Hellenic Petroleum Cyprus Limited ν. ΣΤΑΘΗΣ ΜΑΤΟΛΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ.Αγωγής: 2943/2014, 25/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 2943/2014 Μεταξύ: Hellenic Petroleum Cyprus Limited Eνάγουσα και 1. ΣΤΑΘΗΣ ΜΑΤΟΛΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ 2. EVANGELOU & FRANTZIS DEVELOPMENT CO LTD Εναγομένων Ημερ.: 25 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Μίτλετον για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ. Για τους Εναγόμενους: κ. Ανδρέας Μαθηκολώνης για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Επιζητούμενες Θεραπείες Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 διάφορα ποσά τα οποία, όπως ισχυρίζονται, έχουν προκύψει από την πώληση καυσίμων και άλλων προϊόντων για σκοπούς λειτουργίας Πρατηρίου πετρελαιοειδών καθώς και για σκοπούς χονδρικής μεταπώλησης τέτοιων προϊόντων από τις Εναγόμενες 1 και 2. Συγκεκριμένα οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 τις ακόλουθες θεραπείες: «(α) €1,119,714 που έχει προκόψει σε σχέση με την υπό των Εναγόντων πώληση καυσίμων και άλλων προϊόντων στους Εναγομένους 1 για σκοπούς λειτουργίας του επί του Τεμαχίου ευρισκομένου πρατηρίου και/ή δυνάμει παραδοχής. (β) €913,783 που έχει προκόψει σε σχέση με την υπό των Εναγόντων πώληση καυσίμων και άλλων προϊόντων στους Εναγομένους 1 για σκοπούς χονδρικής μεταπώλησης τέτοιων προϊόντων από τους Εναγομένους και/ή δυνάμει παραδοχής. (γ) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου διατάσσον τη μεταβίβαση ελευθέρων από κάθε μορφής επιβάρυνση, το διαμερίσματος με αρ. 105 μετά του χώρου στάθμευσης αρ. 27 στο υπόγειο και της αποθήκης αρ. 24 επίσης στο υπόγειο του κτιριακού συγκροτήματος "XXXXX Court" που ανεγέρθηκε στο οικόπεδο που βρίσκεται στην Ομόνοια στη Λεμεσό με αριθμό εγγραφής 2/4XXX3 τεμάχιο 5X6 του Φ/Σχ59/01XXX2, τμήμα 2 και το διαμέρισμα με αρ. XXX μετά του χώρου στάθμευσης αρ. Ρ. 14 στο υπόγειο και της αποθήκης αρ. 14 επίσης στο υπόγειο του κτιριακού συγκροτήματος "XXXXX Court" που ανεγέρθηκε στο οικόπεδο που βρίσκεται στην Ομόνοια στη Λεμεσό με αριθμό εγγραφής 2/4XXX3 τεμάχιο 5X6 του Φ/Σχ59/0XXX2, τμήμα 2 στους Ενάγοντες/Αιτητές (μαζί με την ελεύθερη και κενή κατοχή αυτών) προς ικανοποίηση της απαιτήσεως ως η παράγραφος (α) και (β) ανωτέρω, πλέον εξόδων, πλέον ΦΠΑ. (δ) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου διατάσσον τους Εναγομένους 1 να εκχωρήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή να προβούν στις δέουσες ενέργειες για να προκαλέσουν την εκχώρηση και/ή μεταβίβαση, στους Ενάγοντες, του συνόλου του ποσού που οφείλει η εταιρεία Ματθαίος Ιωάννου Έτοιμο Μπετόν Λτδ στους Εναγόμενους 1. (ε) Αναγνωριστική Δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι, επειδή οι Εναγόμενοι 1 οφείλουν στους ενάγοντες το υπερήμερο ποσό που αναφέρεται ανωτέρω, οι εναγόμενοι 1 βρίσκονται σε παράβαση του όρου 15(
- a)της Άδειας Χρήσης. (στ) Αναγνωριστική Δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 έχουν παραβιάσει τη Συμφωνία 2012, συμπεριλαμβανομένης, χωρίς περιορισμό, της παραγράφου Γ
(7)αυτής. (ζ) Αναγνωριστική Δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 έχουν παραβιάσει τη Συμφωνία 2013, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, των προνοιών (
- a)και (
- h)αυτής. (η) Νόμιμο Τόκο. (θ) Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τας περιστάσεις. (ι) Τα έξοδα της παρούσας αγωγής πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης». Μετά την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής εκδόθηκε στις 7/7/2015 Απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 2 λόγω μη εμφάνισης της. Συγκεκριμένα εκδόθηκε Διάταγμα ως το παρακλητικό (γ) της Αξίωσης, ήτοι τη μεταβίβαση δύο διαμερισμάτων. Την 3/6/2016, μετά την εμφάνιση δικηγόρων για την Εναγόμενη 2, εκδόθηκε Διάταγμα με το οποίο τροποποιήθηκε το Διάταγμα ημερ. 7/7/2015 έτσι ώστε να διατάζει πρώτον την μεταβίβαση του διαμερίσματος με αρ. 105 μετά του αντίστοιχου χώρου στάθμευσης και της αποθήκης εντός 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος και δεύτερον τη μεταβίβαση του διαμερίσματος αρ. 205 μετά του αντίστοιχου χώρου στάθμευσης και της αποθήκης εντός 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος, νοουμένου ότι η Ενάγουσα θα προέβαινε σε ενέργειες για την αφαίρεση εμπράγματων βαρών επί του εν λόγω ακινήτου. Η Εκδοχή της Ενάγουσας Αποτέλεσε εκδοχή της Ενάγουσας ότι στο πλαίσιο προσπάθειας ομαλοποίησης της συμβατικής της σχέσης με την Εναγόμενη 1- όπου η Ενάγουσα πωλούσε στην Εναγόμενη καύσιμα και άλλα προϊόντα τόσο για σκοπούς λειτουργίας του επί του τεμαχίου ευρισκομένου πρατηρίου όσο και για σκοπούς χοντρικής μεταπώλησης τέτοιων προϊόντων- και εξεύρεσης ενός κοινά αποδεκτού τρόπου αποπληρωμής του οφειλόμενου υπολοίπου, μέσω της κατάρτισης από τους διάδικους τριών διαφορετικών Συμφωνιών, συμφωνήθηκαν συγκεκριμένοι όροι αποπληρωμής του υπολοίπου. Είναι περαιτέρω η εκδοχή της Ενάγουσας ότι, παρά το ότι έχει εκπληρώσει πλήρως τους όρους των εκάστοτε Συμφωνιών οι οποίες σκοπό είχαν να βοηθήσουν την Εναγόμενη να αποπληρώσει τα οφειλόμενα προς την Ενάγουσα ποσά, η Εναγόμενη δεν εκπλήρωσε τις δικές της υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να εγερθεί η παρούσα Αγωγή. Η Εκδοχή της Εναγόμενης 1 Η Εναγόμενη 1, πέραν της παραδοχής της σύναψης με την Ενάγουσα Συμφωνίας Παραχώρησης Άδειας Χρήσης ημερ. 1/10/1992 δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα της παραχώρησε άδεια χρήσης του επίδικου τεμαχίου του οποίου η Ενάγουσα είναι ενοικιαστής, στη βάση σύμβασης μίσθωσης με το Υπουργείο Εσωτερικών, και της ύπαρξης συμβατικής σχέσης της Ενάγουσας με την Εναγόμενη όπου η Ενάγουσα πωλούσε στην Εναγόμενη καύσιμα και άλλα προϊόντα τόσο για σκοπούς λειτουργίας του επί του τεμαχίου ευρισκομένου πρατηρίου όσο και για σκοπούς χοντρικής μεταπώλησης τέτοιων προϊόντων, αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Ειδικότερα δε ισχυρίστηκε ότι : i. Υπήρξε καταναγκασμός στη συνομολόγηση της Συμφωνίας Εκχώρησης ημερ. 25/7/2011 και ii. Η συνομολόγηση των Συμφωνιών του 2012 και του 2013 έγινε κατά παράβαση του Καταστατικού της Εναγόμενης 1. Επιπλέον η Εναγόμενη 1 αμφισβήτησε το αξιούμενο υπόλοιπο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Ενάγουσα κάλεσε τρείς μάρτυρες ως εξής: · Μ.Ε.1 XXXXX Στρατής · Μ.Ε.2 XXXXX Χαραλάμπους · Μ.Ε.3 XXXXX Πατσαλίδου Από πλευράς Εναγομένων δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Μ.Ε.1 Εργάζεται στην Υπηρεσία της Ενάγουσας ως Ανώτερος Δ/ντής Πωλήσεων και Μάρκετινγκ από τον Οκτώβριο του 2013. Από το 2003 μέχρι το 2013 ήταν Δ/ντής Λιανικών Πωλήσεων και Μάρκετινγκ. Η Ενάγουσα είναι ενοικιαστές του τεμαχίου επί της Λεωφ. XXXXX 29 στη Λάρνακα, Τεμ.5X4, Φ/Σχ. XL/6.I.II.III.IV Block «F» Σκάλα (εφεξής «το Τεμάχιο») με βάση σύμβαση μίσθωσης με το Υπουργείο Εσωτερικών ημερ. 12/2/2003 (Τεκμήριο 1). Η Εταιρεία Β.P. Cyprus Ltd που αναφέρεται ως ο «μισθωτής» στο Τεκμήριο 1 μετονομάστηκε σε Hellenic Petroleum Cyprus ενώ προηγουμένως είχε την ονομασία Shell Company of Cyprus Limited. Στο επίδικο Τεμάχιο η Ενάγουσα εγκατέστησε κτιριακές εγκαταστάσεις, δεξαμενές, εξοπλισμό μηχανήματα και προσαρτήματα ώστε να μπορεί να λειτουργεί πρατήριο εμπορίας πετρελαιοειδών και άλλων προϊόντων και να προσφέρονται υπηρεσίες αναφορικά με λίπανση, καθαρισμό κτλ. μηχανοκίνητων οχημάτων. Την 1/10/1992 η Ενάγουσα συνήψε με την Εναγόμενη 1 Συμφωνία Παραχώρησης Άδειας Χρήσης (εφεξής «Άδεια Χρήσης») Τεκμήριο 4 του Τεμαχίου και των κτιριακών εγκαταστάσεων, δεξαμενών, μηχανημάτων, προσαρτημάτων σε αυτό με σκοπό τη λειτουργία τους ως πρατήριο εμπορίας πετρελαιοειδών και παροχή υπηρεσιών αναφορικά με τη λίπανση, καθαρισμό κτλ. οχημάτων. Η Άδεια Χρήσης παραχωρήθηκε αρχικά για την περίοδο από 1/10/92 - 31/9/95. Με το πέρας αυτής της τριετίας η Άδεια Χρήσης θα ανανεώνετο αυτόματα ετησίως. Στο παρελθόν η Ενάγουσα πωλούσε στην Εναγόμενη 1 καύσιμα και άλλα προϊόντα τόσο για σκοπούς λειτουργίας του πρατηρίου (εφεξής «οι πωλήσεις 1ης Κατηγορίας») όσο και για σκοπούς χονδρικής μεταπώλησης από την Εναγόμενη 1 (εφεξής «οι πωλήσεις 2ης Κατηγορίας»). Στις 25/7/2011 το ύψος των οφειλών της προς την Ενάγουσα από τις πωλήσεις 1ης και 2ης Κατηγορίας που είχαν ήδη καταστεί πληρωτέες και απαιτητές ανέρχονταν στα €2,671,779.16 (Τεκμήριο 5). Ενόψει της αδυναμίας αποπληρωμής των οφειλόμενων ποσών από την Εναγόμενη 1 συνομολογήθηκε στις 25/7/2011 συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας, της Εναγόμενης 1 και Εναγόμενης 2, για την εκχώρηση των Αγοραπωλητηρίων Εγγράφων από τον Αγοραστή προς όφελος της Ενάγουσας με σκοπό την παροχή εξασφάλισης προς την Ενάγουσα από την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 6). Ως αποτέλεσμα της συνομολόγησης της Συμφωνίας Εκχώρησης συνεχίστηκε η συνεργασία της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1, πλην όμως το οφειλόμενο ποσό συνέχισε να υφίσταται. Στις 11/4/2012 το ύψος των οφειλών της Εναγόμενης 1 ένεκα των Πωλήσεων 1ης και 2ης Κατηγορίας που είχαν ήδη καταστεί πληρωτέες και απαιτητές ανήρχετο στο ποσό των €2,217,649.05. Στο πλαίσιο της προσπάθειας μείωσης του οφειλόμενου ποσού και συνέχισης της συνεργασίας υπογράφηκε στις 11/4/2012 νέα Συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 8), όπου συμφωνήθηκαν διάφορα μέτρα για τη μείωση του οφειλόμενου ποσού. Παρά τα πιο πάνω η Εναγόμενη 1 και πάλι δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της ως προέκυπταν από την Άδεια Χρήσης και τη Συμφωνία 2012. Από τις 11/4/2012 και μετά η Εναγόμενη 1 προέβη σε συστηματική παραβίαση των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει μέσω της Συμφωνίας 2012. Η Ενάγουσα απέστειλε προς στην Εναγόμενη 1 στις 18/4/2013 και 13/5/2013 συστημένες επιστολές όπου της επισήμαναν την παραβίαση της Συμφωνίας 2012 επισυνάπτοντας καταστάσεις λογαριασμού με το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σε μια ύστατη προσπάθεια εξεύρεσης τρόπου μείωσης των υπολοίπων της Εναγόμενης 1 συνομολογήθηκε στις 18/10/2013 προφορική Συμφωνία η οποία ακολούθως κωδικοποιήθηκε σε πρακτικά ημερ. 29/10/2013 (Τεκμήριο 10). H Eνάγουσα συμμορφώθηκε πλήρως με τις πρόνοιες της Συμφωνίας 2013 ενώ η Εναγόμενη 1 την έχει παραβιάσει. Κατά το χρόνο έγερσης της παρούσας Αγωγής στις 15/12/2014 το ύψος των οφειλών της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα βάσει των πωλήσεων 1ης και 2ης Κατηγορίας που είχαν καταστεί πληρωτέες και απαιτητές ανερχόταν στο ποσό των €2.033.556,14 εκ των οποίων τα €1.119.773,36 προκύπτουν από τις πωλήσεις 1ης Κατηγορίας και τα €913.782,78 από τις πωλήσεις 2ης Κατηγορίας (Τεκμήριο 12). Η κατάσταση λογαριασμού ημερ. 10/2/2018 (Τεκμήριο 14) καταδεικνύει τα οφειλόμενα από την Εναγόμενη 1 ποσά. Πριν το 2003 η Ενάγουσα διατηρούσε με την Εναγόμενη 1 δύο ξεχωριστούς λογαριασμούς. Ο πρώτος λογαριασμός σχετιζόταν με τους λιανικούς πελάτες του πρατηρίου και ο δεύτερος με τους εμπορικούς πελάτες, όπου δηλ. η Εναγόμενη 1 ήταν μεταπωλητής καυσίμων. Το 2003 αποφασίστηκε όπως οι εν λόγω λογαριασμοί ενωθούν σε ένα με αποτέλεσμα να συμπτυχθούν σ΄ ένα ο οποίος έλαβε τον αριθμό 1000328. Στη συνέχεια δημιουργήθηκε ο λογαριασμός μαρ.1003443 με την ονομασία ST.MATOLIS & SON LTD (A/C MATHAIOS I). Σκοπός της δημιουργίας του λογαριασμού ήταν η καλύτερη παρακολούθηση των αγορών στις οποίες προέβαινε η ST.MATOLIS & SON LTD, για παραδόσεις στην Ματθαίος Ιωάννου Έτοιμο Μπετόν Λτδ, καθώς ο συγκεκριμένος πελάτης όφειλε, με βάση τα λεγόμενα της Εναγόμενης 1, μεγάλα χρηματικά ποσά από εμπορικές πωλήσεις στην Εναγόμενη 1. Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 εργάζεται στην Ενάγουσα τα τελευταία 23 χρόνια ως δρομολογητής. Ένεκα της εργασίας του γνωρίζει τη διαδικασία φόρτωσης προϊόντων που ακολουθείτο από την Εναγόμενη 1 κάθε φορά που λάμβανε ένα φορτίο από την Ενάγουσα. Η σχετική διαδικασία ήταν ως εξής: i. Η Εναγόμενη 1 παράγγελλε από τον Ενάγοντα προφορικά μέσω τηλεφώνου τα προϊόντα που επιθυμούσε και τις αντίστοιχες ποσότητες. ii. Η παραγγελία σημειώνετο από τον Μ.Ε.1 στο Βιβλίο Παραγγελιών. iii. Ακολούθως η Εναγόμενη 1 προσερχόταν στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας στη Λάρνακα όπου βρίσκονται αποθηκευμένα τα προϊόντα για παραλαβή της παραγγελίας της. iv. Γινόταν φόρτωση των προϊόντων που είχε παραγγείλει στο βυτιοφόρο της Εναγόμενης 1. v. Ο Μ.Ε.2 εξέδιδε τιμολόγιο/έντυπο παράδοσης την ίδια ώρα το οποίο υπεγράφετο από τον οδηγό του βυτιοφόρου XXXXX Πόππο και στο οποίο φαινόταν η ποσότητα της παράδοσης. vi. Στο τέλος της ημέρας ο Μ.Ε.2 παρέδιδε το εν λόγω τιμολόγιο μαζί με όλα τα υπόλοιπα σε άλλο υπάλληλο της Ενάγουσας ο οποίος ήταν υπεύθυνος για αρχειοθέτηση τους στα αρχεία της Ενάγουσας. Τα τιμολόγια κατέληγαν τελικά για αποθήκευση είτε στην Ενάγουσα εταιρεία Fileminders, με την οποία η Ενάγουσα συνεργάζετο για φύλαξη εγγράφων, είτε στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης που διαθέτει η Ενάγουσα. Μ.Ε.3 Η Μ.Ε.3 εργάζεται στην Ενάγουσα ως Διευθύντρια Πιστωτικού Ελέγχου και Λογιστηρίου. Τα τιμολόγια των οποίων η πληρωμή εκκρεμεί Τεκμήρια 19 και 20 κατατέθηκαν στο Δικαστήριο υπό μορφή επανεκτύπωσης καθώς τα πρωτότυπα τα οποία φέρουν την υπογραφή της Εναγόμενης 1 βρίσκονται στην κατοχή της. Τα Τεκμήρια 19 και 20 αποτελούν επανεκτύπωση από το ηλεκτρονικό σύστημα της Ενάγουσας, η οποία έγινε από υφιστάμενο λειτουργό της Μ.Ε.3 της Ενάγουσας κατόπιν εντολής και υπό την επίβλεψη της Μ.Ε.3. Η Μ.Ε.3 έλεγξε και επιβεβαίωσε την ορθότητα των τιμολογίων και του υπολοίπου του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα. Η Εναγόμενη 1 προς μερική εκπλήρωση των όρων της Συμφωνίας του 2013 (Τεκμήριο 10) κατά την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2013 μέχρι τον Ιανουάριο του 2016 εξέδιδαν τιμολόγια προς την εταιρεία RAMOIL CYPRUS LTD (Τεκμήριο 23) για το συμφωνημένο ποσό του «sub-licence fee» ως προνοούσε η Συμφωνία του 2013. Από τον Ιανουάριο του 2016 η Εναγόμενη 1 σταμάτησε να εκδίδει τα σχετικά τιμολόγια αλλά η RAMOIL CYPRUS LTD συνέχισε να καταβάλλει το ετήσιο μίσθωμα των €30.000 πλέον ΦΠΑ προς την Ενάγουσα η οποία με τη σειρά της αφορά το εν λόγω ποσό από το οφειλόμενο ποσό της Εναγόμενης 1. Κοινώς Αποδεκτά Γεγονότα Με βάση τα δικόγραφα αλλά και την προσαχθείσα μαρτυρία τα πιο κάτω γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί: ❶ Η Ενάγουσα είναι ενοικιαστές του τεμαχίου επί της Λεωφ. XXXXX 29 στη Λάρνακα, Τεμ.5X4, Φ/Σχ. XL/6.I.II.III.IV Block «F» Σκάλα (εφεξής «το Τεμάχιο») με βάση σύμβαση μίσθωσης με το Υπουργείο Εσωτερικών ημερ. 12/2/2003 (Τεκμήριο 1). ❷ Η Εταιρεία Β.P. Cyprus Ltd που αναφέρεται ως ο «μισθωτής» στο Τεκμήριο 1 μετονομάστηκε σε Hellenic Petroleum Cyprus ενώ προηγουμένως είχε την ονομασία Shell Company of Cyprus Limited. Η ισχύουσα σήμερα σύμβαση μίσθωσης μεταξύ των Εναγόντων και του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 12/2/2003 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1. Υπήρχε και προγενέστερη Συμφωνία μίσθωσης για το εν λόγω Τεμάχιο η οποία αντικαταστάθηκε από την πιο πάνω Συμφωνία (Τεκμήριο 2). ❸ Στο επίδικο Τεμάχιο η Ενάγουσα εγκατέστησε κτιριακές εγκαταστάσεις/υποστατικά, δεξαμενές, εξοπλισμό, μηχανήματα, εξαρτήματα και προσαρτήματα ώστε να μπορεί να λειτουργεί επί του Τεμαχίου πρατήριο εμπορίας πετρελαιοειδών και άλλων προϊόντων και να προσφέρονται υπηρεσίες αναφορικά με λίπανση, καθαρισμό και κάθε άλλη εξυπηρέτηση μηχανοκίνητων οχημάτων. ❹ Την 1/10/1992 η Ενάγουσα συνήψε με την Εναγόμενη 1 Συμφωνία Παραχώρησης Άδειας Χρήσης (εφεξής «Άδεια Χρήσης»), Τεκμήριο 4, δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 άδεια χρήσης του Τεμαχίου και των κτιριακών εγκαταστάσεων και/ή υποστατικών, δεξαμενών, εξοπλισμού, μηχανημάτων, εξαρτημάτων, προσαρτημάτων που βρίσκονταν σε αυτό με σκοπό τη λειτουργία τους ως πρατήριο εμπορίας πετρελαιοειδών και παροχή υπηρεσιών αναφορικά με τη λίπανση, καθαρισμό και κάθε άλλη εξυπηρέτηση μηχανοκίνητων οχημάτων. ❺ Στο παρελθόν η Ενάγουσα πωλούσε στην Εναγόμενη 1 καύσιμα και άλλα προϊόντα τόσο για σκοπούς λειτουργίας του επί του τεμαχίου πρατηρίου (εφεξής «οι πωλήσεις 1ης Κατηγορίας») όσο και για σκοπούς χονδρικής μεταπώλησης από την Εναγόμενη 1 (εφεξής «οι πωλήσεις 2ης Κατηγορίας»). Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[1] Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα, επιθυμώ να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά[2], αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[3]. Αξιολόγηση Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 έχει κάμει εξαιρετική εντύπωση για την καθαρότητα του λόγου του, τη φυσικότητα που τον διέκρινε και την αμεσότητα που υπήρχε στις απαντήσεις που έδιδε σε κάθε ερώτηση που του υποβάλλετο. Ήταν απόλυτα επεξηγηματικός και πλήρως διαφωτιστικός σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της Ενάγουσας, τη δημιουργία της οφειλής της Εναγόμενης 1 προς αυτήν, καθώς επίσης και για τις κατά καιρούς προσπάθειες εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης. Καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ήτο σταθερός στις απαντήσεις του, απαντούσε με αμεσότητα, σαφήνεια και επί του προκειμένου δείχνοντας ξεκάθαρα ότι ήταν γνώστης της περίπτωσης της Εναγόμενης 1 και των συναλλαγών που είχαν γίνει στο πλαίσιο των προσπαθειών που καταβάλλονταν για αντιμετώπιση των οφειλών της προς την Ενάγουσα. Περιέγραψε δε με άνεση το τι ακριβώς είχε γίνει μεταξύ των διαδίκων ούτως ώστε να ομαλοποιηθεί ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα παραπέμποντας σε αριθμό Συμφωνιών οι οποίες συνομολογήθηκαν για το σκοπό αυτό επεξηγώντας παράλληλα το τι αυτές διελάμβαναν και πως έτυχαν εφαρμογής. Υπήρξε συνεπής στη μαρτυρία του καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώπιον του Δικαστηρίου και σε κανένα σημείο δεν έχει κλονιστεί η μαρτυρία του, ούτε διαφοροποιηθεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Αντίθετα ο μάρτυρας κάλυψε με ευθύτητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια κάθε σημείο και κάθε πτυχή που του τέθηκε. Απάντησε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε αυτό το στάδιο χωρίς να έχει οποιαδήποτε δυσκολία και χωρίς οποιαδήποτε αμφιταλάντευση. Ήταν απόλυτα ακριβής και συγκεκριμένος στις τοποθετήσεις του και, όπου χρειαζόταν, έδιδε κάθε λεπτομέρεια ή σχετική διευκρίνιση. Χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία ήταν σε θέση να υποδείξει, κατόπιν σχετικού αιτήματος του συνηγόρου της Εναγόμενης, την προέλευση των εγγράφων που είχε καταθέσει στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια καθορίζοντας και εξειδικεύοντας ποια από αυτά είχαν ληφθεί από τον προκάτοχο του, ποια από το αρχείο της εταιρείας, ποια από το ηλεκτρονικό σύστημα της εταιρείας κ.ο.κ. Εκεί δε που είχε άμεση εμπλοκή, ήτοι στην κατάρτιση της Συμφωνίας του 2012, με ξεκάθαρο τρόπο το διευκρίνισε. Απόλυτα κατατοπιστικός υπήρξε και σε σχέση με το ερώτημα που του υποβλήθηκε για τον Α. Ματόλη και τη βάση επί της οποίας η Ενάγουσα είχε αποδεχτεί αυτός να υπογράφει τις Συμφωνίες εκ μέρους της Εναγόμενης 1 παραπέμποντας τόσο στο Τεκμήριο 18, όσο και στη νομική συμβουλή που, όπως ανέφερε, είχε τύχει σχετικά με το εν λόγω θέμα. Αναφορικά με τις υποβολές της Υπεράσπισης ότι η Συμφωνία Εκχώρησης αποτελούσε προϊόν εκβιασμού, ο Μ.Ε.1 ήταν κατηγορηματικός ότι κάτι τέτοιο ποτέ δεν έγινε, παραπέμποντας στις πολλές συζητήσεις που είχαν γίνει μεταξύ των εμπλεκομένων μερών για διευθέτηση της μεγάλης οφειλής, αλλά και στις ίδιες τις Συμφωνίες. Με ειλικρίνεια απάντησε στην ερώτηση κατά πόσο είχε προβεί σε υπολογισμό των ποσών που αναγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμών που είχε καταθέσει λέγοντας ότι δεν είχε προβεί σε τέτοια εργασία. Παράλληλα, ωστόσο, και με απόλυτα κατηγορηματικό τρόπο παρέπεμψε στο Τεκμήριο 8 υποδεικνύοντας σε αυτό την αναγνώριση από την Εναγόμενη 1 του χρέους της. Με τον ίδιο ξεκάθαρο και κατηγορηματικό τρόπο απάντησε σε ερώτηση αν ο Στάθης Ματόλης είχε παραδεχτεί ποτέ ότι η Εναγόμενη 1 χρωστούσε τα μεγάλα ποσά, λέγοντας ότι όχι μόνο υπήρξε παραδοχή αλλά και ότι ταυτόχρονα ο ίδιος και η εταιρεία μαζί με μέλη της οικογενείας του προσπαθούσαν να βρουν, όλοι μαζί με την Ενάγουσα, λύσεις στο πρόβλημα των οφειλών. 'Έχοντας εξετάσει με προσοχή τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 χωρίς κανένα ενδοιασμό τη θεωρώ ως απόλυτα αξιόπιστη και, επομένως, την αποδέχομαι. Αξιολόγηση Μ.Ε.2 Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 διαπίστωσα ότι με σαφή και θετικό τρόπο περιέγραψε τη διαδικασία φόρτωσης προϊόντων που ακολουθείτο από την Εναγόμενη 1 κάθε φορά που παραλάμβαναν ένα φορτίο από την Ενάγουσα. Με άνεση και ευθύτητα απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση αναφορικά τόσο με τον τρόπο εκτύπωσης των τιμολογίων όσο και τον τρόπο υποβολής των παραγγελιών. Απόλυτα κατατοπιστικός υπήρξε και σε σχέση με το ερώτημα αναφορικά με το πρόσωπο που υπέγραψε τα τιμολόγια και τις υπογραφές εξηγώντας ότι η υπογραφή επί του τιμολογίου γινόταν ενώπιον άλλου προσώπου και όχι ενώπιον του αφού αυτός το εξέδιδε και ότι, σε περίπτωση που η υπογραφή δεν ήταν ευδιάκριτη, το τιμολόγιο επιστρεφόταν στον παραλήπτη για υπογραφή. Το ίδιο σαφής και κατατοπιστικός ήταν και σε σχέση με ερωτήματα που του υπεβλήθησαν αναφορικά με την εύρεση των πρωτότυπων τιμολογίων στους Fileminders και στις εγκαταστάσεις της εταιρείας κατονομάζοντας παράλληλα το άτομο που εντόπισε τα τιμολόγια και ο οποίος είναι υπεύθυνος αρχείου. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης, είναι η κατάληξη μου ότι ο Μ.Ε.2 ήταν ένας απόλυτα ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας, ο οποίος ήρθε να πει στο Δικαστήριο με απλότητα τα γεγονότα που, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων του, ενέπιπταν στη γνώση του και, επομένως, η μαρτυρία του γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή. Αξιολόγηση Μ.Ε.3 Η Μ.Ε.3 άφησε πολύ καλές εντυπώσεις στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αληθείας. Με άνεση, θετικότητα και σαφήνεια κατέθεσε σχετικά με ζητήματα που ενέπιπταν στη γνώση της ως Διευθύντρια Πιστωτικού Ελέγχου και Λογιστηρίου. Ήταν πλήρως κατατοπιστική αναφορικά με τα τιμολόγια που είχαν κατατεθεί ως Τεκμήρια 19 και 20 επεξηγώντας εν προκειμένω ότι αυτά αποτελούσαν επανεκτύπωση από το ηλεκτρονικό σύστημα της Ενάγουσας Εταιρείας η οποία έγινε από υφιστάμενη υπάλληλο που εργάζεται ως λειτουργός στην Εταιρεία κατόπιν εντολής και υπό την επίβλεψη της και ότι η ίδια είχε ελέγξει και επιβεβαιώσει την ορθότητα τους και το υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα. Το ίδιο κατατοπιστική υπήρξε και στο στάδιο της αντεξέτασης όπου κλήθηκε να απαντήσει επί διαφόρων ερωτημάτων σχετικά με τη μαρτυρία που προσέφερε στη διάρκεια της κυρίως εξέτασης της. Εντός αυτού του πλαισίου εξήγησε περαιτέρω ότι το πρωτότυπο κάθε τιμολογίου που εκδίδετο το λάμβανε πάντα ο πελάτης ενώ τα αντίγραφα φυλάσσονταν στο αρχείο της εταιρείας. Διαφωτιστική υπήρξε και σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείτο στο λογιστικό σύστημα της Εταιρείας στο οποίο αμέσως μετά την εκφόρτωση των προϊόντων και την έκδοση των τιμολογίων αυτά καταγράφονταν άμεσα στη μερίδα του πελάτη χωρίς τη δυνατότητα οποιασδήποτε παρεμβολής. Επισημαίνεται, ακόμη, ότι στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της η Μ.Ε.3 αναφέρθηκε με σαφήνεια και απόλυτα κατατοπιστικό τρόπο και σε ενέργειες που έγιναν από πλευράς της Εναγόμενης 1 στο πλαίσιο εκπλήρωσης των όρων της Συμφωνίας του 2013 καταθέτοντας για το σκοπό αυτό αριθμό τιμολογίων τα οποία η Εναγόμενη 1 εξέδωσε στην εταιρεία Ramoil Cyprus Ltd αναφορικά με το συμφωνημένο ποσό της «υπό - άδειας χρήσης». Πρόκειται για τη δέσμη Τιμολογίων η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 23 και αφορά την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2013 μέχρι τον Ιανουάριο του 2016. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι πέραν του ότι τα όσα η Μ.Ε 3 κατέθεσε για το εν λόγω ζήτημα υποστηρίζονται πλήρως από τα σχετικά Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου, ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε για τα πιο πάνω από πλευράς Υπεράσπισης εφόσον αυτά ουδόλως αποτέλεσαν ζήτημα προς εξέταση κατά το στάδιο της αντεξέτασης του συνηγόρου Υπεράσπισης. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης της δόθηκε, ακόμη, η ευκαιρία να επεξηγήσει περαιτέρω το τι είχε ελέγξει και επιβεβαιώσει αναφορικά με τα τιμολόγια (Τεκμήρια 19 και 20) πριν τα παραδώσει στον Μ.Ε.1, κάτι το οποίο έπραξε με απόλυτα διαφωτιστικό τρόπο, διευκρινίζοντας ότι είχε ελέγξει την αρίθμηση τους καθώς το σύστημα κατά το στάδιο της έκδοσης δίδει μοναδικό αριθμό στο κάθε τιμολόγιο. Επισημαίνω ότι σε κανένα σημείο δεν έχει κλονιστεί η μαρτυρία της Μ.Ε.3 ένεκα της αντεξέτασης, ούτε διαφοροποιήθηκε. Το αντίθετο. Η μάρτυρας με άνεση αλλά και επάρκεια κάλυψε κάθε πτυχή που της τέθηκε δίδοντας την αναγκαία κατά περίπτωση επεξήγηση και τεκμηρίωση. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η Μ.Ε.3 κρίνεται απόλυτα ειλικρινής και αξιόπιστη μάρτυρας, της οποίας τη μαρτυρία αποδέχομαι εξ ολοκλήρου. ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Όπως προέκυψε η παρούσα Αγωγή αφορά σε διεκδίκηση ποσών τα οποία προκύπτουν από αγοραπωλησία προϊόντων καυσίμων για τα οποία εκδίδονταν τιμολόγια και τα οποία, με βάση τη θέση της Ενάγουσας, παρέμειναν οφειλόμενα καθώς και σε Συμφωνίες που συνομολογούνταν μεταξύ των διαδίκων με σκοπό την αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών. Τα επίδικα θέματα στην παρούσα Αγωγή είναι, πιστεύω, τα ακόλουθα:- i. η νομιμότητα των εκχωρητηρίων εγγράφων και της Συμφωνίας Εκχώρησης του 2011 (Τεκμήριο 6), ii. η νομιμότητα της Συμφωνίας του 2012 (Τεκμήριο 8) και iii. η νομιμότητα της Συμφωνίας του 2013 (Τεκμήριο 10). iv. Η ύπαρξη ή μη οποιουδήποτε οφειλόμενου υπολοίπου και, σε περίπτωση ύπαρξης τέτοιου, το ύψος του. Βάρος Απόδειξης Όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο ενάγων θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης. Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι πιο πιθανή (ή αντίθετη) από εκείνη του αντιδίκου του αλλά το κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή εκείνης του αντιδίκου του[4]. Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους, είναι το εάν τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο[5]. Η Νομιμότητα της Συμφωνίας Εκχώρησης Ήδη αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, την οποία έχω αποδεχτεί, προέκυψε ότι κανένας εκβιασμός και κανένας καταναγκασμός δεν προηγήθηκε της σύναψης της Συμφωνίας Εκχώρησης του 2011 (Τεκμήριο 6). Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι η πλευρά της Εναγόμενης 1 βασικά περιορίστηκε σε υποβολή κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι η Συμφωνία Εκχώρησης αποτελούσε προϊόν εκβιασμού. Ο Μ.Ε.1, αν και δεν ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στην κατάρτιση της εν λόγω Συμφωνίας, διεφάνη, από το σύνολο των όσων κατέθεσε, ότι είχε γνώση και ενεργή ανάμιξη γενικά στις όλες προσπάθειες που καταβάλλονταν για εξεύρεση μιας λύσης σε ό,τι αφορά τις οφειλές της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα. Το ότι ο ίδιος είχε κατά περιόδους και εξελικτικά διάφορες επαφές και συνομιλίες με εκπροσώπους της Εναγόμενης 1 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ενδεικτική δε ήταν η αναφορά του σε συναντήσεις τόσο με τον XXXXX Ματόλη όσο και με τον XXXXX Ματόλη καθώς και άτομα της οικογένειας τους που είχαν σχέση με την Εναγόμενη 1, υπογραμμίζοντας ιδιαίτερα την προσπάθεια του πατέρα XXXXX Ματόλη να βρει μια λύση στο πρόβλημα. Ήταν δε χαρακτηριστική η αναφορά του Μ.Ε.1 ότι ο XXXXX Ματόλης κρατούσε σε αρκετές περιπτώσεις μια απολογητική στάση στην προσπάθεια του αφενός να δικαιολογήσει τη στάση του γιου του, ο οποίος δημιουργούσε πολλά προβλήματα στην όλη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, και αφετέρου για να επιτευχθεί μια λύση στο πρόβλημα. Επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε αναφορικά με όλα τα πιο πάνω, ήτοι την περιγραφή των πιο πάνω γεγονότων όπως αυτή προβλήθηκε από τον Μ.Ε.1. Επιπλέον η Εναγόμενη 1 η οποία, με βάση τη νομολογία, είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού περί εξαναγκασμού[6], ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε προς απόδειξη των όποιων ισχυρισμών της επί του ως άνω ζητήματος. Όπως ήδη αναφέρθηκε περιορίστηκε στην υποβολή ότι η Συμφωνία του 2011 ήταν προϊόν εξαναγκασμού. Είναι γνωστό και νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ό,τι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξέταση τους, αν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του εφόσον αυτές δεν αποτελούν μαρτυρία[7]. Ισχυρισμοί περί κατάρτισης των Συμφωνιών καθ΄υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού και/ή Καταστατικού της Εναγόμενης 1 Παρά το ότι στις παραγράφους 13 και 16 της Υπεράσπισης δικογραφούνται ισχυρισμοί περί κατάρτισης των Συμφωνιών του 2012 και 2013 καθ΄υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού και/ή Καταστατικού της Εναγόμενης 1, κατά την ακροαματική διαδικασία και στο πλαίσιο της αντεξέτασης οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν προωθήθηκαν από την Υπεράσπιση. Ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης η οποία να προωθεί τους ισχυρισμούς αυτούς. Κατά συνέπεια δεν αποτέλεσαν επίδικο θέμα. Ισχυρισμοί περί έλλειψης εξουσιοδότησης Επίδικο θέμα, ωστόσο, αποτέλεσε το κατά πόσο ο XXXXX Ματόλης είχε εξουσιοδότηση να υπογράψει τις επίδικες Συμφωνίες εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με το πιο πάνω θέμα ο Μ.Ε.1, παραπέμποντας σε πρακτικά της Εναγόμενης 1 εταιρείας ημερ.3/1/2011 Τεκμήριο 18, εντίμως, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, εξέφρασε τη θέση του ότι στη βάση του εν λόγω εγγράφου και νομικής συμβουλής της οποίας είχε τύχει, ο Ανδρέας Ματόλης είχε διοριστεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος. Δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση και, κατά συνέπεια, γίνεται αποδεκτή η αναφορά του Μ.Ε. 1 ότι το πιο πάνω έγγραφο προσκομίστηκε στην Ενάγουσα από την Εναγόμενη 1 υπό μορφή αντιγράφου[8]. Και ότι μάλιστα εδόθη στον κ. Λειβαδιώτη εκ μέρους της Ενάγουσας από τον XXXXX Ματόλη εκ μέρους της Εναγόμενης 1[9]. Εξέταση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 18 αναδεικνύει ότι μέσω αυτού το Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 σε σχετική του συνεδρία ημερ.3/1/2011 η οποία έλαβε χώρα στο εγγεγραμμένο γραφείο της, αποφάσισε όπως εξουσιοδοτήσει τον XXXXX Ματόλη όπως ενεργεί για λογαριασμό της εταιρείας και εκτελεί, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: 9. Να διαχειρίζεται όλη την ακίνητη και/ή κινητή περιουσία της εταιρείας όπως ο ίδιος κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της εταιρείας..... 12. Να δέχεται αποφάσεις και/ή συμβιβασμούς και να εκτελεί ταύτας. 21. Να ενεργεί οποιεσδήποτε άλλες πράξεις έστω και μη αναφερόμενες ρητά στην παρούσα Απόφαση και οι οποίες είναι αναγκαίες προς αποπεράτωση όλων των ανωτέρω πράξεων και/ή να υπογράφει κάθε αναγκαία έγγραφα και/ή δήλωση που απαιτείται για την υλοποίηση των πιο πάνω πράξεων, έστω και εάν δεν αναφέρονται ρητά επί τούτου. Η συνομολόγηση και υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών σαφέστατα, κατά τη κρίση μου, εμπίπτει στο πλαίσιο των ενεργειών που η Εναγόμενη 1 εξουσιοδότησε τον XXXXX Ματόλη να πράττει δια λογαριασμό και/ή εκ μέρους της με βάση το πιο πάνω γενικότατο και ευρύ πληρεξούσιο που του παραχωρήθηκε. Η θέση δε του κ. Μαθηκολώνη ότι με βάση τις εξουσίες που αναγράφονται στο Τεκμήριο 18 ο XXXXX Ματόλης δεν εξουσιοδοτείται να υπογράψει το Εκχωρητήριο έγγραφο πέραν του ότι δεν αποτέλεσε δικογραφημένο ισχυρισμό δεν είναι ορθή λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου με ιδιαίτερη αναφορά στον όρο 9 - πιο πάνω - που αναφέρεται στην εξουσία του πληρεξούσιου αντιπροσώπου «να διαχειρίζεται όλη την ακίνητη και/ή κινητή περιουσία της εταιρείας όπως ο ίδιος κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της εταιρείας». Υπενθυμίζεται ότι στην Υπεράσπιση στην παράγραφο 8 ο μόνος ισχυρισμός που προβάλλεται σε σχέση με το Εκχωρητήριο έγγραφο είναι αυτό είναι άκυρο λόγω κατάρτισης του ως αποτέλεσμα εξαναγκασμού και όχι ένεκα έλλειψης εξουσιοδότησης[10]. Κατά το στάδιο των Τελικών Αγορεύσεων ο κ. Μαθηκολώνης υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 18 είναι άκυρο για το λόγο ότι από τον όρο 22 αυτού προκύπτει ότι ουδεμία εξουσιοδότηση αποδεικνύεται ότι δόθηκε καθ΄οιονδήποτε τρόπο προς τον Ανδρέα Ματόλη να ενεργεί για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Ο όρος 22 στο Τεκμήριο 18 έχει ως εξής: «Νοείται ότι το πιο πάνω αναφερόμενο πρόσωπο XXXXX Τουμπουρή (αρ. ταυτ.XXXXX1371), εκ Λευκωσίας δύνανται να ενεργούν δια λογαριασμό της εταιρείας δυνάμει του παρόντος πληρεξουσίου το κάθε ένα ξεχωριστά και δεν υπάρχει η ανάγκη να ενεργούν από κοινού για να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη η οποία δεσμεύει την εταιρεία δυνάμει του παρόντος». Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι ουδεμία αναφορά έγινε στο θέμα αυτό κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 παρά μόνο ο συνήγορος της Εναγόμενης 1 περιορίστηκε να υποβάλει ότι με βάση το Τεκμήριο 18 ο XXXXX Ματόλης δεν εδικαιούτο να υπογράψει τις Συμφωνίες[11]. Επιπλέον και, σε συμφωνία με τα όσα σχετικά υποστήριξε ο κ. Μίτλεττον στη δική του Αγόρευση, λέω ότι η αναφορά σε κάποια «XXXXX Τουμπουρή» στον όρο 22 του Τεκμηρίου 18 αποτελεί ξεκάθαρα ένα τυπογραφικό λάθος εφόσον στην πρώτη σελίδα του εν λόγω Τεκμηρίου γίνεται ρητή αναφορά στον XXXXX Ματόλη με αρ. ταυτότητας XXXXX1397 εκ Λάρνακας ως το πρόσωπο που εξουσιοδοτείται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1 εταιρείας να ενεργεί εκ μέρους της και να εκτελεί τις πράξεις που αναφέρονται στο εν λόγω Τεκμήριο υπό στοιχεία 1-21. Όσον αφορά τη θέση της Υπεράσπισης ότι δεν υπάρχει σε όλες τις σελίδες του Τεκμηρίου 18 η μονογραφή «των φερόμενων ως διευθυντών και του γραμματέα της εταιρείας» δεν θεωρώ ότι αυτό επηρεάζει καθ΄οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα και ισχύ του εγγράφου. Ακόμη και να υπήρχε οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18 και το εύρος εφαρμογής του είναι ορθή, κατά την άποψη μου, η εισήγηση του κ. Μίτλεττον ότι στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής το δόγμα της φαινόμενης (προφανούς) πληρεξουσιότητας (apparent/ostensible authority)[12]. Και τούτο στη βάση των παραστάσεων που η ίδια η Εναγόμενη 1 είχε προβεί προς την Ενάγουσα όπως προέκυψε από την αξιόπιστη και μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία του Μ.Ε.1 αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες είχε προσκομισθεί το Τεκμήριο 18. Οι αρχές ως προς τη φαινόμενη πληρεξουσιότητα δεν προϋποθέτουν ρητή παράσταση απαραιτήτως. Αρκεί συμπεριφορά διά της οποίας κάποιος παριστά ή επιτρέπει να παρίσταται πως άλλος είναι αντιπρόσωπός του. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Paneuropean Insurance Co. Ltd ν.Νίκου Χειμάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 713, με παραπομπή στην υπόθεση Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν. Κατερίνας Δημήτρη
(1999)1 Α.Α.Δ. 551: «Οι συνέπειες από τη φαινομένη πληρεξουσιότητα βρίσκουν έρεισμα κατά τα επικρατούντα, στις αρχές του κωλύματος (estoppel) που αποτελούν μέρος του δικαίου μας κατά το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60· αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε βέβαια προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ότι αποκλείονται από τις διατάξεις του Κεφ.
- .. Βρίσκεται στον πυρήνα της δέσμευσης η εμφάνιση των πραγμάτων όπως αυτή μπορεί να συνδεθεί προς παράσταση, ρητή ή με τη συμπεριφορά. Κωλύεται εκείνος που παριστά ή που επιτρέπει με αυτό τον τρόπο να παρίσταται άλλος ως αντιπρόσωπός του, να αρνηθεί δέσμευση όταν ο τρίτος, στηριγμένος σ' αυτή την παράσταση, ενεργεί προς βλάβη του ή, ακόμα ευρύτερα, διαφοροποιεί τη θέση του.» Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη και μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία του Μ.Ε.1 καθόλο το διάστημα που εκτυλίσσονταν τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση γεγονότα, γίνονταν επαφές και συνάπτονταν συμφωνίες, η εντύπωση που είχε δοθεί στην πλευρά της Ενάγουσας ήταν ότι ο XXXXX Ματόλης ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης
- Το πιο κάτω απόσπασμα από την αντεξέταση του Μ.Ε.1 είναι ενδεικτικό: Ε. Ο κύριος XXXXX Ματώλης εκπροσωπούσε την εταιρεία από πότε; Α. Ο XXXXX Ματώλης εμφανίστηκε ενεργά στο προσκήνιο γύρω στο 2009 με 2010 περίπου, όταν είχαν παρουσιαστεί προβλήματα υγείας στον πατέρα του, τον μακαριστό τον XXXXX Ματώλη. Άρχισε να έχει πιο ενεργή εμπλοκή στην όλη συνεργασία τα πρώτα χρόνια. Μετά το 2009 συνυπήρχε, αν μπορώ να πω, μαζί με τον πατέρα του. Στην πάροδο του χρόνου λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας του πατέρα του, εμφανιζόταν ως επί το πλείστον εκείνος. Κώλυμα στην αμφισβήτηση της εγκυρότητας των επίδικων Συμφωνιών Πέραν των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω αναφορικά με το ζήτημα της εγκυρότητας των επίδικων Συμφωνιών δεν είναι, κατά την κρίση μου, άνευ σημασίας, ένα άλλο γεγονός το οποίο προέκυψε από την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Πρόκειται για το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 στο πλαίσιο της Συμφωνίας του 2013 εξέδωσε κατά την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2013 μέχρι τον Ιανουάριο του 2016 τιμολόγια προς την εταιρεία Ramoil Cyprus Ltd για το συμφωνημένο ποσό της υπό άδειας χρήσης, δηλαδή αναφορικά με το "sub-licence fee" ως προνοούσε η Συμφωνία του
- Τα εν λόγω Τιμολόγια κατατέθηκαν από την Μ.Ε.3 ως Τεκμήριο
- Ήδη, στη βάση της αξιολόγησης που προηγήθηκε ανωτέρω, η εν λόγω μαρτυρία έγινε πλήρως αποδεκτή. Το παράδοξο που προέκυψε εν προκειμένω είναι ότι ενώ από την μια η Εναγόμενη 1 αμφισβήτησε την εγκυρότητα των επίδικων Συμφωνιών όπως αναλύθηκε ανωτέρω, από την άλλη έλαβε κάποια μέτρα στηριζόμενη σε αυτές και στους όρους που συμφωνήθηκαν. Η έκδοση από την Εναγόμενη 1 αριθμού τιμολογίων για την πιο πάνω περίοδο αναφορικά με το ποσό του "sub-licence fee" όπως αναφέρθηκε ανωτέρω αποτελεί τέτοιου είδους ενέργεια. Σε συμφωνία με τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας υποστήριξε λέω ότι έχει εν προκειμένω εφαρμογή ο κανόνας του Κωλύματος (Estoppel) ο οποίος εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης πραγμάτων που έχει προηγουμένως προβάλει[13]. Στην υπό εξέταση περίπτωση το ερώτημα που εγείρεται είναι πως θα ήταν δυνατόν από την μια η Εναγόμενη 1 να ισχυρίζεται ότι δεν δεσμεύεται από τις πράξεις του XXXXX Ματόλη και από την άλλη η ίδια η εταιρεία να έχει συμμορφωθεί και να έχει εκπληρώσει ένα εκ των όρων των επίδικων Συμφωνιών μέσω της έκδοσης αριθμού τιμολογίων προς την εταιρεία Ramoil Cyprus Ltd; Κατά τον ίδιο τρόπο πως είναι δυνατόν να προβάλλεται από την μια ότι ο XXXXX Ματόλη δεν δέσμευε την Εναγόμενη 1 με τις πράξεις του και από την άλλη να έχει στο πλαίσιο των διαλαμβανομένων στη Συμφωνία του 2013 όρων υπό στοιχεία (a)-(e) [Tεκμήριο 10] η Ramoil Cyprus Ltd να έχει εισέλθει από την 1/11/2013 στο επίδικο Τεμάχιο υπό την ιδιότητα του υπο-αδειούχου (Sub-Licencee) και να λειτουργεί το επί του Τεμαχίου ευρισκόμενο πρατήριο έχοντας διορίσει την XXXXX Ματόλη ως την αρμόδιο εργολάβο για τη λειτουργία του πρατηρίου; Σε σχέση με τον Κανόνα του Estoppel απόλυτα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα «Απόδειξη» του Τάκη Ηλιάδη
(1994)σελίδα 101: «Όταν ένας διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως μια δέσμευση δεν μπορεί αργότερα να ισχυρισθεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο έγγραφο δεν είναι σωστά. Ο λόγος του αποκλεισμού μιας τέτοιας μαρτυρίας βασίζεται το ότι ο Νόμος δεν θα επιτρέψει σε ένα διάδικο να παρεκκλίνει αδικαιολόγητα από την παράθεση γεγονότων τα οποία είχαν οδηγήσει ένα άλλο διάδικο να δεχθεί ή να υιοθετήσει, όταν τα γεγονότα αυτά έχουν καταγραφεί και είναι στενά συνδεδεμένα με τις νομικές θέσεις των διαδίκων». Ευρήματα Κατ΄ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης και των όσων αναφέρθηκαν σε σχέση με τις επίδικες Συμφωνίες καθώς και των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν διατυπώνονται τα ακόλουθα ευρήματα: ▬ Η όλη συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 πηγάζει από τη Συμφωνία/Άδειας Χρήσης που συνομολογήθηκε μεταξύ τους (Τεκμήριο 4). ▬ Σύμφωνα με τους ρητούς όρους της Άδειας Χρήσης, η Εναγόμενη 1 θα είχε την άδεια χρήσης του χώρου του Πρατηρίου από την Ενάγουσα και θα χρησιμοποιούσε τον εξοπλισμό ιδιοκτησίας της Ενάγουσας[14]. ▬ Επίσης, ήταν ρητός όρος της Άδειας Χρήσης ότι οι Εναγόμενοι θα πωλούσαν προϊόντα των Εναγόντων (όροι 4[15] - 5[16] και 11 (b)[17] της Άδειας Χρήσης) και ότι αγορά και πώληση προϊόντων από αλλού αποτελούσε λόγο τερματισμού της Άδειας Χρήσης (όρος 9[18] της Άδειας Χρήσης). ▬ Σε συνέχεια της πιο πάνω Συμφωνίας Άδειας Χρήσης, η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 άρχισαν να συνεργάζονται επί σειρά ετών με την αγοραπωλησία προϊόντων της Ενάγουσας τα οποία πωλούνταν στη συνέχεια από την Εναγόμενη 1 σε τρίτα πρόσωπα. ▬ Πριν το 2003 η Ενάγουσα διατηρούσε με την Εναγόμενη 1 δύο ξεχωριστούς λογαριασμούς με διαφορετικούς αριθμούς. Ο πρώτος λογαριασμός σχετιζόταν με τους λιανικούς πελάτες του Πρατηρίου και ο δεύτερος λογαριασμός με τους εμπορικούς πελάτες του Πρατηρίου, όπου δηλαδή η Εναγόμενη ήταν μεταπωλητής καυσίμων. Κατά το 2003, μετά την εξαγορά και μετονομασία της Ενάγουσας από ΒP Cyprus Ltd σε Hellenic Petroleum Cyprus Ltd οι εν λόγω λογαριασμοί ενώθηκαν σε ένα, ο οποίος έλαβε τον αριθμό
- Στον εν λόγω λογαριασμό συμπεριλαμβάνονταν πλέον τόσο οι λιανικές όσο και οι εμπορικές πωλήσεις του Πρατηρίου της Εναγόμενης
- Στη συνέχεια δημιουργήθηκε δεύτερος λογαριασμός με αριθμό 1003443 με την ονομασία ST.MATOLIS & SON LTD (A/C MATHAIOS I). Σκοπός της δημιουργίας αυτού του λογαριασμού ήταν η καλύτερη παρακολούθηση των αγορών στις οποίες προέβαινε η ST.MATOLIS & SON LTD για παραδόσεις στην εταιρεία Ματθαίος Ιωάννου Έτοιμο Μπετόν Λτδ, καθώς οι συγκεκριμένοι πελάτες όφειλαν, με βάση τα λεγόμενα της Εναγόμενης 1, μεγάλα χρηματικά ποσά από πωλήσεις της Εναγόμενης 1 προς την εν λόγω εταιρεία. ▬ Ένεκα του ότι, οι παραγγελίες προϊόντων δεν αποπληρώνονταν συσσωρεύτηκε μία ογκώδης οφειλή από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα. ▬ Εν όψει των ανωτέρω και εξαιτίας της αδυναμίας αποπληρωμής των οφειλόμενων ποσών από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα, κατόπιν διαπραγματεύσεων ως προς τον τρόπο ομαλοποίησης της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα του μεγάλου οφειλόμενου ποσού, συνομολογήθηκε στις 25/7/2011 Συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας, της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 2, υπό τον τίτλο «Συμφωνία Για Την Εκχώρηση Των Αγοραπωλητηρίων Εγγράφων Από Τον Αγοραστή Προς Όφελος Της Hellenic Petroleum Cyprus Limited» («Συμφωνία Εκχώρησης»), με σκοπό την παροχή εξασφάλισης προς την Ενάγουσα από την Εναγόμενη
- Επίσης η Εναγόμενη 2 ως Πωλητές υπέγραψαν το Παράρτημα Α της Συμφωνίας Εκχώρησης. Η Συμφωνία Εκχώρησης διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, την ανέκκλητη εκχώρηση των δικαιωμάτων της Εναγόμενης 1 επί των αγοραπωλητηρίων εγγράφων σε σχέση με 2 διαμερίσματα τα οποία είχαν αγοράσει από την Εναγόμενη 2 (Τεκμήρια 7Α και 7Β) και τα οποία ήταν κατατεθειμένα στο Κτηματολόγιο προς όφελος της Ενάγουσας. Επρόκειτο για 2 διαμερίσματα στο κτιριακό συγκρότημα " XXXXX Court" που ανεγέρθηκε σε οικόπεδο που βρίσκεται στην Ομόνοια στη Λεμεσό με αριθμό εγγραφής 2/49923 τεμάχιο 5X6 του Φ/Σχ.59/0XXXX2, τμήμα 2 και αριθμό εγγραφής 2/4XXX3 τεμάχιο 5X6 του Φ/Σχ.59/0XXXX2, τμήμα
- ▬ Ως αποτέλεσμα της συνομολόγησης της Συμφωνίας Εκχώρησης η Ενάγουσα συνέχισε τη συνεργασία της με την Εναγόμενη
- ▬ Ενόψει του ότι εξακολουθούσε να υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο και στο πλαίσιο να βρεθεί μία λύση η οποία να οδηγούσε σε μείωση του οφειλόμενου ποσού και συνέχιση της συνεργασίας των δύο πλευρών στις 11/4/2012 υπογράφτηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 νέα Συμφωνία (Συμφωνία 2012) με την οποία συμφωνήθηκαν διάφορα μέτρα για την μείωση του οφειλόμενου ποσού (Τεκμήριο 8). Στην εν λόγω Συμφωνία επισυνάφθηκε κατάσταση λογαριασμού της οφειλής της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα ημερ. 11/4/2012 ως Συνημμένα 1 και
- ▬ Η Συμφωνία 2012 προνοούσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε και αναγνώρισε ότι είχε συσσωρεύσει χρέος προς την Ενάγουσα για το ποσό των €2.217.649,05 ως εμφαίνετο στα Συνημμένα 1 και 2 το οποίο δεν είχε ξοφληθεί (Παράγραφος Β). (β) Η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε όπως συμμορφωθεί με ορισμένες δεσμεύσεις μέχρι την πλήρη και οριστική εξόφληση του Χρέους έτσι ώστε να απέχει η Ενάγουσα από τη λήψη νομικών μέτρων εναντίον της και να μην τερματίσει τη Συμφωνία Άδειας Χρήσης. Η προαναφερθείσα αποχή από την λήψη νομικών μέτρων θα ίσχυε νοουμένου ότι η Εναγόμενη 1 θα συμμορφώνετο με τις δεσμεύσεις που αναλάμβανε μέσω της Συμφωνίας του 2012 (Παράγραφος Γ)[19]. ▬ Παρά τα πιο πάνω διαβήματα η Εναγόμενη 1 και πάλι δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις τους, ως προέκυπταν από την Άδεια Χρήσης και από τη Συμφωνία
- ▬ Από την 11η Απριλίου 2012 και μετά, η Εναγόμενη 1 προέβη σε συστηματική παραβίαση των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει μέσω της Συμφωνίας
- ▬ Με συστημένες επιστολές προς την Εναγόμενη 1 ημερ. 18/4/2013 και 13/5/2013 (Τεκμήρια 9Α και 9Β) η Ενάγουσα επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι Εναγόμενη 1 είχε παραβιάσει τις παραγράφους Γ
(7)(ι) και Γ
(7)(ιι) της Συμφωνίας 2012, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα της Ενάγουσας σε σχέση με την παράβαση της Συμφωνίας 2012. ▬ Ωστόσο, η Ενάγουσα παρέλειψε να παραλάβει τις επιστολές, οι οποίες και επιστράφηκαν στην Ενάγουσα. ▬ Παρά τα πιο πάνω, η Ενάγουσα σε μια επιπρόσθετη προσπάθεια ομαλοποίησης της κατάστασης και εξεύρεσης τρόπου μείωσης των υπολοίπων της προς την Ενάγουσα αφού διαπραγματεύθηκε με την Εναγόμενη 1 στις 18/10/2013, συνομολογήθηκε μεταξύ τους προφορική συμφωνία («Συμφωνία 2013») η οποία ακολούθως κωδικοποιήθηκε σε πρακτικά ημερομηνίας 29/10/2013, τα οποία υπεγράφησαν τόσο εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας όσο και εκ μέρους της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 10). ▬ Η Συμφωνία 2013 προνοούσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Η Εναγόμενη 1 με την έγκριση της Ενάγουσας θα υπέγραφε συμφωνία sub-licence με την εταιρεία Ramoil Cyprus Ltd («Ramoil»), η οποία είναι συνδεδεμένη εταιρεία με την Ενάγουσα. Η συμφωνία μεταξύ Ramoil και Εναγόμενης 1 θα έπρεπε να υπογραφθεί το αργότερο μέχρι την 25/10/2013. (β) Η συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης 1 και Ramoil θα είχε διάρκεια 12 ετών με σκοπό τη μείωση της οφειλής της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα στις €300.000 μέχρι τη λήξη της εν λόγω συμφωνίας. Σε περίπτωση που η μείωση της οφειλής επιτυγχάνετο πριν από τα 12 έτη, τότε η συμφωνία μεταξύ Ramoil και Εναγόμενης 1 θα τερματίζετο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση που κατά το τέλος της 12ετίας δεν μειώνετο το χρέος σε €300.000 ή λιγότερο, τότε η συμφωνία με τη Ramoil θα ανανεωνόταν μέχρις ότου επιτυγχάνετο η επιθυμητή μείωση της οφειλής. (γ) Η Ramoil θα κατέβαλλε €30.000 ανά έτος ως sub-licence fee στην Εναγόμενη 1, ποσό το οποίο θα καταβάλλετο στην Ενάγουσα έναντι της οφειλής της Εναγόμενης 1 προς αυτή. Επίσης θα γινόταν καταβολή στην Ενάγουσα έναντι της οφειλής της Εναγόμενης 1, οποιαδήποτε κέρδη επιτύγχανε η Ramoil σε σχέση με το Πρατήριο, μετά την πληρωμή των €30.000. (δ) Τη διαχείριση του Πρατηρίου, εκ μέρους της Ramoil θα είχε η Κάτια Ματόλη, συνδεδεμένο πρόσωπο με την Εναγόμενη 1. (ε) Η Εναγόμενη 1 συμφώνησε να εκχωρήσει στην Ενάγουσα ποσά που είχε να λαμβάνει από την Ματθαίος Ιωάννου Έτοιμο Μπετόν Λτδ. Η σχετική συμφωνία εκχώρησης θα έπρεπε να υπογραφθεί μέχρι τις 25/11/2013 το αργότερο. ▬ Την 1/11/2013 υπογράφτηκε Συμφωνία Ανάθεσης Λειτουργίας του Πρατηρίου μεταξύ της Ramoil και της XXXXX Ματόλη (Τεκμήριο 11Α) η οποία αντί καταστάθηκε με 2 Συμφωνίες που συνομολογήθηκαν με την εταιρεία C.K.K.F LIMITED (Τεκμήρια 11Β και 11Γ). ▬ Σε αντίθεση με την Ενάγουσα η οποία συμμορφώθηκε πλήρως με τις πρόνοιες της Συμφωνίας 2013, η Εναγόμενη 1 έχει παραβιάσει τη Συμφωνία 2013 σε τουλάχιστον δύο σημεία: (α) Πρώτον, σε συνέχεια των προνοιών (a)-(
- e)της Συμφωνίας 2013 η Ramoil έχει από την 1/11/2013 εισέλθει στο Τεμάχιο υπό την ιδιότητα του υπο-αδειούχου («sub-licensee») και λειτουργεί το επί του Τεμαχίου ευρισκόμενο Πρατήριο, έχοντας διορίσει την κα XXXXX Ματόλη ως την αρμόδια εργολάβο για τη λειτουργία του Πρατηρίου. Εντούτοις, η Εναγόμενη 1 δεν υπέγραψε γραπτή συμφωνία παραχώρησης υπο-άδειας χρήσης με την Ramoil. Ενόψει της Συμφωνίας 2013, ήταν υποχρέωση της Εναγόμενης 1 όπως πράξει τούτο μέχρι την 25η Οκτωβρίου 2013 το αργότερο. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας η Εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με τα συμφωνηθέντα[20]. (β) Δεύτερον, κατά τα προβλεπόμενα στην πρόνοια (
- h)της Συμφωνίας 2013, η Εναγόμενη θα έπρεπε το αργότερο μέχρι την 25η Νοεμβρίου 2013, να είχε υπογράψει συμφωνία εκχώρησης με την Ενάγουσα για την εκχώρηση σε αυτή του χρέους της εταιρείας Ματθαίος Ιωάννου Έτοιμο Μπετόν Λτδ. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις τις[21]. ▬ Από την 1/11/2013 μέχρι σήμερα που η Ramoil λειτουργεί το Πρατήριο, ανελλιπώς καταβάλλεται ποσό ετησίως €2975,00 μηνιαίως ή κατά €35.700,00 ανά έτος έναντι της οφειλής της Εναγόμενης 1, ως η παράγραφος (
- c)της Συμφωνίας του 2013 (Τεκμήριο 10)[22]. Η ύπαρξη ή μη οποιουδήποτε οφειλόμενου υπολοίπου και, σε περίπτωση ύπαρξης τέτοιου, το ύψος του Το πιο πάνω ζήτημα εξετάζεται έχοντας κατά νουν ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά σε οφειλές που προέκυπταν από παράδοση προϊόντων καθώς και σε συνεχείς παραβάσεις Συμφωνιών που συνομολογούνταν μεταξύ των διαδίκων προς το σκοπό ομαλοποίησης της συμβατικής σχέσης της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 και στις οποίες συμφωνήθηκαν συγκεκριμένοι όροι αποπληρωμής των οφειλόμενων και αναγνωρισμένων ποσών. Εν πρώτοις να πούμε ότι στην παρούσα υπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός της παραδοχής από μέρους της Εναγόμενης της ύπαρξης οφειλής προς την Ενάγουσα μέσα από τα ίδια τα έγγραφα των επίδικων Συμφωνιών. Μάλιστα σε μία από τις εν λόγω Συμφωνίες, εκείνη του 2012, (Τεκμήριο 8) το ποσό που με παραδοχή της Εναγόμενης 1 ήταν οφειλόμενο κατά τις 11/4/2012 ανήρχετο στο ποσό των €2.217.649,05 και για το σκοπό αυτό επισυνάπτονταν δύο καταστάσεις λογαριασμού ως Συνημμένα Ι και ΙΙ. Συγκεκριμένα: Συμφωνία 2011: στο Προοίμιο της Συμφωνίας αναγράφεται ότι υπάρχει οφειλή ποσού και ότι ο Εκχωρητής (Εναγόμενοι) επιθυμεί να παρέχει στην Εταιρεία (Ενάγοντες) προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του έναντι της Εταιρείας τα εκεί περιγραφόμενα ακίνητα[23]. Συμφωνία 2012: στην πρώτη σελίδα της Συμφωνίας αναφέρεται ρητά: «Όπως έχετε αποδεχτεί και αναγνωρίζετε, (ι) έχει συσσωρευτεί χρέος της Εταιρείας σας προς εμάς το οποίο σήμερα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2,217,649.05 Ευρώ (δύο εκατομμύρια διακόσιες δεκαεπτά χιλιάδες εξακόσια σαράντα εννέα ευρώ και 05 σεντς) («το Χρέος») όπως φαίνεται στα ΣΥΝΗΜΜΕΝΑ 1&2 και (ιι) παρά το ότι το Χρέος έχει καταστεί πληρωτέο προς και απαιτητό από εμάς, αυτό δεν έχει μέχρι τούδε εξοφληθεί από εσάς». Συμφωνία 2013: στη Συμφωνίας αναφέρεται ρητά το εξής: "
- b)This agreement will have a duration of 12 years with the target set for Stathis Matolis and Son Ltd total debt to HPC to be reduced to €300,000." Στο πλαίσιο διεκδίκησης των ποσών που η Ενάγουσα αξιώνει ως οφειλόμενο ποσό από την αγοραπωλησία προϊόντων καυσίμων κατατέθηκαν μέσω των Μαρτύρων που η πλευρά της Ενάγουσας κάλεσε προς απόδειξη της απαίτησης της καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 5, 12 και 14) και τιμολόγια όπως θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Προτού αναφερθώ στο σύνολο της προσαχθείσας για το υπό εξέταση ζήτημα μαρτυρίας η οποία κρίθηκε αξιόπιστη κρίνεται σκόπιμη η αναφορά και σε σχετική νομολογία. Όπως έχει συναφώς κατ΄επανάληψη νομολογηθεί, τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία και οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν αφ΄εαυτού απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν αλλά συνεκτιμούνται στο σύνολο της μαρτυρίας. Στο πλαίσιο της ίδιας νομολογίας έχει παράλληλα τονισθεί ότι τα πιο πάνω αποτελούν στοιχείο μαρτυρίας που συνδέεται με την προφορική μαρτυρία που προσκομίζεται στο Δικαστήριο και υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Demil Imports Exports Ltd, v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 462: «Τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, ούτε προβάλλονται ως τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας (Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1 (B) A.A.Δ. 962). To πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εφεσίβλητοι απέδειξαν ότι εξέδωσαν και τα τιμολόγια και τα δελτία μεταφοράς και ότι παρέδωσαν στους εφεσείοντες τα εμπορεύματα». Επίσης, στην υπόθεση Θεόδωρος Θεοδώρου ν. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492, λέχθηκαν τα εξής: «Το τιμολόγιο δε συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε αλλά σημείωση γι' αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος για αυτά που κατέγραψε». Στην υπόθεση Palatino Developments Limited Ν. Telectronics Communication Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 962 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, ούτε προβάλλονται σαν τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας και συνεκτιμούνται με τη προφορική μαρτυρία των Μ.Ε.1 και
- (βλ. Chitty on Contracts, 24th ed. p. 739 και Phipson on Evidence 12th ed. p. 1878)». · Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε Καταστάσεις Λογαριασμού τις οποίες έλαβε από το Λογιστήριο της Ενάγουσας το οποίο και έλεγξε την ορθότητα των εν λόγω Καταστάσεων. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήρια 19 και 20 Τιμολόγια τα οποία η Ενάγουσα εξέδωσε προς την Εναγόμενη 1 και τα οποία παραμένουν απλήρωτα και εκκρεμούν. Το Τεκμήριο 19 αφορά τα τιμολόγια της Stathis Matolis & Son Ltd σε σχέση με τις λιανικές και εμπορικές πωλήσεις του Πρατηρίου ενώ το Τεκμήριο 20 αφορά τα τιμολόγια της Stathis Matolis & Son Ltd (A/C Mathaios I) σε σχέση με τις πωλήσεις προς την εταιρεία Ματθαίος Ιωάννου Έτοιμο Μπετόν Λτδ. Επεξήγησε συναφώς ότι τα εν λόγω Τιμολόγια είχαν επανεκδοθεί από το σύστημα της Ενάγουσας. Εξήγησε, ακόμη, ότι με την εφαρμογή της Συμφωνίας του 2013 (Τεκμήριο 10) και τη μεταβίβαση του πρώτου διαμερίσματος (Τεκμήριο 17) εξοφλήθηκαν τα αρχαιότερα τιμολόγια που εκκρεμούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συγκεκριμένα προέκυψε ότι έχει αφαιρεθεί από το άθροισμα των ποσών που αναγράφονταν στα τιμολόγια το ποσό των €213.500,00 που αντιστοιχεί στην αξία του διαμερίσματος με βάση το αγοραπωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 7Α) το οποίο και συμπεριλαμβάνεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 14 κάτω από τις πιστώσεις (credits). Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι η αναφορά του σε αφαίρεση του ποσού των €213.500,00 από τα αρχαιότερα τιμολόγια και γενικότερα της οφειλής της Εναγόμενης 1 δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση παρά μόνο υπεβλήθη ότι η μεταβίβαση του διαμερίσματος πριν την ολοκλήρωση της δίκης ήταν παράνομη. Ούτε, επίσης, έχει αμφισβητηθεί η αναφορά του Μ.Ε.1 ότι από την 1/11/2013 μέχρι και την ημέρα που κατέθετε που η Ramoil λειτουργεί το πρατήριο καταβάλλεται ανελλιπώς ποσό €2975 μηνιαίως έναντι της οφειλής της Εναγόμενης 1 με βάση τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (c) της Συμφωνίας του 2013, γεγονός το οποίο φαίνεται και από την κατάσταση λογαριασμού κάτω από τις πιστώσεις (credits) Τεκμήριο 14 καθώς και τη δέσμη τιμολογίων που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 23 από την Μ.Ε.
- Η εν λόγω αναφορά του Μ.Ε.1 επιβεβαιώθηκε και από την Μ.Ε.3 η οποία κατέθεσε ότι, με βάση τα προβλεπόμενα στη Συμφωνία του 2013, η Εναγόμενη 1 κατά την περίοδο από τον Νοέμβριο 2013 μέχρι τον Ιανουάριο 2016 εξέδιδαν τιμολόγια προς την Ramoil για το συμφωνηθέν ποσό του sub-licence fee και, ακολούθως, από τον Ιανουάριο του 2016 που η Εναγόμενη 1 σταμάτησε να εκδίδει τα σχετικά τιμολόγια, η Ramoil συνέχισε να καταβάλλει προς την Ενάγουσα το ετήσιο μίσθωμα των €30.000 πλέον ΦΠΑ το οποίο και αφαιρείτο από τις οφειλές της Εναγόμενης
- · Η Μ.Ε.3 Διευθύντρια Πιστωτικού Ελέγχου του Λογιστηρίου της Ενάγουσας ανέφερε ότι ήλεγξε και επιβεβαίωσε την ορθότητα του υπολοίπου του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα. Επιβεβαίωσε δε ότι τα Τιμολόγια που παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 19 και 20 αποτελούσαν επανεκτύπωση από το ηλεκτρονικό σύστημα της Ενάγουσας - καθώς τα πρωτότυπα τα οποία φέρουν την υπογραφή της Εναγόμενης 1 βρίσκονται στην κατοχή της - η οποία (επανεκτύπωση) έγινε από υφιστάμενο της λειτουργό της Εταιρείας, την XXXXX Σαμαρά, κατόπιν εντολής και υπό την επίβλεψη της Μ.Ε.
- Κατέθεσε δε ότι η ίδια (η Μ.Ε.3) έχει ελέγξει και επιβεβαιώσει την ορθότητα των Τιμολογίων και του υπολοίπου του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα[24]. · Η πιο πάνω αναφορά της Μ.Ε.3 ότι, δηλαδή, αυτή έχει ελέγξει και επιβεβαιώσει την ορθότητα των τιμολογίων και του υπολοίπου του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα δεν έχει καθ΄ οιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί από το συνήγορο Υπεράσπισης κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Ούτε και η αναφορά της ότι τα Τεκμήρια 19 & 20 είναι «απλήρωτα τιμολόγια» των οποίων η πληρωμή εκκρεμεί έχει καθ΄οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί[25]. Αν η πλευρά της Υπεράσπισης διαφωνούσε με την πιο πάνω θέση, η οποία αποτελεί ένα ουσιώδη ισχυρισμό της μαρτυρίας της Μ.Ε.3, όφειλε να την αντεξετάσει επ΄ αυτού. Είναι γνωστή η αρχή από τη νομολογία μας ότι εκεί όπου ένας διάδικος παραλείπει να αντεξετάσει ένα μάρτυρα πάνω σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του, τότε το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι η πλευρά που παρέλειψε να αντεξετάσει δέχεται τα γεγονότα όπως τα κατέθεσε ο μάρτυρας[26]. Χωρίς αμφιβολία, τα πιο πάνω αναφερθέντα από τη Μ.Ε.3 ήταν ουσιώδη αφού αποτελούσε μαρτυρία για απόδειξη του οφειλόμενου υπολοίπου. Κατά συνέπεια αν η πλευρά της Εναγόμενης 1 το αμφισβητούσε, όφειλε να αντεξετάσει τη μάρτυρα ως προς την ορθότητα ή μη των αναφερόμενων τιμολογίων και της κατάστασης λογαριασμού. Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι μεταξύ άλλων, η υπόθεση Olympic Insurance Agencies Ltd v. Lexus Insurance Agencies Ltdκ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1440, στις σελ. 1447 - 1448[27]. · Ιδιαίτερα σημαντική ήταν, στο πλαίσιο επεξήγησης των εσωτερικών διαδικασιών της Ενάγουσας Εταιρείας κατά την εισαγωγή λογιστικών στοιχείων στο σύστημα της Εταιρείας, η αναφορά της ότι κατά την εκφόρτωση των προϊόντων και στο σημείο εκφόρτωσης στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας στη Λάρνακα γίνεται και η έκδοση των τιμολογίων της Εταιρείας από τον δρομολογητή (dispatcher) τα οποία αυτόματα περνιούνται στα λογιστικά της βιβλία στο σύστημα στη μερίδα του πελάτη. Επιπλέον σημαντική ήταν και η επισήμανση της ότι τα εν λόγω Τιμολόγια φέρουν συγκεκριμένο και μοναδικό αριθμό αναφοράς το οποίο δίδεται από το λογιστικό σύστημα - γνωστό ως SAP - με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται από την κατάσταση λογαριασμού ποια είναι εκείνα τα τιμολόγια τα οποία αποτελούν το υπόλοιπο του λογαριασμού, ήτοι τα «απλήρωτα τιμολόγια». · Επιπλέον προσκομίσθηκε μαρτυρία από τον Μ.Ε.2 ο οποίος είναι ο δρομολογητής (dispatcher) στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας στη Λάρνακα όπου γίνονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο οι παραδόσεις στην Εναγόμενη 1 μέσω του ιδιόκτητου βυτιοφόρου της ο οποίος μάρτυρας επεξήγησε λεπτομερώς τόσο τη διαδικασία παράδοσης προϊόντων, όσο και την τιμολόγηση της Εναγόμενης 1. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε δε ως Τεκμήρια 21Α και 21Β τα πρωτότυπα Τιμολόγια που αφορούσαν τις παραγγελίες και παραδόσεις προϊόντων τα οποία είχε εκδώσει ο ίδιος. Πρόκειται για τα Τιμολόγια τα οποία ο ίδιος, όπως ήδη αναφέρθηκε, εξέδιδε αφού προηγείτο σε αυτόν τηλεφωνική παραγγελία από την Σταυρούλα Γεωργίου, η οποία εργαζόταν στο Πρατήριο της Εναγόμενης 1, αναφορικά με τα προϊόντα που επιθυμούσαν καθώς και τις αντίστοιχες ποσότητες. Μετά την παραγγελία προσήρχετο η Εναγόμενη 1 στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας με το βυτιοφόρο της και γινόταν η φόρτωση των προϊόντων που είχε παραγγείλει. Ο Μ.Ε.2 εξέδιδε τιμολόγιο το οποίο υπεγράφετο από τον οδηγό του βυτιοφόρου και στο οποίο φαινόταν η ποσότητα της παράδοσης. Σε αυτά ο Μ.Ε.2 υπέδειξε την υπογραφή του οδηγού του βυτιοφόρου της Εναγόμενης 1 XXXXX Πόππου. Στο τέλος της ημέρας ο Μ.Ε.2 παρέδιδε το εν λόγω τιμολόγιο μαζί με όλα τα υπόλοιπα σε άλλο υπάλληλο της Ενάγουσας Εταιρείας τον XXXXX Χρυσάνθου ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την αρχειοθέτηση τους στα αρχεία της Εταιρείας. Όπως είναι φανερό η κατάθεση των πιο πάνω αναφερόμενων πρωτότυπων τιμολογίων δεν έγινε από μάρτυρα που, απλώς, τα είχε στην κατοχή του αλλά από μάρτυρα ο οποίος τα εξέδιδε έχοντας έτσι πρωταρχική και άμεση γνώση ως προς τα δεδομένα των συναλλαγών, ήτοι παραγγελίες και παραδόσεις προϊόντων. Η δε αντεξέταση του μάρτυρα δεν αμφισβήτησε αυτή καθ΄ αυτή τη γνώση του Μ.Ε.2 ως προς τα δεδομένα των συναλλαγών, ήτοι παραγγελίες και παραδόσεις προϊόντων που αφορούσαν τα εν λόγω τιμολόγια. Αποτέλεσε εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη ότι η προσαχθείσα από την Ενάγουσα μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή διότι δεν προσήχθη πιστοποιητικό το οποίο να είναι υπογεγραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της επιχείρησης της Ενάγουσας με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 35
(1)
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9[28]. Στην υπόθεση Κλεάνθους κ.ά v. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, 1350-1351 κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται η προσκόμιση τέτοιου πιστοποιητικού όταν η κατάθεση των καταστάσεων λογαριασμού παρουσιάζονται από μάρτυρα και όχι αυτόνομα. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «Ένα άλλο επιχείρημα του δικηγόρου των Εφεσειόντων, είναι ότι οι δύο καταστάσεις λογαριασμών - Τεκμήρια 3 και 4 - έγιναν δεχτά χωρίς να τηρηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, αφού δεν προσκομίστηκε σχετικό πιστοποιητικό. Στην παρούσα περίπτωση, δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στις πρόνοιες του Άρθρου 35, αφού οι καταστάσεις παρουσιάστηκαν από μάρτυρα και όχι αυτόνομα. Επομένως, εκείνο που έχει κύρια σημασία, είναι η μαρτυρία του Μ.Ε. 1 για το υπόλοιπο των λογαριασμών η οποία, αφού κρίθηκε αξιόπιστη, έγινε αποδεχτή». Στη βάση των πιο πάνω είναι η θέση μου ότι η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγόμενης 1 δεν ευσταθεί. Η θέση του κ. Μαθηκολώνη ότι ενώ η συνεργασία της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 άρχισε το 1992 οι καταστάσεις λογαριασμού που η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο αρχίζουν από το 2011 με μεταφερόμενα υπόλοιπα χωρίς την ύπαρξη μαρτυρίας για την απόδειξη των αξιούμενων υπολοίπων, παραγνωρίζει το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, υπήρξε παραδοχή από μέρους της Εναγόμενης 1 της ύπαρξης οφειλής. Και όχι μόνο αυτό αλλά και το ότι προς το σκοπό αποπληρωμής των συσσωρευμένων οφειλόμενων από την Εναγόμενη 1 ποσών οι δύο πλευρές είχαν σε διάφορα χρονικά στάδια προχωρήσει με τη συνομολόγηση Συμφωνιών (Συμφωνίες 2011, 2012 & 2013) στις οποίες διαλαμβάνονταν συγκεκριμένοι όροι αποπληρωμής της οφειλής της Εναγόμενης 1[29]. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από όσα κατεγράφησαν ανωτέρω, τα αρμόδια πρόσωπα εκ μέρους της Ενάγουσας τα οποία είχαν σχέση και εμπλοκή με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προσφέροντας ενόρκως μαρτυρία αναφορικά με τα εν λόγω γεγονότα καταθέτοντας παράλληλα και τα σχετικά Τεκμήρια. Ειδικότερα υπογραμμίζω την ύπαρξη θετικής μαρτυρίας: ▄ Από το άτομο που λάμβανε τις παραγγελίες από την Εναγόμενη 1 αναφορικά με τα προϊόντα και τις ποσότητες που η τελευταία επιθυμούσε και ακολούθως εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια (Μ.Ε.2), ▄ Την Υπεύθυνη του Λογιστηρίου η οποία ήλεγξε και επιβεβαίωσε την ορθότητα των τιμολογίων που παρέμειναν απλήρωτα και του υπολοίπου του λογαριασμού της Εναγόμενης 1(Μ.Ε.3), ▄ Από τον Ανώτερο Διευθυντή Πωλήσεων και Μάρκετινγκ ο οποίος ήταν το άτομο που είχε επαφές με τους εκπροσώπους της Εναγόμενης 1 αλλά και γνώση των διαφόρων Συμφωνιών που έγιναν σε διάφορα χρονικά διαστήματα προς το σκοπό ομαλοποίησης της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί ένεκα του ύψους των συσσωρευμένων οφειλών της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα (Μ.Ε.1). Δεδομένων λοιπόν των πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η συνολικότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας αποδεικνύει την αξίωση της Ενάγουσας εταιρείας. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτηση της εναντίον της Εναγόμενης 1. Ως εκ τούτου εκδίδεται Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 για τα ακόλουθα ποσά: α. €913.782,78 σε σχέση με τον λογαριασμό με αρ. 1003443 αναφορικά με τις πωλήσεις καυσίμων και άλλων προϊόντων από την Εναγόμενη 1 στην εταιρεία Ματθαίος Ιωάννου Έτοιμο Μπετόν Λτδ. β. €787.293,22 σε σχέση με τον λογαριασμό με αρ. 1000328 αναφορικά με την πώληση καυσίμων και άλλων προϊόντων του Πρατηρίου από την Εναγόμενη 1. Επιπλέον εκδίδεται Διάταγμα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 ως ακολούθως: γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την Εναγόμενη 1 να εκχωρήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για να προκαλέσει την εκχώρηση και/ή μεταβίβαση, στην Ενάγουσα, του συνόλου του ποσού που οφείλει η εταιρεία Ματθαίος Ιωάννου Έτοιμο Μπετόν Λτδ στην Εναγόμενη 1 εντός περιόδου 45 ημερών από σήμερα. Τέλος εκδίδονται οι ακόλουθες Δηλωτικές Αποφάσεις και/ή Αναγνωριστικές Δηλώσεις: δ. Αναγνωριστική Δήλωση του Δικαστηρίου ότι, επειδή η Εναγόμενη 1 οφείλει στην Ενάγουσα το υπερήμερο ποσό που αναφέρεται ανωτέρω, η Εναγόμενη 1 βρίσκεται σε παράβαση του όρου 15(a) της Άδειας Χρήσης. ε. Αναγνωριστική Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1 έχει παραβιάσει τη Συμφωνία 2012, συμπεριλαμβανομένης, χωρίς περιορισμό, της παραγράφου Γ
(7)αυτής. στ. Αναγνωριστική Δήλωση του Δικαστηρίου ότι Εναγόμενη 1 έχει παραβιάσει τη Συμφωνία 2013, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, των προνοιών (
- a)και (
- h)αυτής. ζ. Νόμιμο Τόκο. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, δηλαδή επιδικάζονται με βάση το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Ενάγουσα δικαιούνται και στα έξοδα της. Η Εναγόμενη 1 να καταβάλει τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192. [2] Δέστε Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476. [3] Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [4] Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας. Δέστε επίσης το Σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003), σελ.81: «If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the court that this case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e., the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability.» [5] Δέστε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρείας Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.ά
(2010)1 Α.Α.Δ. 829. [6] Δέστε ΣΠΕ Αγίας Φύλας v. Ουρανία Κώστα Πούλλα κ.ά
(2004)1 Α.Α.Δ.961. [7] Δέστε Ησαΐας Ιωαννίδης v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640: «Μέσω μιας υποβολής προς ένα μάρτυρα, τίθεται απλά μια θέση ή ένας ισχυρισμός προς αυτόν, τον οποίο ο μάρτυρας μπορεί είτε να τον αποδεχτεί, οπότε τότε καθίσταται μαρτυρία προερχόμενη από τον ίδιο το μάρτυρα, είτε να τον απορρίψει, οπότε αυτός παραμένει ένας απλός ισχυρισμός, ο οποίος αν δεν εμπεδωθεί αργότερα με άλλη μαρτυρία, ασφαλώς και θα παραμείνει μετέωρος». [8] Δέστε παράγραφο 6 του Εγγράφου 1Α. [9] Δέστε σελίδα 12 Πρακτικών ημερ. 15/3/2018. [10] «8. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην παρ.8 της εκθέσεως απαιτήσεως, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι κατάρτισαν νόμιμα ή και έγκυρα ή και εφαρμόσιμα εκχωρητήρια έγγραφα ως οι ενάγοντες ισχυρίζονται και καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Εν πάση περιπτώσει οι εναγόμενοι λέγουν ότι τα επίδικα έγγραφα είναι παράνομα, άκυρα ή και ακυρώσιμα ή και δέον όπως ακυρωθούν καθότι καταρτίστηκαν ως αποτέλεσμα καταναγκασμού ή και εξαναγκασμού των εναγομένων 1 για υπογραφή τέτοιων εγγράφων ως οι ενάγοντες ισχυρίζονται ήτοι οι ενάγοντες παράνομα ή και αθέμιτα εκβίασαν ή και εξανάγκασαν τους εναγομένους 1 ότι εάν δεν εκχωρούσαν τα αναφερόμενα εκχωρητήρια έγγραφα οι ενάγοντες θα προχωρούσαν-άμεσα με τερματισμό της άδειας χρήσης ή και της ενοικίασης του πρατηρίου ή και του σταθμού ή και θα προχωρούσαν στην ανάληψη της κατοχή του πρατηρίου ή και του σταθμού.» [11] Δέστε σελίδα 10 Πρακτικών ημερ. 15/3/2018. [12] Η φαινόμενη ή προφανής πληρεξουσιότητα είναι η εξουσία κάποιου προσώπου όπως αυτή φαίνεται σε τρίτους. Δέστε Hely Hutchinson v. Brayhead Ltd and Another [1967] 3 All E.R. 98: "Ostensible or apparent authority is the authority of an agent as it appears to others." [13] Phibson on Evidence 12th Edition, σελ.912. [14] "1. The Licensor agrees to allow the Licensee to make use of the kiosk, apparatus and all accessories described in the attached list marked "A" (hereinafter referred to as the Airport Rd S/S situated at Artemidos Ave, Larnaca). 2. The Licensee hereby admits that all installations, apparatus and accessories of the S/Station described in the lists marked "A" and respectively are in perfect condition and that their value is the one shown in the Company's books. 3. The S/Station which the Licensee is to use, shall remain the absolute property of the Licensor and the Licensee shall make only such use of same as hereinafter provided". [15] "4. The Licensee is allowed to make use of the S/Station for the exclusive purpose of storing, handling, dealing in and selling the products of the Licensor, as well as for the purpose of car washing and greasing and other incidental work, under the terms and conditions hereinafter set out." [16] "5. The Licensee undertakes to purchase from the Licensor all the products required for the operation of the S/Station at the ruling market prices or at such prices as the Licensor may decide and the Licensor may further at his absolute discretion grant to the Licensee such allowances as the Company may from time to time decide." [17] "11. The Licensee further agrees: (a).................... (
- b)To sell the Licensor's products delivered hereunder and to perform and/or execute the various services incidental to the operation of the S/Station at the prices which may be fixed by the Licensor from time to time. ..............................................." [18] "9. If the Licensee or his servants or workmen or any other person with the Licensee's express or implied knowledge or consent sells, uses, handles or stores products other than purchased or supplied by the Licensor, the Licensor shall be entitled at his absolute discretion to cancel and/or bring to an end the licence hereby created and to regain possession of the S/Station together with all the installations, apparatus and accessories thereof". [19] «Γ. Ενόψει των ανωτέρω προτείνουμε όπως, σε αντιπαροχή για την υφ' ημών τήρηση αποχής (νοουμένου ότι θα βρίσκεστε σε συμμόρφωση με τις παραγράφους 1 με 10 κατωτέρω) -τόσο από τον τερματισμό της συμφωνίας διαχείρισης (License agreement) με ημερομηνία 1ης Οκτωβρίου 1992, όσο και -από τη λήψη νομικών μέτρων εναντίον σας ένεκα της από εσάς μέχρι τούδε μη εξόφληση του Χρέους, αποδεχτείτε και συμμορφώνεστε με τα ακόλουθα μέχρι την από εσάς πλήρη και οριστική εξόφληση του Χρέους: ................................................» [20]
- a)Stathis Matolis and Son Ltd as the Licencee of the referred s/s, with the approval of HPC as the Licensor will sign a sub licence agreement with Ramoil Cyprus Ltd for operating the s/s. All obligations of the licencee will be assigned to Ramoil Cyprus Ltd as the sub Licencee. This agreement will be signed by Fri 25/10/2013 the latest and will be effective as from 01/11/2013. In case the agreement will not be ready for any reason, both parties to sign the minutes of the meeting.
- b)This agreement will have a duration of 12 years with the target set for Stathis Matolis and Son Ltd total debt to HPC to be reduced to €300,000. In case the reduction of debt to this amount will be achieved earlier than the 12 years period, this agreement will be automatically terminated and the running of the s/s will be returned to S. Matolis and Son Ltd. On the other hand if by the end of the 12 years period the total debt is higher than €300,000 this agreement will be automatically renewed until the amount of debt will be reduced to €300,000 . [21]
- h)Stathis Matolis and Son Ltd will sign an assignment agreement with HPC and Mathaios loannou referring to Mathaios loannou balance until Fri 25/11/2013 the latest. [22]
- c)Ramoil Cyprus Ltd will pay a minimum yearly sub licence fee of €30,000 to Stathis Matolis and Son Ltd. This amount will be credited against Stathis Matolis and Son Ltd total debt to HPC.
- d)On top of that, any additional yearly after tax net profit of Ramoil over €30,000 which will result out of the operation of the s/s will also be credited against Stathis Matolis and Son Ltd total debt to HPC, provided that the s/station's accounts will be audited on an annual basis by an international audit firm to be appointed and paid by the Sub Licencee [23] ΠΡΟΟΙΜΙΟ «ΕΠΕΙΔΗ ο Εκχωρητής έχει αιτηθεί στην Εταιρεία και έχει συμφωνήσει όπως αυτή πωλεί ή να συνεχίσει να πωλεί και να παραδίδει σε αυτήν καύσιμα και/ή άλλα εμπορεύματα, για τέτοια περίοδο και υπό τους όρους, όπως η Εταιρεία καθορίζει κατά την κρίση της, και/ή να δώσει ή να συνεχίσει να δίνει παράταση χρόνου στον Εκχωρητή για την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού το οποίο οφείλει ή θα οφείλει ο Εκχωρητής στην Εταιρεία ΚΑΙ...». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [24] Δέστε παράγραφο 5 του Εγγράφου 3. [25] Δέστε παράγραφο 3 του Εγγράφου 3. [26] Δέστε, μεταξύ άλλων, A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89, 105, Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 388, 389 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd. v. Νικολαΐδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057, 1060. [27] «(δ) Αναφορικά με τον 4ο λόγο έφεσης, ότι δηλαδή οι εφεσίβλητοι δεν αντεξέτασαν τους μάρτυρες των εφεσειόντων επί του περιεχομένου του τεκμ. 12 (κατάσταση λογαριασμού), κρίνουμε ότι και αυτός ευσταθεί. Κατατέθηκε χωρίς ένσταση και έγινε δήλωση ότι δεν γίνεται αποδεκτή η αλήθεια του περιεχομένου του. Όμως από τη στιγμή που ο μάρτυρας που το κατέθεσε ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο είναι ορθό, ώφειλε η πλευρά των εφεσιβλήτων να αντεξετάσει επί του ουσιώδους αυτού ισχυρισμού τον μάρτυρα των εφεσειόντων. Σύμφωνα με τους κανόνες απόδειξης και νομολογία ...... εκεί όπου ένας διάδικος παραλείπει να αντεξετάσει ένα μάρτυρα πάνω σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του, τότε το Δικαστήριο μπορεί (δηλαδή δεν είναι υπόχρεο) να καταλήξει ότι η πλευρά που παρέλειψε να αντεξετάσει, δέχεται τα γεγονότα όπως τα κατέθεσε ο μάρτυρας. Εδώ τα γεγονότα του τεκμηρίου 12 ήταν ουσιώδη, αφού αποτελούσε μαρτυρία για απόδειξη του οφειλόμενου ποσού, που ήταν η ουσία της αγωγής, και επομένως ώφειλε η πλευρά των εφεσιβλήτων να αντεξετάσει το μάρτυρα ως προς την ορθότητα ή μη της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού. Επομένως ήταν περίπτωση που το Δικαστήριο μπορούσε να θεωρήσει ότι το απαιτούμενο ποσό ήταν ορθό και γι' αυτό το λόγο, ως ποσό οφειλόμενο με βάση τη συμφωνία αντιπροσώπευσης, όπως άλλωστε ήταν εύρημα του Δικαστηρίου στις σελίδες 13 και 14 της απόφασης». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [28]
(3)Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής με το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό. Για το σκοπό αυτό- (α) πιστοποιητικό, το οποίο φέρεται να είναι πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, τεκμαίρεται μαχητώς ότι έγινε και υπογράφτηκε δεόντως από τον εν λόγω λειτουργό· και (β) πιστοποιητικό θεωρείται ότι έχει υπογραφεί από πρόσωπο και στην περίπτωση που αυτό φέρει σφραγίδα της υπογραφής του. [29] Δέστε Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 462,470: «Οι εφεσείοντες προσβάλλουν και την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου με βάση την οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκε η ύπαρξη παραδεδεγμένου ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Ισχυρίζονται, ότι ενώ οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες επικαλέστηκαν καταστάσεις λογαριασμού (το τεκμήριο 4) με αρχικό υπόλοιπο (opening balance) ημερομηνίας 1.1.2002, δεν προσκόμισαν μαρτυρία ως προς τα στοιχεία των προγενέστερων της πιο πάνω ημερομηνίας συναλλαγών. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους, ότι εν όψει τούτου θα έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή, επικαλέστηκαν την υπόθεση D. & G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 263, στην οποία είχε απορριφθεί η αγωγή λόγω του ότι δεν είχαν παρουσιασθεί οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με το αρχικό υπόλοιπο που παρουσιαζόταν στην κατάσταση λογαριασμού. Η υπόθεση αυτή διαφοροποιείται από την παρούσα, αφού εδώ δεν αμφισβητήθηκε το αρχικό υπόλοιπο, αλλά μεταγενέστερες συναλλαγές. Όπως ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υπήρχε οποιαδήποτε αμφισβήτηση για το υπόλοιπο του λογαριασμού των εφεσειόντων-εναγομένων πριν το 2002». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο