← Κύπρος

ΠΑΥΛΙΔΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 3012/2012, 29/3/2019

ΠΑΥΛΙΔΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 3012/2012, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 3012/2012 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΠΑΥΛΙΔΟΥ Ενάγουσας -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (ΗΕ 165) Εναγομένης Ημερομηνία꞉ 29.3.2019 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγουσα꞉ κα. Χρ. Θωμά, για Θέμη Θωμά & Συνεργάτες Για την Εναγόμενη꞉ κα Θ. Καουτζιάνη, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αναδεικνύει ότι η χρήση του πλαστικού χρήματος δεν στερείται κινδύνων. Παραμονεύει ο κίνδυνος της απάτης, προς αποφυγήν της οποίας χρειάζεται να λαμβάνονται προφυλάξεις εκατέρωθεν, τόσο από τις τράπεζες ως εκδότες των καρτών, είτε οι κάρτες είναι πιστωτικές είτε είναι χρεωστικές, όσο και από τους ίδιους τους πελάτες που είναι οι νόμιμοι κάτοχοι των καρτών. Αυτό που κλήθηκε να αποφασίσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση είναι το κατά πόσον ο νόμιμος κάτοχος δικαιούται αποζημίωσης από την τράπεζα για τα ποσά των συναλλαγών που διενεργήθηκαν χωρίς τη δική του εξουσιοδότηση, συνεπεία απώλειας ή/και κλοπής των καρτών του. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό κρίνεται με αναφορά στο κατά πόσον έκαστος εκ των αντισυμβαλλομένων, ήτοι η τράπεζα ως εκδότρια των καρτών και ο πελάτης ως νόμιμος κάτοχος αυτών, εκπλήρωσαν τα συμβατικά καθήκοντα επιμέλειας με τα οποία είναι επιφορτισμένοι προς αποφυγήν του κινδύνου απάτης. Συγκεκριμένα, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη «€5.150 ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή δυνάμει αμέλειας εκ μέρους της Εναγομένης και/ή άλλως πως», ως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, πλέον ΦΠΑ. Η εκδοχή γεγονότων που δικογράφησε η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα είναι η εξής꞉ «Η Ενάγουσα είναι φυσικό πρόσωπο και κατοικεί στην Αθηένου της επαρχίας Λάρνακας. Η Εναγόμενη κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν και είναι Δημόσια Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη ως τράπεζα και / ή τραπεζικός οργανισμός και διεξήγαγε και / ή διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και αλλού, με έδρα της την Λευκωσία. Η Ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή διατηρούσε τρεις πιστωτικές κάρτες της Εναγόμενης, σύμφωνα με την μεταξύ τους σχετική σύμβαση καταναλωτικής χρήσης και / ή όρων χρήσης καρτών. Κατά ή περί την 20/03/2012 η Ενάγουσα υπέπεσε θύμα κλοπής, ενώ βρισκόταν σε ταξίδι αναψυχής στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Θεσσαλονίκη. Συγκεκριμένα, μεταξύ των ωρών 18:45 και 19:05 (τοπική ώρα Ελλάδος) της εν λόγω ημερομηνίας, η Ενάγουσα βρισκόταν εντός καταστήματος με την επωνυμία 'PULL & BEAR' επί της οδού Τσιμισκή αρ.33, όπου άγνωστος δράστης χωρίς να γίνει αντιληπτός από την Ενάγουσα, αφαίρεσε από την τσάντα της το πορτοφόλι της, το οποίο περιείχε μεταξύ άλλων, τρεις πιστωτικές κάρτες που διατηρούσε η Ενάγουσα από την Εναγόμενη. Περαιτέρω, μεταξύ των ωρών 19:12 και 19:40 της ίδιας ημερομηνίας, πραγματοποιήθηκαν συνολικά δώδεκα

(12)αναλήψεις με τις πιο πάνω κάρτες σε υποκαταστήματα τραπεζών της 'EUROBANK, ALPHA BANK' στην Πλατεία Ελευθερίας και της 'ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ' στην οδό Κομνηνών - Νίκης, συνολικού ποσού €5.150.- (Πέντε Χιλιάδες Εκατό Πενήντα Ευρώ). Συγκεκριμένα, κατά ή περί την 20/03/2012 πραγματοποιήθηκαν οι πιο κάτω αναλήψεις συνολικού ποσού €5.150.- από τις κάρτες τις Ενάγουσας από άγνωστο πρόσωπο, ως αναλύονται κατωτέρω: (α) Αρ.Κάρτας: XXXXXXXXXXX1468 Αναλήψεις: - Ποσό €750.- από υποκατάστημα της 'ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ' στην οδό Κομνηνών - Νίκης και ώρα 19:24:
  1. - Ποσό €750.- από υποκατάστημα της 'ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ' στην οδό Κομνηνών - Νίκης και ώρα 19:25:
  2. Σύνολο: €1.500.- (β) Αρ.Κάρτας: XXXXXXXXXXX9990 Αναλήψεις: - Ποσό €500.- από υποκατάστημα της 'ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ' στην οδό Κομνηνών - Νίκης και ώρα 19:
  3. - Ποσό €400.- από υποκατάστημα της 'ALPHA BANK' στην Πλατεία Ελευθερίας και ώρα 19:
  4. - Ποσό €600.- από υποκατάστημα της 'ALPHA BANK' στην Πλατεία Ελευθερίας και ώρα 19:
  5. - Ποσό €400.- από υποκατάστημα της 'ALPHA BANK' στην Πλατεία Ελευθερίας και ώρα 19:
  6. - Ποσό €100.- από υποκατάστημα της 'ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ' στην οδό Κομνηνών - Νίκης και ώρα 19:
  7. Σύνολο: €2.000.- (γ) Αρ.Κάρτας: XXXXXXXXXXXX4640 Αναλήψεις: - Ποσό €200.- από υποκατάστημα της 'EUROBANK' στην Πλατεία Ελευθερίας και ώρα 19:12:
  8. - Ποσό €300.- από υποκατάστημα της 'EUROBANK' στην Πλατεία Ελευθερίας και ώρα 19:13:
  9. - Ποσό €200.- από υποκατάστημα της 'EUROBANK' στην Πλατεία Ελευθερίας και ώρα 19:14:
  10. - Ποσό €750.- από υποκατάστημα της 'ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ' και ώρα 19:20:
  11. - Ποσό €200.- από υποκατάστημα της 'ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ' και ώρα 19:40:
  12. Σύνολο: €1.650.- Μετά την διεκπεραίωση της πρώτης ανάληψης, η Ενάγουσα ενημερώθηκε με μήνυμα τύπου SMS στο κινητό της τηλέφωνο και, αφού αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για κλοπή, επικοινώνησε αμέσως με την Εναγόμενη για να τερματίσει και / ή διακόψει την λειτουργία των καρτών, έτσι ώστε να αποφευχθεί η περαιτέρω παράνομη χρήση τους από τρίτο άγνωστο πρόσωπο. Εντούτοις, σε διάστημα περίπου είκοσι οκτώ
(28)λεπτών, έγιναν αναλήψεις συνολικού ύψους €5.150.-, ως αποτέλεσμα αμέλειας και / ή μη λήψης επαρκών μέτρων και / ή ασφαλιστικών δικλίδων εκ μέρους της Εναγομένης. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ / Η ΜΗ ΛΗΨΗΣ ΕΠΑΡΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ / Η ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΚΛΙΔΩΝ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: (α) Ενώ η Ενάγουσα δεν φύλαγε κανένα μυστικό κωδικό αριθμό καμίας κάρτας μέσα στο πορτοφόλι της και κανένα άλλο πρόσωπο εκτός από την Ενάγουσα δεν γνώριζε και / ή δεν μπορούσε να γνωρίζει κανένα μυστικό κωδικό αριθμό καμίας κάρτας, εντούτοις ο άγνωστος δράστης πραγματοποίησε τις ως άνω περιγραφόμενες αναλήψεις χρησιμοποιώντας τις δικές του μεθόδους, οι οποίες δυστυχώς απέβησαν επιτυχείς, λόγω της αμέλειας και / ή ολιγωρίας και / ή παράλειψης της Εναγομένης να λάβει μέτρα ασφαλείας για περιπτώσεις κλοπής ούτως ώστε να καθίσταται αδύνατη η χρήση κάρτας άλλου προσώπου από τον νόμιμο ιδιοκτήτη αυτής. (β) Παρά το γεγονός ότι οι οδηγίες τις Ενάγουσας προς την Εναγόμενη ήταν όπως η τελευταία επιτρέπει την ανάληψη μετρητών από έκαστη κάρτα με ανώτατο ημερήσιο όριο ανάληψης τα €500.-, εντούτοις διαφάνηκε ότι ο δράστης προχώρησε σε αναλήψεις πέραν του ύψους αυτού, κατά παράβαση των οδηγιών της Ενάγουσας προς την Εναγομένη και / ή κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. (γ) Παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα και / ή τήρησε όλους τους όρους για ασφαλή φύλαξη των καρτών της και / ή των μυστικών κωδικών αριθμών αυτών, εντούτοις οι ως άνω αναφερόμενες συναλλαγές από τρίτο άγνωστο πρόσωπο πραγματοποιήθηκαν χωρίς τη ρητή ή εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση της Ενάγουσας, με ευθύνη της Εναγομένης. Ως εκ των ανωτέρω, η Ενάγουσα αναφέρει ότι, σύμφωνα με την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, η Εναγόμενη έχει την ευθύνη όπως λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση της ασφάλειας των καρτών και συνεπώς της περιουσίας της Ενάγουσας και την αποφυγή οποιωνδήποτε συναλλαγών χωρίς την ρητή ή εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα αναφέρει ότι η Εναγόμενη έχει την ευθύνη και / ή υποχρέωση, βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, όπως επιστρέψει άμεσα στην Ενάγουσα τα ποσά των μη εξουσιοδοτημένων συναλλαγών μαζί με όλους τους αναλογούντες τόκους, έξοδα και άλλες χρεώσεις, έτσι ώστε οι λογαριασμοί καρτών της Ενάγουσας να επαναφερθούν στην κατάσταση ως αν δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι μη εξουσιοδοτημένες συναλλαγές. Περαιτέρω, η Ενάγουσα αναφέρει ότι έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα και/ή τήρησε όλους τους όρους χρήσης των καρτών για ασφαλή φύλαξη της κάρτας και του μυστικού κωδικού αριθμού. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα: - υπέγραψε στο πίσω μέρος των καρτών μόλις τις παρέλαβε και με στυλό διαρκείας, - φρόντιζε πάντοτε για την ασφαλή φύλαξη των καρτών της, - ουδέποτε επέτρεψε σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο να χρησιμοποιήσει τις κάρτες της, - ουδέποτε αποκάλυψε σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο τους μυστικούς κωδικούς αριθμούς των καρτών της, - είχε απομνημονεύσει τους μυστικούς κωδικούς αριθμούς των καρτών της και δεν τους είχε πουθενά καταγραμμένους ή αποθηκευμένους σε οποιαδήποτε συσκευή, - πάντοτε κάλυπτε το πληκτρολόγιο κατά τη χρήση των καρτών για οποιαδήποτε συναλλαγή διενεργούσε, - δεν έχει ενεργήσει με δόλο, - τήρησε όλους τους σχετικούς όρους, - ειδοποίησε άμεσα την Εναγόμενη για το ως άνω περιγραφόμενο περιστατικό κλοπής των καρτών της. Επιπλέον, η Ενάγουσα μόλις αντιλήφθηκε την κλοπή των καρτών της επικοινώνησε αμέσως και χωρίς καθυστέρηση ή αργοπορία με την Εναγόμενη και την ενημέρωσε για την κλοπή και ζήτησε όπως τερματιστεί άμεσα η λειτουργία και των τριών καρτών. Περαιτέρω, η Ενάγουσα επικοινώνησε άμεσα με τις Αστυνομικές Αρχές της χώρας και στις 21/03/2012 μετέβηκε σε Αστυνομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης και προέβηκε σε γραπτή ένορκη κατάθεση καταγγελίας της κλοπής. Επιπλέον, με την επιστροφή της πίσω στην Κύπρο, η Ενάγουσα επισκέφθηκε τον δικηγόρο της και μέσω αυτού έστειλε στην Εναγομένη επιστολή ημερομηνίας 09/04/2012 αναφερόμενη στα πιο πάνω και αξιώνοντας επιστροφή του ποσού των €5.150.- που κλάπηκε λόγω αμέλειας της Εναγομένης. Η Εναγόμενη απάντησε με επιστολή της, ημερομηνίας 17/05/2012, με την οποία αρνείτο οποιαδήποτε ευθύνη. Περαιτέρω, η Ενάγουσα απάντησε με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 05/06/2012 και εξέφρασε την δυσαρέσκεια της για την αποποίηση της ευθύνης της Εναγόμενης, καθώς και για τις αυθαίρετες προσεγγίσεις και / ή θέσεις της Εναγομένης και επανέλαβε την θέση της ως η επιστολή της ημερομηνίας 09/04/
  1. Η Ενάγουσα κάλεσε γραπτώς την Εναγόμενη με τις προαναφερόμενες επιστολές του δικηγόρου τους, ημερομηνίας 09/01/2012 και 05/06/2012 αντίστοιχα, όπως επιστρέψει άμεσα στην Ενάγουσα το ποσό των €5.150.-, πλην όμως η Εναγόμενη μέχρι σήμερα αμελεί και / ή αρνείται να το πληρώσει. Η Εναγόμενη παρέβηκε ουσιώδεις όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και / ή επέδειξε σοβαρή αμέλεια και / ή παρέλειψε να αναλάβει την ευθύνη που της αναλογεί και / ή παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα και τις ασφαλιστικές δικλίδες ως όφειλε για την ασφαλή φύλαξη και / ή προστασία των λογαριασμών και συνεπώς της περιουσίας της Ενάγουσας και / ή ενήργησε κατά παράβαση των οδηγιών της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα λόγω της μη πληρωμής του ρηθέντος ποσού θα καταβάλει στους δικηγόρους της τα έξοδα της παρούσας αγωγής, πλέον το 17% Φ.Π.Α., ή οποιοδήποτε άλλο ποσοστό απαιτεί η περί Φ.Π.Α. νομοθεσία επί της αμοιβής τους και αξιώνει το ούτω καταβληθέν ποσό από την Εναγόμενη. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα εγείρει την παρούσαν αγωγή και αξιοί [ως το παρακτλητικό ανωτέρω].» Από την άλλη, η Εναγόμενη δικογράφησε στην Έκθεση Υπεράσπισής της τους εξής ισχυρισμούς γεγονότων꞉ Παραδέχεται ότι η Ενάγουσα είναι φυσικό πρόσωπο και ότι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο διατηρούσε πιστωτικές κάρτες με την Ενάγουσα. Παραδέχεται ότι στις 20.3.2012 έγιναν 12 αναλήψεις συνολικού ποσού €5.150 από τρεις πιστωτικές κάρτες της Ενάγουσας, όπως ακριβώς περιγράφονται αναλυτικά στην παρα. 5 της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας. Αρνείται κατηγορηματικά ότι οι εν λόγω αναλήψεις ήταν το αποτέλεσμα αμέλειας και/ή μη λήψης επαρκών μέτρων και/ή ασφαλιστικών δικλίδων εκ μέρους της Eναγόμενης. Αρνείται τις λεπτομέρειες αμέλειας ως αναγράφονται στα (α) έως (γ) της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας. Ισχυρίζεται ότι αυτή δεν φέρει καμία ευθύνη για την κλοπή των καρτών της Ενάγουσας και ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις προς την παρούσα αγωγή χρόνους η ίδια η Εναγόμενη ενήργησε καθόλα ορθά και νομότυπα και πάντοτε σύμφωνα με τα όσα προνοούσε η επίδικη σύμβαση μεταξύ των μερών. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν έλαβε τα δέοντα και/ή τα οποιαδήποτε μέτρα για ασφαλή φύλαξη της κάρτας και του μυστικού κωδικού αυτής και αναφέρει ότι η Ενάγουσα έχει προβεί σε «βαριά αμέλεια» και ότι έχει την «αποκλειστική ευθύνη» για την κλοπή που έχει παρατηρηθεί. Επισημαίνει ότι σύμφωνα με την σύμβαση μεταξύ των μερών, στην οποία περιέχονται οι όροι χρήσης των καρτών τέτοιας φύσης, ο κάτοχος κάρτας φέρει την ευθύνη για την ασφαλή φύλαξη και παρεμπόδιση δόλιας χρήσης της κάρτας και των εξατομικευμένων στοιχείων ασφάλειας που περιλαμβάνουν και το PIN, ενώ είναι υπεύθυνος για την αλλαγή του PIN μόλις παραλάβει αυτό και την άμεση καταστροφή του χαρτιού γνωστοποίησης του εν λόγω κωδικού. Περαιτέρω, η παρεμπόδιση αποκάλυψης αυτού σε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, καθώς και η απομνημόνευση του εν λόγω κωδικού και η μη φύλαξη αυτού σε μέρος όπου φυλάγεται η κάρτα, είναι ρητοί όροι της εν λόγω σύμβασης που θα πρέπει απαραίτητα να τηρούνται από τον κάτοχο της κάρτας. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν προέβηκε σε αλλαγή του κωδικού σε καμία από τις κάρτες της, αλλά και το γεγονός ότι οι κάρτες της τελευταίας δεν χρησιμοποιήθηκαν από την ίδια την ημέρα της κλοπής και έτσι είναι αδύνατο να υποκλάπηκε ο κωδικός από κάποιον κατά την ώρα που διενεργείτο κάποια συναλλαγή, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα έχει επιδείξει «βαριά αμέλεια» και ότι δεν έχει συμμορφωθεί με τους ρητούς όρους της σύμβασης που έχει υπογραφεί μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα οι κλέφτες να έχουν πρόσβαση στη κάρτα και στον κωδικό της. Περαιτέρω, η Ενάγουσα κωλύεται (is estopped) από το να προβαίνει στους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σύνολο της Έκθεσης Απαίτησής της, καθότι έχει υπογράψει και ως εκ τούτου έχει αποδεχτεί το σύνολο και έναν έκαστο των όρων που περιέχονται στην εν λόγω σύμβαση (estoppel by deed), στην οποία και η Εναγόμενη προτίθεται όπως αναφερθεί κατά την ακρόαση της αγωγής. Παραδέχεται την αποστολή των επιστολών που αναφέρονται στις παρα. 10 και 11 της Έκθεσης Απαίτησης. Αρνείται ότι αμελώς δεν πληρώνει στην Ενάγουσα το αξιούμενο στην παρούσα αγωγή ποσό. Αρνείται όλες τις αξιώσεις της Ενάγουσας ως περιέχονται υπό το Α έως και Γ της Έκθεσης Απαίτησης της, καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των αξιώσεών της και αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα που να βαραίνουν την Ενάγουσα. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση, η Ενάγουσα απορρίπτει κάθε ισχυρισμό της Εναγομένης και αξιοί απόφαση ως η Έκθεση Απαίτησής της. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Προς απόδειξη της αξίωσής της, η Ενάγουσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ως πρώτη μάρτυρας (στο εξής «η ΜΕ1») και ακολούθως παρουσίασε τρεις άλλους μάρτυρες, την κα XXXXX Καλλίνου (στο εξής «η ΜΕ2»), τον κ. XXXXX Φλουρέντζο (στο εξής «ο ΜΕ3») και τον κ. XXXXX Σπυρίδη (στο εξής «ο ΜΕ4»). Από την άλλη, η Εναγόμενη προώθησε την υπεράσπισή της με την προσκόμιση μαρτυρίας από την κα XXXXX Σημαδιακού (στο εξής «η ΜΥ1») και τον κ. XXXXX Χριστοδουλίδη (στο εξής «ο ΜΥ2»). Η μαρτυρία της Ενάγουσας (ΜΕ1). Η ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσής της, ημερ. 7.3.2018, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Α». Στο Έγγραφο Α, η ΜΕ1 κατέγραψε και επανέλαβε επακριβώς την εκδοχή γεγονότων που δικογράφησε στην Έκθεση Απαίτησης, όπως την παρέθεσα ανωτέρω, υιοθετώντας τους ίδιους ισχυρισμούς περί λεπτομερειών αμέλειας της Εναγόμενης, ως δικογραφήθηκαν εξ αρχής στην Έκθεση Απαίτησης. Περαιτέρω, η Ενάγουσα παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο της καταγγελίας στην οποία η ίδια προέβη ενώπιον της Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης στις 21.3.2012 και ώρα 16꞉50 για ισχυριζόμενη κλοπή που αυτή υπέστη στις 20.3.
  2. Σχετικό το έγγραφο που τιτλοφορείται «Δελτίο Αδικημάτων και Συμβάντων της 21.3.2012» ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Η καταγγελία στην οποία προέβη η Ενάγουσα αποτυπώθηκε ως εξής꞉ «Αναφέρεται ότι την 16:50 ώρα της 21-03-2012 προσήλθε στην Υπηρεσία µας η ΠΑΥΛΙΔΟΥ XXXXX του [...] και κατέθεσε ενόρκως ότι κατά το χρονικό διάστηµα από 18:45 ώρα της 20/03/2012 έως 19:05 ώρα της ιδίας, ευρισκόµενη εντός καταστήµατος µε την επωνυµία 'PULL & BEAR' το οποίο βρίσκεται στην οδό Τσιµισκή αρ.33 , άγνωστος δράστης χωρίς να γίνει αντιληπτός, αφαίρεσε από την τσάντα της το πορτοφόλι της χρώµατος µαύρου-ασηµί, το οποίο περιείχε: το χρηµατικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ, τρεις πιστωτικές κάρτες της τράπεζας ΚΥΠΡΟΥ, µία πιστωτική κάρτα της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, µία prepaid SUN MILES CARD και µία ταυτότητα (βραχιόλι) το οποίο επάνω αναγράφει 'med alert'. Επίσης, το χρονικό διάστηµα 19:16 έως 19:36 πραγµατοποιήθηκαν δώδεκα
(12)αναλήψεις χρηµάτων µε τις ανωτέρω κάρτες σε υποκαταστήµατα τραπεζών EUROBANK, ALPHA ΒΑΝΚ στην πλατεία Ελευθερίας, τράπεζα ΚΥΠΡΟΥ στην οδό Κοµνηνών-Νίκης και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ στην οδό Ίωνος Δραγούµη αρ.3, συγκεντρωτικού ποσού έξι χιλιάδων τριάντα (6.030,00) ευρώ.» Η Ενάγουσα είχε αρχικά εκφράσει την πρόθεση να κλητεύσει τον Θεσσαλονικιό Αστυνομικό στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία αναφορικά με όσα κατ'ισχυρισμόν της είχε δηλώσει καθ'ον χρόνο του υπέβαλε την πιο πάνω καταγγελία, ότι δηλαδή υπήρχε σπείρα Ρουμάνων - Βουλγάρων που αποκωδικοποιούσαν τα PINS των καρτών, οι οποίοι όμως δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν και να συλληφθούν. Εν τέλει δεν κατέστη δυνατό να τον κλητεύσει. Έτσι, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, παρέμειναν μόνο τα λεγόμενα της Ενάγουσας και της ΜΕ2 για όσα κατ' ισχυρισμόν τους δήλωσε ο εν λόγω αστυνομικός περί δόλιας αποκρυπτογράφησης των αριθμών ΡΙΝ. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν από την Ενάγουσα και την ΜΕ2, για να υποστηρίξουν την εκδοχή της Ενάγουσας ότι η ίδια ουδέποτε αποκάλυψε σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο τους κωδικούς αριθμούς της, ούτε είχε αφήσει αντίγραφο των κωδικών αριθμών μέσα στο πορτοφόλι της ή οποιαδήποτε σημείωση περί αυτών και ότι, επομένως, δεν ήταν λόγω δικής της υπαιτιότητας ή αμέλειας που απέκτησε πρόσβαση στους λογαριασμούς της κάρτας της αυτός που απέκτησε κατοχή, δια κλοπής, των πιστωτικών της καρτών. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε από την Ενάγουσα η αλληλογραφία που αυτή είχε, διά μέσω του δικηγόρου της, με την Εναγόμενη τράπεζα, όταν επέστρεψε από τη Θεσσαλονίκη πίσω στην Κύπρο, όταν η Ενάγουσα αξίωσε να αποζημιωθεί ή να επιστραφούν από την τράπεζα στους λογαριασμούς της Ενάγουσας τα ποσά που αναλήφθηκαν (εκταμιεύθηκαν) χωρίς τη δική της εξουσιοδότηση. Πρόκειται για τρεις επιστολές꞉ Πρώτον, η επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, ημερ. 9.4.2012 προς την Εναγόμενη (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), στην οποία αυτός προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ουδεμία ευθύνη φέρει η πελάτιδα του για τις μη εξουσιοδοτημένες από αυτήν αναλήψεις χρημάτων υπό τις ανωτέρω συνθήκες και ότι την αποκλειστική ευθύνη έχει η τράπεζα, η οποία και οφείλει να αποζημιώσει την Εναγόμενη, για δύο λόγους꞉ - Αφενός, διότι η Ενάγουσα δεν καταπάτησε κανένα από τα μέτρα ασφάλειας των καρτών και των κωδικών, τα οποία μέτρα απαιτούσε η Τράπεζα να λαμβάνει η Ενάγουσα, και - Αφετέρου, διότι η Ενάγουσα είχε δώσει οδηγίες προς την Τράπεζα να μην μπορεί να γίνεται ανάληψη χρημάτων ποσού μεγαλύτερου από €500 ημερησίως, ενώ έγιναν αναλήψεις συνολικού ποσού €5150 εντός είκοσι λεπτών την επίδικη ημερομηνία. Δεύτερον, η επιστολή ημερ. 17.5.2012 (βλ. Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) της Εναγόμενης Τράπεζας προς τον Δικηγόρο της Ενάγουσας, στην οποία η Τράπεζα απορρίπτει τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Ενάγουσας, όπως επίσης απορρίπτει το αίτημα της Ενάγουσας για επιστροφή σε αυτήν του ποσού που αναλήφθηκε, επισημαίνοντας τα εξής꞉ - Στη συγκεκριμένη περίπτωση έγιναν επιτυχείς αναλήψεις με τις κάρτες της Ενάγουσας, επειδή «έγινε χρήση των σωστών κωδικών αριθμών». - Από έρευνα που έκανε η Τράπεζα, φάνηκε ότι «οι κάρτες δεν είχαν χρησιμοποιηθεί την ίδια μέρα για οποιαδήποτε άλλη γνήσια συναλλαγή» και έτσι «είναι απίθανο να υποκλάπηκε ο κωδικός αριθμός κατά τη διενέργεια άλλης συναλλαγής από όπου ο κλέφτης θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στους κωδικούς αριθμούς των καρτών». - Οι αριθμοί των καρτών της Ενάγουσας δεν είναι σε γνώση της Τράπεζας. Παράγονται από το σύστημα της Τράπεζας και αποστέλλονται σε κλειστό φάκελο στον πελάτη, χωρίς να μπορεί κάποιο τρίτο πρόσωπο να έχει πρόσβαση σε αυτούς. - Η Τράπεζα γνωρίζει ότι η Ενάγουσα δεν άλλαξε τους αρχικούς κωδικούς που της στάληκαν από την Τράπεζα. - Οι αρχικοί αριθμοί «είναι απίθανο να είναι οι ίδιοι και για τις τρεις κάρτες». Ως εκ τούτου, η Τράπεζα συμπεραίνει ότι «Άρα, οι κλέφτες γνώριζαν και τους τρεις κωδικούς των καρτών.». - Τα όρια συναλλαγών για τις συγκεκριμένες κάρτες, για αναλήψεις από ΑΤΜ στο εξωτερικό ήταν €2000 ημερησίως ανά κάρτα. Η Τράπεζα δεν έχει στα αρχεία της κάποιο αίτημα από την Ενάγουσα με το οποίο να ζητά μείωση του συγκεκριμένου ορίου. - Για όλες τις αναλήψεις στάληκαν ενημερωτικά SMS προς το κινητό της Ενάγουσας. Τρίτον, την επιστολή ημερ. 5.6.2012 (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α) του δικηγόρου της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη, με την οποία απαντά και απορρίπτει τις θέσεις της Τράπεζας ανωτέρω, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής꞉ - «Μας εκπλήττει η προσέγγιση ότι μπορεί να ευθύνεται σε οποιαδήποτε περίπτωση η πελάτιδά μας για το ότι οι κλέφτες γνώριζαν τους κωδικούς των καρτών της, θα ήταν δε πιο φρόνιμο να ελέγξετε εσείς πλέον τις μεθόδους τις οποίες χρησιμοποιούν οι κλέφτες για να αποσπούν τους κωδικούς.» - «Επίσης μας ξενίζει το γεγονός ότι μιλάτε για συναλλαγή της ίδιας μέρας που θα μπορούσε να γίνει υποκλοπή των κωδικών. Δηλαδή δεν θα μπορούσε να γίνει την προηγούμενη μέρα;» - «Όσον αφορά δεν το ποσό των €2000 που ισχυρίζεστε ότι αυτό είναι το ποσό το οποίο μπορεί να αναληφθεί ανά κάρτα ημερησίως στο εξωτερικό, αυτό σίγουρα στην πελάτιδά μας δεν έχει ειπωθεί και εμμένουμε στις θέσεις μας ως η επιστολή μας ημερομηνίας 9/4/2012.» Μετά από την ως άνω αλληλογραφία, η Ενάγουσα καταχώρησε στις 11.9.2012 την υπό κρίση αγωγή. Η αντεξέταση της Ενάγουσας στόχο είχε να πλήξει την αξιοπιστία της και ιδιαίτερα να καταρρίψει την εκδοχή της ότι αυτή έλαβε όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις για απόκρυψη των μυστικών κωδικών αριθμών των τριών καρτών της από οποιαδήποτε τρίτα πρόσωπα. Επισημαίνω τα εξής σημαντικά στοιχεία που προέκυψαν από την αντεξέταση της Ενάγουσας꞉ Πρώτον, η Ενάγουσα δεν αρνήθηκε τη θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι οι επίδικες κάρτες είχαν αρχικά εκδοθεί από την Τράπεζα το 2008 και μετά ανανεώθηκαν το
  1. Δέχθηκε, επίσης, ότι στη φάση που στάληκαν οι ανανεωμένες κάρτες στην Ενάγουσα, αυτές εμπεριείχαν το «chip», ένα κουτάκι χρυσό στ' αριστερά. Θυμόταν η Ενάγουσα την ύπαρξη του chip πάνω στις κάρτες της. Δεύτερον, η Ενάγουσα παραδέχθηκε ότι κάθε μια από τις επίδικες τρεις πιστωτικές κάρτες στάληκε σε αυτήν από την Τράπεζα μέσα σε κλειστό φάκελο ξεχωριστά από το φάκελο που περιείχε τον μυστικό κωδικό αριθμό. Ότι η καλυπτική επιστολή της Τράπεζας γνωστοποίησης στην Ενάγουσα του κωδικού αριθμού έκαστης κάρτας ή/και η επιστολή στην οποία ήταν επικολλημένη η κάρτα, είχαν τη μορφή και το περιεχόμενο ως φαίνεται στα τεκμήρια που της παρουσίασε η συνήγορος Υπεράσπισης και τα οποία κατατέθηκαν ως Έγγραφα Β και Γ, αντίστοιχα. Αναγράφονταν στις εν λόγω επιστολές οι συστάσεις της Τράπεζας προς την Ενάγουσα ως πελάτιδα, όπως «Για περισσότερη ασφάλεια, έχετε την επιλογή να αλλάξετε το PIN σας εύκολα και γρήγορα σε οποιαδήποτε ΑΤΜ της Τράπεζας Κύπρου στην Κύπρο. Επιλέξτε ένα τετραψήφιο κωδικό που θα θυμάστε εύκολα.», όπως επίσης «Μην αναγράφετε ποτέ τον κωδικό πάνω στην κάρτα σας, ούτε να τον κρατάτε μαζί με την κάρτα σας». Τρίτον, η Ενάγουσα παραδέχθηκε ευθαρσώς ότι αυτή δεν πήγε ποτέ σε Αυτόματη Ταμειακή Μηχανή (ΑΤΜ) για να αλλάξει τους αρχικούς κωδικούς αριθμούς (PIN) οποιασδήποτε από τις επίδικες κάρτες. Δεν τους αντικατέστησε με άλλους, εύκολους κωδικούς. Ήταν, όμως, η θέση της Ενάγουσας ότι οι αρχικοί κωδικοί «δεν ήταν δύσκολοι, όταν θέλεις να τους απομνημονεύσεις, τους απομνημονεύεις όπως είναι». Τέταρτον, επέμεινε η Ενάγουσα ότι θυμόταν τους αρχικούς κωδικούς αριθμούς για όσο καιρό χρειαζόταν να χρησιμοποιεί τις κάρτες της, χωρίς να έχει ανάγκη να διατηρεί μέσα στο πορτοφόλι της ή μέσα στη τσάντα της οποιοδήποτε χαρτάκι με σημείωση για να ανακαλεί στη μνήμη της τους εν λόγω αρχικούς κωδικούς αριθμούς, έστω και αν ήταν διαφορετικοί μεταξύ τους για την καθεμιά κάρτα. Παρά τη δήλωση της Ενάγουσας ότι θυμόταν καθαρά τους τρεις κωδικούς αριθμούς, εντούτοις αυτή αρνήθηκε επανειλημμένα να πει ενώπιον του Δικαστηρίου ποιοι ήταν οι αριθμοί αυτοί. Μάταια της το ζητούσε η συνήγορος Υπεράσπισης. Έδωσε διαφορετικές και αντιφατικές εξηγήσεις η Ενάγουσα για την επιλογή της αυτή꞉ Η πρώτη απάντηση της Ενάγουσας ήταν ότι «Δεν μπορώ να πω τους κωδικούς τί ήταν». Όταν η συνήγορος Υπεράσπισης επιχείρησε να καθησυχάσει την Ενάγουσα, ότι, εφόσον ακυρώθηκαν οι δηλωθείσες ως κλαπείσες κάρτες της, δεν ισχύουν πλέον οι εν λόγω κωδικοί, και άρα δεν θα διέτρεχε οποιοδήποτε κίνδυνο αν τους έλεγε στο Δικαστήριο, η Ενάγουσα συνέχισε να αρνείται να πει ποιοι ήταν οι κωδικοί κατά τον ουσιώδη χρόνο της κλοπής. Την ίδια στάση τήρησε η Ενάγουσα, ακόμη και όταν το Δικαστήριο την καθησύχασε ότι αυτό θα μπορούσε να διαφυλάξει την εμπιστευτικότητα των κωδικών αριθμών της κατά τη συγγραφή και δημοσίευση της απόφασης στην παρούσα αγωγή. Η Ενάγουσα πρόταξε στη συνέχεια ως δικαιολογία για την άρνησή της να πει τους κωδικούς αριθμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου, την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, περί τα 5 χρόνια από τότε που έγινε το επίδικο συμβάν μέχρι τότε που έδινε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, κάτι που την έκανε να μην θυμάται ποιοι ήταν οι κωδικοί αριθμοί. Όταν η συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε στην Ενάγουσα ότι είναι ουσιαστικό για την παρούσα υπόθεση ζήτημα το αν αυτή θυμάται ποιοι ήταν οι αρχικοί κωδικοί αριθμοί των επίδικων καρτών της, η Ενάγουσα ανασκεύασε τη δήλωσή της λέγοντας ότι «Και να τον ξέρω δεν θα μπορούσα να τους πω, γιατί είμαι με τον φόβο ότι μπορεί να συμβεί ο,τιδήποτε.». Επικαλέστηκε η Ενάγουσα ένα περιστατικό που της συνέβηκε περί τα 2 χρόνια μετά το επίδικο συμβάν, όταν αυτή έλαβε μήνυμα τηλεφωνικώς από το Τμήμα Καρτών ότι «έσπασαν τον αριθμό των καρτών μου και προσπαθούσαν να κλέψουν από την κάρτα μου». Ποια ήταν αυτή η κάρτα και αν ήταν μια από τις επίδικες, οι οποίες ακυρώθηκαν και επανεκδόθηκαν μετά το επίδικο συμβάν, δεν ήταν σε θέση να πει η Ενάγουσα, αφού δεν θυμόταν. Εν πάση περιπτώσει, όπως η ίδια η Ενάγουσα δήλωσε, το εν λόγω περιστατικό που αυτή επικαλέστηκε, δεν ήταν στην πραγματικότητα οτιδήποτε το δόλιο, αφού εκείνη είχε στην κατοχή της την κάρτα από την οποία φαινόταν να γινόταν η ανάληψη και δεν υπήρξε καμία ανάληψη χρημάτων την οποία η ίδια να ισχυρισθεί ότι έγινε χωρίς την εξουσιοδότησή της. Επομένως, διαφάνηκε ότι ατυχώς επικαλέστηκε εο εν λόγω περιστατικό η Ενάγουσα, για να αιτιολογήσει δήθεν γιατί φοβόταν να αποκαλύψει τους κωδικούς της στο Δικαστήριο. Δεδομένης της συνεχιζόμενης άρνησης της Ενάγουσας να πει ποιοι ήταν οι κωδικοί αριθμοί κατά τον ουσιώδη χρόνο, η συνήγορος Υπεράσπισης, υπέβαλε στην Ενάγουσα τη θέση ότι «δεν θυμάστε κανέναν από τους τρεις κωδικούς των πιστωτικών καρτών σας, διότι αν τους θυμάστουν θα τους λέγατε» και ότι «δεν τους θυμάστε και τους κρατούσατε κυρία Παυλίδου, τους είχατε μαζί σας γραμμένους», «είχατε και τους τρεις κωδικούς και των τριών καρτών σας ή στο πορτοφόλι σας ή μέσα στο πορτοφόλι σας κάπου σε κάποιο σημείο». Παρατηρώ ότι η αντίδραση της Ενάγουσας στις υποβολές αυτές ήταν ότι «Όχι, εγώ σας λέω ότι οι κωδικοί μου δεν υπήρχαν μαζί μου μέσα στο πορτοφόλι μου, το πορτοφόλι μου είχαν πάρει από την τσάντα μου, δεν μου πήραν την τσάντα», για να προκαλέσει την αυθόρμητη ερώτηση της συνηγόρου Υπεράσπισης «Ήταν μες την τσάντα σας δηλαδή οι κωδικοί;», οπόταν η Ενάγουσα απάντησε ότι «Όχι, δεν ήταν ούτε μέσα στο τσαντί μου ούτε μέσα στην τσάντα μου. Για να έρθω μέχρι εδώ και να επιμένω εγώ γνωρίζω ότι δεν ήταν οι κωδικοί ούτε στο τσαντί μου ούτε στην τσάντα μου.». Επέμεινε η Ενάγουσα, ότι η μόνη εξήγηση που μπορούσε να δώσει για το πώς έγινε κατορθωτό να χρησιμοποιηθούν οι κάρτες της από άγνωστο πρόσωπο με τους ορθούς μυστικούς κωδικούς αριθμούς, ήταν αυτή που της ανέφερε ο αστυνομικός στη Θεσσαλονίκη όπου αυτή πήγε να καταγγείλει την κλοπή, ότι δηλαδή έρχονται από άλλες χώρες ομάδες ατόμων που είναι εκπαιδευμένες με μικρά chip και μπορούν να αποκωδικοποιούν τους αριθμούς. Αξίζει, στο σημείο αυτό, να τονισθεί ότι η συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε ότι η Τράπεζα δεν γνωρίζει τί κωδικό αποστέλλει στον κάθε πελάτη της σε σφραγισμένο φάκελο. Υπάρχει τριπλό κωδικοποιημένο σύστημα στην Τράπεζα που εμποδίζει την πρόσβαση στους αρχικούς κωδικούς αριθμούς που δίδονται στους πελάτες σε σφραγισμένο φάκελο. Ο οποιοσδήποτε άγνωστος τρίτος, ένας κλέφτης, για να μπορεί να αποκωδικοποιήσει τον κωδικό ασφαλείας που παρέχει η Τράπεζα, χρησιμοποιώντας την κάρτα, που εδώ ήταν μαγνητική και είχε και chip, θα έπρεπε να έχει τα κωδικοποιημένα κλειδιά της Τράπεζας ή θα έπρεπε να αποκωδικοποιήσει τα κλειδιά της Τράπεζας κάτι το οποίο είναι εντελώς απίθανο. Αν ο κλέφτης κατάφερνε να αποκωδικοποιήσει τα κλειδιά της Τράπεζας, τότε θα κατέρρεε ολόκληρο το σύστημα καρτών της Τράπεζας και όχι μιας μόνο πελάτιδας για τις δικές της προσωπικές κάρτες. Όπως ήταν φυσικά αναμενόμενο, η ΜΕ1 δήλωσε ότι αγνοούσε ποιο σύστημα ασφαλείας των κωδικών αριθμών διαθέτει η Τράπεζα και έδειξε ότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν υπήρχε τέτοιο σύστημα σε εφαρμογή. Η αντεξέταση της Ενάγουσας στόχευσε και σε κατάρριψη ενός άλλου σημείου της μαρτυρίας της, ήτοι τον ισχυρισμό της ότι αντισυμβατικά η Εναγόμενη Τράπεζα άφησε να γίνουν αναλήψεις χρημάτων από τις κάρτες της Ενάγουσας καθ'υπέρβαση του ανωτάτου ημερήσιου ορίου αναλήψεων. Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε κατά την αντεξέτασή της ότι αυτή είχε κάνει συμφωνία με την Τράπεζα, έτσι ώστε το ημερήσιο όριο αναλήψεων από την ΑΤΜ να περιοριζόταν στα €850, ενώ για τις συναλλαγές της με τους εμπόρους το ημερήσιο όριο πληρωμών που δικαιούτο να κάνει ήταν €2.
  2. Τούτου δεδομένου, το παράπονό της από την Τράπεζα είναι ότι επέτρεψε να γίνουν αναλήψεις μεγαλύτερων ποσών από ΑΤΜ με τις κάρτες της. Η συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε την Ενάγουσα να αποδείξει τον ισχυρισμό της. Της ζήτησε να παρουσιάσει τις οδηγίες που τυχόν έστειλε προς την Τράπεζα, για να απαιτήσει όπως το ημερήσιο όριο για τις πιστωτικές της κάρτες περιοριστεί σε €
  3. Η απάντηση της Ενάγουσας, αυτούσια, ήταν ως εξής꞉ «A. Γιατί ποια visa δίνει €2.000 όριο; Δεν έχω συμφωνία που να το λέει αυτό, αλλά η συμφωνία μας ήταν €2.000 ημερησίως από τη visa μου με τους εμπόρους μου και €850 από την ΑΤΜ.». «A. Δεν έχω συμφωνία, όμως μιλούσα μαζί τους συνεχώς και είχαμε αυτό το θέμα μαζί, ότι ήταν €850 το όριο μου από το ΑΤΜ και €2.000 ημερησίως με τους εμπόρους μου. Τι να σας δείξω; Αφού σας το λέω, δεν έχω κάτι στα χέρια να σας το δείξω.». Υποβλήθηκε στην Ενάγουσα από τη συνήγορο Υπεράσπισης η θέση ότι ουδέποτε είχε κάμει αίτηση για μείωση των ορίων ανάληψης μετρητών και ότι το όριο της Ενάγουσας για σκοπούς ανάληψης από ΑΤΜ ήταν €2.
  4. Η στιχομυθία κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας ήταν ως εξής꞉ «A. Όχι, δεν ήταν έτσι. Ήταν ακριβώς όπως σας το λέω, γιατί όταν είχε γίνει η κλοπή και είχα επικοινωνήσει με τον υπεύθυνο μου που πάντα συνεργαζόμουν, τον κύριο Φανούριο, του είχα πει «πώς γίνεται €850 να είναι [το όριο] από την ΑΤΜ και να βγάζει αυτά τα λεφτά;» και διερωτήθηκε ακόμα και ο ίδιος και τον ρώτησα και μου λέει «€850 από ΑΤΜ και €2.000 ημερησίως από τη visa». E. Συγχυστήκατε, να σας εξηγήσω. Το ημερήσιο ανώτατο ποσό ανάληψης ήταν μέχρι €2.
  5. Εάν βάζατε €851 να αναλείψετε, δεν θα μπορούσατε σε κάθε συναλλαγή. Αντιλαμβάνεστε αυτήν τη διαφοροποίηση που σας εξηγώ; E. Εγώ σας λέω ότι το ημερήσιο όριο σας ήταν €2.
  6. A. Διαφωνώ, γιατί εγώ δεν γνώριζα, δεν μου είχαν πει ότι ήταν και από ΑΤΜ €2.
  7. Δεν το γνώριζα. E. Γνωρίζατε ότι ήταν κάτι άλλο; A. Θεωρούσα αυτό που σας λέω, ότι από την ΑΤΜ €850 και με την κάρτα μου όπως πλήρωνα όντως τους εμπόρους μου ήταν €2.
  8. Δεν γνώριζα ότι ήταν €2.000 από την ΑΤΜ, εγώ γνωρίζω όμως ότι όταν έγινε αυτό και μίλησα με τον κύριο XXXXX που ήταν υπεύθυνος μου τόσα χρόνια τον είχα ρωτήσει και μου είχε πει ότι €850 ήταν το όριο από την ΑΤΜ. E. Δεν έχετε κάτι γραπτώς όμως γι' αυτό που λέτε; A. Όχι.». Η μαρτυρία της ΜΕ
  9. Την εκδοχή της Ενάγουσας ότι εκλάπη από την τσάντα της το πορτοφόλι της που περιείχε τις ανωτέρω κάρτες, ενόσω αυτή βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη εντός του συγκεκριμένου εμπορικού καταστήματος, επιβεβαίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου η κα XXXXX Καλλίνου (ΜΕ2). Πρόκειται για υπάλληλο της Συνεργατικής Τράπεζας, η οποία στο παρελθόν είχε εργαστεί ως ταμίας, καθώς επίσης και στα τμήματα εκδόσεων καρτών και δανείων της Συνεργατικής Τράπεζας. Η ΜΕ2 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (βλ. το τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Δ»), όπου ανέφερε τα εξής꞉ «
  10. Την 20/3/2012, ημερομηνία κατά-την οποία η Ενάγουσα υπέπεσε θύμα κλοπής, βρισκόμουνα-μαζί της σε ταξίδι αναψυχής στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Θεσσαλονίκη. Μεταξύ των ωρών 18:45 και 19:05 (τοπική ώρα Ελλάδος) της εν λόγω ημερομηνίας, βρισκόμασταν εντός καταστήματος με την επωνυμία 'PULL & BEAR' επί της οδού Τσιμισκή αρ.33, όπου άγνωστος δράστης χωρίς να γίνει αντιληπτός από εμένα και την Ενάγουσα, αφαίρεσε από την τσάντα της Ενάγουσας το πορτοφόλι της. Την κλοπή του πορτοφολιού της Ενάγουσας την αντιληφθήκαμε όταν άρχισε να ηχεί για πρώτη φορά το κινητό της τηλέφωνο όπου την ειδοποιούσε για την πρώτη ανάληψη χρημάτων. [...]». Η ΜΕ2 περιέγραψε, επίσης, τον τρόπο αντίδρασης αυτής και της Ενάγουσας μπροστά στη διαπίστωση ότι κάποιος τρίτος χρησιμοποιούσε την κάρτα της Ενάγουσας για ανάληψη χρημάτων, χωρίς τη δική της εξουσιοδότηση. Συγκεκριμένα, η ΜΕ2 δήλωσε τα εξής꞉ «
  11. [...] Άμεσα και λόγω της ιδιότητας μου παρά το γεγονός ότι και η ίδια γνώριζε το τι θα έπρεπε να κάνει ενημέρωσα την Ενάγουσα να τηλεφωνήσει στην JCC και να ακυρώσει όλες τις κάρτες οι οποίες ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα της. Η Ενάγουσα, επειδή είναι φίλη μου, γνώριζα από πρώτο χέρι ότι ως επιχειρηματίας γνώριζε επακριβώς τι θα έπρεπε να κάνει, ως και το έπραξε. Άμεσα και χωρίς καμία καθυστέρηση είδα την Ενάγουσα να τηλεφωνεί στην JCC και να ακυρώνει όλες τις κάρτες που είχε στη κατοχή της και που ήταν συνδεμένες με το όνομα της. Ωστόσο, παρά το γεγονός η Ενάγουσα έδρασε άμεσα από το πρώτο μήνυμα που έλαβε, τα μηνύματα συνέχισαν να έρχονται. Την ίδια στιγμή ζητήσαμε από τους υπαλλήλους του καταστήματος που ήταν εντός του καταστήματος να μας προμηθεύσουν με βίντεο από το κατάστημα, αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό καθώς μας ενημέρωσαν ότι δεν υπήρχε σύστημα κλειστής παρακολούθησης, αλλά μόνο υπάλληλοι ασφαλείας γι' αυτό τον σκοπό.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Επιβεβαίωσε η ΜΕ2 και την επίσκεψή τους την επαύριο του συμβάντος σε Αστυνομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης για να υποβάλουν την καταγγελία. Εξιστόρησε, επίσης, η ΜΕ2 την εκδοχή που τους εξέθεσε ο αστυνομικός που επιλήφθηκε της καταγγελίας, για το πώς συμβαίνει κάποιος τρίτος να αποκτά πρόσβαση στο λογαριασμό της κάρτας, για να διενεργεί αναλήψεις χρημάτων, χωρίς η Ενάγουσα να του είχε δώσει προηγουμένως τους μυστικούς κωδικούς αριθμούς της. Παραθέτω τα λεγόμενα της ΜΕ2 από το Έγγραφο Δ꞉ «
  12. Την επόμενη μέρα πήγαμε μαζί με την Ενάγουσα σε Αστυνομικό Σταθμό της Θεσσαλονίκης με σκοπό να καταγγείλουμε το έγκλημα που διαπράχθηκε εις βάρος της Ενάγουσας. Στον Αστυνομικό Σταθμό ο αρμόδιος λειτουργός, αφότου τον ενημέρωσε η Ενάγουσα για το τι έγινε, μας ενημέρωσε ότι σπείρες εγκληματικών προσώπων έχουν υιοθετήσει νέες μεθόδους κλοπής χρημάτων από πιστωτικές κάρτες όπου η γνώση των αριθμών ΡΙΝ δεν είναι απαραίτητη, καθώς για τη γνώση των εν λόγω αριθμών οι εν λόγω σπείρες έχουν στην κατοχή τους ειδικούς μηχανισμούς αποκωδικοποίησης της πιστωτικής κάρτας με τους οποίους καθίσταται δυνατή η αποκρυπτογράφηση των αριθμών ΡΙΝ, χωρίς να είναι απαραίτητο για τον κλέφτη να τους γνωρίζει προηγουμένως.». Υποστήριξε η ΜΕ2 τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν υπήρξε απρόσεκτη κατά τη χρήση των καρτών της ή/και των κωδικών αριθμών. Έθεσε το θέμα ως εξής στο Έγγραφο Δ꞉ «
  13. Περαιτέρω δε, επειδή διατηρώ χρόνια φιλικής σχέσης με την Ενάγουσα και επειδή σε πάρα πολλά ταξίδια αναψυχής είμαστε μαζί με την Ενάγουσα είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι η Ενάγουσα ποτέ της κατά την επίσκεψη της σε μηχανήματα ΑΤΜ δεν είχε γραμμένους τους κωδικούς σε οποιαδήποτε κάρτα και ούτε φύλαγε τους εν λόγω αριθμούς αποθηκευμένους οπουδήποτε στην τσάντα της, καθώς η Ενάγουσα αποτελεί μια έμπειρη επαγγελματία, η οποία χρησιμοποιούσε τις εν λόγω κάρτες καθημερινά. Περαιτέρω δε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού μας στην Θεσσαλονίκη, καθώς και σε κάθε άλλο ταξίδι όπου ήμασταν μαζί, η Ενάγουσα πάντοτε λάμβανε όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διατηρεί τις κάρτες της ασφαλείς και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για ένα πρόσωπο το οποίο δεν γνώριζε πώς να κρατά τις κάρτες της ασφαλείς, αφού λόγω της πολύχρονης της εμπειρίας οι πιστωτικές της κάρτες αποτελούν και το βασικό της εργαλείο.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Υποστήριξε η ΜΕ2 ότι ταξιδεύει συχνά με την Ενάγουσα στο εξωτερικό τόσο για δουλειές όσο και για αναψυχή. Βάσει προσωπικής γνώσης και εμπειρίας από τα κοινά τους ταξίδια, η ΜΕ2 δήλωσε ότι «Έτυχε πάρα πολλές φορές να χρησιμοποιήσει τις κάρτες της [η Ενάγουσα] σε καταστήματα χωρίς να χρειαστεί οποιαδήποτε βοήθεια, απλώς πληκτρολογούσε τo pin της και έπαιρνε, δεν ήταν ανάγκη να ανοίξει να κοιτάξει ή να θυμηθεί κάτι.». Κατέληξε η ΜΕ2 να διατυπώνει στη γραπτή της δήλωση το συμπέρασμα ότι - «Ως εκ τούτου, ως τραπεζιτική υπάλληλος, θεωρώ ότι η Εναγόμενη έχει παραβεί τους όρους της συμφωνίας της με την Ενάγουσα.». Αντεξετάστηκε η ΜΕ2 επί των πιο πάνω δηλώσεών της από τη συνήγορο Υπεράσπισης. Κατ' αρχάς, όσον αφορά τη συχνότητα των ταξιδιών που έκαναν μαζί με την Ενάγουσα, η ΜΕ2 δήλωσε ότι από το 2012 μέχρι το 2018 που κατέθεσε στο Δικαστήριο, πήγαν μαζί 4 ‑ 5 φορές, ενώ πριν το 2012, που είναι ο ουσιώδης χρόνος, θυμόταν να πήγαν μαζί 3 - 4 φορές, μεταξύ αυτών στην Τήνο και στην Αθήνα. Δεν παρακολουθούσε η ΜΕ2 την Ενάγουσα όλες τις ώρες σε όλα τα ταξίδια ούτε έβλέπε όλες τις συναλλαγές που έκανε η Ενάγουσα, αλλά έτυχε πολλές φορές που ήταν μαζί της να τη δει να ψωνίζει χρησιμοποιώντας τις κάρτες της. Την επίδικη ημερομηνία, 20.3.2012, ήταν μαζί με την Ενάγουσα στο κατάστημα στη Θεσσαλονίκη. Ίσως και να είχαν φτάσει στη Θεσσαλονίκη την ίδια ημέρα που πήγαν στο εν λόγω κατάστημα, πάντως δεν θυμόταν η ΜΕ2 να πήγαν σε οποιαδήποτε ΑΤΜ με την Ενάγουσα για να κάνει ανάληψη χρημάτων στις 20.3.2012 πριν επισκεφθούν το επίδικο κατάστημα, ούτε την είδε να χρησιμοποιεί την κάρτα της για να κάνει οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές πριν μεταβούν στο εν λόγω κατάστημα. Θυμόταν η ΜΕ2 ότι επειδή η Ενάγουσα ήθελε να δοκιμάσει ένα παπούτσι, κρατούσε η ίδια (η ΜΕ2) την τσάντα της Ενάγουσας. Μετά τη δοκιμή, η ΜΕ2 παρέδωσε την τσάντα στην Ενάγουσα και πήγαν πίσω προς το ταμείο για να πληρώσουν. Πόσες κάρτες και τί ακριβώς είδους κάρτες είχε η Ενάγουσα μέσα στο πορτοφόλι της τη δεδομένη στιγμή, δεν το γνώριζε η ΜΕ
  14. Δεν είδε ποιο ήταν το περιεχόμενο του πορτοφολιού της Ενάγουσας πριν φύγει από το ξενοδοχείο. Επομένως, η ΜΕ2 δεν είδε αν η Ενάγουσα είχε ο,τιδήποτε άλλο, πέραν από τις κάρτες της, στο πορτοφόλι της. Γι'αυτό και δεν ήξερε η ΜΕ2 να πει εάν στο πορτοφόλι της η Ενάγουσα διατηρούσε οποιοδήποτε έγγραφο που σχετίζεται με τις επίδικες κάρτες της, τη μέρα της κλοπής. Ωστόσο, κατά την άποψη της ΜΕ2, εφόσον η Ενάγουσα μεριμνούσε να έχει κλειστή την τσάντα της ή να την δίνει στην ΜΕ2 για ασφάλεια, έπεται ότι λάμβανε εκείνα τα μέτρα προφύλαξης που θα λάμβανε ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση της. Πάντως, η ίδια η ΜΕ2 δεν γνώριζε ποιος ήταν ο κωδικός αριθμός των καρτών της Ενάγουσας. Δεν της είχε εκμυστηρευτεί ποτέ η Ενάγουσα τον κωδικό αριθμό, ούτε το γεγονός ότι εκείνη διατηρούσε για τις κάρτες της τον αρχικό κωδικό που της είχε σταλεί από την Τράπεζα. Επεξηγώντας τί ακριβώς συνέβηκε μέσα στο κατάστημα στη Θεσσαλονίκη, η ΜΕ2 δήλωσε ότι ενόσω βρίσκονταν στο κατάστημα, όπου ακούστηκε πρώτη φορά ο ήχος που ήρθε μήνυμα στο κινητό της Ενάγουσας ότι συγκεκριμένο ποσό έχει ληφθεί από την κάρτα της, η ΜΕ2 είδε την Ενάγουσα που έβαλε την τσάντα της πάνω στον πάγκο και άρχισε να κοιτάζει, ενώ συνέχιζαν να έρχονται μηνύματα και διερωτήθηκε «Μα γιατί έρχονται μηνύματα;». Υπήρχε χρέωση, όμως κάποιες φορές τα μηνύματα ήταν προσπάθειες και έψαχνε η Ενάγουσα για τα πορτοφόλια της και αντιλήφθηκε ότι κάποιος της το πήρε. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με την JCC. Αφότου απάντησε η JCC και επιβεβαιώθηκαν τα στοιχεία της Ενάγουσας ως πελάτη, τερμάτισαν την κάρτα σε περίπου 1 λεπτό. Από την ώρα που απάντησαν το τηλέφωνο πήρε 5‑6 λεπτά να συμπληρωθεί η επιβεβαίωση των στοιχείων και ο τερματισμός των καρτών. Από την ώρα που αντιλήφθηκε η Ενάγουσα ότι της πήραν το πορτοφόλι μέχρι να γίνει ο τερματισμός, κατά την εκτίμηση της ΜΕ2 θα πέρασαν 15 - 20 λεπτά. Υποβλήθηκε στη ΜΕ2 από τη συνήγορο Υπεράσπισης η θέση ότι για τις κάρτες της Τράπεζας Κύπρου δεν αποστέλλονται μηνύματα για προσπάθειες ανάληψης, αλλά μόνο για επιτυχή χρήση της κάρτας αποστέλλονται μηνύματα. Η ΜΕ2 από την άλλη επέμεινε ότι είδε μηνύματα στο κινητό της Ενάγουσας που έδειχναν ότι έγινε προσπάθεια ανάληψης χρημάτων, που δεν έπιαναν λεφτά, που δεν ήταν «approved» τα ποσά. Δεν θυμόταν αν ήταν για τις κάρτες της Ελληνικής, επειδή ήταν συνέχεια που έρχονταν τα μηνύματα, ήταν όμως βέβαιη ότι είδε ένα μήνυμα ότι χρεώθηκε και άλλο που έτυχε να μην ήταν «approved». Αντεξεταζόμενη, η ΜΕ2 διευκρίνισε ότι ο αστυνομικός που επισκέφθηκαν στη Θεσσαλονίκη αυτή και η Ενάγουσα για να καταγγείλουν κλοπή των καρτών και των χρημάτων, αυτό που τους είπε ήταν απλώς ότι υπάρχει σπείρα που χρησιμοποιεί ειδικό μηχάνημα για ανίχνευση του pin. Δεν τους έδωσε λεπτομερή περιγραφή για τις μεθόδους κλοπής και για τα μηχανήματα ανίχνευσης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Τους μίλησε γενικά, δεν είπε κάτι συγκεκριμένο. Δεν τις είχε ρωτήσει ο Αστυνομικός εάν οι κάρτες είχαν χρησιμοποιηθεί ξανά προηγουμένως την ίδια μέρα από την Ενάγουσα σε ΑΤΜ. Δεν τους εξήγησε ο αστυνομικός πώς ήταν δυνατό να ανιχνευθούν οι αρχικοί μυστικοί κωδικοί αριθμοί χωρίς να είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως η κάρτα. Το μόνο που τους είπε είναι ότι οι δράστες έρχονται από Ρουμανία - Βουλγαρία, για διάστημα ενός μηνός, κάνουν ό,τι είναι να κάνουν και φεύγουν, χωρίς να εντοπιστούν από την Ελληνική Αστυνομία. Υποβλήθηκε στη ΜΕ2 από τη συνήγορο Υπεράσπισης, η θέση ότι δεν είναι δυνατή η ανίχνευση των αρχικών κωδικών αριθμών με τον τρόπο που τους εξήγησε ο αστυνομικός. Δεν μπορούσε να συμφωνήσει ή να το αρνηθεί η ΜΕ
  15. Η ΜΕ2 αντεξετάστηκε και αναφορικά με το συμπέρασμα που η ίδια διατύπωσε στη γραπτή της δήλωση ότι η Εναγόμενη είχε παραβεί τους όρους της συμφωνίας που είχε συνάψει με την Ενάγουσα. Διαφάνηκε ότι οι πληροφορίες που αυτή έδωσε, δεν αφορούσαν στο ποια συμφωνία ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης Τράπεζας, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν μέσα στο πεδίο γνώσης της ΜΕ2, παραμόνο αφορούσαν στο ποια πρακτική ίσχυε σε άλλη τράπεζα, όπου εργαζόταν η ΜΕ
  16. Συγκεκριμένα, η ΜΕ2 δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή της ότι στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα το ημερήσιο ανώτατο όριο ανάληψης χρημάτων από κάρτα ήταν για όλους τους πελάτες το ίδιο, δεν μπορούσε να συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των μερών. Ήταν καθορισμένο στα 500 ευρώ. Για τούτο το λόγο, δεν αναγράφεται πάνω στην αίτηση που υποβάλλει ο πελάτης για την έκδοση κάρτας. Πληροφορείτο ο πελάτης απλώς από την Τράπεζα για το ύψος του ανωτάτου ορίου αναλήψεων και για το δικαίωμα της τράπεζας να το αλλάξει. Εκείνο για το οποίο ο πελάτης είχε λόγο, ήταν το πιστωτικό του όριο, δηλαδή πόσα χρήματα θα μπορούσε ένας πελάτης να ξοδέψει συνολικά με την κάρτα του. Η ΜΕ2 δήλωσε ευθαρσώς ότι αυτή δεν γνώριζε τί ανώτατο ημερήσιο όριο είχε η Ενάγουσα για τη χρήση των πιστωτικών καρτών της με την Τράπεζα Κύπρου, όπως δεν γνώριζε ούτε ποιο ήταν το πιστωτικό όριο των καρτών της. Δεν γνώριζε η ΜΕ2 ποια η πρακτική της Τράπεζας Κύπρου, ούτε αν εφαρμόζει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στα ημερήσια όρια ανάληψης από κάρτες που χρησιμοποιούνται στο εξωτερικό αντί στο εσωτερικό της Κύπρου. Παραδέχθηκε η ΜΕ2 ότι αυτή δεν γνώριζε ποιοι ήταν οι όροι της συμφωνίας χορήγησης των καρτών που συνήφθη μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης Τράπεζας. Η μαρτυρία του ΜΕ
  17. Ο ΜΕ3 είναι άτομο που εργάζεται στην υπηρεσία της Εναγόμενης Τράπεζας τα τελευταία 28 χρόνια. Υπήρξε Διευθυντής στο Υποκατάστημα της Τράπεζας στην Αθηαίνου για 12 χρόνια όπου και ήταν πελάτιδά του η Ενάγουσα. Εξ όσων γνώριζε, η Ενάγουσα ήταν συνεπής προς τις υποχρεώσεις της στην Τράπεζα. Καθ'ον χρόνο έδινε κατάθεση στο Δικαστήριο, ο ΜΕ3 ήταν Βοηθός Διευθυντής στο υποκατάστημα στο Κίτι. Την Ενάγουσα τη γνώριζε από πολύ παλιά. Μεγάλωσαν μαζί, εφόσον τα πατρικά τους σπίτια ήταν διπλανά. Ο ΜΕ3 δήλωσε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του ότι, στις 21/3/2012 τηλεφώνησε σε αυτόν η Ενάγουσα, ενόσω ο ίδιος εργαζόταν στο υποκατάστημα της Εναγόμενης Τράπεζας στο Κίτι, για να του δηλώσει ότι έχασε τις κάρτες της και ότι εκείνος που τις έκλεψε, έπιασε λεφτά από τις κάρτες της. Όσον αφορά τα ποσά που αναλήφθηκαν χωρίς την εξουσιοδότηση της Ενάγουσας, ο ΜΕ3 είδε και αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου τα έγγραφα που ο ίδιος απέστειλε στην Ενάγουσα, όταν του το ζήτησε, στα οποία καταγράφονταν οι συναλλαγές που έγιναν με τη χρήση των επίδικων καρτών από τις ΑΤΜ στη Θεσσαλονίκη (βλ. τα Τεκμήρια Α, Β και Γ προς αναγνώριση, τα οποία κατατέθηκαν από τον ίδιο ως κανονικά τεκμήρια με ένδειξη «Έγγραφα Ε, Στ και Ζ», αντίστοιχα. Ο ΜΕ3 διέψευσε τα λεγόμενα της Ενάγουσας όσον αφορά το τί η ίδια ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι της είχε δηλώσει ο ΜΕ3 σχετικά με το εφαρμοστέο ημερήσιο όριο αναλήψεων από τις κάρτες της. Ήταν η θέση του ότι αυτό που της είχε πει ήταν ότι το ημερήσιο όριο για αναλήψεις στην Κύπρο από ΑΤΜ ήταν €800, ενώ για το τί ίσχυε στο εξωτερικό δεν ήταν σίγουρος και, αφού το διευκρίνισε, είτε την ίδια ημέρα είτε την επομένη, της ανέφερε ότι για το εξωτερικό το ανώτατο ημερήσιο όριο ήταν €
  18. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΕ3 εξήγησε ότι το ανώτατο ημερήσιο όριο δεν είναι γραμμένο στους όρους της σύμβασης που συνάπτει ένας πελάτης με την τράπεζα όταν εκδίδονται οι κάρτες του. Είναι μεταβλητό όριο, αναλόγως του είδους του προϊόντος, αφού από καιρού εις καιρόν αλλάζει. Αποφασίζεται από την Τράπεζα και ανακοινώνεται στον πελάτη. Δεν αναγνώρισε ο ΜΕ3 το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α ως περιέχον τους γενικούς όρους για τη χρήση και λειτουργία καρτών που είχε η συμφωνία της Ενάγουσας με την Εναγόμενη. Ο λόγος που δεν το αναγνώρισε είναι διότι δεν έφερε υπογραφές συμβαλλομένων μερών, ούτε το λογότυπο της τράπεζας. Δεν ήταν ενήμερος ο ΜΕ3 ότι θα χρειαζόταν να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το έντυπο της αίτησης της Ενάγουσας για την έκδοση των επίδικων καρτών. Δεν είχε, πάντως, υπόψη του ο ΜΕ3 να υπήρξε ειδική συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης για τον καθορισμό του ανωτάτου ημερήσιου ορίου αναλήψεων στα €
  19. Ούτε είχε υπόψη του ο ΜΕ3 να υπήρξε γραπτό αίτημα της Ενάγουσας οποτεδήποτε για μείωση του ποσού του ημερήσιου ορίου. Αν υπήρχε, θα φαινόταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του. Διευκρίνισε ο ΜΕ3 ότι αυτός δεν διερεύνησε αν υπήρξε τέτοιο αίτημα από πλευράς Ενάγουσας προς την Τράπεζα ή/και οποιαδήποτε μεταξύ τους ειδική συμφωνία, προτού αυτός έρθει στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία, εφόσον δεν του ζητήθηκε να το ελέγξει. Πάντως, όταν ο ίδιος ανακοίνωσε στην Ενάγουσα ποιο ήταν το ανώτατο ημερήσιο όριο αναλήψεων (€2000 στο εξωτερικό), δεν θυμάται να του είχε διαμαρτυρηθεί ότι η ίδια είχε συμφωνήσει προηγουμένως με την Τράπεζα για μικρότερο ποσό (ήτοι χαμηλότερο όριο). Ο ΜΕ3 παρατήρησε ότι, όπως γνωρίζει, από την πείρα του ως τραπεζικός, οι πελάτες της Τράπεζας δεν έχουν «υποχρέωση» ν' αλλάξουν τους αρχικούς κωδικούς αριθμούς των καρτών που παραλαμβάνουν κατά την έκδοσή τους, αλλά έχουν τη «δυνατότητα» να το πράξουν. Η μαρτυρία του ΜΕ
  20. Ο κ. XXXXX Σπυρίδης, ο οποίος εργάζεται στην εταιρεία JCC Payment Systems (στο εξής «η JCC») από το
  21. Είναι Προϊστάμενος του Τμήματος Εργασιών και Εξυπηρέτησης Πελατών. Εξυπηρετούν τους εμπόρους και τους κατόχους των καρτών των εμπορικών τραπεζών σε μη εργάσιμες ώρες, περιλαμβανομένων των πελατών της Τράπεζας Κύπρου. Για την Τράπεζα Κύπρου, το τηλεφωνικό κέντρο της ίδιας της τράπεζας εργάζεται από τις 8 π.μ. μέχρι τις 8 μ.μ.. Στην JCC το τηλεφωνικό κέντρο απαντά στην τηλεφωνική γραμμή 24 ώρες το 24ωρο. Όταν ληφθεί κλήση στο τηλεφωνικό κέντρο της JCC, υπάρχει μενού επιλογών αναλόγως του ποιος τηλεφωνεί꞉ (α) Αν αυτός που τηλεφωνεί είναι έμπορας. (β) Αν αυτός που τηλεφωνεί είναι κάτοχος κάρτας που απωλέσθηκε ή κλάπηκε. (γ) Αν αυτός που τηλεφωνεί είναι κάτοχος κάρτας JCC Smart. (δ) Αν αυτός που τηλεφωνεί είναι κάτοχος καρτών για οποιεσδήποτε άλλες ερωτήσεις. Οι επιλογές (α) και (γ) ανωτέρω εξυπηρετούνται από χειριστές της JCC 24 ώρες το 24ωρο. Η επιλογή (δ) δεν μεταφέρεται ποτέ σε χειριστή της JCC. Η επιλογή (β), ήτοι η κλήση από πρόσωπο του οποίου οι κάρτες έχουν απωλεσθεί ή κλαπεί, θα μεταφερθεί σε χειριστή της JCC όταν η τράπεζά του είναι κλειστή, ήτοι μετά τις 8 μ.μ. και μέχρι τις 8 π.μ.. Σε εργάσιμες ώρες του τηλεφωνικού κέντρου της τράπεζας, η κλήση που λαμβάνει η JCC εκτρέπεται προς το τηλεφωνικό κέντρο της τράπεζας, αφού παρέχεται μενού επιλογής της τράπεζας με την οποία συνεργάζεται αυτός που τηλεφωνεί. Προτού προσέλθει στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία, αυτό το οποίο ερεύνησε ο ΜΕ4 ήταν αν έγινε τηλεφωνική κλήση στο τηλεφωνικό κέντρο της JCC την επίδικη ημερομηνία, ήτοι στις 20.3.2012, από την Ενάγουσα. Ερεύνησε ο ΜΕ4 το σύστημα ηχογραφήσεων που διατηρεί η JCC τις πιθανές ώρες που μπορεί να διενεργήθηκε το συγκεκριμένο τηλεφώνημα από την Ενάγουσα, αλλά δεν εντόπισε οτιδήποτε. Εάν η Ενάγουσα τηλεφώνησε μεταξύ 7꞉30 μ.μ. και 8꞉30 μ.μ. και δεν απάντησε η JCC, σημαίνει ότι θ'απάντησε η ίδια η Τράπεζα Κύπρου. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ4, του υποβλήθηκε ότι συνήθως στο έντυπο με το οποίο αποστέλλεται μια κάρτα σε πελάτη κατά την έκδοσή της από την τράπεζα, αναγράφεται και το τηλέφωνο στο οποίο ο πελάτης δύναται να τηλεφωνήσει σε περίπτωση κλοπής εντός εργάσιμων ωρών και άλλος αριθμός σε περίπτωση κλοπής εκτός εργάσιμων ωρών. Δεν διαφώνησε ο ΜΕ
  22. Δεν αντεξετάσθηκε ο ΜΕ4 σε σχέση με ο,τιδήποτε άλλο από τα πιο πάνω λεχθέντα του. Η μαρτυρία της ΜΥ
  23. Η ΜΥ1 δήλωσε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου από το
  24. Τώρα υπηρετεί στην Υπηρεσία Καρτών της Τράπεζας, ως Προϊστάμενη στο Τμήμα Απάτης. Αρχικά, από το 2000, υπό την ιδιότητά της ως Λειτουργού στο Τμήμα Απάτης ασχολείτο με τα θέματα διερεύνησης απάτης και αμφισβητούμενων συναλλαγών, ενώ από το 2003 προΐσταται του εν λόγω Τμήματος. Τα καθήκοντά της περιλαμβάνουν τη διερεύνηση και διαχείριση της απάτης, καθώς επίσης τη διενέργεια διαφόρων ενεργειών για την πρόληψη και αποφυγή της απάτης, τη διαχείριση του κινδύνου με απώτερο σκοπό τη μείωση της απάτης και κατ' επέκταση της ζημιάς της Τράπεζας. Καθημερινά στο Τμήμα της ΜΥ1 μελετούν διάφορα εγχειρίδια (manuals), ενημερώνονται από τους οργανισμούς Visa και MasterCard και παρακολουθούν συστηματικά σεμινάρια και συνέδρια για το πώς θα αντιμετωπίσουν τέτοιες περιπτώσεις. Ταυτόχρονα, παρακολουθούν τις διάφορες εξελίξεις σε θέματα βελτίωσης, σε θέματα συστημάτων της Τράπεζας, γενικά για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου θέματος. Η ΜΥ1 δήλωσε ότι έχει μελετήσει πολύ προσεκτικά την παρούσα υπόθεση, γι'αυτό και γνωρίζει ακριβώς τι συμβαίνει. Η ίδια δεν γνωρίζει προσωπικά την Ενάγουσα, αλλά γνωρίζει ότι είχε και έχει συνεργασία με την Τράπεζα, αφού διατηρεί λογαριασμούς και κάρτες. Μελετώντας το ιστορικό των καρτών της Ενάγουσας, η ΜΥ1 γνωρίζει ότι η Ενάγουσα διατηρούσε διάφορα είδη καρτών από το 2000, κάποιες από τις οποίες έχουν κλείσει και κάποιες άλλες που ανανεώνονταν αυτόματα. Περιέγραψε η ΜΥ1 τις τρεις επίδικες κάρτες της Ενάγουσας λέγοντας ότι꞉ · Η μια κάρτα ήταν τύπου «Amex». · Η δεύτερη κάρτα ήταν μια χρεωστική κάρτα ενωμένη με τον τρεχούμενο λογαριασμό της Ενάγουσας. · Η Τρίτη κάρτα ήταν μια πιστωτική κάρτα, Visa. Οι συγκεκριμένες τρεις επίδικες κάρτες είχαν εκδοθεί το 2008, είχαν ανανεωθεί το 2010 και μετά ακυρώθηκαν το 2012, λόγω του ότι καταγγέλθηκε από την Ενάγουσα ότι είχαν κλαπεί. Της εκδόθηκαν καινούριες. Εξήγησε η ΜΥ1 τη διαδικασία έκδοσης μιας πιστωτικής κάρτας. Ο πελάτης πηγαίνει στο υπεύθυνο του κατάστηματός του και αιτείται την κάρτα μαζί με συγκεκριμένο πιστωτικό όριο, εφόσον πρόκειται για πιστωτική κάρτα. Το κατάστημα εφαρμόζει τις δέουσες διαδικασίες για να εγκριθεί το αιτούμενο πιστωτικό όριο και, αν εγκριθεί το όριο, τότε το αίτημα αποστέλλεται στην Υπηρεσία καρτών, η οποία φροντίζει για την έκδοση της κάρτας και του pin. Το πλαστικό της κάρτας που εκδίδεται, επικολλάται σε ένα χαρτί και, μαζί με συνοδευτική επιστολή, αποστέλλεται στο κατάστημα του πελάτη, ενώ το pin τυπώνεται σε κλειστό σφραγισμένο φάκελο, ο οποίος αποστέλλεται στην ταχυδρομική διεύθυνση του πελάτη. Δηλαδή, η κάρτα και το pin ποτέ δεν πηγαίνουν στον ίδιο τόπο. Όλες οι κάρτες της Τράπεζας Κύπρου είναι εκδομένες με την τεχνολογία «chip» από το
  25. Βεβαίωσε η ΜΥ1 ότι οι επίδικες κάρτες της Ενάγουσας, όταν είχαν ανανεωθεί το 2010 (οι δύο κάρτες τον Οκτώβριο του 2010 και η άλλη κάρτα τον Αύγουστο του 2010), είχαν το chip. Όπως εξήγησε η ΜΥ1, το chip είναι ένα μικρό κομπιουτεράκι, είναι μια έξυπνη τεχνολογία που είναι ενσωματωμένη στο πλαστικό της κάρτας. Με οδηγίες των οργανισμών Visa και MasterCard, ο κύριος σκοπός ενσωμάτωσης της τεχνολογίας αυτής ήταν για να γίνονται ασφαλείς συναλλαγές, ειδικότερα για να μην μπορούν να αντιγραφούν οι κάρτες, έτσι ώστε να επιτευχθεί μείωση των περιπτώσεων απάτης που αφορούν την αντιγραφή των καρτών. Είδε και αναγνώρισε η ΜΥ1 ενώπιον του Δικαστηρίου τα «Έγγραφα Β και Γ» ως αυτά που αποστέλλονται στον πελάτη όταν εκδίδεται μια καινούργια κάρτα ή όταν ανανενώνεται. Στα έγγραφα αυτά, δίδονται οδηγίες στον πελάτη και πληροφορίες για την ασφάλεια της κάρτας του και κυρίως πληροφορίες για τον προσωπικό μυστικό αριθμό. Κληθείσα να εξηγήσει πώς λειτουργεί μια πιστωτική κάρτα τύπου Amex Visa, η ΜΥ1 δήλωσε ότι όλες οι συναλλαγές που γίνονται με αυτήν, για αναλήψεις μετρητών από ATM, οπωσδήποτε και απαραίτητα εξαρτώνται από τη χρήση του pin. Δεν μπορεί να γίνει συναλλαγή σε ATM χωρίς χρήση του pin. Είναι ο τρόπος που λειτουργούν γενικά οι κάρτες. Επίσης, με την τεχνολογία chip τα τελευταία χρόνια, αν το συγκεκριμένο τερματικό του εμπόρου είναι αναβαθμισμένο με την τεχνολογία chip, τότε οι συναλλαγές που γίνονται στα συγκεκριμένα τερματικά είναι με τη χρήση του pin. Μόνο μια με δύο χώρες ανά τον κόσμο δεν έχουν αναβαθμίσει τα τερματικά τους σε τεχνολογία chip. Όσον αφορά τα όρια που εφαρμόζονται ως προς τη χρήση των καρτών, η ΜΥ1 εξήγησε ότι υπάρχουν δύο όρια꞉ · Το πιστωτικό όριο, που είναι το όριο που αιτείται ο πελάτης. · Tο ημερήσιο όριο ή όριο ασφαλείας ή "day limit" όπως λέγεται στα αγγλικά, είναι το όριο που καθορίζει η κάθε τράπεζα ξεχωριστά για το ημερήσιο συνολικό ποσό συναλλαγών και για το μέγιστο αριθμό συναλλαγών που μπορεί να κάνει ένας κάτοχος την ημέρα. Για να επεξηγήσει τη διαφορά ανάμεσα στα δύο όρια, η ΜΥ1 έδωσε ως παράδειγμα ότι μπορεί το πιστωτικό όριο που ενέκρινε η Τράπεζα να είναι €10.000, αλλά το ημερήσιο όριο αναλήψεως μετρητών να είναι €5.000, άρα ο πελάτης την κάθε μέρα μπορεί να πάρει μέχρι €5.000 και όχι €10.000 που είναι το πιστωτικό όριο. Ανέφερε, επίσης, η ΜΥ1 ότι υπάρχουν όρια για αναλήψεις μετρητών, περαιτέρω υπάρχουν διαφορετικά όρια για αγορές και μπορεί να διαφέρουν, έτι περαιτέρω, τα όρια για το εξωτερικό σε σχέση προς εκείνα που ισχύουν για την Κύπρο. Τα όρια τα καθορίζει η τράπεζα και καθορίζονται ανά προϊόν, αναλόγως του αν μια κάρτα είναι χρυσή ή χρεωστική ή πιστωτική και αναθεωρούνται από την τράπεζα ανάλογα με τις ανάγκες των πελατών, της αγοράς και για λόγους ασφάλειας φυσικά. Ο κάθε κάτοχος μπορεί να αιτηθεί να αλλάξει το συγκεκριμένο όριο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, ήτοι το 2012, για τη χρήση των επίδικων καρτών στο εξωτερικό ίσχυε ένα όριο συναλλαγών, ήτοι ο μέγιστος αριθμός επιτρεπόμενων συναλλαγών ανά ημέρα ήταν πέντε συναλλαγές και ένα ποσοτικό όριο, ήτοι ημερήσιο όριο συνολικών αναλήψεων €
  26. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, για τη χρήση των επίδικων καρτών στην Κύπρο ίσχυε το ημερήσιο όριο των πέντε συναλλαγών και το ποσοτικό όριο των €800 ευρώ για ανάληψη μετρητών. Η ΜΥ1 δήλωσε ότι η ίδια έχει κάνει έλεγχο και δεν φάνηκε πουθενά να υπήρξε αίτημα από την Ενάγουσα στα συστήματα της τράπεζας για μείωση του ορίου. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε η ΜΥ1 «Αν υπήρχε, θα το βλέπαμε. Όλα τα αιτήματα και τις συναλλαγές μπορούμε να τα δούμε στο σύστημα, αλλά δεν υπήρχε τέτοιο αίτημα.». Όπως διευκρίνισε η ΜΥ1, για να ελέγξει το όλο ζήτημα, αυτή επικοινώνησε με το υπεύθυνο κατάστημα όπου διατηρούσε η Ενάγουσα τους λογαριασμούς της και έχουν ελέγξει τα αρχεία τους (files) και δεν έχουν βρει οποιανδήποτε οδηγία γραπτή από την πελάτισσα. Όσον αφορά το ερώτημα της συνηγόρου Υπεράσπισης τί γνωρίζει η ΜΥ1 για τη φύλαξη του μυστικού κωδικού αριθμού που αποστέλλεται στον πελάτη για την κάθε κάρτα του σε κλειστό φάκελο, η ΜΥ1 εξήγησε ότι ο εν λόγω κωδικός αριθμός δεν φυλάγεται πουθενά στην Τράπεζα, ούτε στα συστήματα της τράπεζας ούτε στη μαγνητική ταινία της κάρτας ούτε το chip της κάρτας. Ο μυστικός κωδικός αριθμός τυπώνεται στο συγκεκριμένο χαρτί που σφραγίζεται και αποστέλλεται στον πελάτη. Για να τον δει ο πελάτης, θα χρειαστεί είτε να σχίσει το χαρτί είτε να το κόψει με ψαλίδι και είναι η πρώτη φορά που βλέπει ο πελάτης τον κωδικό αριθμό και είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτεται ο κωδικός αυτός. Στη μαγνητική ταινία της κάρτας υπάρχουν κρυπτογραφημένοι κωδικοί - κλειδιά, το λεγόμενο PVV που είναι κάτω από τα private keys της τράπεζας και για να μπορέσει κάποιος να αποκρυπτογραφήσει τους συγκεκριμένους κωδικούς, χρειάζεται να έχει άλλα ηλεκτρονικά κλειδιά της τράπεζας, τα οποία με τη σειρά τους βρίσκονται κάτω από άλλα ηλεκτρονικά κλειδιά της τράπεζας. [Σημειωτέον ότι η ΜΥ1 κατονόμασε τα εν λόγω κλειδιά, αλλά για χάριν διαφύλαξης της ασφάλειας του συστήματος, δεν αποκαλύπτονται στο κείμενο της παρούσας απόφασης.] Αυτά τα τρίτα ηλεκτρονικά κλειδιά της τράπεζας διέπονται από διπλό σύστημα πρόσβασης, είναι πολύ σημαντικά κλειδιά και, αν οποιοσδήποτε καταφέρει να βρει αυτά τα συγκεκριμένα κλειδιά, σημαίνει ότι μπορεί να αποκωδικοποιήσει, να αποκρυπτογραφήσει όλους τους κωδικούς αριθμούς (τα pins) των πελατών της τράπεζας και θα έχει πρόσβαση σε όλα τα κλειδιά των συστημάτων της τράπεζας. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος. Χαρακτήρισε «αδύνατον να συμβεί κάτι τέτοιο» η ΜΥ1, αφού, όπως παρατήρησε, «δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα πουθενά στον κόσμο, γι' αυτό και αυτοί οι servers όπου διατηρούνται αυτά (τα κλειδιά) φυλάσσονται με πάρα πολύ αυστηρά συστήματα πρόσβασης και ελέγχονται πολύ αυστηρά και συστηματικά από εξωτερικούς ελεγκτές αλλά και από χρονιαίους ελέγχους για τους οργανισμούς Visa και MasterCard». Επικαλέστηκε την εικοσαετή πείρα της η ΜΥ1 για να στηρίξει τη γνώση της αυτή. Υποδείχθηκαν στη ΜΥ1 τα Έγγραφα Ε έως Ζ, τα οποία καταγράφουν τις αμφισβητούμενες συναλλαγές και της ζητήθηκε να περιγράψει τί αναφέρεται εκεί. Η ΜΥ1 δήλωσε τα εξής꞉ · Στο Έγγραφο Ε που αφορά στον αριθμό της κάρτας που τελειώνει σε 1466, φαίνεται ότι στις 20/03/2012 έχουν γίνει τέσσερις προσπάθειες χρήσης της συγκεκριμένης κάρτας꞉ - Οι δύο πρώτες συναλλαγές οι οποίες έχουν γίνει η ώρα 19:24 και 19:25 είναι για €750 η καθεμιά και έχουν εγκριθεί, δηλαδή ο χρήστης έχει πάρει τα λεφτά. Ο κωδικός που φαίνεται εδώ είναι «00» που σημαίνει ότι οι συναλλαγές έχουν εγκριθεί. - Η τρίτη συναλλαγή έγινε η ώρα 19:25 για €750, αλλά δεν έχει εγκριθεί, γι'αυτό και ο κωδικός «61» που σημαίνει ότι έχουν ξεπεραστεί τα ημερήσια όρια ανάληψης που αφορούν το ποσό. Δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, επειδή το όριο ήταν δύο χιλιάδες ευρώ και είχαν ήδη γίνει δύο συναλλαγές των €750, δηλαδή συνολικά €
  27. 500, όταν επιχειρήθηκε η τρίτη συναλλαγή που ήταν για €750, θα ξεπερνούσε τις δύο χιλιάδες ευρώ, οπόταν απορρίφθηκε. - Η τέταρτη προσπάθεια έγινε στις 19:42 για €200 και η συναλλαγή αυτή απορρίφθηκε με κωδικό «04» που σημαίνει ότι η συγκεκριμένη κάρτα έχει ακυρωθεί σαν κλεμμένη στα συστήματα της τράπεζας. - Όλες οι συγκεκριμένες συναλλαγές έχουν γίνει στην ίδια ATM στη Θεσσαλονίκη. - Δεν φαίνεται να έγιναν οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές από τις 19/03 μέχρι τις 21/03, ούτε οποιαδήποτε συναλλαγή με λάθος pin, κάτι που σημαίνει ότι και στις τέσσερις προσπάθειες χρησιμοποιήθηκε το σωστό pin. - Αν γινόταν από τον δράστη προσπάθεια να εισαγάγει ένα άλλο pin, όχι το πραγματικό pin της κάρτας, θα φαινόταν στη στήλη που γράφει «Resp. Code» με την ένδειξη «05» που σημαίνει απόρριψη λόγω εσφαλμένου κωδικού «declined pin». Στο Έγγραφο Ε δεν φαίνεται καμία τέτοια συναλλαγή, άρα αυτός που χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη κάρτα ήξερε απευθείας τον μυστικό κωδικό αριθμό. · Στο Έγγραφο Στ, που αφορά στην κάρτα Amex, η οποία τελειώνει σε ψηφία «990», φαίνεται ότι έχουν γίνει έξι προσπάθειες στις 20/03/2012꞉ - Η πρώτη συναλλαγή έγινε για €500 στις 19:20 στην Τράπεζα Κύπρου στη Θεσσαλονίκη στην ATM. - Η δεύτερη συναλλαγή έγινε για €400 στις 19:28 και έγινε στην τράπεζα Alpha Bank στη Θεσσαλονίκη και έχει εγκριθεί και αυτή. - Η τρίτη συναλλαγή έγινε για €600 στις 19:29 στην τράπεζα Alpha Bank στη Θεσσαλονίκη και με επιτυχία έχουν πάρει τα λεφτά. - Η τέταρτη συναλλαγή για €600 έγινε πάλι στην ATM της τράπεζας Alpha Bank στη Θεσσαλονίκη, αλλά έχει απορριφθεί πάλι με τον κωδικό «61», λόγω του ότι είχαν ξεπεραστεί τα ημερήσια όρια. Δηλαδή, οι τρεις προηγούμενες συναλλαγές συμποσούνταν σε €
  28. 500 και με την τέταρτη ανάληψη χρημάτων για €600 οι αναλήψεις θα ανέρχονταν σε €2.100, που ήταν άνω από το ημερήσιο όριο των €2000, γι'αυτό και απερρίφθη. - Η πέμπτη συναλλαγή έγινε στις 19:30 για €400 από την ATM της Alpha Bank και εγκρίθηκε γιατί ήταν μέσα στα ημερήσια όρια. - Η τελευταία συναλλαγή έγινε στις 19:36 για €100 από την ATM της Τράπεζας Κύπρου στη Θεσσαλονίκη, αγγίζοντας έτσι με αυτήν το συνολικό ποσό εγκριμένο συναλλαγών των €
  29. - Ουδεμία από τις πιο πάνω συναλλαγές έγινε με χρήση λάθος κωδικού της συγκεκριμένης κάρτας. · Στο Έγγραφο Ζ, το οποίο αφορά την κάρτα Visa που τελειώνει σε 4640 δεν έχουν γίνει οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές εκτός τις συναλλαγές που έγιναν στις 20/03 ως εξής꞉ - Στις 19:12 έγινε μια ανάληψη μετρητών για €200 στη Θεσσαλονίκη στην ATM της Πλατείας Ελευθερίας. - Στις 19:13 έγινε ανάληψη για €300 πάλι στην ίδια ATM. - Στις 19:14 έγινε ακόμη μια ανάληψη για €200 εγκριμένη και αυτή στην ίδια ATM. - Στις 19:20 έγινε μια ανάληψη των €750 στην ATM της Τράπεζας Κύπρου. - Στις 19:21 απερρίφθη μια ανάληψη στην ίδια ATM της Τράπεζας Κύπρου για €1.000, με κωδικό «61» που σημαίνει ότι απερρίφθη διότι θα ξεπερνούσε το ημερήσιο όριο, αφού οι προηγηθείσες αναλήψεις συμποσούνταν σε €1.450 και με την επιχειρούμενη ανάληψη για €1.000, θα υπήρχε υπέρβαση του ανωτάτου ημερήσιου ορίου των €2.
  30. - Ακολούθησαν ακόμα δύο συναλλαγές στις 19:21 και 19:39 για €750 η καθεμιά στην ίδια ATM και απερρίφθησαν με κωδικό «61» λόγω του ότι θα ξεπερνούσαν το ημερήσιο όριο. - Στις 19:40 έγινε μια ανάληψη μετρητών για €200 στην ATM της Τράπεζας Κύπρου εγκρίθηκε. - Στις 19:40 έγινε ακόμη μια προσπάθεια στην ίδια ATM για €200, αλλά η συναλλαγή αυτή ακυρώθηκε με κωδικό «65», που σημαίνει ότι έχει ξεπεραστεί το ημερήσιο όριο που αφορά τον αριθμό συναλλαγών. Δηλαδή, είχαν γίνει μέχρι εκείνο το λεπτό πέντε συναλλαγές εγκριμένες, οπόταν αυτή που ήταν η 6η κατά σειρά, απορρίφθηκε παρ' όλο που δεν θα προκαλούσε υπέρβαση του ανωτάτου ημερήσιου ορίου των €2.
  31. - Το ίδιο συνέβηκε και για την επόμενη ανάληψη που επιχειρήθηκε στις 19:41 για €100 στην ίδια ATM. Και πάλιν απορρίφθηκε γιατί είχε ξεπεραστεί ο μέγιστος αριθμός συναλλαγών. - Η τελευταία συναλλαγή έγινε στις 20/3 η ώρα 22:08 στην ATM της Alpha Bank για €40 και ο κωδικός είναι «04» που σημαίνει ότι η κάρτα είχε ακυρωθεί σαν κλεμμένη στο σύστημα της τράπεζας. - Για όλες τις πιο πάνω συναλλαγές είχε χρησιμοποιηθεί ο σωστός κωδικός αριθμός. Δεν έγινε καμία συναλλαγή με τη χρήση λανθασμένου κωδικού. Φαίνεται ότι ο δράστης γνώριζε ακριβώς από την αρχή ποιος κωδικός αφορούσε ποιαν κάρτα γιατί δεν έγινε καμία ανεπιτυχής προσπάθεια να δοκιμάσει, να επιβεβαιώσει τους αριθμούς. Eξέφρασε την πεποίθηση η ΜΥ1 ότι από τη στιγμή που χρησιμοποιείται το πλαστικό της κάρτας και ο σωστός κωδικός αριθμός δεν μπορούσαν ν' αποφευχθούν οι συναλλαγές. Τούτο διότι δεν μπορούσε να καταλάβει η Τράπεζα ότι χρησιμοποιείτο από κάποιο τρίτο πρόσωπο, άλλο από το νόμιμο κάτοχο της κάρτας. Το μέτρο που λαμβάνει η Τράπεζα, για να προστατεύσει τον νόμιμο κάτοχο σε περιπτώσεις όπου έχει κλαπεί η κάρτα του, είναι η εφαρμογή των καθορισμένων ανωτάτων ημερήσιων ορίων και ο περιορισμός του αριθμού των επιτρεπόμενων συναλλαγών, ούτως ώστε, αν επισυμβεί απάτη, η ζημιά να περιοριστεί μέχρι ενός ορισμένου ποσού. Το άλλο προστατευτικό μέτρο που λαμβάνει η Τράπεζα είναι το να αποστέλλει υποχρεωτικά στο νόμιμο κάτοχο των καρτών ενημερωτικά sms, για να τον ενημερώνει για τις συναλλαγές του, ούτως ώστε ο πελάτης αν εντοπίσει οτιδήποτε ύποπτο, να ενημερώσει την τράπεζα, για να ακυρωθεί η κάρτα του. Στην παρούσα υπόθεση, μόλις η Ενάγουσα ενημέρωσε την Τράπεζα για τις μη εξουσιοδοτημένες από την ίδια συναλλαγές, η Τράπεζα ακύρωσε αμέσως τις κάρτες, γι' αυτό και φαίνεται ότι επιχειρήθηκαν συναλλαγές που σταμάτησαν, λόγω του ότι ήταν ακυρωμένες ήδη οι κάρτες. Η ΜΥ1 ανέφερε ότι, από έρευνα που έχει κάνει στα συστήματα της Τράπεζας, διαπίστωσε ότι η πελάτισσα δεν είχε αλλάξει κανέναν από τους μυστικούς κωδικούς αριθμούς. Αποκλείεται οι αρχικοί κωδικοί που είχαν εκδοθεί από την Τράπεζα να ήταν οι ίδιοι και για τις τρεις κάρτες της Ενάγουσας, αφού για την κάθε κάρτα εκδίδεται ένας μοναδικός κωδικός αριθμός. Η ΜΥ1 περιέγραψε δύο - τρία από τα πιο γνωστά είδη απάτης που συμβαίνουν με τις πιστωτικές κάρτες꞉ · Ένα είδος απάτης είναι η απάτη που γίνεται με κλεμμένες ή απωλεσθείσες κάρτες, δηλαδή ο κάτοχος της κάρτας δηλώνει την απώλεια ή κλοπή της κάρτας του, γίνονται συναλλαγές από τον κλέφτη και μετά ο νόμιμος κάτοχος αμφισβητεί τις συγκεκριμένες συναλλαγές ως μη εξουσιοδοτημένες. Αν οι συγκεκριμένες συναλλαγές που γίνονται έχουν γίνει στην ATM, όπου γίνεται η χρήση του pin, αυτό σημαίνει ότι με κάποιον τρόπο έγινε αποκάλυψη του pin του γνήσιου που είχε ο κάτοχος. · Το δεύτερο είδος απάτης είναι το λεγόμενο «card not present fraud» που αφορά απάτη στο διαδίκτυο, δηλαδή εκεί κάποιος υποκλέπτει τον αριθμό της κάρτας και την ημερομηνία λήξης της κάρτας, χωρίς να χρησιμοποιεί το πλαστικό της κάρτας, αφού οι συναλλαγές γίνονται στο διαδίκτυο. · Το τρίτο είδος απάτης είναι η λεγόμενη «πλαστή απάτη» (counterfeit fraud). Βασικά γίνεται αντιγραφή του πλαστικού, κλωνοποιείται δηλαδή το πλαστικό. Ο νόμιμος κάτοχος της κάρτας δηλώνει ότι έχει στην κατοχή του το γνήσιο πλαστικό, αλλά αμφισβητεί συναλλαγές που έχουν γίνει με το πλαστικό παρόν στη συναλλαγή, δηλαδή γίνεται χρήση πλαστικού ενόσω ο πελάτης έχει το γνήσιο πλαστικό στην κατοχή του, που σημαίνει ότι «έχει κλωνοποιηθεί το πλαστικό», δηλαδή έχουν αντιγραφεί στοιχεία από τη μαγνητική ταινία της κάρτας και όχι το chip. Για να γίνει τέτοιου είδους απάτη προηγείται οπωσδήποτε γνήσια χρήση από τον κάτοχο. Δηλαδή, για να μπορέσει να αντιγραφτεί μια κάρτα, σημαίνει ότι ο κάτοχος έχει χρησιμοποιήσει το πλαστικό και οι απατεώνες βάζουν ένα μηχάνημα είτε στην ATM είτε στο τερματικό του έμπορου το λεγόμενο «skimmer» και αντιγράφουν το πλαστικό. Αν η συναλλαγή που αμφισβητεί ο πελάτης γίνει και με τη χρήση του pin, σημαίνει ότι ο πελάτης την ώρα που έκανε τη γνήσια συναλλαγή του, ο απατεώνας κατάφερε να υποκλέψει και το pin. Η ΜΥ1 έδωσε και ορισμένα παραδείγματα για το πώς γίνεται η υποκλοπή του pin. Από τις πιο διαδεδομένες μεθόδους είναι η αντιγραφή που γίνεται στην ATM, όπου οι απατεώνες βάζουν μια κάμερα πάνω στην ATM, ούτως ώστε να μπορεί να αποθανατίσει τον κάτοχο που πληκτρολογεί το pin, να δει το pin, να αντιγραφεί η κάρτα από το μηχάνημα και να ενώσει την κάρτα με το συγκεκριμένο pin που είδε από την κάμερα. Κάποιες φορές βάζουν στο πληκτρολόγιο της ATM μια μεμβράνη ή ένα πλαστικό ψεύτικο πληκτρολόγιο και όταν ο πελάτης πληκτρολογήσει τον κωδικό αριθμό (pin) το υποκλέπτουν. Σε κάθε περίπτωση, τέτοιου είδους απάτη γίνεται όταν η γνήσια κάρτα είναι στην κατοχή του πελάτη. Συνήθως, δηλαδή προηγούνται της αντιγραφής και υποκλοπής κάποιες συναλλαγές γνήσιες από τον πελάτη. Εξήγησε η ΜΥ1 ότι, όταν ληφθεί ένα παράπονο από τον πελάτη, το πρώτο πράγμα που προσπαθεί η Τράπεζα να εντοπίσει είναι αν η κάρτα είναι κλεμμένη ή αν είναι στην κατοχή του πελάτη, έτσι ώστε να μπορέσει να διακριβώσει το είδος της απάτης που έχει συμβεί. Ακολούθως, εξετάζεται αν η κάρτα έχει ακυρωθεί ή όχι και έπειτα μελετούνται οι συγκεκριμένες συναλλαγές σε συσχετισμό προς το ιστορικό των συναλλαγών, τους όρους χρήσης των καρτών και τη συμφωνία που έχει κάνει ο πελάτης με την τράπεζα. Μετά τη μελέτη αυτή βγαίνει ένα πόρισμα για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις. Ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι η Τράπεζα αποζημιώνει τον πελάτη σε περιπτώσεις απάτης, νοουμένου ότι δεν υπάρχει δόλος ή βαριά αμέλεια από τον πελάτη, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις της συμφωνίας που έχει υπογράψει με την Τράπεζα ως αυτούς που αποτυπώνονται στο Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α. Επεσήμανε η ΜΥ1 ότι μπορεί κανείς να ανατρέξει στον όρο 5 του Τεκμηρίου 5 υπό Έγγραφο Α, για να δει τι συνιστά αμέλεια από μέρους του νόμιμου κατόχου, αφού εκεί αποτυπώνονται οι ευθύνες (το καθήκον επιμέλειας) που φέρει ο πελάτης για το τί πρέπει να λάβει ως μέτρο ασφάλειας για την κάρτα και το pin και τί δεν πρέπει να παραλείψει. Παραθέτω αυτούσιους τους όρους που καταγράφονται στο Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α꞉ «
  32. ΦΥΛΑΞΗ ΤΗΣ ΚΑΡΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΡΙΝ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΟΥ ΚΑΡΤΑΣ. (α) Ο Κάτοχος θα πρέπει να χρησιμοποιεί την Κάρτα του και το ΡΙΝ σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και τη χρήση τους. Συγκεκριμένα, ο Κάτοχος Κάρτας φέρει ευθύνη για την ασφαλή φύλαξη και παρεμπόδιση δόλιας χρήσης της Κάρτας και των εξατομικευμένων στοιχείων ασφάλειας που περιλαμβάνουν και το ΡΙΝ και θα πρέπει να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την ασφάλεια τους που συμπεριλαμβάνουν χωρίς περιορισμό τα ακόλουθα: - Ο Κάτοχος Κάρτας θα πρέπει να υπογράφει την Κάρτα μόλις την παραλάβει με στυλό διαρκείας. - Ο Κάτοχος Κάρτας θα πρέπει μόλις παραλάβει τη Κάρτα να φροντίσει για την ασφαλή φύλαξη της και να ελέγχει συχνά ότι δεν έχει κλαπεί ή απωλεσθεί. - Να μην επιτρέπει σε οποιοδήποτε τρίτο να χρησιμοποιεί τη Κάρτα με ή χωρίς το ΡΙΝ. - Να μην αποκαλύπτει τον αριθμό της Κάρτας, εκτός για σκοπούς διενέργειας Συναλλαγής, ή όταν δηλώνεται η απώλεια ή κλοπή της Κάρτας. - Θα πρέπει να αλλάζει το ΡΙΝ μόλις το παραλάβει και να καταστρέφει αμέσως το χαρτί γνωστοποίησης του ΡΙΝ. - Να μη δημιουργεί ΡΙΝ που είναι εύκολο να εντοπιστεί όπως συνεχόμενοι αριθμοί π.χ.1234 ή ημερομηνία γέννησης ή αριθμό τηλεφώνου. - Να απομνημονεύει το ΡΙΝ χωρίς να το καταγράφει και αν το καταγράψει, να μην αποθηκεύεται με την Κάρτα ή σε χώρο που φυλάγεται η Κάρτα και να μην κρατά οποιαδήποτε σημείωση με την Κάρτα. - Να μη σημειώνει ή αποθηκεύει σε ηλεκτρονική συσκευή το ΡΙΝ με οποιοδήποτε τρόπο που να επιτρέπει τη σύνδεση του με την Κάρτα. - Να παρεμποδίζει την αποκάλυψη του ΡΙΝ σε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. - Να καλύπτει το πληκτρολόγιο κατά τη χρήση της Κάρτας για την ανάληψη χρημάτων από ΑΤΜ ή οποιοδήποτε πληκτρολόγιο στο οποίο καταχωρεί το ΡΙΝ για την διενέργεια οποιασδήποτε Συναλλαγής. - Να διασφαλίζει ότι τρίτοι δεν παρακολουθούν τηλεφωνικές συνδιαλέξεις κατά τις οποίες δίδονται από τον Κάτοχο της Κάρτας ο αριθμός ή άλλα στοιχεία της Κάρτας. - Να μην αποκαλύπτει το ΡΙΝ σε περίπτωση διενέργειας οποιασδήποτε Συναλλαγής μέσω του διαδικτύου και να χρησιμοποιεί μόνο ασφαλείς ιστοσελίδες πληρωμών για την διενέργεια Συναλλαγών. - Θα πρέπει να καταστρέφει τις αποδείξεις πληρωμής με την Κάρτα ή τις καταστάσεις Λογαριασμών με τρόπο που να μην είναι δυνατό να υποκλαπεί ο αριθμός ή άλλα στοιχεία της Κάρτας.». Ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι οι περιπτώσεις στις οποίες ευθύνεται ο νόμιμος κάτοχος της κάρτας και όχι η τράπεζα για τις μη εξουσιοδοτημένες συναλλαγές είναι αυτές που προκύπτουν βάσει του «όρου 6(γ)» του Τεκμηρίου 5 υπό Έγγραφο Α, τον οποίο και παραθέτω, αφού προηγουμένως παραθέσω και τον όρο 6(β), τον οποίο κρίνω εξίσου σχετικό꞉ «
  33. ΕΥΘΥΝΗ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΟΥ ΚΑΡΤΑΣ ΓΙΑ ΜΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ. (β) Τηρουμένων των προνοιών των υποπαραγράφων και (γ) και (στ) πιο κάτω η Τράπεζα θα έχει ευθύνη για όλες τις Συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν χωρίς τη ρητή ή εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση του Κατόχου της Κάρτας και για τις οποίες ο Κάτοχος Κάρτας έχει ειδοποιήσει την Τράπεζα ως οι πρόνοιες της παραγράφου 5(α) (αν υπάρχει υποψία για απάτη ή ότι ο Κάτοχος Κάρτας επέδειξε βαρεία αμέλεια η Τράπεζα θα διερευνήσει τη Συναλλαγή και η Τράπεζα θα ευθύνεται αν και όταν διαφανεί ότι δεν υπήρξε απάτη ή βαρεία αμέλεια). Στις περιπτώσεις που η Τράπεζα ευθύνεται, θα επιστρέψει άμεσα τα ποσά των μη εξουσιοδοτημένων Συναλλαγών μαζί με όλους τους αναλογούντες τόκους έξοδα και άλλες χρεώσεις ούτως ώστε ο Λογαριασμός Κάρτας να επαπαναφερτεί στην κατάσταση ως αν δεν είχε πραγματοποιηθεί η Συναλλαγή. Η Τράπεζα δεν θα έχει οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω ευθύνη βάσει του γενικού Νόμου ή τους παρόντες όρους προς τον Κάτοχο Κάρτας. (γ) Ο Κάτοχος Κάρτας θα ευθύνεται προς την Τράπεζα για όλες τις Συναλλαγές που γίνονται από οποιοδήποτε πρόσωπο που κατείχε την Κάρτα ή γνώριζε το ΡΙΝ με την συγκατάθεση του Κατόχου της Κάρτας και/ή ενεργούσε με τη ρητή ή εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση του Κατόχου της Κάρτας ή αν:
  34. Κάτοχος Κάρτας έχει ενεργήσει με δόλο ή
  35. Ο Κάτοχος Κάρτας παρέλειψε να χρησιμοποιεί την Κάρτα σύμφωνα με τους παρόντες όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση από πρόθεση ή βαρεία αμέλεια.
  36. Ο Κάτοχος Κάρτας παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του για την ασφαλή φύλαξη της Κάρτας και των εξατομικευμένων στοιχείων ασφάλειας της Κάρτας συμπεριλαμβανομένου και του ΡΙΝ ως οι πρόνοιες της παραγράφου 5(α), από πρόθεση ή βαρεία αμέλεια.
  37. Ο Κάτοχος Κάρτας παρέλειψε να συμμορφωθεί με την υποχρέωση του να ενημερώσει την Τράπεζα για την απώλεια ή κλοπή της Κάρτας ή άλλων στοιχείων ασφαλείας ως οι πρόνοιες της παραγράφου 5(β) από πρόθεση ή βαρεία αμέλεια.
  38. Παράδειγμα βαρειάς αμέλειας είναι η παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της παραγράφου 5(α), ή παράλειψη του Κατόχου της Κάρτας να ειδοποιήσει την Τράπεζα για αλλαγή της διεύθυνσης του ως οι πρόνοιες της παραγράφου 10(β).». Όσον αφορά τα ευρήματα της έρευνας που διεξήγαγε η Υπηρεσία Καρτών για την καταγγελθείσα υπόθεση της Ενάγουσας, η ΜΥ1 δήλωσε τα εξής꞉ Η πελάτισσα είχε δηλώσει την απώλεια και κλοπή της κάρτας της στη Θεσσαλονίκη και είχε δηλώσει ότι είχαν κλαπεί τρεις κάρτες και ότι με τις συγκεκριμένες τρεις κάρτες είχαν γίνει αναλήψεις μετρητών από ATM στη Θεσσαλονίκη, οπόταν αμέσως φάνηκε ότι ήταν το είδος «απάτη με κλεμμένη κάρτα». Από το διαθέσιμο ιστορικό συναλλαγών φάνηκε ότι από τις 19.3.2012 μέχρι την επίδικη ημερομηνία (20.3.2012) δεν είχε γίνει οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή με τις κάρτες της πελάτιδας πέραν των επίδικων συναλλαγών που αμφισβητεί η πελάτισσα. Το πόρισμα ήταν ότι, πρώτον, οι κάρτες έχουν κλαπεί και, δεύτερον ότι εφόσον οι κάρτες δεν είχαν χρησιμοποιηθεί πουθενά προηγουμένως, δεν ήταν περίπτωση απάτης αντιγραφής καρτών ούτε ήταν περίπτωση αντιγραφής του pin. Μετά εξέτασαν τις διάφορες συναλλαγές που είχαν γίνει με τις κάρτες και κατέληξαν στο πόρισμα ότι, πρώτον, όλες οι συναλλαγές είχαν γίνει σε ATM με τη χρήση pin, δεύτερον, ότι είχε χρησιμοποιηθεί το σωστό pin για όλες τις συναλλαγές, εφόσον δεν απερρίφθη καμία συναλλαγή («declined») για λάθος pin και επομένως ο απατεώνας που έκανε χρήση των καρτών ήξερε ακριβώς ποιο pin αφορούσε ποιαν κάρτα και άρχισε αμέσως να κάνει συναλλαγές σε πολύ λίγα δευτερόλεπτα. Είχαν απορριφθεί συναλλαγές λόγω των ανώτατων ημερήσιων ορίων και του ανώτατου αριθμού συναλλαγών. Όταν ειδοποίησε ο νόμιμος κάτοχος για τις ύποπτες συναλλαγές, αμέσως έγινε η ακύρωση της κάρτας στα συστήματα της Τράπεζας, εξού και μετά από τα 28 λεπτά υπήρξαν συναλλαγές που απερρίφθησαν («declined»), λόγω του ότι η κάρτα είχε ακυρωθεί. Ο νόμιμος κάτοχος δεν είχε αλλάξει το pin. Τα pins που είχαν χρησιμοποιηθεί ήταν τα αρχικά που είχε εκδώσει η τράπεζα, οπόταν φάνηκε ότι ο πελάτης δεν εφάρμοσε τους όρους που του προτείνει η τράπεζα, δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του, που ήταν να αλλάξει το pin ή να μην το αποκαλύψει. Εξήχθη το συμπέρασμα από όλα τα πιο πάνω ότι το pin ήταν σε τέτοιον τόπο φυλαγμένο ή με τέτοιον τρόπο σημειωμένο που μπορούσε να έχει άμεση πρόσβαση οποιοσδήποτε απατεώνας που έκλεψε τις κάρτες. Τούτο συνιστά παραβίαση των υπολοίπων όρων της συμφωνίας που λέει να απομνημονεύσεις το pin και να καταστρέψεις το χαρτί γνωστοποίησης, να μην το σημειώνεις πουθενά το pin ή αν θα το σημειώσεις να μην είναι σε τόπο ή μέρος ή με τέτοιον τρόπο που να μπορεί να συνδεθεί με την κάρτα. Κατέληξε η Υπηρεσία Καρτών της Τράπεζας στο συμπέρασμα ότι η καταγγέλλουσα πελάτιδα επέδειξε «βαριά αμέλεια», γι' αυτό και η θέση της τράπεζας είναι ότι δεν μπορεί να την αποζημιώσει. Αντεξετάσθηκε η ΜΥ1 από τη συνήγορο της Ενάγουσας. Το πρώτο σημείο που διευκρίνισε η ΜΥ1 κατά την αντεξέτασή της είναι ότι το γεγονός ότι ζητείται από τον πελάτη να αλλάξει τον αρχικό κωδικό αριθμό της κάρτας (το pin), δεν αποτελεί απλώς «πρόταση» προς τον πελάτη, αλλά αντίθετα αποτελεί συμβατικό όρο που του θέτει η τράπεζα. Σκοπός είναι η μείωση του κινδύνου απάτης στη χρήση της κάρτας. Συνεπώς, όταν δεν ανταποκριθεί ο πελάτης στο συγκεκριμένο όρο της σύμβασης, τούτο είναι στοιχείο που δύναται να επικαλεσθεί η Τράπεζα εναντίον του. Το δεύτερο σημείο που προέκυψε από την αντεξέταση της ΜΥ1 είναι ότι αυτή συμφωνεί ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρξε κλοπή των τριών επίδικων καρτών, η οποία έγινε στις 20/03 στη Θεσσαλονίκη, όπως το είχε δηλώσει η Ενάγουσα. Το τρίτο σημείο που θίγηκε από τη συνήγορο της Ενάγουσας είναι ότι πριν από τις 19.3.2012 δεν υπήρχε οποιαδήποτε συναλλαγή. Το τέταρτο σημείο που τόνισε η ΜΥ1 αντεξεταζόμενη αφορά στο ότι τα ημερήσια όρια δεν συμφωνούνται με τους πελάτες και δεν είναι προς δημοσίευση, είναι οι εσωτερικοί παράμετροι της τράπεζας. Όταν ο πελάτης ρωτήσει να μάθει τα όρια θα του ειπωθούν από το κατάστημα ή όταν κάνει χρήση της κάρτας του και εντοπίσει ότι κάτι δεν πάει καλά που είναι λόγω ημερήσιων ορίων, τότε θα αποταθεί στην τράπεζα για να γίνει η ανάλογη διευθέτηση. Δηλαδή όταν του δίνεται του πελάτη μια αίτηση αναφέρεται στον πελάτη ότι υπάρχουν αυτά τα εσωτερικά όρια, αλλά δεν συμφωνούνται. Αλλαγή αυτού του ημερήσιου ορίου μπορεί να γίνει, αφού ο πελάτης αποταθεί στο υπεύθυνο κατάστημα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το υπεύθυνο κατάστημα ήταν εκείνο της Αθηένου και μετά από έλεγχο που έκανε η ΜΥ1 στα συστήματα και συνομιλώντας με το υπεύθυνο κατάστημα, δεν εντόπισε να έκανε η Ενάγουσα κάποιο αίτημα αλλαγής του ημερήσιου ορίου. Υπεύθυνος στο συγκεκριμένο κατάστημα ήταν ο κύριος Φανούριος (ΜΕ3). Υποβλήθηκε στη ΜΥ1 ότι η Ενάγουσα είχε συμφωνήσει όπως το ημερήσιο όριό της είναι €800 και όχι €2.
  39. «Δεν γνωρίζω αυτήν τη συμφωνία που λέτε», ήταν η απάντηση της ΜΥ
  40. Το πέμπτο σημείο της αντεξέτασής της, αφορούσε στο να εξηγήσει η ΜΥ1 γιατί θεωρεί απίθανο να υπήρξε υποκλοπή των αρχικών κωδικών αριθμών της Ενάγουσας από τους δράστες, η ΜΥ1 επικαλέστηκε το ότι «Δεν υπάρχει περίπτωση ένας απατεώνας να έχει πρόσβαση στα κλειδιά της τράπεζας» και πρόσθεσε ότι «Δεν ξέρω, γιατί δεν έγινε ποτέ, δεν ξέρουμε και πώς μπορεί να γίνει αυτό το πράγμα έτσι και αλλιώς, αλλά δεν μπορεί να έχει κάποιος πρόσβαση να το κάνει αυτό για να κάνει 1, 2, 3 συναλλαγές των πέντε χιλιάδων». Το έκτο σημείο αφορούσε στο κατά πόσον υπήρξε καθυστέρηση από μέρους της Τράπεζας στο να εκτελέσει την οδηγία της ΜΥ1 για ακύρωση των καρτών της. Όταν υποβλήθηκε στη ΜΥ1 η θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι πήρε περίπου μισή ώρα η ακύρωση της κάρτας από τις 7:12 μέχρι τις 7:40, η ΜΥ1 δέχθηκε ότι από την ώρα που έγινε η πρώτη συναλλαγή μέχρι την ώρα που ακυρώθηκε η κάρτα στα συστήματα της Τράπεζας είχε περάσει περίπου μισή ώρα. Επεσήμανε, ωστόσο, η ΜΥ1 ότι αυτή δεν γνωρίζει ακριβώς τί ώρα τηλεφώνησε η Ενάγουσα στο τηλεφωνικό κέντρο της Τράπεζας. Δεν μπορούσε να γνωρίζει η ΜΥ1 πόσο χρόνο χρειάστηκε η Ενάγουσα μέχρι ν'αντιδράσει από την ώρα που έγινε η πρώτη μη εξουσιοδοτημένη από αυτήν συναλλαγή μέχρι την ώρα που ακυρώθηκαν οι κάρτες. Δέχθηκε, πάντως, η ΜΥ1 ότι η Ενάγουσα είχε τηλεφωνήσει στο τηλεφωνικό κέντρο της Τράπεζας, για ν' ακυρώσει τις κάρτες της. Υποβλήθηκε στη ΜΥ1 ότι υπήρξαν καθυστερήσεις στην ακύρωση των τριών επίδικων καρτών από πλευράς της τράπεζας. Η απάντηση της ΜΥ1 ήταν ότι «Δεν μπορώ να απαντήσω τη συγκεκριμένη υποβολή». Εξήγησε προηγουμένως η ΜΥ1 ότι συνήθως η ακύρωση των καρτών γίνεται ενόσω ο χειριστής βρίσκεται ακόμη σε τηλεφωνική σύνδεση με τον πελάτη που αιτείται την ακύρωση και ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να επαληθεύσει ο χειριστής τα στοιχεία του πελάτη σε συνδυασμό με τους αριθμούς των καρτών που θ'ακυρωθούν. Η τελευταία υποβολή προς την ΜΥ1 αφορούσε στη θέση της Ενάγουσας ότι αυτή δεν φύλαττε τους κωδικούς αριθμούς μαζί με τις κάρτες της και ότι η ίδια τηρούσε τους όρους της τράπεζας. Η απάντηση της ΜΥ1 ήταν ότι «Δεν μπορώ να ξέρω η Ενάγουσα τι είχε κάνει με τους κωδικούς ή πού ακριβώς είχε τους κωδικούς. Αυτό όμως που φαίνεται σαν συμπέρασμα με όλα τα γεγονότα της υπόθεσης οι κωδικοί ήταν σε τόπο και με τέτοιον τρόπο φυλαγμένοι ή σημειωμένοι που μπορούσε οποιοσδήποτε κλέφτης ή τρίτο πρόσωπο να έχει πρόσβαση είτε να γνωρίζει τους κωδικούς.». Η μαρτυρία του ΜΥ
  41. Ο κ. XXXXX Χριστοδουλίδης (ΜΥ2) εργάζεται στην JCC. Εξήγησε ότι πρόκειται για κοινοπραξία των μεγαλύτερων Κυπριακών τραπεζών και ο κύριος σκοπός της είναι η επεξεργασία και εξουσιοδότηση συναλλαγών με κάρτες. Οι περισσότεροι πελάτες είναι πελάτες της JCC που αποδέχονται κάρτες στην Κύπρο. Έχει 30 χρόνια λειτουργίας στην Κύπρο. Ο ίδιος ο ΜΥ2 εργάζεται στο Τμήμα Ασφάλειας Συναλλαγών τα τελευταία 24 χρόνια. Είναι ο Διευθυντής του εν λόγω Τμήματος. Το Τμήμα ασχολείται με την παρακολούθηση των συναλλαγών με κάρτες, με κύριο σκοπό την αντιμετώπιση των δόλιων ενεργειών με κάρτες, τη διερεύνηση τέτοιων περιστατικών και γενικά την πάταξη του φαινομένου απάτης. Η JCC προβαίνει και σε καταγγελίες τέτοιων κρουσμάτων προς την Αστυνομία και επίσης μέλη του προσωπικού της ενεργούν ως μάρτυρες κατηγορίας σε υποθέσεις που αφορούν ποινικές διώξεις και σ' αυτό οφείλεται η μακρόχρονη σχέση που έχει η JCC με την Αστυνομία. Ο ίδιος ο ΜΥ2 είναι λέκτορας στην Ακαδημία της Αστυνομίας τα τελευταία είκοσι χρόνια σε σχέση με το θέμα «Δόλος με πιστωτικές κάρτες και η αντιμετώπισή του». Έχει βραβευθεί όχι μόνον από την Κυπριακή Αστυνομία, αλλά και από τη Europol σε θέματα που έχουν σχέση με την αντιμετώπιση του κινδύνου για δόλιες συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες. Ενδεικτικά, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι βραβεύτηκε ως «Best Financial Crime Investigator Of The Year» το 2004 για τη συμβολή του στο να συλληφθεί ένας από τους μεγαλύτερους χάκερς στην Κύπρο το
  42. Ανέφερε, επίσης, ο ΜΥ2 ότι αυτός είναι ο δημιουργός του συστήματος παρακολούθησης συναλλαγών της JCC. Είναι επίσης μέλος του European Security Team, μέσω του οποίου εκπροσωπεί τις κυπριακές τράπεζες σε θέματα ασφάλειας των ATM, η οποία ομάδα είναι ευρωπαϊκή με έναν εκπρόσωπο από κάθε χώρα και ο σκοπός είναι η έγκυρη ενημέρωση των μελών της για θέματα που εμπίπτουν στην ασφάλεια των ATM. Αντλώντας γνώση μέσα από την μορφωτική και επαγγελματική του κατάρτιση και πείρα, ο ΜΥ2 ανέλυσε κατά την κυρίως εξέτασή του τις επίδικες συναλλαγές που έγιναν με τις απωλεσθείσες και/ή κλαπείσες κάρτες της Ενάγουσας. Πρώτα απ' όλα, παρατήρησε ο ΜΥ2 ότι ενώπιον του τέθηκαν τρία έγγραφα, τα οποία περιγράφουν τις αναλυτικές συναλλαγές τριών διαφορετικών καρτών. Δύο καρτών τύπου «Visa» και μιας κάρτας «American Express». Εξήγησε ο ΜΥ2 ότι επέλεξε ν' αρχίσει αναλύοντας το περιεχόμενο του Εγγράφου Ζ, επισημαίνοντας ότι χρονολογικά φαίνεται πως αυτή ήταν η πρώτη κάρτα, με την οποία ξεκίνησαν οι αμφισβητούμενες από την Ενάγουσα συναλλαγές. Πρόκειται για την κάρτα που λήγει σε ψηφία «4640», η οποία είναι προϊόν «Visa». Είχε εκτεταμένη χρήση σε διάφορα ATM στη Θεσσαλονίκη, ξεκινώντας από η ώρα 19:12 με ανάληψη ποσού €200 και μετά ακολούθησαν άλλες 11 συναλλαγές. Κάποιες επιτυχημένες και κάποιες αποτυχημένες. Συνολικά, η απόσπαση χρημάτων με αυτή την κάρτα ανήλθε στα €1650 ευρώ. Η κάρτα αυτή χρησιμοποιήθηκε σε τρεις διαφορετικές τραπεζικές μηχανές και οι αποσπάσεις χρημάτων έγιναν από η ώρα 19:12 μέχρι 19:
  43. Χαρακτήρισε ως «εξαντλητικό» τον τρόπο χρήσης αυτής της κάρτας, σχολιάζοντας ως εξής꞉ «Δηλαδή κάποιος θα έλεγε βλέποντας αυτή την αναφορά, ότι σκοπό είχε ο χρήστης να εξαντλήσει το όριο της κάρτας. Διότι παρατηρώ ότι ξεκίνησε με ένα ποσό χαμηλό, μετά αυξήθηκαν τα ποσά κατά τις επόμενες τρεις συναλλαγές και στην πέμπτη συναλλαγή επήλθε ένα αρνητικό μήνυμα με αριθμό «61» το λεγόμενο «risk post code», το οποίο μεταφράζεται ως «εξάντληση ημερήσιου ορίου». Μετά γίνονται αλλεπάλληλες προσπάθειες χαμηλώνοντας τα ποσά, ώσπου ο χρήστης καταφέρνει να πιάσει ακόμα €
  44. Μετά ο χρήστης ξαναδοκιμάζει με το ίδιο αποτέλεσμα που ανάφερα προηγουμένως, το αρνητικό αποτέλεσμα και όπως αντιλαμβάνομαι η ώρα 22:08 λαμβάνει το μήνυμα «04». Φυσικά είναι ένα μήνυμα το οποίο δεν βλέπει ο κάτοχος, το βλέπω εδώ στην αναφορά, το οποίο σημαίνει «pick‑up card», που όπως αντιλαμβάνομαι εδώ πρέπει να παρακρατήθηκε και η κάρτα στη συγκεκριμένη μηχανή.» Εξήγησε περαιτέρω ο ΜΥ2 ότι - «Τα ATM όταν πάρουν το μήνυμα «04» από την εκδότρια τράπεζα, τούτο είναι μήνυμα το οποίο αναγκάζει την τράπεζα να κρατήσει το πλαστικό μέσα. Έτσι θεωρώ ότι το πλαστικό πρέπει να κρατήθηκε στην ATM της Alpha Bank η ώρα 22:08.». Και ότι - «Όλες οι εντολές είναι εντολές της εκδότριας τράπεζας. Το ATM βασίζεται και απαντά με βάση τις απαντήσεις που λαμβάνει από την εκδότρια τράπεζα.». Περαιτέρω, ο ΜΥ2 διευκρίνισε την έννοια των κωδικών «61» και «65» ως εξής꞉ «Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι το risk post code 61 και 65 δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτό ήταν και το όριο της κάρτας. Δηλαδή τα κεφάλαια που είχε o δικαιούχος κάτοχος στον λογαριασμό του. Αυτός ο κωδικός εκδίδεται από την εκδότρια τράπεζα για λόγους ασφαλείας κυρίως, αφού θεωρείται παράμετρος ασφάλειας για να ελέγξει τυχόν πιθανή δόλια ενέργεια που μπορεί να προκύπτει σε μια κάρτα. Συνήθως και από εμπειρία που έχω με τις κυπριακές τράπεζες, ένα ημερήσιο όριο στο εξωτερικό κυμαίνεται μεταξύ €1500 ‑ €2000 περίπου και σε συνδυασμό με πολλές χρήσεις. Δηλαδή μπορεί να είναι 4 ή 5 μέγιστες φορές χρήσης. Ή το ένα ή το άλλο. Αυτή είναι μια παράμετρος ασφάλειας καθαρά για αποτελεσματική αντιμετώπιση τυχόν δόλιας ενέργειας.». Επίσης, επεσήμανε ο ΜΥ2 ότι η κάρτα χρησιμοποιήθηκε με τη μέθοδο «chip and pin» και αυτό ο ΜΥ2 το αντιλαμβάνεται από τον κωδικό «05» που φαίνεται στο έγγραφο όπου υπάρχει από πάνω με κεφαλαία γράμματα «PΕΜ», το οποίο μεταφράζεται σε «Point Of Entry Mode». Δηλαδή ο τρόπος χρήσης της κάρτας ήταν με κωδικό «05» που σημαίνει «chip and pin» και όχι μέσω της μαγνητικής ταινίας. Επεξήγησε ο ΜΥ2 τα εξής σημαντικά꞉ «Στις πιστωτικές κάρτες ή χρεωστικές κάρτες υπάρχουν δύο τρόποι όπου φυλάγονται τα στοιχεία της κάρτας. Είτε πάνω στο chip, είτε μέσω της μαγνητικής ταινίας. Δηλαδή δεδομένα συχνά υπάρχουν σε δύο αποθηκεύσεις. Στην προκειμένη περίπτωση το ATM διάβασε τα δεδομένα της κάρτας από το chip.». Στη συνέχεια, ο ΜΥ2 ανέλυσε το περιεχόμενο του «Εγγράφου ΣΤ», το οποίο αφορά στη χρήση της κάρτας American Express που λήγει σε ψηφία «9990». Η χρήση αυτής της κάρτας ξεκινά η ώρα 19:20 μέχρι 19:36, με συνολικό ποσό απόσπασης χρημάτων €
  45. Η πρώτη συναλλαγή, η οποία έγινε στις 19:20, φαίνεται να σχετίζεται με τη συναλλαγή στο Έγγραφο Ζ, αφού, όταν υπήρξε ένδειξη αρνητική σε εκείνην την κάρτα (βλ. Έγγραφο Ζ), ο χρήστης πρέπει να χρησιμοποίησε την κάρτα του Εγγράφου Στ, για ν' αρχίσει ν' αποσπά χρήματα. Το συμπέρασμα αυτό ο ΜΥ2 το εξήγαγε από το γεγονός ότι οι αναλήψεις έγιναν από την ίδια ATM και κατά το ίδιο λεπτό, για το ποσό των €
  46. Άρα, από αυτό το στοιχείο ο ΜΥ2 συμπέρανε ότι «ορισμένες από τις κάρτες χρησιμοποιούνταν ταυτόχρονα στο ίδιο ATM και το ίδιο λεπτό 19:20». Η κάρτα του «Εγγράφου Στ» η ώρα 19:30 έδειξε τον κωδικό «61», ότι δηλαδή στο σημείο αυτό εξαντλήθηκε το ημερήσιο όριο της κάρτας και σταμάτησε να δίνει έγκριση, όμως ο χρήστης φαίνεται να δοκίμασε μετά με πιο μικρά ποσά για ακόμα δύο προσπάθειες και γι' αυτό κατάφερε τη συνολική απόσπαση χρημάτων των €2000 μέσω αυτής της κάρτας. Η ώρα 19:36 ήταν η τελευταία ανάληψη. Τέλος, ο ΜΥ2 ανέλυσε τις συναλλαγές που έγιναν με την τρίτη κάρτα, όπως φαίνονται στο «Έγγραφο Ε». Είναι κάρτα Visa που λήγει στα ψηφία «1466». Εδώ ο δράστης φαίνεται να απέσπασε συνολικά €1500 ξεκινώντας από η ώρα 19:24 μέχρι 19:25':52'' που είχε λάβει αρνητικό μήνυμα για εξάντληση του ημερήσιου ορίου. Επίσης, ο δράστης ξαναδοκίμασε η ώρα 19:42, σχεδόν μετά από δέκα λεπτά, όπου έλαβε το μήνυμα «04», όπως συνέβηκε και με την πρώτη κάρτα, που σημαίνει «pick‑up card». Η ATM κράτησε την κάρτα στο σημείο αυτό και τούτο φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε η κάρτα. Εξήγησε ο ΜΥ2 ότι το μήνυμα «04» συνήθως εκδίδεται μετά από παρέμβαση χειριστή από την τράπεζα βάσει υποψίας για τυχόν δόλια ενέργεια. Για να υπήρξε η ώρα 19:42 το μήνυμα του «pick‑up card», ο ΜΥ2 συμπέρανε ότι τουλάχιστον λίγα λεπτά πριν πρέπει να υπήρξε επέμβαση από χειριστή της τράπεζας έτσι ώστε αυτή η κάρτα να κρατηθεί κατά την επόμενη συναλλαγή και αυτό έγινε η ώρα 19:
  47. Συνοψίζοντας την πιο πάνω συνολική εικόνα, ο ΜΥ2 δήλωσε ότι από η ώρα 19:12 που ξεκίνησαν οι συναλλαγές, σταμάτησε η επιτυχία της χρήσης αυτών των καρτών η ώρα 19:42 και αυτό λόγω επέμβασης από χειριστή της τράπεζας, αφού είχε σαν αποτέλεσμα να κρατηθούν δύο από τις τρεις κάρτες μέσα στα ATM μηχανήματα. Για να παρέμβει ένας χειριστής της τράπεζας και να δώσει την εντολή «pick‑up card» στο σύστημα, πρέπει να συνέβηκε ένα από δύο τινά꞉ · είτε o κάτοχος της κάρτας επικοινώνησε με την τράπεζα για να δώσει πληροφορία ότι η κάρτα κλάπηκε με εντολή όπως σταματήσει η περαιτέρω εξουσιοδοτημένη χρήση της, · είτε ο χειριστής o ίδιος μέσω ενός συστήματος παρακολούθησης το αντιλήφθηκε, επικοινώνησε με τον κάτοχο κάρτας, το επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για δόλια ενέργεια, αφού τα συστήματα παρακολούθησης εκδίδουν σημάνσεις για πιθανές δόλιες ενέργειες. Ερωτηθείς κατά πόσον η Τράπεζα θα μπορούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποτρέψει αυτές τις συναλλαγές ενωρίτερα, ο ΜΥ2 απάντησε ως εξής꞉ «Όχι ιδιαίτερα. Μια μικρή πιθανότητα βλέπω η ώρα 19:39 λεπτά, όπου υπήρξε τρίτη αρνητική απάντηση για υπέρβαση ορίου, όπου εκεί κάποια συστήματα παρακολούθησης, τα οποία συστήματα παρακολούθησης πρέπει να αναφέρω ότι διαφέρουν οι παράμετροι από τράπεζες σε τράπεζες, άρα δεν είναι εύκολο να πω με ακρίβεια ότι η συγκεκριμένη τράπεζα έπρεπε να βγάλει σήμανση σ' αυτό το σημείο. Θα μπορούσε. Όμως, βλέποντας την ώρα ‑‑- ήταν ήδη 1 λεπτό πριν να παρακρατηθεί στο ATM.». Ερωτηθείς, περαιτέρω, να πει ποιος είναι ο λογικός χρόνος που μια τέτοια κάρτα ακυρώνεται, ο ΜΥ2 απάντησε ως εξής꞉ «Θα έλεγα ο πιο γρήγορος χρόνος και αυτός θα ήταν και χρόνος ρεκόρ, 15 ‑ 30 λεπτά, διότι εάν υποθέσουμε ότι έλαβε μήνυμα για τη συναλλαγή η ώρα 19:12 λεπτά, το sms πιθανόν να εκδοθεί με κάποια καθυστέρηση δευτερολέπτων ή ορισμένες φορές και κάποιων λεπτών. Ας υποθέσουμε ότι έγινε με μια καθυστέρηση δευτερολέπτων. Αυτό σημαίνει ότι ο κάτοχος κάρτας πρέπει να προστρέξει να βρει τον αριθμό τηλεφώνου για να πάρει την τράπεζα του, όπου θα περάσουν κάποια λεπτά, αν εύστοχα και γρήγορα βρει τον αριθμό τηλεφώνου, θα τηλεφωνήσει, θα μπει σε μια γραμμή αναμονής δυστυχώς μέχρι να απαντηθεί το τηλεφώνημα. Εκεί μπορεί να περάσουν και 5 και 10 λεπτά. Ο χειριστής μπορεί να απαντήσει σ' αυτό το διάστημα, θα προχωρήσει πρώτα να ταυτοποιήσει τον κάτοχο κάρτας, για λόγους ασφαλείας πρέπει πριν να κάνει οποιανδήποτε ενέργεια ο χειριστής να είναι βέβαιος με ποιο μιλά και αυτό μπορεί να πάρει κάποια λεπτά και αφού διεξάγει έρευνα ο χειριστής και αντιληφθεί συναλλαγές και ότι ο λόγος πραγματικά είναι ότι πρέπει να κλείσει η κάρτα, τότε θα παρέμβει και εδώ αν αθροίσουμε όλα τα λεπτά μιλούμε για 15‑20 λεπτά το πιο γρήγορο.». Στην παρούσα υπόθεση, η παρέμβαση του χειριστή έγινε η ώρα 19:42, συγκριτικά προς την πρώτη αμφισβητούμενη συναλλαγή που έγινε η ώρα 19꞉12, δηλαδή εντός 30 λεπτών. Αν ληφθούν υπόψη κάποιες καθυστερήσεις όπως τις επεξήγησε ανωτέρω, ο ΜΥ2 διατύπωσε την πεποίθηση ότι η ακύρωση των καρτών έγινε μέσα στα φυσιολογικά χρονικά πλαίσια. Ο ΜΥ2 θέλησε να εισάξει ακόμη μία παράμετρο στην όλη συζήτηση, λέγοντας ότι η προσπάθεια ανάληψης χρημάτων καθ'υπέρβαση του ανωτάτου ημερήσιου ορίου δεν σημαίνει κατ'ανάγκην δόλια ενέργεια, γι'αυτό και δεν συνεπάγεται αυτόματη ακύρωση των καρτών. Παραθέτω και πάλιν αυτούσια τα λεγόμενά του꞉ «Η υπέρβαση του ημερήσιου ορίου δεν σημαίνει κατ' ανάγκη δόλια ενέργεια, ιδίως κατά τη χρήση καρτών στην Ελλάδα, αφού από εμπειρία προσέχω ότι πολλοί χρήστες στην προσπάθεια τους να κάνουν αγορές σε καταστήματα με μετρητά, αφού οι έμποροι στην Ελλάδα αρέσκονται περισσότερο στα μετρητά, προστρέχουν οι κάτοχοι καρτών πολλές φορές να παίρνουν δικαιωματικά όσα λεφτά δικαιούνται από τις κάρτες τους. Άρα αυτό δεν υποδηλώνει ύποπτη ενέργεια εξ' αρχής. Γι' αυτό είπα ότι ένα σύστημα παρακολούθησης πιθανόν να μην έβγαζε αυτό το μήνυμα ως πιθανή δόλια ενέργεια και αν έβγαζε, στην προκειμένη περίπτωση θα ήταν ήδη αργά έτσι και αλλιώς.» Εν τέλει, με βάση το σκεπτικό του ΜΥ2, αυτό που δημιουργεί στην παρούσα υπόθεση την υπόνοια δόλιας χρήσης των καρτών (απάτης), είναι «ο συνδυασμός χρήσης και των τριών καρτών» και το τελικό αποτέλεσμα, «ότι και οι τρεις κάρτες έδρασαν σε εξαντλητικό βαθμό μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Άλλο το να είναι μια κάρτα και άλλο το να είναι και οι τρεις. Και αυτό είναι πολύ περισσότερο ύποπτο. Αν ήταν μόνο μια κάρτα εξαντλητικά μπορεί να μην υποδήλωνε τόσο σοβαρή δόλια ενέργεια, αλλά και οι τρεις κάρτες, ναι το βλέπω σαν μια δόλια χρήση σε πολύ γρήγορο χρονικό διάστημα όμως.». Στην πραγματικότητα, η εφαρμογή του ανωτάτου ημερήσιου ορίου από τις τράπεζες, όσο και ο μέγιστος αριθμός συναλλαγών ανά ημέρα στο εξωτερικό, αποτελούν τα δύο αντισταθμιστικά μέτρα που λαμβάνουν οι τράπεζες με γνώμονα ότι υπάρχει ένα κενό πιθανής εκμετάλλευσης από έναν απατεώνα, για να μετριάσουν τη ζημιά που τυχόν να προκληθεί. Από την άλλη, αντισταθμιστικό μέτρο είναι και το γεγονός ότι οι τράπεζες υποχρεώνουν το χρήστη να χρησιμοποιήσει μυστικό κωδικό αριθμό προκειμένου να έχει πρόσβαση στις κάρτες του. Απέκλεισε το ενδεχόμενο να έγινε εδώ αντιγραφή των καρτών ή/και δημιουργία πλαστών καρτών και υποκλοπή των κωδικών, εφόσον εδώ οι επίμαχες συναλλαγές εμφαίνεται στα «Έγγραφα Ε, Στ και Ζ» μέσω της χρήσης του «chip and pin», που υποδεικνύουν καθαρά ότι οι συναλλαγές αυτές έγιναν μέσω των αυθεντικών πλαστικών των καρτών. Κατ'αυτόν τον τρόπο αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι κάρτες αυτές ήταν προϊόν κλοπής. Όμως για να μπορεί το τρίτο πρόσωπο να τις χρησιμοποιήσει δόλια χρειάζεται τους κωδικούς. Διατηρεί ερωτηματικά ο ΜΥ2 για το πώς ο απατεώνας στην παρούσα υπόθεση απέκτησε πρόσβαση στους μυστικούς κωδικούς αριθμούς της Ενάγουσας. Τα ερωτηματικά εντείνονται στο μυαλό του ΜΥ2, γνωρίζοντας τις μεθόδους αντιγραφής κωδικών. Εξήγησε ο ΜΥ2 ότι αν αυτός έβλεπε, για παράδειγμα, ότι ο δικαιούχος κάτοχος κάρτας χρησιμοποίησε τις κάρτες σε άλλα ATM λίγο πριν, όχι πολύ πιο πριν, θα μπορούσε να θεωρήσει ότι μπορεί να αντιγράφηκε ο κωδικός με μία από τις πιο κάτω συνήθεις μεθόδους꞉ · μέσω οπτικών μέσων που μπορεί να τοποθετούν οι απατεώνες στα ATM, βλέποντας τα πληκτρολόγια και υποκλέπτοντας κωδικούς, ή · μέσω μεμβράνης που τοποθετείται συνήθως πάνω στα πληκτρολόγια για να υποκλέπτουν κωδικούς, ή · μέσω ψεύτικων πληκτρολογίων που κατά καιρούς βλέπει να τοποθετούν οι απατεώνες για να υποκλέπτουν κωδικούς, ή · μέσω του λεγόμενου «shoulder surfing», δηλαδή ο απατεώνας να υπήρξε πίσω από τον νόμιμο κάτοχο κάρτας και να τον έβλεπε την ώρα που πληκτρολογούσε τον κωδικό του και να τον αντέγραψε μέσω της δικής του οπτικής όρασης. Εφόσον, όμως, δεν έγινε συναλλαγή από τον δικαιούχο κάτοχο κάρτας πριν περιέλθουν στην κατοχή του απατεώνα, δεν μπορεί να αντιγράφηκε ο κωδικός με τις πιο πάνω μεθόδους, δήλωσε ο ΜΥ
  48. Δεν έγινε σε καμία περίπτωση λανθασμένη χρήση κωδικού από τον απατεώνα. Χρησιμοποιήθηκε ο ορθός κωδικός για καθεμία από τις τρεις διαφορετικές κάρτες καθ' όλες τις συναλλαγές. Πράγμα που υποδεικνύει ότι ο απατεώνας έδρασε στοχευμένα, έχοντας στην κατοχή του τους κωδικούς. Αυτό είναι το συμπέρασμα του ΜΥ
  49. Υπενθύμισε ο ΜΥ2 ότι όλες οι κάρτες της Ενάγουσας είχαν «chip» και ότι όλες οι συναλλαγές έγιναν με τη μέθοδο «chip and pin» όπως φανερώνει ο κωδικός «05» στα Έγγραφα Ε, Στ και Ζ. Δεν μπορεί ένας απατεώνας που κρατά το γνήσιο πλαστικό της κάρτας να υποκλέψει τον μυστικό κωδικό αριθμό από το «chip» λόγω της κατοχής και μόνον της κάρτας. Απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο ο ΜΥ2, λέγοντας χαρακτηριστικά τα εξής꞉ «Όχι φυσικά και αν αυτό γινόταν θα κατέρρεε το χρηματοπιστωτικό σύστημα καρτών. Το chip το οποίο όπως το βλέπετε είναι αυτό το χρυσό πλαίσιο που βλέπετε στη συγκεκριμένη κάρτα, τα οποιαδήποτε δεδομένα και στοιχεία περιέχονται σ' αυτό το chip είναι κωδικοποιημένα σε πολύ μεγάλο βαθμό και δεν υπάρχουν μελέτες και αποδεδειγμένα στοιχεία μέχρι σήμερα και από τη γένεση του chip, δηλαδή τα τελευταία 15 ‑ 20 χρόνια, ότι κάποιος κατάφερε να αποκωδικοποιήσει το chip και να διαβάσει τα δεδομένα. Άρα όχι. Το pin δεν μπορεί να διαβαστεί όπως το περιγράφετε.». Τέλος, η συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε τον ΜΥ2 να τοποθετηθεί, με βάση την εμπειρογνωμοσύνη του, αν είναι δυνατό ένας απατεώνας, να έχει «αποκωδικοποιητή», δηλαδή ένα μηχάνημα αποκωδικοποίησης με λεπτή μεμβράνη που τη βάζει πάνω από τη γνήσια κάρτα, μπαινοβγαίνει η κάρτα και αποκωδικοποιεί τους μυστικούς προσωπικούς αριθμούς. Ήταν η θέση του ΜΥ2 ότι - «Το pin δεν αντιγράφεται με αυτόν τον τρόπο, μέσω μεμβράνης όπως αναφέρετε. Το τι μπορεί να αντιγραφεί με την εμπειρία που έχω και τις καθημερινές ενημερώσεις που επιδέχομαι, γιατί όπως σας έχω αναφέρει είμαι σε συχνή επαφή με πάρα πολλές ομάδες εργασίας και βλέπω τι γίνεται μέχρι σήμερα, το μόνο αποδεδειγμένο δεδομένο που μπορώ να προσφέρω είναι ότι η αντιγραφή μέσω πιθανόν μιας μεμβράνης, που δεν θα έλεγα ακριβώς μεμβράνη, γιατί οι μεμβράνες είναι περισσότερο για να μπουν πάνω από το πληκτρολόγιο αλλά όχι πάνω από το chip της κάρτας, οι αντιγραφές που γίνονται συνήθως από κάρτες είναι από τα στοιχεία της μαγνητικής ταινίας, αλλά όχι των δεδομένων όπως είναι αποθηκευμένα μέσα σε ένα chip. Η μαγνητική ταινία είναι το μαύρο πλαίσιο που βλέπετε στο πίσω μέρος της κάρτας. Σε αυτή την ταινία υπάρχουν κάποια δεδομένα, όπως η ημερομηνία λήξεως της κάρτας, ο αριθμός της κάρτας και κάποια άλλα στοιχεία. Όχι όμως αποκωδικοποιημένα στοιχεία όπως o κωδικός, το pin number. Άρα αντιγράφοντας τη μαγνητική ταινία μπορεί να αντιγραφτούν κάποια δεδομένα της κάρτας, αλλά όχι το pin.». Το ότι κάποιες κάρτες έχουν και «chip» και μαγνητική ταινία έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχουν χώρες στο εξωτερικό που ακόμη δεν εξοπλίστηκαν με «chip and pin» τερματικά. Ακόμη και στην ίδια την Αμερική ακόμη δεν είναι 100% τα τερματικά της εξοπλισμένα με τεχνολογία «chip and pin». Το 2012 που έγιναν οι επίδικες συναλλαγές υπήρχαν και φορές που στέλλονταν τα ενημερωτικά μηνύματα sms με καθυστέρηση 1 ή/και 2 ή/και 5 λεπτά. Συνεπώς, η ενημέρωση προς την Ενάγουσα μπορεί να έγινε σε δευτερόλεπτα ή/και σε λεπτά μετά την πρώτη δόλια ανάληψη χρημάτων. Ο χρόνος αποστολής του sms εξαρτάται από το σύστημα της κάθε τράπεζας. Έχει σύστημα που γίνεται σε on line, δηλαδή σε πραγματικό χρόνο και έχει συστήματα που γίνονται σε κάποια λεπτά και έχει συστήματα που δεν στέλνουν καθόλου sms. Δεν γνωρίζει ο ΜΥ2 πώς λειτουργούσε το σύστημα αποστολής ενημερωτικών μηνυμάτων «sms» προς τους πελάτες της Τράπεζας Κύπρου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εφόσον στην παρούσα υπόθεση δεν είναι η JCC που έλαβε το συγκεκριμένο μήνυμα, αν ληφθεί υπόψη η ώρα που πρέπει να αντέδρασε η Ενάγουσα, το τηλεφώνημά της πρέπει να λήφθηκε από την Τράπεζα Κύπρου απευθείας. Ήταν δύσκολο για τον ΜΥ2 να απαντήσει εκ μέρους της Τράπεζας για τον αν καθυστέρησε ο χειριστής. Αναγνώρισε, όμως, ο ΜΥ2 ότι θα πρέπει να επέλθει η ταυτοποίηση του πελάτη, κάποιος έλεγχος των καρτών και έτσι είναι πιθανόν να παρέλθουν συνολικά περίπου 20 λεπτά από την αποστολή του sms στον πελάτη για τη συναλλαγή μέχρι την ακύρωση των καρτών. Το ότι εν προκειμένω παρήλθαν 30 λεπτά από την πρώτη αμφισβητούμενη συναλλαγή μέχρι να ακυρωθούν οι κάρτες εξακολουθούσε ο ΜΥ2 να το θεωρεί «εύλογο χρονικό διάστημα» και όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Κληθείς από τη συνήγορο της Ενάγουσας ν' απαντήσει στο ερώτημα «Πού είναι η προστασία του κατόχου της κάρτας για δόλια πράξη, αν ο απατεώνας έχει είκοσι και πλέον λεπτά μπροστά του, αφού έτσι έχει όλο το χρόνο για να πάρει όλο το ημερήσιο όριο», ο ΜΥ2 απάντησε λέγοντας ότι- «Η πιο ψηλή προστασία που προσφέρεται αυτή τη στιγμή είναι o κωδικός της κάρτας. Άρα η τοποθέτηση μου είναι ότι έδωσε την προστασία που πρέπει η τράπεζα κάνοντας τη μέθοδο «chip and pin», κάτι το οποίο κοστίζει αρκετά κεφάλαια για τον τραπεζικό οργανισμό και το έκανε ειδικά για να προστατεύσει τους κατόχους κάρτας. Επιπρόσθετα, έβαλε τα ημερήσια όρια όπως ανάφερα προηγουμένως, έχει τα συστήματα παρακολούθησης.» Διευκρίνισε ο ΜΥ2 ότι ο ίδιος δεν έκανε προσωπική έρευνα για το αν η Ενάγουσα χρησιμοποίησε τις επίδικες κάρτες της πριν γίνουν οι επίμαχες αναλήψεις χρημάτων. Βασίστηκε στην πληροφόρησε που έλαβε βάσει των Εγγράφων Ε, Στ και Ζ που τέθηκαν ενώπιόν του. Με αυτά τα δεδομένα, επανέλαβε ότι δεν μπορεί να αντιγραφεί ο κωδικός, δεν μπορεί o απατεώνας να είχε πρόσβαση στον κωδικό, εκτός αν τον έβρισκε μαζί με τις κάρτες. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΥ
  50. ΟΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση στη βάση των τελικών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων, οι οποίες υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο γραπτώς. Η συνήγορος της Ενάγουσας καλεί το Δικαστήριο να κρίνει ειλικρινή και αξιόπιστη τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΕ3 και ΜΕ
  51. Απεναντίας, καλεί το Δικαστήριο να κρίνει ότι η μαρτυρία των MΥ1 και 2 - «[δ]εν προσθέτει καμία βαρύτητα στην υπόθεση των Εναγομένων καθότι οι μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν οτιδήποτε με βεβαιότητα σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσουν τίποτα από όσα έγιναν, παρά μόνο τα όσα οι ίδιοι μπορεί να δουν από το μηχανογραφημένο σύστημα των Εναγομένων.». Περαιτέρω, η συνήγορος της Ενάγουσας εισηγείται προς το Δικαστήριο ότι προκύπτει ξεκάθαρα από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι οι επίδικες τρεις κάρτες που αντιστοιχούν στους τρεις λογαριασμούς της Ενάγουσας, με στοιχεία ως εμφαίνονται στα Έγγραφα Ε, ΣΤ και Ζ, έχουν κλαπεί από τρίτα πρόσωπα κατά τον επίδικο χρόνο που η Ενάγουσα βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη. Τούτου δεδομένου, υποστηρίζει η συνήγορος της Ενάγουσας ότι - «Δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να επιτραπεί στους Εναγόμενους να αποφύγουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, βασιζόμενοι σε ισχυρισμούς περί ύπαρξης των κωδικών (ΡΙΝ) εντός του πορτοφολιού της Ενάγουσας και όχι σε γεγονότα, και σε μη ανάληψη των ευθυνών τους. Εξάλλου, δεν θα ήταν δίκαιο να στερείται η Ενάγουσα αυτά που δικαιούται επειδή οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν δεσμεύονται από τις επίδικες πράξεις, γιατί απλά θεωρούν ότι η Ενάγουσα είχε τους κωδικούς της σε περίοπτο μέρος. Είναι γεγονός ξεκάθαρο ότι δεν μπόρεσε η πλευρά των Εναγόμενων να αποδείξει την ύπαρξη κωδικών εντός του πορτοφολιού της Ενάγουσας, το οποίο κλάπηκε από τρίτα πρόσωπα. Αντιθέτως η Ενάγουσα επεξήγησε ότι θυμάται εκ μνήμης τους κωδικούς της και δεν χρειάζεται να έχει μαζί της τους κωδικούς της. Ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι οι Εναγόμενοι στο τέλος της ημέρας είναι υπεύθυνοι να καλύψουν οποιαδήποτε έξοδα και ή ζημιές προκύψουν μετά από κλοπή των καρτών των πελατών τους, ως η υφιστάμενη υπόθεση. Είναι η θέση μας ότι η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της, τις ζημιές που υπέστηκε καθώς επίσης και την ευθύνη των Εναγομένων απέναντι στην Ενάγουσα.». Από την άλλη η τελική αγόρευση της συνηγόρου Υπεράσπισης είναι εμπλουτισμένη με αναφορά σε ξένη νομολογία και σε διάφορα συγγράμματα, περιλαμβανομένου του "Ellinger's Modern Banking Law", και E.P. Ellinger, E. Lomnicka, Hooley, Oxford University Press, 3rd ed., και σε άλλα επιστημονικά άρθρα και δημοσιεύσεις. Όπως καταγράφεται στη σελ. 44 της τελικής αγόρευσης, «λόγω της φύσεως και της ιδιομορφίας της παρούσας υπόθεσης, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί στην Κυπριακή Νομολογία οιαδήποτε υπόθεση με παρόμοιας φύσεως γεγονότα και/ή επίδικα θέματα με την παρούσα». Η πλησιέστερη προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που έχει εντοπιστεί από την ευπαίδευτη συνήγορο είναι η Απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών στην υπόθεση υπ' αρ. 917/
  52. Επισημαίνει στην ίδια σελίδα της αγόρευσής της τα εξής꞉ «Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα ακολουθεί το Ηπειρωτικό Δίκαιο, εντούτοις η Οδηγία που αφορούσε τις υπηρεσίες πληρωμών στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και αναλήψεις από πιστωτικές κάρτες, έχει ενσωματωθεί και στο Ελληνικό δίκαιο και είναι η ίδια Οδηγία που ενσωματώθηκε και στο Κυπριακό δίκαιο - ως έχει αναλυθεί ανωτέρω[1] - και ως εκ τούτου είναι η εισήγησή μας ότι θα μπορούσε να ληφθεί μια «καθοδήγηση» ως προς τον τρόπο που μπορεί να αντιμετωπισθεί η υπό κρίση αγωγή . Στην προαναφερθείσα υπόθεση υπ' αρ. 917/2011 είχαν πραγματοποιηθεί αναλήψεις μετρητών μέσω χρήσης πιστωτικής κάρτας και του προσωπικού αριθμού αναγνώρισης «PIN» του πελάτη. Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «.Από το ότι οι αναλήψεις αυτές έγιναν αμέσως μετά την κλοπή της τσάντας του ενάγοντα που περιείχε την εν λόγω πιστωτική κάρτα και με μεγάλη ταχύτητα, ότι πραγματοποιήθηκαν διαδοχικά, μεσολαβούντος ελάχιστου χρόνου και δη δευτερολέπτων, μεταξύ των αναλήψεων, χωρίς να γίνει καμία εσφαλμένη προσπάθεια εισαγωγής του προσωπικού αριθμού αναγνώρισης (ΡΙΝ) του ενάγοντα - ακριβώς όπως έγινε στην υπό κρίση υπόθεση - παρά μόνο αποτυχημένη προσπάθεια λόγω υπέρβασης του πιστωτικού ορίου, σαφώς προκύπτει ότι το πρόσωπο που πραγματοποίησε τις προαναφερόμενες συναλλαγές, κατείχε την κάρτα και γνώριζε το (ΡΙΝ) του ενάγοντα. Ο δε κωδικός αυτός (ΡΙΝ) προφανώς βρισκόταν στην τσάντα του ενάγοντα μαζί με τα λοιπά έγγραφα». Βάσει των ως άνω δεδομένων και εξετάζοντας το Δικαστήριο τα επίδικα θέματα της υπόθεσης έκρινε ότι ο κωδικός αριθμός της κάρτας βρισκόταν στην τσάντα του ενάγοντα που κλάπηκε μαζί με την κάρτα, καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι μπορούσε η πιστωτική κάρτα να είχε χρησιμοποιηθεί χωρίς ΡΙΝ, ούτε διαπιστώθηκε ότι είχε αντιγραφεί το ΡΙΝ του ενάγοντα σε ΑΤΜ πριν από την διενέργεια των αμφισβητούμενων συναλλαγών για να μπορούσε να είχε κλαπεί το ΡΙΝ. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα ως άνω αποφάσισε ότι δεν αποδείχθηκε οιαδήποτε ευθύνη της εναγόμενης Τράπεζας ούτε ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική, απορρίπτοντας την αγωγή του ενάγοντα. Συνεπώς, ευσεβάστως εισηγούμαστε και πως στην υπό κρίση υπόθεση σε καμία πράξη προέβησαν οι εναγόμενοι που να μπορούσε να στοιχειοθετήσει στο ελάχιστο τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι υπήρξαν αμελείς και ότι σαν αποτέλεσμα της δικής τους αμέλειας διενεργήθηκαν οι επίδικες μη εξουσιοδοτημένες αναλήψεις από τους λογαριασμούς της. Αντίθετα, αυτό που διαφάνηκε μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία, είναι το γεγονός ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν καθ' όλα ορθά και με βάση τις υποχρεώσεις τους και/ή τις ευθύνες τους ως αυτές προκύπτουν από το Τεκμήριο 5 όταν ενημερώθηκαν ότι είχαν κλαπεί οι κάρτες της ενάγουσας και επειδή ακριβώς ενήργησαν άμεσα, εμπόδισαν τις οποιεσδήποτε περαιτέρω προσπάθειες για αναλήψεις από τις εν λόγω κάρτες της. Ξεκάθαρα, κατά την εισήγησή μας, διαφάνηκε ότι η ενάγουσα ευθύνεται με βαριά αμέλεια, από την στιγμή που όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες της παραγράφου 5(α) του Τεκμηρίου 5, ήτοι των Όρων Χρήσης και Λειτουργίας των επίδικων πιστωτικών καρτών της και φύλαξε, σε χώρο όπου ήταν οι πιστωτικές της κάρτες, τους μυστικούς κωδικούς αριθμούς αυτών. Αυτή η ενέργειά της, με βάση τους ρητούς όρους του Τεκμηρίου 5, συνιστά βαριά αμέλεια, έννοια η οποία, όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Winnetka Trading Corporation v. Julius Baer International Ltd κ.ά. [2011] EWHC 2030(Ch), αναφέρεται πλέον ως όρος στις χρηματικές συναλλαγές (παράγραφος 16 της απόφασης).». (Η έμφαση με υπογραμμίσεις είναι της συνηγόρου Υπεράσπισης.) ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Το τραπεζικό δίκαιο εξελίσσεται διαρκώς, καθώς μεταβάλλεται ραγδαία η τεχνολογία που εφαρμόζεται στα διάφορα τραπεζικά προϊόντα. Τα διάφορα συγγράμματα, όπως και οι νομοθεσίες, δεν συμπορεύονται κατ' ανάγκη με κάθε τέτοια εξέλιξη. Ενίοτε αποτυπώνουν σύγχρονες ρυθμίσεις και εκσυγχρονίζουν το ισοζύγιο των δυνάμεων τραπεζών - και πελατών. Το Δικαστήριο οφείλει σε κάθε περίπτωση να ερμηνεύει επίκαιρα, κατά δίκαιο τρόπο, το εν λόγω ισοζύγιο, όπως τούτο αποτυπώνεται στους όρους των συμβάσεων μεταξύ των μερών, νοουμένου ότι οι όροι είναι σύννομοι και όχι καταχρηστικοί κατά παράβαση του νόμου. Η σχετική νομοθεσία. Για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, αποδέχομαι τη θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ετύγχανε εφαρμογής ο περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμος του 2009 (Ν.128(Ι)/2009), που στο εξής θα αναφέρεται ως «ο Νόμος». Παρά το ότι η αρχική συμφωνία έκδοσης των επίδικων καρτών ήταν δεκτό ότι έγινε το 2008, εντούτοις το άρθρο 94
(1)του Νόμου ρητά προβλέπει ότι «Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται και σε κάθε σύμβαση που συνάφθηκε ανάμεσα σε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και χρήστη υπηρεσιών πληρωμών πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου και η οποία συνιστά σύμβαση-πλαίσιο παροχής υπηρεσιών πληρωμών κατά την έννοια του παρόντος Νόμου.». Το άρθρο 57 του Νόμου ρυθμίζει τον καταμερισμό της «ευθύνης για πράξεις πληρωμής που εκτελέστηκαν χωρίς την εξουσιοδότηση του πληρωτή». Το παραθέτω꞉ «57.-
(1)Χωρίς επηρεασμό του άρθρου 50, εάν πράξη πληρωμής πραγματοποιήθηκε χωρίς την εξουσιοδότηση του πληρωτή, ο οικείος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υποχρεούται να επιστρέψει αμέσως στον πληρωτή το ποσό της πράξης πληρωμής και, ανάλογα με την περίπτωση, να επαναφέρει το χρεωθέντα λογαριασμό πληρωμών στην κατάσταση που θα βρισκόταν εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η πράξη πληρωμής.
(2)Κατά παρέκκλιση από το εδάφιο
(1), ο πληρωτής βαρύνεται μέχρι ποσού 150 ευρώ για ζημία από πράξεις πληρωμής που πραγματοποιήθηκαν χωρίς την εξουσιοδότησή του, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ζημία επέρχεται από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών ή, εάν ο πληρωτής δεν κράτησε ασφαλή τα εξατομικευμένα στοιχεία ασφαλείας, μέσου πληρωμών υποκλαπέντος ή εκτεθειμένου σε κατάχρηση από τρίτους∙ (β) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέσχε τα κατάλληλα μέσα που επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή την ειδοποίηση για την απώλεια, κλοπή, υποκλοπή ή έκθεση σε κατάχρηση του μέσου πληρωμών, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 56∙ και (γ) η ζημία επέρχεται από χρήση του μέσου πληρωμών μέχρι τη χρονική στιγμή κατά την οποία ο πληρωτής ειδοποίησε σχετικά τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών: Νοείται ότι τα μέρη μπορούν να συμφωνούν μικρότερη ή μηδενική επιβάρυνση του πληρωτή.
(3)Κατά παρέκκλιση από τα εδάφια
(1)και
(2), ο πληρωτής βαρύνεται για ολόκληρη τη ζημιά από πράξεις πληρωμής που πραγματοποιήθηκαν χωρίς την εξουσιοδότησή του, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ζημιά οφείλεται στο γεγονός ότι ο εν λόγω πληρωτής ενήργησε με δόλο ή η ζημιά επέρχεται κατόπιν παραβίασης από τον πληρωτή μίας ή περισσοτέρων από τις υποχρεώσεις του άρθρου 55 από πρόθεση ή βαριά αμέλεια∙ (β) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέσχε τα κατάλληλα μέσα που επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή την ειδοποίηση για την απώλεια, κλοπή, υποκλοπή ή έκθεση σε κατάχρηση του μέσου πληρωμών, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 56∙ και (γ) η ζημία επέρχεται από χρήση του μέσου πληρωμών μέχρι τη χρονική στιγμή κατά την οποία ο πληρωτής ειδοποίησε σχετικά τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.
(4)Κατά παρέκκλιση από τα εδάφια
(1)και
(2), ο πληρωτής βαρύνεται για ολόκληρη τη ζημία από πράξεις πληρωμής που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν δόλιας ενέργειας εκ μέρους του.
(5)[...]». Το άρθρο 55 του ιδίου Νόμου επιβάλλει στον πληρωτή (τον νόμιμο κάτοχο των μέσων πληρωμής) ορισμένες υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα: «55. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που χρησιμοποιεί μέσο πληρωμών υποχρεούται- (α) να χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του∙ (β) μόλις παραλάβει το μέσο πληρωμών, να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων στοιχείων ασφαλείας του∙ και (γ) μόλις αντιληφθεί απώλεια, κλοπή, υποκλοπή ή έκθεση σε κατάχρηση του μέσου πληρωμών ή χρήση αυτού χωρίς εξουσιοδότηση, να ειδοποιεί αμελλητί τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή το πρόσωπο που ο τελευταίος υποδεικνύει.» Αντίστοιχα, το άρθρο 56
(1)του ιδίου Νόμου επιβάλλει στον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών (την τράπεζα) τις ακόλουθες υποχρεώσεις: «(α) χωρίς επηρεασμό των υποχρεώσεων του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών δυνάμει του άρθρου 55, να μην αποκαλύπτει τα εξατομικευμένα στοιχεία ασφαλείας του μέσου πληρωμών παρά μόνο στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών που έχει το δικαίωμα να το χρησιμοποιεί· (β) να μην αποστέλλει μέσο πληρωμών που δεν έχει ζητηθεί παρά μόνο προς αντικατάσταση μέσου που έχει ήδη δοθεί στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών· (γ) να εξασφαλίζει ανά πάσα στιγμή στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών κατάλληλα μέσα για να προβαίνει αυτός σε ειδοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 55 ή να ζητεί άρση της αναστολής σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του άρθρου 54· για διάστημα 18 μηνών από την ειδοποίηση, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υποχρεούται να παρέχει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, κατόπιν αίτησης, μέσα απόδειξης της ειδοποίησης∙ και (δ) να εμποδίζει κάθε χρήση του μέσου πληρωμών μόλις πραγματοποιηθεί ειδοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 55.». Σημειωτέον ότι το άρθρο 36 του ιδίου Νόμου επιβάλλει στον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών (την τράπεζα) την υποχρέωση να παρέχει στον χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών «σε εύθετο χρόνο», ήτοι «προτού ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεσμευτεί από προσφορά ή σύμβαση-πλαίσιο», πληροφορίες και όρους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται: «(β) σχετικά με τη χρήση της υπηρεσίας πληρωμών- (i) τα κύρια χαρακτηριστικά της προσφερόμενης υπηρεσίας πληρωμών, (ii) καθορισμός των στοιχείων ή του αποκλειστικού μέσου ταυτοποίησης που είναι κατά περίπτωση απαραίτητο να παράσχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ορθή εκτέλεση της εντολής πληρωμής, (vii) τυχόν δυνατότητα συμφωνίας σχετικά με το όριο δαπανών για τη χρήση του μέσου πληρωμών σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 54· (ε) σχετικά με την ασφαλή φύλαξη του μέσου πληρωμών και τα διορθωτικά μέτρα- (
  1. i)ανάλογα με την περίπτωση, τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ασφαλή φύλαξη του μέσου πληρωμών, καθώς και οι τρόποι της κατά την παράγραφο (γ) του άρθρου 55 ειδοποίησης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, (
  2. ii)[...], (iii) η ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 57, για πράξεις πληρωμής που πραγματοποιήθηκαν χωρίς την εξουσιοδότηση του πληρωτή, (iv) οι προϋποθέσεις και η έκταση της επιβάρυνσης του πληρωτή σύμφωνα με τα εδάφια
(2)έως
(5)του άρθρου 57, (
  1. v)ο τρόπος και η προθεσμία εντός της οποίας ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών οφείλει να ειδοποιεί τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, για πράξεις πληρωμής που εκτελέστηκαν εσφαλμένα ή χωρίς την εξουσιοδότησή του πληρωτή, σύμφωνα με το άρθρο 50, (
  2. vi)η κατά τα άρθρα 69 έως 71 ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής, και (vii) οι όροι επιστροφής χρηματικών ποσών σύμφωνα με το άρθρο 58·». Επισημαίνεται ότι, βάσει του άρθρου 35 του Νόμου, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει υποχρέωση να παρέχει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, τις πληροφορίες και τους όρους που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 36 «σε έντυπη μορφή ή σε άλλο ανθεκτικό στο χρόνο μέσο», για παράδειγμα σε μορφή σχεδίου συμφωνίας - πλαίσιο πριν δεσμευθεί από αυτήν. Προκειμένου να εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή προστασία των πληρωτών (ήτοι των πελατών των τραπεζών), ο Νομοθέτης καθόρισε ως «αναγκαστικές» τις πιο πάνω διατάξεις του Νόμου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 48 του Νόμου προβλέπει ότι꞉ «48.-
(1)Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται σε κάθε σύμβαση παροχής υπηρεσιών πληρωμών. Με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2), και του άρθρου 68, κάθε όρος της σύμβασης που αντιβαίνει σε διάταξη του παρόντος Μέρους θεωρείται άκυρος εκτός εάν είναι ευνοϊκότερος για το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε σύγκριση με τη διάταξη στην οποία αντιβαίνει.». Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση, ήταν κοινή η θέση της Ενάγουσας και της ΜΥ1, στο πλαίσιο της ένορκης μαρτυρίας τους, ότι

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.