αυτές που ίσχυαν στο εμπόριο κατά το έτος 2012 και για τις οποίες διατηρεί αρχείο στο γραφείο του. Υποβλήθηκε στον ΜΥ2 ότι οι τιμές που ισχυρίζεται ότι έλαβε υπόψη του δεν ήταν οι πραγματικές τιμές του 2012, θέση την οποία απέρριψε ο ΜΥ
  79. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΥ
  80. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ. Σε αστικής φύσεως υποθέσεις όπως είναι η παρούσα, η επιτυχία της υπόθεσης των Ενάγουσας προϋποθέτει ότι αυτή θα επιτύχει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι, ως ορθή και αληθής, η δική της εκδοχή. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ

(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της Ενάγουσας, για να αποδείξει τους ισχυρισμούς γεγονότων που στοιχειοθετούν την αξίωση της ως η Έκθεση Απαίτησης. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους της Ενάγουσας και δεν μεταφέρεται. Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Η απόσειση του βάρους απόδδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο (βλ. Χ’’ Παυλή κ.ά v. Α. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220, Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689). Είναι πάγια νομολογημένη αρχή, ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα. Δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση θεμάτων που δεν εγείρονται στα δικόγραφα. Ισχυρισμοί που δεν αναφέρονται σε αυτά, δεν αποτελούν επίδικα θέματα, έστω και αν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία και το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να δεχθεί τέτοια μαρτυρία (βλ. D. Nikolaou & Sons (Landowners) Ltd v. Nίκου Κ. Χ’’ Αντώνη
(1997)1 ΑΑΔ 273, Δημήτρη Χαραλάμπους κ.ά. v. Λοΐζου Κούτα). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής, με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες της απόδειξης. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης (Βλέπε Constantinides (Akinita) Ltd. v Mavrogenis
(1983)1 C.L.R. 662). O πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει ο Δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Βλέπε Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Η εκτίμηση της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα δεν διαφέρει από την αντιμετώπιση άλλων μαρτύρων. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί όλη τη μαρτυρία ή μέρος της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα και να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα (Βλέπε Star Fiberglass Ltd. v. Elneda Trading Ltd.
(1992)1(B) C.L.R. 875). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα υπόθεση έχω να παρατηρήσω τα εξής꞉ οι ΜΕ1 και ΜΕ2 είχαν ασφαλώς κοινό συμφέρον στην παρούσα υπόθεση, εφόσον πρόκειται για συζύγους, οι οποίοι μάλιστα όπως ομολόγησαν διαχειρίζονταν από κοινού τη λήψη αποφάσεων για την ενοικίαση του επίδικου υποστατικού έστω και αν η ιδιοκτησία του είναι στο όνομα της ΜΕ
  1. Οι αντιφάσεις που υπήρξαν στη μαρτυρία τους, τις οποίες εντοπίζει ο συνήγορος Υπεράσπισης στη γραπτή του αγόρευση, δεν θεωρώ ότι είναι ουσιώδεις. Δηλαδή δεν μπορεί να έχει τεράστια σημασία το αν η ΜΕ1 θυμόταν να είδε προηγουμένως την επιστολή ημερ. 2.4.2012, εφόσον παραδέχτηκε ότι απάντησε στο περιεχόμενο αυτής. Ούτε μπορεί να έχει μεγάλη σημασία το ποιος δακτυλογράφησε την επιστολή ημερ. 9.4.2012 ή αν ο ΜΕ2 θυμόταν ή δεν θυμόταν αν διάβασε ολόκληρο το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 16.5.
  2. Τα κενά μνήμης που εκδήλωσαν σε ορισμένα σημεία οι ΜΕ1 και ΜΕ2 αφορούν σε αλληλογραφία που ανταλλάγηκε 6 χρόνια πριν οι ίδιοι προσέλθουν στο Δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία και είναι εν μέρει ευλόγως επιτρεπτά. Από την άλλη, δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω την αξιοπιστία του ΜΥ1, του οποίου η μαρτυρία ήταν συνολικά συμπαγής και τεκμηριωμένη με έγγραφα. Εν τέλει, εκείνο που έχει πραγματική σημασία είναι ότι, εφόσον οι εκατέρωθεν θέσεις και απαιτήσεις των αντισυμβαλλομένων μερών διατυπώνονταν γραπτώς και δη μέσω δικηγόρων, δεν μπορεί να αλλοιωθεί εκ των υστέρων με οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία το περιεχόμενό τους. Επομένως, η αλληλογραφία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο διευκολύνει το Δικαστήριο στον έλεγχο της αξιοπιστίας τους και στην ανίχνευση της αλήθειας. Καταλήγω στα εξής ευρήματα γεγονότων βάσει της συνολικής θεώρησης της προσφερθείσας μαρτυρίας꞉ Μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης αρ. 1 συνήφθη σύμβαση ενοικίασης στις 26.6.2009 με περιεχόμενο ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Την τήρηση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης αρ. 1 βάσει της σύμβασης εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 με έγγραφη συμφωνία εγγύησης που ενσωματώθηκε στο έγγραφο της συμφωνίας ενοικίασης. Σε κάποιο στάδιο η Εναγόμενη αρ. 1 αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες να καταβάλλει το συμβατικό ενοίκιο. Ο ΜΥ1 μιλώντας αρχικά με τον ΜΕ2 και εν συνεχεία στέλοντας επιστολή ημερ. 2.4.2012 εξ ονόματος της Εναγόμενης αρ. 1 (βλ. το Έγγραφο Β), έκανε παραστάσεις προς την Ενάγουσα προκειμένου να εξασφαλίσει μείωση του ενοικίου κάτω από €950 μηνιαίως. Η προσπάθεια αυτή του ΜΥ1 προσέκρουσε σε άρνηση της Ενάγουσας να αποδεχθεί την πρότασή του, αφού τούτο λέγει η επιστολή ημερ. 9.4.2012 (βλ. το Έγγραφο Γ), κάτι που οδήγησε την Εναγόμενη αρ. 1 να ειδοποιήσει την Ενάγουσα με την επιστολή ημερ. 16.5.2012 (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) ότι είχαν πρόθεση να τερματίσουν τη συμφωνία ενοικίασης και να παραδώσουν κενή κατοχή του υποστατικού μέχρι το τέλος Ιουλίου
  3. Διατήρησε η Εναγόμενη αρ. 1 την κατοχή του υποστατικού μέχρι το τέλος Ιουλίου 2012, εφόσον λειτουργούσε κανονικά το φροντιστήριο μέχρι τότε. Μετά το τέλος Ιουλίου, η Εναγόμενη αρ. 1 μέσω του ΜΥ1 άρχισε να προσκαλεί την Ενάγουσα προφορικά να δεχθεί την παράδοση του υποστατικού, ενώ έπαυσε να κατέχει το υποστατικό. Μέχρι τις 28.9.2012 που η Ενάγουσα απέστειλε μέσω δικηγόρου δική της επιστολή τερματισμού της συμφωνίας (Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α), αυτή και ο σύζυγός της (ΜΕ2) έκριναν ότι δεν ήταν προς το συμφέρον τους να παραλάβουν την κατοχή του υποστατικού, εφόσον δεν αποδέχονταν ότι επήλθε τερματισμός της συμφωνίας με την επιστολή ημερ. 16.5.2012 της Εναγομένης. Δόθηκε από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη αρ. 1 προθεσμία 7 ημερών από λήψεως της επιστολής ημερ. 28.9.2012 για την παράδοση του υποστατικού. Εν τέλει, η Εναγόμενη αρ. 1 παρέδωσε με επιστολή δικηγόρου τα κλειδιά του υποστατικού στις 19.11.2012 (βλ. Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α), υποδεικνύοντας ότι το υποστατικό παραδίδετο στην κατάσταση που ήταν, δηλαδή με ενσωματωμένες τις μετατροπές, τροποποιήσεις ή αναβαθμίσεις για τις οποίες η Εναγόμενη 1 είχε δαπανήσει το ποσό περί τις €25.000, που ως φαίνεται στην όψη του Εγγράφου Θ, η Εναγόμενη 1 είχε συμφωνήσει στις 31.7.2009 να το καταβάλει προς τρίτο πρόσωπο. Η Εναγόμενη αρ. 1 έλαβε Έκθεση Εκτίμησης από τον ΜΥ2 (βλ. το Έγγραφο ΙΑ) κατόπιν επιτόπιας επίσκεψης στο επίδικο υποστατικό στις 18.5.2012 ότι το ολικό κόστος της ανακαίνισης που ήταν ενσωματωμένη στο επίδικο υποστατικό όταν αποχώρησε η Εναγόμενη αρ. 1 από αυτό, σε τιμές του 2012, ανερχόταν σε €21.
  4. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να εντάξω τα πιο πάνω ευρήματα γεγονότων στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Είναι παραδεκτό στην παρούσα υπόθεση ότι η σύμβαση ενοικίασης που περιέχεται στο Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α αποτελούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο έγκυρη σύμβαση, κατά το δίκαιο των συμβάσεων (βλ. τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε). Συνεπώς, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των αντισυμβαλλομένων, ως επίσης οι εκατέρωθεν αξιώσεις τους, θα πρέπει να κριθούν βάσει των προνοιών της μεταξύ τους σύμβασης. Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι για την ερμηνεία έγγραφης σύμβασης υιοθετείται η γραμματική ερμηνεία, συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ' ένα κοινό άνθρωπο, η δε πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση (βλ. Transnatco Ltd v. Superclima Eng. Ltd.
(2010)1 (A) AAΔ 643 και Καρατσιόλης ν. Royal Sports Betting Ltd.
(2008)1 (A) AAΔ.669). Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής (με βάση την αντικειμενική θεωρία των συμβάσεων και το τι μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο) στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης, αλλά όχι με βάση τις υποθέσεις του Δικαστή σ' όσον αφορά στις επιδιώξεις των μερών (βλ. σύγγραμμα Πολύβιου Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος Β, σελ. 479). Διαβάζοντας, λοιπόν, από τη συμφωνία ενοικίασης ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, το περιεχόμενο της οποίας ήταν επίσης παραδεκτό από τους διαδίκους ως διαφάνηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, προκύπτει ότι βάσει του όρου 2 η διάρκεια της ενοικιάσεως θα ήταν 6 χρόνια, από 1.8.2009 μέχρι 31.7.2015 και ο ενοικιαστής θα είχε περαιτέρω δικαίωμα ανανέωσης για ακόμη 2 χρόνια. Το ενοίκιο συμφωνήθηκε στον όρο 3 ότι θα ήταν συνολικά για την αρχική 6ετή περίοδο €77040, ως εξής: από 1.8.2009 – 31.7.2011 ποσό €950 μηνιαίως, έπειτα από 1.8.2011 – 31.7.2013 ποσό €1065 μηνιαίως και από 1.8.2013 – 31.7.2015 ποσό €1195 μηνιαίως. Έκαστο ενοίκιο θα ήταν πληρωτέο την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από 1.8.
  1. Σε περίπτωση ανανέωσης της σύμβασης για 2 χρόνια από 1.8.2015, το ενοίκιο θ’αυξανόταν σε €1340 μηνιαίως. Αποτελούσε ρητό όρο (βλ. τον όρο 13) ότι η υποχρέωση του ενοικιαστή να πληρώνει το συμφωνηθέν ενοίκιο ως αναφέρεται στον όρο 3 ανωτέρω, αποτελούσε ουσιώδη υποχρέωση, παράβαση της οποίας θα έδιδε το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη να τερματίσει την ενοικίαση για υπαιτιότητα του ενοικιαστή, δίδοντας προς τον ενοικιαστή γραπτή ειδοποίηση όχι πέραν των 7 ημερών και να ζητήσει την έξωσή του, αξιώνοντας ενοίκιο για την περίοδο μέχρι την εγκατάλειψη του υποστατικού από τον ενοικιαστή και τυχόν αποζημίωση. Βάσει του όρου 14 της ίδιας σύμβασης, η ειδοποίηση τερματισμού της ενοικίασης από τον ιδιοκτήτη θα θεωρείτο δεόντως δοθείσα εάν ταχυδρομήτο στη διεύθυνση του ενοικιαστή στην οδό Ραφαήλ Σάντη
  2. Παρατηρώ ότι δεν υπήρχε αντίστοιχος όρος ή πρόνοια εντός της ρηθείσας συμφωνίας ενοικίασης για δικαίωμα του ενοικιαστή να τερματίσει τη σύμβαση ενοικίασης υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Για τούτο και δεν προσδιοριζόταν οποιαδήποτε περίοδος αναγκαίας ειδοποίησής του προς τον ιδιοκτήτη ή/και τύπος ειδοποίησης. Βάσει του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και ειδικότερα βάσει του άρθρου 37
(1)αυτού, «Οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου.». Βάσει του άρθρου 39 του ιδίου Νόμου, «Αν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει, ή καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει, την υπόσχεση του στο σύνολο της, ο δανειστής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση, εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης.». Στην παρούσα υπόθεση, ήταν εξ αρχής παραδεκτό από την Εναγόμενη αρ. 1 – ενοικιαστή του επίδικου υποστατικού στην παρα. 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής της ότι αυτή παρέλειψε να πληρώσει τα ενοίκια από το Μάρτιο του 2012 και έπειτα. Συνεπώς, η ημερομηνία της 1.3.2012 που δικογράφησε η Ενάγουσα στην παρα. 5 της Έκθεσης Απαίτησής της ως ημερομηνία από την οποία η Εναγόμενη αθέτησε την υποχρέωση που ανέλαβε βάσει του όρου 3 της συμφωνίας ενοικιάσεως να καταβάλει το ενοίκιο που προβλεπόταν στον εν λόγω όρο, δεν αμφισβητείται ότι είναι αληθής. Σε αυτό το σημείο οφείλω να παρατηρήσω ότι τόσο στη δικογραφία όσο και στο στάδιο της προσκόμισης μαρτυρίας, η Ενάγουσα φάνηκε να μην αξίωνε ποτέ ενοίκιο €1065 μηνιαίως ως είχε συμβατικά το δικαίωμα για τους μήνες Απρίλιο – Οκτώβριο του 2012, παρά μόνο το ενοίκιο στην αρχική κλίμακα, ήτοι προς €950 μηνιαίως. Με την επιστολή της Εναγομένης αρ. 1, ημερ. 2.4.2012, ως το Έγγραφο Β, που βάσει της μαρτυρίας του ΜΕ2 είναι παραδεκτό ότι παραλήφθηκε από αυτόν και ότι ενημερώθηκε για το περιεχόμενό της η ΜΕ1, εξού και απαντήθηκε στις 9.4.2012 με την επιστολή ως το Έγγραφο Γ, είναι φανερό ότι η Εναγόμενη αρ. 1 ενημέρωσε την ιδιοκτήτρια (ΜΕ1) για την οικονομική της δυσχέρεια να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις, όσον αφορά το ύψος του ενοικίου των €950 μηνιαίως. Δεν είχε όμως συμβατικό δικαίωμα η Εναγόμενη αρ. 1 να παραλείψει την εκτέλεση των υποχρεώσεών της για λόγους οικονομικής δυσχέρειας. Ούτε επικαλέστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η ΜΕ1 την ύπαρξη οποιασδήποτε πρόνοιας σε οποιοδήποτε Νόμο που να της επέτρεπε κατά τον ουσιώδη χρόνο τη μη εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων ή την απαλλαγή της από τις συμβατικές υποχρεώσεις της για ένα τέτοιο λόγο (βλ. άρθρο 37
(1)Κεφ. 149). Κατ’ ουσίαν όπως η Εναγόμενη αρ. 1 αναγνώρισε στην επιστολή της ημερ. 2.4.2012, αυτό που ζητούσε ήταν την τροποποίηση ή/και σύναψη νέου ενοικιαστήριου συμβολαίουμε την Ενάγουσα, πρόταση που ρητά απερρίφθη από την Ενάγουσα με την επιστολή της ημερ. 9.4.2012 (βλ. το Έγγραφο Γ) την οποία η Εναγόμενη αρ.1 δεν αρνήθηκε ότι παρέλαβε. Επομένως, κρίνω ότι, μετά την επιστολή ημερ. 9.4.2012 (Έγγραφο Γ), στην οποία η Ενάγουσα επέμεινε σε απαίτηση για πιστή εκτέλεση του ενοικιαστήριου συμβολαίου ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, ο εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 1 δηλωθείς στις 16.5.2012 (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) «τερματισμός» της σύμβασης ενοικίασης λόγω δικής της οικονομικής δυσχέρειας να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις δεν αποτελούσε νόμιμο τερματισμό βάσει των όρων της συμφωνίας ενοικιάσεως (βλ. Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α) ή /και βάσει των προνοιών του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Απεναντίας, συνιστούσε υπαναχώρηση από τη σύμβαση με υπαιτιότητα της Εναγομένης αρ. 1, η οποία υπαναχώρηση έδιδε δικαίωμα στην Ενάγουσα (ΜΕ1) βάσει του άρθρου 39 του Κεφ. 149 να να τερματίσει η ίδια τη σύμβαση βάσει του όρου 13 αυτής, μη αποκλειομένου όμως του δικαιώματος βάσει του άρθρου 39 του Κεφ. 149 να επιλέξει να αναθεωρήσει τη θέση της και να δεχθεί συνέχιση της συμφωνίας με μείωση του ενοικίου. Σε αυτό το σημείο ηγέρθηκε στη δικογραφία (βλ. παρα. 7 της Έκθεσης Απαίτησης και αντίστοιχα την παρα. 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης) ως επίδικο θέμα το αν η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμβαση ενοικίασης. Κάλεσε η Εναγόμενη αρ. 1 την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη του ισχυρισμού της περί του τερματισμού με επιστολή ημερ. 28.9.
  2. Πράγματι, η Ενάγουσα (ΜΕ1) παρουσίασε κατά την ακρόαση την επιστολή ημερ. 28.9.2012 ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, η οποία υπογράφεται από το δικηγόρο Γιώργο Βασιλείου και απευθύνεται στην Εναγόμενη αρ. 1 στη διεύθυνση αυτής όπως προβλεπόταν για σκοπούς αποστολής ειδοποίησης τερματισμού βάσει του όρου 14 της σύμβασης ενοικίασης, ήτοι στην οδό Ραφαήλ Σάντη
  3. Ομιλεί από μόνη της η επιστολή ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α και δηλώνει ότι η επιλογή που άσκησε η Ενάγουσα ήταν να τερματίσει τη σύμβαση ενοικίασης όπως είχε δικαίωμα υπό τις περιστάσεις, ήτοι της παράλειψης της Εναγόμενης αρ. 1 να καταβάλλει το οφειλόμενο συμβατικό ενοίκιο από 1.3.
  4. Αμφισβητήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2 η παραλαβή της εν λόγω επιστολής από την Εναγόμενη αρ. 1, πλην όμως ουδέποτε αρνήθηκε ο ΜΥ1 ότι εκείνη ηταν η διεύθυνση στην οποία η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να αποστείλει την ειδοποίηση τερματισμού βάσει του όρου 14 της σύμβασης. Άλλωστε και η επιστολή ημερ. 9.4.2012 την οποία η Υπεράσπιση δεν αρνήθηκε ότι παρέλαβε από την Ενάγουσα, ήταν στην ίδια διεύθυνση της Εναγομένης αρ. 1 που είχε απευθυνθεί. Επομένως, δεν υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο για να απορρίψει το Δικαστήριο τον ισχυρισμό των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι η επιστολή τερματισμού στάληκε κατ’ εντολή τους από το δικηγόρο τους στη διεύθυνση της Εναγομένης αρ. 1 ως η συμβατική τους υποχρέωση. Δεν παρέχεται στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας οποιοδήποτε έρεισμα για αποδοχή του ισχυρισμού του συνηγόρου Υπεράσπισης όπως υπεβλήθη στους ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι δεν παραλήφθηκε η επιστολή τερματισμού της Ενάγουσας από την Εναγόμενη, εφόσον επρόκειτο για την κανονική διεύθυνση παραλαβής εγγράφων. Ο τερματισμός της σύμβασης ενοικίασης από μέρους της Ενάγουσας, όπως αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, είναι νόμιμος τερματισμός και βάσει των αρχών που χαράσσει η νομολογία (βλ. Χαρίκλεια Κύπρου Μιχαήλ ν. Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 241), εφόσον δεν απαιτείται η ειδοποίηση τερματισμού να έχει συγκεκριμένη μορφή, αλλά απλώς να είναι σαφής και να καθορίζει τον τερματισμό της υφιστάμενης ενοικίασης σε συγκεκριμένο χρόνο. Είναι επίσης απαραίτητο ότι η διδόμενη ειδοποίηση πρέπει να λήγει την τελευταία ημέρα του μηνός, εάν η από μήνα σε μήνα ενοικίαση, όπως στην παρούσα περίπτωση, ξεκινούσε την πρώτη κάθε μηνός. Δεν απαιτείται να καθορίσει και ημερομηνία παράδοσης. Έπεται ότι, ως εκ του δικαστικού μου συμπεράσματος ότι η Εναγόμενη αρ. 1 δεν είχε συμβατικό ή/και νόμιμο δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση ενοικίασης ως επικαλέστηκε στην επιστολή της ημερ. 16.5.2012 (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) και ότι ο μόνος νόμιμος τερματισμός είναι αυτός στον οποίο προέβη η Ενάγουσα βάσει του Τεκμηρίου 4 υπό Έγγραφο Α στις 28.9.2012, έπεται ότι η ενοικίαση συνεχιζόταν μέχρι τη λήξη της 7ήμερης προειδοποίησης που έδωσε η Ενάγουσα στις 28.9.2012. Προχωρώ να εξετάσω ποια θεραπεία δικαιούται να λάβει η Ενάγουσα, εφόσον έκρινα ότι ο εκ μέρους της τερματισμός της σύμβασης ενοικίασης με την επιστολή ημερ. 28.9.2012 ήταν νόμιμος. Βάσει του άρθρου 73
(1)του ιδίου Νόμου, «Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.» Οι διατάξεις του άρθρου 73
(1)αποτέλεσαν το αντικείμενο ερμηνείας σε σειρά κυπριακών αποφάσεων (Markou v. Michael 19 C.L.R. 282. Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499) Η γενική αρχή, η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων είναι εκείνη της αποζημίωσης, δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί, με το χρήμα στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί. Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με την επιδίκαση αποζημιώσεων οι οποίες είναι λογικά προβλεπτές κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας, και είναι πιθανό να προκύψουν από τη διάρρηξη της συμφωνίας. Οι επιπτώσεις από τη διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημία υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης. Είναι, συγχρόνως, σημαντικό να σημειωθεί η υποχρέωση του θιγόμενου συμβαλλομένου μέρους να περιορίσει τη ζημιά του. Θεσμοθετείται η υποχρέωση αυτή στο εδάφιο
(3)του άρθρου 73 ανωτέρω, προβλέποντας τα εξής: «Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.». Με βάση τη δικογραφία η Ενάγουσα αξιώνει ενοίκια από 1.3.2012 μέχρι 1.11.
  1. Είναι ξεκάθαρο ότι η Εναγόμενη αρ. 1 δεν έχει καταβάλει ποτέ μέχρι σήμερα τα ενοίκια που αφορούν στην εν λόγω περίοδο. Προχωρώ να εξετάσω, αν η Ενάγουσα δικαιούται να εισπράξει όλα τα ενοίκια για την εν λόγω περίοδο ή αν κωλύεται λόγω της συμπεριφοράς της. Συγκεκριμένα, εξετάζω τις συνέπειες που δύναται να έχει το γεγονός ότι η Εναγόμενη αρ. 1 ειδοποίησε την Ενάγουσα από 16.5.2012 για την πρόθεσή της να παραδώσει κενή κατοχή του επίδικου υποστατικού στο τέλος Ιουλίου 2012, περίοδο μέχρι την οποία παραδέχεται ο ΜΥ1 ότι συνέχιζε να το κατέχει η Εναγόμενη αρ.
  2. Είναι γεγονός ότι δεν δόθηκε κάποια εξήγηση από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 γιατί καθυστέρησαν μέχρι τις 28.9.2012 να τερματίσουν τη σύμβαση, εφόσον από 16.5.2012 γνώριζαν για την ηθελημένη υπαναχώρηση της Εναγομένης αρ. 1 από τις συμβατικές της υποχρεώσεις, όπως δεν δόθηκε κάποια εξήγηση γιατί δεν αξίωσαν δικαστικά την έξωση της Εναγομένης αρ. 1 μέχρι τις 19.11.2012, εφόσον είχαν προβεί στον τερματισμό στις 28.9.
  3. Όφειλε η Ενάγουσα να σπεύσει να προβεί στον τερματισμό της σύμβασης και στη λήψη μέτρων προκειμένου να μειώσει τη ζημιά της (βλ. εδάφιο το
(3)του άρθρου 73). Δεν μπορεί η ενοικιάστρια – Εναγόμενη αρ. 1 να καθίσταται υπόλογη για ενοίκια για περίοδο που δεν κατέχει το επίδικο υποστατικό, ήτοι για περίοδο μετά την εγκατάλειψή του και την παροχή ειδοποίησης προς την Ενάγουσα να παραλάβει τα κλειδιά, νοουμένου όμως ότι προηγήθηκε νόμιμος τερματισμός. Δεν μπορεί ο ιδιοκτήτης να εκμεταλλεύτεαι εις βάρος του ενοικιαστή τη δική του αναιτιολόγητη καθυστέρηση σε ό,τι αφορά την παραλαβή κενής κατοχής του υποστατικού του. Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση Βερεγγάρια Π. Παπακοκκίνου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2007)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην προμνησθείσα υπόθεση, οι εφεσίβλητοι χρησιμοποιούσαν το μίσθιο ως τραπεζικό υποκατάστημα. Τον Ιούνιο του 1999 αποφάσισαν να τερματίσουν τη λειτουργία του υποκαταστήματος. Η επιστολή τερματισμού της ενοικίασης προς την εφεσείουσα, έφερε ημερομηνία 29.6.1999, αλλά έφτασε στα χέρια της εφεσείουσας το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου. Στην επιστολή τερματισμού, οι εφεσίβλητοι πληροφορούσαν την εφεσείουσα ότι το ακίνητο θα της παραδιδόταν την 31.12.
  2. Η εφεσείουσα καλείτο να επικοινωνήσει εντός μιας εβδομάδας μαζί τους, για να συζητηθούν οποιεσδήποτε τυχόν υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη συμφωνία. Το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν την πρόθεση να παραδώσουν το κατάστημα στην εφεσείουσα. Δέχθηκε, επίσης, τη μαρτυρία τους ότι σταμάτησαν να χρησιμοποιούν το υποστατικό ως υποκατάστημα από το Δεκέμβρη του 1999 και ότι αυτό ήταν ελεύθερο κατοχής από το Γενάρη του
  3. Η ίδια η εφεσείουσα καταθέτοντας δέχτηκε ότι τουλάχιστον από τις 19.1.2000 το κατάστημα ήταν άδειο. Μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες συνεννόησης για την παράδοση της κατοχής του επίδικου καταστήματος, οι εφεσίβλητοι, μέσω πλέον των δικηγόρων τους, απέστειλαν στις 3.4.2000 επιστολή (τεκμήριο 14). Αφού σημείωναν τις μάταιες προσπάθειες που έγιναν στο παρελθόν για παραλαβή του υποστατικού, την ειδοποιούσαν ότι στις 12 το μεσημέρι της 10.4.2000 αρμόδιος υπάλληλος θα βρισκόταν στο κατάστημα για να παραδώσει τα κλειδιά και να υπογραφεί το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης. Ατυχώς η επιστολή παραλήφθηκε μετά τις 10.4.2000 και η παράδοση ματαιώθηκε. Τελικά η παράδοση των κλειδιών του καταστήματος έγινε στο δικαστήριο στις 25.4.
  4. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση της εφεσείουσας να παραλάβει τα κλειδιά από τις 31.12.1999 που έληξε κανονικά η ενοικίαση, και η απόφασή της να δεχτεί να τα παραλάβει από το δικαστήριο στις 25.4.2002, δεν επιβάλλει ή υπονοεί ότι η ενοικίαση συνεχίστηκε και μετά το Γενάρη του
  5. Κατ’ έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, λέγοντας τα εξής: «Οι επόμενοι λόγοι έφεσης αναφέρονται στο συμπέρασμα του δικαστηρίου ότι οι εφεσίβλητοι είχαν την πρόθεση να παραδώσουν το επίδικο κατάστημα και ότι στις 19.1.2000 το κατάστημα ήταν ελεύθερο. Δεν μας έχει επισημανθεί οτιδήποτε που να μας πείθει ότι τα συμπεράσματα του δικαστηρίου είναι λανθασμένα. Αντίθετα, από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η εφεσείουσα εκμεταλλευόμενη λεπτομέρειες, προσπάθησε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η ενοικίαση δεν είχε τερματιστεί, με σκοπό να συνεχίσει να καρπώνεται ενοίκια από ένα υποστατικό του οποίου η κατοχή είχε εγκαταλειφθεί από τους ενοικιαστές. Οι εφεσίβλητοι κάθε άλλο παρά κακή πίστη έδειξαν. Αντίθετα, φαίνεται ότι προσπάθησαν επανειλημμένα η θλιβερή αυτή υπόθεση να λήξει με τον πιο ανώδυνο και για τις δύο πλευρές τρόπο. Ως προς την παράδοση των κλειδιών στο δικαστήριο και το συμπέρασμα της εφεσείουσας ότι αυτό προϋποθέτει ότι η παράδοση των υποστατικών έγινε στις 25.4.2002, αρκεί να λεχθεί ότι είναι φανερό από το όλο πνεύμα ότι η διαδικασία παράδοσης των κλειδιών έγινε ούτως ώστε να μπορέσουν οι διάδικοι να βρεθούν μαζί και να γίνει επί τέλους η μέχρι τότε ακατόρθωτη παραλαβή των κλειδιών. Είναι φανερό ότι το δικαστήριο δεν είχε την πρόθεση να θεωρηθεί ότι έγινε παράδοση της κατοχής του ακινήτου στις 25.4.
  6. Άλλωστε, για ποιό λόγο τότε το δικαστήριο θα συνέχιζε τη διαδικασία διερεύνησης του χρόνου λήξης της μίσθωσης και παράδοσης κατοχής του μισθίου, αν θα είχε συμφωνηθεί και καταγραφεί στο σχετικό πρακτικό, ότι η παράδοση της κατοχής έγινε στις 25.4.2002.». Σε αντιδιαστολή με την απόφαση Παπακοκκίνου ανωτέρω, στην παρούσα υπόθεση έκρινα ότι ο προτιθέμενος τερματισμός της σύμβασης ενοικιάσεως από την Εναγόμενη αρ. 1 με την επιστολή ημερ. 16.5.2012 δεν αποτελούσε νόμιμο ή συμβατικό τερματισμό. Ο μόνος νόμιμος τερματισμός ήταν εκείνος στον οποίο προέβη η Ενάγουσα. Δεδομένου ότι η 7ήμερη προθεσμία που έδωσε η Ενάγουσα με τρην επιστολή τερματισμού ημερ. 28.9.2012 μετρούσε από την ημερομηνία παραλαβής της επιστολής και δεδομένου ότι παρέμεινε άγνωστη μέχρι τέλους της δίκης η ακριβής ημερομηνία παραλαβής της από την Εναγόμενη αρ. 1, κρίνω ορθό να δώσω την πιο ευνοϊκή για τους Εναγόμενους ερμηνεία, ότι δηλαδή ο τερματισμός ίσχυσε από 5.10.2012, που είναι η ενωρίτερη ημερομηνία λήξης της 7ήμερης προθεσμίας. Υπό το φως των συνθηκών αυτών και της πιο πάνω απόφασης Παπακοκκίνου, κρίνω ότι η Ενάγουσα δύναται να αξιώνει ενοίκια από 1.3.2012 μέχρι τις 5.10.2012 που έληγε η 7ήμερη ειδοποίηση τερματισμού που έδωσε στην Εναγόμενη αρ.
  7. Όχι μετά τις 5.10.2012 ή/και μέχρι την 19.11.2012, αφού με βάση τη μαρτυρία που αποδέχθηκα η Εναγόμενη αρ. 1 έπαυσε να κατέχει το επίδικο υποστατικό από το τέλος Ιουλίου και ότι είχε έκτοτε την πρόθεση να παραδώσει κενή κατοχή στην Ενάγουσα. Πέραν των καθυστερημένων και/ή δεδουλευμένων ενοικίων, η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις και για τη ζημιά που υπέστη ως εκ της αθέτησης της συμφωνίας ενοικίασης (βλ. το παρακλητικό «Β»). Ωστόσο, δεν δικογραφεί ειδικά για ποιους μήνες είναι που ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά ως εκ του πρόωρου τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης. Στην απόφαση Αννίτα Παντζιαρή ν Aquarian Container Lines Ltd. κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 748 σημειώθηκε ότι το άρθρο 75 διαφυλάττει το δικαίωμα του συμβαλλόμενου ο οποίος ακυρώνει τη σύμβαση για βάσιμο λόγο να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημία που υφίσταται λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου. Στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η εφεσείουσα είχε τερματίσει την ενοικίαση για βάσιμο λόγο και εναπόκειτο σ' αυτήν να αποδείξει τη ζημία που είχε υποστεί από τον πρόωρο τερματισμό της συμβατικής περιόδου της ενοικίασης, πράγμα που προϋπόθετε την προσαγωγή μαρτυρίας ότι είχε καταβάλει λογικές προσπάθειες για την εξεύρεση άλλου ενοικιαστή, οι οποίες είχαν αποβεί άκαρπες. Εφόσον τέτοια μαρτυρία δεν είχε προσαχθεί, κρίθηκε πως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει το μέρος αυτό της αξίωσης της εφεσείουσας. Στην παρούσα υπόθεση, όχι μόνο η Ενάγουσα παρέλειψε να δικογραφήσει για ποιους μήνες υπέστη ζημιά ως εκ της μη εξεύρεσης νέου ενοικιαστή, αλλά αντίθετα έδωσε μαρτυρία η ίδια η ΜΕ1 ότι βρήκε ενοικιαστή, χωρίς βέβαια να αποκαλύψει με τί ποσό ενοικίου. Επομένως, δεν υπάρχει ενώπιον μου το αναγκαίο υπόβαθρο για να αποδώσω οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για την περίοδο από 5.10.2012 μέχρι το τέλος της περιόδου ενοικιάσεως που προβλεπόταν στη συμφωνία ενοικίασης ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α ως το παρακλητικό Β της Έκθεσης Απαίτησης. Το επόμενο ζήτημα αφορά στην απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών της Εναγόμενης αρ.
  1. Λαμβάνω συναφώς υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 84 του Κεφ. 149, όπου προβλέπεται ότι «Σύμβαση εγγύησης» είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο της εν λόγω υπόσχεσης ή υποσχέσης. Λαμβάνω επίσης υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 86 του Κεφ. 149, βάσει των οποίων ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης, εκτός αν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση. Ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους 2 και 3 η εγγυρότητα της υποχρέωσης εγγύησης που ανέλαβαν. Έπεται ότι δεσμεύονται έναντι της Ενάγουσας να εκπληρώσουν όσα παρέλειψε η Εναγόμενη αρ.
  2. Αναφορικά με την ανταπαίτηση, παρατηρώ τα εξής꞉ Με βάση το περιεχόμενο της σύμβασης ενοικιάσεως το οποίο ήταν παραδεκτό (βλ. Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), και ειδικότερα βάσει του όρου 5 της εν λόγω σύμβασης, η Εναγόμενη αρ. 1 δήλωνε ότι εξέτασε το επίδικο υποστατικό και το βρήκε σε άριστη κατάσταση και της τέλειας αρεσκείας της, αναλάμβανε δε την υποχρέωση στη λήξη της ενοικιάσεως ή στον τερματισμό αυτής να το παραδώσει στον ιδιοκτήτη στην ίδια άριστη κατάσταση που το παρέλαβε εξαιρουμένης της φυσικής φθοράς. Βάσει του όρου 8 της σύμβασης ενοικίασης, η Εναγόμενη αρ. 1 δεν δικαιούτο χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας να προβεί σε οποιαδήποτε μετατροπή ή προσθήκη στο υποστατικό. Περαιτέρω βάσει του όρου 9 της σύμβασης ενοικίασης, η Εναγόμενη αρ. 1 είχε υποχρέωση, εάν επέφερε οποιαδήποτε τροποποίηση με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη να αποζημίωνε τον ιδιοκτήτη με ποσό ίσο με το κόστος επαναφοράς του υποστατικού στην προτέρα κατάσταση στη λήξη της συμφωνίας ενοικίασης ή στον τερματισμό αυτής. Από τη μαρτυρία του ίδιου του ΜΥ1, την οποία αποδέχομαι ως αξιόπιστη, προκύπτει ότι η Εναγόμενη αρ. 1 παρέλαβε το επίδικο υποστατικό τον Αύγουστο του 2009, καθ’ ον χρόνο αποφάσισε να το ενοικιάσει, όπως ακριβώς το παρέδωσε πίσω στην Ενάγουσα το Νοέμβριο του 2012 με τον τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης. Δηλαδή όσα αξιώνει εκ των υστέρων η Εναγόμενη αρ. 1 ως προσθήκες ή μετατροπές, δεν έγιναν μετά την έναρξη της συμφωνίας ενοικίασης, αλλά προϋπήρχαν στο επίδικο υποστατικό και αποτελούσαν την κατάσταση του υποστατικού όπως το παρέλαβε από την Ενάγουσα. Επομένως, η Εναγόμενη αρ. 1 δεν παρέδωσε κάτι διαφορετικό εν σχέση προς ό,τι παρέλαβε από την Ενάγουσα. Εάν η Εναγόμενη αρ. 1 ήθελε να αφαιρέσει εκ των υστέρων οποιαδήποτε κατασκευή ή εξοπλισμό από το επίδικο υποστατικό θα χρειαζόταν τη συγκατάθεση της Ενάγουσας ως προβλεπόταν στη σύμβαση ανωτέρω. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Ενάγουσα δεν πώλησε στην Εναγόμενη αρ. 1 την επιχείρηση φροντιστηρίου Η.Υ. ούτε ενοικίασε προς την Εναγόμενη αρ. 1 την επιχείρηση του φροντιστηρίου, παρά μόνο της ενοικίασε το επίδικο υποστατικό. Γι’αυτό και η σύμβαση ενοικίασης ουδεμία αναφορά κάνει σε άδεια λειτουργίας φροντιστηρίου ή σε καταβολή τιμήματος από τον ενοικιαστή για τη χρήση τέτοιας άδειας ή για εξοπλισμό και εγκαταστάσεις που αφορούσαν σε τέτοια χρήση (σύγκρινε με την υπόθεση Μάρω Ανδρέα Φωτίου ν Σοφοκλή (Άκη) Σοφοκλέους
(2012)1 Α.Α.Δ. 2826). Επομένως, κρίνω ότι η Εναγόμενη αρ. 1 ουδεμία υποχρέωση είχε προς την Ενάγουσα κατά τον τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης εν σχέση προς τη χρήση ή λειτουργία του υποστατικού ή τον εξοπλισμό αυτού. Αντίστοιχα, η Ενάγουσα ουδεμία υποχρέωση είχε έναντι της Εναγόμενης αρ. 1 να την αποζημιώσει για τον τερματισμό της συγκεκριμένης λειτουργίας της επιχείρησης του φροντιστηρίου ή της χρήσης συγκεκριμένου εξοπλισμού ή εγκαταστάσεων που σχετίζονται με την εν λόγω επιχείρηση. Όπως προκύπτει από το Έγγραφο Θ που προσκόμισε ο ΜΥ1, η Εναγόμενη αρ. 1 είχε συνάψει ξεχωριστή συμφωνία με τρίτο πρόσωπο, ήτοι τον προηγούμενο ενοικιαστή της Ενάγουσας, για αγορά από εκείνο το τρίτο πρόσωπο των αντικειμένων και/ή του εξοπλισμού και/ή των κατασκευών εντός του επίδικου υποστατικού που σχετίζονταν με τη λειτουργία επιχείρησης φροντιστηρίου. Έπρεπε η Εναγόμενη αρ. 1, εφόσον ισχυρίζεται ότι πλήρωσε ένα σημαντικό ποσό της τάξεως των €26.000 στο εν λόγω τρίτο πρόσωπο συν €4000 για την άδεια φροντιστηρίου, προκειμένου να προβεί στη συγκεκριμένη χρήση του επίδικου υποστατικού όταν το παρέλαβε από την Ενάγουσα, να διαπραγματευόταν με την Ενάγουσα και να ενσωμάτωνε πρόνοια ευθύς εξ αρχής εντός του ενοικιαστήριου εγγράφου γι’ αυτό το κόστος που ανέλαβε η Εναγόμενη αρ. 1 κατά την έναρξη της ενοικίασης και για το πως θα μετακυλίετο ή πώς θα ρυθμιζόταν κατά τη λήξη της σύμβασης ή κατά τον τερματισμό της. Είναι εντελώς σιωπηρή η σύμβαση ενοικίασης επί τούτου. Επομένως, δεν βλέπω κάποια συμβατική ή άλλη υποχρέωση της Ενάγουσας να αποζημιώσει την Εναγόμενη αρ. 1 για οτιδήποτε η ίδια εγκατέλειψε ή άφησε εντός του επίδικου υποστατικού κατά την παράδοσή του πίσω στην Ενάγουσα στην κατάσταση που ήταν όπως όταν το είχε ενοικιάσει και βρει της απολύτου αρεσκείας της. Στην Εναγόμενη αρ. 1 εναπόκειτο να έρθει σε επαφη με τον όποιο νέο ενοικιαστή της Ενάγουσας για να διαπραγματευθεί με εκείνον την μετακύλιση του κόστους αυτού. Συνεπώς, χωρίς να καταλήγω σε οποιοδήποτε εύρημα για το τί ακριβώς περιλάμβανε η συμφωνία με το τρίτο πρόσωπο ως το Έγγραφο Θ που παρουσίασε ο ΜΥ1 και συγχρόνως χωρίς να απορρίπτω την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ΜΥ2 για την αξία σε τιμές του 2012 όσων αντικειμένων ανταπαιτεί η Εναγόμενη αρ. 1, κρίνω ότι δεν χωρεί νομικά και δεν είναι βάσιμη η έγερση ανταπαίτησης αναφορικά με την αξία αυτή κατά της Ενάγουσας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Σε ό,τι αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας στην αγωγή καταλήγω ότι επιτυγχάνει το παρακλητικό Α, με τη διαφοροποίηση ότι επιδικάζω υπέρ της τα ενοίκια ουσιαστικά για 7 μήνες και μία βδομάδα, από 1.3.2012 μέχρι 5.10.2012 @ €950 μηνιαίως, ήτοι €6.887,50 (= €6.650 + €237,50), με νόμιμο τόκο από 5.10.2012 μέχρι εξοφλήσεως. Το ποσό αυτό πλέον ο τόκος επιδικάζονται εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν εγγυηθεί την πιστή εκτέλεση των όρων της σύμβασης ενοικίασης από την Εναγόμενη αρ. 1. Σε ό,τι αφορά την ανταπαίτηση των Εναγομένων, καταλήγω να την απορρίπτω ως αβάσιμη. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζω τα έξοδα της δίκης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)................................... Α. Πανταζή – Λαμπρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: ¡¸ ÙÔ …ÕO–/CyLii „È· ÙÔÌ –·„Í˝ÒÈÔ ƒÈÍÁ„ÔÒÈ͸ ”˝ÎÎÔ„Ô

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.