← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ ν. ΠΟΤΑΜΑΡΗ κ.α., Αρ. Αγωγής:1403/2013, 1/3/2019

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ ν. ΠΟΤΑΜΑΡΗ κ.α., Αρ. Αγωγής:1403/2013, 1/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής:1403/2013 Μεταξύ. - ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ Εναγόντων Και

  1. XXXXX XXXXX ΠΟΤΑΜΑΡΗ
  2. NICOS DEMETRIOU FINANCE AND CONSTRUCTION LTD
  3. XXXXX XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ άλλως XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  4. XXXXX XXXXX ΙΑΚΩΒΟΥ άλλως XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 1 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Δρ Α. Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια. Για Εναγόμενους: Α. Μαθηκολώνης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφία Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενάγονται ως πρωτοφειλέτες δυνάμει Συμφωνίας Δανείου και οι Εναγόμενοι 3 και 4 ως εγγυητές των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου. Η αξίωση της Ενάγουσας Τράπεζας εδράζεται σε μεσοπρόθεσμο γραμμάτιο/Συμφωνία Δανείου ημερ. 25/11/2009 (Τεκμήριο 1) για την παραχώρηση δανείου για ποσό €1.000.
  5. Σύμφωνα με την αξίωση το δάνειο ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Εφόσον δεν γινόταν απαίτηση το δάνειο θα ήταν πληρωτέο δια μηνιαίων δόσεων εκ €10.000,00 η κάθε μια. Η πρώτη δόση ήτο καταβλητέα στις 7/2/2010 και οι υπόλοιπες την 1-30 ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Το συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο και συνίστατο σε βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας και την προσαύξηση η οποία θα καθορίζετο από την Ενάγουσα και θα ονομάζετο Περιθώριο. Κατά το χρόνο της Συμφωνίας το βασικό επιτόκιο ήτο 4% το χρόνο, το Περιθώριο 2,75% το χρόνο και, επομένως, το συνολικό επιτόκιο ανήρχετο σε 6.75% το χρόνο. Ο τόκος θα υπολογίζετο επί ημερησίων υπολοίπως και θα ήταν πληρωτέος κάθε 6 μήνες την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Οι Εναγόμενος 3 και 4 με Συμφωνία Εγγύησης ημερ. 30/11/2009 ανέλαβαν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως με τους Εναγόμενους 1 και 2 την υποχρέωση πληρωμής των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς τους Ενάγοντες μέχρι ποσού €1.000.000 πλέον τόκους και έξοδα. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων η Εναγόμενη 2 με τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου Υ13933/2009 υποθήκευσε την 1/12/2009 ακίνητη περιουσία της προς όφελος της Τράπεζας. Σύμφωνα με την αξίωση οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους αποπληρωμής του επίδικου δανείου οπόταν η Τράπεζα απέστειλε προειδοποιητική επιστολή ημερ. 13/12/2012 και επιστολή τερματισμού ημερ. 14/3/2013 προς τους Εναγόμενους αξιώνοντας το υπόλοιπο του χρέους τους, ήτοι ποσό €1.135.758,89 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 14/3/2013 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1-4 αρνούνται την σύναψη και παραχώρηση του συγκεκριμένου ποσού δανείου. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι οι όροι του δανείου είναι καταχρηστικοί και/ή παράνομοι και/ή επαχθείς για το αντισυμβαλλόμενο μέρος. Ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες και/ή ουδέποτε υπέγραψαν τις επίδικες Συμφωνίες με τους όρους που αναφέρουν οι Ενάγοντες. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι το επίδικο έγγραφο Συμφωνίας αποτελούσε τυποποιημένο και προκατασκευασμένο έγγραφο Συμφωνίας με όρους προκαθορισμένους από τους Ενάγοντες και για το οποίο δεν υπήρχε η δυνατότητα για διαπραγμάτευση των όρων. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι οι όροι της επίδικης Συμφωνίας δημιουργούν σημαντική ανισότητα σε βάρος των Εναγομένων και υπέρ των Εναγόντων. Προβάλλουν, επίσης, ότι οι τόκοι και/ή οι επιβαρύνσεις που αναφέρονται στην επίδικη συμφωνία είναι παράνομοι. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 αρνούνται ότι υπέγραψαν τη Συμφωνία Εγγυήσεως. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι αυτή είναι άκυρη γιατί αντίκειται στις πρόνοιες του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου και ότι συνήφθη κατά παράβαση του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  6. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες προτού οι Εναγόμενοι 3 και 4 υπογράψουν την εν λόγω Συμφωνία Εγγυήσεως, παρέλειψαν να τους παραδώσουν επιστολή στην οποία να αποκαλύπτονται και να καταγράφονται: το ποσό του δανείου που θα παραχωρείτο δυνάμει του επίδικου δανείου προς τους Εναγόμενους 1 και 2, τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση σε σχέση με τον τόκο, τον τρόπο και το χρόνο αποπληρωμής της συνολικής οφειλής από τους Εναγόμενους 1 και 2, το ποσό έκαστης δόσης αποπληρωμής, την ημερομηνία ή/και προθεσμία εντός της οποίας αυτή καθίσταται πληρωτέα, το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται δυνάμει της Συμφωνίας σε περίπτωση υπερημερίας των πρωτοφειλετών στην αποπληρωμή της επίδικης Συμφωνίας δανείου ή αθέτηση της υπόσχεσης των Εναγομένων 1 και 2 να αποπληρώσουν το οφειλόμενο ποσό, το κατά πόσο οι Εναγόμενοι 3 και 4 θα παρέχουν εγγύηση μόνο για καθορισμένο μέρος του εν λόγω ποσού, κατά παράβαση των σχετικών Νόμων ή/και Κανονισμών. Ισχυρίζονται, ακόμη, ότι κατά παράβαση των σχετικών Νόμων ή/και Κανονισμών, οι Ενάγοντες παρέλειψαν να παραδώσουν στους Εναγόμενους 3 και 4 γραπτή δήλωση των Εναγομένων 1 και 2 ως πρωτοφειλετών σχετικά με όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας τους που θα ίσχυαν με τη σύναψη της επίδικης Συμφωνίας δανείου. Η Εναγόμενη 2 αρνείται ότι παραχώρησε την επίδικη υποθήκη με τους όρους που αναφέρονται σε αυτή. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι η επίδικη Συμφωνία υποθήκης είναι άκυρη αφού ουδέν αντάλαγμα έλαβε και/ή ότι συνήφθη κατά παράβαση των προνοιών του περί Συμβάσεων Νόμου Δικογραφείται, ακόμη, ότι οποιεσδήποτε αυξήσεις και/ή προσαυξήσεις και/ή επιβαρύνσεις και/ή τόκοι υπερημερίας και/ή ανατοκισμοί και/ή τόκοι επεβλήθησαν από τους Ενάγοντες αναφορικά με το επίδικο δάνειο, είναι παράνομοι και/ή υπεβλήθησαν παράτυπα και/ή καταχρηστικά και/ή με σκοπό να υπερχρεώσουν τους Εναγόμενους ούτως ώστε να αυξήσουν το ισχυριζόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού και/ή να εξασφαλίσουν ποσά πέραν των όσων νομίμως δικαιούνται. Επιπλέον, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν για οποιεσδήποτε αυξήσεις και/ή προσαυξήσεις στο επιτόκιο που αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά εκ των ανωτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το υπόλοιπο του χρέους των Εναγομένων δεν μπορεί να είναι αυτό που αναφέρουν οι Ενάγοντες και/ή το εν λόγω υπόλοιπο προέκυψε από υπερβολικές και/ή αδικαιολόγητες και/ή παράνομες επιβαρύνσεις και/ή χρεώσεις. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι έχουν εξοφλήσει το επίδικο δάνειο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της εναντίον των Εναγομένων 1-4 η Ενάγουσα Τράπεζα κάλεσε εννέα συνολικά μάρτυρες ως εξής: · XXXXX XXXXX Χριστοφόρου (Μ.Ε.1) · XXXXX Πιερής (Μ.Ε.2) · XXXXX Πέτρου (Μ.Ε.3) · XXXXX Τινιόζου (Μ.Ε. 4) · XXXXX Αντωνίου (Μ.Ε. 5) · XXXXX Παναγιώτου (Μ.Ε. 6) · XXXXX XXXXX Χατζηνικολή (Μ.Ε.8) · XXXXX Χατζηστυλλής (Μ.Ε. 9) Από πλευράς Εναγομένων δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους

(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους εννέα μάρτυρες που κατάθεσαν ενώπιον μου ήταν απόλυτα θετική. Όλοι οι καταθέσαντες μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι όλοι τους με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Α. Οι Συμφωνίες των Διαδίκων Η Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών. Κατά τη μαρτυρία της (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας. Στις 25/11/2009 η Τράπεζα, χορήγησε στους Εναγόμενους 1 και 2 δάνειο για ποσό €1.000.
  1. Για το σκοπό αυτό υπεγράφη το έγγραφο τιτλοφορούμενο ως «Γραμμάτιο Μεσοπρόθεσμο» στο οποίο μνημονεύονται οι όροι παροχής του δανείου (Τεκμήριο 3). Όπως κατάθεσε η Μ.Ε.4, ενώπιον της υπεγράφη από τους Εναγόμενους 1 και 2 η επίδικη Συμφωνία Τεκμήριο
  2. Στις 30/11/2009 οι Εναγόμενοι 3 και 4 υπέγραψαν Συμφωνία Εγγύησης (Τεκμήριο 4) με την οποία ανέλαβαν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως με τους Εναγόμενους 1 και 2 την υποχρέωση πληρωμής των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς τους Ενάγοντες μέχρι ποσού €1.000.000 πλέον τόκους και έξοδα. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε την εν λόγω Συμφωνία ενώπιον της Μ.Ε.6 ενώ ο Εναγόμενος 4 ενώπιον της Μ.Ε.
