← Κύπρος

ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ πρώην Εκκλησία ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ν. ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής:1206/2014, 7/1/2019

ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ πρώην Εκκλησία ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ν. ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής:1206/2014, 7/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1206/2014 Μεταξύ:

  1. XXXXX Α. ΚΟΥΜΗΣ, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Λάρνακα
  2. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ άλλως ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ Εναγόντων και
  3. ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΤΔ
  4. XXXXX ΚΑΛΟΥΤΣΙΔΗΣ Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 23/11/2017 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1206/2014 Μεταξύ: ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ πρώην Εκκλησία ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ Εναγόντων και
  5. ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΤΔ
  6. XXXXX ΚΑΛΟΥΤΣΙΔΗΣ
  7. XXXXX ΒΑΣΙΛΑΚΟΣ
  8. XXXXX ΚΟΡΙΑΝΟΓΛΟΥ
  9. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΗ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 13/9/2018 για Τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Hμερ.: 7 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Εναγόμενους 1 και 2: κ. Γ. Λουκαϊδης για Δρ.Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ων η Αίτηση/Ενάγοντες: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή- Αιτούμενη Θεραπεία Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 2 επιδιώκουν την έκδοση Διατάγματος για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους εις τρόπον ώστε να προστεθεί νέα παράγραφος υπό στοιχείο (Α) πριν την παράγραφο 1, η οποία να έχει ως εξής: «Α. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι οι Ενάγοντες είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προχωρήσει η παρούσα αγωγή.» Νομική Βάση Αίτησης Η νομική βάση της Αίτησης εδράζεται στη Δ.25, θ.θ.1-6, Δ.48, θ.θ.1-4, 8 και 9 και Δ.9, θ.θ.1-13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Κατερίνας Κονναρή Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Κονναρή, υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων 1 και 2, στην οποία αναφέρει ότι τελευταίως διαπιστώθηκε ότι οι Ενάγοντες, παρά το ότι θέλουν να παρουσιάζονται ως νομική οντότητα, δεν αποτελούν νομική οντότητα και ότι γι΄ αυτό κρίνεται ορθό και δίκαιο το θέμα τούτο να εκδικαστεί πριν από οποιαδήποτε διαφορά ισχυρίζονται ότι έχουν με τους Εναγόμενους. Αναφέρεται, επίσης, ότι για να ανταποκρίνεται η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση προς τα αληθή γεγονότα χρήζει τροποποίησης με τον τρόπο με τον οποίο επιζητείται μέσω της παρούσας Αίτησης. Εκφράζεται η θέση ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι καλόπιστες και αναγκαίες για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και ότι, σε περίπτωση έγκρισης αυτών, τα συμφέροντα των Εναγομένων ουδόλως θα επηρεαστούν. Ένσταση- Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.19, θ.4, Δ.25, θ.θ.1-5, Δ.48, θ.θ.1-9 και Δ.64, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στο Άρθρο 30 του Συντάγματος. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και καταχρηστική. · Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. · Η Αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα. · Ο Αιτητής επιδιώκει να εισάξει στοιχεία και ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν γνωστοί σε αυτόν σε πολύ προγενέστερο στάδιο. · Η αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζει δυσμενώς τους Ενάγοντες κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. · Η Ένορκη Δήλωση είναι παράτυπη αφού δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης της η Ενόρκως Δηλούσα καθώς και το αν έχει εξουσιοδότηση να προβεί σε αυτή. Ένορκη Δήλωση XXXXX Μορφή Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της XXXXX Μορφή υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: § Οι αναφορές ως προς το χρόνο διαπίστωσης της ισχυριζόμενης ανυπαρξίας νομικής οντότητας στους Ενάγοντες δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντίθετα αντικρούονται από τις γραπτές θέσεις των Αιτητών σε άλλες διαδικασίες. Συγκεκριμένα, στις 29/5/2017 οι Αιτητές καταχώρησαν Ένσταση σε Αίτηση τροποποίησης που υποβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων στην οποία τέθηκε ξεκάθαρα το θέμα αυτό, το οποίο και τέθηκε ξανά με νέα ένσταση των Αιτητών σε άλλη αίτηση τροποποίησης στην οποία εκδόθηκε Απόφαση στις 23/11/
  10. Περαιτέρω, οι Αιτητές ήγειραν την Αγωγή 847/2018 εναντίον των Εναγόντων, γεγονός που τους δημιουργεί, στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει η ομνύουσα, κώλυμα από τη μια σε Αγωγή που είναι Εναγόμενοι να θέτουν αυτό το θέμα και από την άλλη να εγείρουν διαδικασία εναντίον των κατ΄ ισχυρισμό ανύπαρκτων διαδίκων. § Η ίδια θέση τέθηκε και στο πλαίσιο Ένστασης που υποβλήθηκε σε προσωρινό Διάταγμα που εκδόθηκε στην υπόθεση 5557/2017, θέση που και πάλι αποδείχθηκε με Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ημερ. 6/7/
  11. § Στη βάση όλων των πιο πάνω είναι φανερό ότι η γνώση και διαπίστωση των όσων επιδιώκουν να προσθέσουν με την προδικαστική ένσταση ήταν γνωστά στους Αιτητές τουλάχιστον 1½ χρόνο πριν την υποβολή της Αίτησης και καμία δικαιολογία δόθηκε για την καθυστέρηση αυτή η οποία οδηγεί και σε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος των Εναγόντων για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση Αίτηση έχει ως κύρια βάση της την Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties." Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:

(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.[3]
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] Ομως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης[5] (πιο πάνω).
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6].
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Ενόψει των πιο πάνω και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την Αίτηση και την Ένσταση αλλά και τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως αναπτύχθηκαν με τις αγορεύσεις τους, το ερώτημα που προβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση είναι κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος τροποποίησης λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο το αίτημα υποβάλλεται. Στην υπό κρίση Αίτηση δεν εγείρεται ζήτημα σε σχέση με την ουσία και το περιεχόμενο της αιτούμενης τροποποίησης αλλά μόνο σε σχέση με το στάδιο υποβολής της Αίτησης. Αποτέλεσε βασική θέση της πλευράς των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση ότι η υπό κρίση Αίτηση υπεβλήθη πολύ καθυστερημένα και χωρίς βάσιμη δικαιολογία. Γίνεται δε παραπομπή σε ενστάσεις που οι Αιτητές/Εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει σε προγενέστερα χρονικά στάδια σε Αιτήσεις που οι Ενάγοντες είχαν υποβάλει για τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής δια της αντικατάστασης και προσθήκης Εναγόντων όπου οι Εναγόμενοι είχαν εγείρει σε σχέση με τους Ενάγοντες ζήτημα ανυπαρξίας νομικής οντότητας. Ειδικότερα δε θίγουν ζήτημα παρέλευσης χρονικού διαστήματος πέραν του 11/2 έτους από το στάδιο που οι Εναγόμενοι είχαν γνώση των όσων επιδιώκουν να προσθέσουν με την υπό κρίση Αίτηση. Οι Εναγόμενοι δεν φαίνεται να αμφισβητούν την παρέλευση του πιο πάνω χρονικού διαστήματος αφότου είχαν γνώση των σχετικών με την επιδιωκόμενη τροποποίηση γεγονότων. Σ' ό,τι αφορά το χρόνο υποβολής μιας αίτησης για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Έχει δε κατ' επανάληψη τονιστεί ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποίηση στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα[9]. Μια δε καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[10]. Ο λόγος της καθυστέρησης, επομένως, δεν συνιστά πάντοτε αιτία απόρριψης της αίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ανάλογα με το υπάρχον υλικό ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς. Το γεγονός της καθυστέρησης, διευκρινίζω, δεν εξισούται κατ΄ ανάγκη με κακή πίστη. Όμως η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που προβλέπει το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος αποκλείεται από του να εγείρει αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο διότι η γενικότερη αρχή είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του πριν την έκδοση της τελικής απόφασης. Ακόμη, διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καν ξεκινήσει και, άρα, βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια και δεν βλέπω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των Εναγόντων που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Συγκεκριμένα, εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίστανται, σε αυτό το στάδιο, οι Ενάγοντες, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. Από την άλλη, η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα επίδικα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ των Εναγομένων 1 & 2/Αιτητών. Συνεπώς εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης ως η Αίτηση, ήτοι ως η παράγραφος
(1)αυτής. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθούν σε 15 μέρες από της σύνταξης του παρόντος Διατάγματος και Απάντηση και Υπεράσπιση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση σε 15 ημέρες μετά την επίδοση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Δύο λόγια για τα έξοδα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις για τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός, αλλά αντίθετα ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Τούτο προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μέσα από την ανάγνωση της Δ.25, θ.θ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην παρούσα υπόθεση, ενόψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης και της έγκρισης της, και, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση της κατάλληλης διαταγής για τα έξοδα, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς επίσης και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης (costs thrown away) επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών/Εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν δε μετά το πέρας της Αγωγής. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5] «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378. [6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607. [8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [9] Δέστε την αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής:- «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it becomes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done therby can be compensated in money. That principles applies here." [10] Δέστε Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.