← Κύπρος

Παπαδάκη άλλως Λεμέσιου κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 484/2018, 25/1/2019

Παπαδάκη άλλως Λεμέσιου κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 484/2018, 25/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 484/2018

  1. XXXXX Παπαδάκη άλλως XXXXX XXXXX Λεμέσιου, εκ Λάρνακας
  2. XXXXX XXXXX Παπαδάκης, εκ Λάρνακας Εναγόντων και HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόμενη Αίτηση ημερ. 27/12/2018 για Αναστολή Πλειστηριασμού Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Ενάγοντες: Σ. Μαυρομάτης για Μαυρομάτης & Χριστοδουλίδου ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ης η Αίτηση/Εναγόμενη: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή-Αιτούμενες Θεραπείες Με Μονομερή Αίτηση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες/Αιτητές επεδίωξαν την έκδοση των ακόλουθων Διαταγμάτων:
  3. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη να αναστείλει την διαδικασία πλειστηριασμού της ακίνητης περιουσίας των Αιτητών ήτοι του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 8/2X0 , Φ.Σχ 40/6XX2,8 τεμάχιο 2X2 περιοχή Άγιος Νικόλαος στην Λάρνακα και ο οποίος πλειστηριασμός είναι ορισμένος την 29/1/2019 μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου.
  4. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή τους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους αυτής από του να προωθήσουν οποιαδήποτε διαδικασία αναφορικά με τον δημόσιο πλειστηριασμό ημερομηνίας 29/1/2019 της ακίνητης περιουσίας των Αιτητών ήτοι του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 8/2X0 , Φ.Σχ 40/6XX2,8 τεμάχιο 2X2 μερίδιο το όλον στην περιοχή Άγιος Νικόλαος στην Λάρνακα μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της μονομερούς Αίτησης έκρινε ότι δεν πληρείτο ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος για να μπορεί να επιληφθεί της Αίτησης στην απουσία της άλλης πλευράς. Ως εκ τούτου, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, έδωσε οδηγίες προς επίδοση της Αίτησης στην Εναγόμενη/Καθ΄ ης η Αίτηση. Νομική Βάση Αίτησης: Νομική βάση της Αίτησης, μεταξύ άλλων, αποτέλεσαν ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος, τα Άρθρα και 9 του Κεφ.6, το Άρθρο 32 του Ν.14/60, ο περί Τόκων Νόμος 2/77, τα Άρθρα 4, 5 και επόμενα του περί Φιλελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμος 160(Ι)/1999, η Δ.48, θθ.1-4, 8,9, 11-13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι αρχές του Κοινοδικαίου, η νομολογία και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Βασίλειου Παπαδάκη Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 2 ο οποίος είναι σύζυγος της Ενάγουσας
  5. Σε αυτή αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ■ Ο Ενάγων και η σύζυγος του είναι εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες του ακινήτου με αρ. εγγραφής 8/2X0, Φ.Σχ 40/6XX2, τεμάχιο 2X2, μερίδιο το όλον, ενορία Άγιος Νικόλαος Δήμος Λάρνακας. ■ Παρά το γεγονός ότι στον εν λόγω τίτλο ιδιοκτησίας γίνεται αναφορά σε «εγκεκριμένο οικόπεδο» στην πραγματικότητα πρόκειται για την συζυγική κατοικία του ομνύοντα και της συζύγου του Αιτήτριας
  6. Στην εν λόγω κατοικία διαμένουν μαζί με τα 2 ενήλικα παιδιά τους. ■ Στις 21/5/1990 ο ομνύων και η Αιτήτρια 1, σύζυγοι και συνιδιοκτήτες, ενέγραψαν την επίδικη υποθήκη με αρ. Υ 1373/1990 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας επί του υπό αναφορά ακινήτου προς όφελος της τράπεζας Barclays Pic με την οποία είχαμε το εν λόγω χρονικό διάστημα συναλλαγές. ■ Η επίδικη υποθήκη συστάθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την εν λόγω τράπεζα προς τους Αιτητές. ■ Παρά το γεγονός ότι έχουν παρέλθει πέραν των 28 ετών από την ημερομηνία που συστήθηκε η υπό αναφορά υποθήκη εντούτοις μέχρι και σήμερα βαραίνει την ακίνητη τους ιδιοκτησία καίτοι αυτοί αμφισβητούν την εγκυρότητα και ισχύ της. Ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα και ισχύ της εν λόγω υποθήκης είναι επίδικα στην παρούσα Αγωγή. ■ Περί τον μήνα Μάρτιο του έτους 2018 παραλήφθηκε από μέρους των Αιτητών σε σχέση με την υπό αναφορά Υποθήκη, ήτοι την Υ373/1990 η Ειδοποίηση Τύπου «Θ» συνοδευόμενη με την Ειδοποίηση Τύπου «I» και αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού εις το όνομα του ομνύοντα και της Αιτήτριας
  7. ■ Τότε αμέσως αποταθήκαν στους Δικηγόρους τους και πληροφορηθήκαν για την σημασία και την έννοια των ως άνω αναφερομένων Ειδοποιήσεων. ■ Ενόψει τούτου και στη βάση όλων των λοιπών ζητημάτων που τους απασχολούσαν σε σχέση αφενός με την Συμφωνία Δανείου που καταρτίστηκε με την Barclays Bank Plc ως επίσης και το σύνολο των Υποθηκών που σύστησαν και επιβάρυναν το επίδικο ακίνητο τους προς όφελος του υπό αναφορά Τραπεζικού Οργανισμού, αποφάσισαν και προώθησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την Αγωγή με αρ. 484/2018 της οποίας η εκδίκαση εκκρεμεί ακόμη ενώπιον του Δικαστηρίου. ■ Με την ως άνω αναφερόμενη Αγωγή επιδιώκεται Δηλωτική Απόφαση αναφορικά με την ακυρότητα των Συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ της Barclays Bank Plc και των Αιτητών ως πρωτοφειλέτες. Ειδικότερα αξιώνεται Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία δανείου ημερομηνίας 6/10/1998 καταρτίστηκε κατόπιν οικονομικού εξαναγκασμού και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή κατόπιν αθέμιτης επιρροής από τους λειτουργούς της Barclays Bank και, κατ' επέκταση των Καθ' ων η Αίτηση, και διότι καταρτίστηκαν χωρίς να τους επεξηγηθούν οι όροι της Συμφωνίας και χωρίς να τους δοθεί η ευκαιρία να έχουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή καίτοι ήμασταν σύζυγοι. ■ Περαιτέρω, αμφισβητείται η εγκυρότητα και/ή νομιμότητα των όρων των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή των εγγυήσεων και/ή των Συμβάσεων και Δηλώσεων Υποθηκών ως καταχρηστικούς ή και αόριστους ή και παράνομους ή και άκυρους ή και ανεφάρμοστους. ■ Επιπλέον επιδιώκεται η ακύρωση και/ή εξάλειψη της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ. 1373/1990 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας καθότι αυτή εγγράφηκε και/ή καταρτίστηκε κατά παράβαση των επιτακτικών προϋποθέσεων του Νόμου όπως ρητώς αναφέρονται στο άρθρο 21

(1)(γ) του Νόμου 9/
  1. ■ Αμφισβητούνται ακόμη οι χρεώσεις στη βάση του ότι αποτελούν υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς και/ή αυτές είναι παράνομες γεγονός καταλυτικό για την ισχύ της επίδικης Υποθήκης. ■ Μέσω επιδότη αφέθηκαν στις 18/12/18 στο χώρο εργασίας του Αιτητή 2 δύο Ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ οι οποίες η μία απευθύνετο στον Αιτητή 2 και η άλλη στην Αιτήτρια 2 και αφορούσε την πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου στις 29/1/
  2. ■ Το πιο πάνω γεγονός δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση στους Ενάγοντες και αμέσως αποτάθηκαν στους δικηγόρους τους με οδηγίες για έκδοση Διαταγμάτων που να εμποδίζουν την προώθηση της πώλησης της οικίας τους. ■ Οι Καθ΄ων η Αίτηση προωθούν καταχρηστικά τη διαδικασία του δημόσιου πλειστηριασμού στη βάση μιας υποθήκης που καταχωρήθηκε το 1990 και η οποία είχε συσταθεί προς όφελος άλλου τραπεζικού ιδρύματος που εξέλιπε εδώ και πολλά χρόνια και η εναγόμενη εξαγόρασε και/ή ενσωμάτωσε και/ή ανέλαβε τα δικαιώματα , τις υποχρεώσεις και τις εργασίες της. ■ Το Δικαστήριο οφείλει να επέμβει και να ανακόψει την προσπάθεια των Καθ΄ων η Αίτηση να πλήξουν τα συμφέροντα των Αιτητών και να καταστήσουν την Αγωγή άνευ αντικειμένου όταν μάλιστα οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι το επίδικο ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο και απαιτητό από τις 23/6/
  3. Οι Καθ΄ων η Αίτηση επέλεξαν να ακολουθήσουν τη διαδικασία του δημόσιου πλειστηριασμού ώστε να αποφύγουν να απαντήσουν στα ζητήματα που εγείρονται στην Αγωγή και να δώσουν εξηγήσεις γιατί ενώ οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι η οφειλή κατέστη πληρωτέα το έτος 2005 δεν έπραξαν οτιδήποτε και δεν προώθησαν οποιαδήποτε διαδικασία σε βάρος των Αιτητών μέχρι και σήμερα. ■ Είναι πρόδηλο δε ότι οι Καθ΄ών η Αίτηση επιδιώκουν να προωθήσουν τον πλειστηριασμό της κατοικίας των Αιτητών η οποία με βάση την δική τους εκτίμηση έχει αγοραία αξία περίπου στο ποσό των €336.000,00 ενώ αφενός το ποσό της επίδικης υποθήκης αφορά ποσό εκ Λ.Κ. 23.500,00 και αφετέρου το κατ' ισχυρισμό χρέος αφορά ποσό εξ €80.301,62 πλέον έξοδα. ■ Η στάση των Καθ΄ών η αίτηση είναι καταχρηστική και αδικαιολόγητη διότι ουσιαστικά επιδιώκουν να αποξενώσουν τους Αιτητές από την οικογενειακή τους στέγη για ένα κατ' ισχυρισμό χρέος που ανέρχεται στο ποσό των €80.301,00 ως αναφέρεται το οποίο δεν αποδεικνύεται καν ή που εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο πρέπει να ακούσει μαρτυρία για να εξακριβώσει την προέλευση και την νομιμότητα του. ■ Η αποξένωση των Αιτητών από την οικογενειακή τους στέγη το μόνο περιουσιακό τους στοιχείο θα τους οδηγήσει στην οριστική και κοινωνική τους καταστροφή και θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. ■ Από την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων η Εναγόμενη δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά αφού απλώς θα αρθεί και θα απαγορευθεί η εκποίηση της υποθήκης επί της κατοικίας των Αιτητών τη στιγμή που η ίδια η Εναγόμενη δεν προώθησε οποιαδήποτε διαδικασία από το έτος 1990 αλλά και ειδικότερα από το έτος 2005 οπόταν, όπως ισχυρίζεται, το εν λόγω ποσό (και κατ΄ επέκταση η υποθήκη) κατέστη πληρωτέο. Σε καμία δε περίπτωση η όποια κατ΄ ισχυρισμό ζημιά της Εναγόμενης μπορεί να αντισταθμιστεί με την έκδηλη παρανομία που λαμβάνει χώρα αλλά και με την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκληθεί στους Ενάγοντες. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από την Καθ΄ ης η Αίτηση Τράπεζα. Η Ένσταση βασίζεται στα Άρθρα 2, 27, 44 Α - 44 ΙΑΑ του Νόμου 9/65, στα Άρθρα 2, 4 - 9, 16, 22, 23, 26 και 27 του Κεφ.6, στους Κ.Δ.Π. 185/2015, στα Άρθρα 80 και 81 του Κεφ.224, στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακάτοχε, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς 1 -18, στα Άρθρα 16, 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, τον περί Συμβάσεων Νόμο, στα άρθρα 2, 14, 21, 29, 30, 31, 32 και 42 του Νόμου 14/60 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται, βασικά, οι ακόλουθοι: · Η Αίτηση είναι νομικά, δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. · Δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση αυτών. · Η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική. · Η Αίτηση είναι καθυστερημένη. · Καμία ζημιά θα υποστούν οι Αιτητές. · Δεν παρατίθενται στοιχεία και τεκμήρια που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. · Οι Αιτητές προβάλλουν ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς. και απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. · Η Ένορκη Δήλωση είναι παράτυπη και αντικανονική. Ένορκη Δήλωση XXXXX Γεωργιάδου Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της XXXXX Γεωργιάδου, υπαλλήλου της APS Servicing Cyprus Ltd στην οποία μεταφέρθηκε η διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών από την Καθ΄ ης η Αίτηση ανάμεσα στους οποίους είναι και οι λογαριασμοί των Αιτητών. Στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: § Η επίδικη υποθήκη ενεγράφη ως εξασφάλιση υποχρεώσεων των Αιτητών προς την Barclays Bank Plc, τα δικαιώματα των οποίων περιήλθαν νόμιμα και κανονικά στην Καθ΄ ης η Αίτηση. § Υποχρεώσεις που η επίδικη υποθήκη εξασφαλίζει είναι το όριο παρατραβήγματος με αρ.XXXXX50-01 και το δάνειο με αρ.XXXXX50-01, οι οποίες και υφίστανται. Το οφειλόμενο ποσό στις 4/1/2019 για το λογαριασμό με αρ.XXXXX50-01 είναι €62.663,91 συμπεριλαμβανομένων των τόκων μέχρι 3.1.2019 και για το λογαριασμό με αρ.XXXXX50-01 είναι €819,321.
  4. § Ενώ η επίδικη υποθήκη είναι εγγεγραμμένη εδώ και 28 χρόνια και ενώ οι Αιτητές αμφισβητούν, όπως ισχυρίζονται, την εγκυρότητα της, ουδέν έπραξαν παρά μόνο όταν ενοχλήθηκαν με την Ειδοποίηση Τύπου Θ, ημερ. 22/3/2018, οπότε και κατεχώρησαν την παρούσα αγωγή. § Το Μάρτιο του 2018 στάληκαν και παραλήφθηκαν οι επιστολές που αναφέρονται στις Ειδοποιήσεις Τύπου Θ και Τύπου Ι, με τις οποίες ξεκίνησε η διαδικασία πλειστηριασμού. Παρά το ότι οι επίδικες υποθήκες ήταν εγγεγραμμένες από το 1990, ήταν μόνο κατ΄ εκείνο το στάδιο που οι Αιτητές έλαβαν κάποιο μέτρο προς αμφισβήτηση τους, γεγονός που καταδεικνύει ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία. § Οι επίδικες υποθήκες παραχωρήθηκαν με πλήρη γνώση του περιεχομένου και των συνεπειών τους χωρίς να προηγηθεί οποιοσδήποτε εξαναγκασμός και καθ΄ ην στιγμή οι Ενάγοντες ήσαν ενήλικες, με σώας τας φρένας, συνιδιοκτήτες του ακινήτου που επιβαρύνθηκε, καθώς και συνοφειλέτες στις πιστωτικές διευκολύνσεις. § Οι αναφερόμενες στις παραγράφους 16-21 της Ένορκης Δήλωσης της Αίτησης, Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και ΙΒ, που επιδόθηκαν στους Ενάγοντες είναι νομότυπες και κανονικές, η δε εκκρεμότητα της Αγωγής ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα της Εναγόμενης να προωθήσει τη διαδικασία πλειστηριασμού. § Σύμφωνα με πληροφόρηση του ομνύοντα από συνάδελφο του στην υπηρεσία, στις 19/3/2018 και στις 20/4/2018, αυτός είχε τηλεφωνική επικοινωνία και επικοινωνία με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με τους Αιτητές και τα παιδιά τους κατά τη διάρκεια των οποίων του στάληκαν οι συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και χωρίς ποτέ να αμφισβητήσουν τις οφειλές ή τις υποθήκες, συζητείτο τρόπος διευθέτησης των οφειλών με αναδιάρθρωση. Επιπλέον, τον Απρίλιο του 2018 η συνάδελφος του ομνύοντα ενημέρωσε τους Αιτητές ότι ενόψει της μη κατάληξης θα προχωρούσε η διαδικασία πλειστηριασμού και οι Αιτητές ουδέν έπραξαν παρά μόνο το Δεκέμβριο του
  5. Επιπλέον επίσης πέραν των Ειδοποιήσεων του Μάρτη του 2018 οι Αιτητές είχαν οχληθεί επανειλημμένα γραπτώς για τη διευθέτηση των οφειλών τους χωρίς ανταπόκριση αλλά και χωρίς αμφισβήτηση αυτών. § Αν οι Ενάγοντες επιτύχουν στις θέσεις τους στην Αγωγή το θέμα είναι καθαρά χρηματικό και αφορά το ύψος του ποσού και όχι την πώληση ή μη του ενυπόθηκου ακινήτου, η οποία μπορεί να γίνει ανεξαρτήτως εκκρεμότητας αγωγής. Η αξία του ακινήτου το οποίο έχει πολλές υποθήκες, memo και επιβαρύνσεις, ανέρχεται σε ποσό πέριξ των €400.000 και το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε ποσό πέραν των €800.000 ανεξάρτητα αν η υποθήκη Υ1373/90 εξασφαλίζει μικρότερο ποσό. Υπάρχουν διάφορα βάρη στο εν λόγω ακίνητο με τρεις ακόμα υποθήκες των Εναγόμενων και επομένως και ακόμη αν διαφανεί ότι υπάρχει οποιαδήποτε υπερχρέωση καμία ζημιά δεν θα προκληθεί στους Αιτητές αν αφεθεί να προχωρήσει η διαδικασία. Οι Ενάγοντες αν δικαιωθούν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως από την Εναγόμενη Τράπεζα που είναι φερέγγυο πιστωτικό ίδρυμα. § Ο λόγος μη προώθησης της υπόθεσης εναντίον των Εναγόντων ενωρίτερα, εφόσον το ποσό κατέστη οφειλόμενο και απαιτητό από το 2005, ήταν, μεταξύ άλλων, και οι προσπάθειες/συζητήσεις διευθέτησης οι οποίες τελικά φάνηκε το Μάρτιο - Απρίλιο του 2018 ότι δεν είχαν κατάληξη. § Οι Αιτητές είχαν οχληθεί για το χρέος τους το 2005 και το 2017 και τον Απρίλιο του 2018 είχαν ενημερωθεί ότι θα προχωρήσει η διαδικασία πλειστηριασμού. § Καμία ζημία και δη ανεπανόρθωτη μπορεί να προκληθεί αφού πρόκειται για καθαρά χρηματική απαίτηση, η οποία μπορεί να καλυφθεί από την Εναγόμενη που είναι παντελώς φερέγγυα τράπεζα. Σε αντίθετη περίπτωση, η Εναγόμενη θα αποστερηθεί των δικαιωμάτων της χωρίς λόγο, έχοντας υπόψη και το ότι οι Ενάγοντες είναι πτωχεύσαντες που έχουν αποκατασταθεί αυτοδίκαια το 2010, δεν είναι φερέγγυοι και υπάρχει οφειλή πέραν των €800,
  6. Επιπλέον το επίδικο ακινητο δεν είναι η μοναδική περιουσία των Εναγόντων όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Β, όπου φαίνεται ότι η Ενάγουσα 1 είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μεριδίου σε κατοικία Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Eφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι σε τέτοιου είδους Αιτήσεις, όπως η παρούσα, δεν απαιτείται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του[6]. Βασικά εκείνο το οποίο εξετάζεται αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, αν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος που καταχωρήθηκε και με βάση τις θεραπείες που επιζητούνται στην παρούσα υπόθεση επιδιώκεται ο παραμερισμός της Ειδοποίησης Τύπου Ι καθώς και η έκδοση Δηλωτικών Αποφάσεων ότι η Συμφωνία Δανείου ημερ. 6/10/98 καθώς και οι οποιεσδήποτε συμπληρωματικές και/ή μεταγενέστερες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες λόγω κατάρτισης τους κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή οικονομικού εξαναγκασμού και/ή αθέμιτης επιρροής, Δήλωση ότι όροι των Συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και ειδικότερα οι όροι που αφορούν στο επιτόκιο και/ή τον τόκο με τον οποίο θα χρεώνονταν οι επίδικοι λογαριασμοί είναι παράνομοι και/ή άκυροι, Δηλωτική Απόφαση ότι το χρεωστικό υπόλοιπο που αναφέρεται στους επίδικους λογαριασμούς σε σχέση με την επίδικη Συμφωνία είναι λανθασμένο, αυθαίρετο και/ή αποτέλεσμα παρανόμων και/ή αντισυμβατικών χρεοπιστώσεων. Περαιτέρω επιδιώκεται η έκδοση Δηλωτικής Απόφασης ότι η επίδικη Υποθήκη είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ως καταρτισθείσα αντίθετα με τις πρόνοιες του Ν.9/
  2. Συγκεκριμένα προβάλλεται ότι οι Ενάγοντες δεν έτυχαν από την Εναγόμενη πλήρους ενημέρωσης για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και/ή δεν έτυχαν ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και ότι τα επίδικα έγγραφα συμφωνιών αποτελούσαν τυποποιημένα και προκατασκευασμένα έγγραφα συμφωνιών με όρους καθορισμένους από την Τράπεζα τα οποία η Τράπεζα διέθετε για υπογραφή γενικά προς τους πελάτες της και για τα οποία δεν υπήρχε δυνατότητα από τους Ενάγοντες να διαπραγματευθούν. Προβάλλεται, ακόμη, ότι οι όροι των επίδικων συμφωνιών και ειδικότερα αυτοί που αναφέρονται στο επιτόκιο και/ή τον τόκο και τον τρόπο μεταβολής του είναι όροι αντίθετοι με τον Ν. 160(Ι)/
  3. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι, με βάση τις πρόνοιες του Ν.9/65 και ειδικότερα αυτές του Άρθρου 44Β
(3), παρέχεται η δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να προχωρήσει με ένδικα μέσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο, αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος μέρους. Στη βάση όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιείται η εν λόγω προυπόθεση που θέτει το Άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23/3/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Oι Αιτητές ισχυρίζονται ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση προωθούν καταχρηστικά τη διαδικασία του δημόσιου πλειστηριασμού στη βάση μιας υποθήκης που καταχωρήθηκε το 1990 και η οποία είχε συσταθεί προς όφελος άλλου Τραπεζικού ιδρύματος που εξέλιπε εδώ και πολλά χρόνια και η Εναγόμενη εξαγόρασε και/ή ενσωμάτωσε και/ή ανέλαβε τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις εργασίες της. Αμφισβητούν δε την εγκυρότητα της Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 6/10/1998 στη βάση του ότι καταρτίστηκε κατόπιν οικονομικού εξαναγκασμού και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή κατόπιν αθέμιτης επιρροής από τους λειτουργούς της Barclays Bank και, κατ' επέκταση της Καθ' ης η Αίτηση, και διότι καταρτίστηκαν χωρίς να τους επεξηγηθούν οι όροι της Συμφωνίας και χωρίς να τους δοθεί η ευκαιρία να έχουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Περαιτέρω, αμφισβητείται η εγκυρότητα και/ή νομιμότητα των όρων των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή των εγγυήσεων και/ή της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης Υ1373/1990 ως καταχρηστικοί και/ή αόριστοι και/ή παράνομοι και/ή άκυροι και/ή ανεφάρμοστοι. Αμφισβητούνται ακόμη οι χρεώσεις στη βάση του ότι αποτελούν υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς και/ή ότι αυτές είναι παράνομες, γεγονός καταλυτικό για την ισχύ της επίδικης Υποθήκης. Ισχυρίζονται δε ότι κατέβαλαν πολύ σημαντικά ποσά και ότι η Καθ΄ης η Αίτηση προέβαινε έκτοτε σε παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς παρά το γεγονός ότι στον ουσιώδη χρόνο ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος και συνεπώς δεν είχαν το δικαίωμα να λάβουν παρά μόνο το κεφάλαιο και ποσό τόκων ίσο με το κεφάλαιο. Από την άλλη η Εναγόμενη επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο Α Γνωστοποίηση για μεταβίβαση τραπεζικών εργασιών και εξασφαλίσεων αναφορικά με τις εγχώριες εργασίες και επιχείρηση της Τράπεζας Barclays Plc, επισημαίνει εν πρώτοις ότι η επίδικη υποθήκη ενεγράφη ως εξασφάλιση υποχρεώσεων των Αιτητών προς την Barclays Bank Plc, τα δικαιώματα των οποίων περιήλθαν νόμιμα και κανονικά στην Καθ΄ ης η Αίτηση. Ισχυρίζεται δε ότι ενώ η επίδικη υποθήκη είναι εγγεγραμμένη εδώ και 28 χρόνια και ενώ οι Αιτητές αμφισβητούν, όπως ισχυρίζονται, την εγκυρότητα της, ουδέν έπραξαν παρά μόνο όταν οχλήθηκαν με την Ειδοποίηση Τύπου Θ, ημερ. 22/3/2018, οπότε και κατεχώρησαν την παρούσα Αγωγή. Προβάλλεται δε ότι η επίδικη υποθήκη παραχωρήθηκε με πλήρη γνώση του περιεχομένου και των συνεπειών της χωρίς να προηγηθεί οποιοσδήποτε εξαναγκασμός και καθ΄ ην στιγμή οι Ενάγοντες ήσαν ενήλικες, με σώας τας φρένας, συνιδιοκτήτες του ακινήτου που επιβαρύνθηκε, καθώς και συνοφειλέτες στις πιστωτικές διευκολύνσεις. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι ο λόγος της μη προώθησης της υπόθεσης εναντίον των Εναγόντων ενωρίτερα, εφόσον το ποσό κατέστη οφειλόμενο και απαιτητό από το 2005, ήταν, μεταξύ άλλων, και οι προσπάθειες/συζητήσεις διευθέτησης οι οποίες, τελικά, φάνηκε το Μάρτιο - Απρίλιο του 2018 ότι δεν είχαν κατάληξη. Όπως υποστηρίζεται, οι Αιτητές είχαν οχληθεί για το χρέος τους το 2005 και το 2017 και τον Απρίλιο του 2018 είχαν ενημερωθεί ότι θα προχωρήσει η διαδικασία πλειστηριασμού. Απορρίπτει δε τη θέση ότι υπάρχει παρανομία και/ή υπερχρέωση ισχυριζόμενη ότι το ποσό κατέστη και παραμένει οφειλόμενο νόμιμα και κανονικά και ότι ουδέποτε, είτε το χρέος, είτε η εγκυρότητα της υποθήκης, αμφισβητήθηκε από τους Ενάγοντες οι οποίοι συζητούσαν τρόπους αναδιάρθρωσης. Προβάλλει, τέλος, ότι η διαδικασία πλειστηριασμού προωθείται στη βάση του Νόμου και του δικαιώματος που τους παραχωρήθηκε από τους Ενάγοντες στο στάδιο κατάρτισης της επίδικης υποθήκης και συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας[7]. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Το κατά πόσο ευσταθούν οι πιο πάνω θέσεις των Αιτητών δεν είναι επί του παρόντος για να κριθεί. Το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση των Εναγόντων, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Κατά πόσο με τα όσα οι Αιτητές έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Οι ισχυρισμοί της Καθ΄ης η Αίτηση δεν εξασθενίζουν, κατά την εκτίμηση μου, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Αιτητών σε βαθμό μάλιστα που να οδηγούν στη διαπίστωση μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Όλα όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας εκ μέρους των Αιτητών/Εναγόντων 1 και 2 και, ως εκ τούτου, καθόσον αφορά αυτούς πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος.[8] Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.[9] Αποτέλεσε θέση των Αιτητών ότι τυχόν εκποίηση της μόνιμης κατοικίας των Εναγόντων σε αυτό το στάδιο θα καταστήσει την παρούσα Αγωγή ουσιαστικά άνευ αντικειμένου αφού αν κριθεί ότι η επίδικη υποθήκη άκυρη και/ή μη έγκυρη δεν θα υπάρχει θεραπεία αφού η κατοικία θα έχει ήδη πλειστηριασθεί. Σε τέτοια περίπτωση η ζημία των Εναγόντων, όπως αναφέρεται, θα είναι ανεπανόρθωτη τόσο σε οικονομικό αλλά και σε κοινωνικό και ηθικό επίπεδο. Προστίθεται, ακόμη, ότι η επίδραση από τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού στα δικαιώματα των Αιτητών θα είναι μη αναστρέψιμη αφού θα απολέσουν τελεσίδικα την ακίνητη ιδιοκτησία τους ενώ τα συνταγματικά τους δικαιώματα δεν θα είναι αποτιμητά σε χρηματική αποζημίωση. Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μόνιμη κατοικία τους δεν θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι η εκποίηση του θα έχει ως συνέπεια να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπλέον δεν είναι άνευ σημασίας και το ότι η Αιτήτρια 1 με βάση τα στοιχεία που επικαλέστηκε η πλευρά της Εναγόμενης μέσω Πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της Ένστασης), τα οποία δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί από τους Αιτητές, φαίνεται να είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μεριδίου σε κατοικία. Σε ό,τι αφορά τα συνταγματικά δικαιώματα που οι Αιτητές επικαλούνται αναφορικά με την ιδιοκτησία τους δεν πρέπει, θεωρώ, να αγνοηθεί το γεγονός ότι όταν η επίδικη υποθήκη παραχωρείτο στην Τράπεζα ως εξασφάλιση λογικό είναι να υποτεθεί ότι οι πρωτοφειλέτες/Αιτητές γνώριζαν ότι υφίστατο κίνδυνος εκποίησης της στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση λέω ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα. Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι δεν έχει προβληθεί η θέση από τους Αιτητές ότι η οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση/Εναγόμενης είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν Απόφαση υπέρ τους και ότι η Καθ΄ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα. Αντίθετα, η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι αποτελεί ένα καθόλα φερέγγυο Τραπεζικό ίδρυμα, κάτι που η πλευρά των Αιτητών δεν έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο, με συνεπακόλουθο να υφίσταται οικονομική δυνατότητα αποζημίωσης των Αιτητών στην περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή οι Αιτητές χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο, στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα λήγει εκεί χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για την μη έκδοση του[10]. Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι συνεπώς η κατάληξη μου ότι οι Αιτητές απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60. Συνεπακόλουθα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Καθ΄ης η Αίτηση δικαιούται στα έξοδα της. Οι Αιτητές να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσ ολά κη ν. Στυλι ανί δη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπ ρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita- Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 και T.A. Micrologic Com. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1802. [7] Δέστε Μυριάνθη Νικόλα v. Μιχάλης Κεφάλα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572 [8] Δέστε Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. [9] Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ.
  1. [10] Δέστε Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.