  3. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε ενώπιον της Μ.Ε.3 ότι παρέλαβε την ενημερωτική Επιστολή Τεκμήριο 9 καθώς και τη Γραπτή Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης του Χρεώστη. Κατά τον ίδιο τρόπο ο Εναγόμενος 4 υπέγραψε ενώπιον του Μ.Ε.9 ότι παρέλαβε την ενημερωτική επιστολή Τεκμήριο
  4. Ως πρόσθετη εξασφάλιση των Εναγομένων 1 και 2 η Εναγόμενη 2 εταιρεία παρεχώρησε στους Ενάγοντες την Υποθήκη Υ13933/2009 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 5). Ο XXXXX Ποταμάρης υπέγραψε εκ μέρους της Εναγόμενης 2 Εταιρείας το Τεκμήριο 5 ενώπιον της Μ.Ε.
  5. Η μαρτυρία της Μ.Ε.1, πέραν του ότι υπήρξε αξιόπιστη, δεν έχει αμφισβητηθεί, όπως δεν έχει αμφισβητηθεί και η αυθεντικότητα των εγγράφων που παρουσίασε. Ως εκ τούτου από την εν λόγω μαρτυρία και τα παρουσιασθέντα από αυτήν έγγραφα, προέκυψε και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη Συμφωνία δανείου έχει δεόντως υπογραφεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 και δημιουργεί γι΄ αυτούς έννομα αποτελέσματα. Το ίδιο και η Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου Υ13933/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας η οποία είναι και εδώ το εύρημα μου ότι έχει δεόντως υπογραφεί από την Εναγόμενη 2 και δημιουργεί γι΄ αυτή έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω, προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία Εγγύησης έχει δεόντως υπογραφεί από τους Εναγόμενους 3 και 4 και δημιουργεί γι΄ αυτούς έννομα αποτελέσματα. Β. Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και οι Επιστολές Τερματισμού Για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής Συμφωνίας ή λογαριασμού. Η προϋπόθεση αυτή δεν είναι ασύνδετη με τους όρους της επίδικης Συμφωνίας (Τεκμήριο 3). Με βάση τις πρόνοιες του Όρου 4 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, Τεκμήριο 3, διαλαμβάνονται τα εξής σε περίπτωση παράλειψης καταβολής των δόσεων: «Αν ο Χρεώστης παραλείψει ή αρνηθεί να καταβάλει οποιονδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις με τόκους που θα υπολογίσει η Συνεργατική και/η προμήθειες ή δικαιώματα που οφείλονται και προνοούνται στη συμφωνία αυτή, ολικά ή μερικά στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Συνεργατική απαιτήσει οποιονδήποτε πληρωμή με βάση την συμφωνία αυτή, καθιστά το δάνειο αυτό η οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Συνεργατική χωρίς επηρεασμό οποιοσδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει αμέσως ολόκληρο το πιο πάνω δάνειο μαζί με τόκους, τόκους υπερημερίας και προμήθειες και δικαιώματα». Σχετικός είναι και ο Όρος 11 αυτής που έχει ως εξής: ".. Κάθε ειδοποίηση που σχετίζεται με αυτό το έγγραφο μπορεί να δοθεί στο πρωτοφειλέτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή με το χέρι στην διεύθυνση που δηλώνεται στο έγγραφο αυτό ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση που θα δώσει ο χρεώστης προς τη Συνεργατική ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του. Οποιαδήποτε ένδειξη ή καταχώρηση στα αρχεία της τράπεζας για χορήγηση ειδοποίησης, συνιστά αμάχητη απόδειξη ότι δόθηκε η ειδοποίηση αυτή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εξετασθούν και τα εξής ζητήματα: (i) Κατά πόσο νομικά οι Ενάγοντες υποχρεούντο εν πάση περιπτώσει να απαιτήσουν γραπτώς πληρωμή από τους εγγυητές, Εναγόμενους 3 και
  6. (ii) Κατά πόσο οι Ενάγοντες έδωσαν ή όχι συμβατικά αποδεκτή ειδοποίηση προς τους εγγυητές. Ως προς το πρώτο ζήτημα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 επιβεβαίωσε με παραπομπή στην απόφαση στην υπόθεση Savvides v. Cristofides
(1978)1 C.L.R. 303 ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Μπορεί, όμως, τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του. Όπως αναφέρθηκε στην Αγγλική υπόθεση Stimpson v. Smith
(1999)2 All E.R. 833 η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Λαζαρίδη (ανωτέρω), ο όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί, όπως το έθεσε ο Δικαστής Tuckley LJ ". the time from which the liability can be enforced". Στη Σύμβαση Εγγύησης (Τεκμήριο 4) αναφέρεται στον Όρο 2 ότι:
  1. Με το έγγραφο αυτό και τηρούμενων των προνοιών της παραγράφου 14 της παρούσας, ο Εγγυητής για τον εαυτό του, τους διαδόχους του και νόμιμους αντιπροσώπους του με το έγγραφο αυτό εγγυείται όλες τις υποχρεώσεις του Χρεώστη προς τη Συνεργατική που απορρέουν από τη συνημμένη συμφωνία ή δημιουργούνται λόγω των προσπαθειών της Συνεργατικής για είσπραξη του λαβείν της δυνάμει της συνημμένης συμφωνίας. Αναλαμβάνει δε να αναλαβει να καταβάλει στη Συνεργατική μόλις του ζητηθεί από την Συνεργατική οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις του Χρεώστη ή οποιεσδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, προμηθειών, επιβαρύνσεων, τελών χαρτοσήμων και/ή άλλων δικαιωμάτων, δικηγορικών και δικαστικών εξόδων και άλλων εξόδων και δαπανών. Περαιτέρω στον Όρο 13 της προαναφερόμενης Σύμβασης Εγγυήσεως διαλαμβάνεται ότι:
  2. Γραπτή απαίτηση πληρωμής από τη Συνεργατική με βάση την παρούσα 0α θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα στον εγγυητή η τους διαχειριστές η εκτελεστές της περιουσίας του, αν υποβληθεί με επιστολή με το χέρι ή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στη διεύθυνσή του που αναφέρεται πιο κάτω ή στην τελευταία γνωστή του στην Συνεργατική διεύθυνση. Η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από τον εγγυητή ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές στην περίπτωση της παράδοσης με το χέρι αμέσως, ή 36 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της και θα είναι ισχυρή, αν υπογραφεί από μέρους της Συνεργατικής δεόντως. Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι φανερό ότι οι συμβαλλόμενοι, δηλ. η Τράπεζα από την μια (Ενάγοντες) και οι εγγυητές από την άλλη (Εναγόμενοι 3 και 4) κατέστησαν μέρος της Συμφωνίας Εγγύησης την αναγκαιότητα παροχής προς τους εγγυητές ειδοποίησης και δη γραπτής έτσι ώστε να άρχεται η δυνατότητα ανάκτησης από αυτούς του οφειλόμενου ποσού. Αυτό είναι ξεκάθαρο από τις συνδυασμένες πρόνοιες των όρων 2 και 13 της Σύμβασης Εγγύησης (Τεκμήριο 4). Όπως συνάγεται από το λεκτικό του όρου 13, η ζήτηση θα πρέπει να είναι γραπτή, εάν δε ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τίθενται στο όρο αυτό, τότε δημιουργείται ένα τεκμήριο ότι υπήρξε καλή ειδοποίηση και ένα αντίστοιχο κώλυμα στον εγγυητή να αμφισβητήσει το ότι υπήρξε αυτή η επίδοση. Η Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 τέσσερεις προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 13/12/2012 οι οποίες απευθύνοντο στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και
  3. Σε αυτές τις επιστολές οι δικηγόροι των Εναγόντων πληροφορούσαν τους Εναγόμενους ότι ο λογαριασμός του επίδικου δανείου δεν λειτουργούσε κανονικά και/ή σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας και παράλληλα προειδοποιούσαν ότι, αν δεν εξοφλείτο το χρέος εντός περιόδου 21 ημερών, θα τερματίζετο η λειτουργία του λογαριασμού του δανείου. Επίσης η Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 τέσσερεις επιστολές ημερ.14/3/2013 οι οποίες και αυτές, όπως και οι πιο πάνω επιστολές, απευθύνοντο στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και
  4. Με τις εν λόγω επιστολές οι Εναγόμενοι πληροφορούνταν από τους δικηγόρους των Εναγόντων ότι η Τράπεζα τερμάτιζε τη Συμφωνία δανείου και καλούσαν τους Εναγόμενους όπως προβούν σε εξόφληση των υποχρεώσεων τους εντός πέντε ημερών. Για το πιο πάνω ζήτημα σχετική είναι και η μαρτυρία των Μ.Κ.7 &
  5. Καταθέτοντας η Μ.Κ.8, η οποία είναι δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, ανέφερε ότι συνέταξε η ίδια την κάθε επιστολή την ημερομηνία που αναγράφεται και ακολούθησε η ταχυδρόμηση τους από την Μ.Κ.7 η οποία, όπως εξήγησε, είναι η υπεύθυνη στο γραφείο τους για το ταχυδρομείο. Το ότι οι εν λόγω επιστολές ταχυδρομήθηκαν από την Μ.Κ.7 επιβεβαιώθηκε και από την ίδια κατά τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως με σαφήνεια εξήγησε η Μ.Κ.8, μετά την αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών και, αφού μεσολάβησε το χρονικό διάστημα των 21 ημερών από την ημερομηνία αποστολής τους, επεστράφη ο φάκελος της υπόθεσης κοντά της και προχώρησε με την ετοιμασία των επιστολών τερματισμού. Διευκρίνισε δε ότι, πριν το κάνει, βεβαιώθηκε ότι οι προειδοποιητικές επιστολές δεν είχαν επιστραφεί εξηγώντας ότι σε περίπτωση μη παραλαβής των επιστολών αυτές επιστρέφονται από το Ταχυδρομείο με σφραγίδα με τη σήμανση, αναλόγως της περίπτωσης, του λόγου μη παραλαβής και επιστροφής. Η μαρτυρία των Μ.Κ.7 & 8 πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση στη διάρκεια της οποία απλώς ζητήθηκαν κάποιες περαιτέρω διευκρινήσεις τις οποίες οι εν λόγω μάρτυρες παρείχαν με άνεση και αμεσότητα, υπήρξε κατά την κρίση μου σαφής, θετική και αξιόπιστη με αποτέλεσμα να γίνεται πλήρως αποδεκτή και να διατυπώνονται, στη βάση αυτής, τα ανάλογα ευρήματα. Τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές όσο και οι επιστολές τερματισμού αναφέρουν ως διεύθυνση αποστολής την οδό XXXXX 42 - 44, XXXXX Λάρνακα, καθ΄ όσον αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2, ενώ για τον μεν Εναγόμενο 3 την οδό XXXXX 12-14, XXXXX Λάρνακα και για τον Εναγόμενο 4 την οδό XXXXX 16, XXXXX Λάρνακα. Η διεύθυνση XXXXX 42-44, XXXXX Λάρνακα, είναι η διεύθυνση που αναγράφεται στο «Γραμμάτιο Μεσοπρόθεσμο» (Τεκμήριο 3), που είναι η επίδικη Συμφωνία Δανείου, ως διεύθυνση των Εναγομένων 1 και 2, ενώ οι διευθύνσεις XXXXX 12-14, XXXXX Λάρνακα και XXXXX 16, XXXXX Λάρνακα, είναι οι διευθύνσεις που αναγράφονται στην επίδικη Συμφωνία Εγγύησης (Τεκμήριο 4). Στην υπόθεση Barclays Bank Plc κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1726, 1733, αναφέρθηκε πως εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι ή οιοσδήποτε από αυτούς καθ΄ οιονδήποτε χρόνο, πληροφόρησαν την Τράπεζα για αλλαγή της διεύθυνσης του ή ότι η Τράπεζα γνώριζε για οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση οιουδήποτε των Εναγομένων ή ότι υπήρξε οποτεδήποτε οιαδήποτε τέτοια αλλαγή. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "Proof of posting .The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην υπόθεση Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed .." Αφ΄ ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο[2]. Από τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς Ενάγουσας και κυρίως αυτή των Μ.Κ.7 και 8, προέκυψε ότι μετά τη σύνταξη των ειρημένων επιστολών και της συμπερίληψης σε αυτές των αναγκαίων στοιχείων, η Μ.Ε.8 φρόντισε για την αποστολή τους μέσω ταχυδρομείου αναθέτοντας αυτή την εργασία στη Μ.Ε.7, η οποία είναι υπεύθυνη στο γραφείο της για το ταχυδρομείο. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι προειδοποιητικές επιστολές και οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 6 και 7) ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 στις ορθές διευθύνσεις και, εφόσον αυτές δεν επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο, τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν από αυτούς. Το τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί. Γ. Παράβαση Όρων Αποπληρωμής του Δανείου -Τερματισμός Με βάση την προσφερθείσα από την Μ.Ε.1 αξιόπιστη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση σε συνάρτηση με την Κατάσταση Λογαριασμού η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 μετά την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, Συμφωνίας Εγγύησης και Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης οι Ενάγοντες άνοιξαν λογαριασμό επ΄ονόματι των Εναγομένων 1 και 2 και τους παρεχώρησαν το ποσό του δανείου χρεώνοντας τον. Όπως δε προέκυψε από την Κατάσταση Λογαριασμού, το δάνειο των €1.000.000 παρεχωρήθη στις 2/12/2009 μέσω: (α) ανάληψης μετρητών για ποσό €998.342,16 και (β) μέσω έκδοσης επιταγής της Τράπεζας για ποσό €1.657,
  1. Σχετικές είναι οι δύο καταχωρήσεις στο Τεκμήριο 8 ημερ. 2/12/2009 οι οποίες περιλαμβάνονται κάτω από τη στήλη «χρέωση». Οι όροι αποπληρωμής του επίδικου δανείου περιλαμβάνονται στον όρο 2 του Τεκμηρίου 3 όπου διαλαμβάνεται ότι «το δάνειο θα είναι πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις από €10.000,00 η κάθε μια. Η πρώτη δόση θα πληρωθεί στις 07/02/2010 και οι υπόλοιπεςτην 1-30 κάθε επόμενου μήνα ωσότου το δάνειο εξοφληθεί εντελώς συμπεριλαμβανομένων των τόκων, εξόδων, και άλλων επιβαρύνσεων». Η Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν στις 13/12/2012 στους Εναγόμενους προειδοποιητικές επιστολές και εν συνεχεία επιστολές τερματισμού επειδή ο λογαριασμός τους δεν λειτουργούσε ικανοποιητικά. Είναι πρόδηλο από την Κατάσταση Λογαριασμού ότι μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού υπήρχαν πολλές καθυστερημένες δόσεις. Οι Εναγόμενοι δεν είχαν ανταποκριθεί στις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Με βάση τις πρόνοιες του Όρου 4 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 3), διαλαμβάνονται τα εξής: «
  2. Για την είσπραξη των δόσεων ή την εξόφληση του, η Συνεργατική δύναται να χρεώνει οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό του χρεώστη. Αν ο Χρεώστης παραλείψει ή αρνηθεί να καταβάλει οποιανδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις με τόκους που θα υπολογίσει η Συνεργατική και/ή προμήθειες ή δικαιώματα που οφείλονται και προνοούνται στη συμφωνία αυτή, ολικά ή μερικά στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Συνεργατική απαιτήσει οποιανδήποτε πληρωμή με βάση τη συμφωνία αυτή, καθιστά το δάνειο αυτό ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στη Συνεργατική χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει αμέσως ολόκληρο το πιο πάνω δάνειο μαζί με τόκους, τόκους υπερημερίας και προμήθειες και δικαιώματα. Νοείται ότι η Συνεργατική θα έχει το δικαίωμα να δίδει παρατάσεις, να δέχεται επιπρόσθετη ασφάλεια και να δέχεται ακόμη άλλες πληρωμές έναντι οποιασδήποτε δόσης, η οποία είναι πληρωτέα και γενικά να τροποποιά όλους ή μερικούς από τους όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή του δανείου. Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο στη συμφωνία αυτή, εννοείται πάντοτε ότι η Συνεργατική θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιανδήποτε στιγμή το πιο πάνω δάνειο, ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του, οπότε το παραπάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του μαζί με τόκους, προμήθειες και άλλα έξοδα γίνεται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό.» Προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τις 14/3/2013 που η Τράπεζα τερμάτισε τη Συμφωνία Δανείου υπήρχαν ληξιπρόθεσμες δόσεις. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν παραβεί τους Όρους της Συμφωνίας Δανείου και η Τράπεζα νομιμοποιείτο στον τερματισμό. Περαιτέρω, η Τράπεζα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Τράπεζα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφληση του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Αποτελεί συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τις 14/3/2013 η Τράπεζα νομιμοποιείτο στον τερματισμό της Σύμβασης Δανείου. Δ. Το οφειλόμενο υπόλοιπο Oι Εναγόμενοι αρνούνται μέσα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους στην Υπεράσπιση ότι οφείλουν οιονδήποτε ποσό αιτούμενοι παράλληλα την απόρριψη της Αγωγής. Όπως είναι πάγια νομολογημένο στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, είναι πιο πιθανή παρά όχι. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Τράπεζα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε Απόφαση[3]. Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο[4]. Ανάμεσα στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη του διεκδικούμενου υπολοίπου. Για το σκοπό αυτό η πλευρά των Εναγόντων κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
  3. Όπως προκύπτει, στην υπό εξέταση περίπτωση η μοναδική μαρτυρία που υφίσταται σε σχέση με το υπόλοιπο του δανείου είναι αυτή της υπαλλήλου της Ενάγουσας Τράπεζας. Οι Εναγόμενοι, όπως ήταν άλλωστε δικαίωμα τους, δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία επί τούτου. Στο σημείο αυτό να πούμε δύο λόγια σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπιστεί η πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού. Η πλευρά των Εναγόντων έχει επικαλεστεί τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 που προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ................................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: ▬ Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. ▬ Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. ▬ Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. ▬ Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Η Μ.Ε.1 η οποία παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  1. Έχει αποδειχθεί ότι η Τράπεζα τροφοδοτούσε καθημερινά τις χρεοπιστώσεις των Εναγομένων σε τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή το οποίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της Τράπεζας και στο οποίο πρόσβαση έχουν μόνο τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων και η Μ.Ε.
  2. Επίσης προέκυψε ότι η παρουσιασθείσα κατάσταση έχει συγκριθεί με τις αποδείξεις χρεοπιστώσεων και διαπιστώθηκε ότι συνιστά ακριβή αναπαραγωγή των χρεοπιστώσεων στο τραπεζικό βιβλίο. Αποτελεί, συνεπώς, η εν λόγω Κατάσταση ενόψει του Άρθρου 22 (ανωτέρω) εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε αυτή. Το Άρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στον επίδικο λογαριασμό, ή, καλύτερα, στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού έχουν οι Εναγόμενοι. Με άλλα λόγια το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων να καταδείξουν, αν αυτή ήταν η θέση τους, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό[5]. Επισημαίνεται ότι κατά το στάδιο που κατέθετε η Μ.Ε. 1 ουδεμία αντεξέταση έγινε από την πλευρά της Υπεράσπισης επί του περιεχομένου της κατάστασης λογαριασμού που η Μ.Ε. 1 κατέθεσε και των σχετικών σε αυτή καταχωρήσεων και, κατά συνέπεια, ουδεμία αμφισβήτηση της ορθότητας της υπήρξε. Ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Για το ζήτημα αυτό είναι αρκετό να παραπέμψουμε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ.479 όπου στη σελ. 493 λέχθηκαν τα εξής: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και
  1. Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.» Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι, επίσης, και η απόφαση στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση αρ. 1/2010, ημερ. 8/7/2014: «Η απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού - Λόγος έφεσης 1 Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. Επίσης δεν ευσταθεί το παράπονο τους ως προς τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Κεφ.
  2. Το δικαστήριο μπορεί να μην έκανε ειδική αναφορά στο άρθρο 22, αλλά από την όλη δομή της απόφασης είναι φανερό ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιές του. Ανεξαρτήτως τούτου, οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1Α ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ο συνήγορος των Καθ΄ων η Αίτηση υπέβαλε στις τελικές του Αγορεύσεις σειρά λόγων που, κατά την εισήγηση του, αποδεικνύουν αποτυχία προσαγωγής οποιασδήποτε μαρτυρίας που είναι αποδεκτή προς απόδειξη των αξιούμενων υπολοίπων. Μεταξύ άλλων υποστήριξε ότι, με δεδομένο ότι η Μ.Ε.1 δεν υπήρξε ποτέ υπάλληλος της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ ή της ΣΠΕ Μακράσυκας ή όπως άλλως μεταβλήθηκε η επωνυμία της αλλά υπάλληλος της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, αυτή δεν αποτελεί πρόσωπο που πληροί τα καθορισμένα εκ του Νόμου προσόντα για να καταθέσει αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου των Εναγόντων. H πιο πάνω εισήγηση παραβλέπει το γεγονός, όπως προέκυψε από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου, ότι αυτή υπήρξε Λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων μέχρι και τις 31/1/2018 και ότι, ακολούθως, την 1η/2/18 μεταφέρθηκε ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δυνάμει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων και της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δυνάμει της οποίας (συμφωνίας) η Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd ενεργεί για λογαριασμό των Εναγόντων αναλαμβάνοντας τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγόντων. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι, όπως πάλι προέκυψε από την μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία, μία από τις προαναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις είναι και το επίδικο δάνειο. Άλλη εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη ήταν ότι η Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 8 είναι της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, δηλαδή μιας διαφορετικής Τράπεζας από την ΣΠΕ Μακράσυκας με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται ότι το τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας και ότι οι καταχωρήσεις σε αυτό έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. Και εδώ, με κάθε σεβασμό, η πιο πάνω εισήγηση παραγνωρίζει το γεγονός το οποίο προέκυψε από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και τα Τεκμήρια 1 και 2 και το οποίο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ - πρώην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ - έχει διαδεχθεί εξ΄ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της τη ΣΠΕ Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ της οποίας η αμέσως προηγούμενη ονομασία ήταν ΣΠΕ Μακράσυκας Λτδ και αρχικά ΣΠΕ Μακράσυκας. Ούτε με τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι δεν απέδειξε η Μ.Ε.1 ότι το αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου που έχει καταθέσει έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και ότι διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό συμφωνώ. Η σχετική αναφορά της Μ.Ε.1 ότι «Όταν εκτυπώθηκαν αυτές οι καταστάσεις τις ήλεγξα η ίδια με τις αποδείξεις χρεοπιστώσεων των εναγομένων και διαπίστωσα ότι πράγματι ό,τι αναγράφεται στις καταστάσεις αυτές αποτελεί ακριβή αναπαραγωγή όλων των σχετικών αποδείξεων» κατά την εκτίμηση μου αποδεικνύει ότι και η πιο πάνω προϋπόθεση που τίθεται από το Άρθρο 22 του Κεφ. 9 πληρείται. Δεν είναι κατανοητή η θέση της Υπεράσπισης ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 δεν έχει επεξηγηθεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατατεθείσα Κατάσταση λογαριασμού δεν είναι ένα περίπλοκο έγγραφο. Εξέταση δε αυτής αναδεικνύει ότι μέσω αυτής παρέχεται ικανοποιητική πληροφόρηση αναφορικά με όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό. Στην πρώτη στήλη αναγράφεται η ημερομηνία της εγγραφής/πράξης, στη δεύτερη στήλη η περιγραφή αυτής, στην τρίτη στήλη οι χρεώσεις, στην τέταρτη στήλη οι πιστώσεις, στην πέμπτη στήλη η ημερομηνία αξίας της πράξης και στην τελευταία στήλη το υπόλοιπο. Με δεδομένο ότι η πλευρά των Εναγομένων δεν έχει κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αμφισβητήσει καθ΄οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε χρέωση περιλαμβάνεται στο λογαριασμό, η εισήγηση ότι ο εν λόγω λογαριασμός χρεώνετο με έξοδα τήρησης λογαριασμού, χρεώσεις εκτίμησης, δικηγορικά έξοδα, χρεώσεις επανεκτίμησης που δεν δικαιολογούνταν από τη Συμφωνία δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Αν η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση στον επίδικο λογαριασμό και γενικότερα την ορθότητα ή μη της κατάστασης λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει την Μ.Ε.1 κάτι, που επαναλαμβάνω, δεν έχει πράξει. Έπειτα στην ίδια τη Συμφωνία περιλαμβάνεται ρητά η δυνατότητα χρέωσης του δανείου με τραπεζικά δικαιώματα, προμήθεια, έξοδα, επιβαρύνσεις ή/και δικαιώματα που η Τράπεζα, κατά την απόλυτη κρίση της, τυχόν αποφασίσει κατά καιρούς και για τα οποία θα ειδοποιήσει γραπτώς τον χρεώστη[6]. Στη βάση όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 8 εμπεριέχει τις πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν σε αυτό. Ε. Οι τόκοι Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης Συμφωνίας. Με βάση τους όρους της επίδικης Συμφωνίας[7] ρητά συμφωνήθηκε ότι το ρηθέν δάνειο θα χρεώνεται με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα Βασικό Επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2,75% περιθώριο , ήτοι βασικό επιτόκιο 4%, περιθώριο 2,75% και άρα συνολικό επιτόκιο 6,75%. Σε ό,τι αφορά το δικαίωμα της Ενάγουσας Τράπεζας να αξιώνει τόκο υπερημερίας αυτό πηγάζει από τα όσα διαλαμβάνονται στην επίδικη Συμφωνία Δανείου και συγκεκριμένα τον όρο 7 του Τεκμηρίου 3. Στον εν λόγω όρο διαλαμβάνεται ρητά ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης το καθυστερημένο ποσό θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα καθυστέρησης μέχρι της εξόφλησης ο οποίος τόκος θα είναι 1% μεγαλύτερος από τον συμβατικό επιτόκιο του λογαριασμού που ισχύει κατά την χρονική στιγμή της υπερημερίας. Περαιτέρω σε ό,τι αφορά το δικαίωμα της Ενάγουσας Τράπεζας να κεφαλαιοποιεί τις χρεώσεις κάθε έξι μήνες, ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους σχετική είναι η πρόνοια η οποία γίνεται στον όρο 5(β) του Τεκμηρίου 3. Στην προκειμένη περίπτωση με δεδομένο ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία για διαφοροποίηση του συμβατικού επιτοκίου το συνολικό επιτόκιο που θα πρέπει να επιδικασθεί επί του οφειλόμενου υπολοίπου ανέρχεται σε 7,75%, ήτοι 4% συμβατικό επιτόκιο, 2,75% περιθώριο και 1% τόκος υπερημερίας. ΣΤ. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω οι Ενάγοντες έχουν πετύχει να αποδείξουν την αξίωση τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, ως πρωτοφειλετών, και των Εναγομένων 3 και 4 ως εγγυητών, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €1774.514,92 σεντ πλέον τόκο προς 7,75% ετησίως από 1/1/2018 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επιπλέον εναντίον της Εναγόμενης 2 εκδίδεται Διάταγμα ως το Β(α) του Παρακλητικού της Αξίωσης. Τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [2] Δέστε, επίσης, Σάββα v. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/
  1. [3] Δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ [2001] 1 Α.Α.Δ.
  2. [4] Δέστε Barry Wynne v. David Costaki Mavronikola ως Διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα [2009] 1A.Α.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Γιώργος Οικονόμου Π.Ε.335/09 ημερ. 17/10/
  3. [5] Δέστε Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ.
  1. [6] Δέστε όρο 5(δ) του Τεκμηρίου
  2. [7] Δέστε όρο 5(α) του Τεκμηρίου
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.