← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ HAREL, Αίτηση υπ' αρ.:10/2017, 21/1/2019

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ HAREL, Αίτηση υπ' αρ.:10/2017, 21/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M.ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Ε. Δ. Αίτηση υπ' αρ.:10/2017 Αίτηση έκδοσης φυγοδίκου σύμφωνα με τον περί Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεων Φυγοδίκων (κυρωτικός Νόμος) (Ν.95/70)και τον περί Έκδοσης ΦυγοδίκωνΝομο (Ν.97/70) -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ XXXXX HAREL ------------------- Ημερομηνία: 21/01/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Η κα. Μαρίνα Σπηλιωτοπούλου, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα Για τoν καθ'ού η αίτηση: Ο κ. Γ. Χαπάρης Καθ' ού η Αίτηση παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η έκδοση τoυ XXXXX Harel (στo εξής καλούμενoς «ο καθ΄ού η αίτηση») στη Ρωσική Ομοσπονδία με σκοπό να εκδικαστεί από Δικαστήριο της για σειρά αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Ο καθ'ού η αίτηση είναι Ισραηλινός υπήκοος, γεννηθείς στις 3/1/1950, στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας και είναι κάτοχος Ισραηλινού διαβατηρίου με αριθμό 11946079. Έρεισμα για την έναρξη της διαδικασίας ήταν προηγηθέν αίτημα των Αρχών της Ρωσικής Ομοσπονδίας προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας για την έκδοση του καθ'ού η αίτηση. Στις 5.2.18 καταχωρήθηκε η εξουσιοδότηση (Τεκμήριο 1) του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας που σηματοδότησε την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την σχετική εξουσιοδότηση, η οποία συντάχθηκε στη βάση των πληροφοριών που περιέχονται στα έγγραφα έκδοσης που έχουν αποσταλεί από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, περιγράφονται συνοπτικά τα γεγονότα βάση των οποίων ζητείται η έκδοση του καθ'ού η αίτηση. Ειδικότερα αναφέρεται ότι ζητείται η έκδοση του καθ'ού η αίτηση με σκοπό να εκδικαστεί για τα αδικήματα της εμπορίας προσώπων και της εκ προθέσεως πρόκλησης βλάβης στην υγεία προσώπου που προκάλεσε απώλεια οργάνου, αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διέπραξε κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2006-Ιουλίου 2008, κατά παράβαση των άρθρων 127.1.3(γ) και 111

(3)(α) και (β) αντίστοιχα του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. O καθ'ού η αίτηση, σύμφωνα πάντοτε με την σχετική εξουσιοδότηση, κατηγορείται ότι κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, έχοντας ως στόχο το προσωπικό κέρδος και όφελος, δημιούργησε με άγνωστα πρόσωπα στην Αυτόνομη Επαρχία του Κοσσόβου και Metohija της Δημοκρατίας της Σερβίας, οργανωμένη ομάδα εμπορίας προσώπων με απώτερο σκοπό την αφαίρεση και την εκμετάλλευση ζωτικών τους οργάνων (νεφρών) και την μετέπειτα παράνομη μεταμόσχευση των νεφρών σε ιδιωτική κλινική στο Κόσσοβο. Η ομάδα επίσης δημιουργήθηκε με σκοπό την, με πρόθεση, πρόκληση σοβαρής σωματικής βλάβης στους δότες κατά τις εν λόγω παράνομες μεταμοσχεύσεις που θα οδηγούσε σε απώλεια του οργάνου, με στόχο την περαιτέρω χρήση του νεφρού. Ως επίσης αναφέρεται η οργανωμένη ομάδα στρατολογούσε έναντι αμοιβής, ως δότες, πολίτες με οικονομικές δυσκολίες από διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων Ρώσους υπηκόους, τους οποίους προσέλκυε μέσω διαφημίσεων σε μέσα μαζικής ενημέρωσης, περιλαμβανομένων και ιστοσελίδων και οι οποίοι συμφωνούσαν στην αφαίρεση των νεφρών τους και στην μετάβαση τους από τη Ρωσική Ομοσπονδία στην Πρίστινα του Κοσόβου σε εξειδικευμένο ιατρικό κέντρο με την ονομασία 'Medicus'. Ο καθ'ού η αίτηση και η εγκληματική ομάδα, της οποίας ηγείτο, εξασφάλιζαν την συγκατάθεση των δοτών μέσω πλάνης και ψευδών παραστάσεων και τη διασφάλιση και προστασία της υγείας τους. Κατά την περίοδο Ιουνίου 2008 και Αυγούστου 2008 ο καθ'ού η αίτηση και ομάδα του στροτολόγησαν ως δότες νεφρών τους Ρώσους υπηκόους ShevkdoV.E (στο εξής καλούμενη «ο Shevkdo»), την θυγατέρα του Avdyukova (XXXXX) A.G (στο εξής καλούμενη «η Avdyukova») και τον Verbovskiy V.N (στο εξής καλούμενος «ο Verbovskiy») από το έδαφος της Ρωσικής Ομοσπονδίας και τους μετέφεραν αεροπορικώς, μέσω Κωνσταντινούπολης, στην πιο πάνω αναφερόμενη κλινική, όπου τους αφαίρεσαν τους αριστερούς τους νεφρούς και τους μεταμόσχευσαν σε αποδέκτες/λήπτες που είχαν εντοπίσει εκ των προτέρων. Όπως προκύπτει μέσα από τον όρκο της Γυναίκας Αστυφύλακα XXX8 (Τεκμήριο 3), βάση του οποίου εξεδόθη το προσωρινό ένταλμα εναντίον του καθόύ η αίτηση,στις 28/12/17 και περί ώρα 15.35 ο καθ'ού η αίτηση αφίχθηκε στον Αερολιμένα Λάρνακας με την πτήση Α3749 από το Ισραήλ. Κατά τον διαβατηριακό έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι ο καθ'ού η αίτηση βρισκόταν στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων 'STOP LIST' καθώς εναντίον του είχε εκδοθεί, την 4/12/15, διεθνές ένταλμα σύλληψης (Red Notice) από τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Την ίδια ημέρα εκδόθηκε, εναντίον του καθ'ού η αίτηση, προσωρινό ένταλμα σύλληψης, το οποίο εκτελέστηκε αυθημερόν από τον Αστυφύλακα XXX8, Γ. Γεωργίου. Ο καθ΄ού η αίτηση την επόμενη ημέρα, ήτοι την 29/12/17, για πρώτη φορά, παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για την υποβολή του αιτήματος έκδοσης του (XXXXX Vladimirovna, Αίτηση αρ. 7/16, ημερομηνίας 19/01/2016), μετά από σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. Αφού κατατέθηκε η ως άνω σχετική εξουσιοδότηση, με βάση το άρθρο 7 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμος του 1970,Ν.90/1970 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος») το αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας οδηγήθηκε σε ακρόαση από το Δικαστήριο, εφόσον ο καθ' ου η αίτηση έφερε ένσταση στην έκδοση του. Σημειώνω ότι ο καθ'ού η αίτηση τελεί υπό κράτηση από τις 28/12/17 μέχρι και σήμερα. Κατά την ακρόαση της αίτησης κατέθεσαν εκ μέρους της αιτούσας αρχής δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα ο Αστυφύλακας XXX1 XXXXX Σωτηρίου ( στο εξής καλούμενος «ο Μ.Α 1») και η κα. XXXXX Χ''Προδρόμου, λειτουργός και νομικός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (στο εξής καλούμενη «η Μ.Α. 2»). Από την πλευρά του καθ'ού η αίτηση κατέθεσε ο ίδιος. Επίσης, κάλεσε και ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον XXXXX Yaslovitzh, δικηγόρο από το Ισραήλ (στο εξής καλούμενος «ο Μ.Υ 1»). ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Α 1 ανάφερε ότι υπηρετεί στο Τ.Α.Ε Λάρνακας και είναι ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης. Στα πλαίσια αυτής, στις 28/12/17 βρισκόταν σε καθήκον όταν παραλήφθηκε αλληλογραφία από την Intrepol Κύπρου όπου αναφέρετο ότι εναντίον του καθ'ού η αίτηση εκκρεμεί διεθνές ένταλμα σύλληψης από τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Διαπιστώθηκε επίσης ότι τα στοιχεία του καθόύ η αίτηση βρισκόντουσαν στον κατάλογο stop list και αφού ανακόπηκε έγιναν εκ μέρους του Τ.Α.Ε οι αναγκαίες διαδικασίες για την έκδοση προσωρινού εντάλματος και την σύλληψη του. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 το προσωρινό ένταλμα σύλληψης, ως Τεκμήριο 3 τον σχετικό όρκο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο για την έκδοση του προσωρινού εντάλματος στο οποίο επισυναπτόταν το Diffusion and Notice Request καθώς και πιστοποιητικό σε σχέση με τα κράτη μέλη που έχουν προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση έκδοσης Φυγοδίκων. Την ίδια ημέρα συνελήφθηκε ο καθ'ού η αίτηση και κατά την σύλληψη του αυτός απάντησε με την ακόλουθη φράση 'I finish my penalty for this case in Israel'. Ακολούθως του επιδόθηκαν τα δικαιώματα επικοινωνίας του (Τεκμήριο 5), τα οποία φέρουν και την υπογραφή του καθ'ού η αίτηση. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας για το πως προέκυψε η εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση, αυτός ανάφερε ότι σε περιπτώσεις σύλληψης ατόμων, εναντίων των οποίων εκκρεμούν διεθνή εντάλματα σύλληψης, υπεύθυνο τμήμα για τον χειρισμό τους, είναι τα επαρχιακά Τ.Α.Ε. Ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την σύλληψη του καθ'ού η αίτηση στο αεροδρόμιο. Επιβεβαίωσε ότι η Αστυνομία δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του ότι, για την συγκεκριμένη υπόθεση, έχει ήδη καταδικαστεί στο Ισραήλ, εφόσον δεν είναι δική της αρμοδιότητα αλλά του Δικαστηρίου. Τέλος επιβεβαίωσε ότι ο καθ'ού η αίτηση κατά τη στιγμή της σύλληψης του επικοινώνησε με τους αστυνομικούς στην αγγλική γλώσσα. Η Μ.Α 2 είναι νομικός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, τοποθετημένη στη Μονάδα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας. Ανάμεσα στα καθήκοντα της είναι και ο χειρισμός αιτημάτων φυγοδίκων. Σε σχέση με την συγκεκριμένη υπόθεση έλαβε τον φάκελο, στο στάδιο της ετοιμασίας την νενομισμένης εξουσιοδότησης, εν αναμονή των εγγράφων έκδοσης. Επιβεβαίωσε ότι υποβλήθηκε αίτημα έκδοσης του καθ'ού η αίτηση από τις ρωσικές αρχές και ειδικότερα από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσίας, ως αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους, μέσω της διπλωματικής οδού. Το αίτημα έκδοσης φέρει ημερομηνίας 22/01/18 και λήφθηκε μέσω ρηματικής διακοίνωσης της Ρωσικής πρεσβείας, ημερομηνίας 25/01/18, και καλύπτεται από επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας της ίδιας ημερομηνίας. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 δέσμη εγγράφων η οποία περιέχει τα ακόλουθα,κατά σειρά, έγγραφα: (α) επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, (β) ρηματική διακοίνωση της πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, (γ) επιστολή από τον Γενικό Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ημερομηνίας 22/01/18, η οποία είναι το επίσημο αίτημα των Ρωσικών Αρχών και επιστολή η οποία συνοδεύεται από το επίσημο αίτημα, ημερομηνίας 22/01/18, που απέστειλε ο Γενικός Εισαγγελέας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, (δ) έγγραφο, ημερομηνίας 14/07/11, για την έναρξη ποινικής υπόθεσης εναντίον του καθ'ού η αίτηση, το οποίο φέρει ως τίτλο «order to institute a criminal case and to take charge of it», (ε) κατηγορητήριο, ημερομηνίας 24/03/15, στο οποίο περιγράφονται τα γεγονότα και τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο καθ΄ού η αίτηση το οποίο φέρει ως τίτλο «order on impleading as accused» καθώς και έγγραφο που το συνοδεύει, (στ) επιστολή, ημερομηνίας 24/03/15, για την καταχώρηση του καθ' ου η αίτηση στην εθνική λίστα των προσώπων των οποίων ζητείται η σύλληψη τους η οποία φέρει ως τίτλο «order on putting of the accused on wanted list» (ζ) επιστολή, ημερομηνίας 14/04/15, για την καταχώρηση του καθ' ου η αίτηση στη διεθνή λίστα προσώπων των οποίων ζητείται η σύλληψη τους, (η) ένταλμα σύλληψης η οποία φέρει ως τίτλο «order on putting of the accused», (θ) επιστολή, ημερομηνίας 21/4/15, βάση της οποίας Δικαστήριο της Ρωσίας (Basmanniy District Court of Moscow) έκρινε προφυλακιστέο τον καθ'ού η αίτηση μέχρι την δίκη του και η οποία τιτλοφορείται «order on the preventive measure in the form of pre-trial detention», (ι) επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας, ημερομηνίας 22/01/18 και 23/03/15, και απάντηση της Intrerpol Ισραήλ ότι, μεταξύ άλλων, ο καθ' όύ η αίτηση βρίσκεται στην επικράτεια του κράτους του Ισραήλ και (κ) αποσπάσματα του ποινικού κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Τα πιο πάνω έγγραφα συνοδεύονταν και με αγγλική μετάφραση. Η εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε ότι όλα τα έγγραφα που έχουν αποσταλεί φέρουν επίσημες σφραγίδες και υπογραφές των αρμόδιων αρχών της Ρωσίας. Τα ρωσικά έγγραφα φέρουν την σφραγίδα της αρχής η οποία τα έχει εκδώσει, μαζί με τη σφραγίδα της αρχής που υποβάλλει το αίτημα δηλαδή της γενικής εισαγγελίας της Ρωσίας και οι μεταφράσεις φέρουν επίσης τη σφραγίδα της γενικής εισαγγελίας της Ρωσίας ως επίσης και τη σφραγίδα πιστού αντιγράφου. Όσον αφορά το ένταλμα σύλληψης στο ρωσικό του κείμενο φέρει τη σφραγίδα της επιτροπής διερεύνησης και στην τελευταία σφραγίδα πιστού αντιγράφου, σφραγίδα του Δικαστηρίου επί της οποίας τέθηκε και η υπογραφή του Δικαστή που το έχει εκδώσει. Πρόσθεσε επίσης ότι στην αγγλική μετάφραση περιέχονται οι ίδιες σφραγίδες μαζί με την μονογραφή του μεταφραστή και διευκρίνισε ότι η αγγλική μετάφραση δεν περιέχει μετάφραση των σφραγίδων, λόγω του ότι, εντός αυτών, τέθησαν οι ίδιες σφραγίδες. Αφού μελέτησε όλα τα έγγραφα που της έχουν αποσταλεί ικανοποιήθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της σύμβασης και του Νόμου για την έκδοση του καθ'ού η αίτηση με βάση το άρθρο 12 2(α) και (β) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την έκδοση Φυγοδίκων. Επίσης ικανοποιήθηκε ότι τηρείται και το εδάφιο 12 2(γ) της εν λόγω Σύμβασης εφόσον έχει δοθεί αντίγραφο των σχετικών άρθρων του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Το ένταλμα σύλληψης που αποστάληκε διαπίστωσε ότι ήταν πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου (officially printed copy). Επίσης ικανοποιήθηκε ότι πληρείτο στην προκειμένη περίπτωση και το άρθρο 7 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970, Ν. 97/1970. Κατάθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 7, επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης προς το Υπουργείο Εξωτερικών, βάση της οποίας ζητήθηκε η έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού ότι η Ρωσική Ομοσπονδία αποτελεί μέλος της Ευρωπαικής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων κατ' εφαρμογή του περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμου 103(I)/2002 και ως Τεκμήριο 8 επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών, ημερομηνίας 11/01/18, προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως στην οποία επισυνάπτεται το πιο πάνω σχετικό πιστοποιητικό καθώς και τις συναφείς Δηλώσεις, Επιφυλάξεις και Ενστάσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας επί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Λόγω του ότι πληροφορήθηκε από τον προϊστάμενο της μονάδας της ότι ο καθ' ου η αίτηση προέβαλε ισχυρισμό ότι για τα ίδια αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του καταδικάστηκε στο Ισραήλ, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, καθηκόντως, απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επίσημη επιστολή, (Τεκμήρια 9 και 9Α) ημερομηνίας 25/1/18, προς το γραφείο του Κρατικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας η οποία συνοδευόταν με διάφορα δικαστικά έγγραφα από το Ισραήλ. Στις 31/1/18 το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα απάντησε με σχετική επιστολή του ως προς τις θέσεις τους αναφορικά με τον ισχυρισμό που προέβαλε ο καθ'ού η αίτηση (Τεκμήριο 10). Η απάντηση που ουσιαστικά έδωσαν οι Ρωσικές Αρχές ήταν ότι απορρίπτουν τους εν λόγω ισχυρισμούς. Επίσης ο ισραηλινός δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση απέστειλε σχετική επιστολή ημερομηνίας 15/03/18 (Τεκμήριο 11) την οποία επίσης το Υπουργείο Δικαιοσύνης προώθησε προς το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσίας. Στην εν λόγω επιστολή επισυναπτόταν το Ισραηλινό κατηγορητήριο καθώς και κάποιες διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από τον Μ.Υ 1 σε σχέση με το ονόματα των ληπτών των οργάνων και των δοτών . Οι Ρωσικές Αρχές απάντησαν με επιστολή τους ημερομηνίας 14/04/18 (Τεκμήριο 12), στην οποία και πάλι απορρίπτουν τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Μ.Υ 1. Ήταν, συνοπτικά, η θέση τους ότι οι ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση περί δίκης και καταδίκης του για τα ίδια αδικήματα στο Ισραήλ είναι ανυπόστατοι καθότι ως αναφέρουν ο καθ' ου η αίτηση στο Ισραήλ δικάστηκε για άλλο αδίκημα και συγκεκριμένα για συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος, δηλαδή εμπορία οργάνων ενώ στο αίτημα που έχει υποβληθεί για έκδοση ζητείται η έκδοση του για τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στην εξουσιοδότηση και στο ένταλμα σύλληψης. Επίσης με βάση τα έγγραφα που τους έχουν αποσταλεί στις διαδικασίες ενώπιον του ισραηλινού Δικαστηρίου δεν αναφέρονται τα ονόματα των θυμάτων που αφορούν τα αδικήματα για τα οποία διώκεται από τις ρωσικές αρχές ο καθ' ου η αίτηση. Άρα, προκύπτει ότι και τα θύματα προφανώς τα οποία αφορούσαν τα αδικήματα ενώπιον των ισραηλινών Δικαστηρίων να ήταν άλλα από τα θύματα τα οποία αφορούν τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του στις Ρωσικές Αρχές. Περαιτέρω οι Ρωσικές Αρχές αναφέρουν ότι ουδέποτε έλαβαν αίτημα δικαστικής συνδρομής από τις αρχές του Ισραήλ στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης που έλαβαν χώρα. Αντεξεταζόμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του καθ'ού η αίτηση, η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι τα έγγραφα που έχουν αποσταλεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι συνταγμένα στη ρωσική γλώσσα και όλα έχουν μεταφρασθεί στην αγγλική. Οι επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιβεβαίωσε η εν λόγω μάρτυρας, είναι η ελληνική και η τουρκική όμως σύμφωνα με τη Σύμβαση τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν δικαίωμα να δηλώσουν σε ποιες γλώσσες θα αποδέχονται και θα υποβάλλουν τέτοιου είδους αιτήματα. Στην προκειμένη περίπτωση η Ρωσική Ομοσπονδία, με σχετική δήλωση της, ανάφερε ότι θα υποβάλει το αίτημά της στη δική της γλώσσα, το οποίο θα το συνοδεύει με αγγλικές μεταφράσεις. Η Κυπριακή Δημοκρατία επίσης με σχετική της δήλωση, με βάση τα άρθρα 23 και 26 της Σύμβασης, δήλωσε ότι αποδέχεται αιτήματα έκδοσης από άλλες χώρες τα οποία είναι μεταφρασμένα στην Αγγλική γλώσσα. Οι σχετικές δηλώσεις της κάθε χώρας περιλαμβάνονται σε ανεξάρτητο έγγραφο από τη Σύμβαση και είναι αναρτημένες στη σχετική ιστοσελίδα της. Διευκρίνισε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία σε συνεννόηση με τη Ρωσική ομοσπονδία έχουν συμφωνήσει προφορικώς, όπως τα έγγραφα έκδοσης να αποστέλλονται μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα. Αρνήθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 12
(2)Β της σύμβασης εφόσον δεν επισυνάπτονται ορθά τα άρθρα για τα οποία ο καθ' ου η αίτηση κατηγορείται. Eπιβεβαίωσε ότι το ένταλμα σύλληψης που συντάχθηκε στη ρωσική γλώσσα φέρει τη σφραγίδα του Δικαστηρίου «Basmanniy» της Ρωσίας και υπογραφή του Δικαστή πάνω σε αυτήν. Η ίδια σφραγίδα, πρόσθεσε, υπάρχει και στην αγγλική μετάφραση στην τελευταία του σελίδα μαζί με την υπογραφή. Ερωτηθείσα κατά πόσο ο Δικαστής έθεσε την υπογραφή του και στο το αγγλικό κείμενο, το οποίο αποτελεί μετάφραση του ρωσικού κειμένου, η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι έχουν αποσταλεί στο Υπουργείο πιστό αντίγραφο του Ρωσικού εντάλματος σύλληψης και μεταφρασμένο αντίγραφο του στα αγγλικά. Από τη στιγμή που η μετάφραση φέρει σφραγίδα Δικαστηρίου και υπογραφή του είναι η ίδια με την υπογραφή που τέθηκε στο πρωτότυπο ρωσικό ένταλμα σύλληψης, εξυπακούεται ότι η μετάφραση τέθηκε ενώπιον του Δικαστή ο οποίος και το σφράγισε και το υπέγραψε στο Αγγλικό κείμενο. Ερωτηθείσα κατά πόσο μπορεί να επιβεβαιώσει ότι η αγγλική μετάφραση των ρωσικών κειμένων που έχουν αποσταλεί είναι ορθή, η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε σύμφωνα με την αρχή της κανονικότητας και της νομιμότητας η οποία διέπει τις διεθνείς συνεργασίες μεταξύ κρατών, οποιαδήποτε επίσημα έγγραφα ληφθούν μεταξύ συμβαλλόμενων κρατών, οφείλει το κράτος που τα λαμβάνει να μην αμφισβητεί ούτε την ορθότητα τους, ούτε το περιεχόμενο τους, ούτε την κανονικότητα τους, πλην των περιπτώσεων όπου τα έγγραφα που έχουν αποσταλεί δεν φέρουν σφραγίδες ή ενδείξεις ότι έχουν υποβληθεί από αρμόδια Δημόσια Αρχή. Ανάφερε επίσης ότι όλα τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο 6 έχουν παραληφθεί από την Πρεσβεία της Ρωσίας και κατατέθηκαν αυτούσια στο Δικαστήριο και αντίγραφα αυτών δόθηκαν στον καθ' ου η αίτηση. Σε σχέση με το ένταλμα σύλληψης στάλθηκε πιστό αντίγραφο από τις Ρωσικές Αρχές καθότι το αυθεντικό ήταν απαραίτητο να παραμείνει στις Ρωσικές Αρχές στα πλαίσια της εθνικής ποινικής τους διαδικασίας. Διευκρίνισε ότι στάλθηκε πιστό αντίγραφο αυτού με βάση το άρθρο 12
(2)(α) της Σύμβασης. Τέλος αρνήθηκε ότι η παρούσα αίτηση δεν πληροί της προϋποθέσεις της σχετικής Νομοθεσίας. Ο καθ' ου η αίτηση ανέφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ότι ο ίδιος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το 1964 μετανάστευσε με την οικογένεια του στο Ισραήλ. Ανάφερε ότι σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ήταν κατηγορούμενος στο Ισραήλ για την ίδια υπόθεση όπου και καταδικάστηκε. Ο ίδιος δεν γνώριζε ότι εκκρεμούσε οποιοδήποτε ένταλμα σύλληψης εναντίον του από τις Ρωσικές Αρχές. Δεν γνωρίζει τον λόγο που εκδόθηκε το εν λόγω ένταλμα εφόσον ποτέ δεν επισκέφθηκε τη Ρωσία ούτε και είχε οποιεσδήποτε συναλλαγές. Στο Ισραήλ, διευκρίνισε, διερευνάτο εναντίον του υπόθεση εμπορίας ανθρώπινων οργάνων. Στα πλαίσια αυτά, αφού συνελήφθηκε από την Αστυνομία, παρέδωσε τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή για να τους αποδείξει ποια ήταν η δική του εμπλοκή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η μόνη του εμπλοκή, όπως ισχυρίσθηκε, ήταν να πωλεί αεροπορικά εισιτήρια στα πρόσωπα που επιθυμούσαν ιατρική περίθαλψη εφόσον ο ίδιος, όπως ισχυρίσθηκε, ήταν σε θέση να τους αγοράσει φθηνότερα εισιτήρια. Τα Ρωσικά ονόματα που αναφέρονται στην παρούσα υπόθεση επιβεβαίωσε ότι δεν αναφέρθηκαν στην δίκη που μεσολάβησε στο Ισραήλ. Ο ίδιος όμως διευκρίνισε ότι ουδέποτε πώλησε οποιαδήποτε αεροπορικά εισιτήρια σε Ρώσους πολίτες εξ' ου και ποτέ δεν βρέθηκαν στην κατοχή του οποιαδήποτε αντίγραφα εισιτηρίων ή αντίγραφα διαβατηρίων Ρώσων πολιτών. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού του υπολογιστή. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο ίδιος μετέβη 3 φορές στην πόλη Πρίστινα του Κοσσόβου, για επαγγελματικούς λόγους ώστε να προκρατήσει ξενοδοχεία για πελάτες του, ως ταξιδιωτικός πράκτορας που είναι. Περί το τέλος του 2012 πληροφορήθηκε ότι τον αναζητούν οι Ισραηλινές Αρχές όπου και το 2013 συνελήφθη και παρέμεινε υπό κράτηση για 8 ημέρες. Βρισκόταν υπό κατ' οίκον περιορισμό εφόσον η διερεύνηση διήρκησε 2 μήνες. Επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά ότι η μόνη εμπλοκή του στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ήταν ότι μόνον για περίοδο 4 μηνών πωλούσε αεροπορικά εισιτήρια γι' αυτήν την ομάδα των εγκληματιών. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με αυτήν, παρά μόνον γνώρισε ένα πρόσωπο επαφής, ο οποίος και του έδιδε σχετικές οδηγίες. Ο ίδιος κατηγορήθηκε στο Ισραήλ ότι αυτούς τους 4 μήνες βοηθούσε την εγκληματική ομάδα με το να της πωλεί αεροπορικά εισιτήρια, κατηγορίες για τις οποίες δήλωσε την παραδοχή του, όπου και του επιβλήθηκε ποινή όπως εκτελέσει 5 μήνες κοινοτικής εργασίας. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε το γεγονός ότι στο Ισραήλ παραδέχθηκε την κατηγορία ότι πώλησε αεροπορικά εισιτήρια στην εν λόγω εγκληματική ομάδα, χωρίς αυτός να είναι μέλος της. Αποδέχθηκε και συμφώνησε με το γεγονός ότι η καταδίκη του στο Ισραήλ δεν αφορά αδικήματα αφαίρεσης και μεταμόσχευσης οργάνων ανθρώπινης προέλευσης, ούτε και αδικήματα που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η υπόθεση για την οποία παραδέχθηκε και καταδικάστηκε στο Ισραήλ δεν είναι η ίδια υπόθεση με αυτήν για την οποία ζητείται η έκδοση του στην Ρωσία. Διευκρίνισε ότι αυτή αφορά πρόσωπα τα οποία ο ίδιος δεν γνώρισε ποτέ και αφορά αδικήματα για τα οποία ο ίδιος παραδέχθηκε στο Ισραήλ. Διευκρίνισε ότι ο λόγος που δεν αναφέρθηκαν τα Ρωσικά ονόματα των πολιτών κατά την δίκη στο Ισραήλ είναι επειδή στο Ισραήλ αναφέρθηκαν μόνο τα ονόματα των ληπτών των οργάνων και όχι των δωρητών, σε αντίθεση με την παρούσα υπόθεση όπου οι Ρώσοι πρόσθεσαν και το όνομα των δωρητών. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο ίδιος μεταξύ της περιόδου Ιανουαρίου 2006 και Ιουλίου 2008 δημιούργησε με άλλα πρόσωπα εγκληματική ομάδα εμπορίας προσώπων με σκοπό την αφαίρεση και εκμετάλλευση ζωτικών οργάνων έχοντας προσωπικό κέρδος, προσθέτοντας ότι ο ίδιος δεν είναι ιατρός. Αρνήθηκε επίσης ότι ήταν πρωτεργάτης και δημιουργός της εν λόγω εγκληματικής ομάδας. Ο Μ.Υ.1 ανάφερε ότι είναι δικηγόρος στο επάγγελμα και ασκεί δικηγορία στο Ισραήλ, εδώ και 15 χρόνια, όπου και ειδικεύεται, κυρίως, στο Ποινικό Δίκαιο. Είναι επίσης Δικαστής στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων. Ξεκαθάρισε από την αρχή ότι ο ίδιος δεν εκπροσώπησε τον καθ' ου η αίτηση στην ποινική δικαστική διαδικασία που έγινε στο Ισραήλ. Η εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση προέκυψε μετά από επικοινωνία που είχε μαζί του ο υιός του καθ' ου η αίτηση όπου τον πληροφόρησε για τη σύλληψη του στην Κυπριακή Δημοκρατία ζητώντας την βοήθεια του. Το πρώτο πράγμα που έπραξε ήταν να ενημερωθεί για τη δικαστική διαδικασία που διεξήχθη στο κράτος του Ισραήλ. Στα πλαίσια της έρευνας του έλαβε από το Δικαστήριο αντίγραφο του κατηγορητηρίου του καθ' ου η αίτηση (Τεκμήριο 13). Αφού διαπίστωσε ότι στο κατηγορητήριο τα ονόματα των ληπτών των οργάνων αλλά και των δοτών ήταν μόνο με τα αρχικά τους ζήτησε διευκρινιστικές ερωτήσεις από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 22/02/18, (Τεκμήριο 14) δίδοντας του τις σχετικές πληροφορίες. Μελετώντας αυτές διαπίστωσε ότι και στις δύο υποθέσεις, δηλαδή της δίκης που διεξήχθη στο Ισραήλ όσο και στα γεγονότα για τα οποία ζητείται η έκδοση του καθ'ού η αίτηση στην Ρωσική Ομοσπονδία τα θύματα, δηλαδή οι δότες των οργάνων, είναι τα ίδια πρόσωπα όπως εξήγησε στο Δικαστήριο. Ο καθ' ου η αίτηση, με βάση το κατηγορητήριο, κατηγορείται για συνομωσία για εμπορία οργάνων και για κυκλοφορία οργάνων. Με βάση την έρευνα του διαπίστωσε ότι επιβλήθηκε στον καθ' ου η αίτηση, μετά από παραδοχή του σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, 5 μήνες κοινοτική εργασία και χρηματικό πρόστιμο (Τεκμήρια 15 και 15Α αντιστοίχως) ως ποινή. Το Δικαστήριο επέβαλε την εν λόγω ποινή εφόσον έλαβε υπόψη του όλους τους μετριαστικούς παράγοντες και ειδικότερα του γεγονότος ότι η συμμετοχή του καθ' ου η αίτηση στην εγκληματική αυτή οργάνωση ήταν περιορισμένη. Έλαβε επίσης υπόψιν του την ηλικία του και το λευκό του ποινικό μητρώο. Για όλα αυτά ενημέρωσε, με σχετική επιστολή του, την Νομική Υπηρεσία της Κύπρου η οποία, με την σειρά της, ενημέρωσε τις Ρωσικές Αρχές. Οι Ρωσικές Αρχές, διευκρίνισε, ότι δεν αποδέχθηκαν τις θέσεις του για τον κύριο λόγο ότι οι Ρώσοι πολίτες, οι οποίοι φέρονται ως παραπονούμενοι με βάση τα γεγονότα για τα οποία ζητείται η έκδοση του καθ'ού η αίτηση, δεν αναφέρονται στη δίκη η οποία διεξήχθη στο Ισραήλ καθώς επίσης και δεν έλαβαν μέρος σε αυτή. Ο ίδιος διαφωνεί με τις θέσεις των Ρωσικών Αρχών για τους λόγους που έχει αναφέρει στην επιστολή του (μέρος του Τεκμηρίου 11). Εάν η Ρωσία ζητούσε την έκδοση του καθ' ου η αίτηση από το Ισραήλ πριν δικασθεί ο ίδιος, τότε το κράτος του Ισραήλ θα μπορούσε να το πράξει, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας αποδέχθηκε το γεγονός ότι τόσο το Ισραήλ όσο και η Ρωσία είναι μέλη της Σύμβασης έκδοσης φυγόδικων. Διερωτήθηκε όμως γιατί η Ρωσία από το 2008, έτος όπου χρονολογούνται τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα, δεν αιτήθηκε την έκδοση του καθ'ού η αίτηση και την αιτείται, σήμερα, με τόση καθυστέρηση. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η Ρωσική Ομοσπονδία υπέβαλε αίτημα έκδοσης του καθ' ου η αίτηση από το Ισραήλ στη Ρωσία στις 08/02/16 χωρίς μέχρι σήμερα να λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Διευκρίνισε επίσης ότι από την έρευνα που διεξήγαγε στο Ισραήλ μπορεί να αναφέρει, με κάθε βεβαιότητα, ότι τέτοιο αίτημα ουδέποτε υπεβλήθη. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση καταδικάστηκε στο Ισραήλ για το αδίκημα της κυκλοφορίας οργάνων και της συνομωσίας για την κυκλοφορία οργάνων όπου και καταδικάστηκε σε 5 μήνες κοινοτική εργασία. Αποδέχθηκε επίσης το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν κατηγορήθηκε στο Ισραήλ για την κατηγορία της εκ προθέσεως πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης η οποία να έγινε από οργανωμένη ομάδα και η οποία να είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια ζωτικών οργάνων. Διευκρίνισε όμως ότι οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι κατηγορήθηκαν και καταδικάσθηκαν για το ίδιο αδίκημα. Για τον καθ' ου η αίτηση δεν υπήρχε τέτοια δυνατή μαρτυρία ώστε να κατηγορηθεί και για το αδίκημα αυτό. Ο καθ'ού η αίτηση δεν μπορεί να κατηγορηθεί την δεδομένη χρονική στιγμή για το αδίκημα της εκ προθέσεως πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης εφόσον αυτή προέρχεται από τα ίδια γεγονότα και τις ίδιες πράξεις για τις οποίες είχε ήδη καταδικασθεί. Επίσης πρόσθεσε ότι εναντίον του καθ'ού η αίτηση διερευνήθηκαν και άλλα αδικήματα για τα οποία οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι στο Ισραηλινό κατηγορητήριο κατηγορήθηκαν, πλην όμως δεν βρέθηκαν εναντίον του καθ'ού η αίτηση οποιαδήποτε ενοχοποιητικά στοιχεία, πέραν αυτών για τα οποία έχει κατηγορηθεί. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι οι τρεις Ρώσοι πολίτες δεν έλαβαν μέρος κατά την ποινική δίκη του καθ'ού η αίτηση στο Ισραήλ, πλην όμως διευκρίνισε η εν λόγω υπόθεση αφορούσε τα ίδια θύματα, τις ίδιες πράξεις και αφορούν τις ίδιες ημερομηνίες. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι τα αδικήματα για τα οποία ο καθ' ου η αίτηση κατηγορείται από τη Ρωσική Ομοσπονδία και ζητείται η έκδοσή του, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Διευκρίνισε επίσης ότι δεν χρειάστηκε να ληφθούν οποιεσδήποτε καταθέσεις από τους Ρώσους πολίτες εφόσον ο καθ' ου η αίτηση παραδέχθηκε αμέσως τη διάπραξη των αδικημάτων. Ερωτηθείς για το που αναγράφονται τα Ρωσικά ονόματα στο κατηγορητήριο του Ισραήλ, θέση την οποία προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι στο Ισραηλινό κατηγορητήριο δεν αναγράφει ποιος δώρισε αυτά τα όργανα αλλά ποιος τα έλαβε. Τέλος, διερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν προσήλθε στην παρούσα δικαστική διαδικασία κάποιος εκπρόσωπος από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας ώστε να καταθέσει επί των γεγονότων για τα οποία ζητείται η έκδοση του καθ'ού η αίτηση και να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο τα γεγονότα είναι διαφορετικά από τα γεγονότα της ποινική υπόθεσης στο Ισραήλ. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους παραπέμποντας το Δικαστήριο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Τα όσα και οι δύο πλευρές ισχυρίστηκαν, μέσω των αγορεύσεων τους, έχουν ληφθεί δεόντως υπόψιν, και αναφορά στο περιεχόμενο τους θα γίνει όταν αυτό κριθεί αναγκαίο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ'ού η αίτηση, δεν αμφισβήτησε επί της ουσίας κατά πόσο συντρέχουν, στην προκειμένη περίπτωση, οι τυπικές προϋποθέσεις που τάσσει η Σύμβαση και ο Νόμος για την έκδοση του καθ'ού η αίτηση. Ούτε και αμφισβήτησε ουσιαστικά τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί στην παρούσα υπόθεση όπως και τη γνησιότητα τους ή ότι δεν είναι πιστά αντίγραφα ή ότι δεν εκδόθηκαν από την Αρμόδια Αρχή. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι αμφισβητήθηκε, σε κάποιο βαθμό, κατά την αντεξέταση της Μ.Α 2 ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν αποτελούν πιστά αντίγραφα εν τη έννοια του Νόμου, εντούτοις όμως η θέση αυτή δεν προωθήθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση την έχει εγκαταλείψει. Η ουσιαστική υπεράσπιση του καθ'ού η αίτηση επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το αίτημα της αιτούσας χώρας για την έκδοση του καθ'ού η αίτηση στην Ρωσική Ομοσπονδία λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και λόγω εφαρμογής της νομικής αρχής "ne bis in idem" και του "rule against jeoperody" βάσει της οποίας ένα πρόσωπο δεν μπορεί να καταδικασθεί δύο φορές για τα ίδια αδικήματα. Ήταν η εισήγηση του ευαπίδευτου συνηγόρου ότι με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα γεγονότα ο καθ'ού η αίτηση για τα ίδια αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του, έχει κατηγορηθεί και καταδικασθεί στο Ισραήλ.Περαιτέρω ήταν η εισήγηση του ότι οι αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας υπέδειξαν υπέρμετρη καθυστέρηση στο να ζητήσουν την έκδοση του καθ'ού η αίτηση με αποτέλεσμα να επηρεαστούν τα δικαιώματα του. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτου συνηγόρου για την αιτούσα χώρα, η οποία, συνοπτικά,εισηγήθηκε ότι ο καθ'ού η αίτηση θα πρέπει να εκδοθεί στην Ρωσική Ομοσπονδία εφόσον στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που τάσσει η σχετική Σύμβαση και ο Νόμος. Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα ότι ο καθόύ η αίτηση δικάστηκε στο Ισραήλ, ήταν η θέση της ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα δεδικασμένου ή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εφόσον τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του καθ'ού η αίτηση στη Ρωσική Ομοσπονδία είναι διαφορετικά από τα αδικήματα για τα οποία καταδικάσθηκε και του επιβλήθηκε ποινή στο Ισραήλ. Περαιτέρω τα θύματα στη Ρωσία, δηλαδή οι Ρώσσοι πολίτες δεν έλαβαν μέρος στη δικαστική διαδικασία που εκτιλύχθηκε στο Ισραήλ. Ως εκ τούτου θα πρέπει ο καθ'ού η αίτηση να παραδωθεί στις Ρωσικές Αρχές και να δικασθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενόσω έδιναν προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο. Η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα και χωρίς κανένα ενδοιασμό αναφέρω ότι όλοι οι μάρτυρες που κατέθεσαν εκ μέρους της αιτούσας αρχής, ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Η μαρτυρία τους κινήθηκε στα πλαίσια των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους, δεν κλονίσθηκε καθόλου συνεπεία της αντεξέτασης τους και ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η μαρτυρία τους δε υποστηρίζεται και από τα σχετικά έγγραφα. Οι εν λόγω μάρτυρες κρίνονται ως αντικειμενικοί, ανεξάρτητοι και χωρίς κανένα προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Ειδικά, όσον αφορά την Μ. 2, η μαρτυρία της, υπήρξε αδιαμφισβήτητη στην ολότητα της. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι το έργο του δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν είναι να αποφασίσει για την ενοχή ή την αθωότητα τoυ καθ' ού η αίτηση ούτε και αξιολογεί σε βάθος τη μαρτυρία για να καταλήξει σε ευρήματα αλλά και ούτε προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της (Αναφορικά με την αίτηση του Serge Efimov
(2009)1 Α.Α.Δ. 326). Το δε Δικαστήριο απλώς τη σχολιάζει (Natalia Konovalova, ECLI:CY:AD:2015:D639, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, 30/09/2015). Το παρόν Δικαστήριο περιορίζεται να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα παραδεκτή μαρτυρία, η οποία περιορίζεται σε έκθεση γεγονότων, δημιουργεί όπως ορίζει το άρθρο 94, Κεφ. 155 "πιθανό Τεκμήριο ενοχής" του καθ'ού η αίτηση. Στην υπόθεση Μελάς v Αρχηγού Αστυνομίας κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ 2261 έχει διευκρινισθεί ότι η διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου έχει ερευνητικό χαρακτήρα, ανάλογο προς εκείνο της προανάκρισης. Αποδέχομαι επίσης την μαρτυρία τόσο του καθ'ού η αίτηση όσο και του Μ.Υ 1, μόνο όμως ως προς τα γεγονότα όπως τα παράθεσαν στο Δικαστήριο και όχι ως προς την έκφραση οποιασδήποτε άποψης και εισήγησης, ειδικότερα του Μ.Υ 1, ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η αρχή "ne bis in idem". Αυτό είναι ζήτημα που θα αποφασίσει το Δικαστήριο αξιολογώντας όλα τα ενώπιον του δεδομένα. Ο καθ' ου η αίτηση μαρτύρησε τα όσα βίωσε αλλά και τα όσα γνωρίζει. Μπορεί να περιέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις αλλά η βασική του θέση ότι δηλαδή δικάστηκε στο Ισραήλ για τα γεγονότα που αναφέρονται στα έγγραφα έκδοσης επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα που ο Μ.Υ 1 κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενισχυτικό γεγονός το οποίο δείχνει ότι ήταν ειλικρινής αλλά και ότι η εκδοχή του ήταν γνήσια αποτελεί το γεγονός ότι ο ίδιος, κατά τη στιγμή της σύλληψης του, ανέφερε αμέσως ότι για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχει δικαστεί στο Ισραήλ, κάτι που ουδόλως αμφισβητήθηκε από την συνήγορο της αιτήτριας χώρας. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε όσα πληροφορήθηκε και όσα γνωρίζει υπό την ιδιότητα του δικηγόρου και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι έθεσε τα γεγονότα όπως είχαν εξελιχθεί στην πραγματικότητα με τέτοιο τρόπο ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Οι αναφορές του τεκμηριώνονται πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια που ο ίδιος κατέθεσε μετά από την έρευνα του. Σημαντικό είναι και πρέπει να λεχθεί ότι η πλευρά της αιτήτριας χώρας δεν αντέταξε οτιδήποτε για να αντικρούσει τη μαρτυρία αυτή. Ακόμα και κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του Μ.Υ.1 δεν τέθηκαν ερωτήσεις αλλά του υποβλήθηκαν οι θέσεις της αιτήτριας χώρας, θέσεις τις οποίες κατέρριψε με τις απαντήσεις του. Ουσιαστικά η ευπαίδευτη συνήγορος για την αιτήτρια δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι πράγματι ο καθ'ού η αίτηση δικάσθηκε στο Ισραήλ. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβήτησε είναι το γεγονός ότι ζητείται η έκδοση του καθ'ού η αίτηση με σκοπό να δικασθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία για διαφορετικά αδικήματα από αυτά που δικάσθηκε στο Ισραήλ. Η ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Η περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νομοθεσία έχει σκοπό να εμποδίσει φυγόδικο, ο οποίος διέπραξε αδίκημα σε μια χώρα, να βρει άσυλο σε άλλη στην οποία καταφεύγει και, έτσι, να αποφύγει τη δίκη και την τιμωρία. Βασίζεται πάνω στις απλές αρχές της δικαιοσύνης. Η νομοθεσία αυτή είναι υψίστης σπουδαιότητας για τη δημόσια απονομή της δικαιοσύνης και την εσωτερική ασφάλεια των διαφόρων χωρών (Altieri (Aρ.2)
(1993)1 ΑΑΔ 576). Στην υπό εξέταση περίπτωση, το αίτημα έκδοσης του καθ'ού η αίτηση, έχει υποβληθεί από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία, έχουν προσχωρήσει στην Σύμβαση (Παράρτημα Β του Τεκμηρίου 3). Η Σύμβαση, αποτελεί μέρος της έννομης τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατόπιν κύρωσης της με τον περί Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόμο του 1970, Νόμος 95/1970 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 95/1970»). Σε ότι αφορά την Ρωσική Ομοσπονδία, ότι δηλαδή έχει κυρώσει την Σύμβαση, παραπομπή γίνεται στο Τεκμήριο 8, το οποίο αποτελεί το Πιστοποιητικό που εξεδόθη από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Συμβάσεων του Υπουργείου Εξωτερικών της Δημοκρατίας κατ' εφαρμογή των προνοιών του περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμου του 2002, Νόμος 103(I)/2002. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός αυτό, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από πλευράς του καθ'ού η αίτηση και ως εκ τούτου δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης Συνεπώς, εφαρμογή, στην προκείμενη περίπτωση, τυγχάνουν οι διατάξεις της Σύμβασης και του κυρωτικού αυτής Νόμου 95/1970, που υπερτερούν (σε ότι αφορά ζητήματα ουσίας) των διατάξεων του Νόμου 97/1970. Η σχέση μεταξύ των δύο νομοθετημάτων έχει επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (In ReEl-Bustani
(1991)1 AAΔ 736). Όπως έχει νομολογηθεί, ο Νόμος 95/70 καθορίζει, με την κύρωση της συνθήκης, τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων μεταξύ των χωρών που προσχώρησαν στην Σύμβαση για την έκδοση φυγοδίκων (άρθρο 12 του Νόμου). Ο νόμος 97/70 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκων. Το άρθρο 9
(5)(γ) του νόμου 97/70 βεβαιώνει ότι το απαιτούμενο για τους σκοπούς έκδοσης αποδεικτικό υλικό, σε χώρες όπου ισχύει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, είναι εκείνο το οποίο προβλέπεται από τη Σύμβαση. Ως προς τις διαδικασίες που αφορούν θέματα έκδοσης φυγοδίκων, είναι σημαντικό να τονισθεί ο γενικός κανόνας ότι, τα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση κράτη μέλη, υπέχουν σχέση αμοιβαιότητας στην τήρηση των αντίστοιχων συμβατικών τους υποχρεώσεων, σεβόμενα ταυτόχρονα τη διαφορετικότητα των νομικών συστημάτων και διαδικασιών (Αναφορικά με την Αίτηση του Γεώργιου Χαρατσίδη, ECLI:CY:AD:2016:A176, Πολιτική Έφεση Αρ. 394/2014, ημερομηνίας 28/3/2016). Η διαδικασία εκδόσεως βασίζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις που προκύπτουν από αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ διαφόρων χωρών, υποχρεώσεων που συνεπάγονται πλήρη ευθύνη και δέσμευση από την κάθε συμβαλλόμενη χώρα (In Re Vaskevich
(1992)1 (A) A.Α.Δ. 136). Οι συμβάσεις για την έκδοση φυγοδίκων δεν υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες ερμηνείας του ημεδαπού δικαίου αλλά επιβάλλεται η ευρεία και φιλελεύθερη ερμηνεία τους για ευόδωση του στόχου στον οποίο αποβλέπουν και που είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα (Hachem
(1991)1 A.A.Δ. 723). Η παρούσα διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου συνιστά πολιτική δικαιοδοσία δεν εξομοιώνεται όμως με αστική αγωγή. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μελάς (ανωτέρω): "Πρόκειται για ειδική διαδικασία προσαρμοσμένη στη φύση του αντικειμένου αίτησης για την έκδοση φυγόδικου. Κύριος σκοπός της είναι η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση του". Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η διαδικασία αιτήματος έκδοσης σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)του Νόμου, ακολουθεί κατά το πλησιέστερο δυνατό την ίδια διαδικασία όπως ο Δικαστής που διεξάγει προανάκριση. Επίσης, σε σχέση με την μαρτυρία που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την εξέταση έκδοσης ή όχι ενός φυγοδίκου, αυτή αποτελείται από τα έγγραφα που παρουσιάζονται και όλη την υπόλοιπη αποδεκτή με βάση το δίκαιο της απόδειξης του κράτους που καλείται να προβεί στην έκδοση μαρτυρία συμπεριλαμβανομένης και αυτής που παρουσιάζει ο καθ' ού η αίτηση για να διαπιστωθεί η γνησιότητα του αιτήματος. Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση όπου εξετάζονται αιτήματα του είδους, είναι, κατά πόσο, έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία (παραδεκτή μαρτυρία κατά το δίκαιο της απόδειξης του κράτους που καλείται να προβεί στην έκδοση - στην προκείμενη περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας) που δικαιολογεί την έκδοση της καθ'ής η αίτηση σύμφωνα με τα όσα η σύμβασης προνοεί. Σύμφωνα με το Νόμο (Ν. 97/70)απαιτούμενα για την έκδοση φυγόδικου είναι τα ακόλουθα: (Α) Ο φυγόδικος πρέπει να διώκεται ή να καταδικάσθηκε δι΄ αδίκημα για το οποίο δύναται να χωρήσει έκδοση εντός της δικαιοδοσίας του ξένου κράτους που αιτείται την έκδοση (άρθρο 3 του Ν.97/70). (Β) Να έχει συναφθεί σύμβαση προς τούτο μεταξύ αιτούντος και αιτούμενου κράτους (άρθρο 5
(1)του Ν.97/70). (Γ) Το αδίκημα να προνοείται στη Συνθήκη Έκδοσης (5
(1)(Α)του Ν.97/70) (Δ) Να προβλέπεται για το αδίκημα ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός
(1)έτους (άρθρο 5
(1)(β)του Ν.97/70). (Ε) Η πράξη ή παράλειψη ή ισοδύναμη πράξη ή παράλειψη που συνιστά το αδίκημα αποτελεί αδίκημα σύμφωνα με τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρο 5
(1)(γ)του Ν.97/70). (ΣΤ) Η αίτηση έκδοσης να συνοδεύεται, σε περίπτωση (α) που διώκεται, από ένταλμα σύλληψης του φυγόδικου που εκδόθηκε από την χώρα που αιτείται την έκδοση του φυγόδικου, (Ζ) Η αίτηση να υποβληθεί διά της διπλωματικής οδού (άρθρο 7
(1)του Ν.97/70) (Η) Η ύπαρξη εξουσιοδότησης για έναρξη διαδικασίας έκδοσης φυγόδικου υπό την εντολή του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (άρθρο 7
(1)του Ν.97/70) (Θ) Ότι τα αποδεικτικά στοιχεία, σε περίπτωση προσώπου που διώκεται διά διάπραξη αδικήματος, που έχουν προσαχθεί είναι επαρκή ώστε να δικαιολογούν την παραπομπή του φυγόδικου σε δίκη εάν τούτο διαπράττετο εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. (Ι) Τα αποδεικτικά στοιχεία θα είναι υπό μορφή και τύπο που ορίζεται στο άρθρο 13
(1)(α)(β)(γ)
(2)(α)(β)(γ) και 4 δηλαδή δεόντως και κυρωμένα έγγραφα ή πιστά αντίγραφα υπό προβλεπόμενου οργάνου ή αυτά ή έστω και αν δεν είναι κυρωμένα έγγραφα ή πιστά αντίγραφα είναι παραδεκτά εφ΄ όσον είναι παραδεκτά ως αποδεικτικά στοιχεία. Ο Νόμος 97/70 προνοεί ότι το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό για σκοπούς έκδοσης σε χώρες που ισχύει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων είναι αυτό που προβλέπεται από τη Σύμβαση. Απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό σύμφωνα με το Νόμο 97/70 είναι η έκθεση γεγονότων από το αιτούν κράτος για χώρες που υπογράφουν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων (Inre El-Bustani(ανωτέρω). Δεν απαιτείται η επισύναψη στην αίτηση μαρτυρίας για την ενοχή του Καθ΄ ου η αίτηση ούτε η δημιουργία πιθανού τεκμηρίου ενοχής του άρθρου 94 του ΚΕΦ. 155. Στην υπόθεση Charles Altieri v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1993)1 ΑΑΔ 576, 583 υπογραμμίζεται ότι η παράγραφος (α) του εδαφίου
(5)του άρθρου 9 του Νόμου 97/70 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση έκδοσης δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων. Εν προκειμένω, στην υπόθεση Hakam Qasem Hussein Badar
(2004)1 Α.Α.Δ. 1625, σε ότι αφορά τις πρόνοιες του Άρθρου 12 της Σύμβασης, αναφέρθηκαν για το ζήτημα τα εξής: «Είναι προφανές ότι με την εν λόγω τροποποίηση του άρθρου 9
(5)(α) δεν τίθεται στην προκειμένη περίπτωση θέμα εφαρμογής των προνοιών του παρά μόνο των προνοιών της Σύμβασης ως προς το τι αποδεικτικά στοιχεία χρειάζονται, και δη του Άρθρου 12.2 το οποίο αναφέρεται σε έκθεση γεγονότων μόνο (ίδε και In reΕlBustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736). Δεν μπορεί λοιπόν να γίνεται λόγος για εφαρμογή του άρθρου 94, ακόμα και αν η περίπτωση θα ήταν κατά τα άλλα κατάλληλη για προσφυγή σε αυτό, που δεν είναι η προκειμένη αφού το θέμα δεν αφορά σύγκρουση μαρτυρίας αλλά τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από αυτή, ή να γίνεται αναφορά στα κρατούντα ως προς τα committalproceedings στην Αγγλία ως ρυθμιστικά του πράγματος. Η οποιαδήποτε αναφορά στη μαρτυρία έχει πολύ περιορισμένο σκοπό και στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να υπάρχει αμβιβολία ότι η μαρτυρία είναι τέτοια που να είναι επαρκής για σκοπούς έκδοσης, τοσούτο μάλλον εν όψει του ότι είναι το Άρθρο 12 της Σύμβασης και όχι το άρθρο 9
(5)(α) του Νόμου 97/70 που εφαρμόζεται». Οι προϋποθέσεις έκδοσης σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου 95/70 είναι οι πιο κάτω:
(1)Η αίτηση για έκδοση υποβάλλεται εγγράφως μέσω της διπλωματικής οδού (άρθρο12
(1)).
(2)Η αίτηση υποστηρίζεται από το πρωτόκολλον ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής καταδικαστικής απόφασης, είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, έχουσα την ίδια ισχύ η οποία εκδίδεται κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος Μέρους (άρθρο 12
(2)(α)).
(3)Υποστηρίζεται από (α) έκθεση των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση (β) ο τόπος (γ) ο χρόνος της πράξης (δ) ο νομικός χαρακτηρισμός (ε) οι παραπομπές στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή οι οποίες να είναι όσο το δυνατό ακριβείς (άρθρο 12
(2)(β)).
(4)Υποστηρίζεται από (α) αντίγραφο του νόμου ή αν δεν είναι εφικτό τούτο δήλωση για το νόμο που εφαρμόζεται (β) ο κατά το δυνατό πιο ακριβής χαρακτηρισμός του εκζητούμενου και κάθε άλλη πληροφορία δυνάμενη να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα του (άρθρο 12
(2)(γ)).
(5)Όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται από το Αιτούν Κράτος είναι είτε στη γλώσσα του αιτούντος Κράτους είτε στη γλώσσα του αιτούμενου Κράτους αλλά το τελευταίο Κράτος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει μετάφραση στη γλώσσα του (άρθρο 23).
(6)Ότι τα αδικήματα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός
(1)έτους ή με αυστηρότερη ποινή (άρθρο 2).
(7)Ότι η συνθήκη δεν τερματίστηκε. Προχωρώ συνεπώς, με γνώμονα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου την τεθείσα μαρτυρία, προς τον σκοπό διαπίστωσης του κατά πόσο πληρούνται στην προκείμενη περίπτωση οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση, ως αυτές τίθενται από την Σύμβαση και το Νόμο. Όπως προκύπτει από την εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (Τεκμήριο 1) αλλά και από το Τεκμήριο 6 το αίτημα για έκδοση του καθ'ού η αίτηση στη Ρωσική Ομοσπονδία υποβλήθηκε γραπτώς, μέσω της διπλωματικής οδού, δηλαδή αποστάληκε μέσω του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επομένως η παράγραφος 12
(1)στην προκειμένη περίπτωση πληρείται. Από τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω προκύπτει χωρίς καμμιά αμφιβολία ότι η υπό εξέταση αίτηση υποβάλλεται από την αρμόδια προς τούτο αρχή της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δηλαδή από το γραφείο του Κρατικού της Εισαγγελέα. Ως εκ τούτου, για σκοπούς εφαρμογής της Σύμβασης, υπεύθυνος φορέας για την εξέταση υποθέσεων έκδοσης στη Ρωσική Ομοσπονδία, παρουσιάζεται το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα το οποίο απέστειλε στην προκείμενη περίπτωση, το προαναφερόμενο γραπτό αίτημα (Τεκμήριο 6), και ως διαπιστώνεται από αυτό, υπογράφεται από κάποιο κ. S.A Karapetyan, λειτουργό στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Το γεγονός της προέλευσης του προαναφερόμενου γραπτού αιτήματος, ότι δηλαδή προέρχεται από το γραφείο του Κρατικού Εισαγγελέα, βεβαιώνεται και από την ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Λευκωσία (Τεκμήριο 6), η οποία ουδόλως έχει αμφισβητηθεί. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Drazova Natalia Sergeenva (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 1373, δεν είναι έργο των αρχών της Δημοκρατίας, ούτε βεβαίως και του Δικαστηρίου, να διερευνήσουν κατά πόσο, το συγκεκριμένο άτομο που υπογράφει την παράκληση της αιτούσας χώρας για συνδρομή, ήταν το αρμόδιο πρόσωπο με βάση τους νόμους της χώρας του να υποβάλει το σχετικό αίτημα. Το Δικαστήριο, για να αποδεχθεί ως έγκυρη την διαδικασία της παράκλησης για συνδρομή, μπορεί να αρκεστεί από το γεγονός ότι, στο εν λόγω έγγραφο, προσδιορίζεται η αιτούσα αρχή και ότι αυτό εξασφαλίστηκε μέσω της διπλωματικής οδού (Re George Smith - Γεώργιος Λουκά
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1827). Στην προκείμενη περίπτωση, το προαναφερόμενο γραπτό αίτημα είναι σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθρου 12.1 της Σύμβασης. Προχωρώ, τώρα, στην εξέταση του κατά πόσο έχει, στην προκείμενη περίπτωση, παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου «το πρωτόκολλον ή επίσηµον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλµατος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδοµένης κατά τας τύπους τους καθοριζοµένους υπό της Νοµοθεσίας του αιτούντος Μέρους» ως ορίζει το άρθρο 12.2(α) της Σύμβασης. Ως παρουσιάζει το προαναφερόμενο γραπτό αίτημα βασίζεται επί εντάλματος σύλληψης (order on the preventive measure in the form of pre-trial detention), που εξέδωσε, σύμφωνα με το γραπτό αίτημα, Δικαστής του Basmanniy District Court of Moscow, στις 21/4/15 (βλέπε σελίδα 101 του Τεκμηρίου 6). Το εν λόγω ένταλμα παρουσιάζεται ότι φέρει σφραγίδα και υπογραφή. Βασίζεται επί ποινικής υπόθεσης που εξετάζεται εναντίον τoυ καθ'ού η αίτηση, για συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα βάση του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και ειδικότερα στα έγγραφα τα οποία φέρουν ως τίτλο ΄order to institute a criminal case΄ και 'order on impleading as accused', ημερομηνίας 14/7/2011 και 24/3/15 αντιστοίχως, τα οποία αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 6. Ως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Drazova Natalia Sergeenva(ανωτέρω), το λεκτικό του εντάλματος σύλληψης του καθ'ου η αίτηση, επί του οποίου βασίζεται το αίτημα για συνδρομή, δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία, ούτε είναι απαραίτητο να συνάδει με τον τρόπο που εκδίδονται ανάλογα εντάλματα σύλληψης στην Κύπρο. Αρκεί αν, από το περιεχόμενο του εγγράφου που παρουσιάζεται ότι συνιστά πιστοποιημένο αντίγραφο εντάλματος σύλληψης του καθ' ου η αίτηση, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Yevgen Shylenko
(2005)1Β Α.Α.Δ 1111. Στην προκειμένη περίπτωση η υπογραφή του φυσικού δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα και η σφραγίδα της αιτούσας χώρας, καθιστούν το ένταλμα πέρα από πιστό αντίγραφο. Η ερμηνεία της σημασίας του εντάλματος (ειδικότερα ως προς τις νομικές του επιπτώσεις), είναι ζήτημα του αρμόδιου Δικαστηρίου της χώρας που υποβάλλει το αίτημα έκδοσης και όχι του παρόντος Δικαστηρίου που εξετάζει το αίτημα (Victor Nicolaevich Makushin, Πολιτική Εφεση Αρ. 370/11, 29/03/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, το προαναφερόμενο έγγραφο, «Order on the preventive measure in the form of pre-trial detention», έχει τα χαρακτηριστικά δικαστικής πράξης, και ως εκ τούτου, το αποδέχομαι (σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αρχές της νομολογίας) ως το έγγραφο που το Άρθρο 12.2(α) της Σύμβασης προϋποθέτει ότι έπρεπε να παρουσιαστεί προς υποστήριξη του αιτήματος για συνδρομή. Όπως η Μ.Α2 επεξήγησε, περαιτέρω, πρόκειται για πιστό αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης, εφόσον το πρωτότυπο βρίσκεται στην κατοχή των Ρωσικών Αρχών. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι το ένταλμα σύλληψης αποτελεί επίσημο αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση ικανοποιείται και η προϋπόθεση του άρθρου 12
(2)(α). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ'ού η αίτηση ουδόλως αμφισβήτησε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν αποτελεί ένταλμα σύλληψης. Σε ότι δε αφορά το κατά πόσο υπάρχει στο εν λόγω έγγραφο περιγραφή των πράξεων που στοιχειοθετούν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοσής του καθ'ού η αίτηση, αρκεί να γίνει παραπομπή στην μετάφραση του εντάλματος στην αγγλική γλώσσα, στο οποίο καταγράφονται όλα τα αδικήματα (με αναφορά στο Άρθρο της σχετικής νομοθεσίας, δίδοντας και γενική περιγραφή τους) σε σχέση με τα οποία υποβάλλεται το Αίτημα αλλά και στα υπόλοιπα έγγραφα που περιέχονται στο Τεκμήριο 6 στα οποία γίνεται αναφορά στα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτό βάση των οποίων στοιχειοθετούνται οι κατ'ισχυρισμόν κολάσιμες πράξεις του καθ'ού η αίτηση. Η έκθεση πράξεων όπως η Μ.Α 2 ανάφερε είναι το ίδιο το κατηγορητήριο ('order on impleading as accused') καθώς και το έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται ΄order to institute a criminal case and to take charge of it΄. Ως ανάφερε η Μ.Α 2 του Υπουργείο Δικαιοσύνης βασίσθηκε πάνω σε αυτά τα έγγραφα και εξέδωσε την σχετική εξουσιοδότηση (Τεκμήριο 1). Στα εν λόγω έγγραφα περιγράφονται λεπτομερώς οι ενέργειες στις οποίες φέρεται να προέβη ο καθ'ού η αίτηση. Αφού μελέτησα τα εν λόγω έγγραφα κατέληξα ότι, μεμονωμένα και συνολικά ιδωμένα, αποτελούν την έκθεση των πράξεων, την οποία απαιτεί το άρθρο 12.2(β) του σχετικού νόμου. Είναι λοιπόν φανερό ότι υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 12.2(β) το οποίο απαιτεί όπως στην έκθεση των πράξεων αναφέρεται ο κατά νόμον χαρακτηρισμός καθώς οι νομοθετικές διατάξεις που τυγχάνουν εφαρμογής. Είναι αδιάφορο κατά την άποψη μου το γεγονός ότι στον τίτλο τους περιγράφονται ως πιο πάνω και όχι ως «έκθεση πράξεων», όρος ο οποίος αναφέρεται στο Νόμο (Αναφορικά με την αίτηση του Valery Mechanov (αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1228). Η προσαγωγή της προβλεπόμενης από το Άρθρο 12.2(β) της Σύμβασης έκθεσης των πράξεων, αποβλέπει στη σαφή πληροφόρηση, τόσο του ίδιου του εκζητούμενου προσώπου, όσο και των αρχών της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, περί των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση του συγκεκριμένου προσώπου (Αναφορικά με την αίτηση του Ivan Kolesnikov
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 594). Στην υπόθεση Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1228, έχει λεχθεί ότι το άρθρο12
(2)(β) δεν περιέχει διάταξη για ειδικό έγγραφο στο οποίο να αναφέρονται όλα μαζί τα γεγονότα. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Από τη σχετική διάταξη του νόμου δεν συνάγεται υποχρέωση από τη χώρα που ζητά την έκδοση να συγκεντρώνει τα γεγονότα σε ένα μοναδικό και τυποποιημένο έγγραφο. Δυσκολεύομαι να αποδώσω τέτοια πρόθεση στους συντάκτες της Σύμβασης να δημιουργήσουν τέτοια στεγανά. Δεν έχει θέση, κατά τη γνώμη μου, η προτεινόμενη συσταλτική ερμηνεία. Θα μπορούσε για παράδειγμα να γίνει παραπομπή σε άλλο έγγραφο, το οποίο περιέχει συμπληρωματικούς ισχυρισμούς. Ως ένα βαθμό αυτό έγινε στην παρούσα περίπτωση, όπως μπορεί να συναχθεί από την παράγραφο την οποία αντέγραψα από την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα για την ποινική δίωξη του αιτητή.» Στην προκείμενη περίπτωση, ικανοποιούμε ότι από το περιεχόμενο του γραπτού αιτήματος του γραφείου του Κρατικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, (Τεκμήριο 6), παρουσιάζει, ότι έχει εκτεθεί προς το Δικαστήριο σαφής περιγραφή των γεγονότων (ισχυριζόμενες αξιόποινες πράξεις, χρόνος και τόπος διάπραξης τους), που, αν αποδειχθούν, θα συνιστούν τα αδικήματα που καταλογίζονται στον καθ'ού η αίτηση, τα οποία αδικήματα προσδιορίζονται με ακρίβεια, με παραπομπή στις σχετικές διατάξεις της αλλοδαπής νομοθεσίας. Σημειώνω, εδώ, ότι, από τα όσα έχω ενώπιον μου, ικανοποιούμαι ότι τα γεγονότα συνδέουν τον καθ'ού η αίτηση με την διάπραξη των ισχυριζόμενων αδικημάτων στην πόλη Πρίστινα του Κοσσόβου, χωρίς να υπεισέρχομαι σε θέματα ουσίας που αφορούν, αν πράγματι από αυτά, ως θα εκτεθούν στην πλήρη έκταση τους κατά την δίκη του καθ' ου η αίτηση στην Ρωσική Ομοσπονδία. Το παρόν Δικαστήριο, δεν έχει δικαιοδοσία εξέτασης εάν έχουν διαπραχθεί τα γεγονότα ως έχουν παρουσιαστεί. Θεωρώ ότι στην υπό κρίση αίτηση η δέσμη εγγράφων, Τεκμήριο 6, περιέχει αναλυτικά και σε μεγάλη έκταση όλο το φάσμα των ενεργειών που αποδίδονται στον καθ΄ού η αίτηση, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εντοπίσει και αντιληφθεί με ευκολία την αξιόποινη συμπεριφορά που αποδείδεται σε αυτόν και ποια ποινικά αδικήματα κατ΄ίσχυρισμό διαπράττονται με βάση τις πρόνοιες της ισχύουσας νομοθεσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Όσον αφορά την απαιτούμενη από το άρθρο 12.2(γ) της Σύμβασης παρουσίαση αντιγράφων των κατ' εφαρμογή διατάξεων κατά το χρόνο που αποδίδεται στον Καθ' ου η Αίτηση η αξιόποινη συμπεριφορά (Natalia Konovalova (ανωτέρω) ως αυτή καθορίζεται στην αίτηση του γραφείου του Κρατικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας η προσαχθείσα μαρτυρία αποκαλύπτει τα εξής. Στο έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται ως 'Extract from the Criminal Code of the Russian Federation΄ (Σελ. 113 του Τεκμηρίου 6) περιλαμβάνονται αποσπάσματα του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας για τα οποία ζητείται η έκδοση του καθ΄ού η αίτηση με σκοπό να εκδικαστεί για τα αδικήματα της εμπορίας προσώπων και της εκ προθέσεως βλάβης στην υγεία προσώπου που προκάλεσε απώλεια οργάνου. Ως προς το ότι δεν έχει επέλθει παραγραφή της ευχέρειας δίωξης του καθ'ού η αίτηση, παραπομπή γίνεται στην επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ημερομηνίας 22/1/18 (μέρος του Τεκμηρίου 6) όπου αναφέρεται αυτολεξεί ότι: «The statute of limitations to bring Harel M. to criminal liability has not run out, and he does not enjoy the immunity from criminal prosecution. » Με δεδομένο, ότι, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να θέτει υπό αμφισβήτηση ότι τα αντίγραφα των διατάξεων που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο (ως έχει προαναφερθεί), αποτελούν το ισχύον νομικό καθεστώς κατά το χρόνο που αποδίδεται στον καθ'ού η αίτηση η αξιόποινη συμπεριφορά (σε ότι αφορά τα συγκεκριμένα αδικήματα), αποδέχομαι ότι, αυτά, αποτελούν τα στοιχεία που απαραιτήτως έπρεπε να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο σε ότι αφορά την αλλοδαπή νομοθεσία και ότι υπάρχει, σχετικά, συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου 12.2(γ) της Σύμβασης. Τέλος, σε ότι αφορά την άλλη προϋπόθεση που επίσης τίθεται από το Άρθρο 12.2(γ) της Σύμβασης, ήτοι, . ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισµός του καταζητουµένου ατόµου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναµένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου», διαπιστώνονται από την προσκομισθείσα μαρτυρία, τα εξής. Κατ' αρχήν, ως προς το ότι ο καθ'ού η αίτηση ταυτίζεται με τον εκζητούμενο, από τις αρχές της Ρωσικής Κράτους του Ισραήλ, πρόσωπο, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του καθ'ού η αίτηση (Andrei Ghincul, Πολιτική ECLI:CY:AD:2016:D70, Αίτηση Αρ. 3/2016, 05/02/2016). Σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία που εστάλησαν από το γραφείο του Κρατικού Εισαγγελέα, συνοδευτικά του αιτήματος για έκδοση, αποδεικνύουν την ταυτότητα του καθ' ού η αίτησης, ως του φυγόδικου, στον απαιτούμενο βαθμό ( φωτογραφία στο Παράρτημα Α του Τεκμηρίου 3). Συσχετίζοντας αυτά τα στοιχεία και με την μαρτυρία του Μ.Α 1, ικανοποιούμαι ότι ενώπιον μου σε αυτήν την διαδικασία ο φυγόδικος είναι πράγματι ο καθ'ού η αίτηση. Αυτά, σε ότι αφορά τα στοιχεία που απαραιτήτως έπρεπε να παρουσιαστούν προς υποστήριξη του αιτήματος, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 12 της Σύμβασης. Επίσης στη βάση των όσων έχουν λεχθεί ανωτέρω ισχύουν και όλες οι προυποθέσεις του ο Ν. 97/1970τάσσει. Έχοντας ικανοποιηθεί για την ύπαρξη τους, προχωρώ στο να εξετάσω κατά πόσο κωλύεται η έκδοσης του καθ'ού η αίτηση, ένεκα οποιασδήποτε επιφύλαξης που τίθεται στην Σύμβαση. Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΜΦΟΤΕΡΟΠΛΕΥΡΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ Απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας της αίτησης είναι η ικανοποίηση του κανόνα της διπλής, άλλως αμφοτερόπλευρης, εγκληματικότητας. Το Άρθρο 2 της Σύμβασης διαλαμβάνει ότι: «1. Έκδοσις ενεργείται διά πράξεις κολασίµους υπό των Νόµων του αιτούντος Μέρους και του Μέρους παρ' ου αιτείται η έκδοσις, αίτινες τιµωρούνται διά ποινής στερήσεως της ελευθερίας ή διά µέτρου ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή αυστηροτέρας ποινής.». Σύμφωνα με το άρθρο 2.1 του Νόμου 95/70 η έκδοση ενεργείται για πράξεις κολάσιμες κατά τους νόμους του αιτούντος μέρους και του μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση, οι οποίες τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός χρόνου. ΄Οπως αναφέρθηκε στην υπόθεση In re Hachem (ανωτέρω)η μαρτυρία για την έκδοση φυγοδίκου εξετάζεται με αναφορά στα αδικήματα που προσδιορίζονται στην εξουσιοδότηση, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν στα τυπικά τους στοιχεία με εκείνα που αναγράφονται στο ένταλμα σύλληψης. Σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, το κριτήριο κατά την απόφαση έκδοσης φυγοδίκου δεν είναι το κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου, αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτής. Η έρευνα της μαρτυρίας συγκεντρώνεται στα αδικήματα που προσδιορίζονται στην εξουσιοδότηση, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν στα τυπικά τους στοιχεία με εκείνα που αναγράφονται στο ένταλμα σύλληψης (Αναφορικά με την αίτηση του Andrei Golov ανωτέρω). Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει ταύτιση των ποινικών αδικημάτων στις δύο χώρες, αλλά, απλώς, να συνυπάρχει το στοιχείο της αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας, δηλαδή, να στοιχειοθετείτε από την ίδια μαρτυρία, η διάπραξη αδικημάτων τόσο στη χώρα που επιδιώκει την έκδοση, όσο και στη χώρα που θα προβεί στην έκδοση (Natalia Konovalova, ανωτέρω). Συνεπώς, σε ότι αφορά την υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο, δεν μπορεί παρά να λάβει ως δεδομένο ότι η συμπεριφορά που καταλογίζεται από τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας στον καθ'ού η αίτηση (ως έχει προαναφερθεί), συνιστά κολάσιμη πράξη (πράξεις) κατά το δίκαιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, τιμωρούμενη με ποινές στερητικές της ελευθερίας, τουλάχιστον ενός έτους. Από το έγγραφο 'Extract from the Criminal Code of the Russian Federation' προκύπτει ότι τα εν λόγω αδικήματα για τα οποία θα διωχθεί ο καθ'ού η αίτηση τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι 8 ετών για το αδίκημα της εκ προθέσεως πρόκλησης βλάβης στην υγεία προσώπου που προκάλεσε απώλεια οργάνου ενώ για την εμπορία οργάνων προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 5 ετών. Συνεπώς η προβλεπόμενη ποινή για τα συγκεκριμένα αδικήματα σε περίπτωση καταδίκης υπερβαίνει το ένα έτος. Σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία τα, αντιπαραβαλλόμενα στην εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, αδικήματα συνιστούν, πέρα από παράβαση της νομοθεσίας του ρηθέντος κράτους, και παράβαση της Κυπριακής νομοθεσίας και συγκεκριμένα των άρθρων 5 (εμπορία ενηλίκων προσώπων) και 7
(1)(εμπορία και εκμετάλλευση ανθρώπινων οργάνων) του Περί της καταπολέμησης της εμπορίας και της εκμετάλλευσης προσώπων και της προστασίας των θυμάτων Νόμου, Ν.13 (Ι)/2012, των άρθρων 33 (εμπορία ανθρώπινων οργάνων), 35
(1)(β), 35
(1)(γ), 35
(1)(δ), 35
(1)(ε), 35
(1)(στ) και 35
(1)(ζ) (ποινικά αδικήματα και ποινές) του περί Αφαιρέσεων και Μεταμοσχεύσεων των Οργάνων Ανθρώπινης Προελεύσεως Νόμου 127(Ι)/2012 και των άρθρων 20 (αυτουργοί), 21 (ποινικά αδικήματα που διαπράχτηκαν από συναυτουργούς κατά την επιδίωξη κοινού σκοπού), 228 (πράξεις που σκοπεύουν την πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης ή την αποτροπή σύλληψης), 231 (βαριά σωματική βλάβη), 297 (ορισμός ψευδών παραστάσεων), 298 (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις), 234 (τραυματισμός και ανάλογες πράξεις), 300 (απάτη), και 371 (συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, τα οποία επιφέρουν ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους. Επομένως, εφόσον στην υπό κρίση αίτηση τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση τιμωρούνται με βάση τους νόμους και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών με στέρηση της ελευθερίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος, πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 2.1. της Συνθήκης για να χωρήσει έκδοση του καθ'ού η αίτηση. Οι πράξεις δηλαδή που αποδίδονται στον καθ΄ού η αίτηση είναι ποινικά κολάσιμες από το δίκαιο και των δύο χωρών. ΘΕΣΕΙΣ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΚΑΘ'ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ Ως έχει αναφερθεί, ανωτέρω, η υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση περιστράφηκε κυρίως στο γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση για τις ίδιες πράξεις και για τα ίδια αδικήματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση του, ήδη κατηγορήθηκε, καταδικάστηκε τελεσιδίκως και του επιβλήθηκε ποινή από Ισραηλινό Δικαστήριο. Ενόψει αυτών των δεδομένων ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η αρχή της φυσικής Δικαιοσύνης "ne bis in idem" ή η απαγόρευση της διπλής διακινδύνευσης σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να διώκεται ή να δικάζεται κανείς δύο φορές για τις ίδιες πράξεις, πραγματικά περιστατικά ή συμπεριφορά. Αντίθετη βεβαίως ήταν η θέση της ευπαίδευτου συνηγόρου της αιτήτριας χώρας η οποία υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής η νομική αρχή "ne bis in idem". Και τούτο γιατί ζητείται η έκδοση του καθ' ου η αίτηση για να δικαστεί από τις αρχές τις Ρωσικής Ομοσπονδίας για τα αδικήματα (α) της εμπορίας προσώπων και (β) της εκ προθέσεως πρόκλησης σοβαρής βλάβης στην υγεία προσώπου που προκάλεσε απώλεια οργάνου. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια, ο καθ' ου η αίτηση στην ποινική του δίκη στο Ισραήλ παραδέχθηκε διαφορετικά αδικήματα, ήτοι αυτό της συνομωσίας στην κυκλοφορία ανθρώπινων οργάνων ενώ για το αδίκημα υπό στοιχείο (β) δεν έχει κατηγορηθεί. Συνεπακόλουθα ενώπιων των δικαστηρίων της Ρωσικής ομοσπονδίας ο καθ΄ού η αίτηση θα κατηγορηθεί για άλλα αδικήματα τα οποία έχουν διαφορετικά συστατικά στοιχεία και επιβάλλονται διαφορετικές ποινές. Ως εκ τούτου με βάση αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει την αίτηση. Επί του προκειμένου σχετικό είναι το άρθρο 6
(2)του Νόμου το οποίο κάτω από τον τίτλο «Γεvικoί περιoρισμoί επί της εκδόσεως» διαλαμβάνει ότι: «2) Πρόσωπov διωκόμεvov δι' αδίκημα τι δεv δύvαται vα εκδoθή δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ εις oιovδήπoτε Κράτoς ή χώραv oυδέ δύvαται vα εκδoθή έvταλμα κρατήσεως τoυ ή vα κρατηθή διά τoυς σκoπoύς της τoιαύτης εκδόσεως, εφ' όσov ήθελε φαvή, ως εv τoις αvωτέρω, ότι εάv τo πρόσωπov τoύτo κατηγoρείτo εv τη Δημoκρατία διά τηv διάπραξιv τoυ εv λόγω αδικήματoς θα εδικαιoύτo vα απαλλαγή της κατηγoρίας δυvάμει oιoυδήπoτε καvόvoς δικαίoυ, αφoρώvτoς εις πρoηγoυμέvηv αθώωσιv ή καταδίκηv.» Με βάση την πιο πάνω νομοθετική πρόνοια είναι ξεκάθαρο ότι πρόσωπο δεν δύναται να εκδοθεί δυνάμει του Νόμου, εάν αυτό το πρόσωπο κατηγορείτο στην Κύπρο, ενώπιον Κυπριακών Δικαστηρίων, και θα δικαιούτο να απαλλαγεί των κατηγοριών δυνάμει οποιουδήποτε κανόνα δικαίου, ο οποίος αφορά προηγούμενη καταδίκη ή αθώωση του. Δηλαδή ο καθ'ού η αίτηση θα μπορεί να εγείρει στην παρούσα διαδικασία οποιαδήποτε υπεράσπιση σε σχέση με προηγούμενη αθώωση ή καταδίκη του και η οποία θα μπορούσε να εγερθεί ενώπιον Κυπριακών Δικαστηρίων, ωσάν να δικάζετο από αυτά. Παρόμοια νομοθετική πρόνοια εφαρμόζεται και στην Αγγλία. Παραπέμπω στο νομικό σύγγραμμα Hallsbury's Laws of England, 5th Edition, Τόμος 47, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «632.Rule against double jeopardy. A person's extradition may be barred by reason of the rule against double jeopardy. In the case of an extradition to a category 1 territory, the extradition will be bared if (and only if) it appears that the person would be entitled to be discharged under any rule of law relating to previous acquittal or conviction on the assumption that the conduct constituting the extradition offence constituted an offence in the part of the United Kingdom where the judge exercises jurisdiction and that the person were charged with the extradition offence in that part of the United Kingdom. In the case of an extradition to category 2 territories, the extradition will be barred if (and only if) it appears that the person would be entitled to be discharged under any such rule of law if he were charged with the extradition offence in the part of the United Kingdom where the judge exercises his jurisdiction. The question of whether a person's extradition is barred by reason of the rule against double jeopardy is to be considered by the judge at the extradition hearing. Οι αρχές "ne bis in idem" και "rule against jeorandy" βρίσκουν έρεισμα και στο άρθρο 12
(2)του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι: «Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου διά το αυτό αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου διά την αυτήν πράξιν ή παράλειψιν, εκτός εάν συνεπεία ταύτης προεκλήθη θάνατος.» Το πιο πάνω Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος αντιστοιχεί στο άρθρο 4 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το οποίο τιτλοφορείται «Δικαίωμα κάθε προσώπου να μη δικάζεται ή να τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα» και διαλαμβάνει τα εξής: «
  1. Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού.
  2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εμποδίζουν την επανάληψη της διαδικασίας, σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους για το οποίο πρόκειται, εάν υπάρχουν αποδείξεις νέων ή μεταγενέστερων της απόφασης γεγονότων, ή υπήρξε θεμελιώδες σφάλμα της προηγούμενης διαδικασίας, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. 3.Καμιά απόκλιση από αυτό το άρθρο δεν επιτρέπεται με βάση το άρθρο 15 της Σύμβασης.» Όσον αφορά στο Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος, επισημαίνεται ότι η πρόνοια αυτή προσέδωσε συνταγματική ισχύ σε καλά παγιωμένες αρχές του αγγλικού δικαίου, η δε αρχή ne bis in idem ίσχυε πάντοτε στην Κύπρο και ήταν και νομοθετικά διατυπωμένη στο Cyprus Courts of Justice Order 1882 (σύγγραμμα Α. Λοΐζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, σελ. 84). Η αρχή έχει επίσης ενσωματωθεί στο άρθρο 35 [1] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ενώ στο άρθρο 69
(1)(β)[2]2 του Κεφ. 155 γίνεται πρόνοια για τις ειδικές απαντήσεις που άμεσα σχετίζονται με την εν λόγω αρχή, οι οποίες είναι γνωστές στο αγγλικό κοινοδίκαιο ως autrefois convict και autrefois aquit. Στην υπόθεση Τ. Κονέ ν. Φλουρή, Ποινική Έφεση 209/13, ημερομηνίας 5.3.15 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: « Το δόγμα του δεδικασμένου στη σφαίρα του ποινικού δικαίου εφαρμόζεται υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro una et eadem causa ή, nemo debet bis puniri pro unadelicto, δηλαδή κανένας δεν υποβάλλεται για δεύτερη φορά στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως το «rule against double jeopardy» (Bλ.το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2015 Ed., παράγραφο 4-221). Για να μπορεί να εφαρμοστεί το δόγμα, πρέπει ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης σε προηγούμενη υπόθεση για το ίδιο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Η λέξη «αδίκημα» (offence)κατά τον Lord Devlin στην υπόθεση Connelly v. Director of Public Prosecutions[ 1964] Α.C. 1254, περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα που συνιστούν το αδίκημα όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για να είναι εφαρμοστέο το δόγμα πρέπει να πρόκειται για το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο.» Στην ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου στην υπόθεση 32370/14 Δημοκρατία v Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και άλλων ημερομηνίας 05/05/15 το ζήτημα του δεδικασμένου, της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας βάση της αρχής 'ne bis in idem' και του δόγματος του 'autrefois aquit' έτυχε ενδελεχούς εξέτασης. Παραπέμπω αυτούσιο στο σχετικό απόσπασμα, το οποίο υιοθετώ πλήρως και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: «Στην υπόθεση Connelly (ανωτέρω) κατ΄ ακρίβειαν ο Λόρδος Morris διατύπωσε τις αρχές που κατά την άποψη του αφορούν την ειδική απολογία του autrefois acquit. Ανάμεσα σε αυτές τις αρχές συμπεριλαμβάνονται και αυτές βάσει των οποίων δύναται να γίνει επίκληση του δόγματος autrefois acquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μια για την οποία θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να καταδικασθεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου ή αν η νεώτερη κατηγορία είναι στην πραγματικότητα η ίδια με την παλαιότερη ή είναι κατ΄ ουσίαν η ίδια με αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ή διαφορετικό αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί. Συγκεκριμένα στη σελίδα 1305 αναφέρει, μεταξύ άλλων: "....In my view, both principle and authority establish:
(1)that a man cannot be tried for a crime in respect of which he has previously been acquitted or convicted;
(2)that a man cannot be tried for a crime in respect of which he could on some previous indictment have been convicted;
(3)that the same rule applies if the crime in respect of which he is being charged is in effect the same, or is substantially the same, as either the principal or a different crime in respect of which he has been acquitted or could have been convicted or has been convicted;
(4)that one test as to whether the rule applies is whether the evidence which is necessary to support the second indictment, or whether the facts which constitute the second offence, would have been sufficient to procure a legal conviction upon the first indictment either as to the offence charged or as to an offence of which, on the indictment, the accused could have been found guilty;... " (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η σχετική περικοπή από το σύγγραμμα Archbold του 2015] έχει ως εξής: "In Connelly v. DPP [1964] A.C. 1254, the House of Lords approved the general rule explained by Lord Cockburn C.J. in R. v. Elrington
(1861)1 B. & S. 688, to the effect that no man should be punished twice for an offence arising out of the same or substantially the same set of facts and that to do so would offend the established principle that there should be no sequential trials for offences on an ascending scale of gravity. This rule is not part of the doctrine of autrefois (post, §§ 4-183 et seq.), but should, in the absence of special circumstances, give rise to the exercise of the wider discretionary power to stay proceedings which constitute an abuse of the process of the court: R. v. Beedie [1997] 2 Cr.App.R. 167, CA (charge of manslaughter should have been stayed where the accused had already been dealt with for a summary offence relating to the defective state of a gas installation which had resulted in the relevant death; the public interest in a prosecution for manslaughter and the understandable concern of the victim's family did not give rise to special circumstances)." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Βεβαίως πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ βάσει της γενικής αρχής θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα τα οποία προκύπτουν από το ίδιο πλαίσιο γεγονότων, δεν συνιστά κατ' ανάγκη κατάχρηση της διαδικασίας το γεγονός ότι ένα άτομο διώκεται για αδίκημα το οποίο θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί στην προηγούμενη διαδικασία. Είναι σημαντικό να εξετασθεί η φύση της δεύτερης διαδικασίας. Παραθέτουμε αυτούσια δύο σχετικά αποσπάσματα από την υπόθεση Connelly (ανωτέρω) όπου αρχικά στη σελίδα 1347 ο Λόρδος Devlin αναφέρει: "I consider it to be within this power for the court to declare that the prosecution must as a general rule join in the same indictment charges that "are founded on the same facts, or form or are a part of a series of offences of the same or a similar character" (I quote from the Indictments Act, 1915, Schedule I, rule 3 , which I shall later examine); and power to enforce such a direction (as indeed is already done in the civil process) by staying a second indictment if it is satisfied that its subject-matter ought to have been included in the first". Και στη σελίδα 1360: "But a second trial on the same or similar facts is not always and necessarily oppressive, and there may in a particular case be special circumstances which make it just and convenient in that case. The judge must then, in all the circumstances of the particular ease, exercise his discretion as to whether or not he applies the general rule."» Στην υπόθεση Γεώργιος Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 494 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με τις αρχές που διέπουν το δεδικασμένο σε ποινικές υποθέσεις: «...Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata», 2nd ed,. σελ. 272: "Not only is the plea available in respect of any repetition of the actual charge of which the accused has previously been acquitted: he is also protected on counts on which the jury could have convicted him in the earlier proceedings, even though he was not in them made the subject of a formal acquittal on such counts". Σε μετάφραση: «Όχι μόνο το δόγμα είναι διαθέσιμο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες οι ένορκοι θα μπορούσαν να τον καταδικάσουν στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν είχε τύχει τυπικής αθώωσης». Η αρχή την οποία επικαλείται το πιο πάνω σύγγραμμα έχει τεθεί στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Connelly v. Director of Public Prosecution
(1964)Α.C. 1254 - απόφαση του Lord Morris, στη σελ. 1311: "The authorities to which I have referred show that the plea of autrefois acquit has availed if the charge contained in a later indictment is one of which a man could have been convicted on the trial of the earlier indictment." Σε μετάφραση: «Οι αυθεντίες στις οποίες έχω αναφερθεί δείχνουν ότι μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος του autrefois acquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μια για την οποία ένας θα μπορούσε να καταδικαστεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου». Σημειώνεται ότι η Aγγλική και Κυπριακή νομολογία συνάδουν με την ερμηνεύσασα το άρθρο 4 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ), το οποίο στην υπόθεση Zolotukhin v. Russia (Ευρεία Σύνθεση), Application 14939/03, ημερομηνίας 10.2.09, ερμήνευσε ότι το εν λόγω άρθρο απαγορεύει να διωχθεί και να δικαστεί ένα άτομο για μια δεύτερη «παράβαση» στον βαθμό που η τελευταία έχει ως πηγή γεγονότα ταυτόσημα ή γεγονότα που στην ουσία τους είναι ίδια (παρ. 82 της απόφασης). Περαιτέρω, με το εν λόγω άρθρο απαγορεύεται η ποινική δίωξη ή καταδίκη του ίδιου ατόμου για μια παράβαση για την οποία έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί «με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους αυτού». Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω υπόθεση, όπου το Δικαστήριο κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις διάφορες προσεγγίσεις (approaches) που επικρατούσαν, μέχρι στιγμής, επί του συγκεκριμένου ζητήματος: «
  1. The Court considers that the existence of a variety of approaches to ascertain whether the offence for which an applicant has been prosecuted is indeed the same as the one of which he or she was already finally convicted or acquitted engenders legal uncertainty incompatible with a fundamental right, namely the right not to be prosecuted twice for the same offence. It is against this background that the Court is now called upon to provide a harmonised interpretation of the notion of the "same offence" - the idem element of the non bis in idem principle - for the purposes of Article 4 of Protocol No.
  2. While it is in the interests of legal certainty, foreseeability and equality before the law that the Court should not depart, without good reason, from precedents laid down in previous cases, a failure by the Court to maintain a dynamic and evolutive approach would risk rendering it a bar to reform or improvement (see Vilho Eskelinen and Others v. Finland [GC], no. 63235/00, § 56, ECHR 2007‑II).
  3. An analysis of the international instruments incorporating the non bis in idem principle in one or another form reveals the variety of terms in which it is couched. Thus, Article 4 of Protocol No. 7 to the Convention, Article 14 § 7 of the United Nations Covenant on Civil and Political Rights and Article 50 of the Charter of Fundamental Rights of the European Union refer to the "[same] offence" ("[même] infraction"), the American Convention on Human Rights speaks of the "same cause" ("mêmes faits"), the Convention Implementing the Schengen Agreement prohibits prosecution for the "same acts" ("mêmes faits"), and the Statute of the International Criminal Court employs the term "[same] conduct" ("[mêmes] actes constitutifs") . The difference between the terms "same acts" or "same cause" ("mêmes faits") on the one hand and the term "[same] offence" ("[même] infraction") on the other was held by the Court of Justice of the European Union and the Inter-American Court of Human Rights to be an important element in favour of adopting the approach based strictly on the identity of the material acts and rejecting the legal classification of such acts as irrelevant. In so finding, both tribunals emphasised that such an approach would favour the perpetrator, who would know that, once he had been found guilty and served his sentence or had been acquitted, he need not fear further prosecution for the same act (see paragraphs 37 and 40 above).
  4. The Court considers that the use of the word "offence" in the text of Article 4 of Protocol No. 7 cannot justify adhering to a more restrictive approach. It reiterates that the Convention must be interpreted and applied in a manner which renders its rights practical and effective, not theoretical and illusory. It is a living instrument which must be interpreted in the light of present-day conditions (see, among other authorities, Tyrer v. the United Kingdom, 25 April 1978, § 31, Series A no. 26, and Christine Goodwin v. the United Kingdom [GC], no. 28957/95, § 75, ECHR 2002‑VI). The provisions of an international treaty such as the Convention must be construed in the light of their object and purpose and also in accordance with the principle of effectiveness (see Mamatkulov and Askarov v. Turkey [GC], nos. 46827/99 and 46951/99, § 123, ECHR 2005‑I).
  5. The Court further notes that the approach which emphasises the legal characterisation of the two offences is too restrictive on the rights of the individual, for if the Court limits itself to finding that the person was prosecuted for offences having a different legal classification it risks undermining the guarantee enshrined in Article 4 of Protocol No. 7 rather than rendering it practical and effective as required by the Convention (compare Franz Fischer, cited above, § 25).
  6. Accordingly, the Court takes the view that Article 4 of Protocol No. 7 must be understood as prohibiting the prosecution or trial of a second "offence" in so far as it arises from identical facts or facts which are substantially the same.
  7. The guarantee enshrined in Article 4 of Protocol No. 7 becomes relevant on commencement of a new prosecution, where a prior acquittal or conviction has already acquired the force of res judicata. At this juncture the available material will necessarily comprise the decision by which the first "penal procedure" was concluded and the list of charges levelled against the applicant in the new proceedings. Normally, these documents would contain a statement of facts concerning both the offence for which the applicant has already been tried and the offence of which he or she stands accused. In the Court's view, such statements of fact are an appropriate starting-point for its determination of the issue whether the facts in both proceedings were identical or substantially the same. The Court emphasises that it is irrelevant which parts of the new charges are eventually upheld or dismissed in the subsequent proceedings, because Article 4 of Protocol No. 7 contains a safeguard against being tried or being liable to be tried again in new proceedings rather than a prohibition on a second conviction or acquittal (compare paragraph 110 below).
  8. The Court's inquiry should therefore focus on those facts which constitute a set of concrete factual circumstances involving the same defendant and inextricably linked together in time and space, the existence of which must be demonstrated in order to secure a conviction or institute criminal proceedings». Το σκεπτικό της υπόθεσης Sergey Zolotkukhin (ανωτέρω) υιοθετήθηκε πλήρως και στην πολύ πρόσφατη υπόθεση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων Case of Rαmde v Franse (Application no. 78477/11), ημερομηνίας 9/4/
  9. Στην εν λόγω υπόθεση ο αιτητής επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, ότι παραβιάσθηκε το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑΔ. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης ο αιτητής αιτήθηκε πολιτικό άσυλο, προερχόμενος από την Αλγερία, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το αίτημα του απορρίφθηκε. Ο αιτητής συνελήφθη από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου και παρέμεινε υπό κράτηση από τις 4/11/95 μέχρι 7/11/95 ως ύποπτος για τρομοκρατικές επιθέσεις που έλαβαν χώρα στη Γαλλία την 17/10/
  10. Την 1/12/05 παραδόθηκε στις Γαλλικές αρχές για να δικαστεί μετά από αίτημα έκδοσης που υποβλήθηκε. Το Δικαστήριο στην Γαλλία (Paris Criminal Court) με απόφαση του στις 29/3/06 τον έκρινε ένοχο για το αδίκημα της ποινικής συνέργειας που είχε σχέση με εγκληματικές δραστηριότητες ('Criminal conspiracy in connection with a terrorist enterprise'), επιβάλλοντας του ποινή φυλάκισης 10 ετών. Έναντι της πιο πάνω απόφασης ασκήθηκε έφεση η οποία και απορρίφθηκε από το Εφετείο (Paris Court of Appeal) στις 18/12/
  11. Με απόφαση του στις 13/2/01 το Τμήμα έρευνας του Εφετείου (Investigation Division of the Paris Court) αποφάνθηκε την παραπομπή του αιτητή σε δίκη ενώπιον Δικαστηρίου (Paris Assize Court) για την τρομοκρατική επίθεση στην Γαλλία, ημερομηνίας 17/10/
  12. Ο αιτητής κατηγορείτο ότι βοήθησε και συνωμότησε με άλλα πρόσωπα να φονεύουν πολίτες, να καταστρέψουν περιουσίες και για την κατοχή εκρηκτικών υλών. Στις 26/10/07 το Δικαστήριο (Paris Assize Court) τον έκρινε ένοχο και για τις τρεις υποθέσεις επιβάλλοντας του συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 22 ετών. Έναντι της πιο πάνω απόφασης ο αιτητής άσκησε έφεση στις 29/10/07, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι η δίωξη του ήταν άκυρη και παράνομη στη βάση της αρχής "ne bis in idem" και επικαλούμενος το γεγονός ότι παραβιάσθηκε το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου
  13. Το Εφετείο απέρριψε το επιχείρημα του αιτητή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ο αιτητής αφού εξάντλησε όλα τα ένδικα μέσα καταχώρησε την παρούσα αίτηση, επικαλούμενος ότι η δεύτερη του καταδίκη είχε ως βάση την ίδια συμπεριφορά για την οποία καταδικάστηκε στην πρώτη δίκη. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, επί του προκειμένου, ανάφερε τα εξής σχετικά: «
  14. The Court reiterates that Article 4 of Protocol No. 7 must be understood as prohibiting the prosecution or trial of a second "offence" in so far as it arises from identical facts or facts which are substantially the same (see Sergey Zolotukhin v. Russia [GC], no. 14939/03, § 82, ECHR 2009, and A and B v. Norway [GC], nos. 24130/11 and 29758/11, § 108, ECHR 2016).
  15. The guarantee enshrined in Article 4 of Protocol No. 7 becomes relevant on commencement of a new prosecution, where a prior acquittal or conviction has already acquired the force of res judicata. At this juncture the available material will necessarily comprise the decision by which the first "penal procedure" was concluded and the list of charges levelled against the applicant in the new proceedings. Normally, these documents would contain a statement of facts concerning both the offence for which the applicant has already been tried and the offence of which he or she stands accused. Such statements of fact are an appropriate starting-point for the Court's determination of the issue whether the facts in both proceedings were identical or substantially the same. It is irrelevant which parts of the new charges are eventually upheld or dismissed in the subsequent proceedings, because Article 4 of Protocol No. 7 contains a safeguard against being tried or being liable to be tried again in new proceedings rather than a prohibition on a second conviction or acquittal (see Sergey Zolotukhin, cited above, § 83).
  16. The Court's inquiry should therefore focus on the facts set out in these statements, which constitute a set of concrete factual circumstances involving the same defendant and inextricably linked together in time and space, the existence of which must be demonstrated in order to secure a conviction or institute criminal proceedings (see Sergey Zolotukhin, cited above, § 84).
  17. In so doing, the Court must determine whether the new proceedings arose from facts which were substantially the same as those which had been the subject of the final conviction (see Sergey Zolotukhin, cited above, § 82; see also Grande Stevens and Others v. Italy, nos. 18640/10 and 4 others, § 224, 4 March 2014, and Kapetanios and Others v. Greece, nos. 3453/12 and 2 others, § 68, 30 April 2015). In its judgment in A and B v. Norway, which concerned the conduct of mixed proceedings (that is, criminal and administrative), the Court reaffirmed this approach, noting that it represented the most significant contribution of the Sergey Zolotukhin judgment, cited above (see A and B v. Norway, cited above, § 108). Το Δικαστήριο επίσης, στην ίδια απόφαση του, ανάφερε στην παράγραφο 87 ότι: «
  18. The Court notes that, contrary to what the Government appeared to assert (see paragraph 79 above), it is clear from the principles set forth in Sergey Zolotukhin, cited above, that the issue to be determined is not whether the elements of the offences with which the applicant was charged in the proceedings before the criminal courts and those before the assize courts were or were not identical, but whether the facts at issue in the two sets of proceedings referred to the same conduct. Where the same conduct on the part of the same defendant and within the same time frame is at issue, the Court is required to verify whether the facts of the offence of which the applicant was initially convicted, and those of the offence for which proceedings continued, were identical or substantially the same (see Sergey Zolotukhin, cited above, § 94)». Το Δικαστήριο αφού μελέτησε τα γεγονότων των δύο υποθέσεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δύο ποινικές υποθέσεις διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τα γεγονότα ('that the decision were based on numerous and detailed facts that were distinct from each other's'). Και κατέληξε στο ότι " the court therefor concludes that the applicant was not prosecuted or convicted in the assize Court proceedings on the basis of facts that were substantially the same as those that were the subject of his''. Ασφαλώς και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν από τα πιο πάνω γεγονότα με αποτέλεσμα η κρίση του Δικαστηρίου να είναι διαφορετική ως θα εξηγηθεί αμέσως κατωτέρω. Αφού παρατέθηκαν οι πιο πάνω νομικές αρχές για το ποιές προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν ώστε να τύχει εφαρμογής η αρχή 'ne bis in idem' ή ο κανόνας 'rule against double jeopardy' η επίκληση της ειδικής απάντησης autrefois aquit , επανέρχομαι στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας αίτησης σε μια προσπάθεια του Δικαστηρίου να διαπιστώσει κατά πόσο μπορούν να εφαρμοσθούν στην προκειμένη περίπτωση οι πιο πάνω υπερασπίσεις. Μελετώντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα προκύπτουν τα εξής αναντίλεκτα δεδομένα και στοιχεία: (α) Εναντίον του καθ' ου η αίτηση (κατηγορούμενος 3 στην ποινική υπόθεση στο Ισραήλ) και ακόμη 4 προσώπων καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση με αριθμό Court C.C. 26462-05-15 στο Δικαστήριο του Tel Aviv Megistrate' s Court τον Οκτώβριο του 2015 (βλέπε Ισραηλινό κατηγορητήριο Τεκμήριο 16-τελευταία σελίδα). Κατηγορούσα Αρχή ήταν το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα του κράτους του Ισραήλ. Το εν λόγω κατηγορητήριο κατατέθηκε στην παρούσα δίκη ως Τεκμήριο
  19. (β) Ο καθ' ου η αίτηση κατηγορήθηκε για τα ακόλουθα αδικήματα: (α) Conspiring to execute a misdemeanor (organ trading) (β) Organ trading and mediation of organ trading. Οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για τα ακόλουθα αδικήματα: (α) Conspiring to execute a misdemeanor (organ trading). (β) Abetting organ trading and mediation of organ trading. (γ) Attempted organ trading and mediation of organ trading. Σύμφωνα με τα γεγονότα στο κατηγορητήριο (βλέπε 3η κατηγορία) οι παράνομες πράξεις που αποδίδονται στον καθ'ού η αίτηση ήταν ότι αυτός ήταν μέλος της εγκληματικής ομάδας και βοηθούσε στη μεταφορά οργάνων. Επίσης ο καθ' ου η αίτηση έλαβε από τον ασθενή R.F τα ιατρικά του αρχεία καθώς και χρήματα, ώστε να πληρώσει τον μελλοντικό δότη για το όργανο που θα δώριζε στον R.F καθώς και για την πληρωμή όλων των αναγκαίων του εξόδων. Ο καθ' ου η αίτηση προσέγγισε τον κατηγορούμενο 2 ώστε να εξεύρει δότη, σύμφωνα με το τύπο αίματος του R.F. Αφού ενημερώθηκε ο καθ' ου η αίτηση από τον κατηγορούμενο 2 ότι εντοπίσθηκε τέτοιος δότης, ο καθ' ου η αίτηση, αφού ενημέρωσε τον λήπτη, προέβη σε όλες τις διευθετήσεις ώστε ο δότης να μεταφερθεί στο Κόσσοβο, μέσω της Κωνσταντινούπολης. Ο καθ' ου η αίτηση παρέλαβε τον Shevdko και τις άλλες δύο γυναίκες όπου τους μετέφερε στο Ξενοδοχείο της Κωνσταντινούπολης. Εκεί λήφθηκε αίμα από τον Shevdko ώστε να επιβεβαιωθεί ότι αυτός είναι συμβατός δότης. Ακολούθως ο καθ' ου η αίτηση μετέφερε τον Shevdko στο Κόσσοβο. Στην ίδια πτήση ήταν και ο R.F. Η εγχείρηση έλαβε χώρα στις 24/7/08 και την αμέσως επόμενη μέρα ο καθ' ου η αίτηση παρέδωσε στην Shevdko το ποσό των €8.
  20. Οι ίδιες πράξεις έγιναν για την μεταμόσχευση στον ασθενή που περιγράφεται με τα αρχικά N.M. (3rd indictment-πρόκειται προφανώς για τυπογραφικό λάθος κατά την μετάφραση εφόσον πρέπει να είναι άλλος ο αριθμός της κατηγορίας και όχι και πάλι η 3η κατηγορία εφόσον έχει αναφερθεί ανωτέρω), για τον ασθενή που περιγράφεται με τα αρχικά D.A. (8th indictment), Y.D. (9th indictment) και K.T. (10th indictment). (γ) Ο καθ'ού η αίτηση αφού παραδέχθηκε την διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων του επιβλήθηκε ως ποινή 5 μήνες κοινοτική εργασία και πρόστιμο αφού λήφθηκαν υπόψιν από το Ισραηλινό Δικαστήριο διάφοροι μετριαστικοί παράγοντες όπως το λευκό του ποινικό μητρώο, o περιορισμένος του ρόλος στην εγκληματική οργάνωση καθώς και η συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι τον ουσιώδη χρόνο που τελέσθηκαν τα αδικήματα δεν είχε ψηφισθεί ο νόμος στο Ισραήλ για την ποινικοποίηση της εμπορίας οργάνων. Ο εν λόγω Νόμος ψηφίσθηκε το 2008 και ποινικοποίησε το εν λόγω αδίκημα, επιβάλλοντας μέχρι και 3 χρόνια ποινή φυλάκισης, ως αναγράφεται στο έγγραφα που ο Μ.Υ 1 κατάθεσε. Ο εν λόγω Νόμος όμως δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί στα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης εφόσον τα αδικήματα έλαβαν χώρα πριν την ψήφιση του. (δ) Με βάση τα γεγονότα του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε ενώπιον Ρωσικών Δικαστηρίων, με αριθμό 81 / 3 - 867 - 15, ημερομηνίας 24/3/15 (βλέπε Τεκμήριο 6) ζητείται η έκδοση του καθ'ού η αίτηση με σκοπό να δικαστεί για τα αδικήματα της εμπορίας προσώπων (human trafficking) και της εκ προθέσεως πρόκλησης βλάβης στην υγεία προσώπου που προκάλεσε απώλεια οργάνου (deliberate causing of grave harm to health that caused loss of an organ) κατά παράβαση των άρθρων 127 1
(3)γ και 111
(3)(α) και (β) αντίστοιχα του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2006 - Ιουλίου 2008 (ε) Στις 24/3/15 ο καθ'ού η αίτηση τέθηκε στο εθνικό κατάλογο των καταζητουμένων προσώπων και στις 14/4/14 στο διεθνή κατάλογο των καταζητούμενων προσώπων. Στις 21/4/15 ο καθ'ού η αίτηση κρίθηκε από Ρωσικό Δικαστήριο προφυλακιστέος ("preventive measure in the form of taking into custody"). Με βάση την επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα, ημερομηνίας 1/18, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει καταδικαστεί προηγουμένως για τα πιο πάνω αδικήματα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αναφέρονται στο Ρωσικό κατηγορητήριο ο καθ' ου η αίτηση, έχοντας ως στόχο το προσωπικό κέρδος και όφελος, δημιούργησε με άγνωστα πρόσωπα στην Αυτόνομη επαρχία του Κοσσόβου, οργανωμένη ομάδα εμπορίας προσώπων με απώτερο σκοπό την αφαίρεση και την εκμετάλλευση ζωτικών τους οργάνων (νεφρών) και την μετέπειτα παράνομη μεταμόσχευση των νεφρών σε ιδιωτική κλινική. Η εγκληματική ομάδα επίσης δημιουργήθηκε με σκοπό την με πρόθεση πρόκλησης σοβαρής σωματικής βλάβης στους δότες κατά την εν λόγω παράνομη μεταμόσχευση που θα οδηγούσε σε απώλεια του οργάνου, με στόχο την περαιτέρω χρήση του νεφρού. Στα πλαίσια αυτά, η οργανωμένη ομάδα στρατολόγησαν, έναντι αμοιβής, ως δότες νεφρών τους Ρώσους πολίτες, Shevdko, την κόρη του Ardyukova και τον Verborskiy και τους μετέφεραν από το έδαφος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αεροπορικώς, μέσω Κωνσταντινούπολης στην ιδιωτική κλινική " Medicus" όπου τους αφαίρεσαν τους αριστερούς τους νεφρούς και τους μεταμόσχευσαν σε αποδέκτες που είχαν εντοπισθεί εκ των προτέρων. Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν την περίοδο Ιανουαρίου του 2006 και Ιουλίου του 2008. Μέσα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα προκύπτουν τα αδιαμφισβήτητα και αναντίλεκτα συμπεράσματα.
(1)Τα αδικήματα τόσο στο Ισραηλινό κατηγορητήριο όσο και στο Ρωσικό κατηγορητήριο αφορούν την ίδια χρονολογική περίοδο δηλαδή την περίοδο από Ιανουάριο του 2006 και Ιούλιο του 2008.
(2)Στο Ρωσικό κατηγορητήριο μέλη της εγκληματικής ομάδας φέρονται να είναι, πέραν του καθ' ου η αίτηση, ο XXXXXX Boris, o XXXXX Katzman και o XXXXX Shimshilashvili. Στο Ισραηλινό κατηγορητήριο, πέραν του καθ'ού η αίτηση, κατηγορούμενοι ήταν ο XXXXX Boris (κατηγορούμενος 2) και ο XXXXX Shimshilashvili (κατηγορούμενος 7). Πρόκειται επομένως, σχεδόν, για τα ίδια πρόσωπα.
(3)Τα γεγονότα της υπόθεσης μελετώντας τόσο το Ρωσικό Κατηγορητήριο όσο και τα έγγραφα που το συνοδεύουν είναι κοινά και πανομοιότυπα και αφορούν ακριβώς τα ίδια γεγονότα και τις ίδιες παράνομες πράξεις. Πρόκειται σχεδόν ή ακριβώς την ίδια οργανωμένη ομάδα εμπορίας προσώπων με απώτερο σκοπό την αφαίρεση και την εκμετάλλευση ζωτικών τους οργάνων (νεφρών) και την μετέπειτα παράνομη μεταμόσχευση των νεφρών σε ιδιωτική κλινική στο Κόσσοβο. Από την στιγμή που θα αφαιρούνταν ζωτικά όργανα (νεφροί) αυτομάτως θα δημιουργείτο σοβαρή σωματική βλάβη στους δότες, όπως και δημιουργήθηκε, μεταξύ άλλων, και στους Ρώσσους πολίτες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Ως επίσης αναφέρεται η οργανωμένη ομάδα στρατολογούσε έναντι αμοιβής, ως δότες, πολίτες με οικονομικές δυσκολίες από διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων Ρώσους υπηκόους, τους οποίους προσέλκυε μέσω διαφημίσεων σε μέσα μαζικής ενημέρωσης, περιλαμβανομένων και ιστοσελίδων και οι οποίοι συμφωνούσαν στην αφαίρεση των νεφρών τους και στην μετάβαση τους από τη Ρωσική Ομοσπονδία στην Πρίστινα του Κοσόβου σε εξειδικευμένο ιατρικό κέντρο με την ονομασία 'Medicus'. Η ιδιωτική κλινική είναι η ίδια και στις δύο περιπτώσεις.
(4)Οι δότες και οι λήπτες και στις δύο υποθέσεις προκύπτει ότι είναι οι ίδιοι. Αναφορικά με το 3ο κατηγορητήριο στο Ισραήλ, λήπτης του οργάνου αναφέρεται ο R.F, ενώ δότης είναι ο Shevdkov ο οποίος είναι ο παραπονούμενος και αναφέρεται στο Ρωσικό κατηγορητήριο. Τα στοιχεία του Shevdkov (ως δότη) επιβεβαιώθηκαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Ισραήλ, (Τεκμήριο 14), το οποίο αποστάληκε από κάποιο XXXXX Erlish. Όπως προκύπτει από το Ρωσικό κατηγορητήριο (Σελ. 62) η άλλη παραπονούμενη, θυγατέρα του Shevdkov δώρισε τον νεφρό της σε κάποιον XXXXX Damari. Το εν λόγω πρόσωπο αναφέρεται στο κατηγορητήριο 9 (Δέσμη Τεκμήριο 13) με τα αρχικά Y.D. Τα αρχικά αυτά με βάση την σχετική επιστολή του Τεκμηρίου 14 ανήκουν στο ίδιο πιο πάνω πρόσωπο (και εδώ πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους στο πρώτο αρχικό του ονόματος όπως διαπιστώνεται συγκρίνοντας τα έγγραφα και όπως εξάλλου ανάφερε ο Μ.Υ 1). Σε σχέση με την 3η παραπονούμενη για την οποία γίνεται αναφορά στο Ρωσικό κατηγορητήριο, με την ονομασία Verborsky, όπως προκύπτει από αυτή (Σελ.67 του Ρωσικού κατηγορητηρίου) φέρεται ότι λήπτης του αριστερού νεφρού της ήταν ο XXXXX Eliskhy ο οποίος αναφέρεται στο indictment 8 (Ισραηλινό κατηγορητήριο) με τα αρχικά D.E. Τα αρχικά αυτά με βάση την σχετική επιστολή του Τεκμηρίου 14 ανήκουν στο ίδιο πιο πάνω πρόσωπο Συνεπάγεται ότι από τη στιγμή που οι λήπτες των οργάνων ήταν τα ίδια πρόσωπα και στις δύο υποθέσεις προκύπτει τόσο από το Τεκμήριο 14 όσο και από το Ρωσικό κατηγορητήριο ότι και οι ίδιοι δότες είναι τα ίδια πρόσωπα και στις δύο υποθέσεις. Επίσης και στις δύο υποθέσεις πρόκειται για την μεταμόσχευση του αριστερού οργάνου των δοτών, δηλαδή του αριστερού τους νεφρού. Προκύπτει επομένως από τα πιο πάνω ότι ζητείται η έκδοση του καθ' ου η αίτηση να εκδικασθεί ακριβώς για τα ίδια γεγονότα που εκτυλίχθηκαν μεταξύ της περιόδου 2006-2008, με τα γεγονότα όπου ο καθ' ου η αίτηση κατηγορήθηκε, παραδέχθηκε και του επιβλήθηκε ποινή (identical facts or facts which are substantially the same). Ζητείται επίσης να εκδικασθεί ο καθ'ού η αίτηση για το αδίκημα της εμπορίας προσώπων από Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αδίκημα για το οποίο ήδη κατηγορήθηκε από Δικαστήριο του Ισραήλ ('organ trading and mediation of organ trading'). Το διαφορετικό λεκτικό κατά τη γνώμη μου είναι αδιάφορο στη προκειμένη περίπτωση εφόσον πρόκειται ακριβώς για τα ίδια αδικήματα στη βάση των ίδιων γεγονότων και της ίδιας συμπεριφοράς. Είναι κατ΄ουσίαν το ίδιο αδίκημα της εμπορίας προσώπων και αν ο καθ'ού η αίτηση εκδοθεί στην Ρωσική Ομοσπονδία επί της ουσίας θα είναι επανάληψη της κατηγορίας για την οποία ήδη ο καθ'ού η αίτηση έχει καταδικασθεί στο κράτος του Ισραήλ. Είναι αδιάφορο το γεγονός ότι οι Ρώσοι πολίτες, παραπονούμενοι στην ποινική υπόθεση στην Ρωσική Ομοσπονδία δεν έλαβαν μέρος στη δικαστική διαδικασία στο Ισραήλ και όπως φαίνεται δεν τους λήφθηκε οποιαδήποτε κατάθεση. Τα γεγονότα για τα οποία κατηγορήθηκε ο καθ'ού η αίτηση, μεταξύ άλλων, αφορούν και αυτούς και η καταδίκη του καθ'ού η αίτηση στηρίχθηκε στα ίδια γεγονότα εφόσον στο Ισραήλ έγινε αναφορά για τους λήπτες των οργάνων που οι Ρώσοι πολίτες τους δώρισαν. Στην ποινική δίκη στο Ισραήλ αναφέρονταν μόνο τα ονόματα των προσώπων που έλαβαν τα όργανα, δηλαδή τους λήπτες των νεφρών, εξαιρουμένου του Shevdkov. Προκύπτει όμως από τις σχετικές διευκρινίσεις (Τεκμηρίου 14) ότι οι υπόλοιποι Ρώσοι δώρισαν τους νεφρούς τους σε λήπτες για τους οποίους έγινε ρητή αναφορά στο κατηγορητήριο στο Ισραήλ. Δεν μου διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι ουδείς μάρτυρας από τη Ρωσική Ομοσπονδία δεν προσήλθε στο Δικαστήριο, ώστε να υποστηρίξει το αίτημα έκδοσης, παρά το γεγονός ότι έλαβαν γνώση από τη Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, για το ποια θα ήταν η υπεράσπιση του καθ'ού η αίτηση στην προκειμένη περίπτωση. Αντ' αυτού απέστειλαν σχετική επιστολή σχολιάζοντας τη θέση που προέβαλε ο Μ.Υ 1. Υποστήριξαν ότι ο καθ' ου η αίτηση κατηγορήθηκε στο Ισραήλ για άλλα αδικήματα που δεν σχετίζονται με τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του, θέση η οποία σχολιάσθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ανωτέρω. Περαιτέρω ήταν η θέση των Ρωσικών αρχών ότι στο κατηγορητήριο βάσει του οποίου καταδικάσθηκε ο καθ' ου η αίτηση δεν αναφέρονται ημερομηνίες και ο τόπος όπου διενεργήθηκαν οι παράνομες πράξεις καθώς και τα ονόματα των δοτών. Σε σχέση με την μη αναφορά στους δότες σχολιασμός έχει γίνει σχολιασμός ήδη ανωτέρω. Σε σχέση όμως με τη θέση ότι στο Ισραηλινό κατηγορητήριο δεν αναφέρονται ημερομηνίες, με κάθε σεβασμό, το Δικαστήριο διαφωνεί με αυτή εφόσον ξεκάθαρα στο Ισραηλινό κατηγορητήριο περιέχονται τέτοιες ημερομηνίες. Το δόγμα του "ne bis in idem" είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αρχή της τελεσιδικίας, δηλαδή όταν τελεσιδικείται μια υπόθεση δεν ανοίγει ξανά και ο λόγος είναι ότι ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει ότι η διαδικασία εναντίον του έχει ολοκληρωθεί οριστικά και αμετάκλητα για να μπορεί να συνεχίσει με τη ζωή του και μη ζει συνεχώς υπό το φόβο ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθεί ξανά αντιμέτωπος με πιθανή δίωξη. Στο σημείο αυτό δεν θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο της αιτήτριας χώρας ότι η αρχή 'ne bis in idem' και το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου 7 της Ε.Δ.Α.Δ δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση εφόσον το εν λόγω άρθρο αναφέρεται ότι ένας κατηγορούμενος δεν μπορεί να δικαστεί από το ίδιο κράτος για παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε. Επομένως, κατέληξε, ότι από τη στιγμή που ζητείται η έκδοση του καθ' ου η αίτηση με σκοπό να εκδικαστεί στη Ρωσία δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω αρχή. Η απάντηση δίδεται από το Πρόσθετο Πρωτόκολλο με αριθμό 086 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Έκδοσης Φυγοδίκων (Additional Protocol to the European Convention on Entradition) που υπεγράφη την 15/10/1875 στο Στρασβούργο όπου διεύρυνε το άρθρο 9 της Σύμβασης. Το αρχικό άρθρο 9 [3] προέβλεπε ότι διάταγμα έκδοσης δεν θα εκδίδετο εάν εναντίον του φυγόδικου είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση από τις αρχές του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση του ('competent authorities of the requested party'). Με το πρόσθετο πρωτόκολλο αναφέρεται ότι η πιο πάνω αρχή 'ne bis in idem' εφαρμόζεται πλέον όχι μόνο μεταξύ του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση αλλά και από κάποιο τρίτο κράτος. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό άρθρο: 'The extradition of a person against whom a final judgment has been rendered in a third State, Contracting Party to the Convention, for the offence or offences in respect of which the claim was made, shall not be granted: a if the afore-mentioned judgment resulted in his acquittal; b if the term of imprisonment or other measure to which he was sentenced: i has been completely enforced; ii has been wholly, or with respect to the part not enforced, the subject of a pardon or an amnesty; c if the court convicted the offender without imposing a sanction'. Προκύπτει επομένως, μέσα από την πιο πάνω νομοθετική διάταξη, ότι η επίκληση αυτή της νομολογιακής αρχής αυτή εφαρμόζεται σε οποιοδήποτε κράτος, το οποίο αποτελεί μέρος της Σύμβασης, στο οποίο ο καθ'ού η αίτηση καταδικάσθηκε. To κράτος του Ισραήλ είναι μέρος της σχετικής Σύμβασης (Παράρτημα Β-Τεκμήριο 3). Εν πάση όμως περιπτώσει το άρθρο 6
(2)του Νόμου και το άρθρο 12 του Συντάγματος δεν κάνει οποιαδήποτε διάκριση επί του ζητήματος αυτού, δηλαδή από ποιο κράτος ένας κατηγορούμενος έχει εκδικασθεί, και επομένως σε κάθε περίπτωση, θεωρώ, ότι ο καθ'ού η αίτηση έχει το κάθε δικαίωμα να την επικαλεστεί. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση της ευπαίδευτου συνηγόρου για την Αιτήτρια χώρα ότι πέραν του γεγονότος ότι ζητείται η έκδοση του καθ'ού η αίτηση ώστε να δικασθεί για το αδίκημα της εμπορίας προσώπων, ζητείται επίσης η έκδοση του ώστε να δικασθεί για το αδίκημα της εκ προθέσεως πρόκλησης βλάβης στην υγεία προσώπου που προκάλεσε απώλεια οργάνων, αδίκημα για το οποίο ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει κατηγορηθεί στο Ισραήλ και ως εκ τούτου θα πρέπει, τουλάχιστον, να εκδοθεί για το αδίκημα αυτό. Και η εισήγηση αυτή απορρίπτεται με κάθε σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο της Αιτήτριας χώρας. Όπως έχει αναφερθεί από την Νομολογία και ειδικότερα από την Νομολογία του Ευρωπαικού Δικαστηρίου τονίσθηκε ότι η αρχή του δεδικασμένου και της αρχής 'rule against double jeobardy' καθώς και η επίκληση της ειδικής απάντησης 'autrefoir aquit' εφαρμόζεται, ισχύει και καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου ένας κατηγορούμενος κατηγορείται για αδίκημα στη βάση των ίδιων γεγονότων που το συνέθεσαν ή για το οποίο θα ήταν πιθανό να καταδικασθεί με την προσθήκη άλλων συναφών κατηγοριών κατά την δίκη όπου δικάσθηκε προηγουμένως. Τα γεγονότα της κατηγορίας της εκ προθέσεως βλάβης στην υγεία προσώπου που προκάλεσε απώλεια οργάνων προέρχονται ακριβώς και είναι ταυτόσημα με τα αδικήματα για τα οποία ο καθ'ού η αίτηση καταδικάσθηκε και το εν λόγω αδίκημα βασίζεται στην ίδια βάση γεγονότων, στην ίδια συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση για τα οποία θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί στο Ισραήλ αν κατηγορείτο γι' αυτά. Η εν λόγω κατηγορία, όπως το Δικαστήριο διαπιστώνει, είναι μία κατηγορία για την οποία ο καθ'ού η αίτηση μπορούσε να καταδικασθεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου εφόσον τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν στηρίζεται στα ίδια γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον των Ισραηλινών Δικαστηρίων. Από τη στιγμή που ο καθ'ού η αίτηση καταδικάσθηκε, εν πάση περίπτωσή, για το αδίκημα της εμπορίας οργάνων με αναφορά στους δότες και λήπτες, αναμφίβολα θα μπορούσε να κατηγορηθεί και για το αδίκημα της εκ προθέσεως βλάβης προς στους Ρώσους πολίτες εφόσον από αυτούς αφαιρέθηκαν οι αριστεροί νεφροί. Εν πάση περίπτωσή εάν υπήρχαν οποιαδήποτε διαφορετικά ή νέα στοιχεία θα μπορούσαν οι Ρωσικές Αρχές να τα προσκομίσουν στις Ισραηλινές Αρχές, οι οποίες έχουν δικάσει τον καθ΄'ού η αίτηση για τα αρχικά άλλα αδικήματα (προτάσεις της Γενικής Εισαγγελίας του C‑398/12. Procura della Repubblica. v. M, ημερομηνίας 5/6/2014). Καταληκτικά στην παρούσα υπόθεση τόσο η δίκη που διεξήχθη στο Ισραήλ με τα γεγονότα της, ως έχουν εκτεθεί, όσο και τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται το αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας για έκδοση του καθ' ου η αίτηση αφορά τους ίδιους δότες, τους ίδιους αποδέκτες, τα ίδια όργανα, την ίδια περίοδο, τον ίδιο τρόπο στρατολόγησης και μεταφοράς των δοτών και ληπτών στο εξωτερικό (στην πόλη Πρίστινα του Κοσσόβου), το ίδιο ιατρικό κέντρο και σχεδόν τους ίδιους κατηγορούμενους. Προκύπτει επομένως ότι τα εν λόγω αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του καθ'ού η αίτηση στηρίζεται στα ίδια γεγονότα και στην ίδια συμπεριφορά για τα οποία ο καθ' ου η αίτηση καταδικάσθηκε στο Ισραήλ. Επομένως με βάση την Νομολογία και τις αρχές που έχουν εκτεθεί ανωτέρω δεν χωρεί η έκδοση του καθ' ου η αίτηση ώστε να δικασθεί εκ νέου στη Ρωσική Ομοσπονδία. Θα αποτελούσε επίσης κατάχρηση της διαδικασίας να εκδοθεί ο καθ'ού η αίτηση για το αδίκημα της εκ προθέσεως βλάβης που προκάλεσε απώλεια οργάνων για το λόγο ότι η εν λόγω κατηγορία είναι κατηγορία για την οποία ο κατηγορούμενος μπορούσε να κατηγορηθεί και να καταδικασθεί στην ποινική δίκη του Ισραήλ και πρόκεται για κατηγορία που στηρίζεται στα ίδια γεγονότα με την υπόθεση που ο καθ'ού η αίτηση αντιμετώπισε στο κράτος του Ισραήλ. Ως ειπώθηκε ανωτέρω, κανένας δεν πρέπει να τιμωρείται δύο φορές για αδίκημα το οποίο προκύπτει από το ίδιο ή ουσιωδώς το ίδιο πλαίσιο γεγονότων. Συνοψίζοντας αποτελεί θέση του Δικαστηρίου ότι ο καθ' ου η αίτηση απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι έχει καταδικασθεί σε άλλη προγενέστερη ποινική διαδικασία που έλαβε χώρα στο Ισραήλ. Περαιτέρω έχει καταδειχθεί και στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του καθ' ου η αίτηση είναι στην πραγματικότητα τα ίδια η κατ' ουσία τα ίδια με εκείνα στα οποία έχει καταδικασθεί στην ποινική του δίκη στο Ισραήλ ή ένα από αυτά είναι διαφορετικό αδίκημα στο οποίο όμως θα μπορούσε να είχε καταδικασθεί στη δίκη στο Ισραήλ. Ως εκ τούτου η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Θα απέρριπτα την παρούσα αίτηση, πέραν των πιο πάνω, και για τον εξής επιπρόσθετο λόγο ότι δηλαδή υπήρξε καθυστέρηση από τις Ρωσικές αρχές για την προώθηση του αιτήματος έκδοσης του καθ' ου η αίτηση σε συσχετισμό βεβαίως με την παρέλευση μεγάλου χρόνου από την διάπραξη των αδικημάτων. Το θέμα της χρονικής καθυστέρησης εξετάζεται στην βάση του άρθρου 10
(3)(β) [4] του Νόμου 97/70. Στην υπόθεση Διευθυντής των Κεντρικών Φυλακών v. Badar
(2005)1Β Α.Α.Δ 1382) λέχθηκε σχετικά ότι η εμβέλεια του άρθρου 10
(3)(β) δεν μπορεί να περιορισθεί ώστε να αποκλείει οποιοδήποτε παράγοντα μπορεί να είναι σχετικός στη δεδομένη περίπτωση ως προς τις συνέπειες της καθυστέρησης αφού οι όροι 'άδικον ή καταπιεστικόν μέτρον', που είναι το ζητούμενο, είναι ευρείς. Στην Shylenko
(2005)1Β Α.Α.Δ 1111 τέθηκε ως πρωταρχικής σημασίας για απάντηση του θέματος το ερώτημα ποίος ευθύνεται για την καθυστέρηση. Αν ευθύνεται ο καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί κατά κανόνα να την επικαλείται. Αν όμως η καθυστέρηση δεν οφείλεται στον καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να εξετασθούν η έκταση και οι συνέπειες της για τον καθ'ου η αίτηση, περιλαμβανομένων των εν τω μεταξύ διαμορφωθεισών καταστάσεων του και των εύλογων προσδοκιών του. Θα ήταν δε ασφαλώς επιβαρυντικό για τη χώρα η οποία αιτείται την έκδοση αν η καθυστέρηση οφείλετο στην ίδια. Ο χρόνος όμως αυτός καθεαυτός δεν είναι αποφασιστικό κριτήριο. Ως λέχθηκε στην Καρπένκο
(1997)1Β Α.Α.Δ 989, η πάροδος χρόνου, ακόμα και μακρού, δεν είναι αφ' εαυτής λόγος για μη έκδοση φυγόδικου. Θα συνιστούσε τέτοιο λόγο μόνο εφόσον, καθώς αναφέρεται στο άρθρο 10
(3)(β) του Νόμου 97/70, "θα απετέλει, λαμβανομένων υπ' όψιν απασών των περιστάσεων, άδικον ή καταπιεστικόν μέτρον. Στην υπόθεση Νικολαΐδης Σταμάτης v Αστυνομίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 1964, όπου εξετάσθηκε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της καθυστέρησης λέχθηκε ότι: «Είναι θεμελιωμένο ότι επιβαρυντική καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης φυγοδίκου δικαιολογεί την απόρριψη αιτήματος προς έκδοσή του. Επιβαρυντική είναι η καθυστέρηση η οποία οφείλεται σε λόγους άλλους από τη φυγή του υποδίκου, η οποία καθιστά τη διεξαγωγή της δίκης, στο χρονικό σημείο που θα λάβει χώραν, μέτρο καταπιεστικό για τον κατηγορούμενο. Ο επηρεασμός του δικαιώματος υπεράσπισης του κατηγορουμένου από την καθυστέρηση μπορεί, αφ' εαυτού, να καταστήσει τη δίκη μέτρο καταπιεστικό. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε την προσέγγιση που ακολουθήθηκε επί του θέματος στην In re Wehbe
(1985)1 C.L.R. 56 (απόφαση Τριανταφυλλίδη, Π.) και τη σχετική αγγλική νομολογία, στην οποία η ανωτέρω απόφαση θεμελιώνεται - (βλ. Kakis v. Republic of Cyprus [1978] 2 All E.R. 634. Re Tarling [1979] 1 All E.R. 981, 989, 990 και Ali v. Secretary of State [1984] 1 All E. R. 1009). Καθυστέρηση, η οποία απολήγει σε καταπίεση, μπορεί να καταστήσει την έκδοση άδικο ή καταπιεστικό μέτρο, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 10
(3)του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970, (Ν. 97/70). Ανάλογη πρόνοια υπάρχει και στον αγγλικό νόμο, η ερμηνεία της οποίας εξετάζεται στην αγγλική νομολογία, στην οποία αναφέρεται το Δικαστήριο στην In re Wehbe, (ανωτέρω).... ...Η καθυστέρηση, ως παράγοντας ανασχετικός της έκδοσης φυγοδίκου, όπως διαγράφεται από την αγγλική νομολογία, άπτεται και των εχέγγυων της δίκαιης δίκης, όπως προσδιορίζονται στο Σύνταγμα και εξηγούνται από την κυπριακή νομολογία και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αρχή της δίκαιης δίκης είναι καθολική αναπόσπαστη πτυχή των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Διαφωτιστική για τον προσδιορισμό παραγόντων, που προσμετρούν στον καθορισμό του εύλογου του χρόνου διεξαγωγής της δίκης, είναι η Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149. επίσης, η Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 και η Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ.
  1. Βάσιμη είναι η θέση ότι καθυστέρηση, η οποία οφείλεται αποκλειστικά στον εφεσείοντα και προκαλείται από αυτόν, δεν προσμετρά στον καθορισμό του εύλογου του χρόνου διεξαγωγής της δίκης.. Όπου η καθυστέρηση που έχει σημειωθεί οφείλεται στον ίδιο τον φυγόδικο, τότε, αυτός, δεν μπορεί να επωφεληθεί από την εκ προθέσεως φυγοδικία του, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως άδικη ή καταπιεστική η εκ των υστέρων έκδοση του (Γεώργιος Χαρατσίδης (ανωτέρω). Για να γίνει ευκολότερα κατανοητό το σκεπτικό του Δικαστηρίου θα πρέπει να παρατεθούν με χρονολογική σειρά τα γεγονότα που έχουν διαδραματισθεί στην παρούσα υπόθεση μέχρι σήμερα. Τα ποινικά αδικήματα φαίρεται να έχουν διαπραχθεί μεταξύ της περιόδου 2006 και Ιουλίου
  2. Ο καθ' ου η αίτηση αφίχθηκε στην Κύπρο, όπου και συνελήφθη, στις 28/12/17 εφόσον όπως διαπιστώθηκε βρισκόταν στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων 'stop list' καθώς εναντίον του είχε εκδοθεί την 4/12/15 Διεθνές Ένταλμα Σύλληψης από τις Ρωσικές αρχές. Όπως διαπιστώνεται από το έγγραφο ('order to institute a criminal case'-Τεκμήριο 6) η ποινική υπόθεση ξεκίνησε στις 14/7/
  3. Το κατηγορητήριο ετοιμάσθηκε (βλέπε Τεκμήριο 6) στις 24/3/
  4. Με βάση τα γεγονότα που αναφέρονται στο διάταγμα βάσει του οποίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης του καθ' ου η αίτηση order on putting of the accused on wanted list) (Τεκμήριο 6) η ποινική υπόθεση ξεκίνησε στις 14/7/
  5. Στις 24/3/15 ο καθ' ου η αίτηση αποφάνθηκε από τις Ρωσικές αρχές όπως κατηγορηθεί και εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης στις 7/4/
  6. Στις 21/4/15 ο καθ' ου η αίτηση κρίθηκε από τις Ρωσικές αρχές προφυλακιστέος μέχρι την εκδίκαση της δίκης του. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα έκδοσης που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 6 βλέπε σχετική επιστολή 3/3/15), οι Ρωσικές αρχές έλαβαν πληροφορίες από την Interpol του Ισραήλ για τα στοιχεία του καθ' ου η αίτηση καθώς πληροφορήθηκαν ότι αυτός βρίσκεται στην επικράτεια του κράτους του Ισραήλ (.Harel entered Israel on 14/1/10 and hasn't left since then). Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω οι Ρωσικές αρχές ήταν ενήμερες από το 2015 από την Interpol του Ισραήλ ότι ο καθ' ου η αίτηση βρισκόταν στο Ισραήλ. Το εν λόγω ερώτημα που προκύπτει στην προκείμενη περίπτωση είναι γιατί οι Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν απευθύνθηκαν στο Ισραήλ για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση με δεδομένο ότι γνώριζαν ότι διαμένει εκεί; Γιατί ενώ οι Ρωσικές Αρχές γνώριζαν που βρισκόταν ο καθ'ού η αίτηση εντούτοις αυτό συνελήφθηκε το 2018; Εάν οι αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας αιτούνταν την έκδοση του καθ'ού η αίτηση από το κράτος του Ισραήλ εγκαίρως τότε πιθανώς η ποινική δίκη του καθ'ού η αίτηση στο Ισραήλ δεν θα διεξαγόταν, λαμβανομένου πάντοτε υπόψιν και την ημερομηνία έναρξης της. Τα ερωτήματα αυτά έχουν μείνει αναπάντητα. Δεν αποκλείω το γεγονός ότι επί του προκειμένου ζητήματος πιθανώς να υπήρχε κάποια εξήγηση που θα δίδετο από τις Ρωσικές Αρχές. Όμως από τα ενώπιον μου δεδομένα δεν έχει τεθεί το ο,τιδήποτε που να δικαιολογεί την ολιγωρία των Ρωσικών Αρχών εφόσον ουδείς προσήλθε από την Ρωσική Ομοσπονδία ώστε να δώσει οποιεσδήποτε ικανές εξηγήσεις ή έστω δεν κατατέθηκε από την αιτήτρια χώρα οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο. Επί του προκειμένου σημειώνω ότι η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας χώρας υπέβαλε στον Μ.Υ 1, ο οποίος έθιξε το εν λόγω ζήτημα, ότι οι Ρωσικές Αρχές υπέβαλαν το 2016 αίτημα στο Ισραήλ για έκδοση του καθ'ού η αίτηση, αίτημα το οποίο μέχρι και σήμερα έχει παραμείνει αναπάντητο. Η θέση αυτή όμως παρέμεινε μετέωρη και ατεκμηρίωτη εφόσον κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα έγγραφα. Ο καθ' ου η αίτηση δεν ευθύνεται, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα για την καθυστέρηση. Αντίθετα όπως προκύπτει το αιτόν κράτος είναι υπεύθυνο για υπαίτια καθυστέρηση. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ο καθ'ού η αίτηση δεν κρυβόταν ώστε να αποφύγει την σύλληψη. Θα ήταν εντελώς άδικο για τον καθ' ου η αίτηση να εκδοθεί μετά από αυτή την υπαίτια καθυστέρηση που σημειώθηκε και για την οποία ευθύνεται αποκλειστικά η Ρωσική Ομοσπονδία ώστε να δικασθεί για αδικήματα για τα οποία έλαβαν χώρα το 2006-2008, με δεδομένο ότι η Ρωσική Ομοσπονδία γνώρισε για το πού βρισκόταν ο καθ' ου η αίτηση. Το ενδεχόμενο είναι πέρα από ορατό να υπάρχει κίνδυνος δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορούμενου κατά την διεξαγωγή της δίκης του μετά την παρέλευση τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος. Πιθανώς τεκμήρια και μαρτυρίες, που σχετίζονται με την υπεράσπιση του να έχουν χαθεί, αλλοιωθεί και ίσως να μην μπορούν να εντοπισθούν. Τυχόν έκδοση του με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα θα αποτελούσε άδικο και καταπιεστικό μέτρον προς τον καθ'ού η αίτηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους έχω επεξηγήσει πιο πάνω το αίτημα για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Συνεπακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Ο καθ' ου η αίτηση να αφεθεί αμέσως ελεύθερος. Η απόφαση του Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί άμεσα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όποιος δικάστηκε μια φορά από αρμόδιο Δικαστήριο για ποινικό αδίκημα και καταδικάστηκε ή αθωώθηκε για αυτό το ποινικό αδίκημα, εφόσον αυτή η καταδίκη ή η αθώωση παραμένει σε ισχύ, δε δικάζεται εκ νέου βάσει των ίδιων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα. [2] 69.-
(1)Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί- ... (β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ιδίων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα.» [3] Extradition shall not be granted if final judgment has been passed by the competent authorities of the requested Party upon the person claimed in respect of the offence or offences for which extradition is requested. Extradition may be refused if the competent authorities of the requested Party have decided either not to institute or to terminate proceedings in respect of the same offence or offences. [4] Τo Αvώτατov Δικαστήριov, επιλαμβαvόμεvov της τoιαύτης αιτήσεως, δύvαται, μη επηρεαζoμέvης oιασδήπoτε ετέρας δικαιoδoσίας αυτoύ, vα διατάξη τηv απoφυλάκισιv τoυ υπό έκδoσιv πρoσώπoυ, εφ' όσov ήθελε κρίvει ότι- (α) ..· ή (β) λόγω της παρόδoυ μακρoύ χρόvoυ, αφ' oυ εγέvετo η διάπραξις τoυ αδικήματoς, ή, αvαλόγως της περιπτώσεως, αφ' oυ καταζητείται πρoς έκτισιv πoιvής μετά καταδίκηv αυτoύ· ή(γ) . η απόδoσις αυτoύ θα απoτελεί, λαμβαvoμέvωv υπ' όψιv απασώv τωv περιστάσεωv, άδικov ή καταπιεστικόv μέτρov cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.