← Κύπρος

V.M. CAVAWAY LTD ν. ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΠΑΤΡΙΔΟΓΕΥΣΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2191/2012, 11/2/2019

V.M. CAVAWAY LTD ν. ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΠΑΤΡΙΔΟΓΕΥΣΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2191/2012, 11/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2191/2012 ΜΕΤΑΞΥ: V.M. CAVAWAY LTD Εναγόντων -και- ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΠΑΤΡΙΔΟΓΕΥΣΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 11.2.2019 Εμφανίσεις꞉ Για τους Ενάγοντες꞉ κα Μ. Χριστοφή, για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους꞉ κα Γ. Δημητρίου και κ. Γ. Μυλωνά, για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Eνάγοντες αξιώνουν εναντίον των Eναγομένων απόφαση για ποσό €774,99σ., συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, οφειλόμενο ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή δυνάμει εκδοθέντων τιμολογίων και/ή δυνάμει πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων και/ή δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως, πλέον νόμιμο τόκο, καθώς και τα δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ και τα έξοδα επίδοσης. Η Εκδοχή γεγονότων που δικογράφησαν οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης (Ε/Α) που είναι οπισθογραφημένη στο κλητήριο ένταλμα έχει ως εξής꞉

  1. Οι Ενάγοντες ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, με έδρα των εργασιών της στη Λάρνακα, η οποία ασχολείται με την εισαγωγή και εμπορία οινοπνευματωδών ποτών.
  2. Οι Εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτες των Εναγόντων και αγόραζαν από τους Ενάγοντες κατά καιρούς και σε διάφορες ημερομηνίες διάφορα εμπορεύματα επί πιστώσει και/ή δυνάμει τιμολογίων πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση.
  3. Οι Ενάγοντες για όλες τις εμπορικές δοσοληψίες τους με τους εναγομένους διατηρούσαν λογαριασμό στο όνομα των Εναγομένων, στον οποίο καταχωρούσαν όλες τις σχετικές χρεώσεις και πιστώσεις. [Οι Ενάγοντες επιφυλάχθηκαν να παρουσιάσουν κατά τη δικάσιμο περαιτέρω λεπτομέριες.]
  4. Μέσα στα πλαίσια των εργασιών τους, οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο πώλησαν στους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι αγόρασαν, παρέλαβαν και αποδέχθηκαν από τους Ενάγοντες, διάφορα εμπορεύματα δυνάμει τιμολογίων με τα οποία χρέωναν το λογαριασμό των εναγομένων με τα αντίστοιχα ποσά σύμφωνα με την τιμή πώλησης και/ή αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων.
  5. Κατά ή περί τις 29/06/2011 ο λογαριασμός των Εναγομένων δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο εκ €774,
  6. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων και/ή των δικηγόρων τους, οι Εναγόμενοι παραλείπουν και/ή αμελούν και/ή αρνούνται μέχρι σήμερα να ξοφλήσουν την οφειλή τους.
  7. Για τους πιο πάνω λόγους, οι Ενάγοντες εγείρουν την αγωγή και αξιώνουν ως ανωτέρω. Οι Εναγόμενοι αρνούνται την εκδοχή των Εναγόντων. Συγκεκριμένα, στην Έκθεση Υπεράσπισής (Ε/Υ) τους, οι Εναγόμενοι εκθέτουν τη δική τους εκδοχή γεγονότων ως εξής꞉
  8. Αναφορικά με την παρα. 1 της Ε/Α, οι Εναγόμενοι καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους.
  9. Αναφορικά με την παρα. 2 της Ε/Α, οι Εναγόμενοι παραδέχονται μόνο ότι για κάποιο περιορισμένο χρονικό διάστημα υπήρξαν πελάτες των Εναγόντων. [Οι Εναγόμενοι επιφυλάχθηκαν να δώσουν κατά τη δικάσιμο περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με το είδος της συνεργασίας των διαδίκων.]
  10. Αναφορικά με την παρα. 3 της Ε/Α, οι Εναγόμενοι καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους.
  11. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τις παρα. 4 και 5 της Ε/Α και λέγουν ότι αγόρασαν κάποια εμπορεύματα σε κάποιο στάδιο από τους Ενάγοντες, όλα όμως τα εμπορεύματα είχαν εξοφληθεί πλήρως. Οι Εναγόμενοι λέγουν περαιτέρω ότι κατά ή περί το έτος 2009, όταν οι Εναγόμενοι σταμάτησαν να λειτουργούν το εστιατόριο για το οποίο εγίνοντο οι σχετικές αγορές, συμφώνησαν με τους Ενάγοντες και/ή τους αξιωματούχους και/ή τα υπεύθυνα αυτών πρόσωπα όπως οι τελευταίοι παραλάβουν ό,τι εμπόρευμα υπήρχε στο εστιατόριο, πράγμα που έγινε, προς εξόφληση του οποιουδήποτε τυχόν υπολοίπου υπήρχε. Οι Εναγόμενοι λέγουν περαιτέρω ότι για κάποιο χρονικό διάστημα το εστιατόριο ήταν υπό τη λειτουργία ή/και τον έλεγχο άλλων προσώπων, για τις συναλλαγές των οποίων οι Εναγόμενοι ουδεμία ευθύνη είχαν και/ή ανέλαβαν, το δε αξιούμενο ποσό δεν οφείλεται.
  12. Οι Εναγόμενοι αρνούνται την παρα. 6 της Ε/Α και λέγουν ότι ουδέποτε οχλήθηκαν νομότυπα και/ή κανονικά από τους Ενάγοντες και δεν οφείλουν το αξιούμενο και/ή οιονδήποτε ποσό.
  13. Για τους πιο πάνω λόγους, οι Εναγόμενοι αξιώνουν την απόρριψη της αγωγής, με έξοδα εναντίον των Εναγόντων. Σε Απάντηση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες εγείρονται οι εξής απαντητικοί ισχυρισμοί꞉ Οι Ενάγοντες απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς των Εναγομένων που περιέχονται στις παρα. 1 έως 5 της Ε/Υ και εμμένουν στις παρα. 1 έως 6 της Ε/Α. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά ή περί το 2010 πράγματι παρέλαβαν κάποια εμπορεύματα από τα υποστατικά των Εναγομένων μετά από υπόδειξη και/ή σύμφωνη γνώμη των τελευταίων προς το σκοπό ικανοποίησης του χρέους τους προς τους Ενάγοντες, ωστόσο η αξία των εμπορευμάτων τα οποία επιστράφηκαν ήταν πολύ χαμηλότερη από το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός των Εναγομένων. Με την πιο πάνω επιστροφή εκδόθηκε και/ή παραδόθηκε στους Εναγόμενους σχετικό πιστωτικό σημείωμα με αριθμό 96005005 αξίας €629,98σ., ώστε να εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό το οποίο οι Ενάγοντες αξιώνουν με την παρούσα αγωγή τους. Για τους πιο πάνω λόγους, οι Ενάγοντες αξιώνουν ως η Ε/Α. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, μαρτυρία έδωσαν η κα XXXXX Μωυσέως (στο εξής «η ΜΕ1»), ο κ. XXXXX Μωυσέως (στο εξής «ο ΜΕ2») και ο κ. XXXXX Χαϊδεμενίδης (στο εξής «ο ΜΕ3»), ενώ από πλευράς Εναγομένων, μαρτυρία έδωσε μόνο ο κ. XXXXX Παπανικολάου (στο εξής «ο ΜΥ1»). Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της υπόθεσης με τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίες υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο γραπτώς. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕ
  14. Η ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής της δήλωσης (βλ. Τεκμήριο 1), όπου αναφέρονται τα εξής꞉ «
  15. Ονοµάζοµαι XXXXX Μωυσέως. Είµαι µία εκ των διευθυντών και υπεύθυνη λογιστηρίου της εταιρείας V.M. CAVAWAY LTD µε αρ. εγγραφής ΗΕ 145029 και είµαι δεόντως εξουσιοδοτηµένη να προβώ στην παρούσα κατάθεση εκ µέρους των εναγόντων.
  16. Η εταιρεία των εναγόντων είναι εταιρεία περιορισµένης ευθύνης µε έδρα τη Λάρνακα, εγγεγραµµένη σύµφωνα µε το Νόµο, η οποία ασχολείται µεταξύ άλλων µε το χονδρικό και λιανικό εµπόριο αλκοολούχων ποτών και συναφών προϊόντων.
  17. Οι εναγόµενοι διατηρούσαν εστιατόριο µε την επωνυµία Πλακιώτικο και ήταν πελάτες των εναγόντων από τα τέλη του 2006 µέχρι τα µέσα του
  18. Κατά την περίοδο αυτή οι εναγόµενοι προµηθεύονταν από τους ενάγοντες διάφορα αλκοολούχα ποτά και άλλα συναφή προϊόντα επί πιστώσει για τα οποία οι ενάγοντες εξέδιδαν σχετικά τιµολόγια στο όνοµα των εναγοµένων. Προς τούτο διατηρούσαν κατάσταση λογαριασµού στην οποία καταχωρούνταν όλες οι µεταξύ των διαδίκων συναλλαγές, πιστώσεις και χρεώσεις.
  19. Η συνήθης πρακτική µεταξύ των δύο εταιρειών όσον αφορά την εµπορική τους συνεργασία είχε ως εξής: α) Αρµόδιος υπάλληλος των εναγοµένων είτε τηλεφωνικώς είτε µέσω φαξ µας έδιδε παραγγελία για προϊόντα που ήθελαν να τους προµηθεύσουµε στα υποστατικά τους δίδοντας µας προς τούτο όλες τις σχετικές πληροφορίες, ποσότητα, µάρκα κλπ. β) Στη συνέχεια αφού ετοιµαζόταν η παραγγελία υπάλληλοι των εναγόντων µετέβαιναν στα υποστατικά των εναγοµένων στην Λάρνακα όπου παρέδιδαν το φορτίο της παραγγελίας έναντι σχετικού τιµολογίου. γ) Τα τιµολόγια εκδίδονταν πάντα µε προκαθορισµένες και συµφωνηµένες τιµές των προϊόντων µε αναφορά στην ποσότητα τους και το είδος τους και παραδίδονταν µαζί µε την εκάστοτε παραγγελία.
  20. Όσο αφορά τον τρόπο πληρωµής οι εναγόµενοι κατά διαστήµατα κατέβαλλαν διάφορα ποσά έναντι του λογαριασµού τους και πίστωναν ανάλογα την σχετική' κατάσταση αφού εξέδιδαν προς τούτο και σχετική απόδειξη η οποία παραδιδόταν στους εναγοµένους.
  21. Η συνεργασία των δυο εταιρειών τερµατίστηκε περίπου στα µέσα του
  22. Περί τον lούλιο του 2009 οι εναγόµενοι σταµάτησαν να αγοράζουν εµπορεύµατα από τους ενάγοντες αλλά σταµάτησαν ταυτόχρονα και τις πληρωµές έναντι του υπολοίπου τους.
  23. Η τελευταία πληρωµή των εναγοµένων έγινε στις 02/09/2009 µετά την πληρωµή µίας µεταχρονολογηµένης επιταγής αρ. 05345199 για το ποσό των €400,
  24. Η συγκεκριµένη επιταγή δόθηκε περί τον Μάιο µε lούνιο του 2009 για εξόφληση του µέχρι τότε υπολοίπου. Μετά την πληρωµή της πιο πάνω επιταγής, ο λογαριασµός την 02/09/09 παρουσίαζε υπόλοιπο €1.404,97-. Το πιο πάνω υπόλοιπο ουσιαστικά είναι το σύνολο των πωλήσεων από 16/06/2009 µέχρι 21/07/2009 πλην ενός πιστωτικού σηµειώµατος ύψους €27,32 πιθανώς για επιστροφή εµπορευµάτων.
  25. Μετά από επανειληµµένες µας οχλήσεις προς τους εναγόµενους για να εξοφλήσουν το λογαριασµό τους, οι εναγόµενοι µας εισηγήθηκαν την επιστροφή προϊόντων που δεν πωλήθηκαν και διατηρούσαν στην κατοχή τους πράγµα το οποίο η εταιρεία µας αποδέχθηκε. Έτσι την 24/01/10 µας επιστράφηκαν διάφορα προϊόντα και εκδόθηκε προς όφελος των εναγοµένων πιστωτική σηµείωση ύψους €629,98 µε επακόλουθο την ανάλογη πίστωση του λογαριασµού των εναγοµένων, ο οποίος παρουσίαζε εκ νέου χρεωστικό υπόλοιπο €774,99, το οποίο παρά τις επανειληµµένες οχλήσεις µας δεν εξοφλήθηκε µέχρι σήµερα.
  26. Οι εναγόµενοι ουδέποτε εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο για τα τιµολόγια που εκδίδονταν στο όνοµα τους ούτε τα αµφισβήτησαν ποτέ, ως επίσης ουδέποτε αµφισβήτησαν το υπόλοιπο του λογαριασµού τους. Η επιστροφή των προϊόντων δυνάµει της πιστωτικής σηµείωσης έγινε µετά από συνεννόηση των εναγόντων και των εναγοµένων για να διευκολυνθούν οι τελευταίοι να εξοφλήσουν το µειωµένο πλέον υπόλοιπο τους πράγµα το οποίο ουδέποτε έπραξαν µέχρι σήµερα.
  27. Στην παράλειψη των εναγοµένων να εξοφλήσουν το υπόλοιπο τους δώσαµε οδηγίες στους δικηγόρους µας και καταχώρησαν την παρούσα αγωγή αξιώνοντας το υπόλοιπο του λογαριασµού ο οποίος τηρείτο αδικαιολόγητα.
  28. Μετά την καταχώριση της αγωγής οι εναγόµενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν έναντι του χρέους τους µε αποτέλεσµα να οφείλεται το αξιούµενο ποσό των €774,99-. συµπεριλαµβανοµένου ΦΠΑ πλέον νόµιµο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα.» Η ΜΕ1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 2 την Κατάσταση Λογαριασμού που αναφέρεται στην παρα. 3 της γραπτής της δήλωσης ανωτέρω, καθώς επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 τη δέσμη των εκδοθέντων τιμολογίων που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο της γραπτής της δήλωσης. Αντίγραφο του Πιστωτικού Σημειώματος που αναφέρεται στην παρα. 7 της γραπτής της δήλωσης, κατατέθηκε από την ΜΕ3 ως Τεκμήριο
  29. Αντίγραφο της Πιστωτικής Σημείωσης που αναφέρεται στην παρα. 8 της γραπτής της δήλωσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  30. Αντεξετάστηκε εκτενώς η ΜΕ1 επί της γραπτής της δήλωσης. Στο πλαίσιο της αντεξέτασής της, η ΜΕ1 ανέφερε ότι η συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης για τους όρους υπό τους οποίους θα γίνονταν οι αγοραπωλησίες ποτών έγινε προφορικά. Υπήρχε εμπιστοσύνη επειδή ο σύζυγός της (βλ. τον ΜΕ2) «τους ήξερε», ήξερε τους «συνεταίρους», τους ιδιοκτήτες του εστιατορίου, εκείνους που το διοργάνωσαν. Εκείνος μίλησε μαζί τους για τις προτάσεις, τις τιμές, την πιστωτική συμφωνία. Ο σύζυγός της καθόριζε τις τιμές. Η ίδια η ΜΕ1 ήταν στα τηλέφωνα, στις πωλήσεις, αλλά πιο πολύ στο λογιστήριο. Μέσα στα καθήκοντά της ήταν και το να εκδίδει τα τιμολόγια. Είχε επικοινωνία μόνο με το πρόσωπο που έβαζε παραγγελίες τηλεφωνικώς. Δεν θυμόταν όμως να πει το όνομά του, διότι πέρασαν πολλά χρόνια. Ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι η συνεργασία των Εναγόντων με την Εναγομένη τερματίστηκε το
  31. Περί τις 23.1.2010 ή 24.1.2010 οι Ενάγοντες πήραν τα τελευταία προϊόντα ως επιστροφή έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού και μετά τίποτα και εξέδωσαν προς αυτούς πιστωτική σημείωση αμέσως την επομένη μέρα. Ερωτηθείσα η ΜΕ1 να πει αν γνώριζε ότι η Εναγόμενη εταιρεία σταμάτησε να έχει τη διαχείριση του εστιατορίου από 1η Μαρτίου 2009 και ότι έκτοτε το ανέλαβε άλλη εταιρεία, την εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd, στη βάση συμφωνίας ενοικίασης, η ΜΕ1 απάντησε λέγοντας «Ουδέποτε είχαμε τέτοια ενημέρωση.». Στη συνέχεια, ανέφερε επί του ιδίου θέματος τα εξής꞉ «Εγώ δεν γνώριζα. Δεν είχα ιδέα. Αν το γνώριζα, οι επιταγές τα τιμολόγια θα έβγαιναν στο όνομα της νέας εταιρείας.». Επεσήμανε επίσης η ΜΕ1 ότι «Στην κατάσταση λογαριασμού, έχω πιστωτική σημείωση το 2009 και το
  32. Δεν μπορούν τώρα να έρχονται να λένε ότι άλλαξε η εταιρεία τους.». Διερωτήθηκε η ΜΕ1, γιατί δεν διαμαρτυρήθηκαν για την κατάσταση λογαριασμού αν είχε αλλάξει χέρια η διεύθυνση του εστιατορίου. Υποβλήθηκε στην ΜΕ1 ότι όπως ο μόνος που γνώριζε τους όρους της προφορικής συμφωνίας των Εναγόντων με την Εναγόμενη για την αγοραπωλησία των εμπορευμάτων ήταν ο σύζυγός της και όχι η ίδια, κατά τον ίδιο τρόπο μόνο ο σύζυγός της είχε ενημερωθεί για την αλλαγή στη διαχείριση του εστιατορίου. Και πάλιν, όμως, η απάντηση της ΜΕ1 ήταν ότι αυτή ρώτησε το σύζυγό της αν ενημερώθηκε για κάτι τέτοι και εκείνος το αρνήθηκε, είπε μάλιστα στο δικηγόρο τους «φέρτε μου μπροστά μου αυτόν που το είπε». Ερωτηθείσα η ΜΕ1 να πει αν η εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd είναι πελάτης των Εναγόντων, η ΜΕ1 απάντησε αρχικά λέγοντας ότι δεν την γνωρίζει ως εταιρεία και στη συνέχεια ανέφερε ότι «Μπορεί [να ήταν πελάτης τους] πριν πάρα πολλά χρόνια, αλλά δεν έχω κάτι τώρα. Πρέπει να δω το κομπιούτερ μου. Δεν τα θυμάμαι όλα από έξω. Όταν είμαι στο γραφείο μου τα ξέρω. Από το 2004 μέχρι σήμερα είναι δυνατόν να γνωρίζω όλους τους πελάτες;». Υποβλήθηκε στην ΜΕ1 ότι το υπόλοιπο που δημιουργήθηκε βάσει των τιμολογίων (Τεκμήριο 3) μετά την 1.3.2009 είναι από την Acqua Pisces Trading Ltd που δημιουργήθηκε, σε χρόνο που δεν λειτουργούσε η Εναγόμενη το εστιατόριο «το Πλακιώτικο». Δηλαδή της υποβλήθηκε ότι οι Ενάγοντες χρέωσαν στην Εναγόμενη ποσά που οφείλονταν από τρίτη εταιρεία. Η απάντηση που έδωσε η ΜΕ1 ήταν, αφενός, ότι «Οι Εναγόμενοι το λειτουργούσαν, αφού δώσατε και επιταγές. Έχει πιστωτική σημείωση που είναι και από πιο πριν.», αφετέρου, η ΜΕ1 σημείωσε ότι «Εγώ χρέωσα τα άτομα που συνεργαζόμουν πάντα. Μ' εκείνα που μιλούσα. Τους υπεύθυνους τους.». Και πάλιν, όμως, η ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει τον ή τους υπεύθυνους με τους οποίους είχε την επικοινωνία κατά την επίδικη περίοδο. Ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι η τελευταία πληρωμή από τους Εναγόμενους έγινε τον Ιούνιο με μεταχρονολογημένη επιταγή που εξαργυρώθηκε το Σεπτέμβριο του
  33. Υπήρχε επαφή μαζί τους, όμως, τον Ιούνιο και Ιούλιο αφού εκδίδονταν τιμολόγια. Από τον Ιούλιο και μετά σταμάτησαν να βγάζουν προϊόντα. Τότε οι Ενάγοντες τους ενόχλησαν για να εξοφλήσουν το χρέος και εκείνοι τους εισηγήθηκαν να πάρουν εμπορεύματα. Αρνήθηκε κατηγορηματικά η ΜΕ1 τη θέση που της υποβλήθηκε ότι η επιστροφή προς πλήρη εξόφληση του χρέους έγινε το Μάρτιο του
  34. Συγκεκριμένα απάντησε λέγοντς «Αδύνατον, δεν στέκει. Πιστωτική βγαίνει την ίδια μέρα, ή μια - 2 μέρες μετά. Ν΄ αλλάξει λογιστικός χρόνος, για ποιο λόγο;». Ερωτηθείσα η ΜΕ1 να πει αν κοινοποιήθηκε στην Εναγόμενη το Τεκμήριο 2, αυτή απάντησε λέγοντας ότι έδινε στην Εναγόμενη κατάσταση λογαριασμού όποτε το ζητούσαν. Ερωτηθείσα στη συνέχεια να πει αν δόθηκε στην Εναγόμενη κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο μετά το Μάρτιο του 2009, η ΜΕ1 απάντησε καταφατικά «Ναι». Όταν όμως της υποβλήθηκε αμέσως μετά ότι «δεν δόθηκε» τέτοια κατάσταση λογαριασμού, η ΜΕ1 υπαναχώρησε λέγοντας «Δεν θυμάμαι. Πιο πιθανόν να έδωσα.». Ήταν η θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι στην πραγματικότητα ποτέ δεν δόθηκε στην Εναγόμενη κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο μετά το Μάρτη του 2009, γι'αυτό και δεν γνώριζε ότι είχε υπόλοιπο και γι'αυτό δεν διαμαρτυρήθηκε. Σε αυτό το σημείο όμως, η ΜΕ1 αντέταξε το ερώτημα «Αφού αποδέχεστε το credit note ημερ. 13.4.
  35. Εκείνο γιατί το αποδέχεστε; Αφού δεν είχατε εξοφλήσει το λογαριασμό πριν αναλάβει νέα εταιρεία.». Στη συνέχεια υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι υπήρξε επέμβαση στο Τεκμήριο 2 στη σελίδα 5, στο σημείο του νομίσματος. Συγκεκριμένα, ερωτήθηκε η ΜΕ1 γιατί αυτή επενέβηκε στο σήμα του Ευρώ, σβήνοντάς το. Η ΜΕ1 απάντησε λέγοντας «Δεν ξέρω καν αν το έβαλα εγώ ή αν το έγραψε ο δικηγόρος μου. Αυτό το πράγμα δεν είναι επέμβαση.» και εξήγησε τη θέση της λέγοντας «Είναι λίρες. Δεν έχει να κάμει με τις πράξεις και τα ποσά. Αφού το 2007 ήταν σε λίρες, δεν υπήρχε ευρώ. Δεν ξέρω εγώ, έχει γίνει, αλλά δεν είναι επέμβαση δική μου.». Όπως παραδέχθηκε η ΜΕ1, για να οχλήσουν τους Εναγόμενους για το υπόλοιπο δεν απέστειλαν ποτέ κάποια επιστολή, παρά μόνο τους τηλεφωνούσαν. Κληθείσα να πει αν είχε μαζί της τις παραγγελίες που υποβλήθηκαν το 2010 για να δείξει στο Δικαστήριο ποιος τις υπέβαλλε, η ΜΕ1 απάντησε «Αν ήξερα ότι θα φτάναμε ως εδώ θα φύλαγα αντίγραφα. Δεν θα έπαιρνε τιμόλιο αν δεν έβαλε παραγγελίες.». Πρόσθεσε η ΜΕ1, σε σχέση με όσα καταγράφονται στην παρα. 7 της γραπτής της δήλωσης, ότι «Αν προσέξετε την κατάσταση λογαριασμού είναι η τελευταία επιταγή και μου έδωσαν άλλες δυο επιταγές την ίδια μέρα on account. Δίναμε κατάσταση λογαριασμού. Έτυχε να ταιριάζει το ποσό. Είναι σωστές οι καταχωρήσεις.». Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
  36. Ο ΜΕ2, ο οποίος ήταν ο κύριος μάρτυρας για την υπόθεση των Εναγόντων, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής της δήλωσης (βλ. Τεκμήριο 6), όπου αναφέρονται τα εξής꞉ «
  37. Ονομάζομαι XXXXX Μωυσέως.· Είμαι ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας V.M. CAVAWAY LΤD με αρ. εγγραφής ΗΕ 145029 και έχω τη γενική ευθύνη για τη λειτουργία της εταιρείας. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα κατάθεση εκ μέρους των Εναγόντων. ΓνωρΙζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από την προσωπική μου εμπλοκή.
  38. Οι εναγόμενοι διατηρούσαν εστιατόριο με την επωνυμία Πλακιώτικο και ήταν πελάτες των εναγόντων από τα τέλη του 2006 μέχρι το
  39. Κατά την περίοδο αυτή, οι εναγόμενοι προμηθεύονταν από τους ενάγοντες διάφορα αλκοολούχα ποτά και άλλα συναφή προϊόντα επί πιστώσει για τα οποία οι ενάγοντες εξέδιδαν σχετικά τιμολόγια στο όνομα των εναγομένων. Προς τούτο διατηρούσαν εμπορικό λογαριασμό στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι μεταξύ των διαδίκων συναλλαγές, πιστώσεις και χρεώσεις.
  40. Από τον Μάρτιο του 2009 ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας, κ. XXXXX Μορφίτης και ο κ. Παπανικολάου, υπάλληλος της εναγόμενης εταιρείας, με πληροφόρησαν ότι η εναγομένη εταιρεία δε θα διαχειρίζεται πλέον το εστιατόριο Πλακιώτικο κι ότι η διαχείριση του εν λόγω εστιατορίου παραχωρήθηκε σε μια άλλη εταιρεία, την Acqua Pisces Trading Ltd.
  41. Κατά την περίοδο μετά τον Μάρτιο του 2009, η εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd προμηθευόταν από τους ενάγοντες για το εστιατόριο Πλακιώτικο διάφορα προϊόντα επί πιστώσει για τα οποία οι ενάγοντες εξέδιδαν σχετικά τιμολόγια στο όνομα της εταιρείας Acqua Pisces Trading Ltd. Προς τούτο άνοιξα νέο εμπορικό λογαριασμό στο όνομα της εταρείας Acqua Pisces Trading Ltd, στον οποίο καταχωρούσα όλες τις μεταξύ των μερών συναλλαγές, πιστώσεις και χρεώσεις.
  42. Τον lούνιο του 2009 ο κ. XXXXX Μορφίτης και ο κ. Παπανικολάου με ενημέρωσαν ότι έχει επανέλθει η διαχείριση του εστιατορίου Πλακιώτικο στην εναγομένη εταιρεία. Έκτοτε, οι ενάγοντες, για κάθε ακολουθήσασα συναλλαγή, χρέωναν και πίστωναν τον εμπορικό λογαριασμό που διατηρούσε η εναγομένη εταιρεία.
  43. Το αξιούμενο υπόλοιπο εναντίον της εναγομένης εταιρείας ουσιαστικά είναι το σύνολο των πωλήσεων από 16/06/2009 μέχρι 21/07/2009, περίοδο κατά την οποία η διαχείριση του εστιατορίου Πλακιώτικο είχε περιέλθει στην εναγομένη εταιρεία.
  44. Μετά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων προς τους εναγομένους για εξόφληση του υπολοίπου της εναγομένης, ο κ. XXXXX Μορφίτης και ο κ. Παπανικολάου μου εισηγήθηκαν την επιστροφη προϊόντων που δεν πωλήθηκαν και διατηρούσαν οι εναγόμενοι στην κατοχή τους, πράγμα το οποίο η εταιρεία μας αποδέχθηκε. Έτσι, την 24/01/10 μας επιστράφηκαν διάφορα προϊόντα και εκδόθηκε προς όφελος των εναγομένων πιστωτική σημείωση ύψους €629,98.-, με συνακόλουθο την ανάλογη πίστωση του λογαριασμού των εναγομένων ο οποίος παρουσίαζε εκ νέου χρεωστικό ,υπόλοιπο €774,99-, το οποίο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων δεν εξοφλήθηκε μέχρι σήμερα.
  45. Μετά την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, επικοινώνησα τηλεφωνικώς με τον κ. XXXXX Μορφίτη, ο οποίος ουδέποτε αμφισβήτησε ότι η εναγομένη εταιρεία οφείλει το αξιούμενο υπόλοιπο.». Ο ΜΕ2 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την κατάσταση εμπορικού λογαριασµού που τηρούσαν οι Ενάγοντες για την εταιρεία Aqcua Pisces Trading Ltd (βλ. το Τεκµήριο 7), όπου φαίνεται ότι η συνεργασία μεταξύ των Εναγόντων και της εταιρείας Acqua Pisces Trading Ltd ξεκίνησε στις 12/03/2009 και ολοκληρώθηκε στις 09/06/2009, με χρεώσεις διαφόρων ποσών στη βάση τιμολογίων που εκδόθηκαν επί πιστώσει σε διάφορες ημερομηνίες στο μεσοδιάστημα. Περαιτέρω, στο Τεκµήριο 7 φαίνεται ότι εξοφλήθηκε το υπόλοιπο €1218.22 που υπήρχε στο λογαριασμό της εταιρείας Acqua Pisces Trading Ltd την 9.6.2009 με την έκδοση επιταγής αρ. 83957641, για την είσπραξη της οποίας φαίνεται ότι κινήθηκε εν τέλει η αγωγή 1843/2011, οδηγώντας στην είσπραξή της μόλις στις 30.6.
  46. Εκείνη την ημερομηνία εξοφλήθηκε πλήρως ο λογαριασμός της μηδενίστηκε το υπόλοιπο της Acqua Pisces Trading Ltd. Ήταν η θέση του ΜΕ2 ότι το Πλακιώτικο ανοίχθηκε από πέντε άτομα, τα οποία είναι ονόματα αξιόλογα στη Λάρνακα, άτομα με κύρος στη Λάρνακα, τα οποία και κατονόμασε (ο κ. Μορφής ή Μορφίτης, ο κ. XXXXX Κυριακίδης, ο κ. XXXXX Παπανικολάου, ο κ. Όθωνας, που ήταν ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου των Βιομηχάνων και ο κ. Κούτρας, Διευθυντής Νοσοκομείου. Ήταν άνθρωποι που αγαπούσαν το καλό ποιοτικό κρασί και αποφάσισαν να ανοίξουν έναν χώρο, που θα πήγαιναν να πίνουν καλό, ποιοτικό κρασί. Ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι αυτός ήταν ο πρώτος που άνοιξε μια κάβα, ένα κατάστημα εξειδικευμένο για κρασιά, και ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν πελάτες του, αφού πίσω από το κατάστημά του ήταν το εστιατόριο που αποφάσισαν να ανοίξουν. Εξ όσων γνώριζε ο ΜΕ2, αυτοί οι πέντε ήταν οι μέτοχοι στην Εναγόμενη εταιρεία. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ2 δήλωσε ότι αυτός ήταν που διαπραγματευόταν τις συμφωνίες με πελάτες. Όσον αφορά την Εναγόμενη εταιρεία, το πρόσωπο που ερχόταν σε επαφή με τον ΜΕ2 σε σχέση με το εστιατόριο Πλακιώτικο, ήταν ο κ. XXXXX Παπανικολάου (βλ. τον ΜΥ1), ο οποίος ήταν και ο υπεύθυνος για τις πληρωμές. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 ότι το άτομο που είχε την πλήρη επιμέλεια για τη λειτουργία του εστιατορίου ήταν ο κ. XXXXX Κυριακίδης. Δηλαδή εκείνος επιμελείτο του χώρου, έκλεινε συμφωνίες για τα «events» (εκδηλώσεις) που γίνονταν σχεδόν κάθε εβδομάδα. Εξήγησε ο ΜΕ2 ότι άλλο άτομο τον πλήρωνε, άλλο άτομο του έδινε οδηγίες για το πώς θα χειριστούν το εστιατόριο. Πολλές φορές συναντιόταν ο ΜΕ2 μαζί με αυτούς στο εστιατόριο, το οποίο ήταν ένα εστιατόριο πρότυπο. Τις παραγγελίες τις έβαζε κάποιος υπάλληλος, εξουσιοδοτημένος από τους διευθυντές. Θυμόταν ο ΜΕ2 κάποιον Έλληνα, ονόματι Δημήτρη. Υποβλήθηκε στον ΜΕ2 ότι άτομα επ'ονόματι Μορφής και Κυριακίδης, καμία σχέση είχαν όσον αφορά είτε την ιδιοκτησία είτε οποιανδήποτε άλλη θέση στην Εναγόμενη Εταιρεία. Διαφώνησε. Δήλωσε συγκεκριμένα τα εξής꞉ «Ο XXXXX ο Μορφίτης και ο κύριος XXXXX Παπανικολάου έχουν σχέση με την εταιρεία. Τώρα ο XXXXX Κυριακίδης, αν είναι μέτοχος της εταιρείας ή τότε ήταν συμβουλάτορας των ανθρώπων τούτων, είναι ένα θέμα, το οποίο αν έρθουν εδώ και το αρνηθούν ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος έχει σχέση με το εστιατόριο Πατριδογευσία Ltd, τότε τι να πω.». Ερωτήθηκε ο ΜΕ2 να πει αν ειδοποιήθηκε από την Εναγόμενη εταιρεία ότι θα άλλαζε χέρια η διαχείρηση του εστιατορίου Πλακιώτικο. Παραθέτω αυτούσια την απάντησή του꞉ «Μάλιστα. Εξού και ο λόγος που ο κύριος Παπανικολάου μου έκδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές, όταν ήταν να αποχωρήσει η διεύθυνση του εστιατορίου από τη συγκεκριμένη εταιρεία και ήταν να μεταφερθεί στην Aqua Pisces Trading Ltd. Μου λέει από σήμερα και δείχνει πότε ανοίχθηκε ο λογαριασμός της Aqua Pisces Trading Ltd, δεν έχουμε καμία σχέση με ό,τι δοσοληψίες κάνεις με την Aqua Pisces Trading Ltd. Ήταν ξεκάθαρα. Τότε εγώ εξόφλησα το υπόλοιπο που είχε το Πλακιώτικο η Πατριδογευσία, πήρα τις μεταχρονολογημένες επιταγές και άρχισα να εξυπηρετώ την Aqua Pisces. Σε κάποια χρονική περίοδο, ήρθε και μου είπαν ότι ο συγκεκριμένος μας κατάστρεψε το εστιατόριο, έχασε την πελατεία μας και πήραμε την απόφαση να το αναλάβουμε και εξ'ου και εγώ ενεργοποίησα τον παλιό λογαριασμό που έχει να κάνει με το εστιατόριο Πατριδογευσία και άρχισα και έπαιρνα παραγγελίες στους παλιούς μου πελάτες και αυτό συνεχίστηκε, για ένα μήνα. Μετά οι συγκεκριμένοι άνθρωποι είδαν ότι ήταν καλοκαίρι και ο κόσμος δεν έτρωγε μέσα και αποφάσισαν να κλείσουν το εστιατόριο, για να ανοίξουν τον χειμώνα. Εμείς περιμέναμε τον 9ο, τον 10ο να ανοίξουν το εστιατόριο, αυτοί δεν το άνοιξαν. Σε κάποια φάση δέχομαι ένα τηλεφώνημα, αφού εγώ ήθελα τα λεφτά μου και μου είπαν «XXXXX μου αποφασίσαμε να μην το ανοίξουμε, σε παρακαλώ πότε μπορείς να έρθεις να πάρεις τα πράγματα πίσω, να βγάλεις ένα credit note και πόσα είναι το υπόλοιπο να σε πληρώσουμε. Και γι΄αυτό υπολογίζω ότι πρέπει να βγήκε γύρω στον Γενάρη το credit note. Όλα καθαρά. «Και πόσο είναι το υπόλοιπο; €
  47. Εντάξει να σε πληρώσουμε.» Δεν βρίσκω πού είναι το μεμπτό.». Ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 ότι για το κλείσιμο του εστιατορίου αυτός μίλησε με τον κ. XXXXX Παπανικολάου, με τον κ. XXXXX Μορφή και με τον κ. XXXXX Κυριακίδη. «Τυχαίνει να είμαι φίλος, να είναι πελάτες μου, τυχαίνει οι άνθρωποι αυτοί να έχουμε τριβές καθημερινές.». Αλλά διατύπωσε το παράπονο ότι, όταν ενοχλούσε για τα λεφτά του, δεν έμπαινε στη διαδικασία να του απαντήσει κανένας άνθρωπος από αυτούς τους τέσσερις, γι'αυτό και αναγκάστηκαν να φτάσουν στο Δικαστήριο. Θυμόταν ο ΜΕ2 ότι- «Όταν έφυγε η Aqua Pisces το εστιατόριο ήταν σε χάλια μαύρα. Επήγα μαζί τους στο εστιατόριο, με τον κύριο XXXXX Μορφή και τον XXXXX Κυριακίδη, ήταν μαζί μου και ο XXXXX που θα έμπαινε στη διαδικασία να αναλάμβανε επ'ονόματι της εταιρείας εστιατόριο Πατριδογευσία και αν έχετε οποιοδήποτε πρόβλημα, μπορεί ο XXXXX ή ο XXXXX να έρθουν στο Δικαστήριο να μαρτυρήσουν ότι ήταν οι άνθρωποι, που θα αναλάμβαναν το reopen της εταιρείας Πατριδογευσία, δηλαδή ο εργοδότης του XXXXX, του XXXXX, δεν θα ήταν η Aqua Pisces αλλά το εστιατόριο Πατριδογευσία Ltd. Δεν θα ξεχάσω μαζί και ο XXXXX Κυριακίδης, που βοηθούσαν να φύγουν οι μίλλες που τα, που την κουζίνα, ώστε το εστιατόριο να ανοίξει με ένα καινούργιο πρόσωπο.». Υποβλήθηκε στο ΜΕ2 ότι τα τιμολόγια που παρουσίασε στο Δικαστήριο, ως τα οφειλόμενα, δεν παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη Εταιρεία (βλ. Τεκμήριο 3), γιατί την περίοδο για την οποία αφορούν τα εν λόγω τιμολόγια, το εστιατόριο δεν το λειτουργούσε η Εναγόμενη εταιρεία. Διαφώνησε ο ΜΕ2 και έθεσε τη θέση του ως εξής꞉ «Εγώ λέω ότι το λειτουργούσε η Εναγόμενη εταιρεία. Νομίζω είναι ξεκάθαρο ότι προσπαθούμε να ρίξουμε ευθύνες σε κάποιον άνθρωπο ότι έκδιδε ψεύτικα τιμολόγια, υπάρχει Φ.Π.Α της εταιρείας. Αν τούτα τα τιμολόγια δεν τα παρουσίασε η εταιρεία Πλακιώτικο εστιατόριο στον συμψηφισμό να δούμε τι θα κάνουμε. Δεύτερο να σας πω ότι έχω ανθρώπους που ανέλαβαν μετά από παρότρυνση της Πατριδογευσίας να τους ρωτήσουμε ποιος τους πλήρωσε; Τον XXXXX και τον XXXXX από πού πληρώθηκαν; Ο XXXXX και ο Κωνσταντίνος ήταν τα άτομα που δέχτηκαν να παραλάβουν εμπορεύματα, τα συγκεκριμένα άτομα ζούνε και αναπνέουν. Να έρθουν να τους ρωτήσουμε ποιος σας πλήρωσε από την ημέρα που άνοιξε ξανά, μέχρι την ημερομηνία που έκλεισε και σας ενημέρωσαν ότι σταματά;». Υποβλήθηκε, επίσης, στον ΜΕ2 ότι η επιστροφή προϊόντων, που ο ίδιος ανέφερε ότι έγινε προκειμένου να κλείσει το εστιατόριο, δεν έγινε τον Ιανουάριο του 2010, αλλά έγινε πριν τον Μάρτιο του 2009, όταν θα αναλάμβανε το εστιατόριο η εταιρεία Aqua Pisces. Διαφώνησε ο ΜΕ2 με την υποβληθείσα θέση. Όσον αφορά το ποσό που ισχυρίζεται ότι εξακολουθεί να είναι οφειλόμενο ο ΜΕ2 δήλωσε ότι πριν καταχωρήσει την παρούσα αγωγή μίλησε «σίγουρα με τον κύριο Κυριακίδη, σίγουρα με τον XXXXX Μορφίτη, σίγουρα με τον κύριο XXXXX Παπανικολάου. Για τον κύριο Κούτρα θα σας γελάσω» και η αντίδρασή τους ήταν «XXXXX μου, μην έχεις έγνοια θα τα τακτοποιήσω.». Του υποβλήθηκε ακολούθως ότι «Σε καμία περίπτωση δεν ήταν αυτή η αντίδραση της Εναγομένης Εταιρείας, από τα άτομα που την εκπροσωπούσαν, ακριβώς γιατί δεν οφειλόταν από αυτήν το οφειλόμενο υπόλοιπο.» Επέμεινε ο ΜΕ2 ότι αυτός έλεγε αλήθεια. Διευκρίνισε ο ΜΕ2 ότι όταν ανέλαβε η Aqua Pisces το εστιατόριο, η Εναγόμενη Πατριδογευσία Λτδ χρωστούσε στους Ενάγοντες λεφτά έναντι υπολοίπου λογαριασμού για την περίοδο πριν το Μάρτη, τα οποία λεφτά τα έδωσε στον ΜΕ2 με μεταχρονολογημένες επιταγές. Δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
  48. Ο ΜΕ3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής της δήλωσης (βλ. Τεκμήριο 8), όπου αναφέρονται τα εξής꞉ «
  49. Ονομάζομαι XXXXX Χαϊδεμαινίδης και κατάγομαι από την Ελλάδα. Από τον Μάρτιο μέχρι τον lούλιο του 2009 εργάστηκα ως μάγειρας στο εστιατόριο Πλακιώτικο.
  50. Συγκεκριμένα, τέλος Φεβρουαρίου του 2009, μου ζήτησε ο XXXXX Μορφίτης, ένας εκ των ιδιοκτητών της εναγομένης εταιρείας Εστιατόριο Πατριδογευσία Λτδ, να εργαστώ ως μάγειρας στο εστιατόριο Πλακιώτικο. Σε εκείνη τη συνάντηση μου σύστησε τον XXXXX Ζάττα και μου είπε ότι είναι ο εκπρόσωπος του εστιατορίου Πλακιώτικο. 3: Λίγες ημέρες αργότερα οι XXXXX Ζάττας και XXXXX Σπηλιώτης, εκπρόσωποι της εταιρείας Acqua Pisces Trading Ltd, μας ανακοίνωσαν ότι από τον Μάρτιο του 2009, η εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd αναλαμβάνει τη διαχείριση του εστιατορίου αντί η εναγομένη εταιρεία. Η συνεργασία μας με τον XXXXX και τον XXXXX διήρκεσε μέχρι τον lούνιο του
  51. Αρχές lουνίου του 2009 επισκέφτηκαν το εστιατόριο οι κύριοι XXXXX Μορφίτης, XXXXX Παπανικολάου και XXXXX Κυριακίδης για να συζητήσουν με τον XXXXX. Ο XXXXX μου είπε ότι του ζήτησαν να φύγει από το εστιατόριο. Τις επόμενες μέρες οι κύριοι XXXXX Μορφίτης, XXXXX Παπανικολάου και XXXXX Κυριακίδης έφεραν εργάτες, για να βάψουν τους τοίχους του εστιατορίου και μας ενημέρωσαν ότι η διαχείριση του εστιατορίου επανήλθε στην εναγομένη εταιρεία Εστιατόριο Πατριδογευσία Λτδ. Έκτοτε ο XXXXX Ζάττας κι ο XXXXX Σπηλιώτης δεν παρουσιάστηκαν στο εστιατόριο.
  52. Τις τελευταίες ημέρες του lούλη πληρωθήκαμε το μισθό μας κι οι κύριοι XXXXX Μορφίτης, XXXXX Παπανικολάου και XXXXX Κυριακίδης μας ενημέρωσαν ότι το εστιατόριο θα παρέμεινε κλειστό μέχρι τον Σεπτέμβριο. Τον Σεπτέμβριο του 2009 έμαθα ότι το εστιατόριο είχε κλείσει ορίστηκα κι ότι δεν υπήρχε ενδεχόμενο επαναλειτουργίας του.
  53. Γνωρίζω τον κ. XXXXX Μωυσέως, διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας, λόγω της συνεργασίας που είχε η ενάγουσα εταιρεία με την εναγομένη εταιρεία σε σχέση με το εστιατόριο Πλακιώτικο γι' αυτό όταν μου ζήτησε να μαρτυρήσω στο Δικαστήριο και να πω τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν ήμου πρόθυμος να παρουσιαστώ.». Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ3 δήλωσε ότι ο ίδιος ανταποκρίθηκε σε αγγελία που υπήρχε στο ίντερνετ για θέση εργασίας «μάγειρα» στο εστιατόριο Πλακιώτικο. Συναντήθηκε επί τόπου στο εστιατόριο με τον Α. Μορφίτη περί τον ένα μήνα πριν να αρχίσει να εργάζεται εκεί. Συζήτησαν με τον κ. Μορφίτη και διατήρησαν επαφή μέχρι που του σύστησε τον κ. XXXXX Ζάττα ως υπεύθυνο διοίκησης του εστιατορίου. Δηλαδή, διευκρίνισε ο ΜΕ3, ότι όταν αυτός άρχισε να εργάζεται στο εστιατόριο, αυτό δεν ήταν υπό τη διαχείριση της Εναγομένης, αλλά υπό τη διοίκηση του XXXXX Ζάττα. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ3 ότι αυτός γνωρίζει τους κ.κ. XXXXX Παπανικολάου και XXXXX Κυριακίδη, διότι τις πρώτες βδομάδες μετά που ανάλαβε η η εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd αυτοί εξακολουθούσαν να έχουν έντονη παρουσία στο εστιατόριο, αργότερα έρχονταν μόνο για γεύματα σε χαλαρό ύφος, ενώ μετά που έφυγε ο XXXXX Ζάττας και η εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd από τη διαχείριση του εστιατορίου, υπήρχαν αρκετά θέματα και οι κ.κ. Παπανικολάου και Κυριακίδης ήταν εκ νέου ενεργά μέλη της διοίκησης. Τόσο αυτοί οι δύο όσο και ο κ. Μορφίτης του συστήνονταν ως συνέταιροι - ιδιοκτήτες. Το αν πράγματι έχουν συμμετοχή στο κεφάλαιο, δηλαδή μετοχική συμμετοχή, ο ΜΕ3 δήλωσε ότι δεν το γνωρίζει. Ήταν όμως βέβαιος ότι για ενάμιση μήνα είχαν σχεδόν καθημερινή επαφή. Για την ανακαίνιση του χώρου, ζητούσαν από τον ΜΕ3 να μάθει τιμές. Διευκρίνισε ο ΜΕ3 ότι αυτός δεν είχε, σε κανένα χρονικό διάστημα, ανάμειξη με την παραλαβή προϊόντων στο κατάστημα. Υπήρχε άλλος υπεύθυνος για τους προμηθευτές, τον οποίο ο ΜΕ3 κατονόμασε ως κ. XXXXX Πλεχίδη, ο οποίος παραλάμβανε τα τιμολόγια και τα παρέδιδε αρχικά στον Μάριο Ζάττα και κατόπιν στους ιδιοκτήτες της Πατριδογευσίας Λτδ. Ο ΜΕ3 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε βεβαίωση ότι εργάστηκε ως υπάλληλος στο συγκεκριμένο εστιατόριο ούτε γνώριζε αν οι όποιοι εργοδότες του κατέβαλλαν εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων για την περίοδο που εργάστηκε εκεί. Αρνήθηκε τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι αυτός δεν εργάστηκε τον Ιούλιο του 2009 στο επίδικο εστιατόριο. Αρνήθηκε επίσης την υποβληθείσα σε αυτόν θέση ότι ο λόγος που δεν έφερε τέτοια βεβαίωση είναι διότι η Εναγόμενη δεν διαχειριζόταν το επίδικο υποστατικό κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο
  54. Ήταν η θέση του ΜΕ3 ότι από το Μάρτη 2009 μέχρι τις αρχές Ιουνίου 2009 η Εναγόμενη εταιρεία όντως δεν είχε σχέση με το εστιατόριο αλλά μετέπειτα μέχρι 31 Ιουλίου 2009 ανέκτησε πλήρως τον έλεγχό του. Όταν έκλεισε το εστιατόριο στις 31 Ιουλίου 2009, του αναφέρθηκε ότι θα έκλεινε μέχρι το Σεπτέμβρη. Όμως, τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου 2009, ενημερώθηκε από τον κ. XXXXX Λεχίδη ότι το εστιατόριο δεν είχε σκοπό να ξαναλειτουργήσει. Το επιβεβαίωσε ο ΜΕ3 μιλώντας τηλεφωνικώς με τον κ. XXXXX Κυριακίδη. Όπως είναι σε θέση να γνωρίζει ο ΜΕ3 το εστιατόριο πράγματι δεν λειτούργησε κατά τους 6 μήνες που ακολούθησαν (ήτοι από Σεπτέμβρη 2009 και έπειτα). Ο ίδιος βρήκε δουλειά σε άλλο κέντρο στις Φοινικούδες και τα τελευταία τριάμιση χρόνια εργάζεται στη Λεμεσό. Όσον αφορά τον τρόπο γνωριμίας του με τον ΜΕ2 (Βάσο Μωυσέως), ο ΜΕ3 ανέφερε ότι η κάβα του ΜΕ2 είναι σχεδόν απέναντι από το επίδικο εστιατόριο και είχε συχνές επισκέψεις στο εστιατόριο για να γευματίσει, όπου του τον είχαν συστήσει για να προσέχει ιδιαίτερα το τραπέζι του. Δεν δίστασε ο ΜΕ3 να αποκαλύψει ότι ο ΜΕ2 είναι προμηθευτής - συνεργάτης και του νέου εστιατορίου όπου εργάζεται τώρα ο ΜΕ3, χωρίς όμως αυτή η συνεργασία να γίνεται σε προσωπικό επίπεδο μεταξύ των ΜΕ2 και ΜΕ
  55. Ήταν απόλυτος ο ΜΕ3 στη θέση του ότι ενόσω εργάστηκε στο επίδικο εστιατόριο η συνεργασία του με τη διοίκηση αυτού ήταν άριστη και ότι αυτός δεν έχει κανένα όφελος να αντλήσει από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΥ
  56. Ο ΜΥ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το Τεκμήριο
  57. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενό της꞉
  58. «Είμαι ο γραμματέας και μέτοχος της εναγόμενης εταιρείας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, γνωρίζω όλα τα σχετικά με την παρούσα αγωγή γεγονότα και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη εταιρεία να προβώ στην παρούσα κατάθεση - δήλωση.
  59. Οι εναγόμενοι ενοικίαζαν από τρίτο πρόσωπο και λειτουργούσαν το εστιατόριο «Το Πλακιώτικο» μέχρι και το Φεβρουάριο του
  60. Πριν διακόψουν τη λειτουργία του εστιατορίου, οι εναγόμενοι ενημέρωσαν τους ενάγοντες για την πρόθεση τους να σταματήσουν τη λειτουργία του εστιατορίου και τους κάλεσαν να παραλάβουν ό,τι εμπόρευμα υπήρχε στο εστιατόριο για επιστροφή αφού το εστιατόριο δε θα λειτουργούσε και προς εξόφληση του οποιουδήποτε τυχόν υπολοίπου υπήρχε.
  61. Έτσι και έγινε, αφού στην παρουσία μου, δύο υπάλληλοι των εναγόντων παρέλαβαν για επιστροφή ό,τι είχαμε προμηθευτεί από τους ενάγοντες και εκδόθηκε σχετική πιστωτική σημείωση με την οποία, όπως μας αναφέρθηκε χαρακτηριστικά οι εναγόμενοι δεν όφειλαν οτιδήποτε στους ενάγοντες.
  62. Ακολούθως, την 01.03.2009 οι εναγόμενοι παραχώρησαν άδεια χρήσης του εστιατορίου σε μία τρίτη εταιρεία και συγκεκριμένα στην εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd με σχετική συμφωνία την οποία έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο
  63. Έχω στην κατοχή μου αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας καθότι το πρωτότυπο δόθηκε στην πλευρά των ενοικιαστών και οι εναγόμενοι κράτησαν αντίγραφο για το αρχείο τους.
  64. Μετά την παραχώρηση άδειας στην εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd, οι εναγόμενοι δεν είχαν ξανά οποιαδήποτε εμπλοκή με το εστιατόριο και ούτε το επαναλειτούργησαν.
  65. Έχω διαβάσει τις γραπτές δηλώσεις που κατατέθηκαν εκ μέρους των μαρτύρων των εναγόντων αλλά και τα σχετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν και έχω ενημερωθεί από τους δικηγόρους των εναγομένων για όσους ισχυρισμούς προβλήθηκαν από τους ενάγοντες για τους οποίους και επιθυμώ να αναφέρω τα ακόλουθα: · Οι ενάγοντες καμία ενόχληση έκαναν προς τους εναγομένους για το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο, γιατί ακριβώς όταν παρέλαβαν τα επιστρεφόμενα προϊόντα και εκδόθηκε η σχετική πιστωτική σημείωση, ήταν ξεκάθαρο ότι οι εναγόμενοι δεν οφείλουν οτιδήποτε στους ενάγοντες. · Δεν αποδέχομαι ότι το υπόλοιπο που παρουσιάζεται στο τεκμήριο 2 οφείλεται από τους ενάγοντες αφού στη σελίδα 5 φαίνεται ότι οι ενάγοντες παρέβηκαν και έκαναν χειρόγραφη αλλαγή στην κατάσταση και γιατί οι χρεώσεις που προβάλλονται ως οφειλόμενες δεν έγιναν από την εναγόμενη εταιρεία αφού τότε δε λειτουργούσε το εστιατόριο. · Δεν αναγνωρίζω την υπογραφή στα τιμολόγια που παρουσιάζονται ως οφειλόμενα (τεκμήριο 3). · Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί το τεκμήριο 5 φέρει ημερομηνία 24.01.2010 αφού η επιστροφή και η έκδοση της πιστωτικής σημείωσης έγινε το Φεβρουάριο του
  66. · Στην εναγόμενη εταιρεία δεν υπάρχει πρόσωπο είτε ως μέτοχος είτε ως αξιωματούχος με το όνομα XXXXX Κυριακίδης.
  67. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, μετά την παραχώρηση της λειτουργίας του εστιατορίου στην εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd οι εναγόμενοι δεν ασχολήθηκαν ξανά με το εν λόγω εστιατόριο, ούτε το επαναλειτούργησαν και ούτε εργοδότησαν οποιοδήποτε προσωπικό. Προς επιβεβαίωση των πιο πάνω έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 11 κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 31.07.2009, η οποία αφορά την εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd και ένα από τους προμηθευτές της.
  68. Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι κανένα υπόλοιπο δημιούργησαν στους ενάγοντες και αρνούμαι ότι οι εναγόμενοι οφείλουν οτιδήποτε σε αυτούς.». Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της συνηγόρου Υπεράσπισης, ο ΜΥ1 δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι η Εναγόμενη εταιρεία εργοδότησε τον XXXXX Χαϊδεμενίδη (ΜΕ3), πλην όμως έθεσε την περίοδο εργοδότησής του σε διαφορετικό χρονικό ορίζοντα από εκείνον που είχε δηλώσει στη μαρτυρία του ο ΜΕ
  69. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι ο ΜΕ3 εργάστηκε για την Εναγόμενη «για μια περίοδο μέχρι που παραδώσαμε το εστιατόριο. Όμως για κάποιους λόγους δεν επιθυμούσε να συνεχίσει να εργοδοτείται, οπότε σταμάτησε με την ενοικίαση του εστιατορίου στην Acqua Pisces, δηλαδή το Μάρτιο 2009». Περαιτέρω, ο ΜΥ1 επικαλούμενος τον ισχυρισμό που παραθέτει στην παρα. 2 της γραπτής του δήλωσης πιο πάνω, ότι το επίδικο εστιατόριο δεν ήταν ιδιόκτητο της Εναγόμενης εταιρείας, διερωτήθηκε τί συμφέρον είχε η εταιρεία να συνεχίσει να το έχει στην κατοχή της για ένα χρόνο και να πληρώνει ενοίκια χωρίς να το αξιοποιεί. Όσον αφορά τα όσα αναφέρει στην παρα. 3 της γραπτής του δήλωσης ανωτέρω, ο ΜΥ1 εξιστόρησε τα όσα έγιναν ως εξής꞉ «Ήμουν εγώ παρών στην παράδοση. Ήρθαν 2 υπάλληλοι. Ο ένας υπεύθυνος που καταμετρούσε. Ο δεύτερος τα τοποθετούσε σε κιβώτια για επιστροφή στην Κάβα. Μας χώριζε ένας μικρός τοίχος με την Κάβα. Ήταν συνεχής η συνεργασία μας. Περίμενα εγώ στο εστιατόριο. Επέστρεψε πίσω και μου ανέφερε ένα ποσό. Του είπα χαριτολογόντας «Ούτε συνεννοημένοι να ήμασταν!». Διότι το ποσό που σας επιστρέφουμε ήταν σχεδόν το ίδιο με αυτό που ζητούσαν. Γι'αυτό τώρα αμφισβητούμε ότι χρωστούμε.» Δεν θυμόταν όμως ο ΜΥ1 να πει το όνομα του προσώπου με το οποίο είχε την πιο πάνω περιγραφείσα στιχομυθία. Ο ΜΥ1 απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη ανέλαβε να λειτουργήσει το επίδικο εστιατόριο τον Ιούλιο 2009, αφού σημείωσε ότι, για να λειτουργήσει ένα εστιατόριο χρειάζεται να ξαναγεμίσει με στοκ από όλους τους προμηθευτές, που ήταν γύρω στους 80 - 90 προμηθευτές. Δεν είχε νόημα να γίνει αυτό, για να λειτουργήσει ένα μήνα μόνο, τον Ιούλιο, και να κλείσει τον Αύγουστο. Ειδικότερα, δεν είχε νόημα να άφησε η Εναγόμενη εταιρεία ανενεργό το εστιατόριο για σχεδόν 1 χρόνο και να συνέχισαν να καταβάλλουν ενοίκιο €300- το μήνα. Τέλος, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι ενώ είχε σχεδόν καθημερινή επαφή με τον ΜΕ2, εντούτοις εκείνος ουδέποτε του ανέφερε ότι υπήρχε κάποια οφειλή, ουδέποτε τον όχλησε, παρά το ότι γνώριζε και πού είναι το σπίτι του και τον αριθμό του τηλεφώνου του. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν εργαζόταν επ' αμοιβή για το εστιατόριο, παρά μόνο ενεργούσε υπό την ιδιότητά του ως μέτοχος της Εναγόμενης εταιρείας. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος ήταν «ένας από αυτούς που υπέγραφε για τις πληρωμές». Κληθείς να πει αν είχε στην κατοχή του στο Δικαστήριο οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία ενοικίασης του επίδικου εστιατορίου από την πραγματική του ιδιοκτήτρια, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι σίγουρα έγινε γραπτή συμφωνία και η Εναγόμενη ήταν πολύ συνεπής στην τήρηση της συμφωνίας ενοικίασης, πλην όμως δεν την είχε φέρει μαζί του στο Δικαστήριο. Ζητήθηκε από τον ΜΥ1 να απαντήσει στο ερώτημα, πώς γίνεται αυτός (ως μάρτυρας που προσήλθε κατόπιν εξουσιοδότησης από την Εναγόμενη) να παραδέχεται την ύπαρξη της πιστωτικής σημείωσης ημερ. 24.1.2010 (βλ. το Τεκμήριο 5), αλλά να μην παραδέχεται ότι η επιστροφή εμπορευμάτων έγινε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Η απάντηση του ΜΥ1 ήταν «Μα αυτό λέω στη δήλωσή μου. Ένα χρόνο δεν μας ενόχλησε κανένας ότι η εταιρεία χρωστά.» και πρόσθεσε λέγοντας «Αυτή η σημείωση εμφανίζεται ξαφνικά σε αυτήν την κατάσταση λογαριασμού.», «Εγώ δεν θυμούμαι αν την είχα. Ότι επιάναμε το διαβιβάζαμε απευθείας στους λογιστές μας. Και είναι και δική μου απορία πώς εμφανίστηκε 1 χρόνο μετά.». Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι η Υπεράσπιση είναι κατασκευασμένη. Υποβλήθηκε ως θέση των Εναγόντων ότι ουδέποτε έγινε επιστροφή εμπορευμάτων το Φεβρουάριο του
  70. Ότι η μόνη χρονική περίοδος που έγινε επιστροφή εμπορευμάτων για σκοπούς πίστωσης της αξίας τους έναντι του υπολοίπου λογαριασμού της Εναγομένης ήταν τον Γενάρη του
  71. Αρνήθηκε αυτές τις θέσεις των Εναγόντων ο ΜΥ
  72. Υποβλήθηκε στη συνέχεια στον ΜΥ1 ότι η αδυναμία να προσκομίσουν πιστωτική σημείωση εκείνης της χρονικής περιόδου που αναφέρεουν ή/και οποιουδήποτε μέρους του αρχείου της εταιρείας, αποδεικνύει την κατασκευαστική διάθεση της Εναγομένης ως προς την ύπαρξη ή μη πιστωτικής σημείωσης. Η αντίδραση του ΜΥ1 στην υποβολή αυτή ήταν ως εξής꞉ «Επιμένω σ'αυτό που είπα προηγουμένως. Εγώ προσωπικά τα εμπορεύματα τα παρέδωσα Φεβρουάριο
  73. Μάρτιο άρχισε λειτουργία η νέα εταιρεία, όπως είναι και το ενοικιαστήριο έγγραφο». Από δικής της πλευράς, η συνήγορος των Εναγόντων αμφισβήτησε το ενοικιαστήριο έγγραφο (βλ. το Τεκμήριο 10) ως εκ των υστέρων κατασκευασμένο, ήτοι ως «καταρτισμένο ετεροχρονισμένα». Διαφώνησε ο ΜΥ1 με την υποβολή αυτή, διερωτήθηκε αν εννοεί η συνήγορος των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη πήγε και βρήκε μετά από χρόνια την Acqua Pisces και τους είπαν να πάνε να βάλουν πάνω σφραγίδα και ταυτότητες! Υποβλήθηκε ομοίως στον ΜΥ1 ότι το Τεκμήριο 11 είναι ένα έγγραφο εκ των υστέρων κατασκευασμένο. Διαφώνησε ο ΜΥ1 θέτοντας το ερώτημα, «Ποιος το κατασκεύασε; Εμείς; Της Βάσος Ηλιάδης; Το βρήκα το έγγραφο και το παραδίδω στο Δικαστήριο. Δεν μπορώ να ξέρω περισσότερα.». Τέλος, ο ΜΥ1 αντεξετάσθηκε σε σχέση με την αναφορά του στην παρα. 6 ότι δεν υπάρχει μέτοχος στην Εναγόμενη που να έχει το όνομα XXXXX Κυριακίδης. Επέμεινε ο ΜΥ1 ότι «δεν υπάρχει» τέτοιο μέλος στην εταιρεία ούτε τέτοιος υπάλληλος για την εταιρεία. Συγχρόνως, ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι κατόπιν δικών του οδηγιών καταβλήθηκαν μισθοί στους υπαλλήλους της Εναγομένης τον Ιούλιο του 2009 αναφορικά με τη λειτουργία του επίδικου εστιατορίου από την Εναγόμενη, όπως επίσης αρνήθηκε ότι αυτός προσωπικά ενημέρωσε τον ΜΕ2 τον Ιούνιο του 2009 ότι θα επαναλειτουργούσε τον Ιούλιο 2009 το εστιατόριο υπό τη διοίκηση της Εναγομένης. ΝΟΜΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε αστικής φύσεως υποθέσεις όπως είναι η παρούσα, η επιτυχία της υπόθεσης των Εναγόντων προϋποθέτει ότι αυτή θα επιτύχει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι, ως ορθή και αληθής, η δική της εκδοχή. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ

(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των Εναγόντων για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους που στοιχειοθετούν την αξίωση τους στην Έκθεση Απαίτησης, προσκομίζοντας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους των Εναγόντων και δεν μεταφέρεται. Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Έχει νομολογιακά αποσαφηνιστεί ότι όταν η υπεράσπιση εδράζεται στον ισχυρισμό της εξόφλησης του χρέους, τότε εκείνος που ισχυρίζεται ότι εξόφλησε ή ότι έκανε συγκεκριμένη πληρωμή, έχει το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού αυτού. Παραπέμπω στην Rahim Havariyoun v Ανδρέα Ρουσή
(2008)1 Α.Α.Δ.
  1. Τα γεγονότα ήταν ως εξής꞉ Tα μέρη συνήψαν γραπτή σύμβαση για την εκτέλεση, από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα, ξυλουργικών εργασιών στο υπό ανέγερση σπίτι του εφεσείοντα-εναγομένου. Οι εργασίες καθορίστηκαν και η αμοιβή του εφεσίβλητου γι' αυτές ορίστηκε στις £6.000, ποσό που αυξήθηκε, με μεταγενέστερη προφορική συμφωνία, στις £6.050 για επιπλέον εργασία. Ο εφεσίβλητος, υποστηρίζοντας πως ο εφεσείοντας πλήρωσε έναντι το ποσό των £3.900, αξίωσε το ποσό των £2.150 ως οφειλόμενο υπόλοιπο. Ο εφεσείων, με την υπεράσπισή του, επικαλούμενος γραπτές αποδείξεις, τις λεπτομέρειες των οποίων παρέθεσε, υποστήριξε πως στην πραγματικότητα πλήρωσε έναντι το ποσό των £5.
  2. Κρίθηκε, αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, ότι, εφόσον επίδικο ήταν το ποσό που πληρώθηκε, ο εφεσείων - εναγόμενος είχε το βάρος απόδειξης και ασφαλώς ο εφεσίβλητος - ενάγων είχε τη δυνατότητα να προσαγάγει και ο ίδιος την όποια μαρτυρία είχε αλλά και την εξήγηση της απόδειξης που επικαλείτο ο εφεσείων. Η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο (βλ. Χ'' Παυλή κ.ά v. Α. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220, Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής, με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Είναι πάγια νομολογημένη αρχή, ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα. Δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση θεμάτων που δεν εγείρονται στα δικόγραφα. Ισχυρισμοί που δεν αναφέρονται σε αυτά, δεν αποτελούν επίδικα θέματα, έστω και αν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία και το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να δεχθεί τέτοια μαρτυρία (βλ. D. Nikolaou & Sons (Landowners) Ltd v. Nίκου Κ. Χ'' Αντώνη
(1997)1 ΑΑΔ 273, Δημήτρη Χαραλάμπους κ.ά. v. Λοΐζου Κούτα). Στην παρούσα υπόθεση, όσον αφορά τη δικογραφία, συγκριτικά προς τη δοθείσα μαρτυρία, επισημαίνω τα εξής꞉ (α) Στην Έκθεση Απαίτησης, το μόνο που αναφερόταν ήταν ότι κατά ή περί τις 29.6.2011 ο εμπορικός λογαριασμός της Εναγομένης εμφάνιζε υπόλοιπο €774,99 (βλ. παρα. 5 της Ε/Α). Οι Ενάγοντες δεν δικογράφησαν κατά τρόπο συγκεκριμένο πότε ακριβώς άρχισε και πότε ολοκληρώθηκε η συνεργασία τους με την Εναγόμενη, ούτε δικογράφησαν κατά τρόπο ειδικό πότε ή/και δυνάμει ποιων τιμολογίων δημιουργήθηκε το επίδικο υπόλοιπο λογαριασμού. Παρέμειναν αδιευκρίνιστα στην Ε/Α αυτά τα στοιχεία. Ούτε στην Απάντηση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες μετά την Ε/Υ, δεν εξειδίκευσαν πώς και πότε ακριβώς δημιουργήθηκε το επίδικο υπόλοιπο. (β) Στην πραγματικότητα, την εκδοχή τους οι Ενάγοντες τη συγκεκριμενοποίησαν μόνο κατά την ακρόαση, όταν αμφότεροι οι μάρτυρες ΜΕ1 και ΜΕ2 προώθησαν τη θέση ότι το επίδικο υπόλοιπο δημιουργήθηκε ή/και αφορά στην περίοδο μεταξύ 16.6.2009 και 21.7.2009 (βλ. την παρα. 7 της γραπτής δήλωσης της ΜΕ1, ήτοι του Τεκμηρίου 1, και την παρα. 6 της γραπτής δήλωσης του ΜΕ2, ήτοι του Τεκμηρίου 6). Συσχέτισαν τη δημιουργία του επίδικου χρέους με την έκδοση των τιμολογίων που εμφαίνονται ως δέσμη στο Τεκμήριο 3. Πρόκειται για τιμολόγια που καθένα εξ αυτών φέρει τον ίδιο αριθμό λογαριασμού
(20000855)και αφορά στον πελάτη με όνομα «PLAKIOTIKO (ESΤIATORIO PATRIDOGEYSIA LTD)» και έχουν εκδοθεί σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 16.6.2009 και 21.7.
  1. Τα ίδια ποσά τιμολογίων είναι καταχωρημένα στις ίδιες ακριβώς ημερομηνίες στην κατάσταση εμπορικού λογαριασμού που παρουσίασε η ΜΕ1 ως το Τεκμήριο
  2. (γ) Ούτε οι Εναγόμενοι υπήρξαν αρκούντως σαφείς ή/και ακριβείς στην Ε/Υ σε ό,τι αφορά το χρονικό προσδιορισμό του πότε ακριβώς σταμάτησαν να έχουν συνεργασία με την Εναγόμενη ή/και ποιο ακριβώς ήταν το χρονικό διάστημα κατά το οποίο παρέδωσαν τη λειτουργία του επίδικου εστιατορίου σε άλλο πρόσωπο και ποιο ήταν το πρόσωπο αυτό. Μετά που αναπτύχθηκε η εκδοχή των Εναγόντων από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 ενώπιον του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη διά του ΜΥ1 διευκρίνισε τη θέση της ότι η τελευταία χρονική στιγμή κατά την οποία αυτή είχε συναλλαγές με τους Ενάγοντες για το επίδικο εστιατόριο «Πλακιώτικο» ήταν στο τέλος Φεβρουαρίου
  3. Αρνήθηκε δηλαδή η Εναγόμενη μέσω του ΜΥ1 οποιαδήποτε ανάμειξη ή ευθύνη στη διενέργεια των συναλλαγών στη βάση των τιμολογίων ως το Τεκμήριο 3, εφόσον από 1.3.2009 και έπειτα την ευθύνη του εστιατορίου είχε, δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης, άλλη εταιρεία, η εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd. Όπως έχει νομολογιακά αποσαφηνιστεί, ούτε η παρουσίαση τιμολογίου ούτε η παρουσίαση μιας κατάστασης εμπορικού λογαριασμού είναι από μόνα τους επαρκή στοιχεία, για να αποδείξουν μια οφειλή, εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αποδεικνύεται, στο σύνολο της μαρτυρίας για την ύπαρξη συμφωνίας στη βάση της οποίας να γεννήθηκε η επίδικη οφειλή. Παραπέμπω, συναφώς꞉ (i) Στη Θεοδώρου Θεόδωρος ν. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492 όπου επισημάνθηκε ότι: «Το τιμολόγιο δε συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε, αλλά σημείωση γι' αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι' αυτά που κατέγραψε. Ως φαίνεται, το Δικαστήριο εξίσωσε το τιμολόγιο με συμφωνία, από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή.» (ii) Στην υπόθεση A.L. Mantovani & Sons V. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 156: "Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν [...]. Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους. (Βλ. Κυριακή Σ. Αθανασίου και Νεόφυτος Αθανασίου, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος, τέως από τη Λεμεσό, ν. Αντώνη Κουνούνη, ιατρού, από τη Λεμεσό Πολιτική Έφεση αρ. 9041- 29.5.97)". Για την ύπαρξη ή μη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά τις μεταξύ τους συναλλαγές, άκουσα στην πραγματικότητα τρεις διαφορετικές εκδοχές꞉ (α) Την εκδοχή όπως την παρουσίασε η ΜΕ1, ότι υπήρξε συμφωνία από το 2006 μέχρι τον Ιούλιο του 2009, η οποία συνέχιζε να εφαρμόζεται αδιάκοπα. (β) Την εκδοχή όπως την παρουσίασε ο ΜΕ2, ότι υπήρξε συμφωνία σε ισχύ από το 2006 μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου 2009, διακόπηκε για περίοδο από 1.3.2009 μέχρι 15.6.2009 και ξανάρχισε από 16.6.2009 μέχρι 21.7.
  1. (γ) Την εκδοχή όπως την παρουσίασε ο ΜΕ3, ότι υπήρξε συμφωνία από το 2006 μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου 2009 και ότι μετά την 1.3.2009 ουδεμία νέα συναλλαγή είχαν. Υπό το φως των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 υπήρξε αντιφατική σε καίριο σημείο. Τίθεται το ερώτημα, ποια εκδοχή αποδέχεται το Δικαστήριο ως αληθή. Με δεδομένη την παραδοχή της ΜΕ1 ότι αυτή δεν συμμετείχε σε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις ή διαβουλεύσεις για τον καθορισμό των όρων της προφορικής, κατά γενική ομολογία, συμφωνίας, εφόσον δηλαδή αυτή ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι είχε κατευθείαν επαφή με τα πρόσωπα που διοικούσαν την Εναγόμενη εταιρεία, αφού αυτό τον ρόλο τον ανέλαβε ο σύζυγός της (ΜΕ2), θεωρώ πιο λογικό και δίκαιο να πιστεύσω τον ΜΕ
  2. Ο ίδιος, με παραστατικότητα και με αρκετή λεπτομέρεια κατονόμασε τα πρόσωπα με τα οποία συζητούσε και από τα οποία λάμβανε ενημέρωση για τη λειτουργία ή το κλείσιμο ή την αλλαγή διαχείρισης του εστιατορίου. Παρά το ότι ο ΜΥ1 αμφισβήτησε ότι ένα από τα πρόσωπα που κατονόμασε ο ΜΕ2 ήταν όντως αναμεμειγμένο κατά τον ουσιώδη χρόνο στη διοίκηση ή την ιδιοκτησία της Εναγομένης (βλ. ειδικότερα, την αμφισβήτηση για το αν ο κ. Κυριακίδης ήταν μέτοχος ή διοικητικός σύμβουλος ή διευθυντής), εντούτοις ο ΜΥ1 παρέλειψε ή απέφυγε να προσκομίσει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε πιστοποιητικό μετόχων ή αξιωματούχων της Εναγόμενης εταιρείας για να προωθήσει με απτά στοιχεία το δικό του ισχυρισμό. Η ΜΕ1 δεν θυμόταν να είχαν οι Ενάγοντες ως πελάτη τους την εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd, η οποία να ανάλαβε καθ'οιονδήποτε χρόνο τη λειτουργία του εστιατορίου το Πλακιώτικο. Απεναντίας, ο ΜΕ2 εμφανίστηκε βέβαιος ότι η εν λόγω εταιρεία ήταν πελάτης των Εναγόντων και παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 7) που άνοιξε στο όνομά της, όταν ανέλαβε τη διαχείριση του εστιατορίου το Πλακιώτικο. Είναι και αυτή μια σημαντική αντίφαση στη μαρτυρία τους. Παρά το σημαντικό χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ του 2009 που συνέβηκαν τα επίδικα γεγονότα μέχρι το 2018 που προσήλθε η ΜΕ1 για να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο, εντούτοις θεωρώ ότι η ΜΕ1 έπρεπε να ήταν καλά προετοιμασμένη για να παρουσιάσει όλα τα στοιχεία που δυνατόν να αναφύονταν κατά τη δίκη με βάση τη δικογραφία. Το ότι αυτή δεν είχε την πλήρη εικόνα για όσα συνέβηκαν και αγνοεί βασικές παραμέτρους της υπόθεσης, αδυνατίζει σημαντικά την αξιοπιστία της. Και πάλιν, ο ΜΕ2 είναι αυτός που εμφανίζεται να είχε την πλήρη εικόνα. Ο λόγος που επιλέγω να ακολουθήσω τη μαρτυρία του ΜΕ2 είναι ο εξής꞉ Το ότι η Acqua Pisces Trading Ltd ανέλαβε τη διαχείριση του εστιατορίου τον Μάρτιο του 2009 έως και τον Ιούνιο του 2009, επιμαρτυρείται όχι μόνον από τον ίδιο τον ΜΕ2, αλλά και από τον ΜΕ3 που εργάστηκε εκεί, κατονομάζοντας τα πρόσωπα που ανέλαβαν τον έλεγχο τους μήνες εκείνους (Ζάττας και Σπηλιώτης), καθώς επίσης από τον ΜΥ1, ο οποίος δέχεται ότι καθόλη την περίοδο από Μάρτιο μέχρι Ιούνιο ήταν υπό τη διαχείριση της Acqua Pisces Trading Ltd η λειτουργία του εστιατορίου. Ό,τι αμφισβητεί ο ΜΥ1 είναι αν το εστιατόριο επανήλθε στα χέρια της Εναγομένης μεταξύ 16.6.2009 και 21.7.
  3. Είναι δίκαιο να λεχθεί ότι στην κατάσταση λογαριασμού της Εναγομένης (βλ. Τεκμήριο 2), ουδεμία επικάλυψη υπάρχει στις ημερομηνίες των επίδικων συναλλαγών με εκείνες τις συναλλαγές που καταχωρήθηκαν στην κατάσταση λογαριασμού εξ ονόματος της Acqua Pisces Trading Ltd. Δηλαδή, δεν είναι η περίπτωση που τα επίδικα τιμολόγια ως η δέσμη του Τεκμηρίου 3, να εμφανίζονται διπλοχρεωμένα και στους δύο λογαριασμούς. Αντιθέτως, τα τιμολόγια ως το Τεκμήριο 3, τα οποία εμφανίζονται στην επίμαχη περίοδο μεταξύ 16.6.2009 και 21.7.2009, εμφανίζονται ως χρεωμένα μόνο στο Τεκμήριο
  4. Η κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 7, δείχνει ότι η Acqua Pisces Trading Ltd άρχισε να συναλλάττεται στη βάση τιμολογίων με τους Ενάγοντες στις 12.3.2009 και ότι το τελευταίο τιμολόγιο που εκδόθηκε στο όνομά της εκδόθηκε στις 9.6.
  5. Συνεπώς, φαίνεται να υπήρχε καθαρός λογιστικός διαχωρισμός των λογαριασμών των δύο εταιρειών. Αυτός ο καθαρός λογιστικός διαχωρισμός συνάδει με την εκδοχή που εξιστόρησε ο ΜΕ
  6. Δεν αμφισβήτησε η πλευράς της Εναγομένης διά της μαρτυρίας του ΜΥ1 τη γνησιότητα του Τεκμηρίου
  7. Δεν επιχείρησε η Εναγόμενη, ενώ θα μπορούσε, να φέρει κάποιον μάρτυρα από την Acqua Pisces Trading Ltd για να αντικρούσει τον ισχυρισμό του ΜΕ2 ότι η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού ανταποκρίνεται στην πραγματική περίοδο των μεταξύ τους συναλλαγών. Άλλωστε, ο ΜΥ1 παρέλειψε ή/και απέφυγε να προσδιορίσει πότε ακριβώς χρονικά τερματίστηκε η διαχείριση του εστιατορίου από την Acqua Pisces Trading Ltd. Την ίδια ώρα που η Εναγόμενη ισχυρίστηκε μέσω του ΜΥ1 ότι μετά την 1.3.2009 ουδεμία σχέση είχε η Εναγόμενη με τη λειτουργία του εστιατορίου, και έφερε μαρτυρία περί ενοικίασής του κατά ή περί την 1.3.2009 στην εταιρεία Acqua Pisces Trading Ltd, εντούτοις δεν αποκάλυψε αν πότε τερματίστηκε η εν λόγω ενοικίαση. Δεν δόθηκε καμία εκδοχή αναφορικά με το ποιος λειτουργούσε το εστιατόριο την περίοδο μεταξύ 16.6.2009 και 21.7.
  8. Το Τεκμήριο 10 που κατέθεσε ο ΜΥ1 και το οποίο στόχευε να αποδείξει τους όρους υπό τους οποίους η Εναγόμενη παραχώρησε άδεια χρήσης του εστιατορίου στην Acqua Pisces Trading Ltd, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, για νομικούς λόγους, ήτοι αφ' ης στιγμής δεν τηρήθηκε η οδηγία του Δικαστηρίου που δόθηκε δυνάμει του άρθρου 35
(2)του περί Χαρτοσήμων Νόμου του 1963, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, όπως αυτό χαρτοσημανθεί, ως πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου, εντός της προθεσμίας που έταξε το Δικαστήριο. Επομένως, εφαρμόζεται το άρθρο 36 του ιδίου Νόμου, το οποίο προνοεί τα εξής: «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 35, εκτός εις ποινικάς δίκας, ουδέν έγγραφον υποκείμενον εις τέλος χαρτοσήμου γίνεται δεκτόν ως αποδεικτικόν στοιχείον, ή ισχύει δι΄ οιονδήποτε σκοπόν, εκτός αν είναι χαρτοσεσημασμένον συμφώνως ταις διατάξεις του παρόντος Νόμου.». Εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνω ότι ο ΜΥ1 απέφυγε να δώσει ενώπιον του Δικαστηρίου λεπτομέρειες για το αν τηρήθηκε η συμφωνία ως το Τεκμήριο 10 ή/και πότε αυτή διακόπηκε. Από την άλλη, κρίνω ότι δεν είναι καθοριστικά για την επίλυση των επίδικων θεμάτων τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1 περί του ότι η Εναγόμενη δεν ήταν η ιδιοκτήτρια του χώρου όπου στεγαζόταν το επίδικο εστιατόριο το Πλακιώτικο, παρά μόνο η ενοικιάστρια του χώρου. Δεν γνωρίζει το Δικαστήριο τους όρους ενοικίασης που ίσχυαν μεταξύ Εναγομένης και ιδιοκτήτριας του μαζαγιού και δεν δύναται να μπει το Δικαστήριο στη λογική αξιολόγησης του κατά πόσον ήταν προς το συμφέρον της Εναγομένης να διαχειρίζεται η ίδια ή όχι το εστιατόριο ή του να ενοικιάζει ή όχι ένα χώρο όπου δεν λειτουργούσε οποιαδήποτε επιχείρηση. Η κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 11 που παρουσίασε ο ΜΥ1 για να δείξει ότι κατά ή περί την 3.7.2009 η Acqua Pisces Trading Ltd είχε λογαριασμό στην εταιρεία Vassos Eliades Ltd, δεν έτυχε άμεσου συσχετισμού με τη λειτουργία του επίδικου εστιατορίου. Εν πάση περιπτώσει, το Τεκμήριο 11 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, αφού δεν ήταν ο ΜΥ1 που το παρουσίασε ο συντάκτης του. Δεν μπορούσε ως εκ τούτου να δώσει καμία επεξήγηση ο ΜΥ1 για το περιεχόμενό του, ούτε και επιχείρησε να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για την έκδοσή του. Δεν προσέφερε η Εναγόμενη οποιοδήποτε μάρτυρα από την εταιρεία Vassos Eliades Limited που είναι ο συντάκτης του Τεκμηρίου 11, για να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις. Δεν δόθηκε καμία αναφορά περί αδυναμίας κλήτευσης ενός τέτοιου προσώπου. Επομένως, εφόσον ο ΜΥ1 ή/και η Εναγόμενη που επιχείρησαν να στηριχθούν στο Τεκμήριο 11 δεν προσέφεραν μαρτυρία ικανή να αποδείξει το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, μηδενική είναι η βαρύτητα που αυτό μπορεί να έχει, αν ληφθούν υπόψη τα κριτήρια αξιολόγησης εξ ακοής μαρτυρίας που καθορίζει το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  1. Ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη είχε εξοφλήσει κάθε υπόλοιπο λογαριασμού που είχε δημιουργήσει μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου με τους Ενάγοντες, επιστρέφοντας σε αυτούς πριν την 1.3.2009 διάφορα προϊόντα έναντι πιστωτικής σημείωσης, συγκρούεται με την κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 2 όπου εμφαίνεται να εκκρεμούσε απλήρωτο υπόλοιπο κατά ή περί την 1.3.2009 της τάξεως των 3387,
  2. Αξίζει να επισημάνω ότι στο διάστημα μεταξύ 1.3.2009 και 15.6.2009 ουδεμία χρέωση τιμολογίου έγινε στο λογαριασμό της Εναγομένης από τους Ενάγοντες. Απεναντίας, πιστώνονταν μόνο τα ποσά που εισπράττονταν έναντι λογαριασμού δυνάμει επιταγών (βλ. 500,00 στις 15.3.2009, 500,00 στις 31.3.2009, 500,00 στις 20.4.2009 και 500,00 στις 20.5.2009). Υπήρξε και μία πιστωτική σημείωση έναντι του λογαριασμού στο ενδιάμεσο, ήτοι στις 13.4.2009, για το μικρό ποσό των 81,
  3. Μετά από όλες αυτές τις πληρωμές και/ή πιστώσεις, εξακολουθούσε στις 15.6.2009 να υπάρχει υπόλοιπο 1306,09, παρά το ότι ουδέν νέο τιμολόγιο είχε χρεωθεί στο εν λόγω χρονικό διάστημα. Συνεπώς, αποκλείεται να ευσταθεί ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι επήλθε πλήρης ρύθμιση και εξόφληση του λογαριασμού διά της επιστροφής προϊόντων πριν την 1.3.
  4. Σκόπιμα δεν έχω αναφερθεί στο νόμισμα στο οποίο έγιναν οι προαναφερθείσες πληρωμές. Όπως επισημάνθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης από τη συνήγορο της Εναγομένης προς τη ΜΕ1, στη σελ. 5 της κατάστασης λογαριασμού ως το Τεκμήριο 2, υπάρχει με μελάνι μία επέμβαση επί του εγγράφου, όπου σβήστηκε ένα σύμβολο και αναγράφηκε αντ'αυτού το σύμβολο των Λιρών. Συγκεκριμένα, παρουσιάστηκε ως μεταφερόμενο υπόλοιπο κατά ή περί την 31.12.2007 το ποσό των £2443.99 και άνοιξε η νέα χρονιά στη σελ. 6 του Τεκμηρίου 2 την 1.1.2008 με υπόλοιπο 4175,80, προφανώς σε ευρώ που ήταν το νόμισμα που υιοθέτησε η Κυπριακή Δημοκρατία από 1.1.2008 ως μέλος της Ευρωζώνης, γεγονός για το οποίο το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση, εφόσον η υιοθέτηση του Ευρώ έγινε στη βάση νομοθετικών διατάξεων (βλ. τον περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμο του 2007 (33(Ι)/2007), ο οποίος παραπέμπει στις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1103/97, ο οποίος έχει άμεση ισχύ και εφαρμογή στην Κυπριακή Δημοκρατία). Το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπει ότι꞉ «5.-
(1)Κάθε χρηματικό ποσό εκφρασμένο- (α) σε λίρες, που πρόκειται να καταβληθεί ή να καταλογισθεί σε ευρώ, ή (β) σε ευρώ, που πρόκειται, κατά τη διάρκεια της περιόδου παράλληλης κυκλοφορίας, να καταβληθεί τοις μετρητοίς σε λίρες, μετατρέπεται και στρογγυλοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1103/97.
(2)[...]
(3)Διαφορές, από στρογγυλοποιήσεις χρηματικών ποσών σε ευρώ ή λίρες, που πρόκειται να καταβληθούν ή να καταλογισθούν, εφόσον προκύπτουν από την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1103/1997 και των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δεν επηρεάζουν τον απαλλακτικό χαρακτήρα των σχετικών πληρωμών ή την ακρίβεια των σχετικών εγγράφων και δεν αναζητούνται.». Καθορίσθηκε βάσει του Κανονισμού, η αμετάκλητη ισοτιμία του ευρώ εν σχέση προς την Κυπριακή λίρα κατά τρόπο που 1 ευρώ ισούται με 0,585274 κυπριακές λίρες. Εφαρμόζοντας την ισοτιμία αυτή για τη μετατροπή του ποσού των ΛΚ2443.99 σε ευρώ, προκύπτει πράγματι το ποσό των €4.175,80σ., όπως ακριβώς άνοιξε το υπόλοιπο λογαριασμού την 1.1.2008 στο Τεκμήριο 2. Επομένως, ουδεμία αδικία προκλήθηκε στην Εναγόμενη ως εκ της μετατροπής αυτής στην κατάσταση λογαριαμού και ουδείς επηρεασμός ως εκ του καθορισμού του σύμβολου της Λίρας για το τελικό υπόλοιπο μεταφοράς την 31.12.2007, αφού κατ' εκείνην την ημερομηνία το ευρώ δεν ήταν νόμισμα που να εφαρμόζεται στην Κύπρο και δεν μπορεί να έγιναν σε ευρώ οι συναλλαγές που οδήγησαν στο εν λόγω υπόλοιπο. Για χάριν πληρότητας και μόνο, αναφέρω ότι στο άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1103/97 καθορίζεται ότι «Η καθιέρωση του ευρώ δεν μεταβάλλει τους όρους των νομικών πράξεων ούτε απαλλάσει ούτε δικαιολογεί τη μη εκτέλεση των υποχρεώσεων δυνάμει νομικών πράξεων, ούτε παρέχει μονομερώς το δικαίωμα σε έναν συμβαλλόμενο να μεταβάλει ή να καταργήσει μια νομική πράξη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται με την επιφύλαξη κάθε άλλης ρύθμισης την οποία ενδέχεται να συμφωνήσουν τα μέρη.». Στο άρθρο 1 του ιδίου Κανονισμού, ο όρος «νομική πράξη» ορίζεται κατά τρόπο που περιλαμβάνει και τις «συμβάσεις». Απορρίπτω τη μαρτυρία του ΜΥ1 ως αναξιόπιστη ή/και ως μη ικανή και επαρκή να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε γραμμή υπεράσπισης. Αλλά και από νομικής απόψεως, δεν διαπιστώνω να υπάρχει καμία γραμμή υπεράσπισης, η οποία να δύναται να πετύχει. Παρά το ότι απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΕ1, εντούτοις στη βάση της μαρτυρίας του ΜΕ2, είμαι ικανοποιημένη ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι δικαιούνται να εισπράξουν το ποσό των €774,99 ως υπόλοιπο λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 2) δυνάμει προφορικής συμφωνίας για την πώληση στην Εναγόμενη εμπορευμάτων που εμπορεύονταν οι Ενάγοντες. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με το πιο πάνω σκεπτικό η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €774,99, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής (4.7.2012) μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα δικηγορικά έξοδα, ΦΠΑ επί των δικηγορικών εξόδων και τα έξοδα επίδοσης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)................................... Α. Πανταζή - Λαμπρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.