P.L. Bonanza Estates Limited ν. Σεβαστού, Αρ. Αγωγής: 2883/14, 14/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 2883/14 Μεταξύ: P.L. Bonanza Estates Limited Ενάγουσας και XXXXX Σεβαστού, Εναγόμενου Αίτηση ημερ. 26/9/2018 για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Hμερ.: 14 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Εναγόμενο: κα Ε. Κινοσίδου για Ανδρέας Χρ. Ευτυχίου και Κύπρος Ανδρέου. Για Καθ΄ης η Αίτηση/Ενάγουσα: Δρ. Α. Ποιητής για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Επιζητούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση επιζητείται από τον Εναγόμενο/Αιτητή η έκδοση Διατάγματος για τροποποίηση της Υπεράσπισης με την προσθήκη νέας παραγράφου μετά την παράγραφο 9 της Υπεράσπισης κατά τον τρόπο που εξειδικεύεται στις παραγράφους (Α), (Β), (Γ), (Δ), και (Ε) των αιτητικών ως ακολούθως: « (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου για άδεια τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη της πιο κάτω παραγράφου και υποπαραγράφους αυτής μετά την παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης. 10 A
(1)Περαιτέρω και άνευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρισμών του Εναγομένου και/ή διαζευκτικά ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι μετά που διορίστηκε εκτελεστής της διαθήκης του πιο πάνω αποθανόντα και ανέλαβε την υπεράσπιση της παρούσας αγωγής, κατά την προετοιμασία της διαπίστωσε ότι σύμφωνα με το Πολεοδομικό Σχέδιο της περιοχής που βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα όπως εκπονήθηκε από την Αρμόδια Αρχή δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας και/ή Κανονισμούς και /ή Δημόσιας Πολιτικής, τα επίδικα ακίνητα εμπίπτουν στη Ζώνη Πα 6 που επιτρέπει Συντελεστή Δόμησης 1.80, Κάλυψη : 70%, Ορόφοι: 3, Υψος 10 μέτρα. Περαιτέρω τα επίδικα ακίνητα σύμφωνα με τη σχετική Νομοθεσία και/ή Κανονισμούς λόγω της περιοχής που βρίσκονται υπάγονται σε ειδικού χαρακτήρα κατηγορίας και απαιτείται έγκριση του Τμήματος Αρχαιοτήτων ή Αρμόδιας. Αρχής για την ανέγερση οικοδομής και πως θα είναι ο χαρακτήρας της.
(2)Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η οικοδομή η οποία προβλέπεται να ανεγερθεί στα επίδικα ακίνητα του πιο πάνω αποθανόντα, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, δεν δύναται να ανεγερθεί διότι απαγορεύεται η ανέγερση της και/ή προσκρούει και/ή είναι αντίθετη και/ή παραβιάζει τις πρόνοιες του πιο πάνω Πολεοδομικού Σχεδίου και/ή της σχετικής Νομοθεσίας και/ή Κανονισμούς ως ακίνητα που υπάγονται οε ειδικού χαρακτήρα κατηγορία ως πιο πάνω αναφέρεται.
(3)Επίσης ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο σκοπός για τον οποίο έγινε η επίδικη συμφωνία για τους πιο πάνω λόγους ματαιώθηκε και/ή κατέστη αδύνατος να πραγματοποιηθεί και/ή δεν δύναται να εκτελεστεί και κατά συνέπεια η επίδικη συμφωνία κατέστη παράνομη και άκυρη και/ή παράνομη και άκυρη εξ υπαρχής και οι αξιοΰμενες θεραπείες των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή κατέστησαν αβάσιμες, ανυπόστατες και/ή χωρίς οποιοδήποτε νομικό έρεισμα και/η βάση και/ή αγώγιμο δικαίωμα.
(4)Το πιο πάνω γεγονός ο πιο πάνω αποθανόντας δεν γνώριζε κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας διότι βασίστηκε στην σημαντική πείρα που γνώριζε ότι είχαν οι Ενάγοντες στην ανάπτυξη γης και εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και εμπιστεύτηκε εξ ολοκλήρου τη μελέτη, σχεδίασμά εκπόνηση των αρχιτεκτονικών και συναφών σχεδίων και εξασφάλιση της σχετικής Πολεοδομικής Άδειας και άδειας οικοδομής για την κατασκευή της οικοδομής που θα αναγειρόταν στα επίδικα ακίνητα στους Ενάγοντες.
(5)Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω οι Ενάγοντες κατέχουν τα επίδικα ακίνητα που ανήκουν στην περιουσία του πιο πάνω αποθανόντα παράνομα και/ή ως παράνομα επεμβαίνοντες και παρεμβαίνοντες σ' αυτά και εκμεταλλεύονται και/ή χρησιμοποιούν αυτά δια της ενοικίασης ως χώρο στάθμευσης οχημάτων κερδίζοντας ποσό περίπου €2000 το μήνα ποσό που επικαρπούτο ο πιο πάνω αποθανόντας με την εκμετάλλευση και/ή χρήση αυτών ως χώρο στάθμευσης οχημάτων μέχρι την 1/9/14 που παραχώρησε την κατοχή αυτών στους Ενάγοντες δυνάμει της επίδικης συμφωνίας.
(6)Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι σαν αποτέλεσμα της παράνομης κατοχής και/ή επέμβασης και/ή παρέμβασης επί των επιδίκων ακινήτων από τους Ενάγοντες,η περιουσία του πιο πάνω αποθανόντα υπέστηκε και/ή υφίσταται ζημιά και/ή απώλεια περίπου €2000 το μήνα από 1/9/14 μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής αυτών στον Εναγόμενο ως πιο πάνω αναφέρεται από τους Ενάγοντες.
(7)Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δικαιούται την επιστροφή της κατοχής των επίδικων ακινήτων σ' αυτό και πληρωμή αποζημιώσεων €2000 μηνιαίως περίπου ως ζημιά και/ή απώλεια ως πιο πάνω αναφέρεται. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου για άδεια τροποποίησης της Ανταπαίτησης με την προσθήκη της φράσης από τον πιο πάνω αποθανόντα και/ή νια το λόγο ότι η επίδικη συμφωνία κατέστη άκυρη και παράνομη και/ή άκυρη και παράνομη εξ αρχής ως αναφέρεται στην παράγραφο 10 Α
(1)
(2)
(3)
(4)
(5)
(6)
(7)πιο πάνω στην παράγραφο 13 στη δεύτερη γραμμή μετά τη λέξη πάνω. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου για άδεια τροποποίησης της παραγράφου 14 (Α) της Ανταπαίτησης με την κατάργηση της τελείας στο τέλος της πέμπτης γραμμής και προσθήκη της φράσης και/ή λόγω του ότι κατέστη άκυρη και παράνομη εξ αρχής ως αναφέρεται στην παράγραφο 10 (Α)
(1)(2}(3}
(4)
(5)
(6)
(7)πιο πάνω. (Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου για άδεια τροποποίησης της παραγράφου 14(Β) της Ανταπαίτησης με τη διαγραφή της φράσης που αρχίζει με τη λέξη συμφωνία στη πρώτη γραμμή και λήγει μέχρι το τέλος της δεύτερης γραμμής και της προσθήκης στη θέση αυτής της φράσης της επίδικης συμφωνίας ως αναφέρεται στη παράγραφο 14(Α) πιο πάνω. (Ε) Διάταγμα του Δικαστηρίου για άδεια τροποποίησης της παραγράφου 14 (Δ) της Ανταπαίτησης με την κατάργηση της τελείας στο τέλος της τελευταίας γραμμής και προσθήκη μετά το τέλος αυτής της φράσης και των παραγράφων 10(Α)
(1)(2}(3}
(4)
(5)
(6)
(7)και 13
(1)
(2)πιο πάνω (ΣΤ) Διάταγμα και/ή άδεια που να διατάσσεται και/ή επιτρέπεται η καταχώρηση των πιο πάνω τροποποιήσεων εντός 30 ημερών ή οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο ήθελε κρίνει το Δικαστήριο από τη σύνταξη του Διατάγματος τροποποίησης». Νομική βάση της Αίτησης είναι η Δ.25, θθ.1-5 Δ.19, θ.14 και Δ.48, θθ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ένορκη Δήλωση XXXXX Ανδρέου Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Ανδρέου, Εναγόμενου υπό την ιδιότητα του εκτελεστή της Διαθήκης και Διαχειριστή της περιουσίας του Εμμανουήλ Σεβαστού. Σε αυτή προβάλλονται, βασικά, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: ■ Στις 6/3/2017 στην Αίτηση αρ. 34/17 Ε. Δ. Λάρνακας δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου επικυρώθηκε η Διαθήκη του πιο πάνω αποθανόντα ημερ. 22/9/16 και ως κατονομαζόμενος εκτελεστής της Διαθήκης και Διαχειριστής της περιουσίας του διορίστηκε ο ομνύοντας . ■ Όταν ο ομνύων διορίστηκε εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντα εκκρεμούσε η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ενώπιον του Ε.Δ. Λάρνακας αναφορικά με την οποία οι Ενάγοντες προέβησαν στις 20/7/17 σε τροποποίηση του τίτλου και ο ομνύων προέβη στις 6/10/17 σε καταχώρηση τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ενώ οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 22/11/17 Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. ■ Κατά την προετοιμασία της Υπεράσπισης της Αγωγής ο ομνύων διαπίστωσε ότι τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται σε περιοχή όπου το σχετικό Πολεοδομικό Σχέδιο που εκπονήθηκε από την Αρμόδια Αρχή δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας και/ή Κανονισμούς και/ή Δήλωση Πολιτικής εντάσσει τα ακίνητα στη Ζώνη Πα6, Συντελεστής Δόμησης 1.80, Κάλυψη 70% όροφοι 3, Ύψος 10 μέτρα και, περαιτέρω, βρίσκεται σε ειδικού χαρακτήρα περιοχή και για την ανέγερση της οικοδομής και του χαρακτήρα ανέγερσης της απαιτείται έγκριση από το Τμήμα Αρχαιοτήτων ή Αρμόδιας Αρχής. ■ Η προβλεπόμενη οικοδομή πέντε ορόφων που προβλέπεται να ανεγερθεί από τους Ενάγοντες στα επίδικα ακίνητα την κατοχή των οποίων ανέλαβαν οι Ενάγοντες δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δεν δύναται να κατασκευαστεί γιατί προσκρούει στο πιο πάνω Πολεοδομικό Σχέδιο και περαιτέρω λόγω του ότι τα εν λόγω ακίνητα σύμφωνα με τη σχετική Νομοθεσία και/ή Κανονισμούς υπάγονται σε ειδικού χαρακτήρα κατηγορία και απαιτείται έγκριση του Τμήματος Αρχαιοτήτων και/ή Αρμόδιας Αρχής. ■ Για τους πιο πάνω λόγους η επίδικη συμφωνία ματαιώθηκε, κατέστη αδύνατο να πραγματοποιηθεί και συνεπώς καθίσταται παράνομη εξυπαρχής και άκυρη και ως αποτέλεσμα οι αξιούμενες στην παρούσα Αγωγή θεραπείες είναι αβάσιμες, ανυπόστατες, χωρίς νομικό έρεισμα και νομική βάση. ■ Ο πιο πάνω αποθανόντας δεν γνώριζε το πιο πάνω γεγονός κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας διότι βασίστηκε στην πείρα που γνώριζε ότι οι Ενάγοντες είχαν στην ανάπτυξη γης και εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και εμπιστεύτηκε σε αυτούς εξολοκλήρου τη μελέτη, σχεδιασμό, εκπόνηση αρχιτεκτονικών και συναφών σχεδίων και εξασφάλιση Πολεοδομικής Άδειας και Άδειας οικοδομής που θα ανεγειρόταν στα επίδικα ακίνητα. ■ Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω οι Ενάγοντες κατέχουν τα επίδικα ακίνητα που ανήκουν στην περιουσία του πιο πάνω αποθανόντα και την κατοχή των οποίων τους παρέδωσε την 1/9/14 δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, παράνομα και παράνομα επεμβαίνουν σε αυτά. Οι ενάγοντες τα εκμεταλλεύονται ως χώρο στάθμευσης οχημάτων κερδίζοντας ποσό περίπου €2000 μηνιαίως, ποσό που ο αποθανόντας επικαρπούτο πριν την παράδοση των επιδίκων ακινήτων δυνάμει της επίδικης συμφωνίας με την ενοικίαση τους ως χώρου στάθμευσης και τώρα υφίσταται ζημιά . Ο ομνύοντας εκφράζει την θέση ότι η Υπεράσπιση της παρανομίας της επίδικης συμφωνίας πρέπει να εγερθεί ρητά στην Υπεράσπιση για να εξεταστεί από το Δικαστήριο εφόσον δεν προκύπτει από την δικογραφία. Επίσης διατυπώνει την πεποίθηση ότι η έγερση της υπεράσπισης της παρανομίας της επίδικης σύμβασης είναι θέμα σημαντικό που θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Επισημαίνει δε ότι δεν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης ενώ διατυπώνει τη θέση ότι οι Εναγόντες δεν θα υποστούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις στο χειρισμό της Αγωγής που να μην μπορούν να θεραπευτούν με την πληρωμή των εξόδων. Ένσταση και Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια νομική βάση όπως και η Αίτηση. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Δεν δίδεται οποιοσδήποτε λόγος για την καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης. · Τα γεγονότα τα οποία προσπαθεί ο Εναγόμενος/Αιτητής να εισάξει προϋπήρχαν της παρούσας Αίτησης η δε Υπεράσπιση είχε γίνει από έμπειρο Δικηγόρο ο οποίος εχειρίζετο την υπόθεση από το 2014. · Η αλλαγή των γεγονότων τροποποιεί πλήρως τη γραμμή της υπεράσπισης. · Η καθυστέρηση και η εισαγωγή νέας φύσης υπεράσπισης είναι πλήρως αδικαιολόγητη. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Κονναρή, υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων, στην οποία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι Ένστασης. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση Αίτηση έχει ως κύρια βάση της την Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties." Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως: p Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1] p Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] p Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. p Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα. p Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.[3] p Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται[5]. p Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6]. p Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] p Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη. p Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 Α.Α.Δ. 111. Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στη σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): "The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81)." Εξέταση Θεμάτων που Εγείρονται Ενόψει των πιο πάνω και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την Αίτηση και την Ένσταση αλλά και τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως αναπτύχθηκαν με τις αγορεύσεις τους, προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση δύο ουσιαστικά ζητήματα: Πρώτον κατά πόσον οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εισάγουν νέα επίδικα θέματα ή οδηγούν στον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς οι Ενάγοντες. Δεύτερον κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος τροποποίησης λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα και τη σημειωθείσα στην υπόθεση καθυστέρηση. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα που εγείρεται κρίνεται σκόπιμη η παράθεση εν συνόψει των θέσεων που οι διάδικοι προβάλλουν στα δικόγραφα που έχουν καταχωρήσει. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα Εταιρεία, δυνάμει Συμφωνίας ημερ. 15/7/2014, αγόρασε από τον Εναγόμενο ιδιοκτήτη τους τρία όμορα κτήματα στη Λάρνακα. Η Συμφωνία ήταν με όρους αντιπαροχής. Η Ενάγουσα ανέλαβε να ανεγείρει στα κτήματα με δικά της έξοδα κτίριο, μετά την ολοκλήρωση του οποίου ένα κατάστημα, έξι διαμερίσματα, μια αποθήκη και τέσσερεις χώροι στάθμευσης θα ανήκαν στον Εναγόμενο. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ανέλαβε να καταβάλει στον Εναγόμενο πρόσθετο ποσό €50.000 με μηνιαίες δόσεις εκ €2.000 από την ημέρα της παράδοσης ελεύθερης κατοχής των κτημάτων. Ο Εναγόμενος όφειλε να παραδώσει στην Ενάγουσα ελεύθερη κατοχή των κτημάτων την 1/9/2014 και να μεταβιβάσει τα 5/100 μερίδια των κτημάτων στην Ενάγουσα εντός 15 ημερών από της Συμφωνίας. Η Συμφωνία περιέχει και άλλους όρους που αφορούν σε μεταγενέστερα στάδια και δεν χρειάζεται να απασχολήσουν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Σύμφωνα πάντα με την Έκθεση Απαίτησης η Συμφωνία κατατέθηκε για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης ενώ ο Εναγόμενος την 1/9/2014 παρέδωσε την κατοχή των κτημάτων στην Ενάγουσα. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι μετά την 1/9/2014 ο Εναγόμενος άρχισε να την ενοχλεί και να επεμβαίνει στα κτήματα παράνομα προσπαθώντας να τους αποβάλει από αυτά. Η Ενάγουσα ενώ με επιστολή των δικηγόρων της κάλεσε τον Εναγόμενο να την πληροφορήσει πότε θα διενεργείτο η μεταβίβαση των 5/100 μεριδίων των κτημάτων στην Ενάγουσα επισημαίνοντας την υποχρέωση του να τα είχε ήδη μεταβιβάσει, ο Εναγόμενος παρέλειψε να το πράξει. Ούτε προσήρθε στα γραφεία της Ενάγουσας για να υπογράψει τα απαραίτητα έγγραφα και αιτήσεις για εξασφάλιση των αδειών καθώς και για να παραλάβει τις €2.
- Η Ενάγουσα με επιστολές των δικηγόρων της κάλεσε τον Εναγόμενο να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο Λάρνακας για να της μεταβιβάσει τα 5/100 μερίδια των κτημάτων στις 18/11/2014 και 28/11/2014 αντίστοιχα αλλά ο Εναγόμενος αμέλησε. Με την Αγωγή αξιώνονται αποζημιώσεις για ζημιά «. η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €809.000-, που είναι η αξία των διαμερισμάτων που θα ανελάμβαναν μείον το κόστος ανέγερσης της οικοδομής που ανέρχεται σε €550.000-, ήτοι €259.000-». Αξιώνεται, ακόμα, Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια των 65/100 μεριδίων των κτημάτων και διάταγμα που να διατάσσει τη μεταβίβαση τους σε αυτή. Στην Υπεράσπιση που καταχώρησε ο Εναγόμενος προέβαλε τη θέση ότι η επίδικη Συμφωνία συνομολογήθηκε με την Ενάγουσα κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων της Ενάγουσας ότι η αγοραία αξία των επίδικων ακινήτων του ήταν €586.000 ενώ η εν λόγω αγοραία αξία, όπως την πληροφορήθηκε από το Κτηματολόγιο τον Οκτώβρη του 2014, ήταν πέραν των €980.
- Ως αποτέλεσμα τούτου ισχυρίζεται ότι πληροφόρησε την Ενάγουσα και τον Διευθυντή της ότι ακύρωσε την επίδικη Συμφωνία λόγου δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων σε βάρος του καλώντας την παράλληλα να μην επεμβαίνει στα κτήματα του. Μέσω δε της Ανταπαίτησης του επιδιώκει την έκδοση Δηλωτικής Απόφασης ότι η επίδικη Συμφωνία ημερ.15/7/14 είναι άκυρη και/ή χωρίς οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα λόγω δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Επιζητεί επιπλέον Διάταγμα για παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής των επίδικων οικοπέδων καθώς και την επιδίκαση υπό μορφή ειδικών ζημιών την πληρωμή ποσού €2000 μηνιαίως από 1/9/2014 μέχρι την παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής . Σε σχέση με το πρώτο επισημαίνω ευθύς εξ αρχής ότι με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών που διευρύνουν την Υπεράσπιση του Εναγόμενου και αφορούν στην εξυπαρχής ακυρότητα της επίδικης Συμφωνίας στη βάση του ότι ο σκοπός για τον οποίο έγινε ματαιώθηκε και/ή κατέστη αδύνατος και/ή δεν δύναται να εκτελεστεί. Και τούτο εφόσον, με βάση τους ισχυρισμούς που ο Εναγόμενος προβάλλει, η οικοδομή που προβλέπετο δυνάμει της επίδικης Συμφωνίας να γίνει δεν μπορεί να ανεγερθεί διότι προσκρούει και/ή είναι αντίθετη και/ή παραβιάζει τις πρόνοιες του Πολεοδομικού Σχεδίου και/ή της σχετικής Νομοθεσίας και/ή Κανονισμούς ως ακίνητα που υπάγονται οε ειδικού χαρακτήρα κατηγορία για τα οποία απαιτείται έγκριση του Τμήματος Αρχαιοτήτων ή Αρμόδιας Αρχής. Εκείνο που επιχειρείται, όπως διαπιστώνεται από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, είναι η εισαγωγή μιας νέας διευρυμένης βάσης Υπεράσπισης με την εισαγωγή και/ή προσθήκη νέα βάσης υπεράσπισης, ήτοι αυτή που αφορά σε παρανομία λόγω του ότι η επίδικη Συμφωνία κατέστη αδύνατο να εκτελεστεί και/ή πραγματοποιηθεί. Επισημαίνεται ειρήσθω εν παρόδω ότι η πάγια νομολογία μας επιτρέπει τη δικογράφηση και προώθηση διαζευκτικών νομικών ισχυρισμών. Εν προκειμένω η πλευρά του Εναγόμενου επικαλείται τις πρόνοιες του Άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 όπου διαλαμβάνεται ότι κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη. Η εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης αλλά αποτελεί στοιχείο και/ή παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία σε πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 όπου είχε εγερθεί ως λόγος έφεσης ότι δεν θα έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να επιτρέψει την τροποποίηση Υπεράσπισης εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Παρατίθεται κατωτέρω η σχετική περικοπή: «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707)». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι σημαντικό δε να επισημάνουμε το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται τέτοιας φύσεως αίτημα για διεύρυνση της βάσης της Υπεράσπισης και για προσθήκη Ανταπαίτησης. Στην προκείμενη περίπτωση βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια της υπόθεσης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την προσκόμιση μαρτυρίας. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1958 στη σελ. 624 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο "Amendment by Either Party of his own Pleading": "Before the Hearing. - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position that he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v.North Metropolitan Tramways Co. 16 Q.B.D 556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs (see (n.) "Costs no remedy", infra). Thus, a plaintiff will be allowed to amend by adding a claim for special damage when proof of special damage is essential to the cause of action (Weldon v. Neal, 19 Q.B.D., 394) or to add a new claim which is "so germance to, and so connected with the original cause of action, that it would be a denial of justice" if leave to add it where refused (Att. Gen. v. West Hame Corporation)
(1910), 74 J.P. 196, C.A.). A plaintiff may add a new cause of action, the defendant a new defence. There will be difficulty, however, where there is ground for believing that the application is not made in good faith. Thus, if either party seeks to amend his pleading, by introducing for the first time allegations of fraud, etc., the Court will ask why this new case was not presented originally; and may require to be satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment (Lawrance v. Norreys, 39 Ch. D. 213; see judgment of Stirling, J., p. 221, and of Bowen, L. J. p. 235)". (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χωρίς αμφιβολία τα επίδικα θέματα διευρύνονται αλλά, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία ακόμη δεν άρχισε, κρίνω ότι αυτό δεν πρέπει να επενεργήσει εναντίον των Αιτητή/Εναγόμενου. Ως αποτέλεσμα δεν μπορεί να τίθεται θέμα εκτροχιασμού της πορείας της υπόθεσης όταν τροποποιήσεις αυτής της φύσεως επιζητούνται σ' ένα τέτοιο πρώιμο στάδιο. Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Μένει να εξετασθεί το αποδεικτικό βάρος που φέρει ο Εναγόμενος/Αιτητής ένεκα του καθυστερημένου σταδίου υποβολής του αιτήματος του. Ως αιτιολογία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά την προετοιμασία της Υπεράσπισης της Αγωγής ο ομνύων, Εκτελεστής της Διαθήκης της περιουσίας του αποβιώσαντα Εμμανουήλ Σεβαστού, διαπίστωσε τα σχετικά γεγονότα που, κατά τη θέση του, καθιστούν την επίδικη Συμφωνία εξυπαρχής άκυρη και/ή την ματαιώνουν και τα οποία (γεγονότα) ο αποθανόντας δεν γνώριζε κατά το στάδιο σύναψης της επίδικης Συμφωνίας. Σ' ό,τι αφορά το χρόνο υποβολής μιας αίτησης για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Έχει δε κατ' επανάληψη τονιστεί ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποίηση στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα[9]. Μια δε καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[10]. Ο λόγος της καθυστέρησης, επομένως, δεν συνιστά πάντοτε αιτία απόρριψης της αίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ανάλογα με το υπάρχον υλικό ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς. Το γεγονός της καθυστέρησης, διευκρινίζω, δεν εξισούται κατ΄ ανάγκη με κακή πίστη. Όμως η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που προβλέπει το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος αποκλείεται από του να εγείρει αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο διότι η γενικότερη αρχή είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του πριν την έκδοση της τελικής απόφασης[11]. Όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece κ.ά v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι «το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου «σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου πάνω στο οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να στοιχειοθετηθεί με την κατάλληλη μαρτυρία, η εκδοχή των εφεσειόντων». Ακόμη, διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καν ξεκινήσει και, άρα, βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια και δεν βλέπω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των Εναγομένων που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Συγκεκριμένα, εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίστανται σε αυτό το στάδιο οι Ενάγοντες, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. Από την άλλη, η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης της Υπεράσπισης θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα επίδικα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του Εναγόμενου/Αιτητή. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η Αίτηση, ήτοι ως οι παραγράφοι (Α), (Β), (Γ), (Δ), και (Ε) αυτής. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθούν σε 15 μέρες από της σύνταξης του παρόντος Διατάγματος και Απάντηση και Υπεράσπιση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση σε 15 ημέρες μετά την επίδοση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Δύο λόγια για τα έξοδα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις για τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός, αλλά αντίθετα ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Τούτο προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μέσα από την ανάγνωση της Δ.25, θ.θ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην παρούσα υπόθεση, εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης και της έγκρισης της, και, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση της κατάλληλης διαταγής για τα έξοδα, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς επίσης και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης (costs thrown away) επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση/Ενάγουσας και εναντίον του Αιτητή/Εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και καταβληθούν μετά το πέρας της Αγωγής. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607. [8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [9] Δέστε την Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής:- «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it becomes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done therby can be compensated in money. That principles applies here." [10] Δέστε Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426. [11] Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1985 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων: «General principles for grant of leave to amend. It is a guiding principle of cardinal importance on the question of amendment that, generally speaking, all such amendments ought to be made ´ for the purpose of determining the real question in controversy between the parties to any proceedings or of correcting any defect or error in any proceedings´ (see per Jenkins LJ in G.L. Baker Ltd v. Medway Building & Supplies Ltd
(1958)1 W.L.R. 1216, p.1231;
(1958)3 All E.R. 540 p. 546). It is a well established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach the court not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace.. It seems to be that as such as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right (per Bowen LJ in Cropper v. Smith
(1883)26 Ch. D. 700, pp 710-711, with which observations A.L. Smith LJ expressed ´emphatic agreement´ in Shoe Machinery Co v. Cultan
(1896)1 Ch. 108, p.112)". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο