← Κύπρος

FLONA OLIVENE MYERS ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3496/13, 12/2/2019

FLONA OLIVENE MYERS ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3496/13, 12/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3496/13 Μεταξύ: FLONA OLIVENE MYERS Ενάγουσας -και-

  1. ALPHA BANK CYPRUS LTD
  2. G. N. HASSAPIS BROS LTD
  3. G. HASSAPIS & SONS LIMITED
  4. XXXXX ΦΡΑΓΚΟΣ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 18.1.2018 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου,
  5. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: Ο κ. Κ. Κουκούνης για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1-Καθ' ων η αίτηση: Η κα Αφροδίτη Παρπαρίνου για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, η ενάγουσα είναι υπήκοος του Ηνωμένου Βασιλείου και διαμένει μόνιμα στην Αγγλία. Οι εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία διεξάγουσα τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι εταιρείες ασχολούμενες με την ανάπτυξη γης και την κατασκευή και πώληση κατοικιών και διαμερισμάτων. Ο εναγόμενος 4 είναι δικηγόρος ασκών το επάγγελμα του στη Λάρνακα. Η ενάγουσα διατείνεται πως όλοι οι εναγόμενοι ενεργούντες ως ομάδα, προς ίδιον όφελος (γεγονός που η ίδια δεν γνώριζε), μεταξύ των ετών 2007-2010 την προέτρεψαν να αγοράσει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο από τους εναγόμενους 2 και 3 (διαμέρισμα στο συγκρότημα κατοικιών γνωστό ως "XXXXX 1" στην Πύλα της επαρχίας Λάρνακας), παριστάνοντας πως θα ήταν μια καλή επενδυτική ευκαιρία γι΄αυτήν. Περαιτέρω την έπεισαν πως θα της εξασφάλιζαν στεγαστικό δάνειο σε Ελβετικά Φράγκα, με πολύ χαμηλό επιτόκιο και μακροχρόνια αποπληρωμή. Η ενάγουσα στηριζόμενη στις παραστάσεις των εναγομένων πείστηκε να αγοράσει το διαμέρισμα, αντί του τιμήματος των €85.430,= με χρηματοδότηση από τους εναγομένους 1 κατά 80% και με συνεισφορά από την ίδια κατά 20% (σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των ετών 2008 - 2009 κατέβαλε το συνολικό ποσό των £13.201,77 πλέον €2.000,= στον εναγόμενο 4 ως δικηγορικά έξοδα). Το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος θα εξοφλείτο με δανειοδότηση από τους εναγόμενους 1 σε Ελβετικά Φράγκα. Είναι η θέση της ενάγουσας πως η ίδια εξαπατήθηκε από τους εναγόμενους και πως το Πωλητήριο Έγγραφο με τους εναγομένους 2 και 3, η Συμφωνία Δανείου με τους εναγομένους 1, η Συμφωνία Εκχώρησης προς τους εναγομένους 1 των δικαιωμάτων της και το Πληρεξούσιο Έγγραφο προς τον εναγόμενο 4 (όλα φέρονται να καταρτίστηκαν κατά ή περί την 27.3.2008) είναι προϊόντα δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων ή συνωμοσίας ή συνέργειας των εναγομένων μεταξύ τους. Ειδικά για τους εναγόμενους 1 ισχυρίζεται διαζευκτικά, πως αυτοί ενήργησαν αμελώς και παρέβηκαν τα απορρέοντα από τον νόμο καθήκοντα τους ως εμπιστευματοδόχοι ή αντιπρόσωποι της. Διατείνεται πως συνεπεία των ενεργειών των εναγομένων, η ίδια υπέστη απώλειες και ζημιές. Με την αγωγή της επιζητεί την επιστροφή των χρημάτων που πλήρωσε στους εναγόμενους 2 και 3 (£13.201,77), στον εναγόμενο 4 (€2.000,=) και στους εναγόμενους 1 (CHF 18.428,65 ή το ισάξιο σε Ευρώ). Επιζητεί επίσης την κήρυξη των προαναφερομένων Εγγράφων (Πωλητήριο Έγγραφο, Συμφωνία Δανείου, Εκχωρητήριο Έγγραφο, Πληρεξούσιο Έγγραφο) ως ανύπαρκτα (non est factum) ή/και παράνομα ή/και ως προϊόντα δόλου ή/και απάτης ή/και ως απότοκα ψευδών παραστάσεων από μέρους των εναγομένων. Οι εναγόμενοι 1 στην Υπεράσπιση τους αρνούνται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Διατείνονται πως αυτή αγόρασε το επίδικο ακίνητο για σκοπούς επένδυσης και συνεπώς δεν ήταν «απλός καταναλωτής». Είναι η θέση τους πως τόσο η συμφωνία δανείου όσο και η συμφωνία εκχώρησης των απορρεόντων από το Πωλητήριο Έγγραφο δικαιωμάτων της ενάγουσας προς όφελος τους, είναι έγκυρες και δεσμευτικές. Σ' ό,τι τους αφορά, αναφέρουν πως τερμάτισαν την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού του δανείου με επιστολή τους ημερομηνίας 29.1.2016 και καταχώρησαν την αγωγή με αρ. 658/2016 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε σχέση με το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι εναγόμενοι 2 και 3 επίσης αρνούνται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Είναι η θέση τους πως όλες οι ενέργειες τους ήταν νόμιμες και σύμφωνες με τους όρους του Πωλητηρίου Εγγράφου που υπεγράφη μεταξύ τους. Διατείνονται πως είναι η ενάγουσα που παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και πως με τις πράξεις της, τους προκάλεσε ζημιές και απώλειες για τις οποίες οι ίδιοι επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. Η αγωγή εναντίον του εναγομένου 4 απεσύρθη προτού αυτός καταχωρήσει την Υπεράσπιση του. Με την υπό κρίση Αίτηση, η ενάγουσα επιζητεί την τροποποίηση του δικογράφου της ώστε να συμπεριληφθούν σ΄ αυτό ισχυρισμοί: (α) σε σχέση με την μη προειδοποίηση της από τους εναγόμενους 1 για τον συναλλαγματικό και «επιτοκιακό» κίνδυνο που διέτρεχε από την εξασφάλιση δανείου σε νόμισμα άλλο από το εθνικό νόμισμα της χώρας όπου διαμένει μόνιμα, και (β) πως οποιοσδήποτε όρος ή ρήτρα στην φερόμενη συμφωνία δανείου, η οποία σχετίζεται με τον υπολογισμό ή καθορισμό της δόσης του φερόμενου δανείου, ή την απόδοση στην ενάγουσα τους κόστους που απορρέει από την καταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας Ελβετικού Φράγκου-Ευρώ, ή/και Ελβετικού Φράγκου-Στερλίνας, είναι καταχρηστικός και άκυρος και συνακόλουθα η επίδικη συμφωνία δανείου είναι καταχρηστική στο σύνολο της. Η ενάγουσα επιζητεί επίσης όπως περιληφθούν στις αξιώσεις της αντίστοιχα αιτητικά. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της XXXXX Χριστοδούλου, δικηγόρου στην δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Είναι η θέση της ομνύουσας πως η ανάγκη για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης προέκυψε, όταν περιήλθε στην αντίληψη των δικηγόρων της ενάγουσας πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (προδικαστική απόφαση C-186/16 Ruxandra Paula Andriciuc κλπ v. Banca Romaneasca SA, ημερομηνίας 20.9.2017). Κατά την ομνύουσα η τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία γεγονότα και περιστάσεις, τα οποία θα το βοηθήσουν να αποφασίσει επί όλων των επίδικων θεμάτων πλήρως, τελεσίδικα και οριστικά. Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις Διαταγές Δ.48, Δ.20, Δ.25 θ.1-6, Δ.9, Δ.12, Δ.19, Δ.
  6. Η πλευρά των εναγομένων 1 έφερε Ένσταση στην Αίτηση, προβάλλοντας πως αυτή είναι παράτυπη, πως καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση αφού τα γεγονότα ήσαν γνωστά, και/ή θα έπρεπε να είναι γνωστά στην ενάγουσα από το 2008, χρόνο υπογραφής των επίδικων εγγράφων, πως έχει ως αποκλειστικό σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής, πως η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της XXXXX Νικολάου, υπαλλήλου των εναγομένων
  7. Η ομνύουσα επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν έφεραν Ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση, ζήτησαν όμως τα έξοδα τους σε περίπτωση που αυτή εγκριθεί. Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. [SABA & CO (T.M.P.) ν. T.M.P. Agents

(1994)1 ΑΑΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726]. Νομολογιακά έχει καθιερωθεί πως τα Δικαστήρια θα πρέπει να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα [βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934]. Το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου [βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω)]. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Έχει λεχθεί επίσης νομολογιακά πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής [βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704]. Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές [βλ. Geto Tracing Import - Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vaslyayev, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 56/93, ημερ. 30.9.1993]. Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. (ανωτέρω): «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Προτού εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση, θα ήθελα να αναφέρω τα εξής. Από την μελέτη της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 13.9.2013 με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Επιδόθηκε σ΄ όλους τους εναγομένους ένα χρόνο μετά, τον Σεπτέμβριο του 2014 (στους εναγόμενους 1 επιδόθηκε στις 29.8.2014, στους εναγόμενους 2 και 3 στις 4.9.2014 και στον εναγόμενο 4 την 1.9.2014). Ο εναγόμενος 4 καταχώρησε Εμφάνιση στις 4.9.2014, οι εναγόμενοι 2 και 3 στις 23.9.2014 και οι εναγόμενοι 1 στις 15.12.
  1. Η Έκθεση Απαίτησης, ένα πολυσέλιδο κείμενο το οποίο καλύπτει 34 σελίδες, καταχωρήθηκε την 20.1.2015, και τούτο ύστερα από αίτηση που καταχώρησε ο εναγόμενος 4 για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, παρέλειψαν να καταχωρήσουν την Υπεράσπιση τους εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η ενάγουσα δεν έλαβε μέτρα ως προς τούτο και στις 3.8.2015 τους εστάλη σχετική ειδοποίηση από τον Πρωτοκολλητή. Η Υπεράσπιση των εναγομένων 2 και 3, καταχωρήθηκε στις 15.9.
  2. Η αγωγή εναντίον του εναγομένου 4 απεσύρθη στις 19.5.2016, ύστερα από αίτημα που υπέβαλε ο τελευταίος. Η ενάγουσα υπέβαλε αίτημα ορισμού της υπόθεσης όσον αφορά τους εναγομένους 2 και 3, στις 4.8.2016, ύστερα και πάλι από σχετική Ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή ημερομηνίας 2.8.
  3. Οι εναγόμενοι 1 καταχώρησαν την Υπεράσπιση τους στις 16.9.2016 μετά από την αποστολή σχετικής Ειδοποίησης του Πρωτοκολλητή ημερομηνίας 2.8.
  4. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες για τους εναγόμενους 2 και 3 στις 26.10.2016 και για όλους τους εναγόμενους στις 14.12.
  5. Η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 25.1.
  6. Στις 18.1.2018 καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση η οποία ορίστηκε στις 25.1.2018 κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Θεωρώ πως το αίτημα δεν θα πρέπει να εγκριθεί για τους ακόλουθους λόγους: (ι) οι ισχυρισμοί τους οποίους η ενάγουσα επιθυμεί να προσθέσει, καλύπτονται από το πολυσέλιδο δικόγραφο της, όπως και η ίδια άλλωστε παραδέχεται στην παράγραφο 6 της συνοδεύουσας την Αίτηση, Ένορκη Δήλωση (αναφέρεται πως η τροποποίηση «προκύπτει από το περιεχόμενο της ήδη καταχωρημένης Έκθεσης Απαίτησης της»). Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, θα τεθεί καθηκόντως κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Δεν χρειάζεται να δικογραφηθεί. Τα «γεγονότα και περιστατικά» τα οποία κρίθηκαν αναγκαία από τους δικηγόρους της ενάγουσας να προστεθούν, θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να προβληθούν κατά τον χρόνο καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης. Στην υπόθεση IKOS v. MARTIN COWARD κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20.3.2014, λέχθηκε πως: «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει, αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα.» (ιι) η ενάγουσα δεν έχει δικαιολογήσει επαρκώς την παράλειψη της να αποταθεί στο Δικαστήριο ενωρίτερον. Η θέση της πως η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, δεν πείθει. (ιιι) θα ανατραπεί η πορεία της διαδικασίας σε βάρος του συμφέροντος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης καταδεικνύεται η δυστοκία της ενάγουσας να προωθήσει την υπόθεση της. Υπενθυμίζω πως η αγωγή επεδόθη έναν ολόκληρο χρόνο μετά την καταχώρηση της και σε πλείστες περιπτώσεις η ενάγουσα ενήργησε μετά τις υποδείξεις του Πρωτοκολλητού. (iv) θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων, αφού θα σημειωθεί πρόσθετη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, η εκκρεμοδικία της οποίας υφίσταται περισσότερο από μία πενταετία. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων 1 και σε βάρος της ενάγουσας. Όσον αφορά τα έξοδα σε σχέση με τους εναγόμενους 2 και 3, αυτοί δικαιούνται τα έξοδα για τις εμφανίσεις στις 25.1.2018, 5.2.2018, 3.5.2018 και 18.12.
  7. (Υπ.) .............. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.