ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 2035/2016, 11/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2035/2016 XXXXX ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ Ενάγοντας και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγοντες και XXXXX ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ Εναγόμενοι -------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 12/9/2018 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερ.: 11 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Ενάγοντα: κα E. Ασσιώτη για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ης η Αίτηση/Εναγόμενη: κα Α. Νεοφύτου για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή-Αιτούμενες Θεραπείες Με Μονομερή Αίτηση που καταχώρησε ο Ενάγων/Αιτητής επεδίωξε την έκδοση των ακόλουθων Προσωρινών Διαταγμάτων: Α. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Εναγόμενη, να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού και/ή ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού των κάτωθι ακινήτων που επιβαρύνονται με την υποθήκη Υ349/10 του Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου: (α) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/1XXX5, Φ./Σχ. Τμήμα 0/2-XXX-386, 3 Τεμ. 3X7 που βρίσκεται στον Δήμο Λάρνακας, Κοινότητα Λιβάδια, (β) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/1XXX6, Φ./Σχ.0/2-XXX-368, 3, Τεμ. 3X8 που βρίσκεται στον Δήμο Λάρνακας, Κοινότητα Λιβάδια, (γ) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/1XXX8, Φ./Σχ.0/2-XXX-368, 3, Τεμ. 4X0 που βρίσκεται στον Δήμο Λάρνακας, Κοινότητα Λιβάδια, (δ) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/1XXX9, Φ./Σχ.0/2-XXX-368, 3, Τεμ. 4X1 που βρίσκεται στον Δήμο Λάρνακας, Κοινότητα Λιβάδια, (ε) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/1XXX0, Φ./Σχ.0/2-XXX-368, 3, Τεμ. 4X2 που βρίσκεται στον Δήμο Λάρνακας, Κοινότητα Λιβάδια, (στ) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/1XXX4, Φ./Σχ.0/2-2X7-368, 3, Τεμ. 4X6 που βρίσκεται στον Δήμο Λάρνακας, Κοινότητα Λιβάδια, (ζ) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/1XXX5, Φ./Σχ.0/2-XXX-368, 3, Τεμ. 4X7 που βρίσκεται στον Δήμο Λάρνακας, Κοινότητα Λιβάδια, (η) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/1XXX1, Φ./Σχ.0/2-XXX-368, 3, Τεμ. 4X3 που βρίσκεται στον Δήμο Λάρνακας, Κοινότητα Λιβάδια. Β. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Εναγόμενη, να συνεχίσει την διαδικασία εκποίησης των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44 (Β) και 44(Γ) του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και/ή να αναστέλλει την διαδικασία εκποίησης των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης, αφού έκρινε ότι πληρείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος, εξέδωσε το υπό στοιχείο (Β) Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο απαγορεύθηκε στην Καθ΄ης η Αίτηση να συνεχίσει τη διαδικασία εκποίησης των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τις πρόνοιες των Άρθρων 44Β και 44Γ του Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτητή η οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος, ενώ από πλευράς Καθ΄ης η Αίτηση η ακύρωση του. Νομική Βάση Αίτησης Νομική βάση της Αίτησης αποτέλεσε το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, τα Άρθρα 4,5 και 9 του Κεφ.6, τα Άρθρα 44Β και 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, οι πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των Παραρτημάτων της, η Δ.48, θθ.1-4, 7 και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η νομολογία, το Δίκαιο Επιείκειας, το Κοινοδίκαιο και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση XXXXX Χατζηθωμά Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ▬ Στις 18/1/2010 ο Ενάγων συνήψε με την Εναγόμενη Συμφωνία Δανείου για το ποσό των €540.000 το οποίο θα χρεωνόταν με Euribor 6 μηνών και περιθώριο κέρδους 4.7500%. Σκοπός του δανείου ήταν η κάλυψη των εξόδων για τον διαχωρισμό των οικοπέδων που αφορά η παρούσα Αίτηση, η εξόφληση άλλων λογαριασμών του στην πρώην Λαϊκή και η πληρωμή υποθηκευτικών εξόδων. ▬ Στις 10/1/2010 η Εναγόμενη του παραχώρησε όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό XXXXX79-01 για το ποσό των €25.
- Ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε κατόπιν εισηγήσεων της Εναγόμενης προκειμένου να γίνονται οι διάφορες πληρωμές για τον διαχωρισμό των οικοπέδων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο τρεχούμενος λογαριασμός χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο 5.25% και περιθώριο 1%. Πριν την παραχώρηση των πιο πάνω διευκολύνσεων η Εναγόμενη ζήτησε από τον Ενάγοντα να την εφοδιάσει με καταστάσεις από την μισθοδοσία του και της συζύγου του αφού από τους μισθούς τους θα πληρώνονταν οι υποχρεώσεις τους. Κατά το χρόνο παραχώρησης των δανείων μέχρι και σήμερα ο Ενάγων εργάζεται ως λογιστής. Εννέα μήνες μετά την υπογραφή των Συμφωνιών η σύζυγος του Ενάγοντα απεβίωσε και μεταξύ των δυσμενών συνεπειών από το τραγικό συμβάν του θανάτου της ήταν και το ότι ο Ενάγων ανέλαβε εξολοκλήρου τα έξοδα των τριών ανηλίκων παιδιών τους, την διατροφή, συντήρηση τους την φροντίδα του σπιτιού όπως και την αποπληρωμή του δανείου και του τρεχούμενου. ▬ Για την παραχώρηση του δανείου και του τρεχούμενου, η Εναγόμενη ζήτησε ως εξασφάλιση την εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου μου με αριθμό εγγραφής 1XXX4, Φ.Σχ.ΧΙXX8, τεμ. 1XX4, Επαρχία Λάρνακας, Λιβάδια και προς τούτου, εγγράφηκε η υποθήκη Υ349/2010 για το ποσό των €596,
- Στο μεταξύ, περί τα τέλη του 2013 - αρχές του 2014, είχαν ετοιμαστεί και ήταν έτοιμοι να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας των οικοπέδων του πιο πάνω ακινήτου μου. Τότε, η Εναγόμενη, για να συγκατατεθεί στην έκδοση των τίτλων, εξανάγκασε τον Ενάγοντα να υποθηκεύσει όλα τα οικόπεδα σε αυτήν, παρά το ότι η αξία τους υπερκάλυπτε το ποσό των οφειλομένων. Η Εναγόμενη, δεν του έδωσε χρόνο ούτε να μελετήσει τα σχετικά έγγραφα, ούτε να πάρει νομική συμβουλή και έτσι, κάτω από το καθεστώς πίεσης, κατάφερε να υποθηκεύσει όλα του τα οικόπεδα, εκ των οποίων, εξαρχής τους είχε δηλώσει ότι τα 3, επιθυμούσε να τα αφήσω στα 3 ανήλικα παιδιά του. ▬ Μετά την συνομολόγηση των πιο πάνω Συμφωνιών και, παρά τα τραγικά γεγονότα που επήλθαν στην ζωή του μέχρι του τέλος του 2010, προσπαθούσε και ήταν συνεπής με τις υποχρεώσεις του, καταβάλλοντας τις συμφωνηθείσες δόσεις. Ωστόσο, στις αρχές του 2012, όταν η οικονομική κρίση έπληξε και τον δικό του τομέα απασχόλησης, δυσκολευόταν να αποπληρώνει τις δόσεις μου. Τότε απευθύνθηκε στην Εναγόμενη και ζήτησε όπως, είτε μειώσει τα επιτόκια και το ποσό της δόσης για να μπορεί να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, είτε του δώσει μια περίοδο χάριτος αποπληρωμής των δόσεων. Τότε, η Εναγόμενη του ανέφερε ότι αυτό που θα μπορούσε να γίνει είναι να του παραχωρήσει μια περίοδο χάριτος και τον ενημέρωσαν ότι θα ετοίμαζαν τα σχετικά έγγραφα που θα τον καλούσαν για να τα υπογράψει. Προς τούτο, ετοιμάστηκε από την Εναγόμενη, η επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 26/06/
- Με την επιστολή αυτή, η Εναγόμενη, τεχνηέντως, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη του για παράταση στον χρόνο αποπληρωμής των δόσεων, όχι μόνο καθόρισε σε υψηλότερα ποσά τις δόσεις με την επανέναρξη των πληρωμών, αλλά περαιτέρω, αδιαφορώντας πλήρως για τις οικονομικές του περιστάσεις, άλλαξε την βάση τιμολόγησης του δανείου, καθορίζοντας το σε βασικό. Με αυτόν τον τρόπο, η Εναγόμενη του στέρησε την δυνατότητα να επωφεληθεί της μείωσης του Euribor που σήμερα είναι αρνητικό. Το 2012, το Euribor, ανήρχετο κατά μέσο όρο στο 1.606% αλλά η Εναγόμενη, κερδοσκοπώντας εις βάρος του, του επέβαλε βασικό επιτόκιο ύψους 5.75% πλέον περιθώριο κέρδους 1.50%. ▬ Όταν πέρασε η περίοδος παγοποίησης πληρωμής των δόσεων - καθόλη την διάρκεια της οποίας οι τόκοι χρεώνονταν στο Δάνειο- ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι ήταν αδύνατο να καταβάλλει την δόση των €20.600 που είχε καθορίσει και ζήτησε την συνεργασία της για να λυθεί το θέμα. Εκείνη ήταν και η περίοδος που λόγω των δυσκολιών του, σταμάτησε την πληρωμή των δόσεων. Επιθυμία του ήταν να βρεθεί μια βιώσιμη και λειτουργική λύση αναδιάρθρωσης σύμφωνα με την Οδηγία και τον Κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας για τις αναδιαρθρώσεις. Τότε η Εναγόμενη του ανέφερε ότι το μόνο που θα μπορούσε να γίνει ήταν νέο δάνειο με το οποίο θα εξοφλείτο τόσο το υφιστάμενο Δάνειο όσο και ο τρεχούμενος του λογαριασμός. Του προτάθηκε τότε νέα Συμφωνία η οποία, όμως, είχε υψηλά επιτόκια και καθόριζε την αποπληρωμή σε 8 εξαμηνιαίες δόσεις. Ο Ενάγων διαπιστώνοντας, ωστόσο, ότι το δάνειο δεν ήταν βιώσιμο, ζήτησε μια βιώσιμη και λειτουργική αναδιάρθρωση. Η Εναγόμενη του πρότεινε τότε ως μοναδική επιλογή την πώληση ενός οικοπέδου για κάλυψη καθυστερήσεων ύψους €150.000 και μετά την αναδιάρθρωση την οποία πρόταση ο Ενάγων δεν μπορούσε να αποδεκτεί. ▬ Στις 17/11/14 η Εναγόμενη με επιστολή της ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι είχε ταξινομηθεί ως μη συνεργάσιμος δανειολήπτης και τον καλούσε να εξοφλήσει πλήρως τις καθυστερήσεις/υπερβάσεις εντός 21 ημερών. ▬ Η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 20/3/15 ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι οι λογαριασμοί του είχαν προωθηθεί στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών. Ενόψει του ότι η Εναγόμενη δεν αποδεχόταν τη συζήτηση οποιασδήποτε άλλης λύσης αναδιάρθρωσης ο Ενάγων, αφού προηγουμένως κατήγγειλε την έννομη του σχέση με την Εναγόμενη τερματίζοντας τη λειτουργία των λογαριασμών του, καταχώρησε την παρούσα Αγωγή. Με αυτή αμφισβητεί την εγκυρότητα του δανείου και τρεχούμενου καθώς και την εγκυρότητα των όρων των συμβολαίων οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Μεταξύ άλλων προβάλλεται ότι αρκετοί από τους όρους των Συμφωνιών είναι καταχρηστικοί και παράνομοι καθώς και ότι οι όροι περί επιπρόσθετων τόκων, τόκων υπερημερίας, προμήθειας, τραπεζικών δικαιωμάτων και άλλων χρεώσεων εκτός του ότι αποτελούν ποινική ρήτρα είναι και παράνομοι. Προβάλλεται, ακόμη, η θέση ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση από πλευράς της Τράπεζας με την Οδηγία και τον Κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας για τις αναδιαρθρώσεις. Επίσης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι καθόλη τη διάρκεια του δανείου του Ενάγοντα η Τράπεζα προέβαινε μονομερώς σε αύξηση του περιθωρίου κέρδους. ▬ Παρά την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής η Εναγόμενη επέδωσε στον Ενάγοντα στις 6/12/2016 τις Ειδοποιήσεις Τύπου Θ και Ι. ▬ Πριν την αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ προηγήθηκε συνάντηση στις 25/7/2018 του Ενάγοντα με υπάλληλο της Εναγόμενης για σκοπούς συζήτησης μιας βιώσιμης λύσης αναδιάρθρωσης. Στο πλαίσιο αυτής της συνάντησης αναφέρθηκε ότι θα μελετούνταν οι εκτιμήσεις των υποθηκευμένων ακινήτων του Ενάγοντα που είχαν ήδη ζητηθεί. Ακολούθησε στις 21/8/2018 αποστολή e-mail της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα για εξέταση της εθελούσιας διάθεσης ακινήτων και σχετικό πληρεξούσιο με προθεσμία απάντησης μέχρι τις 7/9/
- Προτού παρέλθει η προθεσμία αυτή ο Ενάγων παρέλαβε στις 4/9/2018 την Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ. Στη βάση των πιο πάνω ο ομνύοντας εκφράζει την πεποίθηση, στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει από το δικηγόρο του, ότι έχει πολύ καλή υπόθεση και με ισχυρές πιθανότητες επιτυχίας. Επισημαίνει, παράλληλα, ότι το ιστορικό που έχει παραθέσει ανωτέρω αποδεικνύει ότι δεν εντάσσεται στην κατηγορία των ατόμων που θεωρούνται στρατηγικοί κακοπληρωτές και ότι, αντίθετα, αποδεικνύει το ότι κατέβαλε προσπάθειες για εξασφάλιση λύσης στο πρόβλημα του. Αναφέρει, ακόμη, ότι τα ποσά που η Εναγόμενη διεκδικεί τόσο με τις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και ΙΑ όσο και με την Ανταπαίτηση της τα αμφισβητεί καθότι σε αυτά περιέχονται υπερχρεώσεις. Εκφράζει, επίσης, τη θέση ότι αν δεν εξασφαλιστούν τα αιτούμενα Διατάγματα τότε η Τράπεζα δεν θα εμποδιστεί από του να προχωρήσει και να πραγματοποιήσει την εκποίηση της πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση της παρούσας Αγωγής. Αναφέρεται, ακόμη, ότι εάν η Τράπεζα αφεθεί να «ξεπουλήσει» την περιουσία του η Αγωγή του θα καταστεί στην πράξη άνευ αντικειμένου, αφού ακόμη και όταν καθοριστεί το νομίμως οφειλόμενο ποσό, θα είναι δύσκολο να καθοριστεί η αποζημίωση που θα πρέπει να του καταβληθεί λόγω του «ξεπουλήματος» της περιουσίας του. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων τα οποία η Τράπεζα «απειλεί» με εκποίηση είναι κατά πολύ πιο μεγάλη από τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα τα οποία αμφισβητούνται. Επικαλείται, επίσης, αντισυνταγματικότητα των προνοιών του Άρθρου 44Γ του Ν.9/65 λόγω παραβίασης των Άρθρων 23, 28 και 30 του Συντάγματος. Ένσταση-Νομική Βάση Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από την Εναγόμενη Τράπεζα η οποία, μεταξύ άλλων, βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9 του Κεφ.6, στο Άρθρο 32 του Ν.14/60 στα Άρθρα 5, 21, 27 του Μέρους VIΑ του Ν.9/65 καθώς και στα Άρθρα 44 Α - 44 ΙΑΑ του Μέρους VIA, στα Άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Λόγοι Ένστασης Στην Ένσταση εξειδικεύονται ουσιαστικά δεκαοκτώ λόγοι Ένστασης ως ακολούθως: ▲ Καμία από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 πληρείται. ▲ Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει σαφώς υπέρ της Εναγόμενης και δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη η διατήρηση του προσωρινού Διατάγματος ημερ. 14/9/
- ▲ Η Εναγόμενη είναι καθόλα αξιόχρεη σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι ο Αιτητής δικαιούται σε αποζημιώσεις ενώ από την άλλη ο Αιτητής δεν φαίνεται να κατέχει περιουσιακά στοιχεία προς αποζημίωση της Εναγόμενης για τις ζημιές που ήθελε υποστεί ένεκα της διατήρησης του προσωρινού Διατάγματος. ▲ Η ακύρωση του προσωρινού Διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά ή ανεπανόρθωτη ζημιά στον Αιτητή ενώ, αντίθετα, η συνέχιση του θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη και/ή δυσανάλογη ζημιά στην Εναγόμενη. ▲ Οι αξιώσεις του Ενάγοντα αποτιμούνται σε χρήμα και με δεδομένη τη φερεγγυότητα της Εναγόμενης δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- ▲ Ο Ενάγοντας κωλύεται να ισχυρίζεται πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς από τη στιγμή που τα ενυπόθηκα ακίνητα υποθηκεύτηκαν κατόπιν ελεύθερης του συναίνεσης προς όφελος της Εναγόμενης. ▲ Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφέστατα υπέρ της ακύρωσης του Διατάγματος καθότι η Εναγόμενη δεν είναι δίκαιο να αποστερείται του δικαιώματος της για ανάκτηση των οφειλόμενων ποσών, ενώ τυχόν εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων είναι προς το συμφέρον του Αιτητή καθότι θα μειωθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο του προς την Εναγόμενη. ▲ Ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής, εκείνο που θα αποφασιστεί είναι το ύψος του τελικού οφειλόμενου ποσού και τυχόν παράνομες χρεώσεις δεν ακυρώνουν την επίδικη υποθήκη. ▲ Δεν υπήρξε πλήρης και αληθής αποκάλυψη όλων των γεγονότων. ▲ Υπήρξε παραπλάνηση του Δικαστηρίου επί ουσιωδών γεγονότων. ▲ Η νομική βάση της Αίτησης είναι εσφαλμένη καθότι η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού είναι δυνατόν να ακυρωθεί μόνο μέσω της καταχώρησης Αίτησης/Έφεσης εναντίον της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ για τους λόγους που τίθενται στο άρθρο 44 Γ
(3)του Ν.9/
- ▲ Η απόφαση πλειστηριασμού και η διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Εναγόμενη. ▲ Η καταχώρηση της Αγωγής και της Αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. ▲ Η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. ▲ Τυχόν επιτυχία της Αίτησης θα αποστερήσει από την Εναγόμενη την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της. ▲ Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. ▲ Η καταχώρηση της Αίτησης γίνεται σκόπιμα και/ή καταχρηστικά με σκοπό την πλασματική δημιουργία από τον Αιτητή του στοιχείου του κατεπείγοντος και την αποτροπή του πλειστηριασμού. Ένορκη Δήλωση XXXXX Κογκοττή Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Κογκοττή, υπαλλήλου της Εταιρεία APS Debt Servicing Cyprus Ltd, η οποία ανέλαβε τη διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών από την Εναγόμενη Τράπεζα, ανάμεσα στους οποίους είναι και οι λογαριασμοί που αφορούν τον Ενάγοντα. Επί των γεγονότων ο ομνύοντας αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Κατόπιν αιτήματος του Αιτητή αυτός συνήψε με την Εναγόμενη Συμφωνία Δανείου για το ποσό των €540.000 και προς τούτο ανοίχθηκε στο όνομα του ο λογαριασμός με αρ. XXXXX79-
- Η σχετική Συμφωνία Δανείου υπογράφηκε στις 19/1/
- · Σύμφωνα με τον Όρο 3Α της Συμφωνίας Δανείου, το δάνειο θα χρεώνετο με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίσταται από το ποσοστό επιτοκίου που ισούται με το Euribor 6 μηνών προσαυξημένο, σε κάθε περίπτωση, κατά 4,75%. Το σύνολο επιτοκίου κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπογραφής της Συμφωνίας Δανείου ανήρχετο σε 5,7350%, αποτελούμενο από Euribor 6 μηνών 0,9850% πλέον περιθώριο 4,7500%. To δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 40 τριμηνιαίες δόσεις των €18.000 η καθεμιά, της πρώτης πληρωτέας στις 30/9/2010 και της τελευταίας στις 31/6/
- · Σύμφωνα με την επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ. 14/1/2010,, σκοπός της παραχώρησης του δανείου ήταν η πλήρης εξόφληση των λογαριασμών που διατηρούσε ο Ενάγοντας στην Marfin, η πληρωμή για διαχωρισμό οκτώ οικοπέδων, καθώς και η πληρωμή υποθηκευτικών και άλλων εξόδων. · Στον Ενάγοντα, κατόπιν αιτήματος του, παραχωρήθηκε όριο τρεχούμενου ύψους €25.000 καθώς και επιπρόσθετο όριο έκτακτης χρήσης ύψους €3.750 και ανοίχθηκε προς όφελος του τρεχούμενος λογαριασμός. Για το σκοπό αυτό υπογράφηκε Συμφωνία Ορίου Παρατραβήγματος ημερ. 19/1/
- · Με βάση τον Όρο 3Α της Συμφωνίας Ορίου Παρατραβήγματος, το όριο παρατραβήγματος θα χρεώνετο με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίστατο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Εναγόμενη βασικό επιτόκιο προσαυξημένο, σε κάθε περίπτωση, κατά 1,00% περιθώριο. Το σύνολο επιτοκίου κατά το χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας Ορίου Παρατραβήγματος ανήρχετο σε 6,25% το οποίο συνίστατο από το βασικό επιτόκιο 5,25% πλέον περιθώριο 1,00%. · Σύμφωνα με την επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ. 14/1/2010 σκοπός της παραχώρησης του ορίου παρατραβήγματος ήταν προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες του Ενάγοντα. · Πριν την παραχώρηση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων, η Εναγόμενη έλαβε από αυτόν πληροφορίες σχετικά με την ικανότητα του να αποπληρώσει και να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. · Προς εξασφάλιση της πληρωμής και εγγύησης κάθε υποχρέωσης του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη, ο Αιτητής στις 25/1/2010 υποθήκευσε το ακίνητο με αρ. εγγραφής 1XXX4, Φ/Σχ. XL/48, Tεμ.1XX4, εγγεγραμμένο μερίδιο ¼ του Όλου στην Επαρχία Λάρνακας, Λειβάδια, Άγιος Σάββας, είδος ακινήτου χωράφι με κατοικία, ως πρώτη υποθήκη δυνάμει Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης με αρ. Υ349/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας για το ποσό των €569.
- · Περί τα τέλη του 2013 - αρχές του 2014 είχαν ετοιμαστεί οι νέοι τίτλοι ιδιοκτησίας των οικοπέδων του ενυπόθηκου ακινήτου και σε σχέση με την υποθήκη Υ349/2010 ο αριθμός εγγραφής 10604 του ενυπόθηκου ακινήτου αντικαταστάθηκε με τους νέους τίτλους ιδιοκτησίας. Το αρχικό τεμάχιο, ήτοι το υποθηκευμένο ακίνητο, υποδιαιρέθηκε σε 32 νέα οικόπεδα και υποθηκεύτηκαν προς όφελος της Εναγόμενης τα οκτώ από τα 32 νέα οικόπεδα τα οποία αντικατόπτριζαν το ¼ του ακινήτου, ήτοι το μερίδιο που ήταν εξαρχής υποθηκευμένο προς όφελος της Εναγόμενης. · Το 2012 ο Ενάγοντας προσέγγισε την Εναγόμενη ζητώντας διαφοροποίηση στο ύψος των δόσεων του δανείου και του επιτοκίου λόγω οικονομικών δυσκολιών. Η Εναγόμενη, ανταποκρινόμενη θετικά στο αίτημα του, με επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ. 26/6/2012 ενέκρινε το αίτημα του. Συμφωνήθηκε δε όπως ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου τροποποιηθεί και θα δινόταν περίοδος χάριτος μέχρι 30/6/2013, κατά την οποία θα καταβάλλονταν οι κεφαλαιοποιημένοι τόκοι 31/12/2013 και 30/6/2013 και ακολούθως 28 ίσες τριμηνιαίες δόσεις των €20.600 η καθεμιά, της πρώτης πληρωτέας την 30/9/2013 και της τελευταίας την 30/6/
- · Ως αποτέλεσμα της επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ. 26/6/012, υπογράφηκε νέα και/ή τροποποιητική Συμφωνία Δανείου την ίδια ημέρα. Επιπρόσθετα υπογράφηκε και δεύτερη τροποποιητική Συμφωνία Δανείου πάλι στις 26/6/
- Ως προκύπτει, ο Ενάγοντας αυτόβουλα συμφώνησε στη διαφοροποίηση των όρων της πιστωτικής του διευκόλυνσης καθώς και τη διαφοροποίηση της βάσης τιμολόγησης του δανείου του. · Μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος που δόθηκε στον Ενάγοντα με την πρώτη τροποποιητική Συμφωνία Δανείου, ο Ενάγοντας και πάλι δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του και αποτάθηκε ξανά στην Εναγόμενη για νέα αναδιάρθρωση των πιστωτικών του διευκολύνσεων. · Ακολούθησαν συζητήσεις μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης για επανασχεδιασμό/αναδιάρθρωση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες, όμως, δεν καρποφόρησαν εξ υπαιτιότητας του Ενάγοντα και λόγω των παράλογων απαιτήσεων του. · Στις 11/6/2014 έγινε διεξοδική ανασκόπηση του λογαριασμού του Αιτητή, όπου και εξετάστηκαν τρόποι ομαλοποίησης του λογαριασμού του μέσα από την αναδιάρθρωση του δανείου του. Παρά το ότι αντηλλάγησαν διάφορες απόψεις σχετικά με την αναδιάρθρωση του λογαριασμού του δανείου, καμία ανταπόκριση δεν υπήρξε από μέρους του Ενάγοντα στην προσκόμιση των απαραίτητων στοιχείων ώστε να υποβαλλόταν μια νέα πρόταση αναδιάρθρωσης. · Ο ισχυριζόμενος τερματισμός του Ενάγοντα μέσω της επιστολής ημερ. 25/11/2016 είναι αβάσιμος και παράνομος εφόσον ήδη από τις 11/12/2014 η Εναγόμενη είχε αποστείλει σε αυτόν επιστολή τερματισμού των επίδικων λογαριασμών. · Ο Ενάγοντας καμία προσπάθεια δεν κατέβαλε για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του έναντι της Εναγόμενης παρά μόνο αβάσιμα αμφισβητούσε το οφειλόμενο ποσό για να αποφύγει την αποπληρωμή του. Εν πάση περιπτώσει, κατά τις αρχές Ιουλίου του 2018, κατόπιν αιτήματος του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη, διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ των μερών με σκοπό τη συζήτηση για εξεύρεση λύσης αναφορικά με τα οφειλόμενα ποσά του Ενάγοντα. Στη συνάντηση αυτή, εφόσον ήταν αντιληπτό και από τις δύο πλευρές ότι η παραχώρηση δανείου δεν ήταν εφικτή λύση, συζητήθηκε το ενδεχόμενο της εθελούσιας παραχώρησης ακινήτων. Στη συνάντηση αυτή δεν τέθηκε προς συζήτηση ποια και πόσα ακίνητα θα μπορούσε ο Ενάγοντας να διαθέσει εθελούσια, ενώ μέχρι και σήμερα δεν παραλήφθηκε γραπτώς οποιαδήποτε πρόταση του Ενάγοντα που να αναφέρει ότι προτίθεται να διαθέσει συγκεκριμένα πέντε από τα οκτώ ακίνητα, ως ο ίδιος αναληθώς ισχυρίζεται. Ένα μεγάλο μέρος της Ένορκης Δήλωσης του Κογκοττή αποτελεί επανάληψη και υιοθέτηση των λόγων Ένστασης καθώς και νομική επιχειρηματολογία στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας αυτός τυγχάνει από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν την Εναγόμενη. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Λανθασμένο Ένδικο Μέσο Ενόψει της φύσης του κρίνεται σκόπιμη η εξέταση ως πρώτο ζήτημα εκείνο που αφορά τη θέση της Καθ΄ης η Αίτηση περί λανθασμένου ένδικου μέσου. Η συνήγορος της Εναγόμενης στην αγόρευση της υποστήριξε ότι η υπό κρίση Αίτηση συνιστά λανθασμένο ένδικο μέσο για την απαγόρευση/παρεμπόδιση της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου. Αναμφίβολα, η διαδικασία εκποίησης, η οποία στηρίζεται στις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου, μπορεί να προσβληθεί με Αίτηση/Έφεση διά της οποίας να ζητείται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ που καθορίζει ημερομηνία πλειστηριασμού. Εν προκειμένω είναι σαφές ότι μέσω του εκδοθέντος υπό στοιχείο (Β) Προσωρινού Διατάγματος, δεν επιδιώκεται η ακύρωση του πλειστηριασμού με Αίτηση/Έφεση, αφού τέτοιο ένδικο μέσο δεν έχει καταχωρηθεί από την πλευρά του Ενάγοντα/Αιτητή, αλλά η απαγόρευση στην Εναγόμενη να συνεχίσει τη διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44(Β) και Άρθρου 44(Γ) του Νόμου 9/65, ως έχει τροποποιηθεί. Εν πάση περιπτώσει, οι πιο πάνω διατάξεις του Νόμου 9/65 δεν αποστερούν, κατά τη γνώμη μου, από τον Ενάγοντα του δικαιώματος του να ζητήσει την έκδοση προσωρινού διατάγματος δυνάμει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 εφόσον, βεβαίως, πληρούνται οι διαλαμβανόμενες στο εν λόγω Άρθρο προϋποθέσεις. Επισημαίνεται, τέλος, ότι, με βάση την πρόσφατη τροποποίηση του Νόμου 9/65 με το Νόμο 87(Ι)/18, προκειμένου ο Αιτητής να καταχωρήσει Αίτηση/Έφεση για παραμερισμό της Ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου Τύπου ΙΑ, απαραίτητη προϋπόθεση με βάση τους λόγους παραμερισμού που διαλαμβάνονται στο Άρθρο 44(Γ)
(3)του Νόμου[6], είναι η εξασφάλιση απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Στη βάση όλων των ανωτέρω η πιο πάνω εισήγηση δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ένορκη Δήλωση XXXXX Κογκοττή Προβλήθηκε από πλευράς του Αιτητή/Ενάγοντα ότι ο XXXXX Κογκοττής, ομνύοντας στην Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της Ένστασης, παρά το ότι αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά και έχει θετική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται, δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι ο ομνύοντας δεν ήταν παρών κατά το στάδιο σύναψης και υπογραφής των επίδικων Συμφωνιών καθώς και στις συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του Αιτητή και των υπαλλήλων της Καθ΄ ης η Αίτηση και ότι δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης/πληροφόρησης του. Στη βάση αυτών των ισχυρισμών προβάλλεται ότι η Ένορκη Δήλωση του είναι αντικανονική και όλες οι αναφορές του μετέωρες και ατεκμηρίωτες. Εν πρώτοις, επισημαίνεται ότι στην παράγραφο 2 της Ένορκης Δήλωσης του XXXXX Κογκοττή αναφέρεται ότι αυτός γνωρίζει προσωπικά και έχει θετική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται λόγω της άμεσης εμπλοκής του στο χειρισμό της υπόθεσης και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και από το φάκελο των πελατών κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του στην APS. H πρώτη επισήμανση που μπορεί να γίνει είναι ότι είναι ανεπίτρεπτο μέσω της αγόρευσης να επιχειρείται η αμφισβήτηση των γεγονότων ως παρουσιάζονται από την πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση στην Ένορκη της Δήλωση. Είναι γνωστή εν προκειμένω η αρχή ότι οι αγορεύσεις των διαδίκων δεν συνιστούν μέθοδο αμφισβήτησης γεγονότων, ούτε και αποτελούν μέσω προσαγωγής μαρτυρίας[7]. Λέω δε, σε συμφωνία με τα όσα εισηγήθηκε η συνήγορος της Εναγόμενης, ότι αν η πλευρά του Αιτητή επιθυμούσε να αμφισβητήσει τα γεγονότα ως τα παρουσιάζει ο Ενόρκως Δηλών για την Καθ΄ ης η Αίτηση ή και να αμφισβητήσει τη γνώση του επί των γεγονότων στα οποία αναφέρεται, το ορθό μέσο και/ή, καλύτερα, η ενδεδειγμένη διαδικασία να το πράξει, θα ήταν με την αντεξέταση του συγκεκριμένου ατόμου[8]. Στο βαθμό δε που προβάλλεται ισχυρισμός ότι οι όποιες αναφορές και θέσεις του XXXXX Κογκοττή είναι αντίθετες με τις θέσεις της πλευράς του Αιτητή και/ή ότι δεν ευσταθούν, τότε ο Αιτητής, ο οποίος έχει και το βάρος απόδειξης[9] όφειλε να είχε προβεί, κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου, είτε σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είτε να αιτηθεί την αντεξέταση του ομνύοντα για την Καθ΄ ης η Αίτηση. Ούτε η θέση της πλευράς του Αιτητή ότι ο ομνύων στην Ένσταση δεν αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλεί την πληροφόρηση του ευσταθεί. Όπως ήδη επισημάνθηκε με παραπομπή στο περιεχόμενο της παραγράφου 2 της ένορκης δήλωσης XXXXX Κογκοττή, ο ομνύων εξειδικεύει ως πηγές της πληροφόρησης του, πέραν της άμεσης εμπλοκής του στο χειρισμό της υπόθεσης, και τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του καθώς και τον φάκελο των πελατών. Ενόψει όλων των ανωτέρω θεωρώ ότι δεν εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα αντικανονικότητας ή παρατυπίας της Ένορκης Δήλωσης της Ένστασης. Το Στοιχείο του Κατεπείγοντος Πριν το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει τα διατάγματα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Όπως έχει νομολογηθεί, το υπαρκτό του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ. 203, 207 «κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα. κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί». Επίσης στην υπόθεση Αμβροσιάδου ν. Coward
(2013)1 A.A.Δ. 78, τονίστηκε ότι παροχή θεραπείας χωρίς να ακουστεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται, δικαιολογείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται. Αποτέλεσε περαιτέρω λόγο ένστασης εκ μέρους της Εναγόμενης ότι δεν πληρείτο στην προκειμένη περίπτωση ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος κατά την έκδοση μονομερώς του υπό κρίση προσωρινού Διατάγματος. Συγκεκριμένα, αποτέλεσε εισήγηση της συνηγόρου της Εναγόμενης ότι ενώ ο «κίνδυνος» για τον Ενάγοντα να χάσει την υποθηκευμένη του περιουσία ήταν ήδη γνωστός σε αυτόν από τις 6/12/2016, ο Ενάγων καθυστέρησε και/ή κανένα διάβημα δεν έλαβε και ότι μόλις στις 12/9/2018 καταχώρησε την παρούσα Αίτηση ώστε να φέρει το Δικαστήριο προ τετελεσμένων γεγονότων και να «εκβιάσει» την έκδοση του προσωρινού Διατάγματος. Το ζήτημα αυτό αιτιολογείται επαρκώς με βάση τα όσα αναφέρονται από τον Ενάγοντα στις παραγράφους 3 και 20 της Ένορκης του Δήλωσης. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι σε αυτές τις παραγράφους γίνεται αναφορά στην αναγκαιότητα πλέον με βάση την τελευταία τροποποίηση του Νόμου εξασφάλισης παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη και στα χρονικά περιθώρια τα οποία τίθενται, σε συνάρτηση με την ημερομηνία επίδοσης της αναφερόμενης Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ στις 4/9/2018 και την προβλεπόμενη για σκοπούς καταχώρησης Αίτησης/Έφεσης προθεσμία των 30 ημερών η οποία έληγε στις 3/10/
- Στη βάση όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η σχετική εισήγηση εκ μέρους της Εναγόμενης είναι άνευ ερείσματος και, συνεπώς, απορρίπτεται. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Οι Καθ΄ων η Αίτηση εγείρουν και ζήτημα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Οι αρχές της μη αποκάλυψης έχουν προσφάτως επαναληφθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Πολιτική ECLI:CY:AD:2018:D412, Αίτηση αρ. 92/2018, ημερ. 20/9/2018 όπου τονίστηκε ότι «το Δικαστήριο σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο μονομερούς αίτησης πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος, .. χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν συνιστά προϋπόθεση για ακύρωση εκδοθέντος Διατάγματος, .. λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Σημαντική, κατά τη γνώμη μου, υπήρξε και η ακόλουθη επισήμανση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο προσδιορισμού του ορθού πλαισίου εντός του οποίου πρέπει να εξετάζεται ζήτημα μη αποκάλυψης. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα: «Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω)». Στην προκειμένη περίπτωση η Καθ΄ ης η Αίτηση/Εναγόμενη εισηγήθηκε ότι ο Αιτητής/Ενάγων απέκρυψε από το Δικαστήριο τα εξής: (α) Αν και γνώριζε από το Δεκέμβριο του 2016 όταν του επιδόθηκε η Ειδοποίηση τύπου Ι ημερ. 22/11/2016 ότι η Εναγόμενη θα προχωρούσε με τη διαδικασία πλειστηριασμού και άρα υπήρχε ο «κίνδυνος» να χάσει την περιουσία του, άφησε να παρέλθει διάστημα περίπου δύο χρόνων για να προχωρήσει με την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. (β) Παρά το γεγονός ότι ο Ενάγων αναφέρεται στη συνάντηση που είχε με την Εναγόμενη στις 25/7/2018 εντούτοις παραλείπει να αναφέρει ότι σε αυτή, εμμέσως πλην σαφώς, είχε παραδεχτεί την οφειλή του και αναφέρθηκε στις προσπάθειες που έκανε για να πωλήσει τα υποθηκευμένα ακίνητα του προς το σκοπό εξόφλησης του οφειλόμενου χρέους. Έχω εξετάσει τα πιο πάνω στοιχεία τα οποία κρίνω ότι δεν συνιστούν απόκρυψη και/ή παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους του Ενάγοντα. Ειδικότερα, σε σχέση με το (α) ανωτέρω επισημαίνονται τα όσα αναφέρθηκαν από τον Ενάγοντα στην παράγραφο 20 της Ένορκης του Δήλωσης όπου ο ίδιος, αφού αναφέρεται στο γεγονός της επίδοσης στις 6/12/2016 των Ειδοποιήσεων Τύπου Θ και Ι, εξηγεί, στη βάση της τότε ισχύουσας νομοθεσίας και με δεδομένη την εκκρεμοδικία της αγωγής του, την αντίληψη που είχε για το εν λόγω ζήτημα. Σε σχέση με το (β) ανωτέρω, θεωρώ ότι τα όσα αναφέρονται εκεί αφορούν την παρουσίαση της εκδοχής του Ενάγοντα ως προς το τί έλαβε χώρα στο πλαίσιο της συνάντησης του Ενάγοντα με υπαλλήλους της Εναγόμενης στις 25/7/2018, η ορθότητα της οποίας δεν εξετάζεται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Εξέταση Αίτησης με βάση τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο τόσο του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος όσο και της Έκθεσης Απαίτησης διαπιστώνεται ότι ο Ενάγων προσβάλλει την εγκυρότητα των επίδικων Συμφωνιών Δανείου και παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων επιδιώκοντας την έκδοση Διαταγμάτων για ακύρωση τους καθώς και όλων των συνδεδεμένων και/ή παρεπόμενων Συμφωνιών που αφορούν υποθήκες και άλλες εξασφαλίσεις και επιστροφή στον Ενάγοντα οποιουδήποτε ποσού καταβλήθηκε στην Εναγόμενη πλην του κεφαλαίου και των τόκων που συμφωνήθηκαν με βάση τις αρχικές Συμφωνίες. Προβάλλεται εν προκειμένω θέμα ακυρότητας και/ή καταχρηστικότητας συγκεκριμένων όρων των επίδικων Συμφωνιών καθώς και χρέωσης από την Εναγόμενη αυξημένου επιτοκίου. Επιδιώκεται, επίσης, η έκδοση Δηλωτικών Αποφάσεων ότι οι επίδικες Συμφωνίες έχουν ματαιωθεί λόγω απρόβλεπτων γεγονότων και/ή ότι η διακοπή των σχέσεων των διαδίκων και ο τερματισμός της λειτουργίας των λογαριασμών των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων οφείλεται στη συμπεριφορά της Εναγόμενης, ήτοι παράνομη και/ή αντισυμβατική αύξηση του επιτοκίου των λογαριασμών αυτών και/ή της επιβολής διαφόρων χρεώσεων και εξόδων που είχαν ως αποτέλεσμα ο Ενάγων να εμποδίζεται από το να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Στη βάση όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23/3/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Ο Ενάγων μέσω των όσων παραθέτει στην ένορκη του δήλωση αμφισβητεί την εγκυρότητα του δανείου και τρεχούμενου καθώς και την εγκυρότητα των όρων των συμβολαίων οι οποίοι, όπως ισχυρίζετα, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Μεταξύ άλλων προβάλλεται ότι αρκετοί από τους όρους των Συμφωνιών είναι καταχρηστικοί και παράνομοι καθώς και ότι οι όροι περί επιπρόσθετων τόκων, τόκων υπερημερίας, προμήθειας, τραπεζικών δικαιωμάτων και άλλων χρεώσεων, εκτός του ότι αποτελούν ποινική ρήτρα, είναι και παράνομοι. Επίσης αμφισβητεί τα ισχυριζόμενα χρεωστικά υπόλοιπα είτε λόγω της ύπαρξης μονομερών ενεργειών της Εναγόμενης, είτε λόγω της αλλαγής της βάσης τιμολόγησης του δανείου. Εν προκειμένω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι καθόλη τη διάρκεια του δανείου του Ενάγοντα η Τράπεζα προέβαινε μονομερώς σε αύξηση του περιθωρίου κέρδους. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι κατά το στάδιο που ο Ενάγων ζητούσε περίοδο χάριτος στην αποπληρωμή των δόσεων του η Εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη του για παράταση του χρόνου αποπληρωμής των δόσεων, αύξησε το επιτόκιο της καθώς και τη βάση τιμολόγησης του δανείου με την συμπληρωματική Συμφωνία Τεκμήριο
- Προβάλλεται, ακόμη, η θέση ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση από πλευράς της Τράπεζας με την Οδηγία και τον Κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας για τις αναδιαρθρώσεις. Ακόμη επικαλείται ότι υπήρξαν απρόβλεπτα γεγονότα όπως η οικονομική κρίση και η είσοδος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε Μνημόνιο καθώς και τα γεγονότα του Μαρτίου 2013 τα οποία έχουν ματαιώσει (frustrate) τις επίδικες Συμφωνίες. Η πλευρά της Εναγόμενης απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι όλοι οι όροι των Συμφωνιών είναι νόμιμοι και/ή έγκυροι αρνούμενη ότι αυτοί δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και/ή ότι αποτελούσαν προδιατυπωμένους όρους. Ισχυρίζεται δε ότι ο όλοι οι όροι αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, συζήτησης και συμφωνίας με τον Ενάγοντα και ότι αυτός, αφού κατανόησε πλήρως τους εν λόγω όρους, με ελεύθερη βούληση συμφώνησε με αυτούς υπογράφοντας τα επίδικα έγγραφα. Απορρίπτει δε ότι ο Ενάγων δέχθηκε οποιαδήποτε πίεση ή εξαναγκασμό από την Εναγόμενη για να υπογράψει τις τροποποιητικές Συμφωνίες. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι ο ίδιος ο Ενάγων απευθύνθηκε στην Εναγόμενη για τροποποίηση και μεταβολή των όρων των επιδίκων Συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων. Ισχυρίζεται δε ότι οι οποιεσδήποτε χρεώσεις τόκων και/ή τόκων υπερημερίας, προμηθειών και τραπεζικών δικαιωμάτων επιβλήθηκαν στους επίδικους λογαριασμούς είναι καθόλα νόμιμες, έγκυρες και σύμφωνα με τους όρους των επίδικων Συμφωνιών και επιστολών ανειλημμένης υποχρέωσης. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Το κατά πόσο ευσταθούν οι πιο πάνω θέσεις του Αιτητή δεν είναι επί του παρόντος για να κριθεί. Το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση του Ενάγοντα, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Κατά πόσο με τα όσα ο Αιτητής έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Οι ισχυρισμοί της Καθ΄ης η Αίτηση δεν εξασθενίζουν, κατά την εκτίμηση μου, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Αιτητή σε βαθμό μάλιστα που να οδηγούν στη διαπίστωση μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Όλα όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας εκ μέρους του Αιτητή/Ενάγοντα και, ως εκ τούτου, καθόσον αφορά αυτούς πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου
- Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος.[10] Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.[11] Αποτέλεσε θέση του Αιτητή ότι, εάν αφεθεί η Τράπεζα «να ξεπουλήσει την περιουσία» του, η Αγωγή του «θα καταστεί στην πράξη άνευ αντικειμένου αφού ακόμη και όταν καθοριστεί το νομίμως οφειλόμενο ποσό θα είναι δύσκολο να καθοριστεί η αποζημίωση» που θα πρέπει να του καταβληθεί «λόγω του ξεπουλήματος της περιουσίας» του. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης ακόμα και στην περίπτωση που ο Αιτητής επιτύχει στην Αγωγή του και αποδειχθεί η ύπαρξη υπερχρεώσεων επί των επίδικων λογαριασμών πιστωτικών διευκολύνσεων, τότε η ζημιά η οποία θα υποστεί είναι καθαρά οικονομική, εύκολα υπολογίσιμη και θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων. Και τούτο γιατί οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα, σε ένα μεγάλο μέρος, εστιάζονται σε υπερβολικές και/ή καταχρηστικές και/ή παράνομες χρεώσεις των λογαριασμών των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων[12]. Όπως προκύπτει από τα όσα ο ίδιος ο Ενάγων αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση του, η ύπαρξη οφειλόμενου προς την Εναγόμενη ποσού είναι δεδομένη. Η διαφωνία του Ενάγοντα έγκειται, βασικά, στο ύψος αυτής της οφειλής. Αυτό φαίνεται να αναγνωρίζεται, επομένως, και από την ίδια την πλευρά του Ενάγοντα με βάση συγκεκριμένες αναφορές που γίνονται στην ένορκη δήλωση του. Σχετικές είναι, επί του προκειμένου, οι πιο κάτω αναφορές από τις παραγράφους 18 και 28 της Ένορκης Δήλωσης του, όπως εκτίθενται κατωτέρω: Παράγραφος 18 « ...Είναι σημαντικό να δικαστεί η παρούσα αγωγή για να διαφανεί το νόμιμο ποσό που οφείλω στην Τράπεζα. Το ποσό αυτό, θα εξοφληθεί με την πώληση κάποιων από τα υποθηκευμένα ακίνητα στην πραγματική τους αξία. Εάν όλα μου τα ακίνητα πωληθούν τώρα με τη διαδικασία που επέλεξε η Εναγόμενη, σίγουρα η τιμή τους θα είναι εξευτελιστικά χαμηλή και όχι μόνο θα χάσω την περιουσία μου αλλά δεν θα έχω και τρόπο για να πληρώσω στο τέλος της ημέρας το ποσό που νόμιμα χρωστώ .». Παράγραφος 28 «...Από τα γεγονότα της υπόθεσης, είμαι πεπεισμένος ότι το οφειλόμενο ποσό των λογαριασμών μου, είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό που διεκδικεί η Τράπεζα. Αν η Τράπεζα αφεθεί να ξεπουλήσει την περιουσία μου, η αγωγή μου θα καταστεί στην πράξη άνευ αντικειμένου, αφού ακόμη και όταν καθοριστεί το νομίμως οφειλόμενο ποσό, θα είναι δύσκολο να καθοριστεί η αποζημίωση που θα πρέπει να μου καταβληθεί λόγω του ξεπουλήματος της περιουσίας.» Έπειτα σε περίπτωση επιτυχίας του Ενάγοντα στις θέσεις του, ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι εξυπαρχής άκυρες ή ακυρώσιμες κατ΄ εκλογή του, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι αυτός έχει λάβει το ποσό του κεφαλαίου του επίδικου δανείου καθώς και ότι έγινε χρήση του ορίου παρατραβήγματος. Κατά συνέπεια λοιπόν, ακόμη και σε περίπτωση που οι πιο πάνω θέσεις του Ενάγοντα γίνουν αποδεκτές, εγείρεται ζήτημα υποχρέωσης αποκατάστασης του οφέλους που έχει προσποριστεί[13]. Αυτό φαίνεται να αναγνωρίζεται και από την ίδια την πλευρά του Ενάγοντα εφόσον με τις αξιώσεις του στην Έκθεση Απαίτησης ζητεί την «επιστροφή προς τον Ενάγοντα οποιουδήποτε ποσού καταβλήθηκε από αυτόν στην Εναγόμενη πλην του κεφαλαίου και των τόκων που συμφωνήθηκαν με βάση τις αρχικές συμφωνίες» καθώς και «εύλογο χρόνο για την εξόφληση του πιο πάνω και/ή νόμιμου χρεωστικού υπολοίπου» [δέστε Αιτητικά υπό στοιχεία (Ε) και (Ιδ)]. Σχετική είναι, επίσης, η αξίωση του υπό στοιχείο (Ια) με την οποία επιζητεί Διάταγμα για αντιλογισμό και/ή διόρθωση του λογαριασμού και/ή του χρεωστικού υπολοίπου των πιο πάνω λογαριασμών βάσει των όρων της δανειακής σύμβασης, με τα ποσά που καταβλήθηκαν από τον ενάγοντα στην Εναγόμενη πλην του κεφαλαίου και των τόκων που συμφωνήθηκαν με βάση τις αρχικές συμφωνίες. Ως εκ τούτου είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αν ο Ενάγοντας επιτύχει την Αγωγή του θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι δεν έχει προβληθεί η θέση από τους Αιτητές ότι η οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση/Εναγόμενης είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν Απόφαση υπέρ του και ότι η Καθ΄ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα. Αντίθετα, η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι αποτελεί ένα καθόλα φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα, κάτι που η πλευρά του Αιτητή δεν έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο, με συνεπακόλουθο να υφίσταται οικονομική δυνατότητα αποζημίωσης του Αιτητή στην περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής του. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή ο Αιτητής χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο, στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα λήγει εκεί χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για την μη έκδοση του[14]. Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι, συνεπώς, η κατάληξη μου ότι ο Αιτητής απέτυχε να στοιχειοθετήσει την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60. Συνεπακόλουθα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται και το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα ακυρώνεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Καθ΄ης η Αίτηση δικαιούται στα έξοδα της. Ο Αιτητής να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολά κη ν. Στυλι ανί δη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπ ρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6]
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα (30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. [7] Δέστε Zαχαρία v. Κυπριακή Δημοκρατία
(2011)3 Α.Α.Δ. 293. [8] Δέστε Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980. [9] Δέστε Τουβλοποιεία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ v. Ουστά (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 262. [10] Δέστε Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. [11] Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ.
- [12] Δέστε παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης: · «κατά το χρόνο υπογραφής της τροποποιητικής συμφωνίας η εναγόμενη παράνομα καταχρηστικά και ετσιθελικά μετέβαλε τον τρόπο τιμολόγησης του δανείου, διαμορφώνοντας το σε βασικό επιτόκιο που ανήρχετο σε 5.75%, πλέον περιθώριο κέρδους 1.50%, σύνολο 7.25%». · Ο ενάγοντας αναφέρει ότι η εναγόμενη, καταχρηστικά και/ή ετσιθελικά και/ή κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, καθόλη την διάρκεια λειτουργίας του πιο πάνω λογαριασμού δανείου, το χρέωνε με αυξημένο επιτόκιο και/ή επέβαλλε διάφορες υπερχρεώσεις και/ή παράνομες χρώσεις.» Δέστε παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης: · Κατά ή περί την 26/06/2012, η εναγόμενη εξανάγκασε τον ενάγοντα να υπογράψει τροποποιητική συμφωνία, όπως αναλυτικά θα αναφερθεί πιο κάτω, με την οποία αύξησε το βασικό της επιτόκιο σε 5.75% και το περιθώριο της σε 1.50%, σύνολο 7.25% · Ο ενάγοντας αναφέρει ότι η εναγόμενη, καταχρηστικά και/ή ετσιθελικά και/ή κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, καθόλη την διάρκεια λειτουργίας του πιο πάνω λογαριασμού δανείου, το χρέωνε με αυξημένο επιτόκιο και/ή επέβαλλε διάφορες υπερχρεώσεις και/ή άλλες παράνομες χρώσεις.» Δέστε παράγραφο 14 της Έκθεσης Απαίτησης: «Αναφέρει επίσης ότι από τον χρόνο συνομολόγησης των πιο πάνω συμφωνιών μέχρι και σήμερα, η εναγόμενη τον χρέωνε με αυξημένο επιτόκιο, παραλείποντας να ακολουθήσει την πορεία του συμφωνηθέντος και/ή του βασικού επιτοκίου της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας και/ή το συμφωνηθέν περιθώριο κέρδους». [13] Δέστε Άρθρα 64 και 65 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [14] Δέστε Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο