ΣΚΑΡΟΣ κ.α. ν. ΚΟΥΛΟΥΜΑ κ.α., Αγωγή αρ. 3256/2012, 11/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3256/2012 Μεταξύ꞉ XXXXX ΣΚΑΡΟΣ, XXXXX 8, XXXXX XXXXX Ενάγοντας -και- XXXXX ΚΟΥΛΟΥΜΑ, XXXXX 94, XXXXX ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΙΜΙΤΕΔ, Κλήµεντος 33, 1061 Λευκωσία XXXXX ΙΣΑΑΚ, XXXXX 10, XXXXX XXXXX Αρ. Αγωγής: 3257/2012 Μεταξύ꞉ XXXXX ΤΙΜΟΘΕΟΥ, XXXXX 8, XXXXX XXXXX Ενάγουσας -και-
- XXXXX ΚΟΥΛΟΥΜΑ, XXXXX 94, XXXXX
- ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΙΜΙΤΕΔ, Κλήµεντος 33,1061 Λευκωσία
- XXXXX ΙΣΑΑΚ, XXXXX 10, XXXXX XXXXX Εναγόµενοι Συνενωμένες δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου, ημερ. 15/01/
- Ημερομηνία꞉ 11.1.2019 Εμφανίσεις꞉ Για τους Ενάγοντες σε αμφότερες τις αγωγές꞉ κ. Κενδέας Α. Σέργη με κ. Θεόδωρο Αντωνίου, για Κενδέας Α. Σέργη Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 σε αμφότερες τις αγωγές꞉ κ. Νίκος Χατζηιωάννου, για Α. Κ. Χατζηιωάννου & Σία και κ. Θ. Παυλήμπεης, για Θεοφάνης Β. Παυλήμπεης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 3 σε αμφότερες τις αγωγές꞉ κα Ανδριανή Παναγή, για Μ. Ηλιάδης & Συνέταιροι Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Τριτοδιάδικο στην αγωγή 3257/2012꞉ κα Χριστίνα Μιλή ΑΠΟΦΑΣΗ Την 11.9.2011 γύρω στις 20꞉00 το βράδυ στη Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση στην Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας, στο ύψος της συμβολής με τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού συνέβη ένα τροχαίο δυστύχημα. Επίδικο θέμα στις υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγές αποτελεί το κατά πόσον για την πρόκληση του δυστυχήματος ευθύνεται ο Εναγόμενος αρ. 1 ή/και ο Εναγόμενος αρ. 3, ή αν, αντίθετα, ο Ενάγων φέρει την αποκλειστική ευθύνη ή έστω συντρέχουσα ευθύνη. Κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος, ο Ενάγων στην αγωγή 3256/12 ήταν ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX39, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας στην αγωγή 3257/12, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο επέβαινε του εν λόγω οχήματος ως συνοδηγός. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Εναγόμενος αρ. 1 ήταν ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX50, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην Εναγόμενη αρ. 2 ασφαλιστική εταιρεία. Ο Εναγόμενος αρ. 3 κατά τον ίδιο χρόνο ήταν οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX03, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία Olympic Ltd. Δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 14, 16Α και 16Β του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν.96(Ι)/2000)ο Εναγόμενος αρ. 3 εκπροσωπείται στη δικαστική διαδικασία από δικηγόρους που έχει διορίσει η Ασφαλιστική Εταιρεία Olympic. Το δυστύχημα συνέβη στο ύψος της διασταύρωσης της Λεωφόρου Κυριάκου Μάτση στην Αραδίππου με τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Οι πορείες των τριών οχημάτων αμέσως πριν την επίδικη σύγκρουση ήταν ως εξής꞉ · Ο Εναγόμενος αρ. 1 οδηγούσε το όχημα επί της Λεωφόρου Κυριάκου Μάτση με κατεύθυνση προς Λάρνακα. · Ο Εναγόμενος αρ. 3 οδηγούσε το όχημά του επί της ίδιας Λεωφόρου (Κυριάκου Μάτση), στην εξ αντιθέτου λωρίδα, με κατεύθυνση από Λάρνακα προς Αραδίππου. · Το όχημα στο οποίο επέβαιναν οι Ενάγοντες είχε πορεία επί της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού στο σημείο Αλτ της συμβολής με τη Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση. Σύγκρουση υπήρξε μόνο μεταξύ των οχημάτων που οδηγούσε ο Ενάγων (βλ. 3256/12) και ο Εναγόμενος αρ.
- Το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν συγκρούστηκε με οποιοδήποτε από τα άλλα δύο. Τόσο οι πορείες των οχημάτων κατά το χρόνο της σύγκρουσης όσο και οι τελικές θέσεις στις οποίες κατέληξαν μετά τη σύγκρουση, αποτυπώθηκαν από τον Αστυνομικό XXXXX XXXXX Μολέσκη, ο οποίος ανέλαβε την εξέταση της υπόθεσης. Επί τόπου στη σκηνή ο εξεταστής διατύπωσε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (βλ. το Τεκμήριο 1), βάσει των επιτόπιων μετρήσεων που ο ίδιος έκανε και, εν συνεχεία, μετέφερε όλα τα στοιχεία του πρόχειρου σχεδίου σε συμμετρικό σχέδιο (βλ. το Τεκμήριο 2). Παρά το ότι το όχημα του Εναγομένου αρ.1 δεν συγκρούστηκε με κανένα από τα υπόλοιπα, εντούτοις οι Ενάγοντες αποδίδουν στην οδηγική συμπεριφορά του Εναγομένου αρ. 1 τη γενεσιουργό αιτία πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Το ίδιο του αποδίδει και ο Εναγόμενος αρ.
- Τούτο διότι, κατ' ισχυρισμόν, ενόσω ο Εναγόμενος αρ. 1 οδηγούσε το όχημά του επί της Λεωφόρου Κυριάκου Μάτση προς Λάρνακα, φθάνοντας στη συμβολή με τη Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού, εισήλθε στη διασταύρωση, προχώρησε και επιχείρησε να στρίψει δεξιά, χωρίς να σταματήσει για να ελέγξει την τροχαία κίνηση που κυκλοφορούσε στην εξ αντιθέτου λωρίδα, με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του Εναγομένου αρ.3, ο οποίος εκείνη την ώρα οδηγούσε επί της Λεωφόρου Κυριάκου Μάτση με κατεύθυνση από Λάρνακα προς Αραδίππου. Στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα του Εναγομένου αρ. 1, ο Εναγόμενος αρ. 3 έκαμε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και συγκρούστηκε επί του οχήματος που οδηγούσε ο Ενάγων (3256/12), ενόσω εκείνο το όχημα βρισκόταν σε αναμονή στο Αλτ της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού. Απεναντίας, ο Εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι το επίδικο δυστύχημα ήταν το αποτέλεσμα δύο ανεξάρτητων αιτιών αμέλειας, αφενός του Ενάγοντος στην αγωγή 3256/12 και αφετέρου του Εναγομένου αρ.
- Ειδικότερα, ισχυρίζεται ο Εναγόμενος αρ. 1 ότι ο Ενάγων της αγωγής 3256/12 υπήρξε αμελής, διότι είναι εκείνος που ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του Εναγομένου αρ. 3, εφόσον δεν σταμάτησε πίσω από τη γραμμή του Αλτ, αλλά αντίθετα πέρασε μπροστά από τη γραμμή του Αλτ στη συμβολή των δύο λεωφόρων. Από την άλλη, σύμφωνα με όσα ο Εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται, ο Εναγόμενος αρ. 3 ευθύνεται για τη σύγκρουση, διότι οδηγούσε καθ' υπέρβαση του ανωτάτου επιτρεπόμενου στη συγκεκριμένη οδό ορίου ταχύτητας και απέτυχε να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης με το όχημα του Ενάγοντος που του ανέκοψε την πορεία του, αφού ο Εναγόμενος αρ. 3 δεν φαίνεται να φρέναρε καθόλου. Σημειωτέον ότι δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 προωθούν αντιφατικές μεταξύ τους εκδοχές, αυτοί έλαβαν και δικονομικά μέτρα ο ένας εναντίον του άλλου ως εξής꞉ · Στα πλαίσια της αγωγής 3256/12, ο Εναγόμενος αρ. 1 καταχώρησε στις 22/3/2013 και απέστειλε προς τον Εναγόμενο αρ. 3 Ειδοποίηση προς Συνεναγόμενο για αξίωση αποζημίωσης ή συνεισφοράς από τον Εναγόμενο αρ. 3 βάσει της Δ.10, θ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επικαλούμενος την αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια του Εναγομένου αρ. 3 ως γενεσιουργό αιτία του επίδικου δυστυχήματος. · Αντίστοιχη Ειδοποίηση προς Συνεναγόμενο εξέδωσε στις 4.1.2013 και ο Εναγόμενος αρ. 3 προς τον Εναγόμενο αρ. 1 επικαλούμενος την αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια του Εναγομένου αρ. 1 ως γενεσιουργό αιτία του επίδικου δυστυχήματος. Στα πλαίσια της αγωγής 3257/12 ο Εναγόμενος αρ. 1 εξέδωσε Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου εναντίον του XXXXX Σκάρου (Ενάγοντα στην αγωγή 3256/12), αξιώνοντας αποζημίωση ή συνεισφορά από αυτόν, επικαλούμενος ότι ο κ. Σκάρος είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια για την πρόκληση του δυστυχήματος. H διαδικασία τριτοδιαδίκου θεωρείται ξεχωριστή και ανεξάρτητη από εκείνην της κυρίως αγωγής μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου αρ. 1 (βλ., μεταξύ άλλων, Ανδρέας Νικήτα ν Medcon Construction Limited κ.α.
(1997)1Β Α.Α.Δ. 643 και απόφαση, ημερ. 6.7.2015, στην Πολιτική Έφεση αρ. 119/2010, S. Pavlou & Sons Construction Ltd κ.α. ν Ιωσηφίνας θεοδώρου). Η Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου υπέχει μορφή αγωγής του Εναγόμενου αρ. 1 εναντίον του τριτοδιάδικου. Μετά την επίδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιάδικου, ο τριτοδιάδικος καθίσταται διάδικος στην αγωγή αυτή και έχει τα ίδια δικαιώματα σχετικά με την υπεράσπισή του ως εάν να είχε εναχθεί με κανονική αγωγή από τον Εναγόμενο ρ.
- Ο Τριτοδιάδικος όμως, δεν είναι εναγόμενος στην υφιστάμενη αγωγή της Ενάγουσας (3257/12) εναντίον του Εναγόμενου αρ. 1, εκτός αν η Ενάγουσα αποφάσιζε να τον καταστήσει συνεναγόμενο, που εδώ δεν το έπραξε. Σκοπός της Διαδικασίας Τριτοδιάδικου είναι η αποφυγή πολλαπλότητας αγωγών, η αποφυγή εξόδων, η δέσμευση του τριτοδιάδικου με το αποτέλεσμα αγωγής μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου αρ. 1 και η δυνατότητα απόφασης επί του θέματος που σχετίζεται με τη διαδικασία τριτοδιάδικου αμέσως μετά την απόφαση στην αγωγή, για να μην είναι αναγκασμένος ο Εναγόμενος αρ. 1 να περιμένει να αποδείξει την αξίωσή του εναντίον του τριτοδιάδικου με άλλη αγωγή, ενώ η Ενάγουσα θα έχει την ευκαιρία να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Στην παρούσα υπόθεση (αγωγή 3257/12), δεδομένου ότι ο Τριτοδιάδικος είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Ενάγοντα στην αγωγή 3256/12 και εφόσον συνενώθηκε η εκδίκαση των δύο αγωγών (3256 και 3257/12), η μαρτυρία επί της οποίας στηρίχθηκε η υπεράσπιση του Τριτοδιαδίκου ήταν η ίδια με εκείνην που προσκόμισε ο Ενάγων στην αγωγή 3256/12 έναντι του Εναγόμενου αρ.
- Συγκεκριμένα, για να αποδείξουν την εκδοχή τους όσον αφορά το ποιος είναι υπαίτιος για την πρόκληση του δυστυχήματος, οι Ενάγοντες σε αμφότερες τις αγωγές στηρίχθηκαν στη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης Αστυνομικού XXXXX XXXXX Μολέσκη (στο εξής «ο ΜΕ1»), καθώς και στη μαρτυρία που έδωσαν οι ίδιοι ενώπιον του Δικαστηρίου (ο Ενάγων της 3256/12 στο εξής θα αναφέρεται ως «ο ΜΕ2» και η Ενάγουσα στην 3257/12 θα αναφέρεται ως «η ΜΕ3»). Ο Εναγόμενος αρ. 3 δεν προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η συνήγορός του, στην τελική της αγόρευση, υποστηρίζει ότι η μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες είναι επαρκής και ικανή, για να αποδείξει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την εκδοχή τους για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος από τον Εναγόμενο αρ. 1, με την οποία εκδοχή συμφωνεί και ο Εναγόμενος αρ.
- Απεναντίας, ο Εναγόμενος αρ. 1 προσήλθε και έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (στο εξής «ο ΜΥ1»), για να αποδείξει ότι στην πρόκληση του δυστυχήματος συνέβαλαν αποκλειστικά ή λόγω συντρέχουσας αμέλειας ο Εναγόμενος αρ. 3 ή/και ο Ενάγων της 3256/
- Η διακρίβωση των συνθηκών πρόκλησης του δυστυχήματος και ο βαθμός υπαιτιότητας έκαστου εκ των ενεχόμενων οδηγών είναι το πρωταρχικό επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση, για το οποίο καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο. Αναλόγως του επιμερισμού της ευθύνης αναμένεται από το Δικαστήριο να καθορίσει στη συνέχεια και το ύψος των αποζημιώσεων που τυχόν να επιδικάσει. Δηλώθηκε ως παραδεκτό από όλους τους Εναγομένους ότι, ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος, οι Ενάγοντες υπέστηκαν συγκεκριμένες ειδικές ζημιές ή βλάβες, για τις οποίες δικαιούνται να τύχουν αποζημίωσης αναλόγως του μεριδίου ευθύνης που ήθελε φανεί ότι φέρουν οι Εναγόμενοι έναντί τους, αφαιρουμένου οποιουδήποτε ποσού που θα αντιστοιχεί σε τυχόν ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντος στην 3256/12 ή Τριτοδιάδικου στην 3257/
- Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη τα είδη ειδικών ζημιών που δικογράφησε ρητά ο Ενάγων στην αγωγή 3256/12 στην παράγραφο 10Β της Έκθεσης Απαίτησης του, στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας (βλ. δικασίμους ημερ. 25.1.2018, 8.2.2018 και 6.3.2018) έχουν δηλωθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως παραδεκτές επί πλήρους ευθύνης οι ειδικές ζημιές που απαριθμούνται πιο κάτω και οι οποίες ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €1,497.21σ.: · MRI στον Αγ. Θέρισσο - €290 · Έκδοση ιατρικού πιστοποιητικού Δρ. Χατζηνικολάου XXXXX - €200 · Νοσηλεία στην Ιδιωτική Κλινική Τίµιος Σταυρός - €560 · Ιατρικές Επισκέψεις Δρ. Χατζηνικολάου - €100 · Αστυνοµική Έκθεση - €85 · Φάρµακα - €82,21 · Φυσιοθεραπεία €
- Σηµειώνεται, επίσης, ότι η αξίωση (α) της παραγράφου 10(Β) για ποσό €47 για το κόστος έκδοσης ιατρικού πιστοποιητικού του νοσοκοµείου εγκαταλείφθηκε από τον Ενάγοντα. Λαμβάνοντας υπόψη τα είδη ειδικών ζημιών που δικογράφησε ρητά η Ενάγουσα στην αγωγή 3257/12 στην παράγραφο 11Β της Έκθεσης Απαίτησής της, στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας (βλ. δικάσιμο ημερ. 6.3.2018), έχουν δηλωθεί ως παραδεκτές επί πλήρους ευθύνης οι ειδικές ζημιές που απαριθμούνται πιο κάτω και οι οποίες ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €5,609.00σ.: · Έκδοση ιατρικού πιστοποιητικού Δρ. Χατζηνικολάου Νικόλα - €200 · Ιατρικές επισκέψεις - €100 · Νοσηλεία στην Ιδιωτική Κλινική Τίµιος Σταυρός - €892 · Εκτιµητικά έξοδα - €167 · Ζηµιά οχήµατος KUK139 - €4.250 Η Ενάγουσα στην 3257/12 εγκατέλειψε τις αξιώσεις ως οι υποπαράγραφοι (α), (ε) και (ζ) της παραγράφου 11 (Β), δηλαδή την αξίωση για ποσό €47 για το κόστος έκδοσης του ιατρικού πιστοποιητικού του νοσοκοµείου, ποσό €85 για την Αστυνοµική Έκθεση και ποσό €82,21 για φάρµακα. Ως εκ τούτου, αποτελεί και εύρημα του παρόντος Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες υπέστηκαν όσες ειδικές ζημιές δηλώθηκαν ανωτέρω ως παραδεκτές, στο μέγεθος του ποσού που δηλώθηκε ανωτέρω (επί πλήρους ευθύνης). Παρέμειναν ως επίδικο θέμα, λόγω αμφισβήτησης της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι Ενάγοντες από τους Εναγομένους αρ. 1 και 2 τα ποσά που αξιώνουν οι Ενάγοντες αναφορικά με την ισχυριζόμενη απώλεια εισοδημάτων. Συγκεκριμένα, με την Έκθεση Απαίτησής του ο Ενάγων στην 3256/12 αξιώνει το ποσό των €1.300 για απώλεια εισοδημάτων κατά την περίοδο από 11/09/2011 µέχρι 11/10/2011 που ήταν με αναρρωτική άδεια συνεπεία του τραυματισμού του από το επίδικο δυστύχημα. Από την άλλη, με την Έκθεση Απαίτησής της στην αγωγή 3257/12 η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €500 ως απώλεια απολαβών για την περίοδο από 19/9/2011 µέχρι 02/10/2011 που ήταν με άδεια αναρρωτική λόγω των τραυματισμών που υπέστη εξαιτίας του δυστυχήματος, το οποίο ωστόσο περιόρισε εν τέλει σε €357.08σ., όσο είναι το ποσό του επιδόματος ασθενείας που αυτή έλαβε μεν από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αλλά επέστρεψε στον εργοδότη της (βλ. Τεκμήριο 44). Για απόδειξη των ισχυρισμών τους όσον αφορά αυτό το είδος ειδικών ζημιών, οι Ενάγοντες βασίστηκαν σε ορισμένα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως παραδεκτά για την αλήθεια του περιεχομένου τους, και στα οποία θα αναφερθώ σε μετέπειτα τμήμα της απόφασής μου, καθώς επίσης προσκόμισαν μαρτυρία από δύο γιατρούς. Πρώτα, προσήλθε ο Δρ. XXXXX Χατζηνικολάου (στο εξής «ο ΜΕ4»), Ορθοπαιδικός Χειρούργος, που ήταν αυτός που συνέστησε την αναρρωτική άδεια και έπειτα προσήλθε ο ακτινολόγος κ. XXXXX Κολοκασίδης (στο εξής «ο ΜΕ»). Επίδικο ήταν, πρώτον, αν τεκμηριώνονται οι τραυματισμοί (σωματικές βλάβες) ως διαγνώσθηκαν από τους εν λόγω δύο γιατρούς και, δεύτερον, κατά πόσον ήταν πράγματι αναγκαία τέτοιας έκτασης αναρρωτική άδεια, ώστε συνεπακόλουθα να αιτιολογείται το μέγεθος της απώλειας εισοδημάτων για τα οποία αξιώνουν οι Ενάγοντες ν'αποζημιωθούν. Για να επισημάνω το επίμαχο σημείο όσον αφορά τις σωματικές βλάβες, το οποίο επιδρά στον τρόπο που το Δικαστήριο θα αποφανθεί όχι μόνο για το ύψος των ειδικών ζημιών αλλά και των γενικών αποζημιώσεων για τις βλάβες που θα διαπιστώσει ότι υπήρξαν, σημειώνω, κατ' αρχάς, ότι οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησής τους δικογράφησαν ότι υπέστηκαν τις εξής κύριες σωματικές βλάβες꞉ · Ο Ενάγων στην αγωγή 3256/12, μεταφερόμενος στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας για κλινική και ακτινολογική εξέταση αμέσως μετά το δυστύχημα στις 11/9/2011, διαγνώστηκε ότι υπέστη «θλάση αυχενικής και οσφυικής μοίρας». Λόγω επίμονων ενοχλήσεων, επισκέφθηκε ιδιώτη γιατρό την επομένη (12.9.2011), όπου διαγνώστηκε κατόπιν κλινικού ελέγχου και βάσει του ακτινολογικού ελέγχου που είχε προηγηθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας ότι είχε «ευθειασμό της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και της οσφυικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης χωρίς εικόνα κατάγματος». · Η Ενάγουσα στην αγωγή 3257/12 μεταφερόμενη στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας για κλινική και ακτινολογική εξέταση αμέσως μετά το δυστύχημα στις 11/9/2011, διαγνώστηκε ότι υπέστη «θλάση αυχένος και θλάση οσφύος». Λόγω επίμονων ενοχλήσεων, επισκέφθηκε ιδιώτη γιατρό την επομένη (12.9.2011), ο οποίος διέγνωσε, κατόπιν δικού του κλινικού ελέγχου αλλά και βάσει του ακτινολογικού ελέγχου που είχε προηγηθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, ότι η Ενάγουσα είχε «ευθειασμό της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, χωρίς εικόνα κατάγματος». Κατόπιν νέου ακτινολογικού ελέγχου που έκανε στην Ενάγουσα ιδιώτης ιατρός, εντοπίστηκε ότι αυτή είχε επιπρόσθετα της θλάσης αυχενικής μοίρας υποστεί και «θλάση θώρακος με κάταγμα της αριστερής 8ης πλευράς». Ενόψει των ανωτέρω, ο συνήγορος του Ενάγοντος στην αγωγή 3256/12 εισηγείται στην τελική του αγόρευση ότι ο Ενάγων δικαιούται σε γενικές αποζημιώσεις της τάξεως των €10.000 για τους τραυματισμούς του, ενώ για την Ενάγουσα στην αγωγή 3257/12 εισηγείται ότι δικαιούται σε γενικές αποζημιώσεις της τάξεως των €18.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 εισηγούνται, μέσω της τελικής αγόρευσης των συνηγόρων τους, ότι ο Ενάγων στην αγωγή 3256/12 υπέστη απλώς θλάση αυχένος (χωρίς ευθειασμό) και ότι γενικές αποζημιώσεις της τάξεως των €1500 θα είναι επαρκείς. Όσον αφορά την Ενάγουσα στην αγωγή 3257/12, οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 αμφισβητούν ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδεικνύεται ότι αυτή υπέστη κάταγμα της 8ης αριστερής πλευράς της σπονδυλικής στήλης. Ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα υπέστη απλή θλάση αυχένος και οσφύος. Στην τελική τους αγόρευση, οι συνήγοροι των Εναγομένων αρ. 1 και 2 εισηγούνται ότι αν το Δικαστήριο αποδεχθεί τη θέση τους για το ότι η Ενάγουσα υπέστη απλή θλάση αυχένος και οσφύος, τότε το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που θα δικαιούται να λάβει η Ενάγουσα επί πλήρους ευθύνης θα είναι περί τις €
- Εάν αντίθετα το Δικαστήριο δεχθεί τη θέση της Ενάγουσας ότι υπέστη και κάταγμα 8ης αριστερής πλευράς, τότε εισηγούνται ότι γενικές αποζημιώσεις της τάξεως των €4000 θα είναι επαρκείς. Ο Εναγόμενος αρ. 3 δεν αμφισβητεί την ιατρική μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες για απόδειξη των ζημιών που διατείνονται ότι υπέστηκαν, παρά μόνον ισχυρίζεται, μέσω της συνηγόρου του στην τελική της αγόρευση, ότι γενικές αποζημιώσεις της τάξεως των €2500 για τον Ενάγοντα στην αγωγή 3256/12 και €3500 για την Ενάγουσα στην αγωγή 3257/12 θα αντανακλούν κατάλληλα στο μέγεθος των σωματικών βλαβών που υπέστηκαν. Όσον αφορά τις ειδικές ζημιές για απώλεια εισοδημάτων, ο Εναγόμενος αρ. 3 δεν αντιτείνει κάτι διαφορετικό από αυτό που αξιώνουν οι Ενάγοντες. Εννοείται ότι κάθε πλευρά στήριξε τις εισηγήσεις της για το μέγεθος των γενικών αποζημιώσεων σε νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, στην οποία θα αναφερθώ όταν θα προβώ στην επιμέτρηση των εν λόγω αποζημιώσεων. ΝΟΜΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ. Σε αστικής φύσεως υποθέσεις όπως είναι η παρούσα, η επιτυχία της υπόθεσης των Εναγόντων προϋποθέτει ότι αυτή θα επιτύχει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι, ως ορθή και αληθής, η δική της εκδοχή. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των Εναγόντων για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους που στοιχειοθετούν την αξίωση τους στην Έκθεση Απαίτησης, προσκομίζοντας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους των Εναγόντων και δεν μεταφέρεται. Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Στην παρούσα υπόθεση, όπου η υπόθεση αφορά στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι το βάρος απόδειξης του εν λόγω αστικού αδικήματος είναι στους ώμους των Εναγόντων. Απεναντίας το βάρος απόδειξης τυχόν συντρέχουσας αμέλειας των Εναγόντων είναι στους ώμους των Εναγομένων (Βλ. Owen v. Brimmell [1977] 1 Q.B. 859). Τούτο, δεν σημαίνει ότι κάθε εναγόμενος είναι αναγκασμένος να δώσει μαρτυρία, αλλά, αν ένας εναγόμενος επιλέξει να μην δώσει μαρτυρία, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση με τον Εναγόμενο αρ. 3, τότε το Δικαστήριο θα εξάξει συμπεράσματα μόνο στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας από την πλευρά του ενάγοντος και, συνεπώς, ο εναγόμενος που δεν προσέφερε μαρτυρία θα διατρέχει τον κίνδυνο να μην αποδείξει τον ισχυρισμό του περί συντρέχουσας αμέλειας (βλ. Chapman v Copeland
(1966)Times 7 May, 110 Sol Jo 569, CA, Bingham's Motor Claims Cases, Eighth ed., London, Butterworths, 1980, σελ. 51). Το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, βέβαια, να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν, όπως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο (Βλ. Elliott v. Bax Ironside [1925] 2 K.B. 301, Sharpe v. Southern Railway [1925] 2 K.B. 311, Baker v. Longhurst & Sons Ltd [1933] 2 K.B. 461 και Clerk & Lindsell on Torts, 16th Ed., par. 1-156). Ο καταμερισμός του βάρους της απόδειξης στη διαδικασία μεταξύ εναγόμενου και τριτοδιάδικου ακολουθεί, κατ' αναλογίαν, όσα αναφέρω πιο πάνω σχετικά με τον καταμερισμό του βάρους της απόδειξης της αμέλειας και της συντρέχουσας αμέλειας μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου, αντίστοιχα. Η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο (βλ. Χ'' Παυλή κ.ά v. Α. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220, Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689). Είναι πάγια νομολογημένη αρχή ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα. Δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση θεμάτων που δεν εγείρονται στα δικόγραφα. Ισχυρισμοί που δεν αναφέρονται σε αυτά, δεν αποτελούν επίδικα θέματα, έστω και αν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία και το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να δεχθεί τέτοια μαρτυρία (βλ. D. Nikolaou & Sons (Landowners) Ltd v. Nίκου Κ. Χ'' Αντώνη
(1997)1 ΑΑΔ 273, Δημήτρη Χαραλάμπους κ.ά. v. Λοΐζου Κούτα). Νομική πτυχή αναφορικά με το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Εξετάζεται σε κάθε περίπτωση η γενεσιουργός αιτία και ό,τι πραγματικά επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436). Το κριτήριο που εφαρµόζεται σε υποθέσεις οδικής αµέλειας είναι αντικειµενικό και οι παράµετροι του αναφέρονται στη συµπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού, όχι του τέλειου οδηγού (Σωκράτους v Αστυνοµίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αλεξάνδρου v. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420: "το κριτήριο για τον καθορισµό της αµέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αµέλεια κρίνεται αντικειµενικά µε γνώµονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιµοποιεί το δρόµο λελογισµένα και µε συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιµοποιούν το δρόµο". Το καθήκον φροντίδας και µέριµνας οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη µπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Σωκράτους ανωτέρω). Η αµέλεια ως πραγµατικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριµένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Φοινικαρίδης v Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ 475). Εφόσον η πιθανότητα αντιμετώπισης κινδύνου στο δρόμο είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ., μεταξύ άλλων, Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriacou Mavrou
(1970)1 CLR 215). Χρειάζεται, ασφαλώς, να αποδεικνύεται η αιτιώδης συνάφεια µεταξύ της αµέλειας του ενεχόμενου οδηγού και της ζηµιάς που προκλήθηκε, η οποία αποτελεί το αντικείµενο της δίκης (Χριστοδούλου v Γρηγορίου
(1989)1 Ε Α.Α.Δ 178). Εάν ένας οδηγός βρεθεί αντιμέτωπος με κίνδυνο στο δρόμο, ο οποίος δημιουργεί μία διλημματική κατάσταση για τον ίδιο, οι πράξεις του εν λόγω οδηγού δεν πρέπει να κρίνονται μικροσκοπικά. Ένα εσφαλμένα μέτρο που λαμβάνεται από ένα οδηγό κάτω από την αγωνία της σύγκρουσης δεν συνιστά κατ΄ ανάγκη αμέλεια (βλ. Ioannou and another v. Michaelides
(1966)1 CLR 235, Adamis and another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746, 750. 751, Georgiades v. HadjiSavva
(1984)1 CLR 597, Roussou v. Aristodemou
(1989)1 CLR 12, Δημητρίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6295/20.6.97, Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 ΑΑΔ 1110, Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1982)1 ΑΑΔ 642, Παπαχριστοδούλου ν. Χ''Νεοφύτου
(1991)1 ΑΑΔ 426, Κασιέρη κ.ά. ν. Κυριάκου, Πολιτική Έφεση 9049/29.9.97 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού, Πολιτική Έφεση 9250/16.12.97). Η αμέλεια συναρτάται με την παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος επιμέλειας προς άλλους, ενώ η συντρέχουσα αμέλεια συναρτάται με την παράλειψη ενός οδηγού λήψης προβλεπτών προφυλάξεων για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του. Ένας ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια εάν όφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε ο ίδιος να ζημιωθεί, αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος. Ο καταμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες꞉ το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς η οποία προκύπτει (causative potency). Υπάρχει πλούσια νομολογία εφαρμογής των πιο πάνω αρχών (Βλ. Αλεξάνδρου κ.ά. ν. Λεβέντης κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, 426 (απόφαση Πική, Π.), Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, Χαραλάμπους ν. Στυλιανού
(1991)1 Α.Α.Δ. 284, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, Γεωργίου ν. Παναγιωτίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 80, Bullows v. Νεοφύτου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 41 και Νικολάου κ.ά. ν. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 938, 945). Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά, αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη (Βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, 183-184, Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polycarpou v. Adamou
(1989)1 C.L.R. 727). Όταν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ ενός οχήματος που κινείται και ενός σταματημένου οχήματος το οποίο είναι εύλογα ορατό, το βάρος είναι στους ώμους του οδηγού του οχήματος που βρίσκεται εν κινήσει να αποδείξει ότι επέδειξε εύλογη επιμέλεια (Randall v Tarrant [1955] 1 All ER 600, [1955] 1 WLR 255, Bingham's Motor Claims Cases, Eighth ed., London, Butterworths, 1980, σελ. 56). Η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Οι οδοί είναι μέσο διάβασης και όχι στάθμευσης. Το ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου συνιστά πράξη η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια αναγνωρίζεται ευθέως στην Αγγλική απόφαση Rouse v. Squires and Others [1973] 2 All E.R. 903. Ωστόσο, η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητο από τα αίτια του. Δεν αποκλείεται να διασπασθεί η αλυσίδα και να διαχωρισθεί η αμέλεια του οδηγού που προκάλεσε την απόφραξη από την αμέλεια των επερχόμενων οδηγών. Τούτο συμβαίνει εκεί όπου παρέχεται «καλή ορατότητα και ευκαιρία» να δουν και να εκτιμήσουν ένα κατά τα άλλα μη ευλόγως προβλεπτό εμπόδιο στο δρόμο. Τούτο υπεδείχθη στην προμνησθείσα Σιαλαμπή ν. Παναγή, με παραπομπή στην αγγλική υπόθεση Rousev. Squires
(1973)2 All E.R. 903. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα: «Όμως, όπως υποδείχθηκε στην αγγλική υπόθεση Rousev. Squires
(1973)2 All E.R. 903, όπου διαπιστώνεται ότι υπάρχει καλή ορατότητα και ευκαιρία για τον επερχόμενο οδηγό να δει και να εκτιμήσει το εμπόδιο που ορθώνεται μπροστά του και να πάρει μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης, τότε η παρεμπόδιση ενδεχομένως να μη συνιστά κίνδυνο. Σ΄ αυτή την περίπτωση, δημιουργείται κενό στην αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αρχικής αμέλειας που προκάλεσε την παρεμπόδιση στο δρόμο και της μεταγενέστερης που προκάλεσε το δυστύχημα και τις συνέπειές του.» ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Θα πρέπει, κατ' αρχάς, να σημειωθεί ότι σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήρίο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει, αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής, με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Προκειμένου περί υποθέσεων τροχαίων ατυχημάτων, μεγάλη αξία έχει η πραγματική μαρτυρία της σκηνής του ατυχήματος. Τέτοια μαρτυρία αποτελεί και το σχεδιαγράφηµα της σκηνής του ατυχήµατος, στη βάση του οποίου δύνανται να συγκριθούν και να ελεγχθούν δικαστικά οι λεπτομέρειες της δοθείσας μαρτυρίας, για να φανεί το αξιόπιστο αυτής. Το σχέδιο της σκηνής συνιστά σταθερό οδηγό για τον καθορισµό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του ατυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ηµερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυvοµίας
(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή v. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ηµερ. 19.3.1996). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Όλη η μαρτυρία που δόθηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είναι καταγεγραμμένη αυτολεξεί στο επίσημο πρακτικό του Δικαστηρίου. Δεν το θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω στο σύνολό της. Θα επικεντρωθώ σε εκείνα τα στοιχεία της μαρτυρίας που έλαβα υπόψη μου κατά τη διαμόρφωση της δικαστικής μου κρίσης και κατάληξης. Σημειωτέον ότι στο πλαίσιο της μαρτυρίας που δόθηκε, κατατέθηκαν πενήντα
(50)συνολικά τεκμήρια, τα οποία είναι αρχειοθετημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου, μαζί με σχετικό ευρετήριο. Ι. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ. Επιλέγω να αρχίσω σημειώνοντας εκείνα τα στοιχεία της μαρτυρίας που οι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 2 εκθέτουν στην τελική τους αγόρευση ως τη βάση για την εισήγηση ότι το δυστύχημα προκλήθηκε υπό συνθήκες που δείχνουν ότι ο πελάτης τους - Εναγόμενος αρ. 1 δεν ήταν αμελής, ενώ αμελείς υπήρξαν, αφενός, ο Ενάγων / Τριτοδιάδικος και, αφετέρου, ο Εναγόμενος αρ.
- Συγκεκριμένα, οι συνήγοροι του Εναγόμενου αρ. 1 εισηγούνται ότι η αμέλεια του Ενάγοντος / Τριτοδιάδικου έγκειται στο ότι το όχημα που οδηγείτο από τον Ενάγοντα / Τριτοδιάδικο με αριθμούς εγγραφής XXXXX39 «βρισκόταν αδιαμφισβήτητα μπροστά από την γραμμή του ΑΛΤ επί την συμβολή της οδού Σπύρου Κυπριανού με την Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση». Αυτό το συμπέρασμα εξάγεται, ως ισχυρίζονται꞉ - Από τις φωτογραφίες των ζημιών του οχήματος XXXXX39 (δες τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 32). Το όχημα αυτό φαίνεται από τις φωτογραφίες ότι κτύπησε στο μπροστινό μέρος, κυρίως στην δεξιά μεριά. - Από τη μαρτυρία της Ενάγουσας ότι οι ζημιές ήταν στον δεξιό μπροστινό τροχό του οχήματος XXXXX
- - Από το ότι το σημείο σύγκρουσης φαίνεται επί του συμμετρικού σχεδίου της σκηνής (Τεκμηρίου 2) να είναι λίγο μπροστά από την γραμμή του ΑΛΤ. - Το ίδιο προκύπτει από την μαρτυρία του Εναγόμενου 1 (ΜΥ1) και από τη γραπτή κατάθεση που έδωσε ο Εναγόμενος 3 στην Αστυνομία (Τεκμήριο 8). - Από το ότι ο εξεταστής - Αστυνομικός Μολέσκη (ΜΕ1) είπε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στην γραμμή του ΑΛΤ. Περαιτέρω, οι συνήγοροι του Εναγόμενου αρ. 1 εισηγούνται ότι η αμέλεια του Εναγόμενου 3 έγκειται στο ότι το όχημα που οδηγείτο από τον Εναγόμενο 3 με αριθμούς εγγραφής XXXXX03 «οδηγείτο αδιαμφισβήτητα με ταχύτητα πέραν του επιτρεπόμενου ορίου», και στο ότι αυτός απέτυχε να λάβει οποιαδήποτε προληπτικά μέτρα για την αποφυγή της σύγκρουσης του οχήματός του με το όχημα του τριτοδιάδικου που του απέκοψε την πορεία. Συγκεκριμένα, οι συνήγοροι του Εναγόμενου αρ. 1 παραπέμπουν στα εξής στοιχεία μαρτυρίας꞉ - Στη μαρτυρία του Αστ. Μολέσκη (ΜΕ1) ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο για τη Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση, βάσει, ήταν 50 χλμ / ώρα. - Στην κατάθεση που έδωσε ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 στην Αστυνομία (Τεκμήριο 8), όπου παραδέχεται την υπέρβαση του ορίου ταχύτητας. Λέει ότι οδηγούσε με 60 χλμ/ώρα. - Στο ότι η Ενάγουσα (3257/12) ανέφερε στην μαρτυρία της (σελίδα 34 των πρακτικών) ότι ο Εναγόμενος 3 είχε χώρο για να προχωρήσει στην πορεία του. - Στο ότι ο εναγόμενος 3 δεν προσήλθε για να δώσει προφορική μαρτυρία και να αντεξεταστεί, με αποτέλεσμα όλοι οι, αντίθετοι προς τα πιο πάνω, ισχυρισμοί και υποβολές του να μην μπορούν να τεκμηριωθούν, υποστηριχθούν ή ληφθούν υπόψη. Όσον αφορά την οδηγική συμπεριφορά του Εναγόμενου αρ. 1, οι συνήγοροι Υπεράσπισής του αναφέρουν ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν αμελής για τους εξής λόγους꞉ - Οδηγούσε το όχημά του με αριθμό εγγραφής ΚΑΧ250 εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του και ήταν σταματημένος αναμένοντας να στρίψει δεξιά. - Ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτή από το Δικαστήριο η μαρτυρία των Εναγόντων, που είναι σύζυγοι, ότι ο Εναγόμενος 1 εισήλθε ελαφρώς στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (κάτι το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται), οι ίδιοι έχουν δηλώσει συγχρόνως ότι ο εναγόμενος 3 είχε αρκετό χώρο και χρόνο για να αποφύγει τη σύγκρουση ή να συνεχίσει την πορεία του ελεύθερα. - Από το Τεκμήριο 2 (το οποίο αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο 1) διαφαίνεται ότι εάν υπήρξε είσοδος του οχήματος του Εναγόμενου 1 εντός την αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας (κάτι το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται), αυτή ήταν αμελητέα και μικρή, γι'αυτό και δεν μπορούσε να ήταν αιτία για την υπερβολική και αμελή αντίδραση του Εναγόμενου
- - Εάν γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως αληθής η θέση που υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 1 κατά την αντεξέτασή του ότι το όχημά του βρισκόταν σε κίνηση κατά τον επίδικο χρόνο του δυστυχήματος (κάτι το οποίο ο Εναγόμενος 1 αρνείται), τούτο θα οδηγήσει αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι το όχημα του Εναγόμενου 1 ήταν ακόμη πιο πίσω από την τελική του θέση κατά την στιγμή που ο Εναγόμενος 3 το εξέλαβε ως κίνδυνο για την πορεία του. - Στον Εναγόμενο 1 ουδέποτε υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι το όχημα του Εναγόμενου 3 βρισκόταν σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης και, ως εκ τούτου, οι οποιοιδήποτε αντίθετοι ισχυρισμοί των Εναγόντων παρέμειναν μετέωροι. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία του εξεταστή του δυστυχήματος, Αστ. XXXXX Μολέσκη (ΜΕ1), όσον αφορά το σχέδιο της σκηνής και την αποτύπωση του σημείου σύγκρουσης, έχω να παρατηρήσω ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας μου έκανε πολύ θετική εντύπωση και δεν μου δημιούργησε καμία υποψία ότι κατασκεύασε αυθαίρετα ή μεροληπτικά το σχέδιο της σκηνής για να τοποθετήσει το σημείο σύγκρουσης σε σημείο που βόλευε τον ένα ή τον άλλο ενεχόμενο οδηγό. Απεναντίας, κρίνω ότι με ειλικρίνεια και επαγγελματικό, στηριζόμενος στην πολυετή πείρα του (14 χρόνια) στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, ανέλυσε όλες τις σχετικές παραμέτρους και διαστάσεις επί του σχεδίου. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι κατά τον χρόνο που ετοιµάζεται το πρόχειρο σχέδιο σκηνής του δυστυχήµατος γίνονται επιτόπια όλες οι µετρήσεις, αλλά µόνο όταν τοποθετούνται επί του συμμετρικού σχεδίου εμφαίνεται συμμετρικά το σηµείο σύγκρουσης Χ. Στη συγκεκριµένη περίπτωση, ο ΜΕ1 δήλωσε ευθαρσώς ότι το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν επί της γραµµής του ΑΛΤ στη λωρίδα κυκλοφορίας όπου βρισκόταν σε στάση αναμονής το όχημα που οδηγούσε ο Ενάγων / Τριτοδιάδικος. Εξήγησε ο ΜΕ1 ειδικότερα ότι αυτός κατέληξε στην τοποθέτηση του σηµείου σύγκρουσης εκεί όπου βρήκε τα σπασµένα πλαστικά που υπήρχαν έντονα στο σηµείο και από τα οποία µπορούσε να διαπιστώσει εύκολα πού έγινε η επαφή των οχηµάτων. Δεν υποδείχθηκε στον ΜΕ1 οποιοδήποτε άλλο στοιχείο πραγματικής μαρτυρίας (π.χ. ίχνη φρεναρίσματος, ή γυαλιά), το οποίο αυτός να απέτυχε να λάβει υπόψη κατά την τοποθέτηση του σημείου Χ επί του σχεδίου. Συνεπώς, αποδέχομαι ότι αυτός βάσιμα εκδήλωσε τη δική του βεβαιότητα για την ορθότητα του σημείου Χ. Όπως, εξάλλου, δήλωσε ο ΜΕ1, ουδείς εκ των ενεχόμενων οδηγών αμφισβήτησε το σχέδιο της σκηνής στο στάδιο που κλήθηκε για να το υπογράψει. Επί του πρόχειρου σχεδίου (Τεκμήριο 1), εμφαίνονται οι υπογραφές των οδηγών, όπου δίπλα στην ένδειξη «Α» είναι η υπογραφή του οδηγού του οχήματος XXXXX50 που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, δίπλα στην ένδειξη «Β» είναι η υπογραφή του οδηγού του οχήματος XXXXX03 που οδηγούσε ο Εναγόμενος 3 και δίπλα στην ένδειξη «Γ» είναι η υπογραφή του Ενάγοντος /Τριτοδιάδικου. Επομένως, μου φαίνεται ξεκάθαρα να είναι εκ των υστέρων σκέψη του Εναγομένου αρ. 1, ο ισχυρισμός του ότι δεν του υποδείχθηκε το σχέδιο της σκηνής ή/και ότι αυτός δεν συμφώνησε με την τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης από τον ΜΕ
- Το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση ότι αποτελεί πρακτική των αστυνομικών εξεταστών ενός δυστυχήματος, εκεί όπου ένας οδηγός διαφωνεί με την τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης, να τοποθετεί ξεχωριστά το σημείο όπως το υποδεικνύει ο διαφωνούντας οδηγός με ένδειξη «Χ1» ή «Χ2», κ.ο.κ. Επομένως, για να μην έχει τοποθετήσει ο ΜΕ1 κάποια διαφορετική ένδειξη ως υποδειχθείσα από τον Εναγόμενο αρ. 1, είμαι διατεθειμένη να δεχθώ ως αληθή τη δήλωση του ΜΕ1 ότι δεν είχε εκδηλώσει τη διαφωνία του καθ'ον χρόνο υπέγραψε το σχέδιο και απεναντίας συμφώνησε με αυτό. Απορρίπτω ως αναξιόπιστους τους όποιους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς που εκδήλωσε ο Εναγόμενος αρ. 1 κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, το γεγονός ότι το μπροστινό μέρος του οχήματος του Ενάγοντος/Τριτοδιάδικου (μπροστινός προφυλακτήρας, γρίλια, φανάρια - βλ. την ξεκάθαρη αποτύπωση της ζημιάς στις έγχρωμες φωτογραφίες του Τεκμηριου 32), όπου επήλθε η ζημιά από τη σύγκρουση του οχήματος του Εναγομένου αρ. 3 επ'αυτού, ενόσω το όχημα του Ενάγοντος /Τριτοδιάδικου ήταν κατά γενική ομολογία σε στάση αναμονής και όχι εν κινήσει, δείχνει ότι αυτό δεν είχε εισέλθει εντός της διασταύρωσης, ούτε δημιουργούσε την εντύπωση εν εξελίξει διέλευσής του στη διασταύρωση, επομένως επ'ουδενί λόγο δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι απέφραξε την πορεία του Εναγόμενου
- Για να μπορούσα να καταλήξω σε αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή είναι ο Ενάγων/Τριτοδιάδικος εκείνος που δημιούργησε διλημματική κατάσταση για τον Εναγόμενο αρ. 3, θα έπρεπε να είχα ενώπιον μου μαρτυρία για μέτρηση της απόστασης που διένυσε ο Ενάγων εντός της διασταύρωσης. Ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν μου επεσήμανε να υπήρξε τέτοια μέτρηση στο σχέδιο της σκηνής την οποία να όφειλα να λάβω υπόψη, ούτε επιχείρησε να υπολογίσει ο ίδιος τέτοια διανυθείσα απόσταση. Επομένως, θα ήταν αυθαίρετο στο παρόν στάδιο να εξαχθεί δικαστικό συμπέρασμα ότι ο Ενάγων /Τριτοδιάδικος απέφραξε την πορεία του Εναγομένου
- Υπάρχει όμως ακόμη ένα στοιχείο που το θεωρώ συντριπτικό. Ο Εναγόμενος αρ. 1 ουδέποτε αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος αρ. 3 έκανε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά. Άλλωστε οι ζημιές στο όχημα του Εναγόμενου 3 (αριστερό μπροστινό φτερό, φανάρια και προφυλακτήρα) επιβεβαιώνουν ότι η κίνησή του ήταν προς αριστερά. Ως ζήτημα κοινής λογικής, εάν ο κίνδυνος που αντιμετώπισε ο Εναγόμενος 3 προερχόταν εξ αριστερών του, ήτοι από την πλευρά του Ενάγοντος/Τριτοδιάδικου, προς τί να κινηθεί αριστερότερα αντί δεξιά; Η κίνηση προς τα αριστερά είναι από μόνη της ενδεικτική ότι αυτό που επιθυμούσε να αποφύγει προερχόταν εκ δεξιών του. Τούτη η σκέψη συνάδει με τις πορείες των οχημάτων όπως αποτυπώθηκαν από τον ΜΕ1 επί του σχεδίου της σκηνής, που δείχνουν ότι το όχημα του Εναγόμενου 1 είχε ήδη διανύσει ολόκληρη τη μεσαία λωρίδα της διασταύρωσης διαγωνίως και άρχισε να εισέρχεται μέσα στη λωρίδα του Εναγομένου 3, οπόταν ήταν ορατός ο κίνδυνος να αποφράξει την πορεία του Εναγομένου
- Έτσι αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο τρεις οδηγοί꞉ ο Ενάγων (Τεκμήριο 6), η συνεπιβάτιδά του (Τεκμήριο 28) και ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 (βλ. Τεκμήριο 8). Επομένως, δεν εικάζω για το πώς έγινε αντιληπτός ο κίνδυνος, αλλά αντίθετα βασίζομαι στην άμεση μαρτυρία που έδωσαν προς τον εξεταστή της υπόθεσης και προς το Δικαστήριο τα προαναφερόμενα άτομα. Οφείλω να παρατηρήσω ότι η εντύπωση που αποκόμισα από τον Ενάγοντα/Τριτοδιάδικο ήταν εξαιρετική. Μου φάνηκε σοβαρός και έξυπνος. Η μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου είχε συνοχή με όσα δήλωσε αμέσως μετά το δυστύχημα στον εξεταστή. Δεν διέκρινα προσπάθεια να διαστρεβλώσει προς όφελός του τα γεγονότα της υπόθεσης. Ήταν σταθερός και συνεπής στις απαντήσεις του. Αποδέχομαι αυτόν ως αξιόπιστο μάρτυρα. Εξίσου θετική ήταν και η εντύπωση που αποκόμισα από την Ενάγουσα (3257/12). Παραστατικά περιέγραψαν και οι δύο τη διέλευση του Εναγομένου αρ 1 «ελαφρώς», ήτοι κατά 60 - 80 πόντους, υπερβαίνοντας τη διαχωριστική γραμμή της εξ αντιθέτου λωρίδας, στην οποία ερχόταν σε ευθεία πορεία ο Εναγόμενος
- Απεναντίας, ο Εναγόμενος αρ. 1, τον οποίο είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω δια ζώσης, βρήκα ότι ήταν ανακόλουθος στις δηλώσεις του σε διάφορα σημεία και δεν μου δημιούργησε αίσθημα εμπιστοσύνης ότι ήρθε για να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Διδω ενδεικτικά διάφορα παραδείγματα από την αντιφατική μαρτυρία του. Αρνήθηκε ο Εναγόμενος 1 ότι µιλούσε στο τηλέφωνο την ώρα που οδηγούσε το όχηµα του (έτσι τον είδε και ο Εναγόμενος 3 με βάση όσα ανέφερε στο Τεκμήριο 8), ενώ στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι του εκδόθηκε εξώδικο στη σκηνή, ενώ στη συνέχεια είπε ότι το πλήρωσε. Ενώ ήρθε στο Δικαστήριο για να αμφισβητήσει το σχέδιο της σκηνής που ετοίμασε ο ΜΕ1, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να θυµηθεί πότε και πού υπέγραψε το σχέδιο σκηνής του δυστυχήµατος, και πότε έδωσε κατάθεση στην Αστυνοµία. Ενώ αρχικά ήταν σίγουρος ότι υπέγραψε το σχέδιο σκηνής στην Αστυνοµία την ίδια νύχτα του δυστυχήµατος ακολούθως είπε «εντάξει έκανα λάθος αλλά δεν θυµούµαι, πήγαµε στην αστυνοµία την νύχτα µας εκάλεσαν, δεν θυµούµαι αν ξανά πήγα µετά». Όταν ήρθε αντιµετώπος µε την κατάθεση του Τεκµήριο 7, εις την οποία ανέφερε ότι συµφωνεί πλήρως µε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής τα ανέτρεψε και πάλι και ανέφερε ότι το σχέδιο σκηνής πρέπει να το υπέγραψε στις 15/09/2011 ηµεροµηνία κατά την οποία έδωσε και κατάθεση στην Αστυνοµία, µεταγενέστερη δηλαδή ηµεροµηνία από την ηµεροµηνία του δυστυχήµατος. Τελούσε υπό φανερή σύγχυση για το τί του συνέφερε να πει στο Δικαστήριο, τί αναμενόταν από τον ίδιο να πει. Σκεφτόταν τα λόγια του. Δεν ήταν αυθόρμητος. Ο Εναγόμενος 3 είναι γεγονός ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία και να αντεξετασθεί. Η αλήθεια του περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης που αυτός είχε δώσει στην Αστυνομία, κρίνεται κατά συνέπεια στη βάση συσχετισμού όσων εκεί περιγράφει με όσα οι άλλοι οδηγοί μαρτύρησαν. Όσα αυτός ομολόγησε εις βάρος των συμφερόντων του, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 60 χλμ/ώρα, λαμβάνονται υπόψη. Σε καμία περίπτωση βεβαίως δεν θα μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η ταχύτητα αυτή ήταν υπερβολική για ένα δρόμο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της οδού, όπου δεν αναφέρθηκε να υπήρχαν εμπόδια ορατότητας. Ο ΜΕ1, ο οποίος έχει την αστυνομική εμπειρία στον κλαδο της τροχαίας, δεν είπε ποτέ ότι η ταχύτητα του Εναγομένου 3 θα πρέπει να θεωρηθεί υπερβολική υπό τις περιστάσεις. Πέραν τούτου, στην Τσολάκης ν. Ανδρέου
(2007)1 Α.Α.Δ. 129 τέθηκε η γενική αρχή ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν αποτελεί από µόνη της αµέλεια, εκτός εάν η υπέρβαση αυτή, συνδυαζόµενη µε άλλα γεγονότα και περιστάσεις, οδηγεί σε τέτοια κατάληξη. Το ότι ο Εναγόμενος 3 δεν πάτησε φρένα, παρά μόνο έκαμε ελιγμό προς τα αριστερά, δεν αποτελεί αφ' εαυτού έρεισμα για κατάληξη σε εύρημα αμέλειας. Στα δευτερόλεπτα της διλημματικής κατάστασης που έχει ένας οδηγός να επιλέξει πως θα δράσει, ο καθένας ενεργεί διαφορετικά. Δεν έχω πεισθεί ότι υπήρχε χώρος να κινηθεί προς τα δεξιά ο Εναγόμενος 3 χωρίς να συγκρουστεί με τον Εναγόμενο 1 όπως εκινήτο προς την λωρίδα του. Παρατήρησα ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση, όταν του υποδείχθηκε το Τεκµήριο 2 (συµµετρικό σχέδιο), να υποδείξει τον χώρο όπου ισχυρίζετουν ότι το εξ' αντιθέτου όχηµα XXXXX03 χωρούσε να περάσει χωρίς να γίνει η σύγκρουση. Το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας του Εναγομένου 3 (3,4 μ) δεν είναι το μόνο κριτήριο για να αποφασισθεί αν αυτός είχε τον χώρο να προχωρήσει ευθεία χωρίς να συγκρουστεί με τον Εναγόμενο ή με οποιοδήποτε άλλο όχημα. Θα πρέπει να συνυπολογισθεί η απόσταση που είχε περιθώριο να διανύσει όταν αντιλήφθηκε τον επερχόμενο κίνδυνο. Εδώ η ίδια η Ενάγουσα (3257/12) κρίνω πως δεν είπε ποτέ ξεκάθαρα ότι υπήρχε χώρος για να συνεχίσει ευθεία ο Εναγόμενος 3. Απεναντίας, αυτό που είπε είναι ότι «θα μπορούσε [να συνέχιζε ευθεία], αν το όχημα που ερχόταν από Αραδίππου προς Λάρνακα δεν έμπαινε στη λωρίδα του». Αναγνώρισε, συγχρόνως, η Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος 3 είχε «µηδαµινό χρόνο» στη διάθεσή του για να αντιδράσει, εφόσον το όχημα του Εναγομένου 1 ήταν σε «πολύ κοντινή απόσταση», περί τα 10 μέτρα. Καταλήγω στην εκτίμηση ότι το επίδικο δυστύχηµα επισυνέβη λόγω αµέλειας του εναγόµενου 1, οδηγού του οχήµατος XXXXX50, ο οποίος οδηγώντας στην Λεωφ. Κυριάκου Μάτση με κατεύθυνση προς Τσιακκιλερό, φθάνοντας στη συµβολή µε την Λεωφ. Σπύρου Kυπριανού, επιχείρησε στροφή δεξιά χωρίς να σταµατήσει στο ύψος της διαχωριστικής γραµµής των δυο εξ' αντιθέτου λωρίδων της Λεωφ. Κυριάκου Μάτση και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να πραγµατοποιήσει τη στροφή και ότι δεν θα απέκοπτε την πορεία του εξ' αντιθέτου οχήµατος µε αριθµό εγγραφής XXXXX03, ο οδηγός του οποίου, λόγω της µικρής απόστασης περί τα 10 μέτρα όπου βρισκόταν, αντιμετώπισε μία διλημματική κατάσταση και προέβηκε σε αποφευκτικό ελιγµό στα αριστερά, για να αποφύγει την σύγκρουση µε το όχηµα του εναγοµένου 1, καταλήγοντας σε πρόσκρουση στο όχηµα που οδηγούσε ο ενάγοντας στην αγωγή 3256/2012 το οποίο ήταν σε στάση αναμονής στο ΑΛΤ της Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού, με τα μούτρα του οχήματος πάνω στη γραμμή του αλτ. ΙΙ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΕΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ - ΑΠΩΛΕΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η Νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία (Βλ. Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). Είναι γνωστή η νομολογία ότι η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Εναπόκειται δε στον Ενάγοντα σε κάθε περίπτωση ν΄ αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά και τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφό του. Οι ζημιές δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα. Πρέπει να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Η αρχή η οποία πηγάζει από τη νομολογία είναι ότι, εφόσον η ζημία η οποία προκύπτει στο ενδιάμεσο, μεταξύ του δυστυχήματος και της δίκης, αποκρυσταλλώνεται και είναι δεκτική αριθμητικού υπολογισμού, επιδικάζεται η συγκεκριμένη ζημία υπέρ του Ενάγοντος, υπό τον όρο, τυπικό κατ΄ ουσία, της θεσμικής εναρμόνισης της έκθεσης απαιτήσεως με τα δεδομένα της απόφασης του Δικαστηρίου. Η απώλεια εισοδημάτων δύναται να διεκδικηθεί ως αποζημίωση, νοουμένου βεβαίως ότι έχει δοθεί μαρτυρία τόσο για την ανικανότητα του Ενάγοντα να εργαστεί όσο και για την απώλεια την οποία υπέστη και η οποία μαρτυρία έχει κριθεί από το Δικαστήριο αξιόπιστη (Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιου Γ. Συκοπετρίτη Λτδ κ.α.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1049, 1060-1061) Κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση, όχι μόνο δικογραφήθηκε δεόντως η ειδική ζημιά της απώλειας εισοδημάτων, αλλά και δόθηκε ικανοποιητική μαρτυρία προς τεκμηρίωσή της. Κατ' ακρίβειαν, η µόνη και αναντίλεκτη µαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου αναφορικά µε την αναγκαιότητα του χρόνου αποθεραπείας ένεκα των σωµατικών βλαβών που υπέστηκαν από το επίδικο δυστύχηµα οι Ενάγοντες είναι εκείνη του Μ.Ε. 4, Δρ. Νικόλα Χατζηνικολάου, ορθοπαιδικού, ο οποίος ήταν θεράπων και ο µόνος ιατρός ο οποίος κατάθεσε ενώπιον του δικαστηρίου για τους τραυµατισµούς, την θεραπεία, τον χρόνο αποθεραπείας και την άδεια ασθενείας που απαιτείτο. Δεν καταδείχθηκε οποιαδήποτε συγγένεια ή ιδιάζουσα σχέση ή προγενέστερη γνωριμία των Εναγόντων με τον ΜΕ4, η οποία να μόλυνε το ανεξάρτητο της ιδιότητάς του ως μάρτυρα ή τον επαγγελματισμό και την αντικειμενικότητά του. Ο εν λόγω µάρτυρας µε ευθύτητα λόγου και πολλή υποµονή κατά την κυρίως εξέταση του και κατά την αντεξέταση του ανέφερε τα ακόλουθα: · Ότι ο όρος ευθειασµος της αυχενικής µοίρας είναι ακτινολογικό εύρηµα και είναι πιο σοβαρός τραυµατισµός από µια θλάση αυχένα. · Ότι ο ευθειασµός αυχενικής µοίρας είναι 2ου βαθµού θλάση των µυών. Είναι πιο σοβαρή από µια απλή θλάση η οποία είναι 1ου βαθµού. · Ότι η κλινική εικόνα του ενάγοντα θα µπορούσε να ήταν χειρότερη την επόµενη µέρα γιατί το αιµάτωµα στη θλάση φαίνεται µε την παρέλευση 2-3 ηµερών. · Ότι λόγω της µυικής αδυναµίας του ενάγοντα (είχε μυική ισχύ 3/5) υπήρχε κίνδυνος παράλυσης και εξ αυτού του λόγου κρίθηκε αναγκαία η νοσηλεία του. · Ότι ο αυχένας στην σπονδυλική στήλη µπορεί να κάνει και 6 µήνες να αναρρώσει και ότι κάθε ασθενής χρειάζεται διαφορετικό χρόνο αποθεραπείας. · Επεξήγησε επίσης στο Δικαστήριο τους ιατρικούς όρους θλάση, ευθειασµός, σηµείο Laseque και κάκωση δίκην µαστιγίου. Η πλευρά των εναγοµένων κατά την αντεξέταση του Δρ. XXXXX Χατζηνικολάου του υπέβαλε ουσιαστικά δυο υποβολές ότι ο ενάγοντας δεν χρειαζόταν ούτε 3 βδοµάδες ούτε ένα µήνα αναρρωτική άδεια, και ότι δεν απαιτείτο νοσηλεία στον Τίµιο Σταυρό και και αυτός απάντησε ότι ως θεράπων ιατρός έκρινε κάτω από την κλινική και ακτινολογική εικόνα που παρουσίαζε ο ασθενής ότι η νοσηλεία του ήταν επιβεβληµένη όπως και ο χρόνος του ενός µηνός ως άδεια ασθενείας για αποθεραπεία. Επίσης ανέφερε ότι ο κάθε άνθρωπος και κάθε ασθενής έχει διαφορετικό χρόνο αποθεραπείας. Δεν προσήλθε οποιοσδήποτε γιατρός εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 για να προσφέρει αντικρουστική μαρτυρία ή/και μαρτυρία ενισχυτική των θέσεων που υπέβαλαν οι συνήγοροί τους. Στην τελική τους αγόρευση, οι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 2 αναφέρουν ότι «Οι πλείστες των ειδικών αποζημιώσεων επί πλήρης ευθύνης έχουν συμφωνηθεί, πλην αυτών αυτών που ρητά αμφισβητήθηκαν από τους εναγόμενους, όπως οι άδειες αναπαύσεως του τριτοδιάδικου και της ενάγουσας.». Τίποτα περαιτέρω. Δεν εισηγούνται κάποιο άλλο ποσό ως εύλογο αναφορικά με την απώλεια εισοδημάτων. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντικαταστήσει την περίοδο της αναρρωτικής άδειας αυθαίρετα με οποιαδήποτε άλλη ως κατάλληλη, υπό την άνεση του χρόνου που έχει παρέλθει αντί υπό την αγωνία του γιατρού να προβεί στα δέοντα για διασφάλιση της αποθεραπείας ή και της μη επιδείνωσης της κατάστασης του ασθενούς κατά το χρόνο που τον εξετάζει. Με βάση τις πιο πάνω σκέψεις, καταλήγω να κρίνω ότι η επιστηµονική µαρτυρία του Δρ. Χατζηνικολάου, η οποία ήταν συγκροτηµένη, είναι αξιόπιστη όσον αφορά στην αναγκαιότητα της χρονικής διάρκειας της αναρρωτικής άδειας που συνέστηκε για την αποθεραπεία των Εναγόντων. Δεδομένου ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό από όλους τους συνηγόρους των διαδίκων το περιεχόµενο των Τεκµηρίων 10, 11, 29 και 30 ως προς την αλήθεια του περιεχοµένου τους αναφορικά µε τα εισοδήµατα των εναγόντων, καταλήγω ότι ο Ενάγων στην αγωγή 3256/2012 απέδειξε την απώλεια εισοδηµάτων του για την περιόδο για την περίοδο 11/09/2011 µέχρι 11/10/2011 εκ ποσού €1,300.- ως επίσης και η Ενάγουσα στην αγωγή 3257/2012 την απώλεια των εισοδηµάτων της για την περίοδο 11/09/2011 µέχρι 02/10/2011 εκ ποσού €357.08.-. ΙΙΙ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ Στην τελική τους αγόρευση, οι συνήγοροι των Εναγόντων εισηγούνται ότι δεν αποδείχθηκε οποιοδήποτε κάταγμα αριστερής 8ης πλευράς της Ενάγουσας στην Αγωγή 3257/12 αφού υπήρχε αντίθετη μαρτυρία που προσέφεραν οι ιατροί της ενάγουσας. Επισημαίνουν συναφώς ότι το ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας (Τεκμήριο 37), έπειτα από ακτινολογικό έλεγχο δεν έδειξε οποιοδήποτε κάταγμα. Ούτε τα Τεκμήρια 42 και 46 του ιδίου του ιατρού της ενάγουσας Δρ Χατζηνικολάου έδειξαν κάταγμα. Εισηγούνται ότι η μαρτυρία του Ακτινολόγου βρίσκεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του ιατρού Χατζηνικολάου που εξάγεται από τα Τεκμήρια 42 και 46, αλλά και από το Τεκμήριο 37. Εάν για οποιοδήποτε λόγο αποφασιστεί ότι όντως υπήρξε κάταγμα αριστερής 8ης πλευράς, τότε εισηγούνται ότι το μέγιστο ποσό που δικαιούται η ενάγουσα είναι το ποσό των €4.000.-. (Ενδεικτικά δες Χαραλάμπους ν Αβραάμ κ.α,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, Κωνσταντινίδης ν Παπαμιλτιάδους κ.α,
(2007)1 Α.Α.Δ. 733, Στέλιος Δημητρίου ν Μαρίνα Ιωάννου Κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 274, J. Harmsworth ν SaIamis GIory Κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1617, Γρηγόρης Κεζαρίδης ν Κώστα Κωνσταντίνου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1373, Linda Austin ν SaIamis GIory κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1617). Σημειώνω, λοιπόν, ότι είναι νομολογημένο πως - «επί διϊστάμενης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, το Δικαστήριο οφείλει να κρίνει την μαρτυρία αυτή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, μη δίνοντας προβάδισμα σε οποιαδήποτε εκφρασθείσα γνώμη από εκάτερο των διαδίκων. Η κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα που παρουσιάζονται ενώπιον του, σχηματίζοντας ιδίαν άποψη επί του θέματος, αιτιολογώντας επαρκώς την κατάληξη του, ως προς την προτίμηση του με αναφορά σ΄ αυτά τα δεδομένα.». Τούτο έχει λεχθεί στην απόφαση ημερ. 31.5.2012 στην Πολιτική Έφεση αρ. 83/2009, NOVICHKOVA DARIA ν. Θέμη Βλάβη, με παραπομπή στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432, στις σελ. 451-452: όπου σημειώθηκε ότι - «Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως πρέπει να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς.». Οι σωµατικές βλάβες, τις οποίες υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του επίδικου δυστυχήµατος και οι συνέπειες τους αναφέρονται µε λεπτοµέρεια στις ιατρικές βεβαιώσεις και ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκµήρια 5, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 45 και
- Εκ των τεκµηρίων αυτών τα Τεκµήρια 5, 36, 37 και 38 εξ συµφώνου έγιναν αποδεκτά για την αλήθεια του περιεχοµένου τους από όλους τους διαδίκους. Ο εναγόµενος 3 περαιτέρω αποδέκτηκε για την αλήθεια του περιεχοµένου τους τα Τεκµήρια 39, 40 και
- Ο Δρ. Χατζινικολάου είναι ορθοπαιδικός χειρούργος, απόφοιτος του Πανεπιστημίου Πατρών. Απέκτησε την ειδικότητα του στην Αθήνα το 2010, στο Νοσοκομείο ΓΚΑΤ στην Γενική Χιρουργική και μικροχειρουργική. Εργάζεται στο Ιατρικό Κέντρο Λάρνακας Συνέσιο και χειρουργεί στην κλινική «Τίμιος Σταυρός». Ο εν λόγω µάρτυρας µε ευθύτητα λόγου ή κατά την κυρίως εξέταση του και κατά την αντεξέταση του ανέφερε, για την Ενάγουσα XXXXX Τιµοθέου, τα ακόλουθα: · Φαίνεται να µην έγινε καµία ακτινογραφία θώρακος στην Κατερίνα στο Γενικό Νοσοκοµείο. Οι ακτινογραφίες που έγιναν αφορούσαν άλλα σηµεία του σώµατος. · Στην ακτινογραφία οσφυικής µοίρας δεν φαίνεται το κάταγµα θώρακα καθότι αφορά διαφορετικά σηµεία του σώµατος. · Ότι µε την κλινική εικόνα που παρουσίαζε η Κατερίνα Τιµοθέου θα έπρεπε να τις έκαναν ακτινογραφία στο Γενικό Νοσοκοµείο Λάρνακας. Γιατί δεν της έκαναν, δεν το γνωρίζει ο ίδιος. Ότι ο ίδιος διέταξε να της γίνει ακτινογραφία την ίδια μέρα που εμφανίστηκε ενώπιον του. · Ότι η κλινική εικόνα της ενάγουσα θα µπορούσε να ήταν χειρότερη την επόµενη µέρα γιατί το αιµάτωµα στη θλάση φαίνεται µε την παρέλευση 2-3 ηµερών. · Ότι λόγω του κατάγµατος του πλευρού της ενάγουσα υπήρχε κίνδυνος για την ζωή της και εξ αυτού του λόγου κρίθηκε αναγκαία η νοσηλεία της. · Ότι το κάταγµα είναι πιο σοβαρό από µια θλάση αυχένα όσον αφορά τον κίνδυνο ζωής. Λόγω του ότι στην επανεξέταση η ενάγουσα ήταν αρκετά καλά εξ' αυτού του λόγου δόθηκε ακόµα µια βδοµάδα αναρρωτική άδεια. Κατά την αντεξέταση του Μ.Ε. 4 ο δικηγόρος των εναγοµένων 1 και 2 προσπάθησε να κλονίσει την αξιοπιστία του, όταν ανέφερε ότι στα Τεκµήρια 42 (εξιτήριο ασθενούς) και 46 (ενηµερωτικό σηµείωµα) δεν αναφέρεται κανένα κάταγµα πλευράς. Ο Μ.Ε. 4 ανέφερε ότι στο Τεκµήριο 46 δεν κάνει διάγνωση απλά αναφέρει σε ποια µέρη υπήρχε τραυµατισµός και δε στο Τεκµήριο 42 ανέφερε ότι περιγράφει την διάγνωση του, κάνει αναφορά σε «κάκωση» (δηλαδή κτύπημα), ίσως όµως εκ παραδροµής ή λόγω ταχύτητας δεν αναφέρθηκε το κάταγµα. Το κάταγμα ήταν το αποτέλεσμα της κάκωσης. Οι ακτινογραφίες το έδειξαν. Όσον αφορά το Τεκμήριο 42, έχω να παρατηρήσω ότι η «κάκωση», αναφέρεται στο σημείο που περιγράφονται «οι λόγοι εισαγωγής» της ασθενούς, όχι η τελική διάγνωση. Πρόκειται για το εξιτήριο ημερ. 13.9.
- Το Τεκμήριο 46 ως διαπιστώνω είναι ενημερωτικό σημείωμα ημερ. 13.9.2011, χωρίς αναφορά σε ύπαρξη κατάγματος. Το Ιατρικό Πιστοποιητικό που ετοιμάστηκε ένα χρόνο αργότερα (30.1.2012), ως το Τεκμήριο 45, είναι το πρώτο έγγραφο του Δρ. Χατζηνικολάου όπου αναφέρεται στην ύπαρξη κατάγματος. Αναφέρθηκε σε αυτό, βασιζόμενος στην ακτινογραφία θώρακος (Τεκµήριο 40) που έγινε από τον Μ.Ε.5, Δρ. XXXXX Κολοκασσίδη, Ιατρό-Ακτινολόγο. Επομένως, στο μόνο σημείο της μαρτυρίας του Δρ. Χατζηνικολάου που ηγέρθηκε κάποια αμφιβολία περί εκ των υστέρων διάγνωσης του κατάγματος (Τεκμήριο 45) συγκριτικά προς ό,τι κατέγραψε στα Τεκμήρια 42 και 46, το Δικαστήριο έχει να αξιολογήσει τη μαρτυρία του ΜΕ5 για να διαπιστώσει το γνήσιο της μαρτυρίας του ΜΕ4 όσον αφορά τη σωματική βλάβη που καταγράφηκε στο Τεκμήριο
- Ο Μ.Ε.5, Δρ. Γιάννης Κολοκασίδης, κατέθεσε ως εµπειρογνώµονας ιατρός - ακτινολόγος. Τα προσόντα που εξέθεσε κατά τη δικάσιμο ημερ. 10.5.2018 ότι διαθέτει δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Ο Μ.Ε. 5 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόµενο του Τεκµηρίου 39 (ιατρική έκθεση αναφορικά µε ultra sound κοιλίας και ακτινογραφία θώρακα), Τεκµήριο 40 (ακτινογραφία θώρακα) και το Τεκµήριο 41 (films από το ultra sound το οποίο διενήργησε ηµερ. 12/09/2011). Επιβεβαίωσε ο ΜΕ5 ξαναβλέποντας την ακτινογραφία (Τεκμήριο 40) ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι αυτή εμφάνιζε «κάταγμα στο μπροστινό 1 εκ. της αριστερής 8ης πλευράς, χωρίς μετατόπιση». Το εντόπισε και σημείωσε επί της ακτινογραφίας για διεκόλυνση του Δικαστηρίου με επικόλληση βέλους. Επιβεβαίωσε ότι η ακτινογραφία αυτή έγινε στις 12.9.2011, 13:37 και ότι αφορούσε στην Ενάγουσα, εφόσον το όνομα της καταγράφεται αυτόματα πάνω στην ακτινογραφία κατά την καταχώριση της για εξέταση. Μόνο αν η ασθενής δήλωνε ψεύτικο όνομα, θα μπορούσε να είχε εκδοθεί η ακτινογραφία σε όνομα που δεν της ανήκε. Ο ΜΕ5 δεν μπορούσε να δώσει καμία εξήγηση γιατί ο ΜΕ4 δεν ανέφερε στην τελική του διάγνωση κατά το εξιτήριο (Τεκμήριο 42) τη λέξη «κάταγμα», πλην όμως ήταν βέβαιος για τη γνησιότητα της ακτινογραφίας και για το αποτέλεσμα που αυτή έδειξε. Κρίνω πως ο ΜΕ5 υπήρξε πειστικός και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθή. Συμβιβάζεται η μαρτυρία του ΜΕ5 με τη μαρτυρία του ΜΕ4, εφόσον δεν ισχυρίστηκε ποτέ ο ΜΕ4 ότι δεν υπήρξε κάταγμα, παρά μόνο ότι αυτός εκ παραδρομής δεν το κατέγραψε στο Τεκμήριο
- Καταλήγω σε εύρημα ότι αποδείχθηκε ότι οι σωµατικές βλάβες της Ενάγουσας ήταν οι ακόλουθες: (α) θλάση αυχενικής µοίρας της σπονδυλικής στήλης µε ευθειασµό, (β) θλάση θώρακος (γ) κάταγµα 8ης πλευράς αριστερά (δ) έντονο άλγος στην ψηλάφιση του αριστερού ηµιθωρακίου, στην αυχενική µοίρα της σπονδυλικής τσήλης µε έντονη σύσπαση στους αυχενικούς παρασπονδυλικούς µυς και στον τραπεζοειδή. Παρουσίαζε δυσκολία στην αναπνοή. (ε) έντονο άλγος στις κινήσεις των άνω άκρων. (στ) τοποθετήθηκε ειδικό αυχενικό κολλάρο, τέθηκε ενδοφλέβια φαρµακευτική αγωγή, δόθηκαν οδηγίες για κατάκλιση, τοποθετήθηκε µάσκα οξυγόνου. Παρέµεινε στο Νοσοκοµείο Τίµιος Σταυρός για ένα βράδυ. (ζ) η θεραπεία της ενάγουσας διήρκησε µέχρι 02/10/
- Παρά την ενδεδειγµένη θεραπεία στην οποία υποβλήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς της ακόµα και 4 µήνες µέτα το ατύχηµα παρουσίαζε περιοδικό πόνο στην αυχενική µοίρα µετά από έντονη κόπωση και στο αριστερό ηµιθωράκιο. (η) Σήµερα παρουσιάζει ως µόνιµα κατάλοιπα έντονο πόνο µε την αλλαγή του καιρού και µετά από κόπωση στον αυχένα και πολλές φορές λαµβάνει παυσίπονα για να απαλύνει τον πόνο. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας, της απώλειας των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο Ενάγων σαν συνέπεια του τραυματισμού του. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Όπως τονίζεται στην κλασσική πλέον πάνω στο ζήτημα απόφαση Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789: "To ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς, η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας, ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.». Είναι σταθερή η τάση για ελευθεροποίηση των ποσών που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις η οποία καταλήγει σε αύξηση τους σε σύγκριση με εκείνο που θεωρείτο το μέτρο στο παρελθόν έτσι που να τοποθετείται μεγαλύτερη αξία στον ανθρώπινο πόνο και τις αγωνίες της ανικανότητας (Μαυροπετρή ν. Γεωργίου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74-75). Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες, όπως μπορούν να εξακριβωθούν, με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά το χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων ως αυτοτελή παράγοντα αλλά και ως συγκριτικό όταν ανατρέχουμε σε υποθέσεις του παρελθόντος στο βαθμό που αυτές σε περιπτώσεις αυτής της φύσεως θα μπορούσε να είναι βοηθητικές (Fysko v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1029). Τελικά, σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος στη θέση στην οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν εάν δεν τραυματιζόταν. Αυτή είναι η βασική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων υπό τον όρο πάντα ότι η ζημιά η οποία αποδίδεται είναι εύλογη μεταξύ τους (Βαρβάρα Χρίστου Μιχαήλ ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτη Λτδ, Π.Ε. 10377/29.6.00, Κώστας Ιακώβου ν. Αλέξανδρου Παπαδάκη κ.α., Π.Ε. 10405/22). Στην υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Καραολή, Π.Ε. 9342 και 9333, ημερ. 9.3.98, επισημαίνεται ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις μόνο ενδεικτική σημασία μπορούν να έχουν γιατί κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης. Πολύ βοηθητική ήταν η νομολογία στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος του Εναγομένου 3 αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν σε άλλες πρωτόδικες αποφάσεις ή/και κατ' έφεση. Παραθέτω πιο κάτων ενδεικτικά꞉ Στην υπόθεση Στέλιος Αντωνίου ν. Άντριας Σαββίδου. Αρ. Αν. 2119/
- ηµερ. 4/3/2015, ο Ενάγων υπέστη ένεκα τροχαίου ατυχήµατος θλάση αυχένα χωρίς οποιαδήποτε παθολογικά κατάλοιπα. Το Δικαστήριο έκρινε το ποσό των €2.000 ως δίκαιη και εύλογη αποζηµίωση για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη. Στην υπόθεση lορδάνης lορδάνους ν. Alena Doromina. Αρ. Αν. 5495/
- ηµερ. 17/9/2012, ο Ενάγων υπέστη διάστρεµµα αριστερού ώµου, διάστρεµµα της αυχενικής µοίρας της σπονδυλικής στήλης, διάστρεµµα αριστερής ποδοκνηµικής άρθρωσης και θλάση µαλακών µορίων της θωρακικής µοίρας της σπονδυλικής στήλης. Το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των €2.500 επί πλήρους ευθύνης. Στην σχετική και πρόσφατη υπόθεση Νίκος Παπαδούρη. Γιάννας Παπαδούρη ν.
- Χρίστου Χαραλάµπους.
- Λούκα Στυλιανού. Αρ. Αν. 529/16 ηµερ. 22/5/2017, η Ενάγουσα υπέστη εγκεφαλική διάσειση, σοβαρό διάστρεµµα αυχένος, θλάση αριστερού ώµου, θλάση θώρακος και θλάση οσφύος. Το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των €2.500 ως δίκαιη και εύλογη αποζηµίωση για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη. Στην υπόθεση Χρυστάλλα Χριστοφή ν. Ντίνου Κωνσταντίνου. Ταµείου Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχηµάτων. Αρ. Αν. 2772/
- ηµερ. 14/1/2016, το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των €3.000 ως γενικές αποζηµιώσεις στην ενάγουσα, η οποία υπέστη θλάση/ διάστρεµµα αυχενικής µοίρας, θλάση/ διάστρεµµα οσφυϊκής µοίρας, και θλάση/ αιµάτωµα θώρακα. Η υπόθεση Χρυστάλλα Χριστοφή ν. Ντίνου Κωνσταντίνου, Αρ. Αγ. 2772/2015, ηµερ. 14/1/2016, αφορούσε επίσης αποζηµιώσεις για σωµατικές βλάβες και γενικές αποζηµιώσεις ένεκα τροχαίου ατυχήµατος. Η Ενάγουσα υπέστη θλάση! διάστρεµµα αυχενικής µοίρας της σπονδυλικής στήλης, θλάση! διάστρεµµα οσφυϊκής µοίρας της σπονδυλικής στήλης και θλάση! αιµάτωµα θώρακα. Το Δικαστήριο, λαµβάνοντας υπόψη και το ενδεχόµενο η Ενάγουσα να αναπτύξει στο µέλλον µετατραυµατική σπονδυλοαρθρίτιδα, επιδίκασε το ποσό των €3.000 ως γενικές αποζηµιώσεις. Στην αγωγή ναυτοδικείου Harmworth June κ.ά. ν. 5alamis Glory κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1617, όπου ένας εκ των Εναγόντων υπέστη διάστρεµµα της οσφυϊκής µοίρας της σπονδυλικής στήλης και παρουσίαζε πιθανότητα άλγους και δυσκαµψίας της οσφύος σε µικρή ένταση, ιδιαίτερα έπειτα από κούραση, για αρκετό χρονικό διάστηµα, το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των €3419.19 ως γενικές αποζηµιώσεις. Στην υπόθεση Παναγιώτης Ζένιου ν. Άντρης Θουκή, Αρ. Αγ. 3487/2008, ηµερ. 16/4/2014, ο Ενάγων τραυµατίσθηκε στον αυχένα ένεκα τροχαίου ατυχήµατος. Υπέστη θλάση και διάστρεµµα αυχενικής και οσφυϊκής µοίρας της σπονδυλικής στήλης, ένιωθε έντονο πόνο στον περιορισµό της κινητικότητας αυχένα και οσφύος, έφερε επώδυνους µώλωπες και εκτεταµένο οίδηµα ρινός και περίξ µαλακών µορίων, αντιµετώπιζε πονοκεφάλους και ζαλάδες. Το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των €3.500ως γενικές αποζηµιώσεις για τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη ο Ενάγων. Στην υπόθεση Κωνσταντίνους Ορατίου ν. Ανδρέα Πολυκάρπου, ηµερ. 16/9/2016, το Δικαστήριο επιδίκασε στον Ενάγοντα το ποσό των €6.000 ως γενικές αποζηµιώσεις. Ο Ενάγων στην εν λόγω αγωγή αντιµετώπιζε σοβαρότερους τραυµατισµούς από ότι στην υπό εξέταση περίπτωση: υπέστη σοβαρό διάστρεµµα αυχένα και οσφυϊκής µοίρα το οποίο αντιµετώπισε µε 30 φυσιοθεραπείες, αντιφλεγµονώδη φάρµακα και αυχενικό κολάρο. Σχετική είναι και η πρόσφατη Πολιτική Έφεση Αρ. 328/2011, Αλέξης Χριστοφίνης ν. Στέλλα Φραντζή, ηµερ. 31/5/2017, όπου ο ενάγων - εφεσείων κρίθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για το ατύχηµα και διατάχθηκε στην πληρωµή γενικών και ειδικών αποζηµιώσεων στην εφεσίβλητη - εναγοµένη επί της ανταπαίτησης. Η Εναγοµένη ένεκα του ατυχήµατος υπέστη διάστρεµµα αυχενικής µοίρας, αιµωδίες άνω άκρων, θλάση προσθίου θωρακικού τοιχώµατος και µώλωπες στην περιοχή του στέρνου. Έφερε αυχενικό κολάρο για 15 µέρες, και της χορηγήθηκαν αναλγητικά και αντιφλεγµονώδη, φυσιοθεραπείες και ανάπαυση. Νιώθει άλγος και δυσκαµψία του αυχένα και αιµωδίες των άνω άκρων µόνο κατά τις αλλαγές του καιρού ή όταν κουράζεται. Το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε στην Εναγοµένη το ποσό των €10.000 ως γενικές αποζηµιώσεις. Κατ' έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε το εν λόγω ποσό υπερβολικό και το αντικατέστησε µε το ποσό των €7.000. Η υπόθεση Παναγιώτα Λάµπρου Χριστοδούλου ν. Πανορµίτη Μουζουράκη, Αρ. Αγ. 2284/1 Ο, ηµερ. 29/8/2016, αφορούσε τραυµατισµούς πολύ σοβαρότερους από αυτούς που αντιµετώπιζε ο Ενάγων στην υπό εξέταση περίπτωση. Η Ενάγουσα υπέστη βαριά θλάση του αυχένα και είχε αστάθεια στη βάδιση, υπέστη επίσης µερικό ευθειασµό της αυχενικής µοίρας, θλάση θώρακα κλείδας και κάκωση δεξιού αγκώνα. Το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των €8.000 ως γενικές αποζηµιώσεις για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη. Στην υπόθεση Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης ν 1. Μηλίτσας Παπαμιλτιάδους κ.α
(2007)1 ΑΑΔ 733, η οποία αφορούσε σε τροχαίο δυστύχημα, επιδικάστηκε υπέρ της εφεσίβλητης - ενάγουσας ποσό ΛΚ5000 (8547,98 ευρώ) ως γενικές αποζημιώσεις. Είχε υποστεί κάταγμα 5ης πλευράς, διάστρεμμα αυχενικής μοίρας και εγκεφαλική διάσειση. Έφερε αυχενικό κολλάρο για 3 μήνες και παρέμεινε εκτός εργασίας για 2 μήνες περίπου. Ακτινολογικά είχε τελείως επανέλθει. Παρέμειναν κάποιες ευαισθησίες στην αλλαγή καιρού από την κάκωση στον αυχένα. Κρίνω ότι υπό το φως της ως άνω νομολογίας είναι δίκαιο να επιδικάσω υπέρ του Ενάγοντα το ποσό των €5.000 και υπέρ της Ενάγουσας ποσό €8.
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ο Εναγόμενος 1 κρίνεται αποκλειστικά υπεύθυνος για την πρόκληση του δυστυχήματος. Δεν αποδείχθηκε συντρέχουσα αμέλεια των Εναγόντων / Τριτοδιάδικου ή του Εναγομένου
- Εκδίδεται Διάταγμα αποσυνένωσης των δύο αγωγών για σκοπούς επιδίκασης των αποζημιώσεων ως ακολούθως꞉ Ενόψει των ανωτέρω, το συνολικό ποσό των αποζημιώσεων (ειδικών και γενικών) επιδικάζεται υπέρ του Ενάγοντος στην αγωγή 3256/12 ως εξής꞉ - Γενικές αποζημιώσεις €
- - Ειδικές αποζημιώσεις συμφωνημένες €1,497.21σ συν απώλειες εισοδημάτων €
- Ενόψει των ανωτέρω, το συνολικό ποσό των αποζημιώσεων (ειδικών και γενικών) επιδικάζεται υπέρ της Ενάγουσας στην αγωγή 3257/12 ως εξής꞉ - Γενικές αποζημιώσεις €
- - Ειδικές αποζημιώσεις συμφωνημένες €5.609 συν απώλειες εισοδημάτων €357,
- Επιπλέον, επιδικάζεται σε έκαστη αγωγή νόμιμος τόκος επί των επιδικασθεισών γενικών απζημιώσεων από την ημερομηνία του δυστυχήματος (11.9.2011) και νόμιμος τόκος επί των ειδικών αποζημιώσεων από την ημερομηνία καταχώρισης έκαστης αγωγής (ήτοι από 26.9.2012). Τέλος, επιδικάζονται τα δικηγορικά έξοδα έκαστης αγωγής, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 3 σε έκαστη αγωγή και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. (Υπογρ.)................................... Α. Πανταζή - Λαμπρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο