Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Johnson κ.α., Αγωγή αρ.: 1267/2012, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1267/2012 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας Και
- χχχ Johnson, από το Ηνωμένο Βασίλειο
- Sotiris A. Christodoulou Estates Ltd, από την Λάρνακα Εναγόμενων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 29.03.2019 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κα Μαλέκου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε Για τον εναγόμενο αρ. 1: κα Σιακκού για Νέστωρας Νικηφόρου Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Τα Δικόγραφα
- Η ενάγουσα αξιώνει από τον εναγόμενο 1, μεταξύ άλλων, το συνολικό ποσό των CHF306.309,10 πλέον τόκους ως επίσης και απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η ενάγουσα είναι αποκλειστική δικαιούχος όλων των δικαιωμάτων του εναγομένου αρ. 1 που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 1.8.2008 που συνομολογήθηκε μεταξύ των εναγομένων αρ. 1 και
- Επισημαίνεται ότι η αγωγή εναντίον της εναγομένης αρ. 2 απορρίφθηκε λόγω εκπνοής του κλητηρίου.
- Στην έκθεση απαίτησης προβάλλεται ότι την 13.8.2008 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου σε ελβετικά φράγκα για το ποσό των CHF302.000 μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου αρ. 1 και για περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου που έλαβε, ο τελευταίος εκχώρησε όλα τα δικαιώματα του, που απορρέουν από το πιο πάνω αγοραπωλητήριο έγγραφο. Η εναγομένη αρ. 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγομένου αρ. 1 και περαιτέρω παραχώρησε την υποθήκη με αρ. Υχχχ2/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακος. Επίσης ο εναγόμενος αρ. 1 δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 8.8.2008 διόρισε την ενάγουσα ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για τις πράξεις που περιγράφονται σ' αυτό. Η πιο πάνω συμφωνία δανείου τροποποιήθηκε στις 27.2.2009 και 5.7.
- Προβάλλεται ότι ο εναγόμενος αρ. 1 παρέλειψε να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και έτσι η ενάγουσα τερμάτισε την συμφωνία δανείου και αξιώνει απόφαση όπως περιγράφεται πιο πάνω.
- Ο εναγόμενος αρ. 1 στην έκθεση υπεράσπισης του, προβάλει ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι άκυρη και κατ' επέκταση μη εφαρμόσιμη καθότι η τράπεζα με ψευδείς παραστάσεις τον εξώθησε να συνομολογήσει την πιο πάνω συμφωνία και περαιτέρω ως καταναλωτής, η ενάγουσα (από τώρα θα καλείται η τράπεζα) παρέλειψε να του εξηγήσει, μεταξύ άλλων, τους κινδύνους συνομολόγησης του δανείου σε ξένο νόμισμα και ειδικότερα τον κίνδυνο αλλαγής της ισοτιμίας μεταξύ του Ευρώ και του ελβετικού φράγκου. Είναι η θέση του ότι η τράπεζα παραβίασε το άρθρο 4
(2)της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου του 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Περαιτέρω επισημαίνει ότι η τράπεζα παρέλειψε να του εξηγήσει τους όρους και τις συνέπειες όλων των εγγράφων που υπέγραψε με αποτέλεσμα, ως προβάλει να είναι άκυρες. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων του δανείου και ως εκ τούτου η ενάγουσα παράτυπα τερμάτισε την μεταξύ τους συμφωνία. Β. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την ενάγουσα
- Η ενάγουσα για στοιχειοθέτηση της απαίτησης της κάλεσε ως μάρτυρες τους χχχ. Αζάς, χχχ. Ιωάννου και χχχ. Νικολάου, οι οποίοι εργοδοτούνται σ' αυτήν. Ο κ. χχχ. Αζάς στην μαρτυρία του μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: i. Η ενάγουσα είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος και διεξάγει τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών (βλ. Τεκ. 1). ii. Στις 13.8.2008 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στον εναγόμενο αρ. 1 δάνειο σε ελβετικά φράγκα, ύψους CHF302.000 για την αγορά ακινήτου (βλ. Τεκ. 2). Η εν λόγω συμφωνία τροποποιήθηκε στις 27.2.2009 και 5.7.2010 (βλ. Τεκ. 3 και 4 αντίστοιχα). Στην τελευταία συμφωνία ρητά αναφερόταν ότι το υπόλοιπο του δανείου ήταν CHF298.222,71 πλέον τόκους από 1.1.
- Το πιο πάνω ποσό ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Σε αντίθετη περίπτωση θα αποπληρωνόταν με 154 μηνιαίες δόσεις ως ακολούθως: (α) 12 μηνιαίες δόσεις εκ CHF940 η κάθε μία και (β) 141 δόσεις εκ CHF2695 έκαστη. Η τελευταία δόση θα ήταν τέτοιου ποσού που θα εξοφλούσε πλήρως το υπόλοιπο του δανείου συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκων και άλλων εξόδων. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 8.5.2010 και κάθε επόμενη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία της αμέσως προηγούμενης δόσης. Το ποσό του δανείου έφερε επιτόκιο ενός μηνός libor πλέον προσαύξηση προς 1,75%. Η ενάγουσα είχε το δικαίωμα καθ' οιονδήποτε χρόνο, με έγγραφη ειδοποίηση της προς τον εναγόμενο να αυξομειώσει το επιτόκιο εντός του ορίου του εκάστοτε εν ισχύ νόμιμου επιτοκίου. iii. Η εναγόμενη αρ. 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγομένου αρ. 1 (βλ. Τεκ. 5) και για περαιτέρω εξασφάλιση παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αρ. Υχχχ2/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας (βλ. Τεκ. 6). Περαιτέρω ο εναγόμενος αρ. 1 με έγγραφο ημερ. 13.08.2008 εκχώρησε όλα τα δικαιώματα του που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 01.08.2008 που συνομολογήθηκε μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 (βλ. Τεκ. 7 και 7Α). Επιπρόσθετα ο εναγόμενος αρ. 1 με έγγραφο ημερ. 13.08.2008 διόρισε την τράπεζα ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο για τις πράξεις και ενέργειες που περιγράφονται σ' αυτό (βλ. Τεκ. 8). Επίσης διόρισε συγκεκριμένο πρόσωπο να παραλαμβάνει εκ μέρους του κλητήριο ένταλμα σε σχέση με την πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση (βλ. Τεκ. 15) και περαιτέρω υπέγραψε σχετικά έγγραφα αναφορικά με τα προσωπικά του δεδομένα (βλ. Τεκ. 13 και 14). iv. Η τράπεζα με επιστολές της ημερ. 18.12.2008, 19.01.2010, 14.10.2011 και 27.10.2011 ενημέρωνε, μεταξύ άλλων, τον εναγόμενο αρ. 1 για την αλλαγή του επιτοκίου και με τις δύο τελευταίες επιστολές του ζητούσε να αποπληρώσει τις καθυστερημένες δόσεις (βλ. Τεκ. 10Α, 10Β, 10Γ και 10Δ). Η τράπεζα με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο ενημέρωσε ότι από τις 26.04.10 οι υπερβάσεις ή καθυστερήσεις θα χρεώνονταν με τόκο υπερημερίας 5,35 % επί των σχετικών ποσών (βλ. Τεκ. 16). Ο εναγόμενος αρ. 1 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό και έτσι η τράπεζα με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 13.02.2012 τερμάτισε την μεταξύ τους συμφωνία και απαίτησε απ' αυτόν την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού πλέον τόκους (βλ. Τεκ. 10Ε). Περαιτέρω η τράπεζα με επιστολές της, ενημέρωσε σχετικά και την εναγόμενη 2 (βλ. Τεκ. 11Α, 11Β, 11Γ και 11Δ). Οι επιστολές στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 στάληκαν στις διευθύνσεις που οι ίδιοι δήλωσαν και, ως ανέφερε, έχουν παραληφθεί από αυτούς. Παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο σχετικές αποδείξεις για κατάθεση συστημένων αντικειμένων ημερ. 17.02.2012 και 14.02.2012, οι οποίες αναφέρονται, μεταξύ άλλων προσώπων, και στους εναγόμενους 1 και 2 αντίστοιχα (βλ. Τεκ. 12). v. Ο κ. χχχ. Αζάς ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου, της εγγύησης και της συμφωνίας εκχώρησης (βλ. Τεκ. 2, 5 και 7) και όπως ανέφερε επεξηγήθηκε στον εναγόμενο αρ. 1 το ποσό του δανείου, η δόση και αυτός υπέγραψε με την ελεύθερη βούληση του. Αναγνώρισε ότι υφίσταται κίνδυνος στην δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα, ο οποίος εστιάζεται στην αυξομείωση του συναλλάγματος. Επισήμανε όμως ότι η συνήθης πρακτική της τράπεζας είναι να επεξηγεί τους κινδύνους σε τέτοιες περιπτώσεις πλην όμως δεν γνώριζε κατά πόσο επεξηγήθηκαν στον εναγόμενο αρ.
- vi. Ο κ. χχχ Αζάς παρουσίασε στο δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού του πιο πάνω δανείου για την περίοδο από 13.08.2008 μέχρι 02.10.2014, στην οποία ο ίδιος ετοίμασε και διαπίστωσε ότι είναι ορθή αφού συγκρίθηκε με την αρχική καταχώρηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή (βλ. Τεκ. 9). Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος αρ. 1 μέχρι την ημερομηνία που έδινε μαρτυρία, καταβάλει την μηνιαία του δόση. Παρά ταύτα όταν ρωτήθηκε σχετικά δεν γνώριζε γιατί δεν εκτυπώθηκε πρόσφατη κατάσταση λογαριασμού.
- Ο κ. χχχ. Ιωάννου υπάλληλος της ενάγουσας, στη μαρτυρία του ανέφερε ότι σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της τράπεζας, όταν εγκρίνεται ένα δάνειο χρεώνεται με ολόκληρο το ποσό και το ισάξιο σε τοπικό νόμισμα πιστώνεται σε ένα εσωτερικό λογαριασμό (escrow account). Σε κάθε περίπτωση που ο πελάτης επιθυμεί εκταμίευση μέρος του δανείου προς τον πωλητή του ακινήτου, αυτή γίνεται μέσω του εσωτερικού λογαριασμού, ο οποίος φέρει το ίδιο επιτόκιο με αυτό του δανείου. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση όταν παραχωρήθηκε το δάνειο στον εναγόμενο 1 ανοίχθηκε εσωτερικός λογαριασμός (escrow account). Το δάνειο χρεώθηκε με ολόκληρο το ποσό ήτοι CHF 302.000 και την ίδια ημέρα πιστώθηκαν στον εσωτερικό λογαριασμό €184.591,
- Παρουσίασε στο δικαστήριο κατάσταση του πιο πάνω λογαριασμού στην οποία εμφαίνεται ότι την 13.08.2008 πιστώθηκε το ποσό των €184.591,59 που αντιπροσωπεύει το σύνολο του δανείου και στη συνέχεια ακολουθούν διάφορες χρεωπιστώσεις μέχρι και την 29.08.2008 όπου χρεώθηκε το ποσό των €2.292,96 το οποίο κατατέθηκε στον καταθετικό λογαριασμό του εναγομένου αρ. 1 και στη συνέχεια πιστώθηκε στο λογαριασμό του δανείου (βλ. Τεκ. 17 και 18 αντίστοιχα και Τεκ. 19, 20, 21 και 22). Περαιτέρω στη μαρτυρία του παρουσίασε δέσμη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που είχε η τράπεζα με τον εναγόμενο 1 (βλ. Τεκ. 23) ως επίσης και σχετικές ανακοινώσεις της τράπεζας στον ημερήσιο τύπο, ημερ. 26 και 30.04.12 σε σχέση με τη μείωση του τόκου υπερημερίας στο 2,50% (βλ. Τεκ. 24) και από 25.11.13 σε 1,75% (βλ. Τεκ. 25). Αναγνώρισε ότι σε περίπτωση δανεισμού σε ξένο νόμισμα υφίσταται κίνδυνος λόγω της συναλλαγματικής ισοτιμίας και γι' αυτό γνωστοποιείται στους πελάτες ώστε να αποφασίσουν. Δεν ήταν παρών κατά τη σύναψη του συγκεκριμένου δανείου και επομένως δεν γνώριζε κατά πόσο επεξηγήθηκε στον εναγόμενο αρ. 1 ο κίνδυνος πλην όμως δήλωσε ότι είναι η συνήθης πρακτική της τράπεζας να επεξηγεί τους κινδύνους δανεισμού σε ξένο νόμισμα. Επισήμανε ότι από την ηλεκτρονική αλληλογραφία προκύπτει ότι επεξηγήθηκε σ' αυτόν και αντιλήφθηκε τον κίνδυνο.
- Η κα χχχ. Νικολάου υπάλληλος της τράπεζας, παρουσίασε καταστάσεις λογαριασμών του δανείου που αποστέλλονταν στον εναγόμενο αρ.
- Αφορούν την περίοδο 13.08.2008 μέχρι 30.12.2011 (βλ. Τεκ. 26). Επισήμανε ότι όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης και όπως έχει ενημερωθεί από τους συναδέλφους της, ο εναγόμενος 1 δεν υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο μετά που λάμβανε τις πιο πάνω καταστάσεις. Γ. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από τον εναγόμενο αρ. 1
- Ο εναγόμενος αρ. 1 στη μαρτυρία του, ανέφερε ότι εργάζεται ως υπάλληλος σε χημική αγροτική εταιρεία και δεν έχει αρκετές οικονομικές γνώσεις. Επισήμανε ότι την 01.08.2008 συνομολογήθηκε συμφωνία μεταξύ αυτού και της εναγομένης 2, από την οποία αγόρασε μία κατοικία για το ποσό των €325.
- Μαζί με τον διευθυντή της εναγομένης 2 μετέβηκαν σε υποκατάστημα της τράπεζας στη Λάρνακα και τους ανέφερε ότι επιθυμούσε να συνάψει οικιστικό δάνειο με σκοπό να αγοράσει κατοικία. Οι λειτουργοί της τράπεζας τον συμβούλευσαν να υποβάλει αίτηση για δάνειο σε ελβετικά φράγκα καθότι ήταν προς το συμφέρον του, αφού το στεγαστικό επιτόκιο θα ήταν πολύ χαμηλότερο σε σύγκριση με τα επιτόκια τα οποία ίσχυαν στην κυπριακή τραπεζική αγορά κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Έτσι στις 08.08.2008 συνομολογήθηκε η επίδικη συμφωνία δανείου με σκοπό την αγορά της πιο πάνω κατοικίας. Τόνισε ότι κανένας από τους λειτουργούς της τράπεζας δεν του επεξήγησε τα έγγραφα που υπέγραψε, δεν του δόθηκε ικανοποιητικός χρόνος προκειμένου να τα διαβάσει και να τα κατανοήσει ως επίσης δεν του δόθηκε η ευκαιρία να παραδώσει τα έγγραφα σε κάποιο δικηγόρο ή οικονομικό σύμβουλο προκειμένου να του εξηγηθούν οι όροι και οι συνέπειες σύναψης δανείου σε ελβετικά φράγκα. Αναφορικά με το επιτόκιο ανέφερε ότι ακόμη και σήμερα αδυνατεί να αντιληφθεί τι είναι το libor και πως λειτουργεί. Το μόνο που του ανέφεραν είναι ότι του ενέκριναν δάνειο για το ποσό των CHF 302.000 το οποίο θα εξοφλείτο με 175 δόσεις των CHF 2.274,
- Επιπρόσθετα δεν του ανέφεραν οποιοδήποτε κίνδυνο τυχόν να προέκυπτε από τη λήψη του δανείου σε ελβετικά φράγκα και ειδικότερα ότι σε περίπτωση υποτίμησης του ευρώ ή της αγγλικής λίρας έναντι του ελβετικού φράγκου, θα έπρεπε να κατέβαλλε μεγαλύτερο ποσό για την μηνιαία δόση. Αντιθέτως του δήλωσαν ότι πρόκειται για σταθερό νόμισμα. Ήταν η θέση του ότι στην περίπτωση που γνώριζε ότι υπήρχε κίνδυνος να υποτιμηθεί η αγγλική λίρα ή το ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου δεν θα σύναπτε το επίδικο δάνειο. Στη συνέχεια λίγους μήνες μετά τη σύναψη του δανείου ενημερώθηκε από την τράπεζα του στην Αγγλία ότι προκειμένου να καταβάλλει στην ενάγουσα την συμφωνηθείσα δόση θα έπρεπε να κατέβαλλε μεγαλύτερο ποσό σε αγγλικές λίρες από αυτό που συμφώνησε κατά τη σύναψη του δανείου. Ο ίδιος δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του και τις ανησυχίες του τις εξέφρασε σε διάφορες συναντήσεις που είχε με υπαλλήλους της τράπεζας. Δήλωσε ότι έναντι του δανείου μέχρι και τα τέλη του 2009 κατέβαλλε στην τράπεζα διάφορα μεγάλα ποσά και από το 2010 μέχρι και το Νοέμβριο του 2017 κατέβαλλε ανελλιπώς κάθε μήνα περίπου από 700 μέχρι 900 αγγλικές λίρες.
- Ο εναγόμενος αρ. 1 κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. χχχ. Μυλωνά ο οποίος εργάζεται στο τμήμα χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Αναφέρθηκε στις συναλλαγματικές ισοτιμίες του Ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου και του τελευταίου έναντι της Αγγλικής λίρας και παρουσίασε σχετικό πίνακα για την περίοδο από τον Αύγουστο του 2008 μέχρι και τον Φεβρουάριο του
- (βλ. Τεκ. 27). Η ισοτιμία του Ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου κατά τον Αύγουστο του 2008 ήταν CHF1,6238 και κατά την 9.3.2018 ήταν CHF1,
- Ως εκ των πιο πάνω, για την πιο πάνω περίοδο η αξία του Ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου μειώθηκε σε ποσοστό 27,98%. Η δε ισοτιμία της Αγγλικής λίρας έναντι του ελβετικού φράγκου κατά την 8.8.2008 ήταν CHF2,0709 και κατά την 9.3.2018 ήταν CHF1,
- Η αξία της Αγγλικής λίρας έναντι του ελβετικού φράγκου για την πιο πάνω περίοδο υποτιμήθηκε σε ποσοστό 36,47%. Κατά την 13.2.2012, ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας, CHF2,274,96 αντιστοιχούσαν σε €1874 και σε 1577 Αγγλικές λίρες ενώ κατά τον καταρτισμό της συμφωνίας 13.8.2008 τα πιο πάνω ελβετικά φράγκα αντιστοιχούσαν σε €1.401 και 1098,53 Αγγλικές λίρες. Δ. Αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων
- Στο στάδιο των αγορεύσεων η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι η τελευταία έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της στον απαιτούμενο βαθμό και περαιτέρω, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι ο εναγόμενος αρ. 1 κωλύεται λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα και λόγω συμπεριφοράς να προβάλει ότι δεν του έχουν επεξηγηθεί οι κίνδυνοι συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας σε ξένο νόμισμα. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγομένου 1, η οποία εισηγήθηκε ότι η συμφωνία δανείου είναι άκυρη λόγω δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων από μέρους της τράπεζας και περαιτέρω σ' αυτήν υφίστανται καταχρηστικές ρήτρες. Δεν ήταν διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό και δεν ήταν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης. Η δε τράπεζα όφειλε να είχε επεξηγήσει σ' αυτόν τους κινδύνους συνομολόγησης της συμφωνίας σε ξένο νόμισμα και δεν το έπραξε. Περαιτέρω ανέφερε ότι η τράπεζα απέτυχε να αποδείξει το υπόλοιπο του δανείου και έτσι η αγωγή για τους πιο πάνω λόγους είναι έκθετη σε απόρριψη. Ε. Αξιολόγηση της μαρτυρίας
- Η απαραίτητη αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες).
- Στην προκείμενη περίπτωση το επίδικο δάνειο που συνομολογήθηκε μεταξύ της τράπεζας και του εναγομένου 1 ήταν σε ξένο νόμισμα, ήτοι ελβετικά φράγκα. Ο εναγόμενος 1 προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι η τράπεζα τον προέτρεψε να συνάψει το πιο πάνω δάνειο και περαιτέρω δεν του επεξήγησε τους κινδύνους δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα. Οι μάρτυρες που κλήθηκαν από μέρους της ενάγουσας κ. χχχ. Αζάς και χχχ. Νικολάου, αναγνώρισαν ότι υφίστανται κίνδυνοι όταν συνομολογείται δάνειο σε ξένο νόμισμα ενόψει και της αυξομείωσης της ισοτιμίας του συναλλάγματος μεταξύ του νομίσματος του δανείου και του τοπικού νομίσματος. Περαιτέρω επισήμαναν ότι, ενόψει των πιο πάνω κινδύνων, η τράπεζα οφείλει να επεξηγήσει στους δανειολήπτες τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη σύναψη συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα και η συνήθης πρακτική της τράπεζας σε τέτοιας φύσης δάνεια είναι όχι μόνο να μην παροτρύνει τους δανειολήπτες αλλά και να τους επεξηγεί τους κινδύνους. Ο κ. χχχ. Αζάς, ως ανέφερε, ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου (Τεκ. 2), της εγγύησης, (Τεκ. 5) και του εκχωρητηρίου εγγράφου (βλ. Τεκ. 7) και επισήμανε ότι επεξηγήθηκε στον εναγόμενο 1 το ποσό του δανείου και η δόση αυτού. Δεν γνώριζε όμως τις συνθήκες που λήφθηκε η απόφαση για να δανειοδοτηθεί ο εναγόμενος αρ. 1 σε ξένο νόμισμα ως επίσης δεν γνώριζε κατά πόσο επεξηγήθηκαν σε αυτόν οι κίνδυνοι. Ο δε μάρτυρας που κλήθηκε από την ενάγουσα κ. χχχ. Ιωάννου δεν ήταν παρών κατά τη σύναψη του δανείου και δεν γνώριζε κατά πόσο επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι στον εναγόμενο αρ.
- Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από μέρους της τράπεζας ότι επεξηγήθηκαν στον εναγόμενο αρ. 1 οι κίνδυνοι δανειοδότησης του σε ξένο νόμισμα αφού όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω τα δύο πιο πάνω πρόσωπα δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν. Ο κ. χχχ. Αζάς που ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου (βλ. Τεκ. 2) δήλωσε ότι στην παρουσία του δεν του επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι. Ήταν η θέση και των δύο πιο πάνω προσώπων ότι αποτελεί συνήθη πρακτική της τράπεζας να μην παροτρύνει τους πελάτες να δανειοδοτηθούν σε ξένο νόμισμα ως επίσης και να επεξηγεί τους κινδύνους. Δεν υφίσταται μαρτυρία ότι η πιο πάνω πρακτική της τράπεζας μετουσιώθηκε σε πράξη στην προκείμενη περίπτωση. Από την άλλη, υφίσταται η μαρτυρία του εναγομένου αρ. 1 ο οποίος ανέφερε ότι η τράπεζα τον παρότρυνε να συνάψει την επίδικη συμφωνία και δεν του εξήγησε τους κινδύνους. Περαιτέρω ήταν η θέση του κ. χχχ. Ιωάννου ότι από την ηλεκτρονική αλληλογραφία του εναγομένου 1 με την τράπεζα προκύπτει ότι όχι μόνο του επεξηγήθηκε αλλά και ότι αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα. Πρόκειται για αυθαίρετο συμπέρασμα. Από την πιο πάνω αλληλογραφία δεν προκύπτει ότι η τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο επεξήγησε στο πιο πάνω πρόσωπο τους κινδύνους και ότι αυτός τους είχε αντιληφθεί. Αντιθέτως στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 29.12.08 ο εναγόμενος αρ. 1 ζητεί από την τράπεζα να πληροφορηθεί μεταξύ άλλων το ποσό του δανείου, τον τόκο, την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου και πως επηρέασε η οικονομική κρίση τις πληρωμές και περαιτέρω εξέφραζε τις ανησυχίες υποτίμησης της αγγλικής λίρας έναντι του ευρώ και την ικανότητα του για πληρωμές (βλ. Τεκ. 23). Όπως έχει νομολογηθεί ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός εν όλω ή εν μέρει. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 219/12, ημερ. 29.11.2013 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση οι μάρτυρες που κλήθηκαν από την ενάγουσα κ. χχχ. Αζάς και χχχ. Ιωάννου δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει συθέμελα την αξιοπιστία τους καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας πλην όμως το Δικαστήριο για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω δεν αποδέχεται το συμπέρασμα τους ότι επεξηγήθηκαν στον εναγόμενο αρ. 1 οι κίνδυνοι δανειοδότησης τους σε ξένο νόμισμα ενόψει της συνήθης πρακτικής της τράπεζας ως επίσης δεν γίνεται αποδεκτό το συμπέρασμα του κ. χχχ. Ιωάννου ότι από την ηλεκτρονική αλληλογραφία προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι σε αυτόν και ότι τους είχε αντιληφθεί.
- Η μαρτυρία της κας Νικολάου, υπαλλήλου της τράπεζας, ουσιαστικά περιστράφηκε στο να παρουσιάσει καταστάσεις λογαριασμού του δανείου που αποστέλλονταν στον εναγόμενο αρ. 1 για την περίοδο από 13.8.08 μέχρι 30.12.11 (βλ. Τεκ. 26) και ότι ο εναγόμενος αρ. 1 δεν υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τα υπόλοιπα που εμφαίνονται σε αυτές. Παρουσίασε τα γεγονότα όπως η ίδια τα γνώριζε. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονιστεί η αξιοπιστία της καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και έτσι το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της.
- Η μαρτυρία του εναγομένου αρ. 1 έχει ήδη εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω. Αντεξεταζόμενος αρχικά δεν θυμόταν κατά πόσο υπέγραψε τις τροποποιητικές συμφωνίες ημερ. 27.2.09 και 5.7.10 (βλ. Τεκ. 3 και 4) με τις οποίες μειώθηκαν οι μηνιαίες δόσεις του δανείου. Σε κατοπινό στάδιο αναγνώρισε ότι πράγματι τις υπέγραψε και διευκρίνισε ότι ο λόγος που υπέγραψε την τροποποιητική συμφωνία ημερ. 27.2.09 (βλ. Τεκ. 3), ήταν διότι διαφοροποιήθηκαν τα εισοδήματα του, λόγω της οικονομικής κρίσης αλλά και της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Η δεύτερη τροποποιητική συμφωνία ημερ. 5.7.10 (βλ. Τεκ. 4) ρητά προνοούσε ότι οι δόσεις για τους πρώτους 12 μήνες θα ήταν CHF 940, οι δε υπόλοιπες 141 μηνιαίες δόσεις θα ήταν CHF 2695 και η τελευταία θα ήταν τέτοιου ποσού ώστε να εξοφλούσε πλήρως το δάνειο (βλ. Τεκ. 4). Όταν ρωτήθηκε σχετικά επισήμανε ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι θα γινόταν αύξηση μετά την παρέλευση των 12 μηνών. Ο εναγόμενος αρ. 1 στα πλαίσια της συμφωνίας δανείου ημερ. 13.8.08 δήλωσε ότι του έχει επεξηγηθεί και έχει αντιληφθεί πλήρως το δικαίωμα του να συμβουλευθεί δικηγόρο της επιλογής του σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας και ότι είχε την ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο. Επιπρόσθετα δήλωνε ότι έχει μελετήσει και κατανοήσει πλήρως τους όρους και ότι με την ελεύθερη βούληση του υπέγραψε την συμφωνία (βλ. Τεκ. 2 παρ. 18). Καταρχήν επισημαίνεται η πιο πάνω δήλωση είναι καταγεγραμμένη στη συμφωνία με έντονα μαύρα γράμματα. Ήταν η θέση του όμως ότι του παρουσιάστηκαν τα έγγραφα που υπέγραψε, πλην όμως δεν είχε χρόνο να τα μελετήσει και επέδειξε εμπιστοσύνη στην τράπεζα ως επαγγελματίας, αφού ο ίδιος είναι ένας υπάλληλος σε χημική αγροτική εταιρεία χωρίς πολλές γνώσεις στην οικονομική αγορά. Στη μαρτυρία του αρχικά αναγνώρισε ότι παρέλαβε τις καταστάσεις λογαριασμού (βλ. Τεκ. 26). Όταν του υποδείχθηκε ότι σε αυτές υπήρχε σχετική σημείωση με την οποία του ζητούσε να ελέγξει τον λογαριασμό και σε περίπτωση διαφοράς να επικοινωνήσει με την τράπεζα εντός 2 εβδομάδων από την παραλαβή τους, τότε αυτός διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι δεν τις παρέλαβε. Η μαρτυρία όπως έχει νομολογηθεί θα πρέπει να αντικριστεί με ευρύτητα και όχι μικροσκοπικά. Τα πιο πάνω δεν είναι ικανά να συνθλίψουν στην ολότητα τη μαρτυρία του εναγομένου αρ.
- Με σαφήνεια αλλά και πειστικότητα ο εναγόμενος στη μαρτυρία του επισήμανε ότι υπάλληλος της τράπεζας τον συμβούλευσε να πάρει δάνειο σε ελβετικά φράγκα καθότι «.είναι το πιο στερεό και δυνατό νόμισμα και ότι άλλος κόσμος έπαιρνε παρόμοιο δάνειο σε ελβετικά φράγκα» και περαιτέρω δήλωσε ότι δεν του επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι δανειοδότησης του σε ξένο νόμισμα. Σε σχέση με το τελευταίο καμία περί του αντιθέτου μαρτυρία. Η μαρτυρία του εναγομένου αρ. 1 επί των ουσιωδών γεγονότων είχε μία λογική συνέχεια. Μετέβη στην τράπεζα για να δανειοδοτηθεί για την αγορά της κατοικίας που θα αγόραζε και ακολούθως διαδραματίστηκαν τα γεγονότα όπως περιγράφονται πιο πάνω. Δεν είναι η περίπτωση που ο δανειολήπτης μετέβη στην τράπεζα και ο ίδιος ζητεί να δανειοδοτηθεί σε ξένο νόμισμα. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από μέρους της τράπεζας ότι του επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι. Αντιθέτως ο κ. χχχ. Αζάς, ο οποίος ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας, με ειλικρίνεια δήλωσε ότι δεν επεξηγήθηκαν, στην παρουσία του, οι κίνδυνοι. Έτσι η μαρτυρία του εναγομένου αρ. 1 ότι η ενάγουσα τον προέτρεψε να λάβει το δάνειο σε ξένο νόμισμα και ότι δεν του επεξήγησε τους κινδύνους γίνεται αποδεκτή.
- Η μαρτυρία του κ. χχχ. Μυλωνά, υπαλλήλου της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, περιστράφηκε ουσιαστικά στις συναλλαγματικές ισοτιμίες του Ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου και του τελευταίου έναντι της Αγγλικής λίρας, για την περίοδο από τον Αύγουστο του 2008 μέχρι και τον Φεβρουάριο του
- Η μαρτυρία του παρέμεινε αδιαμφησβήτητη. Ανεξάρτητα απ' αυτό, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του. Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο θα επανέλθει στην μαρτυρία όλων των προσώπων όταν θα εξετάζει τις εκατέρωθεν εισηγήσεις. ΣΤ. Ευρήματα
- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: i. Η ενάγουσα είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος και διεξάγει τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών (βλ. Τεκ. 1). ii. Ο εναγόμενος αρ. 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως υπάλληλος σε χημική αγροτική εταιρεία και δεν είχε αρκετές οικονομικές γνώσεις. Στα πλαίσια γραπτής συμφωνίας ημερ. 1.8.2008 αγόρασε από την εναγομένη αρ. 2 κατοικία και μετέβησαν στην τράπεζα με σκοπό να δανειοδοτηθεί. Οι υπάλληλοι της τελευταίας, τον προέτρεψαν να συνομολογήσει συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα και ειδικότερα σε ελβετικά φράγκα. Έτσι την 13.8.2008 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στον εναγόμενο αρ. 1 δάνειο σε ελβετικά φράγκα ύψους CHF302.000 για την αγορά ακινήτου (βλ. Τεκ. 2). Η εν λόγω συμφωνία τροποποιήθηκε στις 27.2.2009 και 5.7.2010 (βλ. Τεκ. 3 και 4 αντίστοιχα). Στην πιο πάνω τελευταία συμφωνία αναφερόταν ότι το υπόλοιπο του δανείου ήταν CHF298.222,71 πλέον τόκους από 1.1.
- Διαλάμβανε ότι το πιο πάνω ποσό ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Σε αντίθετη περίπτωση θα αποπληρωνόταν με 154 μηνιαίες δόσεις ως ακολούθως: (α) 12 μηνιαίες δόσεις εκ CHF940 η κάθε μία και (β) 141 δόσεις εκ CHF2695 έκαστη. Η τελευταία δόση θα ήταν τέτοιου ποσού που θα εξοφλούσε πλήρως το υπόλοιπο του δανείου συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκων και άλλων εξόδων. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 8.5.2010 και κάθε επόμενη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία της αμέσως προηγούμενης δόσης. Το ποσό του δανείου έφερε επιτόκιο ενός μηνός libor πλέον προσαύξηση προς 1,75%. Η ενάγουσα είχε το δικαίωμα καθ' οιονδήποτε χρόνο, με έγγραφη ειδοποίηση της προς τον εναγόμενο να αυξομειώσει το επιτόκιο εντός του ορίου του εκάστοτε εν ισχύ νόμιμου επιτοκίου. iii. Η εναγόμενη αρ. 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγομένου αρ. 1 (βλ. Τεκ. 5) και για περαιτέρω εξασφάλιση παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αρ. Υχχχ2/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας (βλ. Τεκ. 6). Περαιτέρω ο εναγόμενος αρ. 1 με έγγραφο ημερ. 13.08.2008 εκχώρησε προς όφελος της τράπεζας, όλα τα δικαιώματα του που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 01.08.2008 που συνομολογήθηκε μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 (βλ. Τεκ. 7 και 7Α). Επιπρόσθετα ο εναγόμενος αρ. 1 με έγγραφο ημερ. 13.08.2008 διόρισε την τράπεζα ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο για πράξεις και ενέργειες που περιγράφονται σ' αυτό (βλ. Τεκ. 8) και διόρισε συγκεκριμένο πρόσωπο να παραλαμβάνει εκ μέρους του κλητήριο ένταλμα σε σχέση με την πιο πάνω διευκόλυνση (βλ. Τεκ. 15). Περαιτέρω υπέγραψε σχετικά έγγραφα σε σχέση με τα προσωπικά του δεδομένα (βλ. Τεκ. 13 και 14). iv. Η τράπεζα με επιστολές της ημερ. 18.12.2008, 19.02.2010, 14.10.2011 και 27.10.2011 ενημέρωσε, μεταξύ άλλων, τον εναγόμενο αρ. 1 για την αλλαγή του επιτοκίου και με τις δύο τελευταίες επιστολές ζητούσε να αποπληρώσει της καθυστερημένες δόσεις (βλ. Τεκ. 10Α, 10Β, 10Γ και 10Δ). Η τράπεζα με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ενημέρωσε ότι από τις 26.04.10 οι υπερβάσεις ή καθυστερήσεις θα χρεώνονταν με τόκο υπερημερίας 5,35 % επί των σχετικών ποσών (βλ. Τεκ. 16). Ακολούθως η τράπεζα με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 13.02.2012 τερμάτισε την μεταξύ τους συμφωνία και απαίτησε απ' αυτόν την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού πλέον τόκους (βλ. Τεκ. 10Ε). Περαιτέρω η τράπεζα με επιστολές της ενημέρωσε σχετικά και την εναγόμενη 2 (βλ. Τεκ. 11Α, 11Β, 11Γ και 11Δ). Οι επιστολές στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 στάληκαν στις διευθύνσεις που οι ίδιοι δήλωσαν. (βλ. και Τεκ. 12). v. Η ισοτιμία του Ευρώ και της Αγγλικής λίρας έναντι του ελβετικού φράγκου για την περίοδο από τον Αύγουστο του 2008 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2018 ήταν ως την ανέφερε στην μαρτυρία του ο κ. Α. Μυλωνά και ειδικότερα κατά την 13.8.2008 ήταν 1,6211 και 2,0412 αντίστοιχα. (βλ. Τεκ. 27). Το Δικαστήριο θα επανέλθει στα ευρήματα όταν θα εξετάζονται οι εκατέρωθεν εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Ζ. Εισήγηση ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος (estoppel) 15.1 Αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος της τράπεζας εισηγήθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος (estoppel) λόγω καταχωρίσεως σε έγγραφα και λόγω συμπεριφοράς, ενόψει του γεγονότος ότι ο εναγόμενος αρ. 1 υπέγραψε τη συμφωνία δανείου (βλ. Τεκ. 2) με την οποία δήλωνε ότι του έχει επεξηγηθεί και έχει κατανοήσει πλήρως το δικαίωμα του να συμβουλευθεί δικηγόρο σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας και ότι είχε την ευκαιρία να το πράξει ως επίσης δήλωσε ότι μελέτησε και κατανόησε πλήρως τους όρους αυτής και με την ελεύθερη βούληση την υπέγραψε. Ενόψει και του γεγονότος ότι υπέγραψε τις τροποποιητικές συμφωνίες (βλ. Τεκ. 3 και 4) αλλά και με την εν γένει συμπεριφορά του, ο εναγόμενος αρ. 1 κωλύεται να προβάλλει τα όσα ισχυρίζεται. 15.2 Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι σε σωρεία αποφάσεων του, το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας σε υποθέσεις ενοικιαγορών, εφόσον εκείνο που επιζητείτο να καταδείξει η εξωγενής μαρτυρία ήταν η πραγματική φύση των συναλλαγών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 1432 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν Κωνσταντίνου κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2067, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν Χίνη
(2008)1 ΑΑΔ 818). Το κώλυμα μπορεί να είναι: · Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record), · Kώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και · Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει. Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. Κατ' αρχήν εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που επιφέρει η υπογραφή του, θα πρέπει να καταδείξει, στα πλαίσια της υπεράσπισης του non est factum, ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας, ως η τυφλότητα ή ο αναλφαβητισμός ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου παρά την επιμέλεια και την προσοχή που επέδειξε (βλ. Εργατίδη ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολ. Έφεση 293/12, ημερ. 7.2.2018 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Σχετικές με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και οι υποθέσεις Χ»Στυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 989, Ιωάννου ν Οργανισμού Χρημ. Τράπεζας Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 1522 και το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 12th Ed., στη σελ. 912. Στην υπόθεση Saunders v Anglia Building Society
(1970)3 All ER 961, στη σελ. 963 διαβάζουμε τα πιο κάτω: «There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But, that could only be in very exceptional circumstances; Certainly not where his reason for not scrutinising his reason for not scrutinising the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted.» Ο κανόνας του κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το έγγραφο είναι αποτέλεσμα λάθους (βλ. Nilson v Wilson
(1969)3 All ER 945) ως επίσης και στις περιπτώσεις απάτης (βλ. Greer v Kettle
(1937)4 All ER 396). Πρόσωπο το οποίο υπογράφει ένα έγγραφο μπορεί να μην επιτραπεί σ' αυτό να εγείρει την υπεράσπιση του non est factum όπου επέδειξε αμέλεια (negligence) κατά την υπογραφή του. Το Δικαστήριο στην υπόθεση Saunders v Anglia Building Society (ανωτέρω) αποφάνθηκε ότι δεν έχει σημασία σε ποια κατηγορία κατατάσσεται το έγγραφο και περαιτέρω επισημάνθηκε ότι αμέλεια ή απερισκεψία από το πρόσωπο που υπέγραψε το έγγραφο τον αποκλείει από την υπεράσπιση του non est factum. Το πιο πάνω δεν βασίζεται στην αρχή του κωλύματος αλλά στην αρχή ότι κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει πλεονεκτήματα από τα δικά του λάθη. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 26η Έκδοση, στη σελ. 252 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Although it is thus now well established that, at least as against a third parry, negligence may defeat a plea of non est factum, other defences may be available arising out of the same facts, such as undue influence, and negligence may be no answer to such a defence.» Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μακρή ν Χ»Ευαγγέλου
(1993)1 ΑΑΔ 203, υιοθετώντας την απόφαση Saunders επισήμανε ότι υποστηρίζει τον γενικό κανόνα και τόνισε ότι εκείνο που «έχει σημασία είναι, αν στην ουσία ο ισχυριζόμενος δόλος δικαιολογούσε την άγνοια του περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο υπέγραψε». To βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες των εγγράφων που υπέγραψε. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Lloyds Bank Ltd v. Bundy
(1974)EWCA Civ 8 (30 July 1974), Avon Finance Co. Ltd. ν Bridger
(1979)[1985] 2 All E.R. 281 15.3 Στην προκείμενη περίπτωση όπως έχει ήδη επισημανθεί στις 13.8.2008 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της τράπεζας και του εναγομένου αρ. 1 (βλ. Τεκ. 2) η οποία τροποποιήθηκε ουσιαστικά σε σχέση με τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου με τις συμφωνίες ημερ. 27.2.2009 και 2.5.2010 (βλ. Τεκ. 3 και 4). Στη συμφωνία δανείου ημερ. 13.8.2008 ο εναγόμενος αρ. 1 δήλωνε ότι του επεξηγήθηκε και αντιλήφθηκε πλήρως το δικαίωμα του να συμβουλευθεί δικηγόρο της επιλογής του σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας και ότι είχε την ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο. Επιπλέον δήλωνε ότι μελέτησε και κατανόησε πλήρως τους όρους της και με την ελεύθερη βούληση του συνήψε και υπέγραψε τη συμφωνία, με γνώση όλων των όρων αυτής (βλ. Τεκ. 2 παρ. 18). Ο εναγόμενος αρ. 1 με τις συμφωνίες και τα έγγραφα που υπέγραψε δεν δήλωσε ότι επεξηγήθηκαν σε αυτόν οι κίνδυνοι δανειοδότησης του σε ξένο νόμισμα και ότι τους αντιλήφθηκε πλήρως. Συνεπώς δεν κωλύεται από τα έγγραφα που υπέγραψε αλλά και από την εν γένει συμπεριφορά του να προβάλει ότι η τράπεζα δεν του επεξήγησε τους κινδύνους δανειοδότησης του. Αναφορικά δε με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που προβάλλει ο εναγόμενος αρ. 1 και οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με τα όσα δηλώνει στις συμφωνίες θα πρέπει να καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι συντρέχουν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις για να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που επιφέρει η υπογραφή του. Τονίζεται, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, ότι δεν κωλύεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να προβάλλει ότι δεν του επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι δανειοδότησης του σε ξένο νόμισμα αφού δεν υπέγραψε οποιαδήποτε περί του αντιθέτου δήλωση. Η. Εισήγηση ότι η συμφωνία είναι άκυρη λόγω δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων της τράπεζας ως επίσης ότι σ' αυτήν υφίστανται καταχρηστικές ρήτρες 16.1 Αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου αρ. 1 εισηγήθηκε ότι η συμφωνία δανειοδότησης που συνομολογήθηκε μεταξύ αυτού και της τράπεζας είναι άκυρη λόγου δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων και επιπρόσθετα εμπεριέχονται καταχρηστικές ρήτρες σ' αυτήν. Δεν ήταν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης, δεν ήταν διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό και η τράπεζα παρέλειψε, ως όφειλε, να παρέχει στον εναγόμενο αρ. 1 επαρκή πληροφόρηση για τον συναλλαγματικό κίνδυνο που επωμιζόταν από την δανειοδότηση του σε ξένο νόμισμα. 16.2 Επισημαίνεται ότι μία σύμβαση για να είναι έγκυρη πρέπει να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών, ικανών προς το συμβάλλεσθαι (βλ. άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου και Σωκράτους ν Σιβιτανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 1602). Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται με, (α) εξαναγκασμό ή (β) ψυχική πίεση ή (γ) απάτη ή (δ) ψευδή παράσταση ή (ε) πλάνη. Η συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει των πιο πάνω (βλ. άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου). Στην περίπτωση που η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό (βλ. άρθρο 19
(1)του πιο πάνω Νόμου). Το τι συνιστά απάτη και ψευδής παράσταση καθορίζεται στα άρθρα 17 και 18 του Περί Συμβάσεως Νόμου, αντίστοιχα. Το βάρος απόδειξης του δόλου ή της απάτης το φέρει εκείνος που το επικαλείται και πρέπει να το αποδείξει με επαρκή και πειστική μαρτυρία. Όπως έχει επεξηγηθεί από την νομολογία το αθώο μέρος στο οποίο απευθύνθηκε η ψευδής παράσταση, για να αποκτήσει δικαιώματα ακύρωσης της σύμβασης ή αποζημιώσεις θα πρέπει να ικανοποιήσει:
(1)ότι η παράσταση ήταν ουσιώδης υπό την έννοια ότι είναι ο τύπος της παράστασης που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφαση κατά πόσο να προβεί στην επίδικη σύμβαση,
(2)ότι η συναίνεση του αθώου συμβαλλομένου παρασχέθηκε συνεπεία και ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης δηλ. θα πρέπει να αποδείξει ότι βασίστηκε στην παράσταση του άλλου συμβαλλομένου και ότι ήταν σαν αποτέλεσμα αυτής της παράστασης που συνομολόγησε την επίδικη σύμβαση και
(3)έστω και αν η συναίνεση του αθώου μέρους παρασχέθηκε ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης του μέρους του οποίου η συναίνεση προκλήθηκε με τον τρόπο αυτό δεν θα αποκτήσει τα συνήθη δικαιώματα που απορρέουν από ψευδή παράσταση, αν το αθώο μέρους ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας συνήθη επιμέλεια. (βλ. άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και Σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Τόμος Ι, σελ.120 - 122). 16.3 Όπως έχει ήδη επισημανθεί προβάλλεται ότι στην δανειακή σύμβαση υφίστανται καταχρηστικοί όροι αφού δεν ήταν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, δεν ήταν διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό αφού δεν αναφέρεται σ' αυτήν, οτιδήποτε για τους κινδύνους που αναλάμβανε ο εναγόμενος αρ. 1 από την δανειοδότηση του σε ξένο νόμισμα ως επίσης η τράπεζα δεν του επεξήγησε τους κινδύνους, ως όφειλε. 16.4 Σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι τόσο ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν93
(1)/96) (από τώρα θα καλείται ο Νόμος) όσο και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (από τώρα θα καλείται η Οδηγία). Το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία τόσο ως προς την δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ακριβώς επειδή βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C-618/10 ημερ. 14.6.2012, παρ. 39 και 40). Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία. (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Pannon GSM Zrt v. Erzsebet Sustikne Gyorfi C-243/08 ημερ. 4.6.2009, Elisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium C-168/05, ημερ. 26.10.2006 και Banco Espanol de Credito SA, ανωτέρω. 16.5 Οι έννοιες του καταναλωτή, του προμηθευτή και του πωλητή καθορίζονται στον Νόμο. Στην Οδηγία καθορίζονται οι έννοιες του καταναλωτή και του επαγγελματία. Καταναλωτής «σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του». Προμηθευτής «σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προμηθεύει αγαθά ή υπηρεσίες και το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος, ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησής του». Πωλητής «σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο πωλεί αγαθά και το οποίο κατά τη σύναψη σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησης του.»(βλ. άρθρο 2 του Νόμου και Οδηγίας). Ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. άρθρο 3
(1)και 3
(5)αντίστοιχα του Νόμου). Όταν ρήτρα σύμβασης είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, καμία αμφισβήτηση του θεμιτού χαρακτήρα της δεν επιτρέπεται, εφόσον αυτή αφορά (α) τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ή (β) την αντιπροσωπευτικότητα της τιμής ή του ανταλλάγματος για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλήθηκαν ή παρασχέθηκαν (βλ. άρθρο 3
(2)του Νόμου). Καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. (βλ. άρθρο 5
(1)του Νόμου και 3
(1)της Οδηγίας). Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που την περιβάλλουν, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. (βλ. άρθρο 5
(2)του Νόμου και 4
(1)της Οδηγίας). Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα: (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή. (βλ. άρθρο 5
(3)του Νόμου). Το παράρτημα του πιο πάνω Νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Παρά τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή. Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. (βλ. άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου και άρθρο 6
(1)της Οδηγίας). 16.6 Στην υπόθεση Ruxandra Paula Andricicu κ.λ.π v. Banca Romaneasca SA, (C186/16 απόφαση ημερ. 20.9.2017 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) οι ενάγοντες, οι οποίοι εισέπρατταν τα εισοδήματα τους σε ρουμανικά λέι, συνήψαν με την τράπεζα συμβάσεις δανείου σε ελβετικό φράγκο για την απόκτηση ακινήτων, την αναχρηματοδότηση άλλων δανείων ή την κάλυψη προσωπικών αναγκών. Με βάση τη συμφωνία δανείου όφειλαν να εξοφλούν τις μηνιαίες δόσεις του δανείου σε ελβετικό φράγκο, με αποτέλεσμα να φέρουν οι ίδιοι εξολοκλήρου τον συναλλαγματικό κίνδυνο, ο οποίος συνεπάγεται αύξηση των μηνιαίων δόσεων σε περίπτωση υποχώρησης του λέι έναντι του ελβετικού φράγκου. Περαιτέρω η τράπεζα είχε το δικαίωμα σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων οφειλών, να αφαιρεί το σχετικό ποσό από τον λογαριασμό του δανειολήπτη και να προβαίνει σε μετατροπή στο νόμισμα της σύμβασης με βάση την συναλλαγματική ισοτιμία. Κάθε διαφορά συναλλαγματικής ισοτιμίας επιβάρυνε τους δανειολήπτες. Οι ενάγοντες καταχώρισαν αγωγή ενώπιον πρωτοδικείου στην Ρουμανία ζητώντας από το Δικαστήριο να κρίνει ότι οι εν λόγω ρήτρες είναι άκυρες καθώς και να διατάξει την τράπεζα να καταρτίσει νέο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής που να προβλέπει την μετατροπή των δανείων σε ρουμάνικα λέι, βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψης των συμβάσεων δανείου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η ρήτρα δεν ήταν καταχρηστική. Ακολούθως καταχώρισαν έφεση και το εφετείο ανέστειλε την ενώπιον του διαδικασία και υπέβαλε τρία προδικαστικά ερωτήματα. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάνθηκε ότι: «Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι ο όρος «κύριο αντικείμενο της συμβάσεως» κατά τη διάταξη αυτή καλύπτει συμβατική ρήτρα, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία ετέθη σε σύμβαση δανείου συνομολογηθείσα σε ξένο νόμισμα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως, και κατά την οποία το δάνειο πρέπει να εξοφληθεί στο ίδιο νόμισμα με εκείνο στο οποίο συνομολογήθηκε, δεδομένου ότι η εν λόγω ρήτρα καθορίζει κύρια παροχή χαρακτηρίζουσα τη συγκεκριμένη σύμβαση. Κατά συνέπεια, η εν λόγω ρήτρα δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η απαίτηση μια συμβατική ρήτρα να είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό επιτάσσει, στις περιπτώσεις συμβάσεων δανείου, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις. Συναφώς, η απαίτηση αυτή συνεπάγεται ότι ρήτρα βάσει της οποίας η εξόφληση του δανείου πρέπει να γίνει στο ίδιο ξένο νόμισμα με εκείνο στο οποίο αυτό συνομολογήθηκε πρέπει να γίνεται κατανοητή από τον καταναλωτή τόσο από τυπικής και γραμματικής απόψεως όσο και ως προς το συγκεκριμένο αποτέλεσμα της, υπό την έννοια ότι ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος, δύναται όχι μόνο να γνωρίζει το ενδεχόμενο ανατιμήσεως ή υποτιμήσεως του ξένου νομίσματος στο οποίο έχει συναφθεί το δάνειο, αλλά επίσης να αξιολογεί τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στους αναγκαίους σχετικούς ελέγχους. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας πρέπει να γίνεται με βάση τον χρόνο συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων τις οποίες μπορούσε να γνωρίζει ο επαγγελματίας κατά τον χρόνο αυτόν και οι οποίες μπορούσαν να επηρεάσουν τη μεταγενέστερη εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αξιολογήσει, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης, και ιδίως λαμβανομένων υπόψη της εξειδικεύσεως και των γνώσεων του επαγγελματία, εν προκειμένω της τράπεζας, σχετικά με τις πιθανές διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των εγγενών κινδύνων της συνομολογήσεως δανείου σε ξένο νόμισμα, την ύπαρξη ενδεχόμενης σημαντικής ανισορροπίας, υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.» Στην υπόθεση Kasler και Rabai v. OTP Jelzalogbank Zrt, (C-26/13, ημερ. 30.4.2014 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) επισημάνθηκε μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 4
(2)της Οδηγίας έχει την έννοια ότι όσον αφορά τη συμβατική ρήτρα, η απαίτηση περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των ρητρών επιβάλλει όχι μόνον αυτές να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη, αλλά επιπλέον η σύμβαση να εκθέτει κατά τρόπο διαφανή την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις οικονομικές συνέπειες που συνεπάγονται για αυτόν. Περαιτέρω επισήμανε ότι το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει μετά την κατάργηση της καταχρηστικής ρήτρας, επιτρέπεται στον εθνικό δικαστή να θεραπεύσει την ακυρότητα της καταχρηστικής ρήτρας με την εφαρμογή αντ' αυτής εθνικής διάταξης ενδοτικού δικαίου. 16.7 Στην προκείμενη περίπτωση. Η ενάγουσα είναι τραπεζικός οργανισμός και διεξάγει τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Από την άλλη, ο εναγόμενος αρ. 1 ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν σε χημική αγροτική εταιρεία, ενήργησε για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση του επαγγέλματος του. Ειδικότερα συνομολόγησε συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα με την τράπεζα για την αγορά κατοικίας. Με βάση τα πιο πάνω ο εναγόμενος αρ. 1 είναι καταναλωτής στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου και της Οδηγίας και η τράπεζα θεωρείται ως προμηθευτής-πωλητής, στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου και ως επαγγελματίας στα πλαίσια της έννοιας της Οδηγίας. Η επίδικη συμφωνία δανειοδότησης του εναγομένου αρ. 1 σε ξένο νόμισμα δεν ήταν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(5)του Νόμου εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει. Στην υπό κρίση περίπτωση, η τράπεζα δεν προσκόμισε τέτοια μαρτυρία. Με βάση τα πιο πάνω αλλά και το σύνολο των γεγονότων που την περιβάλλουν, ο συγκεκριμένος Νόμος έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση λαμβανομένου υπόψη και των προνοιών του άρθρου 3
(1). Στην προκείμενη περίπτωση, από την μια υφίσταται ένας τραπεζικός οργανισμός ο οποίος γνώριζε ότι υφίσταται πιθανότητα διακυμάνσεων των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των εγγενών κινδύνων από τη συνομολόγηση δανείου σε ξένο νόμισμα και ειδικότερα σε ελβετικά φράγκα. Εξάλλου και οι υπάλληλοι της τράπεζας κ. χχχ. Αζάς και χχχ. Ιωάννου στην μαρτυρία τους όχι μόνον αναγνώρισαν τους κινδύνους δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα ενόψει της αυξομείωσης της ισοτιμίας του συναλλάγματος αλλά δήλωσαν ότι η τράπεζα οφείλει να επεξηγήσει στους δανειολήπτες τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Από την άλλη, υφίσταται ένα φυσικό πρόσωπο ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν σε χημική αγροτική εταιρεία και δεν είχε αρκετές οικονομικές γνώσεις. Όταν απευθύνθηκε στην τράπεζα για να δανειοδοτηθεί για την αγορά κατοικίας, η τράπεζα ήταν αυτή που τον προέτρεψε να συνάψει δάνειο σε ελβετικά φράγκα. Δεν είναι η περίπτωση όπου ο ίδιος ο καταναλωτής μετέβηκε στην τράπεζα και ζήτησε την δανειοδότηση του σε ξένο νόμισμα. Ακολούθως την 13.8.2008 καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία με την οποία η τράπεζα δανειοδότησε τον εναγόμενο αρ. 1 σε ξένο νόμισμα. Η πιο πάνω συμφωνία τροποποιήθηκε, την 27.2.2009 και 5.7.2010, ουσιαστικά σε σχέση με τους όρους αποπληρωμής του δανείου. Σε όλες τις συμφωνίες δεν γίνεται συγκεκριμένη και σαφής αναφορά για τους κινδύνους δανειοδότησης του εναγομένου αρ. 1 σε ξένο νόμισμα. Περαιτέρω από το σύνολο της μαρτυρίας δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος αρ. 1 είχε επαρκή πληροφόρηση σε σχέση με τους κινδύνους που περιγράφονται πιο πάνω. Δεν έχουν επεξηγηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από την τράπεζα οι κίνδυνοι δανειοδότης του σε ξένο νόμισμα ώστε να είναι σε θέση να λάβει συνετή και εμπεριστατωμένη απόφαση, να γνωρίζει το ενδεχόμενο ανατίμησης ή υποτίμησης του ξένου νομίσματος στο οποίο συνάφθηκε το δάνειο αλλά και να μπορεί να αξιολογεί τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες της συγκεκριμένης ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις και ειδικότερα ότι υπάρχει η πιθανότητα αύξησης των μηνιαίων δόσεων σε περίπτωση υποχώρησης του Ευρώ ή της Αγγλικής λίρας έναντι του ελβετικού φράγκου. Έτσι η συγκεκριμένη ρήτρα για σύναψη δανείου και καταβολή των μηνιαίων δόσεων προς εξόφληση του σε ξένο νόμισμα δεν ήταν διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό αφού η τράπεζα, ως όφειλε, δεν παρείχε σ' αυτόν πληροφόρηση σε σχέση με τους κινδύνους που περιγράφονται πιο πάνω. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συγκεκριμένη ρήτρα που αφορά την δανειοδότηση του εναγομένου αρ. 1 και την καταβολή των μηνιαίων του δόσεων σε ξένο νόμισμα δημιουργεί σε βάρος του σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών και έτσι οι συγκεκριμένες ρήτρες κρίνονται ως καταχρηστικές. 16.8 Ο Νόμος ρητά προνοεί ότι παρά τις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δε δεσμεύει τον καταναλωτή. Η δε σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους εκτός εάν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. (βλ. άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου και σχετικό είναι και το άρθρο 6
(1)
(2)της Οδηγίας). Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino, ανωτέρω το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας παρέχει στο Εθνικό Δικαστήριο την εξουσία, οσάκις κυρήσσει την ακυρότητα καταχρηστικής ρήτρας περιλαμβανομένης σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, να συμπληρώνει την εν λόγω σύμβαση αναθεωρώντας το περιεχόμενο της ρήτρας αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα την 13.8.2008 παραχώρησε στον εναγόμενο αρ. 1 δάνειο σε ξένο νόμισμα για το ποσό των CHF302.
- Η ισοτιμία του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν 1,
- Το δάνειο μετατράπηκε σε ευρώ και κατατέθηκε σε εσωτερικό λογαριασμό του εναγομένου 1 (escrow account) το ποσό των €184.591,59 και η τράπεζα από τον εν λόγω λογαριασμό προχώρησε σε διάφορες πληρωμές προς την εναγομένη αρ.
- Ο εναγόμενος αρ. 1 έλαβε το ποσό του δανείου. Όπως έχει επισημανθεί η συγκεκριμένη ρήτρα της δανειακής σύμβασης κρίθηκε για τους λόγους που εξηγούνται ως καταχρηστική πλην όμως δεν οδηγεί στην ακυρότητα της σύμβασης στην ολότητα της αφού δύναται να συνεχίσει να υφίσταται με την μετατροπή του ελβετικού φράγκου σε Ευρώ με την ισοτιμία που ίσχυε κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας. Από την μια, ο κίνδυνος που ανέλαβε ο εναγόμενος αρ. 1 με τη σύναψη δανειακής σύμβασης σε ξένο νόμισμα μπορεί να εξαλειφθεί με την μετατροπή των συγκεκριμένων ρητρών της σύμβασης από ελβετικά φράγκα σε Ευρώ, με την ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημερομηνία συνομολόγησης της συμφωνίας δανείου (13.8.2008) και από την άλλη η σύμβαση θα συνεχίσει να υφίσταται και η τράπεζα δύναται να ασκήσει τα δικαιώματα της που απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες. Έτσι για όλους τους λόγους που εξηγούνται, το ύψος του δανείου από ελβετικά φράγκα CHF302.000 μετατρέπεται σε €186.293,25 (CHF302.000 : 1,6211 = 186.293,35) και οι δόσεις σε ελβετικά φράγκα που προβλέπονται τόσο στη συμφωνία ημερ. 13.8.2008 (βλ. Τεκ. 2) όσο και στις τροποποιητικές συμφωνίες ημερ. 27.2.2009 και 5.7.2010 (βλ. Τεκ. 3 και 4 αντίστοιχα) που όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος αρ. 1 μετατρέπονται σε ευρώ με την ισοτιμία που ίσχυε κατά την 13.8.
- Περαιτέρω τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση όπως με λεπτομέρεια έχουν εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης δεν καταδεικνύουν δόλο, απάτη ή και οτιδήποτε άλλο που να οδηγεί στην ακυρότητα της δανειακής σύμβασης στην ολότητα της. Θ. Εισήγηση ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει το υπόλοιπο του επίδικου δανείου. 17.1 Η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου αρ. 1 εισηγήθηκε ότι η τράπεζα απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το υπόλοιπο του δανείου λαμβανομένου υπόψη ότι αυτό αμφισβητήθηκε. Όπως έχει νομολογηθεί η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138) (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Γιώργος Οικονόμου, Πολ.Έφ. 335/09, ημερ. 17.10.14). Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Σταυρινού
(2005)1 ΑΑΔ 1390, το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση επισήμανε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού δεν επεξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παρέμειναν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απόληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο. Στο ίδιο πνεύμα και η απόφαση Γρηγορίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 846 στην οποία υπήρχε κενό στην κίνηση του λογαριασμού. 17.2 Στην προκείμενη περίπτωση η κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου που παρουσίασε ο κ. χχχ. Αζάς αφορούσε την περίοδο από την ημερομηνία παραχώρησης του δανείου (13.8.2008) μέχρι την 2.10.2014 (βλ. Τεκ. 9). Αντεξεταζόμενος αναγνώριζε ότι μέχρι και την ημερομηνία που έδινε μαρτυρία, χρόνια μετά, ο εναγόμενος αρ. 1 κατέβαλλε την μηνιαία του δόση. Παρά ταύτα η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε ήταν μέχρι την 2.10.
- Όταν ρωτήθηκε σχετικά δεν γνώριζε σε τον λόγο που δεν εκτυπώθηκε κατάσταση λογαριασμού μέχρι και την ημερομηνία που έδινε μαρτυρία. Οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε η κα χχχ. Νικολάου αφορούσαν την περίοδο από 13.8.2008 μέχρι 30.12.2011 (βλ. Τεκ. 26). Οι δε υπόλοιπες καταστάσεις λογαριασμού που παρουσιάστηκαν από μέρους του κ. χχχ. Ιωάννου αφορούσαν άλλους λογαριασμούς του εναγομένου αρ. 1 και ειδικότερα τον εσωτερικό λογαριασμό (escrow account) (βλ. Τεκ. 17) και τον καταθετικό λογαριασμό (βλ. Τεκ. 18). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η ενάγουσα δεν παρουσίασε μαρτυρία για το υπόλοιπο του επίδικου δανείου μετά την 2.10.
- Ο εναγόμενος αρ. 1, όπως αναγνώρισε και ο κ. χχχ. Αζάς, συνέχιζε να καταβάλλει χρηματικά ποσά μέχρι και την ημέρα που έδινε μαρτυρία. Η ενάγουσα, λαμβανομένου υπόψη όλων των πιο πάνω, απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το υπόλοιπο του επίδικου δανείου είτε σε ελβετικά φράγκα είτε σε ευρώ. Η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει και το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής.
- Η ενάγουσα αξιώνει και αποφάσεις με την οποία να αναγνωρίζεται ότι έχει υπεισέλθει δικαιούχος όλων των δικαιωμάτων του εναγομένου αρ. 1 που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 1.8.2008 που συνομολογήθηκε μεταξύ των εναγομένων αρ. 1 και
- Ο εναγόμενος αρ. 1, για περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου, με έγγραφο ημερ. 13.8.2018 εκχώρησε προς όφελος της τράπεζας όλα τα δικαιώματα του που απορρέουν από το πιο πάνω αγοραπωλητήριο (βλ. Τεκ. 3). Για σκοπούς πληρότητας επισημαίνεται ότι, με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, το εκχωρητήριο έγγραφο βρίσκεται σε ισχύ πλην όμως η τράπεζα, όπως έχει ήδη επισημανθεί πιο πάνω, δεν έχει αποδείξει το ποσό που οφείλει ο εναγόμενος αρ. 1 να καταβάλει και έτσι δεν δικαιολογείται η έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων.
- Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου αρ. 1 και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Τράπεζα - Δάνειο - Ξένο νόμισμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο