Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Λευκορωσίας για έκδοση του PAPADOPOULOS, Αίτηση Έκδοσης Αρ. 1/2018, 28/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αίτηση Έκδοσης Αρ. 1/2018 Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Λευκορωσίας για έκδοση του PAPADOPOULOS XXXXX (στο εξής «ο Καθ'ου η αίτηση»), η οποία προωθήθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατόπιν Εξουσιοδότησης, ημερ. 30.5.2018, του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, με βάση τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο του 1970 (97/1970) και τον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο του 1986 (Ν.172/86) Ημερομηνία꞉ 28.1.2019 Εμφανίσεις꞉ Για τον Αιτητή꞉ κα Λίνα Χατζηαθανασίου με κα Φ. Παπαγιώργη, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για τον Καθ'ου η αίτηση꞉ κ. Ηλίας Στεφάνου, με κ.κ. Ανδρέα Χρίστου και Ευθύμιο Ευθυμίου. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 18.4.2018 αφίχθηκε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας με τη πτήση CO725 από Θεσσαλονίκη ο XXXXX Παπαδόπουλος, ημερ. γέννησης 6.7.1986, κάτοχος Ελληνικής Ταυτότητας, την οποία υπέδειξε κατά το διαβατηριακό έλεγχο. Από τον έλεγχο που έγινε, διαπιστώθηκε ότι τα στοιχεία του αναφερόμενου βρίσκονταν καταχωρημένα στο Stop List μετά από μήνυμα (Ερυθρά Αγγελία) της INTERPOL Λευκορωσίας, ημερ. 1.8.2016, ότι καταζητείται από τις Αρχές της Λευκορωσίας για υπόθεση απάτης που διέπραξε στη Λευκορωσία κατά το χρονικό διάστημα 1.6.2013 έως 1.3.2014 κατά παράβαση του Παραρτήματος 4 του Άρθρου 209 του Ποινικού Κώδικα της Λευκορωσίας που επισύρει ποινή φυλάκισης δέκα
(10)ετών. Στην Ερυθρά Αγγελία αναφερόταν ότι το αναζητούμενο πρόσωπο είναι κάτοχος δύο διαβατηρίων, ένα Ελληνικό και ένα Ρωσικό, τα οποία ωστόσο δεν εντοπίστηκαν στην κατοχή του. Ενημερώθηκε η INTERPOL Λευκορωσίας, η οποία επιβεβαίωσε ότι ο πιο πάνω αφιχθής στη Λάρνακα καταζητείτο με σκοπό τη σύλληψη και έκδοσή του. Κατόπιν τούτου, συνελήφθη ο Καθ'ου η αίτηση από την Κυπριακή Αστυνομία δυνάμει προσωρινού εντάλματος σύλληψης βάσει του άρθρου 8
(1)(β) του Ν.97/70. Αφού επεξηγήθηκαν εγγράφως όλα τα δικαιώματά του ως συλληφθέντα, ο Καθ'ου η αίτηση ήχθη ενώπιον Δικαστηρίου στις 19.4.2018, στην παρουσία δικηγόρου της επιλογής του. Κατόπιν σχετικού αιτήματος που υπεβλήθη εκ μέρους της συνηγόρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, και μη υπάρχουσας οποιασδήποτε ένστασης από πλευράς του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση, διατάχθηκε από το Δικαστήριο η κράτηση του Καθ'ου η αίτηση, αρχικά για περίοδο εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 45 του Ν.172/86 για τυχόν έκδοση Εξουσιοδότησης του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του συλληφθέντα. Πράγματι, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, στις 31.5.2018 εκδόθηκε η σχετική Εξουσιοδότηση (Τεκμήριο Α). Ενημερώθηκε ο Καθ'ου κατά τη δικάσιμο ημερ. 31.5.2018 για το περιεχόμενο της Εξουσιοδότησης για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσής του και αυτός δεν συγκατατέθηκε στην έκδοση και παράδοσή του στις Αρχές της Λευκορωσίας. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ορίστηκε από το Δικαστήριο για έναρξη της ακρόασης και διατάχθηκε η κράτηση του Καθ'ου μέχρι αποπεράτωσης της δίκης επί της αίτησης. Ο καθ' ου δεν ήγειρε ένσταση στη συνέχιση της κράτησής του σε καμία ακροαματική συνεδρία μέχρι και τις 19.12.2018 που επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση, με εξαίρεση κατά τη δικάσιμο ημερ. 10.7.2018, κατά την οποία η ένσταση απερρίφθη με αιτιολογημένη ex tempore απόφαση του Δικαστηρίου. Η ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ. Στην Εξουσιοδότηση (Τεκμήριο Α), η οποία φέρει ως νομική βάση το άρθρο 7 του Ν.97/70, αναφέρεται ότι, με βάση τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν μαζί με την αίτηση έκδοσης, η έκδοση του Καθ'ου η αίτηση ζητείται «με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του στη Λευκορωσία για το αδίκημα της απάτης, κατά παράβαση του εδαφίου 4 του άρθρου 209 του Ποινικού Κώδικα της Λευκορωσίας που κατηγορείται ότι διέπραξε κατά την περίοδο Ιουνίου 2013 - Αυγούστου 2014.» Με βάση τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση έκδοσης, η Εξουσιοδότηση αναφέρει τις εξής λεπτομέρειες όσον αφορά την ισχυριζόμενη δράση του Καθ'ου η αίτηση (όπου η αναφορά «ο Papadopoulos», το αντικαθιστώ με τη λέξη «ο Καθ'ου»)꞉ «Συγκεκριμένα, ο Καθ'ου κατηγορείται ότι κατά την πιο πάνω περίοδο, με πρόθεση και με σκοπό την υπεξαίρεση ξένης περιουσίας σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα, έχοντας ως στόχο το προσωπικό κέρδος και όφελος, συνωμότησε με τον συνιδρυτή και Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης «Τράιπλ» (εφ'εξής ΕΠΕ Τράιπλ) και άλλα κατονομαζόμενα στα έγγραφα έκδοσης πρόσωπα και, ενεργώντας ως μέλος οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, εξαπάτησε με δόλο, ψευδείς παραστάσεις και κατάχρηση εμπιστοσύνης, το Ρώσσο πολίτη Σαβιάκ Γιου Ι., καθώς και το Λευκορώσο Επιχειρηματία Ραμπτσέβιτς Α. Β., με το πρόσχημα της παροχής προϊόντων πετρελαίου για τα οποία προπληρώθηκε, αλλά ποτέ δεν παρέδωσε, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που εξειδικεύονται στα έγγραφα, αποσπώντας από αυτούς χρηματικά ποσά συνολικού ύψους US$27.450087,00 και US$3.000.000,00., αντίστοιχα. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες στα έγγραφα έκδοσης, ο Καθ' ου και οι συνεργοί του, που κατά τον ουσιώδη χρόνο διεξήγαγαν στην πραγματικότητα χρηματοοικονομικές και οικονομικές δραστηριότητες υπό τη μορφή «χρηματοπιστωτικής πυραμίδας», εξαπάτησαν τον Ιούνιο 2013, από το Μινσκ στο οποίο βρίσκονταν, τον Σάβιακ Γιου Ι., πείθοντάς τον να υπογράψει τη σύμβαση παροχής προϊόντων πετρελαίου με προπληρωμή υπ' αρ. 25-06/2013, ημερ. 25/06/2013 μεταξύ της υπεράκτιας εταιρείας "Strawfield Logistics Ltd" και της Αυστριακής εταιρείας "S&I Handels - und Beteilingunsgesellschaft mbH" (εφ' εξής «S&I Handels») που ανήκε στον ίδιο και στη σύζυγό του, χωρίς πρόθεση να την τηρήσουν. Ως εκ τούτου, ο Καθ'ου, ο οποίος είχε οργανώσει τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης, προέβηκε στις 10.7.2013 και στις 21.8.2013 σε πίστωση του λογαριασμού διακανονισμού της "Strawfield Logistics Ltd", με τα ποσά των US$3.000.000,00 και US$6.000.000,00, αντίστοιχα, που έλαβε από την S&I Handels στη βάση της προαναφερόμενης σύμβασης. Εν τω μεταξύ, την 1.7.2013, ο Καθ'ου και οι συνεργοί του, από τα γραφεία της ΕΠΕ Τράιπλ στα οποία βρίσκονταν, εξέδωσαν χωρίς εξουσιοδότηση, εγγυητική με αρ. [...] με την οποία η ΕΠΕ Τράιπλ εγγυάτο την επιστροφή του ποσού των μη παραδοθέντων προϊόντων και των συμβατικών υποχρεώσεων σε περίπτωση μη παράδοσης, δυνάμει της σύμβασης υπ' αρ. 25-06/2013, προκαλώντας ζημιά στην επιχειρηματική φήμη της ΕΠΕ Τράιπλ. Στη συνέχεια, ο Καθ'ου ως μέλος της οργανωμένης ομάδας, οργάνωσε τη σύναψη ανάλογων συμβάσεων παροχής προϊόντων πετρελαίου μεταξύ των εταιρειών "Edena Investment Ltd" και "S&I Handels", με αρ. 16/13, ημερ. 25.11.2013 και αρ. 07/14, ημερ. 13.2.2014, χωρίς πρόθεση να τις τηρήσει. Δυνάμει των ως άνω συμβάσεων, ο Καθ'ου έλαβε από την "S&I Handels" σε συγκεκριμένες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των 178.684.676.045,00 λευκορωσικών ρουβλίων, τα οποία πίστωσε στο λογαριασμό διακανονισμού της εταιρείας "Edena Investment Ltd", χωρίς όμως να παραδώσει τα προïόντα στην "S&I Handels". Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών, ο Καθ'ου και οι συνεργοί του υπεξαίρεσαν χρήματα που ανήκαν στην εταιρεία "S&I Handels" και στον ιδιοκτήτη της Σάβιακ Γιου Ι., συνολικού ύψους US$ 27.450.087, ήτοι 258.784.676.045 λευκορωσικά ρούβλια, κατά παράβαση του άρθρου 209
(4)του Ποινικού Κώδικα της Λευκορωσίας, τα οποία ιδιοποιήθηκαν. Περαιτέρω, στις 15 - 18.8.2014 ο Καθ'ου από το Μινσκ στο οποίο βρισκόταν, ενεργώντας ως μέλος της οργανωμένης ομάδας, εξαπάτησε με δόλο και ψευδείς παραστάσεις τον Ραμπτσεβιτς Α.Β., πείθοντάς τον να υπογράψει τη σύμβαση με αρ. 15/08, , ημερ. 15.8.2014, μεταξύ της εταιρείας «Edena Investment Ltd» και της «Kersey Industries LP», για την προμήθεια καυσίμων για κινητήρες, τη σύναψη της οποίας διοργάνωσε ο ίδιος, γνωρίζοντας πως δεν υπήρχε πρόθεση να τιμηθεί. Στη βάση της προαναφερόμενης σύμβασης, ο Καθ'ου έλαβε από την τελευταία και πίστωσε στις 18/8/2014 τον λογαριασμό διακανονισμού της «Edena Investment Ltd» με το ποσό των US$2.841.000, ήτοι 29.489.580.000 λευκορωσικών ρουβλιών, χωρίς να παραδώσει τα συμφωνηθέντα προϊόντα. Ένεκα της μη τήρησης των όρων της σύμβασης από τους συνεργούς, ο Καθ'ου και οι συνεργοί του, ενώ γνώριζαν πως δεν ήταν σε θέση να επιστρέψουν τα κεφάλαια, εντούτοις υπέγραψαν με τον Ραμπτσεβιτς Α.Β. τη σύμβαση δανείου ημερ. 17.11.2014 για το ποσό των US$3.000.000,00, με τόκο 3% μηνιαίως και αποπληρωμή μέχρι 17/11/2015, την οποία όμως δεν εκτέλεσαν, προκαλώντας ζημιά στον Ραμπτσεβιτς Α.Β. US$3.000.000,00 κατά παράβαση του άρθρου 209
(4)του Ποινικού Κώδικα της Λευκορωσίας.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Καταλήγει η Εξουσιοδότηση του Υπουργού αναφέροντας τα εξής꞉ «Επειδή η ως άνω εγκληματική πράξη, πέραν από παράβαση της νομοθεσίας του ρηθέντος κράτους, συνιστά και παράβαση της Κυπριακής νομοθεσίας και συγκεκριμένα των Άρθρων 255 (ορισμός κλοπής), 262 (ποινή κλοπής), 297 (ορισμός ψευδών παραστάσεων) 298 (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις), 300 (απάτη), 301 (εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις), 302 (συνωμοσία προς καταδολίευση), 343 (καταρτισμός εγγράφων χωρίς εξουσία) 371 (συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος) του Ποινικού Κώδικα, τα οποία επιφέρουν ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους. Δια ταύτα, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δια του παρόντος εξουσιοδοτεί την έναρξιν της διαδικασίας της εκδόσεως υπό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εις την ρηθείσαν χώραν του εν λόγω Καθ'ου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970 - 2013.» Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ. ΟΙ ΝΟΜΟΙ 97/70 ΚΑΙ 172/86. Η διαδικασία, η οποία διέπει την έκδοση φυγοδίκου ρυθμίζεται από τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμον του 1970, (Ν. 97/70), ιδιαίτερα από το ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ. Πρόκειται για ειδική διαδικασία, προσαρμοσμένη στη φύση του αντικειμένου αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου. Κύριος σκοπός της είναι η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοσή του (Βλ. Katcho k.a
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1382, 1396.) Το άρθρο 7
(1)του Ν.97/70 προβλέπει ότι καμία διαδικασία έκδοσης άρχεται, εκτός κατόπιν εξουσιοδότησης του Υπουργού, η οποία εκδίδεται κατόπιν αίτησης εκδόσεως, η οποία υποβάλλεται από Κράτος το οποίο σύναψε συνθήκη με την Κυπριακή Δημοκρατία για τα της έκδοσης. Το άρθρο 7
(2)του ιδίου Νόμου προβλέπει ότι, εφόσον η έκδοση αποσκοπεί στο να ασκηθεί δίωξη εναντίον του Καθ'ου η αίτηση, τότε η αίτηση έκδοσης πρέπει να συvoδεύεται από το ένταλμα σύλληψης που εκκρεμεί εναντίον του προσώπου το οποίο ζητείται να εκδοθεί για να διωχθεί. To άρθρο 5(α)(γ) προβλέπει ότι ένα αδίκημα λoγίζεται ως αδίκημα για το οποίο χωρεί η έκδoση προσώπου, εάv- (α) προνοείται ως τέτοιο αδίκημα στη συνθήκη εκδόσεως που συνήφθη μεταξύ της αιτούσας χώρας και της Κυπριακής Δημοκρατίας· ή (β) [...]· ή (γ) η συvιστώσα τo αδίκημα πράξη ή παράλειψη ή ισoδύvαμη πράξη ή παράλειψη, θα αποτελούσε αδίκημα κατά τη voμoθεσία της Δημoκρατίας, εάv ελάμβαvε χώραv εvτός της Δημoκρατίας υπό αvαλόγoυς περιστάσεις. Το άρθρο 9 του Νόμου 97/70 προβλέπει ότι, εφ' όσov παρασχεθεί η εξoυσιoδότηση για τηv έvαρξη της διαδικασίας της εκδόσεως, το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης έκδοσης δύναται να αποφασίσει την έκδοση, εάν ικαvoπoιηθεί, ότι τα πρoσαχθέvτα εvώπιov αυτoύ απoδεικτικά στoιχεία είvαι επαρκή, έτσι ώστε vα δικαιoλογήσουν τηv παραπoμπή αυτoύ σε δίκη για τo εv λόγω αδίκημα, εφ' όσov τoύτo διεπράττετo εvτός της δικαιoδoσίας τoυ Δικαστηρίoυ. Το άρθρο 20 του Ν.97/70 προβλέπει ότι, τηρoυμέvωv τωv αvαλoγιώv, οι διατάξεις τoυ Νόμoυ αυτού, θα τυγχάvουν εφαρμoγής και σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες υφίσταται διμερής συμφωvία μεταξύ ξέvoυ Κράτoυς και της Δημoκρατίας. Η σχετική για την υπό κρίση αίτηση έκδοσης Συνθήκη είναι «η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου» (στο εξής «η Διμερής Συνθήκη»), την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία υπέγραψε στις 19.1.1984 κατόπιν απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 24.016, ημερ. 29.12.1983, η οποία κυρώθηκε δυνάμει του Κυρωτικού της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1986 (Ν.172/86). Το άρθρο 37
(2)της Διμερούς Συνθήκης προβλέπει ότι꞉ «Έκδοση για σκοπούς ποινικής δίωξης θα χωρεί αναφορικά με πράξεις οι οποίες, δυνάμει του δικαίου και των δύο Μερών, αποτελούν αδικήματα και τιμωρούνται με στέρηση της ελευθερίας για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους ή με βαρύτερη ποινή». Το άρθρο 38 της Διμερούς Συνθήκης προβλέπει ότι꞉ «38. Έκδοσης δεν μπορεί να χωρέσει꞉
(1)αν το ζητούμενο πρόσωπο είναι πολίτης του Συμβαλλόμενου Μέρους από το οποίο ζητείται ή αν του παραχωρήθηκε άσυλο από το Κράτος αυτό·
(2)αν η έκδοση δεν επιτρέπεται δυνάμει του δικαίου του Συμβαλλόμενου Μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση·
(3)αν σύμφωνα με το δίκαιο ενός από τα Συμβαλλόμενα μέρη η ποινική διαδικασία κινείται με την υποβολή καταγγελίας από το βλαβέν πρόσωπο·
(4)[...] -
(6)[...]». Το άρθρο 42 της Διμερούς Συνθήκης προβλέπει ότι - «1. Η αίτηση για έκδοση θα πρέπει να γίνεται γραπτώς και να περιέχει τα ακόλουθα꞉
(1)Τον προσδιορισμό της αιτούσας αρχής·
(2)Το κείμενο του νόμου του αιτούντος συμβαλλόμενου μέρους δυνάμει του οποίου η πράξη καθορίζεται ως αδίκημα·
(3)Το ονοματεπώνυμο του ζητούμενου προσώπου, πληροφορίες σχετικά με την ιθαγένεια, τη μόνιμη ή προσωρινή διαμονή του και άλλες πληροφορίες σχετικές με το πρόσωπό του, καθώς και περιγραφή, αν είναι δυνατόν, της προσωπικής του εμφάνισης, φωτογραφία και δακτυλικά αποτυπώματα·
(4)έκθεση για το ποσό της υλικής ζημιάς, αν υπάρχει, που προξενήθηκε ως αποτέλεσμα του αδικήματος.
- Η αίτηση για έκδοση με σκοπό την ποινική δίωξη θα πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιημένο αντίγραφο του εντάλματος για σύλληψη μαζί με περιγραφή των πράξεων οι οποίες στοιχειοθετούν το αδίκημα. [...]
- Το αιτούν συμβαλλόμενο μέρος δεν έχει υποχρέωση να επισυνάψει στην αίτηση του τη μαρτυρία για την ενοχή του προσώπου του οποίου επιζητείται η έκδοση». ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Όπως διευκρινίσθηκε νομολογιακά στην υπόθεση Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 Α.Α.Δ. 191, το κριτήριο κατά τη λήψη της απόφασης έκδοσης φυγοδίκου, δεν είναι το κατά πόσον το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα του ημεδαπού δικαίου, αλλά το κατά πόσον η συμπεριφορά του φυγόδικου, αν αυτή λάμβανε χώρα στο κράτος από το οποίο ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο του κράτους αυτού. Όσον αφορά το επίπεδο και την ποιότητα της μαρτυρίας που χρειάζεται, είναι σαφές νομολογιακά ότι λαμβάνεται υπόψη μόνο παραδεκτή μαρτυρία κατά το δίκαιο της απόδειξης του κράτους που καλείται να προβεί στην έκδοση. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη θεσμοθετημένη αρχή στα πλαίσια της Συνθήκης, ότι το αιτούμενο την έκδοση συμβαλλόμενο μέρος (Άρθρο 42
(3)), δεν έχει υποχρέωση να επισυνάψει στην αίτηση του τη μαρτυρία για την ενοχή του προσώπου, το Δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται της αίτησης έκδοσης, δεν αξιολογεί σε βάθος τη μαρτυρία, ούτε προβαίνει σε ευρήματα, εφόσον δεν είναι ο ρόλος του Δικαστηρίου αυτού να αποφασίσει την ενοχή ή την αθωότητα του Καθ'ου η αίτηση (βλ. την Αίτηση αναφορικά με τον Παναγιώτη Λιακού
(1998)1 ΑΑΔ 2261. Όπως επισημάνθηκε στην Πολιτική Αίτηση 86/91, Αναφορικά με την αίτηση του Γ.Ε. στην Αίτηση του NAHUM VASKEVΙTCH
(1992)1 Α.Α.Δ. 136, η διαδικασία έκδοσης ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70 δεν αποτελεί "ποινική διαδικασία" ούτε και "πολιτική διαδικασία", όπως ορίζονται στο Άρθρο 2 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 μέχρι 1991 ή το Άρθρο 2 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Το Άρθρο 9
(2)προβλέπει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί, αλλά δεν ορίζει το χαρακτήρα της διαδικασίας. (Βλ.in re Zamin
(1983)2 C.L.R. 188). Ο Δικαστής δεν κάνει διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του φυγόδικου ή οποιασδήποτε κατ'αυτού κατηγορίας. Η διαταγή του Δικαστηρίου στο τέλος της διαδικασίας μπορεί να οδηγεί στην έκδοση του φυγόδικου, για να υποστεί τη δίκη του στη χώρα που διέπραξε το αδίκημα ή να εκτίσει την ποινή του. Όπως επεξηγήθηκε στην Rees v. Secretary of State [1986] 2 All E.R. 321 (HL), η διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου έχει ερευνητικό χαρακτήρα, ανάλογο προς εκείνο της προανάκρισης, και, επομένως, η απόρριψη αίτησης δεν είναι καθοριστική για την ουσία του θέματος. Παλαιότερη νομολογία ανέφερε ότι, στο τέλος της ακρόασης το Δικαστήριο αξιολογεί κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, απαλλαγμένη από τα μη αποδεκτά μέρη της και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε αντιφατική μαρτυρία, τεκμηριώνει πιθανή υπόθεση ενοχής, ώστε η μαρτυρία αυτή να στοιχειοθετεί υπόθεση για παραπομπή του φυγόδικου σε δίκη βάσει του άρθρου 94 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155 (βλ. Πολιτική Αίτηση Αρ. 74/91, Αναφορικά με τον Houssein J. Hachem
(1991)1 ΑΑΔ 723). Ωστόσο, το άρθρο 94 του Κεφ. 155 καταργήθηκε με το Ν.165(Ι)/
- Έτσι, η πιο σύγχρονη νομολογία δείχνει ότι εκείνο που έχει να εξετάσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο του Ν. 97/70 είναι αν το υλικό που τέθηκε ενώπιον του αποκαλύπτει επιλήψιμη συμπεριφορά που να παρέχει τη δυνατότητα αναγνωρίσεως ποινικού αδικήματος με βάση την ημεδαπή νομολογία (βλ. την απόφαση, ημερ. 30.9.2015, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 436/11, Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση της Natalias Konovalova). Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς υποστήριξη της αίτησης έκδοσης, μαρτυρία έδωσαν δύο μάρτυρες꞉ (α) Πρώτος, ο κ. XXXXX Κυριακίδης, που είναι ο προϊστάμενος της μονάδας Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας (στο εξής «ο ΜΕ1»). Σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων 18.6.2018 και 26.6.
- (β) Δεύτερη, η κα XXXXX Χατζηπροδρόμου, που είναι νομικός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας και η οποία συνέταξε την Εξουσιοδότηση του Υπουργού (στο εξής «η ΜΕ2»). Σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων ημερ. 27.8.2018 και13.9.
- Από την άλλη, προς υποστήριξη της ένστασης του Καθ' ου η αίτηση στην έκδοσή του, μαρτυρία έδωσαν δύο μάρτυρες꞉ (α) Πρώτος, ο Καθ'ου προσωπικά («ο ΜΥ1»). Σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων 16.10.2018 και 31.10.
- (β) Δεύτερη, η ασκούσα το επάγγελμα του δικηγόρου στη Λευκορωσία, κα XXXXX Slavinskaya («η ΜΥ2»). Σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων 1.11.2018, 7.11.2018, 9.11.2018, 12.11.2018 και 13.11.
- Η μαρτυρία του ΜΕ1 - Τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση έκδοσης και η επάρκεια αυτών. Ο ΜΕ1 παρουσίασε κατ' ουσίαν όλα τα έγγραφα που συνόδευαν την υπό κρίση αίτηση έκδοσης. Όπως εξήγησε ο ΜΕ1, το επίσημο αίτημα έκδοσης του Καθ'ου, όπως υποβλήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εμφαίνεται στο Τεκμήριο
- Διαβιβάστηκε στο Κυπριακό Υπουργείο Δικαιοσύνης, μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών (βλ. Τεκμήριο 1), το οποίο το παρέλαβε διαμέσω της Πρεσβείας της Λευκορωσίας στη Ρωσική Ομοσπονδία (βλ. Τεκμήριο 2). Στο Τεκμήριο 3 ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας δίδει τις εξής πληροφορίες σχετικά με το σκοπό της αίτησης έκδοσης꞉ · Υπάρχει υπό διερεύνηση της Ανακριτικής Διεύθυνσης της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της Δηµοκρατίας της Λευκορωσίας ποινική υπόθεση µε κατηγορία εναντίον του Παπαδοπούλου Ι. Β. στη διάπραξη του εγκλήµατος, που προβλέπεται από την παρ. 4 του άρθρου 209 (απάτη) του Ποινικού Κώδικα της Δηµοκρατίας της Λευκορωσίας. · Η λεπτοµερή περιγραφή των διαπραχθέντων από τον κ. Παπαδόπουλο Ι. Β. ενεργειών, για διάπραξη των οποίων αιτείται η εκδοσή του, περιέχεται στο Διάταγµα ημερ. 08/04/2016 περί άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορουµένου, που αποστέλλεται συνηµµένα. · Σχετικά µε τον κ. Παπαδόπουλο Ι. Β. εγκρίθηκε το µέτρο πρόληψης σε µορφή της κράτησης και εκδόθηκε το ένταλµα σύλληψης. Πληροφορίες για τη διεθνή καταζήτηση µε σκοπό την έκδοσή του Παπαδοπούλου Ι.. Β. καταχωρήθηκαν από τη Γενική Γραµµατεία της Ιντερπόλ στη βάση δεδοµένων των καταζητούµενων την 01/08/
- Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 3, ο Γενικός Εισαγγελέας της Λευκορωσίας δίδει προς την Κυπριακή Δημοκρατία τις εξής εγγυήσεις꞉ · Εγγυάται, ότι, σύµφωνα µε το διεθνές δίκαιο στον Παπαδόπουλο Ι. Β. στη' Δηµοκρατία της Λευκορωσίας θα προσφερθεί κάθε δυνατότητα για την υπεράσπιση, καθώς και η συνδροµή των δικηγόρων, δεν θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε σκληρή, απάνθρωπη, εξευτελιστική µεταχείριση ή τιµωρία. · Η Γενική Εισαγγελεία της Δηµοκρατίας της Λευκορωσίας εγγυάται ότι το αίτηµα έκδοσης δεν έχει σκοπό την άσκηση δίωξης για πολιτικούς, φυλετικούς, θρησκευτικούς, εθνικούς λόγους, βάσει των πολιτικών πεποιθήσεων. · Η προθεσµία της άσκησης ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής εναντίον του κ. Παπαδοπούλου Ι. Β. δεν έληξε, καθώς και δεν είναι κάτοχος ασυλίας, η οποία θα τον απάλλασσε από την ποινική δίωξη. · Η Γενική Εισαγγελεία της Δηµοκρατίας της Λευκορωσίας εγγυάται ότι, σύµφωνα µε το άρθρο 41 της Σύµβασης, ο Παπαδόπουλος Ι. Β. θα διωχθεί µόνο για το έγκληµα που ορίζεται στο αίτηµα, και µετά την ποινική δίωξη ή τη δίκη, και σε περίπτωση καταδίκης αφού εκτιθεί η ποινή του, θα είναι ελεύθερος να εγκαταλείψει το έδαφος της Δηµοκρατίας της Λευκορωσίας, και δεν θα εκδοθεί σε τρίτο κράτος χωρίς τη συγκατάθεση από τις αρµόδιες δικαστικές αρχές της Κυπριακής Δηµοκρατίας. Τέλος, στο Τεκμήριο 3 ο Γενικός Εισαγγελέας της Λευκορωσίας επιβεβαιώνει την ετοιµότητα της Λευκορωσίας για αμοιβαιότητα, ήτοι να παράσχει στις αρµόδιες αρχές της Κυπριακής Δηµοκρατίας παρόµοια ή άλλη νοµική συνδροµή σε ποινικές υποθέσεις, σύµφωνα µε τις διεθνείς συµβάσεις στις οποίες συµµετέχουν τα δύο αντισυμβαλλόμενα κράτη και τους νόµους της Δηµοκρατίας της Λευκορωσίας. Το Διάταγµα ημερ. 08/04/2016 περί άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον του XXXXX Παπαδόπουλου στη Λευκορωσία για το ποινικό αδίκημα της απάτης, κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Οι λεπτομέρειες ισχυρισμών γεγονότων που καταγράφονται στο Τεκμήριο 4 είναι αυτές που, ως παρατηρώ, αποτυπώθηκαν στην Εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω όλους τους ισχυρισμούς γεγονότων. Επισημαίνω, απλώς, ότι꞉ το Τεκμήριο 4 εκδόθηκε από τον Ανακριτή για ιδιαίτερα σημαντικές υποθέσεις του 2ου Τμήματος της Ανακριτικής Διεύθυνσης της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της Λευκορωσίας. Το Τεκμήριο 4 αποδίδει στον XXXXX Παπαδόπουλο την κατηγορία ότι,κατά παράβαση του άρθρου 209, παρα. 4 του Ποιινικού Κώδικα της Λευκορωσίας, αυτός συμμετείχε σε οργανωμένη ομάδα προσώπων, απαρτιζόμενη από εκείνον μαζί με τον Γιάμπριντσεβ Β. Γ., τον Γιάμπριντσεβ Κ. Β. και τον Αραμπιάν Α.Α. (στο εξής «η οργανωμένη ομάδα»), οι οποίοι συμωμότησαν με τον Καθ'ου να διαπράξουν εκ προθέσεως ενέργειες, που εκφράστηκαν στην υπεξαίρεση της περιουσίας με εξαπάτηση και κατάχρηση εμπιστοσύνης, αδικήματα που διαπράχθηκαν σε βάρος του Ρώσσου πολίτη Σαβιάκ Γιου Ι. (στο εξής «ο Savyak») και της εταιρείας «ΕΠΕ Τράιπλ» (στο εξής «η LLC Triple»), καθώς επίσης σε βάρος του Λευκορώσου επιχειρηματία Ραμπτσέβιτς Α. Β. (στο εξής «ο Rabtsevich») και της εταιρείας «Kersey Industries LP». Ειδικότερα, αποδίδεται στον XXXXX Παπαδόπουλο ότι αυτός διοργάνωσε τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων παράδοσης πετρελαιακών προϊόντων, οι οποίες εν τέλει δεν τιμήθηκαν, πήρε την κατοχή των προπληρωμών κεφαλαίων και πίστωσε τα κεφάλαια αυτά σε λογαριασμούς συμφερόντων της πιο πάνω οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, ήτοι υπέρ των Strawfield Logistics Ltd, "Edena Investment Ltd" και "S&I Handels", ενόσω είχε γνώση ότι δεν υπήρχε πρόθεση να τιμηθούν οι συμφωνίες παράδοσης των προϊόντων. Απόσπασμα από τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα της Λευκορωσίας, περιλαμβανομένων των άρθρων 12 («Κατηγορίες εγκλημάτων»), 83 («Απαλλαγή από την ποινική ευθύνη λόγω παραγραφής») και 209 («Απάτη») κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Παρατηρώ ότι πράγματι το Άρθρο 209 προβλέπει για διάφορα είδη απάτης και τα κατηγοριοποιεί αναλόγως του αν διαπράττονται επανειλημμένα ή από ομάδα ατόμων ή από οργανωμένη ομάδα, αναλόγως και του αν το ποσό που αποκτήθηκε συνεπεία της απάτης είναι μικρό ή μεγάλο ή ιδιαίτερα μεγάλο. Η παρα.
(4)του άρθρου 209, στην οποία εδράζεται η κατηγορία κατά του Καθ'ου η αίτηση στο Διάταγμα ποινικής δίωξης ως το Τεκμήριο 4 ανωτέρω, αφορά σε «απάτη, διαπεπραγμένη από οργανωμένη ομάδα ή σε ιδιαίτερα μεγάλο ποσό» και τιμωρείται με κάθειρξη για περίοδο από 3 μέχρι 10 χρόνια, με κατάσχεση περιουσίας. Το Διάταγμα που εκδόθηκε στη Λευκορωσία στις 30.5.2016 για κράτηση του Ισαάκ Παπαδόπουλου ως κατηγορούμενου μόλις εντοπιστεί, κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Το Ένταλμα Σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε στη Λευκορωσία στις 8.6.2016 εναντίον του Κατηγορουμένου κηρύσσοντάς τον ως καταζητούμενο αναφορικά με την ποινική υπόθεση (βλ. Τεκμήριο 4) που ανοίχθηκε εναντίον του στη Λευκορωσία, κατατέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο
- Στο Ένταλμα Σύλληψης αναφέρεται ότι «Κατά την ανάκριση δεν μπορούσαμε να εντοπίσουμε τον τόπο παραμονής του Παπαδόπουλου XXXXX του Βλαντίμιρα, πολίτης της Ελληνικής Δημοκρατίας». Για το λόγο αυτό, το Ένταλμα Σύλληψης συνεχίζει και αναφέρει ότι διατάττεται η καταζήτηση του κατηγορούμενου XXXXX Παπαδόπουλου «να ανατεθεί στους αξιωματικούς της Γενικής Διεύθυνσης της αντικατασκοπείας και εφοδιασμού των σωμάτων επιβολής του νόμου και του ελέγχου, της καταπολέμησης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος της ΕΚΑ (Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας) της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας». Ως Τεκμήριο 8 κατατέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έγγραφο που αποτυπώνει την έρευνα που διατάχθηκε στις 19.6.2016 στη Λευκορωσία με σκοπό να εξευρεθεί τυχόν γενότυπο του καταζητούμενου σε ηλεκτρονική μορφή, και το αποτέλεσμα της έρευνας αυτής, το οποίο ήταν αρνητικό, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 10 κατατέθηκε το φωτοαντίγραφο του Ελληνικού Διαβατηρίου του καταζητούμενου. Ως Τεκμήριο 14 κατατέθηκε από τον ΜΕ1 έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας που που πιστοποιεί ότι η Διμερής Συνθήκη ισχύει καθ'οσον αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία και τη Διμοκρατία της Λευκορωσίας από 2.11.1996 και ότι εξακολουθεί να είναι σε ισχύ. Κρίνω ότι όλα τα πιο πάνω έγγραφα που παρουσίασε και κατέθεσε ο ΜΕ1, είναι τα απαραίτητα έγγραφα βάσει του άρθρου 42
(1)
(2)της Διμερούς Συνθήκης. Εξ αυτών, θα έλεγα ότι η απόφαση δίωξης του Καθ'ου με συγκεκριμένη κατηγορία (Τεκμήριο 4) και το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του ως κατηγορούμενου (Τεκμήριο 6), είναι τα άκρως απαραίτητα έγγραφα. Τούτο διότι, όπως επεξηγείται στο Σύγγραμμα των Nicholls, Montgomery and Knowles, «The Law of Extradition and Mutual Assistance», 2013, Oxford University Press, 3rd edition, σελ.17, παρα. 2.03, δεν μπορεί να εκδοθεί πρόσωπο στη βάση υποψίας και μόνον ότι ενέχεται στη διάπραξη αδικημάτων, ή για σκοπούς ανάκρισης, αλλά μόνον αν υπάρχει μαρτυρία η οποία οδηγεί σε κατηγορία ότι αυτός ενέχεται σε αδικήματα. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα꞉ "The purpose of extradition is to secure the return for trial or punishment of those accused or convicted of crimes (Re Ismail [1999] AC 320, 326; .). Extradition should not be granted merely to secure the return for questioning of those who are suspected of committing crimes. Accordingly, only a person who is accused of the commission of an extradition offence or who has been convicted of such an offence is properly liable to extradition under the Extradition Act 2003." Συνεχίζει το ίδιο Σύγγραμμα στη σελ.17, παρα. 2.19, και διευκρινίζει ότι δεν μπορεί ένα δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτηση έκδοσης να υπεισέρχεται πίσω από το γράμμα του εντάλματος σύλληψης και να σπείρει αμφιβολία για το αν αυτό αφορά σε πρόσωπο που δεν είναι κατηγορούμενο, παρά μόνο σε πρόσωπο υπό διερεύνηση. Το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τέτοιο έλεγχο και να ακούσει εξωγενή μαρτυρία, μόνο αν εγερθεί ένα τέτοιο ζήτημα από τον εκζητούμενο και νοουμένου ότι το λεκτικό του εντάλματος σύλληψης είναι ασαφές. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα ꞉ "To what extent can the court 'go behind' the warrant and look at extrinsic evidence tendered by the defendant for the purpose of showing that he is not accused, but still subject to an investigative process? The authorities bearing on this question were considered in Asztaslos v Szekszard City Court, Hungary [2010] EWHC 237 (admin) paras 20 - 38. [.] if the warrant uses the phrases that are used in the version of the European Arrest Warrant annexed to the EAW Framework Decision, there should be no (or very little scope) for argument on the purpose of the warrant. Only if the wording of the warrant is equivocal should the court consider examining extrinsic evidence to decide on the purpose of the warrant. But it should not look at extrinsic material to introduce a possible doubt as to the purpose where it is clear on the face of the warrant itself. [.]". Στην παρούσα υπόθεση, το λεκτικό του εντάλματος σύλληψης ως το Τεκμήριο 6 σε συνδυασμό με το προηγηθέν Διάταγμα ποινικής δίωξης κατά του XXXXX Παπαδόπουλου (Τεκμήριο 4) και το προσωρινό μέτρο κράτησής του (Τεκμήριο 5), δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας ότι διερευνήθηκε η υπόθεση εν τη απουσία του XXXXX Παπαδόπουλου, δηλαδή χωρίς να τον ανακρίνουν οι ανακριτές που ανέλαβαν τη διερεύνηση, εφόσον δεν τον εντόπιζαν. Παραταύτα, αποφασίσθηκε από τους Ανακριτές ότι υπήρχε ενώπιόν τους μαρτυρία ικανή ώστε να προσαφθεί κατηγορία εναντίον του, γι'αυτό και διατάχθηκε η ποινική δίωξη και κηρύχθηκε καταζητούμενος. Ποια ήταν η ενοχοποιητική μαρτυρία που είχε στην κατοχή της η Αιτούσα χώρα, δεν ήταν υποχρεωμένη να το αποκαλύψει στο παρόν Δικαστήριο, δεδομένων των όσων προβλέπει το άρθρο 42
(3)της Διμερούς Συνθήκης. Σημειώνω, συναφώς, ότι στην Πολιτική Έφεση 9697, Αναφορικά με την αίτηση Habeas Corpus του Vladimir Petrov
(1996)1 ΑΑΔ 856, κρίθηκε ότι το άρθρο 42
(3)της Διμερούς Συνθήκης, που απαλλάττει την αιτούσα χώρα από το να προσκομίσει την ενοχοποιητική μαρτυρία, υπερισχύει του άρθρου 9
(5)του Ν.97/70 το οποίο απαιτεί όπως προσαχθούν αποδεικτικά στοιχεία «επαρκή ώστε να δικαιολογώσι την παραπομπήν αυτού εις δίκην». Συγκεκριμένα, όπως υπέδειξε το Εφετείο꞉ « Ερμηνεύοντας την Συνθήκη με βάση τις αρχές που προαναφέραμε, είναι καθαρό ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών ήταν να περιορίσουν τα αναγκαία στοιχεία σε εκείνα που προβλέπονται στη Συνθήκη και που δεν απαιτούν την επισύναψη στην αίτηση μαρτυρίας ενοχής του καθ' ου η αίτηση. Θα ήταν νομίζουμε παράλογο να καταλήξουμε σε αντίθετο συμπέρασμα τη στιγμή που η Συνθήκη δεν διαχωρίζει στάδια στην όλη διαδικασία για να καταλήξουμε σε συμπέρασμα που θα οδηγούσε στο άτοπο, κατά τη γνώμη μας, αποτέλεσμα να ζητείται σε μεταγενέστερο στάδιο από την αιτούσα χώρα η προσαγωγή νέων στοιχείων και μαρτυρίας για ικανοποίηση του αιτήματός τους. Ως εκ τούτου, εάν και σε όποιο μέτρο το Άρθρο 9
(5)απαιτεί οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία, τούτο δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, όπου φαίνεται ότι η μεταγενέστερη Συνθήκη που έχει και μεγαλύτερη ισχύ από το Ν. 97/70έχει πρόνοιες που δεν συνάδουν με εκείνες του Ν. 97/70.». Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση η πλευρά του καθ'ου από νωρίς (βλ. δικάσιμο ημερ. 24.4.2018), προτού εκδοθεί η Εξουσιοδότηση του Υπουργού για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης, έθεσε προς τη συνήγορο της Αιτούσας χώρας τρία ερωτήματα (βλ. το Τεκμήριο 11) τα οποία ήθελε να απαντηθούν και τα οποία άπτονταν της μαρτυρίας που είχε στην κατοχή της η Αιτούσα χώρα. Συγκεκριμένα, ζητήθηκε να αναφερθεί από τις Λευκορωσικές αρχές꞉ Τί ανέφερε ο πρώτος παραπονούμενος Savyak ενώπιον του Δικαστηρίου που εκδίκαζε την υπόθεση για την εμπλοκή του Καθ'ου η αίτηση. Κατά πόσον στη δική του μαρτυρία στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, ο δεύτερος παραπονούμενος Rabtsevich ανέφερε ότι το υπόβαθρο δεν ήταν η οικειοποίηση, αλλά δάνειο το οποίο δεν ήταν ληξιπρόθεσμο. Τί ανέφεραν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, οι δύο παραπονούμενοι Savyak και Rabtsevich, ως προς τον τρόπο που λήφθηκε η πρώτη τους κατάθεση και πιο συγκεκριμένα κατά πόσον οι φερόμενοι ως παραπονούμενοι ανέφεραν ότι η πρώτη τους κατάθεση λήφθηκε από τις μυστικές υπηρεσίες κατόπιν πίεσης. Τα πιο πάνω ερωτήματα διαβιβάστηκαν προς το Γενικό Εισαγγελέα της Λευκορωσίας μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. το Τεκμήριο 12). Παραλήφθηκε ως απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα το Τεκμήριο 13, το οποίο παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ΜΕ1 στις 18.6.2018, δηλαδή στην πρώτη ακροαματική δικάσιμο. Το Τεκμήριο 13 τιτλοφορείται «Πληροφορίες - απάντηση προς αίτημα έκδοσης του πολίτη Παπαδόπουλου Ισαάκ.». Στο σώμα του, το εν λόγω έγγραφο (ως είναι μεταφρασμένο στα Ελληνικά) αποτελείται από 11 (έντεκα) σελίδες. Δεν το θεωρώ αναγκαίο να το παραθέσω ολόκληρο αυτούσιο. Επισημαίνω απλώς τους υποτίτλους που φέρει ως εξής꞉ «Ενοχή του κ. Ι. Παπαδόπουλου αποδεικνύεται꞉
- Με καταθέσεις των μαρτύρων꞉ Ο Σάβιακ XXXXX του XXXXX κατέθεσε ότι [...]
- Με καταθέσεις του θύματος꞉ Ο Ραμπτσέβιτς XXXXX του XXXXX κατέθεσε ότι [...]». Μέσα από την περιγραφή του τί είπαν οι πιο πάνω δύο μάρτυρες στις καταθέσεις του, φαίνονται λεπτομέρειες κατ' ιδίαν συναντήσεων, διαπραγματεύσεων και ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη σύναψη συμβάσεων και για τη διενέργεια πληρωμών που γίνονταν μεταξύ του Σάβιακ, του Γιάμπριντσεβ Κ. Β. (άλλως Καζπέκ), του Αραμπιάν Α.Α. και διαφόρων εταιρειών τους. Τα μόνα σημεία μέσα στο Τεκμήριο 13 όπου γίνεται αναφορά στον Ισαάκ Παπαδόπουλο είναι τα εξής꞉ Στην 1η σελίδα, 2η παρα.꞉ «Τον Ιούνιο του 2013 ο Σάβιακ Γιού Ι. ήταν στο Μίνσκ παρέα με γνωστούς του ... στο λόμπι του ξενοδοχείου «Ευρώπη». Την ημέρα εκείνη συναντήθηκαν με τον Γιάμπριντσεβ Β. Γ., με τον γιο του τον Γιαμπρινστεβ Κ.Β. και τον Ι. Παπαδόπουλο. Ο Γιάμπριντσεβ Β. Γ και ο γιος του πρόσφεραν του Σάβιακ Γιου να προβεί σε κοινή επιχείρηση αγοράς προϊόντων πετρελαίου.» Στην 1η σελίδα, 3η παρα.꞉ «Ο εμπνευστής της από κοινού επιχείρησης ήταν ο Γιάμπριντσεβ Β. Γ, σύστησε του Σάβιακ Γιού Ι. τον γιο του τον Γιαμπρινστεβ Κ.Β. και τον Ι. Παπαδόπουλο ως εκπροσώπους της ΕΠΕ Τράιπλ και ανέφερε ότι ο Καζμπέκ και οι σύντροφοί του θα ασχολούνται με την προμήθεια πετρελαίου.». Στην 7η σελίδα, 4η - 5η παρα.꞉ «Μετά την επιστροφή από τη Λιθουανία του Ραμπτσέβιτς Α. Β., μεταξύ του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Γιάμπριντσεβ Β. Γ και του ιδίου στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΠΕ Τράπλ, υπήρξε μια προσωπική συνάντηση, την οποία επίσης παρακολούθησαν ο Γιαμπρινστεβ Κ.Β., ο Αραμπιάν Α. Α. και ο Ι. Παπαδόπουλος. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Γιάμπριντσεβ Β. Γ. Προσωπικά μίλησε με τον Ραμπτσέβιτς Α. Β. σχετικά με την επικείμενη συνεργασία [...] Σχετικά με οποιαδήποτε προβλήματα στην επιχείρηση των Γιάμπριντσεβ, χρέη σε κάποιον, μη εκπληρωμένες υποχρεώσεις σε οποιονδήποτε, κανένας από τους παρόντες δεν εξήγησε του Ραμπτσέβιτς Α. Β.». Στη 10η σελίδα, 3η παρα.꞉ «[...] Έτσι στα μέσα Ιουνίου 2015, ο Γιάμπριντσεβ Κ. Β. παρέδωσε του Ραμπτσεβιτς Α. Β. ένα έγγραφο από το οποίο ακολούθησε ότι η προς την εταιρεία που ανήκει στους Γιάμπριντσεβ, την εταιρεία «Datacross Limited» (ελεγχόμενη από τον Παπαδόπουλο XXXXX) έχει δήθεν μεταφερθεί το ποσό περισσότερα από 3 εκατομμύρια ευρώ.» Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 (βλ. 18.6.2018) υποβλήθηκε σε αυτόν η θέση ότι, από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 προκύπτει ότι ο Καθ'ου η αίτηση δεν είχε καμία ανάμειξη στα όσα έκαναν οι άλλοι κατηγορούμενοι, γι'αυτό και όφειλε το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας να μην εκδώσει την Εξουσιοδότηση και αντ'αυτού να ζητήσει περαιτέρω διευκρινίσεις για την ισχυριζόμενη εμπλοκή του Καθ'ου. Ο ΜΕ1 διατύπωσε την άποψη ότι, αυτός μελέτησε τους ισχυρισμούς γεγονότων ως φαίνονται στο Τεκμήριο 4 και διαπίστωσε ότι ο Καθ'ου εμπλέκεται στη διοργάνωση συμβάσεων, τις οποίες απαρίθμησε, καθώς επίσης είναι αυτός που εκτέλεσε τις εντολές πληρωμών που έγιναν βάσει των εν λόγω συμβάσεων. Τούτο, ήταν αρκετό, κατά την άποψη του ΜΕ1, εφόσον δεν ήταν υπόχρεα η Λευκορωσία να εφοδιάσει το Υπουργείο με τη μαρτυρία που στοιχειοθετεί τα ισχυριζόμενα γεγονότα και συνεπώς δεν ήταν υπόχρεα να προσκομίσει το Τεκμήριο
- Υπεβλήθη στον ΜΕ1 ότι꞉ - Το Τεκμήριο 13, δεν απαντά στο τρίτο ερώτημα που είχε τεθεί με το Τεκμήριο 11 προς τις Λευκορωσικές αρχές. - Το Τεκμήριο 13 καταγράφει τη μαρτυρία που έχει στη διάθεσή της η ανακριτική ομάδα της Λευκορωσίας, κατά τρόπο που δεν αποκαλύπτει τί είπαν οι μάρτυρες ενώπιον των Λευκορωσικών Δικαστηρίων, όταν διεξήχθη η δίκη κατά των υπολοίπων κατηγορουμένων - μελών της ισχυριζόμενης οργανωμένης ομάδας. - Ειδικότερα, δεν αποκαλύπτει το Τεκμήριο 13 ότι ο ένας εκ των παραπονουμένων, o Savyak, ανακάλεσε ενώπιον του Δικαστηρίου της Λευκορωσίας το παράπονό του κατά του Καθ'ου η αίτηση ή/και ότι ομολόγησε ότι υπό πίεση ο ίδιος είχε προβεί στο αρχικό παράπονο. - Ούτε αποκαλύπτεται στο Τεκμήριο 13 ότι ένας εκ των υπολοίπων κατηγορουμένων δικάσθηκε και αθωώθηκε για το αδίκημα της απάτης. - Υποβλήθηκε επίσης, στον ΜΕ1 ότι αντίθετα προς ό,τι παρουσιάζει το Τεκμήριο 13, ο Καθ'ου δεν ήταν συνιδρυτής ή εκπρόσωπος των εταιρειών που κατ'ισχύρισμόν εμπλέκονται στην απάτη, παρά μόνο ένας μικρός υπάλληλος / γραμματέας, ο οποίος δεν λάμβανε μέρος σε διαπραγματεύσεις ή στη λήψη αποφάσεων. Ο ΜΕ1 απάντησε στις προαναφερθείσες υποβολές, λέγοντας ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει αυτά τα οποία ισχυρίζεται ο συνήγορος του Καθ'ου. Από δικής του πλευράς, ο συνήγορος του καθ'ου επιφυλάχθηκε να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει τα λεγόμενά του και, ειδικότερα, τη θέση του ότι οι Λευκορωσικές αρχές δεν ήρθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και/ή ότι δεν τήρησαν το καθήκον τους για ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή ότι έχουν αλλότρια κίνητρα για την έναρξη της ποινικής δίωξης εναντίον του Καθ'ου. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 (βλ. δικάσιμο ημερ. 18.6.2018), υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι λόγω της υποχρέωσης των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να κατοχυρώνουν στους ευρωπαίους πολίτες τα δικαιώματα που προβλέπονται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας όφειλε να ελέγξει αν πληρούνται τα εχέγγυα ότι ο Καθ'ου θα τύχει δίκαιης δίκης αν εκδοθεί στη Λευκορωσία. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης, η οποία υπεβλήθη στον ΜΕ1 ότι δεν υφίστανται εχέγγυα ότι θα τύχει δίκαιης δίκης ο Καθ'ου στη Λευκορωσία, διότι꞉ - πρώτον, εκδόθηκε απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιβάλλει περιοριστικά μέτρα κατά της Λευκορωσίας λόγω της παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, - δεύτερον, διότι ο Πρόεδρος της Λευκορωσίας επέδειξε ειδικό ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση ζητώντας ενημέρωση από τον αρχηγό των ανακρίσεων, - τρίτον, ότι η ανάκριση ανατέθηκε στην Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας (KGB) της χώρας και, - τέταρτον, ότι η δίωξη ασκείται για αλλότρια κίνητρα, τα οποία εκπηγάζουν από τον ισχυρό άνδρα της Λευκορωσίας Chych, που είναι πρόσωπο πολιτικά αναμεμειγμένο, φιλικά προσκείμενο προς τον Πρόεδρο της χώρας, γνωστός και ως «πορτοφόλι του Προέδρου» της χώρας γι'αυτό, ο οποίος και εξανάγκασε τον μάρτυρα SAVYAK να υποβάλει παράπονο στην KGB, γι'αυτό και η ανάκριση ανατέθηκε στην KGB. Ο ΜΕ1, απαντώντας στις υποβληθείσες θέσεις, δήλωσε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δέχεται ως αληθείς τις εγγυήσεις και/ή διαβεβαιώσεις που έδωσε ο Γενικός Εισαγγελέας του αντισυμβαλλόμενου Κράτους, ήτοι της Λευκορωσίας, με το Τεκμήριο
- Δηλαδή, δεν αμφισβητεί τις εν λόγω εγγυήσεις ούτε διερευνά αν πράγματι τηρούνται τα εχέγγυα δίκαιης δίκης στη Λευκορωσία. Ούτε υπεισέρχεται σε έλεγχο της ποιότητας της μαρτυρίας, αν λήφθηκε υπό πίεση ή όχι. Αυτά είναι ζητήματα που θα δικασθούν στη Λευκορωσία. Δεν υιοθέτησε καμία από τις θέσεις του συνηγόρου του Καθ'ου ο ΜΕ
- Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 κρίνω ότι αυτός ήταν ιδιαίτερα σοβαρός και προσεκτικός στις απαντήσεις που έδωσε. Παρέμεινε εντός των ορίων των δικών του αρμοδιοτήτων και καθηκόντων, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί εκδόσεως φυγοδίκων, σεβόμενος το γράμμα των προνοιών της Διμερούς Συνθήκης, σε ό,τι αφορά τα στοιχεία και έγγραφα που πρέπει να περιέχει η αίτηση έκδοσης, καθώς και το πνεύμα περί αβροφροσύνης που διέπει τις διακρατικές σχέσεις σε ό,τι αφορά τις διαβεβαιώσεις που χορηγεί η αιτούσα χώρα. Δεν ανέμενα από τον ΜΕ1 να υπεισέλθει σε εξονυχιστική εξέταση και αξιολόγηση του ανακριτικού έργου που επιτέλεσαν οι Λευκορωσικές Αρχές προτού συντάξουν το Διάταγμα Ποινικής Δίωξης ως το Τεκμήριο 4 για να διαπιστώσει αν ευσταθεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 ή/και να αναζητήσει τη μαρτυρία στην οποία στηρίχθηκαν οι Λευκορωσικές αρχές για τη σύνταξη του εν λόγω Διατάγματος ή/και να ελέγξει τυχόν ανακρίβεια που περιέχεται στην έκθεση της μαρτυρίας ως το Τεκμήριο
- Άλλωστε, τέτοιος εξονυχιστικός έλεγχος δεν αποτελεί ρόλο ούτε καν του ιδίου του παρόντος Δικαστηρίου (βλ. την απόφαση ημερ. 30.3.2017, στην Πολιτική Έφεση 235/12, Αναφορικά με την αίτηση έκδοσης του Vyachyslav Shimkevich). Από την άλλη, το βάρος αποδείξεως των νομικών θέσεων και ισχυρισμών που υπέβαλε στον ΜΕ1 ο συνήγορος του Καθ'ου, ότι δηλαδή υπάρχει κίνδυνος να μην τύχει δίκαιης δίκης ο πελάτης του στη Λευκορωσία, για τους λόγους που ανέλυσε ανωτέρω, είναι στους ώμους του Καθ'ου, ο οποίος και τους εγείρει, να τους αποδείξει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όχι στους ώμους του ΜΕ1 να πείσει ότι δε υπάρχει τέτοιος κίνδυνος. Το δε επίπεδο απόδειξης για τον Καθ'ου που εγείρει τέτοιο ισχυρισμό είναι πολύ υψηλό εκεί όπου ισχυρίζεται ότι η δίωξή του επιδιώκεται για αλλότρια ή/και πολιτικά κίνητρα (βλ. την απόφαση Shimkevich, ανωτέρω, με παραπομπή στην απόφαση, ημερ. 31.5.2011, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «το ΕΔΔΑ») στην Αίτηση Αρ. 5829/04, Khodorkovskiy v Russia και την απόφαση ημερ. 25.10.2013 στην Αίτηση Αρ. 11082/06, 13772/05, Khodorkovskiy and Lebeder v Russia. Σύμφωνα με την προμνησθείσα νομολογία του ΕΔΔΑ, πρέπει να δοθούν επαρκείς λόγοι στο Δικαστήριο, προκειμένου να μπορεί να πεισθεί ότι ολόκληρο το νομικό σύστημα της αιτούσας χώρας χρησιμοποιήθηκε εξ αρχής κακόπιστα. Απλή υποψία, όσο εύλογη και αν είναι, δεν αρκεί. Εξετάζεται αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για την άσκηση της δίωξης. Εφιστώ την προσοχή στο εξής απόσπασμα από την απόφαση στην Αίτηση Αρ. 11082/06, 13772/05, Khodorkovskiy and Lebeder꞉ «Elements of "improper motivation" which may exist in the present case do not make the applicants' prosecution illegitimate "from the beginning to the end": the fact remains that the accusations against the applicants were serious, that the case against them had a "healthy core", and that even if there was a mixed intent behind their prosecution, this did not grant them immunity from answering the accusations.». Θα εξετάσω, λοιπόν, δικαστικά τους ισχυρισμούς που ήγειρε ο Καθ'ου η αίτηση μέσω του συνηγόρου του αλλά και μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισε, αφενός για κακοπιστία της αιτούσας χώρας και αφετέρου για μη ύπαρξη εχέγγυων δίκαιης δίκης, έχοντας κατά νου την προμνησθείσα νομολογία του ΕΔΑΔ. Θα προχωρήσω, όμως, συγχρόνως να εξετάσω το ζήτημα και υπό το πρίσμα του Δικαίου της Ε.Ε. (το οποίο αποτελεί πηγή του Κυπριακού δικαίου), δεδομένου ότι ο Καθ'ου η αίτηση είναι Έλληνας υπήκοος και, ως τέτοιος, Ευρωπαίος πολίτης, ο οποίος άσκησε το δικαίωμα που του απονέμει το άρθρο 21 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας από ένα κράτος μέλος της Ε.Ε. σε άλλο, προσερχόμενος από τη Θεσσαλονίκη (Ελλάδα) στη Λάρνακα (Κύπρος). Η μαρτυρία της ΜΕ2 - τα Συμπληρωματικά έγγραφα που προσκομίστηκαν. Στις ίδιες γραμμές με τον ΜΕ1 κινήθηκε και η μαρτυρία της ΜΕ
- Επανέλαβε και η ίδια τη μη ύπαρξη υποχρέωσης της αιτήτριας χώρας να προσκομίσει στο στάδιο που υποβάλλει την αίτηση έκδοσης οποιαδήποτε μαρτυρία στην οποία στηρίζει τις κατηγορίες στην ποινική δίωξη που εκκρεμεί κατά του Καθ'ου (βλ. άρθρο 42). Τόνισε την καλή θέληση που επέδειξε, παραταύτα, η Αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση, η οποία ανταποκρινόμενη στα αιτήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, βάσει του άρθρου 44 της Διμερούς Συνθήκης (βλ. Ν.172/86), απέστειλε πρόσθετη πληροφόρηση και/ή περιγραφή της μαρτυρίας ως τα Τεκμήρια 26 και
- Περαιτέρω, η ΜΕ2 επανέλαβε τη σημασία της αρχής της αβροφροσύνης που διέπει τις διακρατικές σχέσεις και, προς αντίκρουση των θέσεων του συνηγόρου του Καθ'ου, ο οποίος έθεσε υπό αμφισβήτηση τις εγγυήσεις που ήδη δόθηκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα της Λευκορωσίας, η ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε το Τεκμήριο 31 που περιέχει πρόσθετες διαβεβαιώσεις της Λευκορωσίας. Το Τεκμήριο 26 τιτλοφορείται «Πιστοποιητικό του ότι έχουν αποδειχθεί νοµικές σχέσεις του Γιάπριντσεβ Κ. Β., του Αραµπιάν Α. Α. και του Παπαδοπούλου Ι. Β. µε εταιρείες: την Edena Investments Limited, την Datacross Limited, την Unicorp Systems Limited και την Strawfield Logistics LTD.». Αναφέρεται σε αυτό ότι꞉ «Σύµφωνα µε την απάντηση στο αίτηµα για την παροχή διεθνούς νοµικής συνδροµής στην αρµόδια αρχή της Δηµοκρατίας της Λετονίας από τις 15/10/2015 διαπιστώθηκε, ότι υπήρξαν συµβάσεις για το άνοιγµα και την εξυπηρέτηση των τρεχούµενων λογαριασµών εταιρειών η «Edena Investments Limited», η «Datacross Limited» και η «Unicorp Systems Limited», καθώς και Πληρεξούσιο έγγραφο στο όνοµα του Γιάπριντσεβ Κ. Β. σχετικά µε την εταιρεία «Edena Investments Limited»: - στην «Trasta Komercbanka» (Λετονία) συνήφθη η σύµβαση για το άνοιγµα και την εξυπηρέτηση του τρεχούµενου λογαριασµού υπ'αριθµ. [...] από τις 19/11/2013 µε εκπρόσωπο της εταιρείας «Edena Investments Limited» τον Παπαδόπουλο XXXXX, υπάρχει επίσης η δήλωση εµπιστευτικού χαρακτήρα ιδιοκτησίας (εµπιστεύµατος) στο όνοµα του XXXXX Γιάπριvτσεβ σχετικά µε την Edena Investments Limited, που εγκρίθηκε στις 23 Ιουνίου του 2011, - στην «Trasta Komercbanka» (Λετονία) συνήφθη η σύµβαση για το άνοιγµα και την εξυπηρέτηση του τρεχούµενου λογαριασµού υπ'αριθµ. [...] από τις 19/11/2013 µε εκπρόσωπο της εταιρείας «Datacross Limited» τον Παπαδόπουλο XXXXX, - στην «Trasta Komercbanka» (Λετονία) συνήφθη η σύµβαση για το άνοιγµα και την εξυπηρέτηση του τρεχούµενου λογαριασµού υπ' αριθµ. [...] από τις 24/11/2014 µε τον Γιάπριvτσεβ Κ. Β., - στην «Trasta Komercbanka» (Λετονία) συνήφθη η σύµβαση για το άνοιγµα και την εξυπηρέτηση του τρεχούµενου λογαριασµού υπ'αριθµ. [...] από τις 10/12/2013 µε εκπρόσωπο της εταιρείας «Unicorp Systems Limited» Αραµπιάν Α. Α. (βλέπε παράρτηµα σε 38 φύλλα). Η εταιρεία Strawfild Logistics L TD ελέγχθηκε από τον Γιάπριντσεβ Κ. Β. και τον Αραµπιάν Α. Α., και ο Παπαδοπούλου Ι Β., σύµφωνα µε καταθέσεις του Αραµπιάν Α. Α., ασχολήθηκε µε προετοιµασία των σχεδίων εγγράφων (συµβάσεων), καθώς και σε σχέση µε την εταιρεία «Strawfild Logistics LTD.». Επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 26, τα πληρεξούσια και άλλα έγγραφα που υπέγραψε ή χρησιμοποίησε ο Καθ'ου για το άνοιγμα των πιο πάνω λογαριασμών ή/και για την επ'ονόματί του εγγραφή εταιρειών. Το Tεκμήριο 29 δίδει την εξής πρόσθετη πληροφόρηση και/ή τις εξής πρόσθετες απαντήσεις στα ερωτήματα του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας꞉ - Η αποστολή ενος μάρτυρα κατόπιν αιτηματος σας δεν είναι δυνατή για λόγους μη σκοπιμότητας, είμαστε όμως έτοιμοι να απαντήσουμε σε ερωτήσεις σχετικά με την απόδειξη της ενοχής του XXXXX Παπαδόπουλου. - Την ποινική υπόθεση εναντίον του Ι. Παπαδόπουλου το Δικαστήριο δεν την εκδίκασε, επειδή η ανάκρισή της αναστάληκε για λόγους του εδαφίου 2 της παρ. 1 του άρθρου 246 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας (για λόγους καταζήτησης του τελευταίου). - Ο Γιάπριντσεβ Κ., ο Αραμπιάν Α. και ο Παπαδόπουλος Ι διαδραμάτισαν ο καθένας το ρόλο τους στη διάπραξη της απάτης σε σχέση με κάθε συγκεκριμένο Θύμα. Ο κατηγορούμενος Γιάπριντσεβ Β. κρίθηκε ένοχος από το Δικαστήριο στη διέπραξη υπόκρυψης του εγκλήματος που το διέπραξαν ο Γιάπριντσεβ Κ., ο Αραμπιάν Α. και ο Παπαδόπουλος Ι, για διέπραξη του οποίου φανερά έλαβε γνώσεις. Σύμφωνα με την ετυμηγορία του Δικαστηρίου από τις 23/08/2016 ο Γιάπριντσεβ Β. Γ. κρίθηκε ένοχος για τη διάπραξη του εγκλήματος που προβλέπεται από την παρ. 1 του άρθρου 405 του Ποινικού Κώδικα της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας (υπόκρυψη του εγκλήματοξ) και καταδικάστηκε σε πρόστιμο. - Στο Εφετείο προσβλήθηκε η ετυμηγορία από τον Γιάπριντσεβ Κ. και τον Αραμπιάν Α. ως αδικαιολόγητη και αβάσιμη, αλλά. με βάση την απόφαση του Εφετείου η ετυμηγορία στο τμήμα της ποινής και των δύο αφέθηκε αμετάβλητη και τέθηκε σε ισχύ στις 29/11/
- - Η Ανακριτική Διεύθυνση της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας έχει ήδη υποβάλει αξιόπιστες πληροφορίες που αποδεικνύουν ότι ό Παπαδόπουλος Ι έλαβε άμεση μετοχή στην προετοιμασία των εγγράφων σχετικά με τις συναλλαγές που συνήφθησαν με τον Σαβιάκ Γιού. και τον Ραμπτσέβιτς Α., συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, άσκησε διαχείριση των λογαριασμών της «Edena Investments Company» και της «Edena Limited», στις οποίες μεταφέρθηκαν χρηματικά ποσά των εν λόγω θυμάτων (τα γεγονότα αυτά εξετάστηκαν κατά. τη διάρκεια της προκαταρκτικής ανάκρισης και μελετήθηκαν από το Δικαστήριο στην ακροαματική διαδικασία, υπάρχουν στην ετυμηγορία του Δικαστηρίου της Τσεντράλνυ περιοχής της πόλης Μινσκ στις 23 Αυγούστου του 2016, που τέθηκε σε ισχύ). Περαιτέρω, στο ίδιο Τεκμήριο 29, παρατίθεται απόσπασμα από τις καταθέσεις που έδωσαν τα πεθερικά του Καθ'ου προς τις ανακριτικές αρχές της Λευκορωσίας σε ημερομηνία που δεν αποκαλύπτεται στο Τεκμήριο 29, όπου αυτοί ανέφεραν ότι ο καθ'ου έζησε στο Μινσκ μέχρι το Μάιο του 2015 και μετά εγκατέλειψε τη Λευκορωσία για την πατρίδα του την Ελλάδα. Ότι τον ακολούθησε και η κόρη τους εκεί το
- Πού ακριβώς βρίσκονταν στην Ελλάδα, δεν γνώριζαν οι ίδιοι να πουν. Δεν γνώριζε την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας τους. Είχαν όμως επικοινωνία μαζί τους μέσω Skype. Το Τεκμήριο 31 δίδει τις εξής περαιτέρω διαβεβαιώσεις꞉ - Ότι δεν υπάρχει κίνδυνος να υποστεί ο Κθα'ου τη θανατική ποινή για το αδίκημα για το οποίο εκζητείται να διωχθεί, αφού το αδίκημα της απάτης βάσει του άρθρου 209, παρα. 4, δεν τιμωρείται με θανατική ποινή (βλ. Τεκμήριο 7). - Η έκδοση του καθ'ου δεν επιδιώκεται με πολιτικά κίνητρα. Πληροφορίες σχετικά με το γεγονός ότι ο Καθ'ου είναι μέλος πολιτικού κόμματος της αντιπολίτευσης ή πολιτικού κινήματος δεν είναι διαθέσιμες. - Επιπλέον, η Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας της Λευκορωσίας επιβεβαιώνει ότι το αίτημα για την έκδοση συντάσσεται σε πλήρη συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Λευκορωσίας και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, από εξουσιοδοτημένο σώμα και εντός των ορίων των ανατεθεισών εξουσιών. Η ποινική δίωξη του καθ'ου δεν επιδιώκεται για πολιτικά, φυλετικά ή άλλα κίνητρα. Εξήγησε η ΜΕ2 ότι ότι με βάση την προσήκουσα διαδικασία, όταν η εκάστοτε χώρα αναζητήσει ένα άτομο εντός του εδάφους της και δεν το εντοπίσει, δεν υποχρεούται να το αναζητήσει και εκτός του εδάφους της πριν εκδώσει διεθνές ένταλμα σύλληψης. Με βάση τα γεγονότα ο XXXXX Παπαδόπουλος αναζητήθηκε στη Λευκορωσία και αφού δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί, εξεδόθη στις 30 Μαΐου 2016 εθνικό ένταλμα σύλληψης (βλ. Τεκμήριο 5, προτελευταία σελίδα 4η παράγραφος) και τον Αύγουστο του ίδιου έτους, εκδόθηκε το διεθνές ένταλμα σύλληψης. Το αν υπήρχε η δυνατότητα να τον βρουν στην Ελλάδα, αν το επιθυμούσαν, πριν εκδώσουν το ένταλμα σύλληψης στη Λευκορωσία ή/και το διεθνές ένταλμα, είναι ζητήματα που η ΜΕ2 εκτιμά ότι δεν διαφοροποιούν την ουσία του πράγματος ότι οι Λευκορωσικές αρχές είχαν εξουσία να ενεργήσουν ως ενήργησαν. Κατά την αντεξέτασή της, κλήθηκε η ΜΕ2 να σχολιάσει το γεγονός ότι σε διάφορες περιπτώσεις στα Τεκμήρια 5, 13, 26 και 29 αναφέρεται ότι «η ενοχή του Ι. Παπαδοπούλου κατά την ανάκριση της ποινικής υπόθεσης αποδείχθηκε». Αυτούσια η απάντηση της ΜΕ2 ήταν ότι (βλ. δικάσιμο 13.9.2018) τα εν λόγω τεκμήρια «στάλθηκαν μετά από αίτημα του κυρίου Παπαδοπούλου για παροχή ενοχοποιητικής μαρτυρίας εναντίον του. Είμαι της άποψης ότι ο τίτλος που χρησιμοποίησαν οι Λευκορώσοι είναι για να τονίσουν ότι ανταποκρίνονται σε εκείνο το αίτημα και στέλνουν αυτή τη μαρτυρία, χωρίς ασφαλώς να σημαίνει ότι διενήργησαν και ολοκλήρωσαν δίκη άτυπα στη βάση των καταθέσεων. Ενδέχεται ειδικά όσον αφορά το Τεκμήριο 5, να είναι και θέμα άτυχους μετάφρασης. Αυτή είναι η θέση μου, χωρίς να γνωρίζω για ποιο σκοπό διατυπώθηκαν με τον τρόπο που διατυπώθηκαν.». Η εντύπωση που μου έκανε η ΜΕ2 ήταν πάρα πολύ καλή. Φάνηκε ότι γνωρίζει καλά το αντικείμενό της και έδιδε ολοκληρωμένες και σαφείς απαντήσεις, παραπέμποντας και σε νομολογία. Ορθά η ίδια δεν επιχείρησε να εισέλθει σε συζήτηση της μαρτυρίας επί της ουσίας της, αφού το έργο του ελέγχου της αξιοπιστίας της μαρτυρίας θα γίνει από το Λευκορωσικό Δικαστήριο, αν και εφόσον εκδοθεί ο Καθ'ου εκεί, όχι από το παρόν Δικαστήριο. Αυτό το οποίο θα προχωρήσω, όμως, να εξετάσω, από νομικής σκοπιάς, όπως ήδη προανήγγειλα στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ΜΕ1, είναι το κατά πόσον χωρεί δικαστικός έλεγχος για την επάρκεια των εγγυήσεων που δίδει η αιτούσα χώρα, εφόσον το εγείρει ο Καθ'ου, παρά την αρχή της αβροφροσύνης που διέπει τη Διμερή Διακρατική Συνθήκη. Θα εξετάσω, επίσης, το κατά πόσον, η φρασεολογία που χρησιμοποίησε η Αιτούσα χώρα στα διάφορα τεκμήρια που απέστειλε, περί απόδειξης της ενοχής του Καθ'ου, παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας και δείχνει ορατό κίνδυνο να μην τύχει δίκαιης δίκης στη Λευκορωσία. Η μαρτυρία του ίδιου του Καθ'ου η αίτηση (ΜΥ1). Κατά την κυρίως εξέταση του ο Καθ'ου η αίτηση υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (βλ. το Τεκμήριο 32). Εξήγησε πώς αυτός γνώρισε τα άλλα άτομα, με τα οποία κατηγορείται ότι συναποτέλεσαν μια οργανωμένη ομάδα για τη διάπραξη απάτης, ισχυρισμό τον οποίο ο ίδιος ασφαλώς απορρίπτει. Έδωσε λεπτομέρειες για το είδος εργασίας που διεκπεραίωνε κατ' εντολή του Καζπέκ Γιάπρινσεφ, ως εξής꞉ - Το 2005 ο Καθ΄ου πήγε στο Μινσκ για σπουδές στα χρηματοοικονομικά και για συνέχιση των προπονήσεων στο Τζούντο. Πρόεδρος της ομοσπονδίας ήταν ο Γιάπρινσεφ Β. Γ., ο οποίος ήταν φίλος του πατέρα του Καθ' ου. Το 2008 σταμάτησε το τζούντο, συνέχισε τις σπουδές και ύστερα από παρότρυνση του Γιάπρινσεφ ΒΓ ξεκίνησε πρακτική στον τομέα προμήθειας και εξαγωγής πετρελαιοπροιόντων του ομίλου εταιρειων Triple. Το 2011 αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο και γύρισε στην Ελλάδα για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του. Τον lούλιο του 2012, σε συνάντηση που είχε στην Θεσσαλονίκη με τον Γιάπρινσεφ ΒΓ, εκείνος τον του ανέφερε ότι ο γιος του Καζμπέκ Γιαπρινσεφ (ΚΓ) χρειάζεται Βοηθό για την επιχείρησή του στα πετρελαιοπροιόντα, και θα ήθελαν και οι δύο να τον έχουν για βοηθό επειδή τον εκτιμούν. Μίλησε ο Καθ' ου με τον Καζμπέκ, ο οποίος του πρότεινε μισθό 2000 αμερικάνικα δολάρια. Μιας που η κοπέλα του Καθ'ου και νυν σύζυγος του ήταν στο Μινσκ, όπου είχε καλή δουλειά και δικό της διαμέρισμα, ο Καθ'ου δέχτηκε. - Η δουλειά του ήταν τεχνικής φύσεως και ασχολήτο με την ετοιμασία εγγράφων. Μέριμνά του ήταν να αποτυπωθούν οι όροι που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ του Καζμπέκ και των εταιρειών της επικείμενης συμφωνίας, όπως και να αποτυπωθούν σωστά τα στοιχεία σε επισυναπτόμενα έγγραφα που συνοδεύουν μια συμφωνία αγοραπωλησίας πετρελαιοπροϊόντων, ώστε να μην υπήρχαν λάθη που μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα με τις τράπεζες, τον εκτελωνισμό των προϊόντων και την εκφόρτωση των προϊόντων. Επίσης, κρατούσε αρχείο συμβολαίων, πιστοποιητικών ποιότητας και ισοτιμιών αγοράς. Ήταν υποχρέωσή του να είναι ενήμερος για τα νέα της αγοράς. Είχε συμφωνηθεί ότι θα εργάζετο εξ' αποστάσεως (από το σπίτι) και όταν ήταν αναγκαίο θα τον φώναζαν. Παρευρέθηκε σε κάποιες διαπραγματεύσεις όπου σημείωνε τους όρους που είχαν συμφωνηθεί. Όταν ένα συμβόλαιο ήταν έτοιμο, το έλεγχε ο Καζμπέκ και το έδινε στο νομικό τμήμα όπου το έλεγχαν ξανά και ύστερα το υπέγραφε ο διευθυντής Παραδέχθηκε ο Καθ'ου στο Τεκμήριο 32 τη σύνδεσή του με το άνοιγμα λογαριασμού στο όνομα της εταιρείας Edena σε τράπεζα της Λετονίας. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι στα τέλη του 2013 ο Καζμπέκ του είπε να πάει στη Λετονία, επειδή είχε διαβατήριο χώρας μέλους της Ε.Ε. που του έδιδε τη δυνατότητα να κινείται ελεύθερα χωρίς Visa, για να ανοίξει τον λογαριασμό. Όταν ετοιμάστηκαν τα έγγραφα από το νομικό τμήμα της εταιρείας Edena, αυτός τα παρέδωσε στην τράπεζα, όπου του έδωσαν να υπογράψει τις ήδη συμπληρωμένες από την τράπεζα αιτήσεις. Αργότερα, ξαναπήγε στην τράπεζα στην Λετονία, όπου του παρέδωσαν από την τράπεζα κάποια έγγραφα, τα οποία έδειχναν ότι ο λογαριασμός της Edena άνοιξε, τα οποία έγγραφα αυτός έδωσε στον Καζμπέκ. Περαιτέρω, ο Καθ' ου παραδέχθηκε στο Τεκμήριο 32 τη σχέση του με την εταιρεία Datacross. Ότι πρόκειται για εταιρεία εγγεγραμμένη στο όνομά του ως μετόχου. Παραδέχθηκε ότι ο Καζμπέκ του είπε να την εγγράψουν έτσι και ότι όλα θα γίνονταν όπως και με τους άλλους διευθυντές, δηλαδή οτιδήποτε θα εκτελείτο μόνο κατόπιν εντολής του Καζμπέκ, όπως και γινόταν. Ήταν η θέση του Καθ' ου ότι η Datacross, παρέμεινε αδρανής κατά το μεγαλύτερο διάστημα της λειτουργίας της και ότι οι ελάχιστες συναλλαγές που έκανε αφορούσαν σχεδόν 100% μεταφορά χρημάτων στον Σαβιάκ. Ήταν η θέση του Καθ'ου ότι η σχέση εργασίας του με τον Καζπέκ διακόπηκε περί τα τέλη Ιουνίου
- Ήδη από τις αρχές του 2015 άρχισαν οι καθυστερήσεις στη μισθοδοσία του και παρά το ότι τον καθησύχαζε ο Καζμπέκ, εντούτοις συνέχισε η ίδια κατάσταση μέχρι τον Ιούνιο. Έτσι, ο καθ'ου έφυγε για διακοπές στην Ελλάδα. Πληροφορήθηκε για τη σύλληψη του Καζπέκ και του πατέρα του στα μέσα Αυγούστου 2015 από τα ΜΜΕ. Μερικές μέρες αργότερα τον πήρε τηλέφωνο ο ίδιος ο Σαβιάκ και του ζήτησε να τον συναντήσει το Σεπτέμβριο 2015 στη Βιέννη. Του είπε ότι η σύλληψη των Βλαντιμίρ και XXXXX Γιάμπρινσεφ ήταν δουλειά του Chyzh και του συνέστησε, για το δικό του καλό, να μην πάει στο Μινσκ μέχρι να μιλήσουν. Όταν βρέθηκαν, ο Σάβιακ είπε στον καθ'ου ότι ο Chyzh είχε έντονη διαφωνία με τον XXXXX Γιάμπρινσεβ για τον τρόπο που θα αποπλήρωνε η εταιρεία Triple τις υποχρεώσεις της Edena, μιας και η πρώτη ήταν εγγυήτρια της δεύτερης στις συμφωνίες παροχής πετρελαιοπροϊόντων. Σχολιάζοντας όσα του αποδίδονται στο Τεκμήριο 13, περί παρουσίας του σε συναντήσεις που έγιναν με τους Σάβιακ και Καζμπέκ, ο Καθ'ου παρατήρησε τα εξής꞉ - Στην συνάντηση με τον Σαβιάκ, λέει ότι έφτασε προς το τέλος της, αφού είχε άλλη ανειλημμένη υποχρέωση. Στο μικρό διάστημα που παρευρέθηκε εκεί, δεν είπε ούτε λέξη. Την διατύπωση του συμβολαίου την έκαναν από κοινού με την σύζυγο του Σαβιάκ (αφού εκείνη ασκολείτο με τα τεχνικά θέματα), με βάση τους όρους που είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους ο Σαβιάκ και ο Καζμπέκ. Αργότερα, έγιναν δύο ακόμα συμβάσεις, η μια αποπληρώθηκε και τουλάχιστον 5,8 εκατομμύρια μεταφέρθηκαν στο Σαβιάκ. Μέχρι την συνάντηση στα μέσα Σεπτεμβρίου 2015, στις ελάχιστες συνομιλίες που είχαν, ο Καθ'ου δεν άκουσε κανένα παράπονο από τον Σαβιάκ. - Όσον αφορά την συνάντηση με τον Rabchevich, παραδέχεται ο Καθ'ου ότι είχε μια συνάντηση με τους Καζμπέκ και XXXXX Γιάπρινσεφ, αλλά εξηγεί ότι αυτό συνέβη τυχαία, αφού συνάντησε τον Rabchevich στον χώρο υποδοχής και, αφού τους σύστησε ο Καζμπέκ, ο καθ'ου έκατσε μαζί τους στον χώρο υποδοχής για 2 λεπτά και μετά έφυγε, γιατί εκείνοι ήθελαν να συζητήσουν προσωπικά. Ουδέποτε άλλοτε παρευρέθηκε ο Καθ'ου σε συνάντηση με τον Rabchevich, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο Τεκμήριο
- Περαιτέρω, ο καθ'ου ισχυρίζεται στο Τεκμήριο 32 ότι, όπως του ανέφερε ο Σάβιακ, η σύλληψη των υπολοίπων κατηγορουμένων ήταν δουλειά του Chyzh, του οποίου θίγονται τα οικονομικά συμφέροντα από τις πράξεις του Καζμπέκ και ήθελε να ξεμπερδέψει μαζί του. Όπως κατ' ισχυρισμόν ο Σαβιάκ ανέφερε στον καθ'ου, ο Chyzh είπε στον Σαβιάκ ότι, αν δεν προέβαινε σε καταγγελία, θα πήγαινε και εκείνος «μέσα» (στη φυλακή) μαζί τους. Ο ίδιος ο Chyzh μετέφερε τον Σαβιάκ στην KGB όπου τον ενημέρωσαν ότι ο Καζμπέκ και ο XXXXX Γιάμπρινσεφ έχουν ήδη συλληφθεί και ότι έπρεπε να κάνει καταγγελία εκείνη τη στιγμή. Ακόμα, είπε, ότι εκεί τον έφεραν σε πρωτόγνωρη ψυχολογική κατάσταση που ακόμα δεν μπορεί να ξεπεράσει. Και επανέλαβε ο Σάβιακ στον καθ'ου πολλές φορές να μην πάει εκεί στο Μινσκ, μέχρι οι «μεγάλοι», δηλαδή ο Chyzh και ο Γιάμπρινσεβ Β., να λύσουν τις διαφορές τους. Έχοντας πληροφορηθεί τα πιο πάνω από τον Σάβιακ, ο Καθ'ου ισχυρίζεται ότι φοβήθηκε να επιστρέψει στο Μινσκ και γι' αυτό δηλώθηκε ως άνεργος στην Ελλάδα. Τον Μάη του 2016, μέλη της KGB επισκέφθηκαν τους γονείς της συζύγου του Καθ'ου στο Μίνσκ και ρώτησαν πού βρίσκεται ο Καθ' ου. Τους είπαν ότι βρισκόταν στην Ελλάδα. Από τις αρχές του 2017 ο Καθ'ου άρχισε να έχει δουλειά στην Ελλάδα. Έχει παράπονο ο Καθ'ου, διότι, παρόλο που γνώριζαν οι Λευκορωσικές Αρχές ότι αυτός ήταν στην Ελλάδα, δεν μπήκαν στον κόπο να ζητήσουν την θέση του γι' αυτά που του προσάπτουν, παρά μόνο ζητούσαν τη σύλληψή του για να δικαστεί, ενώ ήδη αποφασίστηκε η ενοχή του στη δίκη που διεξήχθη στη Λευκορωσία στην απουσία αυτού ή του δικηγόρου του. Κατά την αντεξέτασή του, ο Καθ'ου μπορούσε να ανακαλέσει με καθαρότητα από μνήμης διάφορα γεγονότα επί των οποίων αντεξετάστηκε. Συγκεκριμένα, θυμόταν καθαρά ότι η σύλληψη του XXXXX Γιάμπρινσεφ και του γιου του, Καζμπέκ, έγινε 14 Αυγούστου
- Το θυμάται διότι εκείνη τη μέρα ήταν τα γενέθλια του XXXXX και ο Καθ'ου προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του για τα του ευχηθεί. Η είδηση της σύλληψής τους έπαιζε σε όλα τα ΜΜΕ. Τον Σάβιακ θυμόταν ότι τον συνάντησε το Σεπτέμβριο 2015 στη Βιέννη αφού ταξίδεψε εκεί οδικώς, όπου ο Σαβιάκ τον πληροφόρησε για τις συνθήκες υπό τις οποίες υπέβαλε την καταγγελία. Στην Ελλάδα, ο καθ'ου εργαζόταν από το 2017 σε μεγάλο ξενοδοχείο που λειτουργεί στη Χαλκιδική, το οποίο και κατονόμασε. Στην Κύπρο ο Καθ'ου ήρθε για να συναντήσει άλλους γνωστούς του που ασχολούνται με το τζούντο, που είναι το άθλημά του. Οφείλω να σημειώσω ότι ο Καθ'ου απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του με πραγματική ετοιμότητα, αφού όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, κοιμάται και ξυπνά διαβάζοντας τα έγγραφα της αίτησης έκδοσής του. Ήταν φανερά ενοχλημένος από τα ψέματα, που ως ισχυρίστηκε, εντόπισε στα Τεκμήρια 4 και
- Ήταν πεπεισμένος ο Καθ'ου ότι οι αρχές της Λευκορωσίας, βασιζόμενες με άνεση στο γεγονός ότι δεν υποχρεούνται να προσκομίσουν μαρτυρία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου παρά μόνο κάποια τυπικά έγγραφα για να πετύχουν την έκδοσή του, έγραψαν αναλήθειες ή/και απέκρυψαν ουσιώδη μαρτυρία. Ψευδής είναι, ως ο ισχυρισμός του Καθ'ου, η περιγραφή αυτού στο Τεκμήριο 4 ως προσώπου που συμμετείχε ενεργά στις διαπραγματεύσεις των συμβάσεων. Στην πραγματικότητα αυτός κατέγραφε απλώς τους όρους που οι άλλοι συμφωνούσαν. Ουδέποτε διαπραγματεύτηκε. Ουδέποτε ζήτησε ο ίδιος οποιεσδήποτε εγυήσεις. Με τις απαντήσεις που έδωσαν οι Λευκορωσικές αρχές στο Τεκμήριο 13, συνέχισαν να αποκρύπτουν από το παρόν Δικαστήριο ότι τα πρόσωπα που εμφανίζονται στο Τεκμήριο 4 ως παραπονούμενοι, κατέθεσαν ενώπιον του Λευκορωσικού Δικαστηρίου στη δίκη των κατ'ισχυρισμόν συνεργών του, ότι αυτός δεν είχε την ενεργό συμμετοχή στη διαπραγμάτευση και ότι δεν έχουν παράπονο εναντίον του Καθ' ου, απέκρυψαν επίσης από το παρόν Δικαστήριο ότι ο XXXXX Γιάμπρινσεφ που είναι κατ'ισχυρισμόν ο εμπνευστής της οργανωμένης ομάδας απάτης αθωώθηκε από την κατηγορία της απάτης ενώπιον του Λευκορωσικού Δικαστηρίου, απέκρυψαν, πρώτα και κύρια, από όλα τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση έκδοσης ότι ο πρώτος που υπέβαλε καταγγελία για την ισχυριζόμενη απάτη ήταν ο ισχυρός άνδρας της Λευκορωσίας Chyzh και ότι υπέβαλε το παράπονο κατ'ευθείαν στην Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας εξαναγκάζοντας στη συνέχεια και τον Σαβιάκ να υποβάλει εκεί καταγγελία. Τούτος ήταν και ο λόγος που αναμείχθηκε στις ανακρίσεις εξ αρχής η Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας της χώρας. Στόχος του Chyzh ήταν να αποφύγει η εταιρεία Triple, στην οποία ήταν συνιδιοτήτης με τον Γιάπρινσεφ, από το να τηρήσει εγγυήσεις που ανέλαβε για αποπληρωμή υποχρεώσεων προς τρίτους. Περαιτέρω, κατά την αντεξέτασή του ο Καθ'ου έδειξε να είναι πεπεισμένος ότι δεν θα έχει πραγματική δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να τύχει δηλαδή δίκαιης δίκης, στη Λευκορωσία, αφού, παρά το γεγονός ότι διαχωρίστηκε η δική του ποινική υπόθεση από την ήδη εκδικασθείσα, εντούτοις το Λευκορωσικό ποινικό Δικαστήριο θα είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει την απόφαση που έχει τελεσιδικήσει εναντίον των άλλων μελών της ισχυριζόμενης οργανωμένης ομάδας (Καζμπέκ και Αραμπιάν). Δεν θα υπεισέλθω σε έλεγχο της αξιοπιστίας του Καθ'ου επί της ουσίας των όσων ο ίδιος αναφέρει για το βαθμό και την έκταση της εμπλοκής του στην οργανωμένη δράση απάτης που του καταλογίζεται στο πλαίσιο των Τεκμηρίων 4, 13, 26 και
- Αναμφίβολα, η υπεράσπισή του επί της ουσίας των κατηγοριών που του προσάπτονται θα πρέπει να προβληθεί στο αρμόδιο Λευκορωσικό Δικαστήριο, εάν και εφόσον εκδοθεί από το παρόν Δικαστήριο στη Λευκορωσία. Εκείνο όμως που το παρόν Δικαστήριο δύναται να ελέγξει είναι αν τεκμηριώνονται οι ισχυρισμοί του Καθ'ου η αίτηση ότι δεν προωθείται καλόπιστα η αίτηση έκδοσής του από τη Λευκορωσία. Τούτο, με το σκεπτικό ότι η αρχή της αβροφροσύνης δεν είναι έννοια τυπική, απεναντίας εμπερικλείει την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας των συμβαλλομένων στη Διμερή συνθήκη κρατών. Η μαρτυρία της XXXXX Slavinskaya (ΜΥ2). Η μάρτυρας αυτή προσήλθε, αφενός, ως μάρτυρας γεγονότων και, αφετέρου, ως εμπειρογνώμονας. Υπό την ιδιότητα της ως μάρτυρας γεγονότων, η ΜΥ2 προσήλθε για να παρουσιάσει τα πρακτικά της δικαστικής διαδικασίας που εξελίχθηκε ενώπιον του Λευκορωσικού Δικαστηρίου όσον αφορά την εκδίκαση της υπόθεσης κατά των υπολοίπων μελών της οργανωμένης ομάδας στην οποία κατηγορείται ο Καθ'ου ότι συμμετείχε. Η ΜΥ2 κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αντίγραφο αποσπάσματος των εν λόγω πρακτικών, με πιστή μετάφραση στα Ελληνικά ως Τεκμήριο
- Όπως ανέφερε η μάρτυρας, η ίδια απέκτησε νόμιμα πρόσβαση στα πρακτικά αυτά, υπό την ιδιότητά της ως συνηγόρου Υπεράσπισης του Καζμπεκ Γιάμπρινσεφ που ήταν ο κύριος κατηγορούμενος σε εκείνη τη διαδικασία. Όπως η ΜΥ2 δήλωσε ρητά, κατά τη δικάσιμο ημερ. 12.11.2018, η ίδια συμμετείχε σε όλες τις δικασίμους της δίκης που διεξήχθη στη Λευκορωσία και άκουσε όλα όσα λέχθηκαν μέσα στο Δικαστήριο. Τούτο, διότι η ΜΥ2 ενεργούσε ως δικηγόρος του Καζμπέκ, τόσο πρωτόδικα όσο και κατά την έφεση που εκείνος άσκησε κατά της καταδικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Αντίγραφο της απόφασης του Εφετείου στα Ρωσικά και μετάφραση αυτής στα Ελληνικά, κατατέθηκαν από την ΜΥ2 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 43 και 44, αντίστοιχα. Στη γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 34), επεσήμανε η ΜΥ2, στη βάση των εν λόγω πρακτικών της δίκης στη Λευκορωσία (Τεκμήριο 35)꞉ · Πρώτον, ότι, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των κατηγορουμένων και των παραπονουμένων, ο Παπαδόπουλος ενεργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες που του δόθηκαν μέσα στο πλαίσιο του νόμου. Με οδηγίες του XXXXX Γιάπριντσεφ και του Αραμπιάν συνέτασσε τα έγγραφα, εκτελούσε τεχνικής φύσης εργασία και δεν έπαιρνει αποφάσεις οικονομικής φύσης (βλ. τα πρακτικά της δίκης, σελ. 360, 377, 313 - 314, 76,125). · Δεύτερον, το ρόλο που διαδραμάτισε ο Chych στο να γίνει η καταγγελία και στο να αναληφθεί η διερεύνησή της από την Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας της χώρας. · Τρίτον, ότι η αρχική καταγγελία και το κατηγορητήριο κατά του Καθ'ου περί απάτης, αφορά ακόμη και στη σύναψη συμβάσεων που υπάρχει μαρτυρία ότι εκπληρώθηκαν πλήρως ή που ακυρώθηκαν από τον ίδιο τον παραπονούμενο Ραμπτσέβιτς. Θα περιοριστώ να αναφερθώ στα πρακτικά που παρουσίασε η ΜΥ2 ανφορικά με τα πρώτα δύο σημεία ως ανωτέρω. Α. Όσον αφορά το ρόλο του Καθ'ου η αίτηση. Α.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου XXXXX Γιάπριντσεφ, ο Ι. Παπαδόπουλος εργαζόταν «ως μισθωμένος υπάλληλος» και εκτελούσε εργασία τεχνικής φύσεως για τη σύνταξη των εγγράφων (σελ. 360). Με απόφαση του Γιάπριντσεφ και του Αραμπιάν, η εταιρεία που απέκτησαν "Datacross limited" ενεγράφη στο όνομα του Ι. Παπαδόπουλου, ο οποίος εμφανιζόταν διευθυντής και εκτελούσε τις οδηγίες του Γιάπριντσεφ και του Αραμπιάν. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του XXXXX Γιάπριντσεφ, αυτό είχε γίνει για πρακτικούς λόγους: ο Ι. Παπαδόπουλος είναι ευρωπαίος πολίτης, μιλά καλά ελληνικά και αγγλικά και μπορεί να ταξιδεύει ελεύθερα χωρίς θεωρήσεις διαβατηρίου (σελ. 360). Ο XXXXX Γιάπριντσεφ τονίζει ότι την ευθύνη για το χρέος πρέπει να την φέρουν ο ίδιος, ο Αραμπιάν και ο μεγαλύτερος Γιάπριντσεφ, ενώ ο Παπαδόπος απλώς έκανε ό,τι του έλεγαν (σελ 377). Α.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου Α. Αραμπιάν, ο Ι. Παπαδόπουλος «δεν ήταν συνέταιρος» στις επιχειρήσεις του Αραμπιάν και του Καζμπέκ Γιάπριντσεφ. Απλώς, εκτελούσε συγκεκριμένες εργασίες, βοηθούσε στην ανταλλαγή εγγράφων (σελ. 314). Ο Αραμπιάν δήλωσε στο δικαστήριο ότι η ιδέα να ασχοληθούν με προϊόντα πετρελαίου ανήκε στον ίδιο και στον XXXXX Γιάπριντσεφ κι ότι ο Ισαάκ δεν είχε καμία σχέση με αυτό (σελ. 313 - 314). Σύμφωνα με τα λόγια του Αραμπιάν, ο Παπαδόπουλος υπήρχαν πολλά πράγματα που δεν γνώριζε, δεν τον πληροφορούσαν για όλες τις υποθέσεις, και ειδικά όσον αφορά τα συμβόλαια με τον Σαβιάκ (σελ 327). Α.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου Σαβιάκ, ο Σαβιάκ είπε στο δικαστήριο ότι είχε δει τον Ι. Παπαδόπουλο στο ξενοδοχείο «Ευρώπη» τον lούνιο του 2013, όπου είχε γίνει συζήτηση για τη δυνατότητα να αποκτήσουν προϊόντα πετρελαίου, ωστόσο τίποτα το συγκεκριμένο δεν είχε συζητηθεί. Ο Παπαδόπουλος είχε έρθει στο τέλος της συζήτησης και καθόταν χωρίς να λέει τίποτα. Ο XXXXX Γιάμπριντσεφ τον σύστησε ως φίλο (σελ. 70, 71). Στη δήλωσή του στην Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας (ΚGB) ο Σαβιάκ ονομάζει τον Παπαδόπουλο ως συνέταιρο στις επιχειρήσεις των Γιάπριντσεφ, Ωστόσο, σύμφωνα με πιο πρόσφατη μαρτυρία του Σαβιάκ στο δικαστήριο, ο Ι. Παπαδόπουλος ήταν «κατώτερος υπάλληλος, ένας γραμματέας». Δεν του επιτρεπόταν η πρόσβαση στις επιχειρήσεις και στην ουσία τίποτα δεν γνώριζε. Δεν είχε στη δικαιοδοσία του κανένα θέμα, έπαιρνε μέρος στις συνομιλίες, «ήταν σαν ταχυδρόμος» (σελ 76, 99, 125). Α.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Βλαντιμίρ Γιάμπριντσεφ, όσον αφορά την εγγυητική επιστολή με αρ. 01- 32/2033 και ημερ. 1.7.2013, ότι η «ΕΠΕ Τράιπλ» εγγυάται την επιστροφή των χρηματικών ποσών, τα οποία αντιστοιχούν στην ποσότητα του εμπορεύματος, σε περίπτωση που δεν παραδοθεί το μαζούτ σύμφωνα με το συμβόλαιο αρ. 25 - 06/2013, ημερομ. 25.6.2013, πρωτοβουλία προετοιμασίας της εγγυητικής επιστολής ανήκε στον Σαβιάκ, ο οποίος απευθύνθηκε κατευθείαν στον XXXXX Γιάπριντσεφ (σελ. 111). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του XXXXX Γιάπριντσεφ, με την προετοιμασία, υπογραφή και παρουσίαση της εγγυητικής επιστολής προς τον Σαβιάκ, ο Ι. Παπαδόπουλος δεν είχε καμιά σχέση (σελ. 290). Α.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου Ραμπτσέβιτς, Ο Ραμπτσέβιτς είπε στο δικαστήριο ότι με τον Ι. Παπαδόπουλο είχαν συναντηθεί 1-2 φορές τυχαία. Για πρώτη φορά συναντήθηκαν τέλη Αυγούστου του
- Τον Παπαδόπουλο του τον σύστησαν σαν «μισθωμένο υπάλληλο» (σελ. 6, 14, 17). Β. Όσον αφορά το ρόλο του Chych στην ανάληψη της ποινικής έρευνας από την Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας. Β.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο Chych πρότεινε να συναντηθεί με τον Αραμπιάν στα σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας, για να συνομιλήσουν, και μετά από αυτό, όπως τον διαβεβαίωσε ο Chych, ο Αραμπιάν θα μπορούσε να επιστρέψει πίσω στη Μόσχα. Ο Αραμπιάν, μαζί με τα άτομα που τον συνόδευαν, έφτασε με αυτοκίνητο μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας με τη Λευκορωσία, όπου εκεί τον συνάντησε το αυτοκίνητο του Chych με τον οδηγό. O ίδιος ο Chych δεν ήταν στο αυτοκίνητο. Εν τέλει, μετέφεραν τον Αραμπιάν στην ΚαΓκεΜπε, όπου ο Αραμπιάν συνελήφθη (βλ. σελ. 353 - 354 των πρακτικών) στις 30.9.2015, στις 15.15, Ουσιαστικά ο Αραμπιάν εξαπατήθηκε, αφού οδηγήθηκε από τη Μόσχα εκεί κατά παραβίαση της καθορισμένης από τους διεθνείς κανονισμούς διαδικασία έκδοσης πολιτών για τους σκοπούς ποινικής έρευνας. Β.
- Ο Σαβιάκ στο Δικαστήριο αρνήθηκε τα γεγονότα που ο ίδιος εξέθεσε στη δήλωσή του προς την ΚGB. Δήλωσε ότι όταν έγραφε στην ΚGB τη δήλωσή του, ο Σαβιάκ βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, σε καταθλιπτική κατάσταση (σελ. 97, 104 -106,110). Τη δήλωση στην ΚGB ο Σαβιάκ εξαναγκάστηκε να την κάνει, υπό τον φόβο μήπως τον κατηγορήσει ο Chych, ο οποίος είναι ο βασικός ιδρυτής της εταιρείας «Triple», εξ ονόματος της οποίας είχε εκδοθεί η εγγυητική επιστολή για την επιστροφή των χρημάτων σε περίπτωση που δεν θα παραδιδόταν το μαζούτ βάσει του συμβολαίου αρ. 25-06/2013, ημερ. 25.6.2013 (σελ. 87, 113, 106). Ο Σαβιάκ δεν είχε πρόθεση να κάνει τη δήλωση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, «τον είχαν οδηγήσει σε αυτό το κτήριο για να γράψει τη δήλωση» (σελ. 111). Συγκεκριμένα στις 11.8.2015 ο Chych είχε πάρει τον Σαβιάκ από το ξενοδοχείο και τον είχε φέρει στην ΚGB, όπου εκεί ήδη τους ανέμεναν. Παρά το ότι το ιδιωτικό αυτοκίνητο του Chych ήταν δίχως διατυπώσεις, χωρίς τα έγγραφα που θα έδιναν την άδεια πρόσβασης, εντούτοις τους άφησαν να μπουν στην εσωτερική κλειστή αυλή της ΚαΓκεΜπε, στην οποία δεν υπάρχει κανονικά πρόσβαση για τους μη εργαζόμενους εκεί λόγω της μυστικότητας του χώρου (σελ. 92). Ο Σαβιάκ είπε στο δικαστήριο ότι εξ όσων γνωρίζει, ο Chych, μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε ήδη κάνει δήλωση και ο ίδιος κι ότι ο Σαβιάκ μπορούσε να κατηγορηθεί κι αυτός (σελ. 88). Σύμφωνα με τα λόγια του Σαβιάκ, εκείνη την ώρα δεν ρώτησε τίποτα, ήταν σε κατάσταση σοκ και δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει (σελ. 104 -106). Ο Σαβιάκ, όπως λέει ο ίδιος, γνώριζε ότι ο Chych είχε ήδη γράψει τη δήλωση, πράγμα που φαίνεται και από τους αριθμούς: Του Σαβιάκ έγινε αργότερα (σελ. 104- 106) . Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Chych, αυτός είχε κανονίσει την επίσκεψη, τηλεφωνώντας στον προϊστάμενο της ΚαΓκεΜπε (σελ. 165). Κατά τη διάρκεια της δίκης, στον Σαβιάκ τέθηκε η ερώτηση: «Η ανάκριση, όπως αναφέρεται, άρχισε στις 14.10 και στις 16.05 τελείωσε. Ανταποκρίνεται στην αλήθεια αυτή η πληροφόρηση;» Η απάντηση του Σαβιάκ: «Εγώ βγήκα γύρω στις 18.00.» (σελ. 104 -106). Την ίδια ώρα, σύμφωνα με τη μαρτυρία, είχε ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον των Γιάπριντσεφ στις 12꞉45 της ίδιας εκείνης μέρας. Η σύλληψη του πατέρα και του γιου Γιάπριντσεφ έγινε πριν τη δήλωση του Σαβιάκ. Β.
- Στη μαρτυρία του ίδιου του παραπονούμενου Ραμπτσέβιτς, αυτός παραδέχθηκε ότι αρχικά είχε γράψει δήλωση - απαίτηση στην εταιρεία Τράιπλ, η οποία παρέδωσε τη δήλωση αυτή στην ΚαΓκεΜπε (σελ. 51). Από την άλλη, η ΜΥ2, υπό την ιδιότητά της ως εμπειρογνώμονα, ειδικότερα ως άτομο που δικηγορεί στο Μινσκ της Λευκορωσίας τα τελευταία 20 χρόνια (βλ. τη γραπτή δήλωση της μάρτυρος ως το Τεκμήριο 34), προσήλθε στο παρόν Δικαστήριο, αφενός, για να αποδείξει ως ζήτημα γεγονότος μια συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη που ισχύει στη Λευκορωσία και, αφετέρου, για να διατυπώσει τη γνώμη της ως προς τα αποτελέσματα που θα έχει η εφαρμογή της εν λόγω νομοθετικής διάταξης στη δίκη του Καθ'ου στη Λευκορωσία. Το ότι, βάσει του Κυπριακού δικαίου περί αποδείξεως, το αλλοδαπό δίκαιο πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία όπως όλα τα επίδικα γεγονότα από το δικηγόρο που εγείρει τον ισχυρισμό γεγονότος και ότι η μαρτυρία προς απόδειξη του αλλοδαπού δικαίου θα πρέπει να προέρχεται από πραγματογνώμονα που γνωρίζει ή έχει εμπειρία ως προς τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε ξένη χώρα, όπως για παράδειγμα δικηγόρου που δικηγορεύει στην εν λόγω ξένη χώρα, είναι πάγια νομολογημένο (βλ., μεταξύ άλλων, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(1999)1(Α) ΑΑΔ 44, R v Ofori
(1994)99 Cr App R 223 και το Σύγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές» των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Λευκωσία, 2014, στη σελ. 597 -
- Συγκεκριμένα, η ΜΥ2 προσήλθε για να επεξηγήσει την Αρχή της Προκατάληψης (Prejudice) που εφαρμόζεται στη Λευκορωσική Ποινική Δικονομία βάσει του Άρθρου 106 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Λευκορωσίας. Η ΜΥ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 41 το σχετικό άρθρο στα Ρωσικά. Το μετάφρασε ενώπιον του Δικαστηρίου από τα Ρωσικά στα Ελληνικά η διερμηνέας του Δικαστηρίου ως εξής꞉ Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 106 του Ποινικού Δικονομικού Κώδικα της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας, [καταδικαστική] απόφαση, «η οποία τέθηκε σε νόμιμη ισχύ», είναι υποχρεωτική για το όργανο που διεξάγει άλλη ποινική υπόθεση, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης όσον αφορά τόσο τις συνθήκες που έχουν καθοριστεί όσο και τη νομική τους αξιολόγηση. Εξήγησε η ΜΥ2 ότι μια απόφαση μπορεί να τεθεί σε νόμιμη ισχύ μόλις παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των 10 ημερών για την άσκηση έφεσης, ή, αν ασκηθεί έφεση, τότε όταν εκδοθεί η απόφαση επί της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση του Εφετείου ως το Τεκμήριο 44, εκδόθηκε στις 29.11.2016 και από εκείνην τη στιγμή η απόφαση στην υπόθεση των Γιάπριντσεβ τέθηκε σε νόμιμη ισχύ. Διατύπωσε τη γνώμη η ΜΥ2 ότι ο κατηγορούμενος δεν θα τύχει δίκαιης δίκης στη Λευκορωσίας, διότι δεν θα έχει πραγματική δυνατότητα να εγείρει την υπεράσπισή του. Τούτο διότι το Άρθρο 106.1, που είναι υποχρεωτικής εφαρμογής από τα Ποινικά Δικαστήρια, έχει ως συνέπεια τα ευρήματα γεγονότων στα οποία κατέληξε το δικαστήριο που καταδίκασε τους Καζμπέκ και Αραμπιάν, τα οποία τελεσιδίκησαν βάσει της απόφασης του Εφετείου ως το Τεκμήριο 44, θα είναι δεσμευτικά για το δικαστήριο που θα εκδικάσει τον Καθ'ου. Ήταν κατηγορηματική η ΜΥ2 ότι δεν χωρεί αμφιβολίας στην απόφαση του Εφετείου ότι το τρίτο πρόσωπο μαζί με το οποίο δρούσαν κατ' ισχυρισμόν οι καταδικασθέντες Καζμπέκ και Αραμπιάν ήταν ο XXXXX Παπαδόπουλος. Τούτο διότι, αν και δεν είχε αναφερθεί το όνομά του, εντούτοις για κανένα άλλο πρόσωπο δεν είχε ξεχωρίσει ο ανακριτής άλλη ποινική υπόθεση για τα ίδια υπό διερεύνηση γεγονότα, παρά μόνον για τον Ισαάκ Παπαδόπουλο. Η ΜΥ2 παρρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 42 αντίγραφο του διατάγματος που φέρει ημερομηνία 8.4.2016 και στο οποίο αναφέρεται ότι η Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας εξέταζε ποινική υπόθεση σε σχέση με τέσσερις πολίτες, όπου αφορούσε απάτη, και αυτοί οι πολίτες βάσει του διατάγματος είναι οι Γιάμπριντσεφ πατέρας και γιος, ο Αραμπιάν και ο XXXXX Παπαδόπουλος. Το Δικαστήριο αποφάσισε να διαχωρίσει την ποινική υπόθεση σε σχέση μόνο με τον Παπαδόπουλο Ισαάκ. Εξήγησε η ΜΥ2 ότι το δικαστικό προηγούμενο δεν αποτελεί πηγή δικαίου στη Δημοκρατία της Λευκορωσίας, γι'αυτό και δεν υπάρχει συστηματική βάση ή πρόσβαση στις αποφάσεις που εκδίδονται από τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 106.1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Προχώρησε η ΜΥ2 και παρουσίασε στο Δικαστήριο αποσπάσματα, μεταφρασμένα στα Ελληνικά, δύο αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων και του Εφετείου της Λευκορωσίας (Τεκμήρια 37, 38, 39), όπου εμφαίνεται η εφαρμογή του άρθρου 106 σε άλλες πραγματικές υποθέσεις. · Η υπόθεση του Γκεόργκι Βλαντίμιροβιτς Ζουκ (Τεκμήριο 37). Κατά την έκδοση της απόφασής του για τον κατηγορούμενο Γκ. Β. Ζουκ, το δικαστήριο υπέδειξε τα ακόλουθα (σελ. 3): «Παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή, η ενοχή του για τη διάπραξη διωκόμενου αδικήματος επιβεβαιώνεται από τα πιο κάτω τεκμήρια». Και πάρα κάτω στις σελίδες 15 - 16, ως αποδεικτικό στοιχείο, το δικαστήριο αναφέρεται σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου την οποία εξέδωσε στις 28.12.2006, σύμφωνα με την οποία οι συνεργοί «.συναντήθηκαν με τον αξιωματούχο των Αρχών εσωτερικών υποθέσεων, του οποίου η ποινική δίωξη εναντίον του μεταφέρθηκε σε ξεχωριστή διαδικασία, ο οποίος συμφώνησε να εκτελεί πράξεις προς όφελος του Καροσάς έναντι ανταμοιβής ύψους 80 000 δολαρίων Αμερικής.», «.παρέδωσαν τα χρήματα ως μίζα στον αξιωματούχο, για τον οποίο η ποινική υπόθεση μεταφέρθηκε σε ξεχωριστή διαδικασία». Δηλαδή, με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθορίστηκε το γεγονός παράδοσης χρημάτων ως μίζας ύψους 80 000 δολαρίων σε άλλο πρόσωπο (ονομάζεται αξιωματούχος δυνάμει της θέσης που κατέχει), για τον οποίο η ποινική υπόθεση μεταφέρθηκε σε ξεχωριστή διαδικασία. Στην απόφαση αναφορικά με τον Γκ. Β. Ζουκ το δικαστήριο υποδεικνύει (σελ. 16) ότι δυνάμει του άρθρου 106 του ΠΔΚ, η παρούσα καταδίκη (στο κείμενο - η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας, η οποία εκδόθηκε σε σχέση με τους συνεργούς για τη παράδοση χρημάτων) φέρει τη σημασία της προκατάληψης, δηλαδή είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο κατά την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης όσον αφορά τόσο τις συνθήκες που έχουν καθοριστεί όσο και την νομική αξιολόγησή τους.» · Η υπόθεση του Νικολάι Ιβάνοβιτς Μπελτσούκ (Τεκμήριο 38 Πρωτόδικη, Τεκμήριο 39 Έφετείου). Ο κατηγορούμενος Νικολάι Ιβάνοβιτς Μπελτσούκ καταδικάστηκε με ετυμηγορία του δικαστηρίου της Περιοχής Μπρεστ, ημερομ. 2.
- 2016 για άσκηση βίας εναντίον του εργαζόμενου στις αρχές εσωτερικών υποθέσεων Νελιπόβιτς. Επειδή ο Ν. Ι. Μπελτσούκ δεν συμφώνησε με την απόφαση, κατέθεσε έφεση σε δικαστήριο ανώτερου επιπέδου. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έφεσης, η δικαστική ομάδα για ποινικές υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Μπρεστ εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την αιτιολογία της έφεσης του Ν. Ι. Μπελτσούκ ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις της ενοχής του ότι διέπραξε διωκόμενο αδίκημα, αναφερόμενος επίσης στην ύπαρξη της απόφασης του δικαστηρίου, ημερομ. 12.1.2015, η οποία τέθηκε σε νόμιμη ισχύ αναφορικά με τον αδερφό του Ν. Ι. Μπελτσούκ - Α. Ι. Μπελτσούκ. Το δικαστήριο στην απόφασή του υπέδειξε τα πιο κάτω (σελ. 2): «Η ύπαρξη της απόφασης του δικαστηρίου, ημερομ. 12.1.2015, η οποία τέθηκε σε νόμιμη ισχύ, αναφορικά με τον Α. Ι. Μπελτσούκ, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του εδαφίου 1 του άρθρου 106 του ΠΔΚ, μαρτυρεί το αβάσιμο των ισχυρισμών της έφεσης στο σημείο αμφισβήτησης της νόμιμης παραμονής του και της νομιμότητας των πράξεων του Νελιπόβιτς, τις συνθήκες και τον χαρακτήρα της σωματικής βλάβης που του προκλήθηκαν και τη νομική κατάταξη της πράξης.» Πριν το πέρας της δικασίμου ημερ. 9.11.2018, το παρόν Δικαστήριο υπέδειξε στη συνήγορο της Αιτούσας χώρας ότι αν οι Λευκορωσικές αρχές αμφισβητούν ότι το άρθρο 106.1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της χώρας τους έχει το νόημα και την ισχύ που περιγράφει η ΜΥ2, να θέσουν ξεκάθαρα στο Δικαστήριο τί είναι αυτό που αμφισβητούν. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 12.11.2018 η συνήγορος της Αιτούσας χώρας υπέβαλε στη ΜΥ2 τη θέση ότι, εφόσον το Λευκορωσικό δίκαιο ακολουθεί το Ρωμαιογερμανικό δίκαιο, η νομολογία δεν αποτελεί πηγή δικαίου και συνεπώς ένα Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο ν'ακολουθήσει την απόφαση άλλου Δικαστηρίου. Δεν υιοθέτησε τη θέση αυτή ως ορθή η ΜΥ2, αφού αντίθετα επέμεινε ότι το άρθρο 106 του Ποινικού Κώδικα της Λευκορωσίας, που έχει υποχρεωτική ισχύ, καθιστά δεσμευτική την απόφαση ενός ποινικού δικαστηρίου για ένα άλλο, άπαξ και η απόφαση του πρώτου τεθεί σε νόμιμη ισχύ (δηλ. αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία έφεσης ή αν κατ'έφεση επικυρωθεί). Κατά τη δικάσιμο ημερ. 13.11.2018 ασκήθηκε κριτική στη ΜΥ2 από τη συνήγορο της Αιτούσας χώρας ότι επέλεξε να παρουσιάσει αποσπασματικά τα κείμενα των αποφάσεων των Λευκορωσικών Δικαστηρίων σε Ελληνική μετάφραση, αποστερώντας έτσι από το Δικαστήριο την ευχέρεια να ελέγξει στο σύνολό του το συλλογισμό των Δικαστηρίων. Το ίδιο, κατακρίθηκε η ΜΥ2 ότι έπραξε και αναφορικά με την απόφαση στην έφεση του Καζμπέκ (Τεκμήρια 43 - 44). Απάντησε η ΜΥ λέγοντας ότι παρουσίασε στο Δικαστήριο το ρωσικό κείμενο πλήρες, άρα, αν η Αιτούσα χώρα ήθελε να μεταφράσει κάποιο άλλο τμήμα, θα το μπορούσε. Πράγματι, οφείλω να παρατηρήσω ότι, όταν πραγματογνώμονας αναφέρεται σε μέρος συγγράμματος ή μελέτης για να καταλήξει σε συμπεράσματα, τίποτα δεν εμποδίζει τον αντίδικο ή το Δικαστήριο να αναφερθεί και σε άλλα τμήματα του ιδίου συγγράμματος ή μελέτης στα οποία δεν παρέπεμψε ο μάρτυρας, είτε για να αμφισβητήσει τα λεχθέντα του μάρτυρα είτε για να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα (βλ. το Σύγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές» των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Λευκωσία, 2014, στη σελ. 601). Εφόσον όλες οι αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε η ΜΥ2 προέρχονταν από Δικαστήρια της Λευκορωσίας, κρίνω ότι από 1.11.2018 μέχρι 13.11.2018, παρείχετο εύλογος χρόνος για να αντικρούσουν οι αρχές της Λευκορωσίας τα διαλαμβανόμενα στη γραπτή δήλωση της ΜΥ2 (Τεκμήριο 34), εάν θεωρούσαν ότι δεν απέδιδε πλήρως ή/και επακριβώς το περιεχόμενο και το νόημα των Τεκμηρίων 37, 38 και 39 υπό το πρίσμα του Άρθρου 106 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Περαιτέρω, η συνήγορος της Αιτούσας χώρας επιχείρησε να αποδυναμώσει την αξία της αρχής της προκατάληψης, υποβάλλοντας στη ΜΥ2 ότι στο Άρθρο 26 του Συντάγματος της Λευκορωσίας υπάρχει ρητή πρόνοια για το τεκμήριο της αθωότητας, ότι στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στα άρθρο 16.1, 16.2 και 16.3 υπάρχουν αντίστοιχες πρόνοιες που επιβάλλουν να αποδειχθεί η ενοχή. Επίσης, την παρέπεμψε στο άρθρο 19 της Ποινικής Δικονομίας της Λευκορωσίας που απαιτεί μια καταδικαστική απόφαση να βασίζεται στο σύνολο της μαρτυρίας και ότι δεν μπορούν να υπάρξουν καταδίκες στη βάση απλής υπόθεσης (assumption) με βάση το 16.
- Της υπέδειξε επίσης ότι ο Καθ'ου θα έχει και τη δυνατότητα βοήθειας δικηγόρου κατά το Άρθρο 62 του Λευκορωσικού Συντάγματος. Τέλος, η συνήγορος της αιτούσας χώρας παρέπεμψε τη ΜΥ2 στην αρχή της ισότητας των όπλων που καθιερώνεται στο Άρθρο 22 του Συντάγματος της Λευκορωσίας και στα αντίστοιχα άρθρα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ήταν σταθερή η ΜΥ2 στην απάντησή της ότι «Στη νομοθεσία της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας αυτά τα άρθρα είναι γραμμένα. Ο κατηγορούμενος έχει αυτά τα δικαιώματα, αλλά στην πραγματικότητα δεν θα μπορέσει να τα εφαρμόσει. Δεν θα μπορέσει, γιατί όπως ήδη σας έχω αναφέρει, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να καθοδηγηθεί από ό,τι γράφει στο Άρθρο 106 του Ποινικού Κώδικα.». Στην τελική της αγόρευση, η συνήγορος της Αιτούσας χώρας, θέτει το θέμα ως εξής (βλ. σελ. 23 - 24)꞉ «Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι ο καθ'ου δεν θα τύχει δίκαιης δίκης επειδή στη Λευκορωσία ισχύει η αρχή της προκατάληψης. Συνέδεσε την εφαρμογή της αρχής αυτής με το γεγονός ότι τέθηκε ο ίδιος σε ξεχωριστή διαδικασία. Με βάση το προαναφερθέν δεδομένο θα πρέπει να λεχθεί το εξής: ο XXXXX Παπαδόπουλος έκανε μια επιλογή. Να μην θέσει εαυτόν ενώπιον των αρχών και να υποστεί τις δικονομικές συνέπειες αυτής της επιλογής, ήτοι την θέση αυτού σε ξεχωριστή διαδικασία. Να σημειωθεί εδώ ότι την ίδια αντιμετώπιση, δηλαδή να τίθετο σε ξεχωριστή διαδικασία (με βάση το τί ειπώθηκε από την κα. Σλαβίνσκαγια κατά την αντεξέταση της), θα είχε και οποιοσδήποτε πολίτης εντός Λευκορωσίας δεν εμφανιζόταν στη δίκη του. Συνεπώς, το δικονομικό σύστημα αυτής της χώρας με αυτόν τον τρόπο έχει επιλέξει να χειρίζεται τις περιπτώσεις κατηγορουμένων που δεν εμφανίζονται ενώπιον Δικαστηρίου. Κατά την ταπεινή μας εισήγηση το πως δικονομικά λειτουργεί το λευκορωσικό σύστημα γενικά αλλά και ειδικά και δεδομένου του ότι είναι «ηπειρωτικό νομικό σύστημα» και όχι «αγγλοσαξωνικό» και άρα διέπεται από άλλες αρχές, όχι ανάλογες του δικού μας δικαιικού συστήματος είναι στοιχεία που εκπίπτουν του πεδίου κρίσης του παρόντος δικαστηρίου μέσα στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης. Επί παραδείγματι στο ηπειρωτικό νομικό σύστημα ισχύει και η δυνατότητα ερημοδικίας που στο αγγλοσαξωνικό νομικό σύστημα εφαρμογή έχει μόνο κατ'εξαίρεση, και με βάση τη νομολογία μόνο αναφορικά με αδικήματα που δεν επισύρουν στην πράξη ποινή φυλάκισης.» Αξιολογώντας τη μαρτυρία της ΜΥ2, οφείλω να παρατηρήσω ότι ορθά κατά την κρίση μου, η συνήγορος της Αιτούσας χώρας δηλώνει στη γραπτή της αγόρευση ότι η κα Σλαβίνσκαγια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεξάρτητος μάρτυρας - εμπειρογνώμονας, η οποία να είναι σε θέση να προσφέρει αμερόληπτη και αντικειμενική μαρτυρία. Τούτο, κατά την κρίση μου, λόγω της εμπλοκής της στην υπόθεση του Καζμπέκ Γιάμπριντσεφ, που ήταν ο εργοδότης και εντολέας του Καθ'ου. Αυτή της η εμπλοκή σίγουρα επιδρά στον τρόπο που παρουσίασε τη μαρτυρία γεγονότων, όσον αφορά την αποσπασματική παράθεση των πρακτικών της διαδικασίας ενώπιον του Λευκορωσικού Δικαστηρίου (βλ. Τεκμήρια 34 και 35). Ωστόσο, παρατηρώ ότι, ορισμένες από τις επισημάνσεις της ΜΥ2 όσον αφορά τη δοθείσα μαρτυρία και, συγκεκριμένα, όσον αφορά την εμπλοκή του Chych στην υποβολή των καταγγελιών και στην ανάληψη της διερεύνησής τους από την Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας, καθώς και όσον αφορά το μειωμένο ρόλο που απέδωσαν στον καθ'ου οι μάρτυρες, δεν αντικρούστηκαν με οποιεσδήποτε περί του αντιθέτου περικοπές των πρακτικών από τη συνήγορο της αιτούσας χώρας. Επομένως, έμειναν ακλόνητες. Συνεπώς, θα προχωρήσω πιο κάτω να δώσω τη δική μου εκτίμηση αναφορικά με το αν, η αίτηση έκδοσης πάσχει από κακοπιστία, ως εκ της μη αποκάλυψης στα έγγραφα της αίτησης του ρόλου και των συμφερόντων του Chych εν τη γενέση της δίωξης του Καθ'ου στη Λευκορωσία, καθώς και ως εκ της μη αποκάλυψης της μαρτυρίας που δόθηκε στο Λευκορωσικό Δικαστήριο η οποία έχει απενοχοποιητική χροιά όσον αφορά τον Καθ'ου. Όσον αφορά την αρχή της προκατάληψης, οφείλω να σημειώσω ότι η ΜΥ2, ίσως και λόγω της δυσκολίας στη μετάφραση προς τα Ελληνικά, δεν παρουσίασε με παραδειγματική σαφήνεια την έννοια και την εφαρμογή της αρχής αυτής. Ωστόσο, το ότι υπάρχει το άρθρο 106.1 στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και το ότι είναι δεσμευτικό για τα δικαστήρια της Λευκορωσίας, δεν αντιλήφθηκα να αμφισβητείται τελικά από τη συνήγορο της αιτούσας χώρας. Εκείνο που εισηγείται η συνήγορος της αιτούσας χώρας στην τελική της αγόρευση, είναι ότι ο σκοπός της αρχής της προκατάληψης δεν είναι η αποστέρηση του κατηγορούμενου από τα δικαιώματά του για δίκαιη δίκη, αλλά η αξιοποίηση δικαστικού χρόνου και η ασφάλεια δικαίου (πρακτικά ημερ. 13/11/18 σ. 27, 30). Επομένως, ακόμη και αν εφαρμοστεί η αρχή της προκατάληψης, αυτό δεν στερεί τη δυνατότητα ο Ισαάκ, αν εκδοθεί, να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Λευκορωσικού Δικαστηρίου. (πρακτικά ημερ. 13/11/18 σ. 24-25). Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής δικαστική απόφαση που να κρίνει την ενοχή του Καθ'ου. Η ενοχή ή ο βαθμός εμπλοκής του θα κριθεί, εάν εκδοθεί προς τη Λευκορωσία, μόνο εφόσον δικαστεί από το Λευκορωσικό Δικαστήριο (πρακτικά ημερ. 13/11/18 σ.26). Προχωρώ πιο κάτω να δώσω τη δική μου εκτίμηση, αν, υπό το πρίσμα του δικαίου της Ε.Ε., διακυβεύεται το δικαίωμα του Καθ'ου να απολαμβάνει του τεκμηρίου της αθωότητας και να τύχει δίκαιης δίκης σε περίπτωση έκδοσής του, εξαιτίας, μεταξύ άλλων, της πρόνοιας του άρθρου 106.1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Λευκορωσίας. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Η ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΜΕΡΟΥΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΚΥΠΡΟΥ - ΕΣΣΔ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. Η Διμερής Συνθήκη ως διεθνής συνθήκη έχει αυξημένη ισχύ έναντι άλλης ημεδαπής νομοθεσίας δυνάμει του Άρθρου 169 του Συντάγματος. Υπερισχύει, ως εκ τούτου των επί μέρους διατάξεων του εθνικού Νόμου αρ. 97/
- Περαιτέρω, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Διμερής Συνθήκη δεν είχε συνομολογηθεί με μοναδικό σκοπό να ρυθμίσει τις διαδικασίες έκδοσης προσώπων, αλλά απώτερο σκοπό είχε να ενισχυθούν οι δεσμοί φιλίας και συνεργασίας μεταξύ Κύπρου - ΕΣΣΔ, μέσα στο πνεύμα των διατάξεων της Τελικής Πράξης της Διάσκεψης για την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια και Συνεργασία. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού, η προβλεπόμενη διαδικασία έκδοσης ρυθμίζεται στη βάση της «αρχής της αμοιβαιότητας». Ωστόσο, η Διμερής Συνθήκη αυτή δεν υπερισχύει των διατάξεων της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και της Συνθήκης της Ε.Ε. κατά την εφαρμογή τους στην Κυπριακή Δημοκρατία. Εξηγώ πιο κάτω꞉ Στην απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964 του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ, όπως ήταν τότε) στην υπόθεση 6/64, Costa v ENEL, καθιερώθηκε η αρχή της υπεροχής του κοινοτικού Δικαίου, όπως ήταν τότε. Τέθηκε ως εξής꞉ «Αντίθετα προς τις συνήθεις διεθνείς συνθήκες, η Συνθήκη της ΕΟΚ δημιούργησε ιδιαίτερη έννομη τάξη, η οποία ενσωματώθηκε στα νομικά συστήματα των κρατών μελών από της θέσεως της Συνθήκης σε ισχύ και δεσμεύει τα δικαστήριά τους. Ιδρύοντας μία Κοινότητα απεριόριστης διάρκειας, έχουσα δικά της όργανα, νομική προσωπικότητα, ικανότητα δικαίου, ικανότητα διεθνούς εκπροσωπήσεως και ιδίως πραγματικές εξουσίες απορρέουσες από τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων τους και τη μεταβίβαση εξουσιών τους στην Κοινότητα, τα κράτη μέλη περιόρισαν, αν και σε ορισμένους μόνο τομείς, τα κυριαρχικά τους δικαιώματα και δημιούργησαν έτσι ένα σύστημα δικαίου εφαρμοζόμενο τόσο στους υπηκόους τους όσο και σ' αυτά τα ίδια. [...] εφ' όσον το δίκαιο που γεννήθηκε από τη Συνθήκη απορρέει από αυτόνομη πηγή δικαίου, δεν είναι δυνατόν, λόγω του ιδιόμορφου πρωτότυπου χαρακτήρα του, να του αντιτάσσεται οποιοδήποτε εσωτερικό νομοθετικό κείμενο, χωρίς να χάνει τον κοινοτικό του χαρακτήρα και χωρίς να διακυβεύεται η νομική βάση της ίδιας της Κοινότητας. Η εκ μέρους των κρατών μελών μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις της Συνθήκης από την εσωτερική τους έννομη τάξη στην κοινοτική συνεπάγεται οριστικό περιορισμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους, κατά του οποίου δεν είναι δυνατόν να προβληθεί μεταγενέστερη μονομερής πράξη μη συμβιβαζόμενη προς την έννοια της Κοινότητας.» Η συνομολόγηση της επίδικης Διμερούς Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των χωρών της ΕΣΣΔ υπήρξε προγενέστερη της ημερομηνίας προσχώρησης της Κύπρου στην Ε.Ε. Τούτο, όμως, δεν αλλοιώνει την υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας να δίδει υπεροχή στις πρόνοιες των Συνθηκών της Ε.Ε., όπου υπάρχει σύγκρουση ή ασυμβίβαστο. Παραπέμπω στο άρθρο 351 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου προνοούνται τα εξής꞉ «Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ημερομηνία της προσχώρησής τους, μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών αφενός, και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών, αφετέρου, δεν θίγονται από τις Συνθήκες. Ωστόσο, κατά το μέτρο που οι συμβάσεις αυτές δεν συμβιβάζονται με τις Συνθήκες, το ενδιαφερόμενο ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη προσφεύγουν σε όλα τα πρόσφορα μέσα, για να άρουν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα. Εν ανάγκη, τα κράτη μέλη παρέχουν προς το σκοπό αυτό αμοιβαία συνδρομή και υιοθετούν, κατά περίπτωση, κοινή στάση. Κατά την εφαρμογή των συμβάσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι τα πλεονεκτήματα που παραχωρεί με τις Συνθήκες κάθε κράτος μέλος αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιδρύσεως της Ένωσης και, επομένως, είναι αδιαχωρίστως συνδεδεμένα με τη σύσταση κοινών οργάνων, τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σ' αυτά και την παραχώρηση των ιδίων πλεονεκτημάτων από όλα τα άλλα κράτη μέλη.». Η εφαρμογή τυχόν προϋπαρχουσών διμερών διεθνών συμφωνιών ενός κράτους μέλους με τρίτη χώρα, δεν μπορεί να επιτραπεί δικαστικά, στην έκταση και στο βαθμό που προκαλεί ή συντελεί παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παραπέμπω στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 3ης Σεπτεμβρίου 2008 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-402/05 P και C-415/05 P, Yassin Abdullah Kadi v. Al Barakaat International Foundation, Συλλογή της Νομολογίας 2008 I-06351, όπου λέχθηκαν τα εξής꞉ «
- Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι μια διεθνής συμφωνία δεν μπορεί να θίγει το σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων που καθιερώνουν οι Συνθήκες και, συνακόλουθα, την αυτονομία του κοινοτικού νομικού συστήματος, τον σεβασμό της οποίας εγγυάται το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 220 ΕΚ, αρμοδιότητα που το ίδιο το Δικαστήριο έχει κρίνει ως αποτελούσα μία από τις βάσεις της Κοινότητας (βλ., υπ' αυτή την έννοια, γνωμοδότηση 1/91, της 14ης Δεκεμβρίου 1991, Συλλογή 1991, σ. I-6079, σκέψεις 35 και 71, και απόφαση της 30ής Μαΐου 2006, C‑459/03, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 2006, σ. I-4635, σκέψη 123 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 283 Επιπροσθέτως, κατά πάγια νομολογία, τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο. Προς τούτο, το Δικαστήριο εμπνέεται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και από τα στοιχεία που παρέχουν οι διεθνείς πράξεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για τις οποίες έχουν συνεργαστεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη. Η ΕΣΔΑ ενέχει, συναφώς, ιδιαίτερη σημασία (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Ιουνίου 2007, C‑305/05, Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I‑5305, σκέψη 29 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 284 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, επίσης, ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου συνιστά προϋπόθεση νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων (προαναφερθείσα γνωμοδότηση 2/94, σκέψη 34) και ότι δεν μπορούν να επιτραπούν εντός της Κοινότητας μέτρα ασυμβίβαστα προς τον σεβασμό αυτών (απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, C-112/00, Schmidberger, Συλλογή 2003, σ. I-5659, σκέψη 73 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 285 Εξ όλων των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει μια διεθνής συμφωνία δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την προσβολή των συνταγματικών αρχών της Συνθήκης ΕΚ, μεταξύ των οποίων η αρχή ότι όλες οι κοινοτικές πράξεις πρέπει να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, δεδομένου ότι ο σεβασμός αυτός αποτελεί προϋπόθεση της νομιμότητάς τους την οποία το Δικαστήριο ελέγχει στο πλαίσιο του πλήρους συστήματος μέσων παροχής ενδίκου προστασίας που καθιερώνει η Συνθήκη αυτή.». Παραπέμπω, συναφώς, στα άρθρα 2, 3 και 6 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου γίνεται πρόνοια για το θεσμικό πλαίσιο προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών της Ε.Ε.. Το άρθρο 2 της Συνθήκης της Ε.Ε. προβλέπει ότι꞉ «Η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες.» Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της Συνθήκης της Ε.Ε. προβλέπει ότι꞉ «
- Η Ένωση παρέχει στους πολίτες της χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, το άσυλο, τη μετανάστευση και την πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας.» Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συνθήκης της Ε.Ε. προβλέπει ότι꞉ «Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες. Οι διατάξεις του Χάρτη δεν συνεπάγονται καμία επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως αυτές ορίζονται στις Συνθήκες.». Περαιτέρω το άρθρο 6, παράγραφος 3 της Συνθήκης της Ε.Ε. προβλέπει ότι꞉ «Τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης.». Όλα τα πιο πάνω πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να αποδίδεται η ορθή εφαρμογή της υπεροχής του Ευρωπαϊκού Δικαίου από τα θεμσικά όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε πρόκειται για την εκτελεστική ή για τη νομοθετική ή τη δικαστική εξουσία. Υπενθυμίζω ότι, βάσει της συνδυασμένης εφαρμογής των προνοιών των Άρθρου 1Α και του Αρθρου 179 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. την πέμπτη τροποποίηση του Συντάγματος που έγινε στις 28.7.2006), το ευρωπαϊκό δίκαιο υπερισχύει ακόμη και αυτού του ίδιου του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους τομείς αρμοδιότητας όπου η Κύπρος ως κράτος μέλος της Ε.Ε. έχει εκχωρήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα προς την Ε.Ε.. Παραθέτω τις σχετικές διατάξεις꞉ «ΑΡΘΡΟΝ 1Α Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία. ΑΡΘΡΟΝ 179
- Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 1Α, το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας.
- Ουδείς νόμος ή απόφασις της Βουλής των Αντιπροσώπων ή εκατέρας Κοινοτικής Συνελεύσεων ως και ουδεμία πράξις ή απόφασις ιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου εν τη Δημοκρατία ασκούντος εκτελεστικήν εξουσίαν ή οιονδήποτε διοικητικόν λειτούργημα δύναται να είναι καθ' οιονδήποτε τρόπον αντίθετος ή ασύμφωνος προς οιανδήποτε των διατάξεων του Συντάγματος ή προς οποιαδήποτε υποχρέωση επιβάλλεται στη Δημοκρατία ως αποτέλεσμα της συμμετοχής της ως κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.». Τέλος, σημειώνω ότι στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17ης Απριλίου 2018 στην υπόθεση C‑414/16, Vera Egenberger κατά Evangelisches Werk für Diakonie und Entwicklung e.V, βλ. Αιτιολογικές παραγράφους 72 και 73, σημειώθηκε ότι «η απαίτηση περί σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας περιλαμβάνει και την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης. Δεν θα ήταν ορθή η κρίση εθνικού δικαστηρίου ότι αδυνατεί να ερμηνεύσει εθνική διάταξη σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης για τον λόγο και μόνον ότι η διάταξη αυτή έχει ερμηνευθεί παγίως κατά τρόπο μη συνάδοντα προς το δίκαιο αυτό (βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Απριλίου 2016, DI, C‑441/14, EU:C:2016:278, σκέψη 34).» ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΟΛΙΤΩΝ ΤΗΣ Ε.Ε. ΠΡΟΣ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ. Το Δικαστήριο της Ε.Ε., σε απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2016 που εξέδωσε το τμήμα μείζονος συνθέσεως, στην υπόθεση C-182/15, Aleksei Petruhhin, έδειξε ποιος δικαστικός έλεγχος πρέπει να ασκείται προκειμένου να εξασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Δικαίου, καθ'ον χρόνο ένα κράτος μέλος ασκεί τα κυριαρχικά του δικαιώματα για την έκδοση υπηκόου της Ε.Ε. προς τρίτη χώρα στη βάση διμερούς συνθήκης που έχει συνάψει προηγουμένως με την εν λόγω τρίτη χώρα. Είχα την ευκαιρία να θέσω την προμνησθείσα απόφαση Petruhhin σε γνώση των συνηγόρων των διαδίκων στην υπό κρίση αίτηση έκδοσης 1/2018 του XXXXX Παπαδόπουλου κατά τη δικάσιμο ημερ. 7.11.2018, λόγω της συνάφειας των γεγονότων των δύο υποθέσεων, εφόσον άκουσα ότι ο καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοσή του καθ'ότι ισχυρίζεται ότι διατρέχει τον κίνδυνο, αν εκδοθεί στη Λευκορωσία, η οποία κατά τον ισχυρισμόν του Καθ'ου δεν αποτελεί κράτος δικαίου, να παραβιαστούν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαίωμά του. Παραθέτω πιο κάτω επιγραμματικά τα γεγονότα της υπόθεσης Petruhhin꞉ Στις 22 Ιουλίου 2010 δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο της Ιντερπόλ ανακοίνωση κατά προτεραιότητα έρευνας για τον A. Petruhhin, Εσθονό υπήκοο. Ο εν λόγω συνελήφθη στις 30 Σεπτεμβρίου 2014 στην πόλη Bauska της Λεττονίας και τέθηκε σε προσωρινή κράτηση. Στις 21 Οκτωβρίου 2014, οι Λεττονικές αρχές παρέλαβαν αίτηση εκδόσεως εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Επομένως, υποδεικνύω κατ' αρχάς την εξής αντιστοιχία ανάμεσα στις δύο υποθέσεις꞉ Ο Petruhhin ήταν υπήκοος κράτους μέλους της Ε.Ε. (της Εσθονίας), όπως εδώ ο XXXXX Παπαδόπουλος είναι υπήκοος κράτους μέλους, της Ελλάδας. Ζητήθηκε η έκδοση του Καθ'ου από τρίτη χώρα (τη Ρωσία), εδώ από την Λευκορωσία, ενόσω αυτός βρισκόταν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (της Λετονίας), εδώ της Κύπρου. Στην αίτηση έκδοσης του Petruhhin αναφερόταν ότι κατά του Petruhhin είχε ασκηθεί ποινική δίωξη βάσει αποφάσεως της 9ης Φεβρουαρίου 2009 και ότι έπρεπε να τεθεί υπό κράτηση. Ο Petruhhin κατηγορείτο για απόπειρα εμπορίας, στο πλαίσιο συμμορίας, μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών. Κατά τη ρωσική νομοθεσία, το ποινικό αυτό αδίκημα επισύρει ποινή στερητική της ελευθερίας συνιστάμενη σε κάθειρξη 8 έως 20 ετών. Η Γενική Εισαγγελέας της Λεττονίας ενέκρινε την αίτηση έκδοσης του Petruhhin στη Ρωσία. Αυτός όμως ζήτησε την ακύρωση της απόφασης εκδόσεώς του, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας, ισχυριζόμενος ότι η αίτηση ήταν αβάσιμη, καθώς και ότι αυτός θα έπρεπε αν ΄τύχει της ίδιας προστασίας που τυγχάνουν οι υπήκοοι της Λετονίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Λεττονίας ανέστειλε τη διαδικασία έκδοσης και παρέπεμψε στο Δικαστήριο της Ε.Ε. αριθμό προδικαστικών ερωτημάτων. Το ΔΕΕ, αναγνωρίζοντας ότι η αρμοδιότητα της έκδοσης προσώπων σε τρίτη χώρα εμπίπτει στα κυριαρχικά δικαιώματα των ιδίων των Κρατών μελών και όχι της Ε.Ε., εντούτοις ανέδειξε δύο πτυχές δικαστικού ελέγχου που οφείλουν να ασκούν τα εθνικά δικαστήρια για να είναι σύννομα προς το Ευρωπαϊκό δίκαιο, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι είναι αναγκαία η καταστολή της εγκληματικότητας και η αποτροπή της ατιμωρησίας꞉ Αφενός, ενός διαδικαστικού ελέγχου που άπττεται της συνεργασίας που πρέπει να αναπτύσσουν μεταξύ τους τα κράτη μέλη, έτσι ώστε προτού εκδόσουν τον υπήκοο ενός κράτους μέλους σε τρίτη χώρα, να δίδουν την ευκαιρία στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος να αναλάβει εκείνο τη δίωξή του. Αφετέρου, ενός ουσιαστικού ελέγχου, ήτοι της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του υπηκόου της Ε.Ε. την οποία θα πρέπει να διαφυλάσσει το κράτος μέλος που επιλαμβάνεται της αίτησης έκδοσης, εφόσον εκείνο θα αποφασίσει επί της αίτησης έκδοσης. Παραθέτω αυτούσιο το σκεπτικό του Δικαστηρίου της Ε.Ε., όσον αφορά το πρώτο είδος ελέγχου που περιγράφω ανωτέρω꞉ Βλ. παρα. 26 - Ελλείψει διεθνούς συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ της Ένωσης και της συγκεκριμένης τρίτης χώρας, οι περί εκδόσεως κανόνες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Εντούτοις, σε περιπτώσεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, οι εφαρμοστέοι εθνικοί κανόνες πρέπει να τηρούν το δίκαιο αυτό (βλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann, C‑135/08, EU:C:2010:104, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ. παρα. 31 - Ο Εσθονός υπήκοος A. Petruhhin άσκησε, ως πολίτης της Ένωσης, το δικαίωμά του στην ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ένωσης, μεταβαίνοντας στη Λεττονία, οπότε η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Συνθηκών, κατά την έννοια του άρθρου 18 ΣΛΕΕ, με το οποίο διατυπώνεται η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας (βλ., σχετικώς, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Cowan, 186/87, EU:C:1989:47, σκέψεις 17 έως 19). Βλ. παρα. 36 - Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΕΕ, η Ένωση παρέχει στους πολίτες της χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα, εντός του οποίου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, καθώς και την πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας.
- Ο σκοπός της αποτροπής του κινδύνου της ατιμωρησίας προσώπων που έχουν διαπράξει ποινικά αδικήματα εντάσσεται στο πλαίσιο αυτό (βλ., σχετικώς, απόφαση της 27ης Μαΐου 2014, Spasic, C‑129/14 PPU, EU:C:2014:586, σκέψεις 63 και 65).
- Η έκδοση αποτελεί διαδικασία η οποία έχει ως στόχο την καταπολέμηση της ατιμωρησίας προσώπου το οποίο βρίσκεται σε επικράτεια διαφορετική από εκείνη στην οποία φέρεται να διέπραξε αξιόποινη πράξη.
- Στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου, ο νομοθέτης της Ένωσης εξέδωσε, μεταξύ άλλων, την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, η οποία σκοπεί να καταστήσει ευχερέστερη τη δικαστική συνεργασία θεσπίζοντας το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως. Το ένταλμα αυτό αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, την οποία το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει χαρακτηρίσει ως «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας (απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2008, Leymann και Pustovarov, C‑388/08 PPU, EU:C:2008:669, σκέψη 49). Εκτός αυτού του μηχανισμού δικαστικής συνεργασίας που συνίσταται στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, υφίστανται και διάφοροι άλλοι μηχανισμοί συνδρομής που σκοπούν να καταστήσουν ευχερέστερη τη συνεργασία αυτή (βλ., σχετικώς, απόφαση της 27ης Μαΐου 2014, Spasic, C‑129/14 PPU, EU:C:2014:586, σκέψεις 65 έως 68).
- Ελλείψει κανόνων του δικαίου της Ένωσης που διέπουν την έκδοση μεταξύ, αφενός, των κρατών μελών και, αφετέρου, ενός τρίτου κράτους πρέπει, προκειμένου να προστατευθούν οι πολίτες της Ένωσης από μέτρα δυνάμενα να τους στερήσουν τα κατά το άρθρο 21 ΣΛΕΕ δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, με ταυτόχρονη καταπολέμηση της ατιμωρησίας ποινικώς κολάσιμων πράξεων, να τεθούν σε εφαρμογή όλοι οι υφιστάμενοι επί ποινικών υποθέσεων, βάσει του δικαίου της Ένωσης, μηχανισμοί συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής.
- Επομένως, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ανταλλαγή πληροφοριών με το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο ενδιαφερόμενος, προκειμένου να παρασχεθεί στις αρχές αυτού του κράτους μέλους, εφόσον έχουν, βάσει του εθνικού δικαίου τους, δικαιοδοσία να ασκήσουν δίωξη κατά του προσώπου αυτού για πράξεις που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή, η δυνατότητα εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως στο πλαίσιο διώξεως. Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν αποκλείει, στην περίπτωση αυτή, τη δυνατότητα του κράτους μέλους του οποίου την ιθαγένεια έχει ο φερόμενος ως αυτουργός της αξιόποινης πράξεως να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως με σκοπό την παράδοση του προσώπου αυτού στο πλαίσιο διώξεως εις βάρος του.
- Το κράτος μέλος υποδοχής, συνεργαζόμενο κατά τον ανωτέρω τρόπο με το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο ενδιαφερόμενος και δίδοντας προτεραιότητα σε αυτό το ενδεχόμενο ένταλμα συλλήψεως, αντί της αιτήσεως εκδόσεως, ενεργεί με τρόπο που θίγει λιγότερο την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, αποτρέποντας εκ παραλλήλου, στο μέτρο του δυνατού, τον κίνδυνο να παραμείνει ατιμώρητη η αξιόποινη πράξη για την οποία έχει ασκηθεί δίωξη.
- Κατά συνέπεια, στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι, οσάκις σε κράτος μέλος, στο οποίο μετέβη πολίτης της Ένωσης που είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους, απευθύνεται αίτηση εκδόσεως από τρίτο κράτος, με το οποίο το πρώτο κράτος μέλος έχει συνάψει συμφωνία περί εκδόσεως, το κράτος μέλος αυτό υποχρεούται να ενημερώσει το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εν λόγω πολίτης και, ενδεχομένως, κατόπιν αιτήματος του δευτέρου αυτού κράτους μέλους, να του παραδώσει τον πολίτη αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό το κράτος μέλος έχει δικαιοδοσία, βάσει του εθνικού δικαίου του, να ασκήσει δίωξη κατά του προσώπου αυτού για πράξεις τελεσθείσες στην αλλοδαπή.». Πριν την ολοκλήρωση της ακρόασης της υπό κρίση αίτησης έκδοσης (βλ. δικάσιμο ημερ. 7.11.2018), κάλεσα τη συνήγορο της Αιτούσας χώρας, να πληροφορήσει το παρόν Δικαστήριο κατά πόσον ενημερώθηκαν οι Ελληνικές Αρχές για την υπό κρίση αίτηση έκδοσης που εκκρεμεί κατά Έλληνα υπηκόου και αν επιθυμούν να παραδοθεί σε αυτές ο εν λόγω υπήκοος, προκειμένου να ασκηθεί στην Ελλάδα η δίωξη εναντίον του. Διαφάνηκε ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνη είχε επίγνωση της νομολογίας του Δ.Ε.Ε. και μερίμνησε έγκαιρα για τη λήψη των θέσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας. Έτσι, κατά τη δικάσιμο ημερ. 30.11.2018, κατατέθηκε ενώπιόν μου από την εν λόγω συνήγορο, ολόκληρη η δέσμη με την αλληλογραφία (βλ. το «Έγγραφο Β») που είχε ήδη ανταλλάξει το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις Ελληνικές Αρχές αναφορικά με το θέμα αυτό (βλ. αρχίζει με επιστολή του Υπουργείου, ημερ.26.6.2018, και τελειώνει με επιστολή της Εισαγγελείας Εφετεών Αθηνών ημερ. 12.7.2018). Αναφέρθηκε ότι, πρώτον, δεν εκκρεμεί ανεκτέλεστος διωκτικός τίτλος (Ε/Σ) στην Ελλάδα κατά του Παπαδόπουλου Ισαάκ, καθώς και ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν επιθυμεί να ασκήσει δίωξη η ίδια κατά του εν λόγω προσώπου σε σχέση με τα γεγονότα της αίτησης έκδοσης και για τούτο δεν προτίθεται να εκδώσει Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης για την παράδοση του από την Κύπρο προς την Ελληνική Δημοκρατία. Συνεπώς, η διαδικαστική υποχρέωση του παρόντος Δικαστηρίου έναντι του κράτους του οποίου είναι υπήκοος ο Καθ'ου έχει συμπληρωθεί και το παρόν Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει για τα περαιτέρω. Όσον αφορά το δεύτερο είδος, του ουσιαστικού ελέγχου, παραθέτω και πάλιν αυτούσια αποσπάσματα από την απόφαση Petruhhin, για να δείξω ποια είναι η διεργασία ελέγχου και ποια τα κριτήρια ελέγχου που το ΔΕΕ υπέδειξε ως εφαρμοστέα όταν υπήκοος κράτους μέλους πρόκειται να εκδοθεί σε τρίτη χώρα και αρνείται την έκδοσή του επικαλούμενος ότι υπάρχει κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων του꞉ «
- Όπως προκύπτει από την απάντηση που δόθηκε στα δύο πρώτα ερωτήματα, η απόφαση κράτους μέλους να εκδώσει πολίτη της Ένωσης, σε περίπτωση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ και, επομένως, του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη (βλ.. σχετικώς, κατ' αναλογίαν, απόφαση της 26 Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson, C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψεις 25 έως 27).
- Επομένως, οι διατάξεις του Χάρτη, ιδίως δε το άρθρο 19, είναι εφαρμοστέες στην περίπτωση τέτοιας αποφάσεως.
- Κατά το εν λόγω άρθρο 19, κανείς δεν μπορεί να απομακρυνθεί, να απελαθεί ή να εκδοθεί προς κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση.
- Η ύπαρξη δηλώσεων και η αποδοχή διεθνών συνθηκών που εγγυούνται, καταρχήν, τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν αρκούν, αφεαυτών, για τη διασφάλιση προσήκουσας προστασίας από τον κίνδυνο κακομεταχειρίσεως σε περίπτωση κατά την οποία αξιόπιστες πηγές κάνουν λόγο για πρακτικές των αρχών -ή για πρακτικές τις οποίες ανέχονται οι αρχές- προδήλως αντίθετες προς τις αρχές της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Saadi κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2008:0228JUD003720106, § 147).
- Επομένως, κατά το μέτρο που η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση έχει στη διάθεσή της στοιχεία που μαρτυρούν πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως των κρατουμένων στο τρίτο κράτος το οποίο ζήτησε την έκδοση, οφείλει να εκτιμά την ύπαρξη του κινδύνου αυτού οσάκις καλείται να αποφανθεί επί της εκδόσεως προσώπου (βλ., σχετικώς, όσον αφορά το άρθρο 4 του Χάρτη, απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 88).
- Προς τούτο, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση οφείλει να στηριχθεί σε αντικειμενικά, αξιόπιστα, ακριβή και δεόντως ενημερωμένα στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά δύνανται να προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από διεθνείς δικαστικές αποφάσεις, όπως οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, από δικαστικές αποφάσεις του τρίτου κράτους το οποίο ζητεί την έκδοση, καθώς και από αποφάσεις, εκθέσεις και λοιπά έγγραφα καταρτιζόμενα από όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης ή όργανα εντός του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών (βλ., σχετικώς, απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 89).
- Ως εκ τούτου, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος επιλαμβάνεται αιτήσεως τρίτου κράτους για την έκδοση υπηκόου άλλου κράτους μέλους, το πρώτο κράτος μέλος οφείλει να διακριβώσει ότι η έκδοση δεν θα έχει ως αποτέλεσμα προσβολή των διαλαμβανομένων στο άρθρο 19 του Χάρτη δικαιωμάτων.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Επομένως, το Δικαστήριο οφείλει να απορρίψει μία αίτηση έκδοσης αν παρουσιαστούν ενώπιον του αντικειμενικά, αξιόπιστα, ακριβή και δεόντως ενημερωμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να παραβιαστούν τα θεμελιώδη δικαιώματα του Καθ'ου στη χώρα που τον ζητεί. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΚΑΤΑΦΩΡΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΕ ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ. ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ. Ο Καθ'ου στην υπό κρίση αίτηση έκδοσης 1/2018, XXXXX Παπαδόπουλος, ήγειρε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ένσταση στην έκδοσή του προς τη Λευκορωσία, επικαλούμενος την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου να μην τύχει δίκαιης δίκης στη Λευκορωσία, διότι η Λευκορωσία δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα ή/και δεν αποτελεί κράτος δικαίου ή/και διότι οι εισαγγελείς και δικαστές της στερούνται της δέουσας αμεροληψίας ή/και διότι το δίκαιο της Λευκορωσίας ενσωματώνει ως υποχρεωτική την αρχή της προκατάληψης βάσει του Άρθρου 106.1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας κατά παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας που αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα το οποίο το παρόν Δικαστήριο οφείλει να διαφυλάξει. Καθίσταται, επομένως, επάναγκες να εξετάσω τί έννοια έχουν όλα όσα ισχυρίζεται ο Καθ'ου και αν αποδεικνύονται τα λεγόμενά του στη βάση των στοιχείων που ο ίδιος έχει προσάξει ενώπιόν μου κατά την ακρόαση της αίτησης έκδοσής του. Είναι εξίσου αναγκαίο να εξεταστεί τί περιθώρια ελέγχου υπάρχουν, εφόσον εφαρμοστέα είναι η αρχή της αβροφροσύνης και της αμοιβαιότητας μεταξύ των συμβαλλομένων σε Διακρατική Σύμβασης κρατών. Κρίνω πολύ σημαντικό να παραπέμψω σε αριθμό σχετικά πρόσφατων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ε.Ε., όπου ανάλογοι ισχυρισμοί προβλήθηκαν στο