← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΠΟΥΓΙΟΥΚΚΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1019/2017, 28/2/2019

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΠΟΥΓΙΟΥΚΚΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1019/2017, 28/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ.Κ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1019/2017 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και- 1.XXXXX ΠΟΥΓΙΟΥΚΚΑ και/ή XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ 2.XXXXX ΑΛΕΞΙΟΥ Εναγόμενων Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Γ. Ζαχαρίου για Α.Β.Ζαχαρίου & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κα Παπαξενοπούλου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε σχέση με οδηγίες ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης) Η παρούσα υπόθεση, ως έχουσα αντικείμενο αξίωση των Εναγόντων από τις Εναγόμενες 1 και 2 προερχόμενη από δάνεια και/ή την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων για συνολικό ποσό €71.833, 91 πλέον τόκους, πλέον διάταγμα για εκποίηση της Υποθήκης Υ13793/08 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, είναι υπόθεση «Ακροαματικής Εκδίκασης» βάσει της Δ.30, θ.8, ως τροποποιήθηκε. Στις 15.11.2018 και κατά την 3η εμφάνιση στην Κλήση για Οδηγίες που καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες στις 11.1.2018, ως φαίνεται από το σχετικό πρακτικό, οι συνήγοροι των δύο πλευρών δεν συμφώνησαν στη διεξαγωγή της δίκης στη βάση αμιγώς έγγραφης μαρτυρίας. Στην απουσία τέτοιας συμφωνίας ρωτήθηκαν από το Δικαστήριο εάν συμφωνούν όπως μέρος της κυρίως εξέτασης των μαρτύρων που θα καλέσει η κάθε πλευρά γίνει με γραπτή δήλωση η οποία θα παραδίδεται στην άλλη πλευρά τουλάχιστον μια εργάσιμη ημέρα πριν την προφορική μαρτυρία εκάστου μάρτυρα στο Δικαστήριο. Η απάντηση και των δύο συνηγόρων ήταν αρνητική, προσθέτοντας ότι όλοι οι μάρτυρες θα δώσουν εξ ολοκλήρου προφορική μαρτυρία. Συμφώνησαν περαιτέρω στην συνεκδίκαση της απαίτησης και της ανταπαίτησης δυνάμει της Δ.33 θ.9 (
  2. c)(
  3. ii). Το Δικαστήριο έθεσε στους δύο συνηγόρους τον προβληματισμό κατά πόσο η Δ.30, ως τροποποιήθηκε, επιτρέπει την συλλήβδην τοποθέτηση των μερών ότι κανένας μάρτυρας δεν θα ετοιμάσει γραπτή κατάθεση για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, με γνώμονα ότι ένας από τους σκοπούς της Δ.30, ως τροποποιήθηκε, είναι ξεκάθαρα η συντόμευση και η απλούστευση της διαδικασίας της ακρόασης. Τα μέρη τοποθετήθηκαν κατά την επόμενη δικάσιμο και στις 13/12/18. Η συνήγορος για τους ενάγοντες επιχειρηματολόγησε ότι η αφαίρεση της λέξης «έγγραφες» πριν τη λέξη «μαρτυρίες» στη Δ.30 θ.8, ως τροποποιήθηκε στις 28/7/17, έγινε για να ξεκαθαρίσει ότι είναι δικαίωμα των διαδίκων να προσφέρουν εάν επιθυμούν αμιγώς προφορική μαρτυρία. Συμπλήρωσε ότι το δικαίωμα αυτό προστατεύεται από το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ερμηνευθεί ως υποχρέωση. Ήταν η καταληκτική της θέση ότι «η Δ.30 είχε ως στόχο γενικότερα την ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων κάτι το οποίο τουλάχιστο για τις υποθέσεις ακροαματικής εκδίκασης ούτε εφαρμόζεται ούτε και επιτυγχάνεται.» Η συνήγορος για τους εναγόμενους συμφώνησε με τα πιο πάνω. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό μέρος της Δ.30, ως τροποποιήθηκε: «8. (α) Όλες οι υποθέσεις, των οποίων το αντικείμενο της διαφοράς υπερβαίνει τις €3.000 φέρουν επί του κλητηρίου εντάλματος ανάλογη ένδειξη και τοποθετούνται από το Πρωτοκολλητείο σε κατάλογο «Ακροαματικής εκδίκασης», το δε Δικαστήριο εκδικάζει την υπόθεση στη βάση των μαρτυριών που κατατέθηκαν ενώπιον του, επιτρέπει δε σε διάδικο να εξετάσει, αντεξετάσει ή επανεξετάσει μάρτυρα, καθορίζοντας προς τούτο χρονικά πλαίσια κατά το στάδιο έκδοσης οδηγιών σε ειδικά προς τούτο οριζόμενη από το Δικαστήριο ημερομηνία. (β) Η έκδοση οδηγιών ως ανωτέρω λαμβάνει υπόψη τις παραστάσεις των διαδίκων, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τα παραμένοντα επίδικα θέματα και τον αριθμό των μαρτύρων που απαραιτήτως δηλώνεται από τους διαδίκους ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του καταλόγου σύμφωνα με το Θεσμό 5

(3)και των οποίων ζητείται η παρουσία στο Δικαστήριο για σκοπούς μαρτυρίας ή διευκρίνισης αυτής. (γ) Ο χρόνος που διατίθεται για την κυρίως εξέταση είναι 15 λεπτά και ο χρόνος για την αντεξέταση και επανεξέταση μαρτύρων καθορίζεται υπό του Δικαστηρίου ανάλογα με την δήλωση και τα έγγραφα που κατατίθενται στην κύρια εξέταση, (ενδεικτικά ο χρόνος είναι μέχρι 60 λεπτά και 10 λεπτά για την αντεξέταση και επανεξέταση αντίστοιχα). Νοείται ότι το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, δύναται να παρατείνει το χρόνο αυτό, τηρώντας τις πιο πάνω χρονικές αναλογίες. 9. Το Δικαστήριο δύναται σε κάθε περίπτωση να εκδώσει οποιεσδήποτε πρόσθετες των ανωτέρω οδηγίες, ως κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις με γνώμονα τα ακόλουθα κριτήρια: (α) την εκδίκαση της υπόθεσης το ταχύτερο δυνατό (β) τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων (γ) τη διάσωση ή το μετριασμό των εξόδων (δ) τη διαχείριση της υπόθεσης κατ΄ αναλογία προς: (
  1. i)το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς (
  2. ii)τη σπουδαιότητα της (iii) το περίπλοκο των εγειρόμενων θεμάτων, πραγματικών ή νομικών.» Υπό τύπο εισαγωγής, αναφέρω ότι οι καθυστερήσεις στην εκδίκαση των αστικών υποθέσεων που, παραδεκτά, παρατηρούνται στα κυπριακά Δικαστήρια μπορούν να αποδοθούν σε σωρεία παραγόντων, μεταξύ άλλων, η ανάγκη εκσυγχρονισμού των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο μικρός αριθμός δικαστών συγκριτικά με τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που αναλογούν στον κάθε ένα και η ανάγκη για εφαρμογή συστήματος ηλεκτρονικής δικαιοσύνης (βλ. Έκθεση Ανώτατου Δικαστηρίου για τις λειτουργικές ανάγκες των Δικαστηρίων και για άλλα συναφή θέματα, Ανώτατο Δικαστήριο 1/06/2016) Η Διαταγή 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία τροποποιήθηκε αρχικά στις 26.9.2014 και έκτοτε τροποποιήθηκε στις 6.2.2015, 13.5.2015 και 28.7.2017, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σκοπεί στον εκσυγχρονισμό της αστικής διαδικασίας, με πρωταρχικό στόχο τη μείωση των καθυστερήσεων στην εκδίκαση αστικών υποθέσεων καθώς και την ορθολογιστικότερη και όσο το δυνατόν πιο ανέξοδη διαδικασία ακρόασης, στη βάση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε υπόθεσης. Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι ακόμα και πριν τη σχετική τροποποίηση της Δ.30 στις 26.9.2014, το Δικαστήριο κέκτητο ευρείας εξουσίας ως προς την προδικαστική ρύθμιση διαδικαστικών θεμάτων. Σχετικά με την Order 30, και αργότερα Order 25 των παλαιών αγγλικών Civil Procedure Rules, το Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 661, αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «General Note on the Order.—The Order is entirely new and has been made as a result of the recommendations of the Evershed Report. The principal intention of those recommendations was that there should be a thorough stocktaking relating to the issues in an action and the manner in which the evidence should be presented at a trial with a view to shortening the length of the trial and saving costs generally. It was recommended that this stocktaking should take place except in certain forms of action, at a late stage of the proceedings after completion of discovery and inspection of documents. The Order as made has gone further than the recommendations by strengthening the summons and providing that the summons for directions shall be issued at an early stage of the proceedings. The purpose of this is that all interlocutory applications, so far as possible, shall be dealt with on that summons, and so the costs incurred by more than one application will be saved. It has the further advantage that considerable costs may be saved in many actions by the order for directions limiting the scope of the discovery, and in some cases directing that there shall be no discovery of documents at all.» Περαιτέρω, στην Fredie Eleftheriades a.o. v Christos Mavrellis a. o.
(1985)1 Α.Α.Δ. 436, στην οποία είχε εγερθεί ζήτημα κατά πόσο διατάγματα που είχε εκδώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ρυθμιστικά της διαδικασίας, στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών, λανθασμένα εκδόθηκαν και ότι η σχετική δράση του Δικαστηρίου, εξέπιπτε του διαιτητικού του ρόλου, o έντιμος Γ. Μ. Πικής Δ. (ως ήταν τότε), εκδίδοντας την ομόφωνη απόφαση του Εφετείου επικυρώσε την πρωτόδικη απόφαση και ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «I find the suggestion that the Court descended into the, arena of litigation by indicating that defence to counterclaim may properly be amended to include allegations of forgery is wholly misconceived. It is based on an erroneous view of the role of the Court at the preliminary stage of issuing directions for the definition and elucidation of the issues in dispute. At that stage the Court is not adjudicating on the merits of the case, it is concerned to pave the way for the trial by ensuring that the issues are properly elicited so that the Court may ultimately resolve the dispute of the parties in the proper context. The powers vested in the Court under Ord. 30 are purposely wide to afford the Court freedom to achieve the above ends. The order is largely fashioned on the corresponding provisions of Ord. 30 of the old English Rules of the Supreme Court. As explained in the White Book the provisions of. Ord. 30 are designed to make possible at the stage of summons for directions the resolution of as many interlocutory matters as it is feasible, an objective within the contemplation of the Evershed Committee that recommended, its, introduction.» Η ευρεία δυνατότητα αυτή του Δικαστηρίου να εκδώσει, κατ΄ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, οδηγίες ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης, διατηρήθηκε ζωντανή με τη νέα Δ.30, και ιδιαίτερα με τη ρητή αναφορά στα κριτήρια που αναφέρονται στους θ.θ. 9(α) - (δ). Η δυνατότητα αυτή παραμένει αδιαμφισβήτητη. Η ύπαρξη αυτού του περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας είναι απαραίτητη ώστε το Δικαστήριο να δύναται να ενεργεί ως ο ρυθμιστής της ενώπιον του διαδικασίας. Προχωρώ να εξετάσω το ενώπιον μου εγειρόμενο ζήτημα. Αναφέρω αρχικά ότι η τοποθέτηση της συνηγόρου των Εναγόντων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ήταν αχρείαστα εριστική. Διαφωνώ με την εν λόγω τοποθέτηση, την οποία θα αποστώ από το να αναπαράξω εδώ ολόκληρη λόγω του ανάρμοστου, κατά την άποψή μου, λεκτικού και ύφους που χρησιμοποιήθηκε για την προώθησή της. Η τοποθέτηση ήταν, εν ολίγοις, ότι αφού οι καθυστερήσεις στην αστική δικαιοσύνη δεν κατέστη ακόμη δυνατόν να απαλειφθούν, ακόμα και μετά τη θέσπιση της νέας Διαταγής 30 είναι «παράλογο», «ούτε και πρακτικό», «ούτε και βοηθά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην ταχύτερη εκδίκαση της υπόθεσης», να ζητείται από τους διάδικους να παρουσιάζουν μαρτυρία γραπτώς υπό μορφή γραπτής δήλωσης και «να αναγκάζονται οι διάδικοι να δίδουν και κάποιες μέρες πριν γραπτή μαρτυρία στην άλλη πλευρά ή κάποιες μέρες πριν την ακρόαση η οποία θα οριστεί σε έναν χρόνο». Είναι ακριβώς αυτή την προσκόλληση σε διαδικασία που κρίθηκε παρωχημένη που είχε σκοπό η νέα Διαταγή 30 να πατάξει. Η μέχρι τώρα πρακτική, ακόμα και πριν τη θέσπιση της νέας Διαταγής 30, έδειξε ότι είναι απόλυτα λογικό, πλήρως πρακτικό και βοηθά τα μέγιστα στη γρήγορη διεκπεραίωση της αστικής διαδικασίας, η ετοιμασία γραπτών δηλώσεων, οι οποίες κατατίθενται ως μέρος της κυρίως εξέτασης μαρτύρων. Περαιτέρω, όπως η μέχρι στιγμής πρακτική έδειξε σε σχέση με τις υποθέσεις «Ταχείας Εκδίκασης», η καταχώριση αμιγώς γραπτών μαρτυριών επισπεύδει την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο κατά πολύ. Το πότε τελικά θα εκδικαστεί η υπόθεση, ως ανέφερε η κα Ζαχαρίου, δεν εξαρτάται μόνο από το εάν μέρος της μαρτυρίας στην ακρόαση θα δοθεί όχι προφορικά αλλά υπό τύπο γραπτής δήλωσης, αλλά από ένα συνονθύλευμα άλλων παραγόντων που αφορούν στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένου και του τρόπου που οι εκατέρωθεν συνήγοροι χειρίζονται την υπόθεση τους και που δεν μπορούν να εξομαλυνθούν συλλήβδην. Ταυτόχρονα, όπως κάθε αλλαγή, έτσι και αυτή, απαιτεί χρόνο και έφορο έδαφος ώστε να εμπεδωθεί και να δώσει καρπούς. Ούτε το δεύτερο επιχείρημα της συνηγόρου των Εναγόντων, ότι δηλαδή η απάλειψη της λέξης «έγγραφων» από τη φράση «έγγραφων μαρτυριών» στο Θεσμό 8(α), ως είχε πριν την τροποποίηση της 28.7.2017, έγινε ώστε να απαλειφθεί η δυνατότητα κατάθεσης έγγραφης μαρτυρίας σε υποθέσεις Ακροαματικής Εκδίκασης, με βρίσκει σύμφωνη. Η τροποποίηση έγινε, θεωρώ, ώστε να συνάδει με το θ.4, της ίδιας Διαταγής, όπου αναφέρεται ότι μόνο όπου οι διάδικοι συμφωνούν, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας έστω και αν το αντικείμενο της αγωγής υπερβαίνει τις €3.000. Εκτιμώ, περαιτέρω, ότι η απάλειψη της λέξης «εγγράφως» έγινε για να συνάδει με την αρχή ότι η μαρτυρία στις Ακροαματικής Εκδίκασης υποθέσεις, δεν είναι απαραίτητο όπως είναι γραπτή, αν και μπορούν να δοθούν προς τούτο οδηγίες με τη συναίνεση των μερών, και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητο να συνάδει με τα χαρακτηριστικά της έγγραφης μαρτυρίας, όπως απαριθμούνται στο θ. 5 της ίδιας Διαταγής. Εάν αποδίδετο στην τροποποίηση αυτή, η ερμηνεία που της προσδίδουν τα μέρη θα καταστρατηγείτο το δικαίωμα που παρέχεται στο άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 για καταχώριση γραπτής δήλωσης που αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα ή μέρους της και παράλληλα θα ακυρωνόταν η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο βάσει της Δ.30, θ. 9 να δώσει οδηγίες για τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης, βάσει των εκεί καθορισθέντων κριτηρίων. Το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, το οποίο αναφέρει ως πλαγιότιτλο «Περιεχόμενο γραπτών καταθέσεων», προνοεί ως εξής: «25. Οποιοσδήποτε μάρτυρας σε οποιαδήποτε διαδικασία δύναται να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσής του. Σε τέτοια περίπτωση, η εν λόγω γραπτή κατάθεση ή γραπτή δήλωση κατατίθεται στο Δικαστήριο και θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα, ή μέρος αυτής.» Αυτό που το άρθρο αυτό σκοπεί να ρυθμίσει είναι η δυνατότητά υιοθέτησης γραπτής δήλωσης από οποιοδήποτε μάρτυρα. Όχι να αποκλείσει την πιθανότητα οποιοσδήποτε μάρτυρας, ο οποίος δίδει προφορική μαρτυρία, να υιοθετήσει γραπτή του δήλωση, ως ήταν η θέση της συνηγόρου των Εναγόντων, με την οποία συμφώνησε και η συνήγορος των Εναγομένων. Αντιθέτως, ως τονίστηκε στην Παναγιώτης Ζεβρού κ. α. ν Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 1999, η τροποποίηση του πιο πάνω άρθρου του περί Αποδείξεως Νόμου, είχε ως στόχο και σκοπό της, την οικονομία χρόνου και δαπάνης. Η συνδυασμένη ερμηνεία του πιο πάνω άρθρου με τη Δ.30, θ.θ. 8 και 9 είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης, εξειδικευμένα και όχι συλλήβδην και στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών κάθε μίας υπόθεσης. Ακριβώς εδώ, πιστεύω, έγκειται η σοφία και η αποτελεσματικότητα της νέας Διαταγής 30, ως τροποποιήθηκε. Πάντως, ακόμα και σε υποθέσεις που έχουν καταχωριστεί πριν τη θέσπιση της νέας Διαταγής 30 στις 26.9.2014, και στις οποίες αυτή δεν εφαρμόζεται, έχει καταστεί κανόνας πρακτικής, ο οποίος βεβαίως επιδέχεται και εξαιρέσεων, ότι σε υποθέσεις τραπεζών για ανάκτηση χρεών κατατίθενται γραπτές δηλώσεις ως μέρος της κυρίως εξέτασης των μαρτύρων, ειδικά από μέρους της τράπεζας, επειδή η μαρτυρία τους είναι εν πολλοίς επαναλαμβανόμενη, τεχνική και μακρά. Δεν μου υποδείχθηκε από τα μέρη οποιοσδήποτε, συγκεκριμένος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λόγος γιατί το ίδιο να μην ισχύσει και εδώ. Και ούτε βρίσκω αυτεπαγγέλτως οποιοδήποτε τέτοιο λόγο, λαμβάνοντας υπόψη τις δικογραφημένες θέσεις των μερών. Είναι πάντως βέβαιο ότι σε υποθέσεις «Ακροαματικής Εκδίκασης» οι διάδικοι δεν μπορούν να εξαναγκαστούν σε κατάθεση αμιγώς γραπτών μαρτυριών για τους μάρτυρές τους, όπως ισχύει στις υποθέσεις «Ταχείας Εκδίκασης» (βλ. θ.6 και Αίτηση υπ' αρ. 23/17 Αναφορικά με την Alpha Bank Cyprus Ltd, ημερ.22.2.2017). Τούτο μπορεί να γίνει σε υποθέσεις «Ακροαματικής Εκδίκασης» μόνο κατόπιν συμφωνίας και των δύο πλευρών (βλ. θ. 5
(4)). Στις υποθέσεις αυτές το «Δικαστήριο εκδικάζει την υπόθεση στη βάση των μαρτυριών που κατατέθηκαν ενώπιον του, επιτρέπει δε σε διάδικο να εξετάσει, αντεξετάσει ή επανεξετάσει μάρτυρα, καθορίζοντας προς τούτο χρονικά πλαίσια κατά το στάδιο έκδοσης οδηγιών σε ειδικά προς τούτο οριζόμενη από το Δικαστήριο ημερομηνία» (βλ. θ. 8(α)). Προκύπτει από τον Ονομαστικό Κατάλογο Μαρτύρων και τη σύνοψη της μαρτυρίας τους για τους Ενάγοντες, ημερ. 3.8.2018, ότι οι μάρτυρες αρ. 1-9 των εναγόντων είναι υπάλληλοι της ενάγουσας τράπεζας. Έτσι, για τους εν λόγω μάρτυρες θα ήταν πρόσφορο και ευχερές να ετοιμαστούν και καταχωριστούν γραπτές δηλώσεις ως μέρος της κυρίως μαρτυρίας τους, προς το σκοπό σύντμησης του χρόνου της ακρόασης και ώστε οι εναγόμενοι, γνωρίζοντας εκ των προτέρων το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, να είναι σε θέση να αντεξετάσουν αμέσως και χωρίς την αναζήτηση αναβολής, συνεισφέροντας έτσι περαιτέρω στη σύντμηση του χρόνου ακρόασης και στην περίσωση εξόδων. Τα ίδια ισχύουν και για τους μάρτυρες αρ. 1 και 2 στον Ονομαστικό Κατάλογο Μαρτύρων και Σύνοψη της μαρτυρίας τους για τους Εναγόμενους, ημερ. 13.9.2018, οι οποίοι είναι οι Εναγόμενες 1 και 2 αντίστοιχα. Τα πιο πάνω αναφερόμενα δεν ισχύουν για τον μάρτυρα εναγόντων αρ. 10, ο οποίος είναι κρατικός λειτουργός, δηλαδή αρμόδιος υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, ο οποίος θα καταθέσει για την κατάθεση και την κατάρτιση των επίδικων υποθηκών. Για τον εν λόγω μάρτυρα, δεν αναμένεται να ετοιμαστεί εκ των προτέρων γραπτή δήλωση, αφού αφενός η μαρτυρία του είναι ανεξάρτητη, ως προερχόμενη από κρατικό λειτουργό και αφετέρου, λόγω της ιδιότητάς του θα εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατόπιν επίδοσης κλήσης μάρτυρος, οπόταν η ετοιμασία γραπτής δήλωσης εκ των προτέρων δεν θα ήταν ευχερής. Τα ίδια ισχύουν και για τους μάρτυρες αρ. 3 και 4 στον Ονομαστικό Κατάλογο Μαρτύρων και Σύνοψη της μαρτυρίας τους για τους Εναγόμενους, οι οποίοι είναι Σύμβουλος Αφερεγγυότητας και αρμόδιος υπάλληλος της Κεντρικής Τράπεζας αντίστοιχα, οι οποίοι, όπως είναι φυσικό, δεν κατονομάζονται. Λαμβάνοντας, επομένως, υπόψη τον αριθμό των μαρτύρων της κάθε πλευράς και τη σύνοψη της μαρτυρίας εκάστου ως φαίνεται στους εκατέρωθεν Ονομαστικούς Καταλόγους Μαρτύρων και Σύνοψη της Μαρτυρίας τους, τις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης που κατατέθηκαν από τα μέρη και προς το σκοπό μείωσης του χρόνου της ακροαματικής διαδικασίας και της συνακόλουθης διάσωσης εξόδων, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δικογραφημένες θέσεις των μερών δεν δεικνύουν ότι η παρούσα υπόθεση εγείρει κάποιο σπουδαίο ή πολύπλοκο νομικό ή πραγματικό σημείο, κρίνω ότι, βάσει της Δ.30, θ.θ. 8 και 9 χρήζουν και εκδίδω τις ακόλουθες οδηγίες ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης: Η ακρόαση θα διεξαχθεί με μερικώς γραπτή και μερικώς προφορική μαρτυρία ως ακολούθως: (α) Οι διάδικοι θα παραδίδουν στον αντίδικό τους, γραπτή δήλωση, που θα αποτελεί την κυρίως εξέταση του κάθε μάρτυρα τους, τουλάχιστον μια καθαρή εργάσιμη ημέρα πριν ο συγκεκριμένος καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός του μάρτυρα 10 στον Ονομαστικό Κατάλογο Μαρτύρων των Εναγόντων και εκτός των μαρτύρων 3 και 4 στον Ονομαστικό Κατάλογο Μαρτύρων των Εναγομένων. (β) H Απαίτηση θα συνεκδικαστεί με την Ανταπαίτηση ενώ η ακρόαση της υπόθεσης και η σειρά προσαγωγής μαρτυρίας θα διεξαχθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33 θ.θ. 7, 8 και 9 (c ) (ii). (γ) Οι χρόνοι εξέτασης των μαρτύρων κάθε πλευράς θα είναι σύμφωνα με τη Δ.30, θ. 8(γ), εκτός για το μάρτυρα 10 στον Ονομαστικό Κατάλογο Μαρτύρων των Εναγόντων και εκτός για τους μάρτυρες 3 και 4 στον Ονομαστικό Κατάλογο Μαρτύρων των Εναγομένων, των οποίων η προφορική κυρίως εξέταση θα είναι διάρκειας 30 λεπτών και οι χρόνοι αντεξέτασης και επανεξέτασης τους όπως και των λοιπών μαρτύρων, τηρουμένης της δυνατότητας του Δικαστηρίου να παρατείνει τους χρόνους αυτούς σύμφωνα με τις ανάγκες τις ακρόασης, όπως αυτή θα εξελιχτεί ενώπιον του. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 5/12/19 και ώρα 11:30 π.μ. Λόγω της απόρριψης των θέσεων και των δύο πλευρών η σημερινή εμφάνιση και η εμφάνιση ημερ. 13.12.2018 θα είναι χωρίς έξοδα. (Υπ.) ............. Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.