ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑΣ ΛΤΔ κ.α. ν. ΕΝΟΡΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ πρώην ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 847/2018, 22/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 847/2018 Μεταξύ:
- ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑΣ ΛΤΔ
- XXXXX ΚΑΛΟΥΤΣΙΔΗ Ενάγοντες Και
- ΕΝΟΡΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ πρώην ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
- XXXXX XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ{προσωπικά και / ή
- XXXXX Α. ΚΟΥΜΗ {ως εκπροσωπούντων την
- XXXXX ΠΕΤΡΟΥ {ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ πρώην ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση ημερ. 13/9/2018 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 22 Μαρτίου 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1/Αιτητές: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου και Σία ΔΕΠΕ. Για Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση: Δρ Α. Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή -Αιτούμενα Διατάγματα Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι 1/Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων: Α. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Ενάγοντες προσωπικά και/ή μέσω των αντιπροσώπων τους, να επεμβαίνουν και/ή κατέχουν και/ή διαχειρίζονται και/ή διεξάγουν επιχείρηση στα ακίνητα και το ανεγερθέν σε αυτά υποστατικό με αρ. εγγραφής 2/42/ΦΣχ40/5XX1, Τμήμα 2, Τεμάχιο 41, Τοποθεσία Κουτζιήδες, Ενορία Σωτήρος, Δήμος Λάρνακας, εκτός εάν καταβάλουν το ποσό των €11.602 μηνιαία από 1/9/2018, που ήταν το ποσό που όφειλαν να καταβάλουν αμέσως πριν την καταχώρηση της Αγωγής το οποίο οι Ενάγοντες θα εισπράττουν με πλήρη επιφύλαξη μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής. Β. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Ενάγοντες προσωπικά και/ή διά αντιπροσώπων τους όπως κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν την οικοδομή επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/42/ΦΣχ40/5XX1, Τμήμα 2, Τεμάχιο 41, Τοποθεσία Κουτζιήδες, Ενορία Σωτήρος, Δήμος Λάρνακας χωρίς άδεια από τις αρμόδιες αρχές και/ή χωρίς Πιστοποιητικό Τελικής Εγκρισης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής. Γ. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Ενάγοντες προσωπικά και/ή διά αντιπροσώπων τους να επεμβαίνουν και/ή κατέχουν και/ή διαχειρίζονται και/ή διεξάγουν επιχείρηση στα ακίνητα και στο ανεγερθέν σε αυτά υποστατικό με αρ. εγγραφής 2/42/ΦΣχ40/5XX1, Τμήμα 2, Τεμάχιο 41, Τοποθεσία Κουτζιήδες, Ενορία Σωτήρος, Δήμος Λάρνακας, εκτός αν δοθεί προς τους Εναγόμενους 1 τραπεζική εγγύηση αναφορικά με το ύψος των μέχρι σήμερα οφειλόμενων ποσών μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής. Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο Άρθρο 32 του Ν.14/60, στα Άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του Κεφ.6, στα Άρθρα 2, 3
(1)(β) και 3
(1)(στ), 10
(1)και 10
(2)και 20
(1),
(2),
(3), (3 Α),
(4),
(5),
(6)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96 καθώς και στον περί Δήμων Νόμο. Η Αίτηση βασίζεται επίσης στη Δ.48, θ.θ. 1, 2, 4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ένορκη Δήλωση XXXXX XXXXX Φιλίππου Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX XXXXX Φιλίππου, ταμία των Εναγομένων 1, στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Στις 13/9/2010 εισήχθη ο νέος Καταστατικός Χάρτης ο οποίος προέβλεπε την ενοριακή οργάνωση και στο Παράρτημα Α τις ενορίες, η δε Εκκλησία Αγ. Ιωάννου Θεολόγου μετονομάστηκε και ενσωματώθηκε στην Ενορία Αγ. Ιωάννου Θεολόγου. · Την 1/11/2007 με συμφωνία ενοικίασης που καταρτίστηκε μεταξύ των Εναγόντων 1, των οποίων μόνος Διευθυντής είναι ο Ενάγοντας 2, και των Εναγομένων 1 με την εγγύηση των XXXXX Βασιλάκου, XXXXX Κοριανόγλου, XXXXX Χριστοφή και του Ενάγοντα 2, ενοικιάστηκαν τέσσερα οικόπεδα επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/42/ΦΣχ40/5XX1, Τμήμα 2, Τεμάχιο 41, Τοποθεσία Κουτζιήδες, Ενορία Σωτήρος, Δήμος Λάρνακας για περίοδο δέκα ετών με δικαίωμα ανανέωσης υπό όρους. · Στις 23/6/2008 ενοικιάστηκε με νέα τροποποιητική συμφωνία ακόμη ένα οικόπεδο επί του ως άνω ακινήτου υπό τους όρους της αρχικής συμφωνίας. · Ήταν επίσης όρος των εν λόγω συμφωνιών ότι μετά την πάροδο των δέκα ετών η ενοικίαση θα ανανεώνετο εάν οι αντισυμβαλλόμενοι των Εναγομένων 1, ήτοι οι Ενάγοντες 1, έδιδαν προς το σκοπό αυτό έξι μήνες πριν τη λήξη της πρώτης ενοικίασης γραπτή ειδοποίηση προς τούτο. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. · Στις 3/4/2008 εκδόθηκε πολεοδομική άδεια με αρ. ΠΑ 116/2008 για την ανέγερση φρουταρίας, φούρνου και ανθοπωλείου. · Στις 24/6/2008 εκδόθηκε και άδεια οικοδομής με αρ. 173/2008, με ισχύ μέχρι 3/4/
- · Οι Ενάγοντες, κατά παράβαση της συμφωνίας, δεν κατέβαλαν κανονικά τα ενοίκια με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί οφειλή για την περίοδο από 1/11/2008 μέχρι 30/10/2017 εκ €522,702 μείον ποσό εκ €11.760,78 που αναλογεί στην Άμυνα και ποσό εκ €11.602 μηνιαίως για την περίοδο από 1/11/2017 μέχρι 30/6/2018, ήτοι €92.
- · Οι Εναγόμενοι 1 επέδωσαν στις 14/5/2018 επιστολή στους Ενάγοντες με την οποία τους επεσήμαναν ότι είχε λήξει η περίοδος ενοικίασης χωρίς να ανανεωθεί και ζητούσαν την παράδοση των επίδικων ακινήτων μέχρι τις 30/6/
- Παρόλα αυτά οι Ενάγοντες δεν παρέδωσαν τα επίδικα υποστατικά, στερώντας την κατοχή τους από τους ιδιοκτήτες τους, ήτοι τους Εναγόμενους, καθιστώντας τους εαυτούς τους παράνομους επεμβασίες. Εκκρεμεί η Αγωγή 1206/2014 αναφορικά με τα οφειλόμενα από τους Ενάγοντες ενοίκια. · Περί το έτος 2013 οι Ενάγοντες 1 απέστειλαν επιστολή προς τους Εναγόμενους 1 με την οποία τερμάτιζαν την ενοικίαση αλλά παρόλα αυτά συνέχιζαν να παραμένουν εντός των επίδικων ακινήτων χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό, πράγμα που πράττουν μέχρι σήμερα που η ενοικίαση έχει επιπλέον λήξει. Στην εν λόγω επιστολή οι Ενάγοντες ζητούσαν επίσης όπως οι Εναγόμενοι 1 τους υπογράψουν Αίτηση για άδεια κατεδάφισης των υποστατικών ενώ ήταν όρος της συμφωνίας ότι τα ανεγερθέντα κτίρια εντός των ενοικιαζομένων ακινήτων παρέμεναν ιδιοκτησία των Εναγομένων κατά τη λήξη ή τερματισμό της ενοικίασης. · Όσον αφορά το θέμα μη έκδοσης πιστοποιητικού τελικής έγκρισης, οι Εναγόμενοι 1 αποτάθηκαν στην αρμόδια αρχή ζητώντας τους να λάβει μέτρα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και πληροφορώντας την ότι αν δεν το έπραττε οι ίδιοι, ως άμεσα επηρεαζόμενοι, θα προχωρούσαν στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Το Δημαρχείο Λάρνακας σε απαντητικές του επιστολές τους πληροφόρησε ότι δεν είχε υποβληθεί αίτηση και δεν είχε εξασφαλιστεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, η δε κατάσταση των ακινήτων ήταν αβέβαιη, με συνέπεια να ελλοχεύουν κίνδυνοι. · Όπως οι Εναγόμενοι 1 διεπίστωσαν τυχαία, στο χώρο βρίσκονται σε εξέλιξη εργασίες για προσθήκες στις υφιστάμενες οικοδομές χωρίς και πάλι να υφίσταται για το σκοπό αυτό άδεια σε ισχύ. Εξ όσων δε πληροφορούνται οι Εναγόμενοι 1 από τις αρμόδιες αρχές καμία αίτηση δεν έχει υποβληθεί για έκδοση των σχετικών αδειών και για πιστοποιητικό τελικής έγκρισης μέχρι σήμερα. · Ο Ενάγοντας 2 ανέφερε σε κοινούς γνωστούς με σκοπό αυτό να διαμηνυθεί στους Εναγόμενους 1, ότι δεν θα φύγουν από τα ενοικιαζόμενα οικόπεδα και ούτε θα πληρώνουν οποιοδήποτε ποσό ενώ αντίθετα θα προέβαιναν σε επεκτάσεις επί αυτών. · Για το θέμα αυτό καταχωρήθηκε η Ποινική υπόθ. αρ. 5557/2018 στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε στις 18/6/2018 Προσωρινό Διάταγμα το οποίο τελικώς ακυρώθηκε μερικώς. Η εν λόγω υπόθεση είναι σε εκκρεμότητα καθώς και διάταγμα που να αναστέλλει τις οποιεσδήποτε οικοδομικές εργασίες, το οποίο οριστικοποιήθηκε. Μετά την ακύρωση του Προσωρινού Διατάγματος οι Ενάγοντες δεν άνοιξαν ξανά την επιχείρηση της φρουταρίας που είχαν στο υποστατικό, χωρίς όμως να παραδώσουν τα ακίνητα ή να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. · Στο πλαίσιο της πιο πάνω υπόθεσης οι Ενάγοντες 1 και 2 παραδέχτηκαν ενοχή σε όλες τις κατηγορίες, αναφέροντας ότι όσον αφορά τη χρήση αυτή δεν συνέχιζε κατά την 31/8/
- · Δεδομένης της λήξης της προθεσμίας που είχε δοθεί για την παράδοση των επίδικων ακινήτων στους Εναγόμενους 1 καθώς και της συνέχισης της μη καταβολής οποιουδήποτε ποσού, ενώ είχε ετοιμαστεί αγωγή προς καταχώρηση λόγω του γεγονότος ότι προηγήθηκε η καταχώρηση της παρούσας Αγωγής από τους Ενάγοντες, η απαίτηση που θα προβαλλόταν με την Αγωγή έχει υποβληθεί στην παρούσα υπό μορφή Ανταπαίτησης. Εκφράζεται από τον ομνύοντα η πεποίθηση ότι εγείρεται στην παρούσα υπόθεση σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της υπεράσπισης τους και της ανταπαίτησης όπως και η θέση ότι η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Επί του τελευταίου αναφέρεται ότι παρά τη λήξη και τον τερματισμό της ενοικίασης οι Ενάγοντες συνεχίζουν εκδικητικά και εκβιαστικά να κατέχουν τα υποστατικά ενώ δεν τα χρησιμοποιούν και χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό, αποστερώντας την κατοχή από τους Εναγόμενους και ενώ οι Ενάγοντες είναι αφερέγγυοι. Αποστερούν δε με αυτό τον τρόπο την περιουσία τους και τη δυνατότητα κατοχής, χρήσης και εμπορικής αξιοποίησης των ακινήτων. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων, ήτοι η συνέχιση της κατοχής μέχρι εκδίκασης της Αγωγής νοουμένου, ωστόσο, ότι θα καταβάλλεται το ποσό που έπρεπε να πληρώνεται κατά το στάδιο πριν να προκύψει η αιτία αγωγής και να μην συνεχίζει να αυξάνεται η οφειλή προς τους Εναγόμενους
- Υπογραμμίζεται ιδιαίτερα η θέση ότι οι Ενάγοντες δεν είναι αξιόχρεοι, αντιθέτως προβάλλεται ότι αυτοί στη βάση στοιχείων στα οποία γίνεται επίκληση, είναι παντελώς αφερέγγυοι. Ένσταση- Ένσταση Κωνσταντίνου Καλουτσίδη Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση. Σε αυτή εξειδικεύεται ένας μεγάλος αριθμός λόγων ένστασης ο οποίος, βασικά, υιοθετείται και επαναλαμβάνεται στην Ένορκη Δήλωση του Κωνσταντίνου Καλουτσίδη, Ενάγοντα 2 στην υπόθεση και Διευθυντή της Ενάγουσας 1 Εταιρείας. Σε αυτή προβάλλονται διάφοροι ισχυρισμοί τους οποίους προχωρώ να συνοψίσω. Μεταξύ άλλων, προβάλλεται ότι εδικαιούτο με βάση τους όρους της επίδικης Συμφωνίας να ζητήσει την κατεδάφιση του υποστατικού και να το παραλάβει μαζί του επισημαίνοντας ότι τα ενοικιασθένα υποστατικά ήταν λυόμενα. Επισημαίνει ότι η μόνη υποχρέωση της ενοικιάστριας με βάση την επίδικη Συμφωνία είναι η καταβολή της αναλογίας του ενοικίου μέχρι την παράδοση των οικοπέδων και ότι η ιδιοκτήτρια δεν θα έχει οποιαδήποτε άλλη απαίτηση. Αναφέρει ότι η πλευρά των Εναγόντων θα παραδώσει μόνο τα οικόπεδα και όχι την οικοδομή εφόσον οι Ενάγοντες έχουν τερματίσει εντός των πλαισίων που διαλαμβάνονται στη Συμφωνία. Όσον αφορά το Πιστοποιητικό Τελικής Έγκρισης, ο ομνύων αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν πολύ καλά ότι για να εκδοθεί θα έπρεπε να υπογράψει ο ιδιοκτήτης και όχι ο ενοικιαστής. Προστίθεται εν προκειμένω ότι ουδέποτε ο ιδιοκτήτης υπέγραψε το σχετικό έντυπο για έκδοση του Πιστοποιητικού Τελικής Έγκρισης. Επισημαίνει, παράλληλα, ότι ενώ οι Εναγόμενοι γνώριζαν τί έπρατταν «κυνήγησαν» καταχωρώντας την Ποιν. υπόθ. αρ. 5557/2018, στην οποία ζήτησαν και έλαβαν προσωρινό διάταγμα με το οποίο ανάγκασαν τους Ενάγοντες να σταματήσουν τη λειτουργία του υποστατικού. Ο ομνύων αναφέρει, επίσης, ότι είχε ζητηθεί από τους Ενάγοντες να υπογράψουν οι Εναγόμενοι αίτηση για άδεια κατεδάφισης, κάτι το οποίο παρέλειψαν, με σκοπό να εμποδίσουν τους Ενάγοντες να λάβουν το ακίνητο και τα υλικά. Εκφράζει δε την απορία γιατί ενώ οι Εναγόμενοι διατείνονται ότι ελλοχεύουν κίνδυνοι δεν ζήτησαν διάταγμα κατεδάφισης στην ποινική υπόθεση που καταχώρησαν αλλά μόνο διάταγμα αναστολής της λειτουργίας. Αρνείται ο ομνύων ότι στο χώρο γίνονται οικοδομικές εργασίες. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης ζημιάς ο ομνύων ισχυρίζεται ότι ανεπανόρθωτη ζημιά έχει προκληθεί στους Ενάγοντες που επηρεάστηκε το όνομα τους, υπήρξε απώλεια εσόδων και κέρδους, έχοντας τεθεί έξω από τη δυνατότητα εργασίας. Ο ομνύων ισχυρίζεται επίσης ότι οι Ενάγοντες υπήρξαν θύμα παρανομίας και εκδικητικότητας των Εναγομένων. Όσον αφορά τα ενοίκια ισχυρίζεται ότι έχουν πληρωθεί όλα τα ενοίκια για το
- Ισχυρίζεται ακόμη ότι λόγω της άρνησης των Εναγομένων να υπογράψουν για κατεδάφιση της λυόμενης οικοδομής που οι Ενάγοντες είχαν ανεγείρει, οι Ενάγοντες κατέστησαν όμηροι αυτών εφόσον δεν μπορούν να μεταφερθούν σε άλλο μέρος και να τους παραδώσουν την οικοδομή τους. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Eφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο ΄Αρθρο 32 του Ν.14/60. Πριν το κάνω να πω δυο λόγια για την νομιμοποίηση των Εναγομένων για εξασφάλιση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Επισημαίνεται ότι πριν την τροποποίηση που έγινε με το Νόμο 17(Ι)/2004 στις 20/2/2004 δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνο ο Ενάγων. Συγκεκριμένα, στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, εκεί όπου ομιλούσε για «ενάγων» διεγράφη και αντικαταστάθηκε με τις λέξεις «ο αιτών διάδικος». Συνεπώς με αυτή την τροποποίηση δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα έχει πλέον και ο Εναγόμενος. Οι Εναγόμενοι έχουν στην παρούσα Αγωγή καταχωρήσει Υπεράσπιση καθώς και Ανταπαίτηση. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, στην προκειμένη περίπτωση των Εναγομένων, όπως προκύπτει από την Ανταπαίτηση που καταχώρησαν. Συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο της Ανταπαίτησης εγείρεται θέμα παράνομης επέμβασης στα επίδικα ακίνητα των Εναγομένων και των επί αυτών ανεγερθέντος υποστατικού παρά τη λήξη και/ή τερματισμό των Συμφωνιών Ενοικίασης. Σε αυτή τη βάση διαπιστώνεται ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων, και στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι, να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχουν κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. οι Εναγόμενοι πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23.3.17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Η πλευρά των Εναγομένων ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες κατέχουν το υποστατικό στη βάση μιας Συμφωνίας Ενοικίασης η οποία, παρά το ότι έχει τερματιστεί το 2013 από τους ιδίους, οι Ενάγοντες δεν παρέδωσαν κατοχή. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η ενοικίαση είχε λήξει και ότι στις 14/5/2018 είχαν αποστείλει στους Ενάγοντες επιστολή δίδοντας τους χρόνο μέχρι τις 30/6/18 να παραδώσουν τα επίδικα ακίνητα πράγμα που οι Ενάγοντες δεν έπραξαν με αποτέλεσμα να καταστούν παράνομοι επεμβασίες. Στη βάση αυτών επιζητούν Απόφαση και Διατάγματα αναφορικά με παράνομη επέμβαση και αποζημιώσεις συνεπεία αυτής καθώς και τα ποσά που οφείλονται ως ενοίκια και/ή ως ποσά για την κατοχή και/ή χρήση των επίδικων ακινήτων. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Συμφωνία έχει τερματισθεί από τους ίδιους και ότι ταυτόχρονα είχε ζητηθεί από τους Εναγόμενους να υπογράψουν αίτηση για άδεια κατεδάφισης της λυόμενης οικοδομής που είχαν ανεγείρει ώστε να μεταφερθούν σε άλλο μέρος και να τους παραδώσουν τα ακίνητα. Αποτέλεσε θέση των Εναγόντων ότι σε περίπτωση τερματισμού της Σύμβασης η μόνη υποχρέωση της ενοικιάστριας θα ήταν η καταβολή της αναλογίας του ενοικίου και οι ιδιοκτήτες ουδεμία άλλη απαίτηση θα είχαν. Προστίθεται δε ότι η υποχρέωση των Εναγόντων ήταν η παράδοση των ακινήτων και όχι της οικοδομής. Ωστόσο, όπως ισχυρίζονται, οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να υπογράψουν την αίτηση κατεδάφισης για να εμποδίσουν τους Ενάγοντες να λάβουν το υποστατικό και τα υλικά. Με αυτό δε τον τρόπο προβάλλουν τη θέση ότι κατέστησαν όμηροι των Εναγομένων αφού ήσαν αναγκασμένοι να παραμείνουν εκεί διότι η αξία του λυόμενου υποστατικού υπερέβαινε το ποσό των €900.000 και δεν μπορούσαν να το αφήσουν. Περεταίρω ισχυρίζονται ότι μέσω προσωρινού διατάγματος που οι Εναγόμενοι εξασφάλισαν σε ποινική υπόθεση που καταχώρησαν εναντίον των Εναγόντων απαγορεύθη σε αυτούς η κατοχή και/ή χρήση της οικοδομής. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Το κατά πόσο ευσταθούν οι πιο πάνω θέσεις των Αιτητών δεν είναι επί του παρόντος για να κριθεί. Το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση των Εναγόντων, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Κατά πόσο με τα όσα οι Αιτητές έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Οι ισχυρισμοί τα ων Καθ΄ων η Αίτηση δεν εξασθενίζουν, κατά την εκτίμηση μου, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Αιτητών σε βαθμό μάλιστα που να οδηγούν στη διαπίστωση μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας και, ως εκ τούτου, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου
- Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος.[6] Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.[7] Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 αναφέρονται τα ακόλουθα στις παραγράφους 19 και 20 της ένορκης δήλωσης Φιλίππου: «19.Τυχόν μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει τεράστιες και ανεπανόρθωτες ζημιές με πολλούς τρόπους. Συγκεκριμένα θα οδηγήσει στο να επιτρέπεται στους καθ' ών η αίτηση να παρανομούν και να επωφελούνται της παρανομίας τους εις βάρος όλων των υπόλοιπων νομοταγών πολιτών, με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά κοινωνική γενικότερα αφού επιπλέον θα δίδεται το μήνυμα στον κάθε πολίτη ότι υπάρχει ανοχή σε τέτοιου είδους συμπεριφορές και επομένως δεν χρειάζεται να αποτείνονται στις αρμόδιες αρχές και να προχωρούν στις δέουσες διαδικασίες πριν να ανεγείρουν μια οικοδομή. Επιπλέον υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος και ενδεχόμενο η οικοδομή που συνεχίζει να κατέχεται από τους ενάγοντες καθώς και οι προσθήκες που έχουν ξεκινήσει να γίνονται να μην πληρούν τους όρους και προϋποθέσεις που θέτουν οι αρμόδιες αρχές και να αποτελεί κίνδυνο για τους ανυποψίαστους τρίτους και για τους υπαλλήλους, αφού το υποστατικό δε λειτουργεί σήμερα μεν αλλά μπορεί ανά πάσα στιγμή να χρησιμοποιηθεί ξανά, από τη στιγμή που κατέχεται από τους ενάγοντες. Λέγω επίσης ότι οι ενάγοντες συνεχίζουν να κατακρατούν παράνομα τα επίδικα ακίνητα, ως έχω εξηγήσει ανωτέρω, με μοναδικό σκοπό τη πρόκληση ζημιάς σε εμάς, αφού μας αποστερούν τη δυνατότητα κατοχής, χρήσης και εμπορικής αξιοποίησης των ακινήτων, στηριζόμενοι στο ότι δεν είναι αξιόχρεοι, δεν έχουν πρόθεση ούτε και δυνατότητα πληρωμής των οφειλόμενων ποσών και οι εναγόμενοι 1 όποιο μέτρο εκτέλεσης και να χρησιμοποιήσουν δεν θα τους εξασφαλίσει την ικανοποίηση της οποιοσδήποτε προς όφελος τους εκδοθείσας απόφασης, αφού δεν μπορέσουν να εισπράξουν οποιοδήποτε ποσό.
- Είναι η άποψη μου ότι αυτή η ζημιά δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα καθότι πρόκειται για παρανομία, κάτι το οποίο επηρεάζει την κοινωνία γενικότερα και δεν πρέπει να αφήνονται οι ενάγοντες να παρανομούν, να εκβιάζουν και εκδικητικά να κατέχουν παράνομα ακίνητο ενώ μάλιστα οι ίδιοι από το 2013 με την επιστολή, τεκμήριο Θ έχουν τερματίσει την ενοικίαση». Τα όσα προβλήθηκαν στο πλαίσιο του ισχυρισμού περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς αφορούν ως επί το πλείστον ισχυριζόμενη παρανομία από πλευράς των Εναγόντων υπό την έννοια της κατοχής και ενδεχόμενης χρήσης υποστατικού και προσθηκών σε αυτό που πιθανόν να μην πληρούν τους όρους και προϋποθέσεις των αρμοδίων αρχών λόγω μη εξασφάλισης σχετικής άδειας. Το παράδοξο, ωστόσο, είναι ότι, πλην του Διατάγματος υπό στοιχείο (Β), με τα αιτούμενα υπό στοιχεία (Α) και (Γ) Διατάγματα επιζητείται η απαγόρευση κατοχής, διαχείρισης και διεξαγωγής επιχείρησης στα επίδικα ακίνητα και στο ανεγερθέν σε αυτά υποστατικό εκτός αν καταβάλλεται μηνιαίως το ποσό των €11.602 μηνιαία από 1/9/2018 ή εκτός αν δοθεί προς την Εναγόμενη 1 τραπεζική εγγύηση ανάλογη με το ύψος των οφειλόμενων ποσών. Ενώ, δηλαδή, οι Αιτητές επικαλούνται το πρόβλημα με την μη εξασφάλιση Πιστοποιητικού τελικής έγκρισης, εκείνο που προκύπτει με τα αιτούμενα υπό στοιχεία (Α) και (Γ) Διατάγματα είναι ότι, οι Αιτητές δεν φαίνεται να επιδιώκουν, στην πραγματικότητα, την απαγόρευση χρήσης του υποστατικού από τους Καθ΄ων η Αίτηση αλλά την καταβολή εκ μέρους των του αναφερόμενου ποσού. Είναι στο σημείο αυτό εύστοχο, θεωρώ, το ερώτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ΄ων η Αίτηση κατά πόσον θα παύσει να υφίσταται κίνδυνος «για τους ανυποψίαστους τρίτους και για τους υπαλλήλους» από το «ενδεχόμενο η οικοδομή που συνεχίζει να κατέχεται από τους ενάγοντες καθώς και οι προσθήκες που έχουν ξεκινήσει να γίνονται να μην πληρούν τους όρους και προϋποθέσεις που θέτουν οι αρμόδιες αρχές» αν εκδοθούν τα πιο πάνω Διατάγματα και οι Καθ΄ων η Αίτηση καταβάλουν το ποσό που αναφέρουν οι Αιτητές. Όσον δε αφορά το Διάταγμα υπό στοιχείο (Β), όπως προέκυψε και είναι κοινός τόπος, ήδη στο πλαίσιο της Ποινικής Υπόθεσης 5557/2018 έχει εκδοθεί Διάταγμα απαγόρευσης χρήσης της οικοδομής, εκτός αν εντός δύο μηνών από της εκδόσεως της απόφασης (η οποία εξεδόθη στις 19/10/2018) εκδοθεί Πιστοποιητικό Εγκρίσεως από την αρμόδια αρχή[8]. Τούτου δοθέντος δεν διαφαίνεται να υπάρχει πλέον (ή τουλάχιστον επί του παρόντος) οποιαδήποτε αναγκαιότητα έκδοσης ενός Διατάγματος το οποίο είναι ταυτόσημο με άλλο Διάταγμα το οποίο εξασφαλίστηκε στο πλαίσιο καταχώρησης από τους Αιτητές άλλης διαδικασίας, ήτοι ποινικής Υπόθεσης. Επιπλέον και ανεξαρτήτως των πιο πάνω τα Διατάγματα υπό στοιχεία (Α) και (Γ) είναι αντιφατικά με το Διάταγμα υπό στοιχείο (Β) καθότι τυχόν έκδοση των πρώτων δύο «εξουδετερώνει», στην πραγματικότητα, το τελευταίο. Έπειτα τα όσα αναφέρθηκαν περί ανεπανόρθωτης ζημιάς από πλευράς των Αιτητών ανωτέρω δεν φαίνεται να συνάδουν και/ή να δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων υπό στοιχεία (Α) και (Γ) Διαταγμάτων. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση Φιλίππου η ανεπανόρθωτη ζημιά την οποία οι Αιτητές επικαλούνται αφορά στην ισχυριζόμενη παρανομία από πλευράς των Καθ΄ ών η Αίτηση λόγω κατοχής και/ή ενδεχόμενης χρήσης των υποστατικών και προσθηκών σε αυτά χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις και όροι των αρμοδίων αρχών ένεκα μη εξασφάλισης σχετικών αδειών, εντούτοις στην αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των Αιτητών όπως, εμμέσως πλην σαφώς, και σε κάποια σημεία στην ένορκη δήλωση Φιλίππου, η ανεπανόρθωτη ζημιά που οι Αιτητές επικαλούνται για σκοπούς έκδοσης των ενδιάμεσων Διαταγμάτων λαμβάνει και μια άλλη μορφή, ή για να το θέσω με άλλο τρόπο, και διαφορετικό περιεχόμενο[9]. Συγκεκριμένα προβάλλεται ότι η συνέχιση κατοχής των επιδίκων ακινήτων από τους Καθ΄ων η Αίτηση χωρίς να καταβάλλεται οποιοδήποτε ποσό θα οδηγήσει στην αύξηση του οφειλόμενου προς τους Αιτητές ποσού καθ΄ην στιγμή οι τελευταίοι είναι αφερέγγυοι με αποτέλεσμα ενώ από την μια αυτή η ζημιά να είναι αποτιμητέα χρηματικά, από την άλλη να μην μπορεί να αποζημιωθεί[10]. Το ερώτημα, ωστόσο, που εγείρεται είναι με ποιον τρόπο είναι δυνατόν να επηρεαστεί η δυνατότητα απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, υπό την έννοια της συνέχισης της παρανομίας και κινδύνου σε τρίτους, που αποτέλεσε και την κυρίαρχη θέση των Αιτητών, αν δεν εκδοθούν τα Διατάγματα υπό στοιχεία (Α) και (Γ), όταν με αυτά, κατ΄ουσίαν, οι Καθ΄ων η Αίτηση απλώς διατάσσονται να καταβάλλουν ένα ποσό μηνιαίως για να συνεχίσουν «να επεμβαίνουν και/ή κατέχουν και/ή διαχειρίζονται και/ή διεξάγουν επιχείρηση στα ακίνητα και το ανεγερθέν σε αυτά υποστατικό». Όπως προκύπτει μέσω των Διαταγμάτων υπό στοιχεία (Α) και (Γ) παρέχεται η δυνατότητα στους Καθ΄ων η Αίτηση - εναντίον των οποίων επιζητούνται μέσω της Ανταπαίτησης Διατάγματα για παύση της παράνομης επέμβασης και παράδοση ελεύθερης κατοχής - για συνέχιση κατοχής υπό την αίρεση ότι αυτοί καταβάλλουν ένα ποσό μηνιαίως. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η τύχη μιας Αίτησης, όπως η υπό εξέταση, προκαθορίζεται από το γεγονός ότι η έκδοση των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων θα πρέπει να συσχετίζεται προς τις ανάγκες της υπόθεσης, όπως αυτές διαγράφονται από τις ίδιες τις τελικές θεραπείες που οι Εναγόμενοι επιζητούν, στην προκειμένη περίπτωση μέσω της Ανταπαίτησης τους[11]. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ανωτέρω είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δύσκολο να διαπιστωθεί με ποιο τρόπο είναι δυνατό να επηρεαστεί η δυνατότητα απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εγκριθεί η Αίτηση. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι, δηλαδή, οι Αιτητές χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο, στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα λήγει εκεί χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για την μη έκδοση του[12]. Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι, συνεπώς, η κατάληξη μου ότι ο Αιτητής απέτυχε να στοιχειοθετήσει την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60. Συνεπακόλουθα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Καθ΄ων η Αίτηση δικαιούνται στα έξοδα τους. Οι Αιτητές να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ( Υπ.)............... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] * M Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσ ολά κη ν. Στυλι ανί δη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Ά κη ς (Μετ α φο ρές Δε μά των) Εξ π ρές Λτ δ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. [7] Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ.
- [8] Δέστε Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση Καλουτσίδη που συνοδεύει την Ένσταση που αποτελεί την Ποινή του Δικαστηρίου στην Ποινική Υπόθεση 5557/
- [9] Παράγραφος 18: «.τυχόν δε μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα συνεχίζουν οι ενάγοντες να κατέχουν εκδικητικά, εκβιαστικά, παράνομα και παρά τη λήξη και το τερματισμό της ενοικίασης και για σκοπούς εκβιασμού ένα υποστατικό, το οποίο σήμερα είναι κλειστό και δε χρησιμοποιείται παρόλα αυτά δεν παραδίδεται στους εναγόμενους ούτε και καταβάλλεται οποιοδήποτε ποσό για την στέρηση κατοχής και την παραβίαση του συνταγματικού τους δικαιώματος στην ιδιοκτησία ενώ είναι αφερέγγυοι». [10]Το ζήτημα αυτό τέθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των Αιτητών στην Αγόρευση της ως ακολούθως: «Σε περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης οι εναγόμενοι - αιτητές και θα αποστερηθούν του συνταγματικού τους δικαιώματος να απολαμβάνουν και αξιοποιούν την περιουσία τους και θα επιτραπεί στους ενάγοντες εν γνώσει αλλά και με την ανοχή της δικαιοσύνης να το κατέχουν χωρίς να μπορούν να το χρησιμοποιήσουν ενώ θα συνεχίζει να αυξάνεται το οφειλόμενο προς τους εναγόμενους 1 ποσό, το οποίο δεν θα μπορεί να εισπραχθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής 1206/2004 ή και της παρούσας ανταπαίτησης. Δηλαδή από τη μια η ζημία μπορεί να μπορεί να αποτιμηθεί χρηματικά, αυτό όμως που προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι το ότι δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί.» [11] Δέστε υπόθεση Ναυτοδικείου Preford Ltd v. Bomar Navigation Co Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ.
- [12] Δέστε Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο