← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Panas Hotels Limited, Αριθμός Αίτησης: 104/17, 12/3/2019

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Panas Hotels Limited, Αριθμός Αίτησης: 104/17, 12/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A77 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης: 104/17 Μεταξύ: Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Panas Hotels Limited -και- Επί τοις αφορώσι τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113, άρθρα 211,212,213 και 214 Ημερομηνία: 12/3/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: Η κα. Γ.Δημητρίου για Α.Β.Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για Καθ'ής η αίτηση: Ο κ. Γ.Νικολάου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε και Ν.Πιριλλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (επί της αίτησης 7/5/18 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) Η Αstrobank Ltd, (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια») αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα με εναρκτήρια αίτηση της, ημερομηνίας 17/7/17, εξαιτείται από το Δικαστήριο διάταγμα διάλυσης της εταιρείας Panas Hotels Limited (στο εξής καλούμενη «η καθ' ης η αίτηση»), λόγω ανικανότητητας της να πληρώσει τα χρέη της. Η καθ' ης η αίτηση με σχετική ειδοποίηση ένστασης που καταχώρισε, ημερομηνίας 23/1/8, έφερε ένσταση στην έκδοση του πιο πάνω διατάγματος. ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια εξαιτείται από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο: «να επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία να αντικρούονται οι θέσεις του ενόρκως δηλούντα επί της ένστασης». Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ.Θ. 1,2,3, 4

(1), 4
(2), 8 και 9, επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, επί του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 30
(2)και επί της σχετικής νομολογίας. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της XXXXX Μορφή, δικηγορικού υπάλληλου στο γραφείο των συνηγόρων που εκπροσωπούν την αιτήτρια. Αναφέρει η ομνύουσα, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
  1. Με την καταχώρηση της ένστασης από την καθ' ης η αίτηση δηλώθηκε στο Δικαστήριο αφενός και από τις δύο πλευρές ότι δεν θα προσκομισθεί οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία και αφετέρου ότι η ακρόαση της κυρίως αίτησης θα διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων.
  2. Κατά τον ορισμό της κυρίως αίτηση για ακρόαση και μελετώντας την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, διαπιστώθηκε η ανάγκη όπως κάποιοι ισχυρισμοί της πλευράς της καθ' ης η αίτηση απαντηθούν, καθότι προσπαθούν να εμπλέξουν διαδικασίες άσχετες μεταξύ τους με τρόπο ώστε να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν λανθασμένη εντύπωση στο Δικαστήριο.
  3. Σύμφωνα με την νομολογία, εάν δεν αντικρουσθούν οι εν λόγω ισχυρισμοί, είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή και με αντεξέταση, ενδεχομένως να δημιουργηθεί πρόβλημα στην προώθηση της κυρίως αίτησης. Για το λόγο αυτό ετοιμάσθηκε προσχέδιο συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (Τεκμήριο Α) με σκοπό το Δικαστήριο να έχει όλα τα γεγονότα ενώπιον του.
  4. Ουδεμία ζημιά θα προκληθεί στην άλλη πλευρά. Η έγκριση της αίτησης θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης εφόσον θα υπάρξει πλήρη διαφάνεια ως προς τα επίδικα γεγονότα ώστε το Δικαστήριο να λάβει, υπό τις περιστάσεις, την ορθότερη απόφαση.
  5. Τυχόν απόρριψη της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην αιτήτρια η οποία θα αποστερηθεί του συνταγματικού της δικαιώματος να προβάλει ολοκληρωμένα τη θέση της. Τα δε γεγονότα που θα εισαχθούν κρίθηκαν απαραίτητα προς αντίκρουση των ισχυρισμών της καθ' ης η αίτηση. Με βάση τα πιο πάνω στοιχειοθετείτε καλός λόγος ώστε το Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση της εν λόγω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΘ'ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της καθ'ής η αίτηση η οποία με σχετική ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχώρισε, ήγειρε τους ακόλουθους 7 λόγους ένστασης: «
  6. Δεν υπάρχει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής / απαντητικής ενόρκου δηλώσεως.
  7. Υπάρχει υπέρμετρη ή και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης.
  8. Δεν μπορεί να αξιολογηθεί το αίτημα των Αιτητών ενόψει του ότι δεν επισυνάπτουν ολόκληρη την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση ή και τα τεκμήρια που συνοδεύουν αυτή.
  9. Οι ισχυρισμοί που επιχειρούν να απαντήσουν οι Αιτητές έπρεπε εξ αρχής να είχαν προβλεφθεί ή και όφειλαν οι Αιτητές να τους προβλέψουν. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης για απάντηση στους σχετικούς ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση αποτελεί προσπάθεια των να επανορθώσουν ηθελημένα κενά και συνεπώς δεν μπορεί να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς όφελος των.
  10. Οι ισχυρισμοί που επιχειρούν να παραθέσουν δια συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως οι Αιτητές είναι πανομοιότυποι με ισχυρισμούς που ήδη είχαν παραθέσει προ πολλού στο πλαίσιο της αγωγής αριθμός 343/17 προς υποστήριξη ένστασης των σε αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση για έκδοση διατάγματος παρεμπόδισης των από του να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση εκκαθάρισης. Συνεπώς, ήσαν εξ αρχής εις γνώση τους οι σχετικοί ισχυρισμοί και όφειλαν εξ αρχής να τους θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου.
  11. Η αίτηση είναι καταχρηστική και εγείρει νέους ισχυρισμούς ή νομικές θέσεις που δεν εγείρονται διά της αρχικής αίτησης και συνεπώς επιχειρείται αλλαγή του όλου υποβάθρου της διαδικασίας.
  12. Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ελαττωματική ή και δεν υπογράφεται από τους Αιτητές ή και αντιπρόσωπο / υπάλληλο των ή και υπογράφεται από δικηγόρο χωρίς να παρατίθεται ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο δεν έχει υπογραφτεί από ή εκ μέρους των Αιτητών». Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Παναγή, διευθυντή της καθ' ης η αίτηση. Αναφέρει ο ομνύοντας, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
  13. Υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης.
  14. Από το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης προκύπτει ότι οι αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση καθυστερημένα και εν πάση περιπτώσει η όποια καθυστέρηση δεν δικαιολογείται επαρκώς.
  15. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη και ουσιαστική αλλαγή του υπόβαθρου γεγονότων της αίτησης με δεδομένο ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι πολυσέλιδη.
  16. Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν είναι σύμφωνα με την νομολογία εφόσον δεν επισυνάπτονται σε αυτή τα τεκμηρία που αναφέρονται σε αυτή.
  17. Τα όσα επιχειρούν οι αιτητές να παραθέσουν στο Δικαστήριο, μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αποτελούν μία απλή αντιγραφή των όσων ανάφεραν στην ένσταση τους που καταχωρήθηκε στην αίτηση, ημερομηνίας 26/7/17, στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 343/
  18. Επίσης κάποια σημεία αφορούν αμιγώς νομικά ζητήματα και επομένως δεν στοιχειοθετείτε καλός λόγος ώστε το Δικαστήριο να εγκρίνει το σχετικό αίτημα.
  19. Οι αιτητές εξ αρχής γνώριζαν ή και όφειλαν να γνωρίζουν ότι η ένσταση της καθ' ης η αίτηση στην παρούσα θα περιείχε τους ισχυρισμούς που περιέχει και άρα έπρεπε εξ αρχής όλα όσα επιχειρούνται να εισαχθούν δια της αίτησης ημερομηνίας 07/05/18, να περιέχοντο στην κυρίως αίτηση. Ο λόγος είναι ότι τα ζητήματα αυτά τέθηκαν και στην αγωγή 343/
  20. Η αίτηση και η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκος δήλωση περαιτέρω περιέχει επιχειρηματολογία επί νομικών θεμάτων, πράγμα που δεν συνιστά καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Επίσης, εγείρει πρόσθετα νομικά θέματα που δεν εγείροντο στην κυρίως αίτηση για την εκπροσώπηση της καθ' ης η αίτηση και συνεπώς προκαλείται σοβαρή αδικία σε αυτήν.
  21. Η αίτηση και η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκος δήλωση δεν απαντά στην ένσταση αλλά απλά περιέχει φλυαρία της αιτήτριας.
  22. Η αίτηση και η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκος δήλωση αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια επανόρθωσης ηθελημένων κενών. ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη μέσων γραπτών αγορεύσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ως προς τις θέσεις τους παραπέμπτοντας το Δικαστήριο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Τα όσα και οι δύο πλευρές ανάφεραν έχουν ληφθεί δεόντως υπόψιν και αναφορά σε αυτά θα γίνει όταν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Αποτελεί, συνοπτικά, θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την αιτήτρια ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να επιτύχει εφόσον προβάλλεται καλός λόγος που να δικαιολογεί την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Και τούτο γιατί στην ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση, η οποία συνοδεύει την ένσταση, περιέχονται σειρά αναληθών και παραπλανητικών ισχυρισμών οι οποίοι θα πρέπει να απαντηθούν και να αντικρουσθούν από την πλευρά της αιτήτριας ώστε να μην μπορούν να παραμείνουν αναντίλεκτοι. Περαιτέρω θα πρέπει να δοθεί απάντηση από την πλευρά της αιτήτριας ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του μία ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων σε σχέση με την διαφορά των διαδίκων. Από την άλλη ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση εισηγήθηκε ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον η αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει πειστικά στοιχεία ώστε να αποδείξει ότι το αίτημα της εδράζεται σε καλό λόγο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.48 Θ. 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η υπό κρίση αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Βασικός σκοπός της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης, ανάλογα από ποιόν υποβάλλεται το αίτημα, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα αναγκαία γεγονότα, με σκοπό να ασκήσει με ορθό τρόπο την δικαστική του κρίση επί του αιτήματος που έχει να αποφασίσει. Έχει νομολογηθεί ότι η αντίκρουση ισχυρισμών δεν θεμελιώνει άνευ άλλου, «καλό λόγο» ώστε το Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (Χαράλαμπου Α. Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Π.Ε. 312/10 ημερομηνίας 17.07.2014). Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της Διαταγής 48, Θ.4
(2)βασική προϋπόθεση για να πετύχει αίτημα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι η ικανοποίηση του Δικαστηρίου για την ύπαρξη «καλού λόγου» προς τούτο. Ο διάδικος που υποβάλλει τέτοιο αίτημα και ο οποίος έχει το βάρος της απόδειξης, θα πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να το πείσουν ότι το αίτημα υποβάλλεται για «καλό λόγο». Ο όρος «καλός λόγος» δεν ερμηνεύεται στους εν λόγω Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Επομένως, το κατά πόσο στοιχειοθετείται ή όχι «καλός λόγος» στην προκειμένη περίπτωση, εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και την φύση της διαδικασίας για την οποία ζητείται η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση Α. Μέσσιος & Sons Ltd κ.α ν. Ανδρέα Λεωνίδα,, Πολ. (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ. 195, σε αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, αναφέρθηκε από το Εφετείο ότι τα στοιχεία που προτίθενται να κατατεθούν με τις νέες ένορκες δηλώσεις, σχετίζονται με τις θέσεις του αντιδίκου στην ένσταση του και δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη μαρτυρία η επανάληψη αρχικών ισχυρισμών αλλά για διευκρινίσεις, ώστε το Δικαστήριο να έχει ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μία αίτηση ενδιάμεσης φύσης, εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ο καλός λόγος είναι συνυφασμένος με την ευχέρεια παρουσίασης του περιεχομένου της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την αρχική ένορκη δήλωση όπως και με την ανάγκη αντίκρουσης της μαρτυρίας του αντιδίκου. Ο κανόνας καθολικής εφαρμογής είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο (Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου Lipa
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976). Στην υπόθεση Kώστα v Kώστα
(2003)1 Α.Α.Δ 269 λέχθηκε ότι η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση αμφισβητούμενων ισχυρισμών είναι ανεπίτρεπτη. Το Δικαστήριο, στο στάδιο εκδίκασης αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν εξετάζει την αξιοπιστία αντίθετων ισχυρισμών και ούτε προβαίνει σε ευρήματα ως προς τα ουσιώδη επίδικα θέματα (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R 263). Αυτό θα γίνει στο τέλος της κύριας δίκης. Παρόλο που δεν είναι απαραίτητο να επισυνάπτεται αυτούσια η συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία επιχειρείται να κατατεθεί, εν τούτοις το Δικαστήριο οφείλει να έχει ενώπιον του τα απαραίτητα στοιχεία για να γνωρίζει το περιεχόμενο αυτής. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 643 . ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχω μελετήσει, με ιδιαίτερη προσοχή, τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ο λόγος για τον οποίο ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι για να απαντηθούν οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση στην ένσταση της, οι οποίοι είναι επί των πλείστων ανυπόστατοι. Προβάλλεται ως λόγος επίσης, ότι το Δικαστήριο αφενός με το να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα έχει μία ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων και αφετέρου θα αντικρουσθούν οι ισχυρισμοί της καθ' η αίτηση οι οποίοι αν παραμείνουν αναντίλεκτοι, θα οδηγήσουν στην απόρριψη της κυρίως αίτησης. Σε σχέση με τα στοιχεία για τα οποία η αιτήτρια ζητεί την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θεωρώ ότι η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη σχετική δικονομική πρόνοια και νομολογία, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί στην προκειμένη περίπτωση υπέρ της αιτήτριας για τους εξής λόγους: (α) Μελετώντας το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προκύπτει ότι αυτή περιέχει γεγονότα και στοιχεία τα οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι αναγκαία να διευκρινισθούν, ώστε αυτό να έχει ενώπιον του μία ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα ως προς τα επίδικα ζητήματα της κυρίως αίτησης και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Επιτρέποντας την καταχώρηση της θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα επίδικα και αμφισβητούμενα γεγονότα. Ο «καλός λόγος» πρέπει να προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία εξειδικεύονται και αναφέρονται έστω και περιληπτικά στην αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και για τα οποία η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία, έτσι ώστε αυτά να απαντηθούν ή να συμπληρωθούν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην προκειμένη περίπτωση, ως έχω αναφέρει, πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. (β) Κρίνω ότι η αιτήτρια είναι δίκαιο να προβάλει τις δικές της θέσεις, μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, εφόσον δεν γνώριζε εκ των προτέρων, δηλαδή κατά την σύνταξη της κυρίως αίτησης της ότι θα προβάλλοντο τέτοιοι ισχυρισμοί από την καθ' ης η αίτηση. (γ)Η αιτήτρια δεν προσπαθεί να εισάξει νέους ισχυρισμούς ή να τροποποιήσει τις αρχικές της θέσεις. Τα στοιχεία που επιχειρούνται να κατατεθούν, δεν αφορούν σε αλλοίωση ή τροποποίηση των αρχικών ισχυρισμών της. Ούτε πρόκειται για ανεπίτρεπτη μαρτυρία. (δ) Τα γεγονότα που περιέχονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, άπτονται επί των ζητημάτων που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει και είναι απόλυτα σχετικά με αυτά. Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρισθεί η πάγια νομολογιακή αρχή, ότι σε αιτήσεις όπου υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα και η ακρόαση της υπόθεσης θα διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που φέρει το βάρος απόδειξης (Luis Vuitton v Δερμοσακ Λτδ κ.α
(1992)1Β Α.Α.Δ 1453). Στην υπόθεση Iacovou Brothers (Construction) Ltd v Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ λέχθηκε επίσης ότι συμπληρωματική ένορκη δήλωση μπορεί να καταχωριστεί από τον αιτητή όταν ισχυρισμοί του αμφισβητούνται και ο αιτητής, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία για να αποσείσει το βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Στην προκειμένη περίπτωση το βάρος αυτό βρίσκεται στους ώμους της αιτήτριας. (ε) τα στοιχεία που προτίθενται να κατατεθούν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση σχετίζονται με τις θέσεις της καθ' ης η αίτηση στην ένσταση της και δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη μαρτυρία αλλά για διευκρινίσεις ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του πλήρη και καθαρή εικόνα. Στη βάση των πιο πάνω όλοι οι λόγοι ένστασης που ήγειρε η καθ' ης αίτηση απορρίπτονται. Ως έχει αναφερθεί, ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος στην προκειμένη περίπτωση από την αιτήτρια, ώστε να της επιτραπεί να καταθέσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σε σχέση με τον 2ολόγο ένστασης που η καθ' ης η αίτηση προβάλλει, ότι δηλαδή υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, αναφέρω τα ακόλουθα: Ανατρέχοντας στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο του φακέλου, τέτοιο συμπέρασμα επ' ουδενί δεν μπορεί να εξαχθεί. Ειδικότερα, όπως προκύπτει, η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 17/07/17 και ορίστηκε πρώτη φορά για οδηγίες στις 03/10/
  1. Στις 03/10/17 η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση ζήτησε χρόνο για καταχώριση ένστασης και η παρούσα αίτηση ορίστηκε για οδηγίες 17/11/
  2. Στις 17/11/17 η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση αιτήθηκε από το Δικαστήριο παράταση χρόνου, 60 ημερών, ώστε να καταχωρίσει σχετική ένσταση. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 02/04/18 και δόθηκαν οδηγίες για σχετικές δημοσιεύσεις. Η ένσταση καταχωρίστηκε στις 23/01/
  3. Στις 02/04/18 εγέρθηκε ζήτημα για τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης. Οι συνήγοροι δήλωσαν από κοινού ότι η ακρόαση της παρούσας αίτησης θα διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Ως εκ τούτου η ακρόαση της αίτησης αναβλήθηκε και αυτή επαναορίστηκε για ακρόαση στις 08/05/
  4. Στις 07/05/18 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση η οποία ορίστηκε στις 31/05/
  5. Στις 08/05/18 αφού ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση πληροφορήθηκε για την καταχώρηση της ζήτησε χρόνο να την μελετήσει ώστε να εξετάσει το ενδεχόμενο ένστασης, χωρίς να θέσει οποιαδήποτε ένσταση στην αναβολή ακρόασης της κυρίως αίτησης, ενόψει και της καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης. Εν πάση περιπτώσει η καθ' ης η αίτηση δεν απέδειξε ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από την καθυστέρηση αυτή ή ότι έχουν πληγεί με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της. Τέλος και ο 3ος λόγος ένστασης είναι ανεδαφικός. Στην ένορκη δήλωση έχει επισυναφθεί το προσχέδιο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με την νομολογία, η μη συμπερίληψη της δεν οδηγεί αβίαστα και χωρίς λόγο στην απόρριψη του εν λόγω αιτήματος. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του την εν λόγω προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Συνεπακόλουθα έχουν τεθεί ενώπιον του τα ζητήματα τα οποία επιχειρεί η αιτήτρια να θέσει συμπληρωματικά. Η μη παράθεση των Τεκμηρίων δεν μπορεί να οδηγήσει στο Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έχοντας ως δεδομένο τα πιο πάνω γεγονότα. Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να βρει πουθενά έρεισμα ούτε και από τη σχετική νομολογία. Σε σχέση τον 7ο λόγο ένστασης ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ελαττωματική, εφόσον αυτή δεν υποβάλλεται από αξιωματούχο της αιτήτριας αλλά από δικηγορικό υπάλληλο χωρίς να αναφέρεται οποιοσδήποτε ικανοποιητικός λόγος για την παράλειψη αυτή, σημειώνω τα ακόλουθα: Το ζήτημα αυτό έτυχε εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορες υποθέσεις. Στην προσφυγή Dulal Dulal v. Δημοκρατίας κ.α. 1045/2005, ημερ. 27.10.2005 το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομερή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για να αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να δώσει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε αυτός στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Για το λόγο αυτό το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Στην απόφαση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolobleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 όπου εξετάσθηκε, μεταξύ άλλων, το θέμα κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης το Ανώτατο Δικαστήριο, ανάφερε τα ακόλουθα: «Με αυτά ως δεδομένα μπορούμε να δεχτούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». Στην πολιτική έφεση Investylia Public Company Ltd v. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση αρ.236/2010, ημερ. 13.6.2013 αναφέρθηκε επίσης επί του προκειμένου τα ακόλουθα: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R,. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. Έφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013).» Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης σε κάθε περίπτωση που δικηγόρος προβαίνει σε ένορκο δήλωση όπου δεν προκύπτει οποιοσδήποτε εμφανής λόγος ο οποίος και δεν θα επέτρεπε στον διάδικο να καταρτίσει την ένορκη δήλωση. Η δε νομολογία την οποία έχω θέσει ανωτέρω δεν δημιουργεί κανόνα που θέλει πάντοτε ο ομνύοντας μιας ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αίτηση να είναι ο ίδιος ο διάδικος. Βεβαίως, η αρχή ότι δεν είναι επιθυμητό όπως οι δικηγόροι εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο εκτός εάν καταστεί αναγκαίο, εξακολουθεί να ισχύει. Στη παρούσα υπόθεση, ως έχει αναφερθεί, προβαίνει σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης η XXXXX Μορφή, δικηγορικός υπάλληλος. Στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης προβάλλεται ως λόγος που προβαίνει η ίδια στην παρούσα ένορκη δήλωση και όχι η ίδια η αιτήτρια ότι «γνωρίζει τα γεγονότα από το φάκελο της υπόθεσης τον οποίο τηρεί στα πλαίσια των καθηκόντων της, από πληροφορίες που έλαβε από τους αιτητές και από νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του γραφείου μας που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές να προβώ στην παρούσα αίτηση». Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνώ πλήρως με την θέση του ευπάιδευτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση περί ελαττωματικότητας της αίτησης. Τα ζητήματα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αμιγώς νομικά ζητήματα και δεν αφορά ουσιώδη πραγματικά γεγονότα. Επομένως κατά την κρίση του Δικαστηρίου η αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ελαττωματική και παράτυπη κάτω υπό τις περιστάσεις αυτές για τον λόγο ότι η ένορκη δήλωση δεν έγινε από τον ίδιο τον διάδικο. Η ενόρκως δηλούσα ανάφερε από που άντλησε πληροφορίες και συμβουλές και ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση. Έπεται πως και ο 7ος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι η πλευρά της αιτήτριας αποκαλύπτει καλό λόγο για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με τα πιο πάνω στοιχεία, καθότι με αυτή δίνεται η ευκαιρία στην πλευρά της αιτήτριας να παραθέσει τις δικές της απαντήσεις, θέσεις και διευκρινίσεις επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της καθ' ης η αίτηση και έτσι το Δικαστήριο να έχει την πλήρη εικόνα των θέσεων των δύο πλευρών και των γεγονότων που αφορούν την αίτηση για την έκδοση διατάγματος διάλυσης της εταιρείας. Αναμφίβολα το εν λόγω μέτρο για διάλυση της καθ' ης η αίτηση είναι δραστικό για τη συνέχιση λειτουργίας της καθ' ης η αίτηση και επομένως το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιον του όλα τα γεγονότα ώστε να αποφασίσει ορθά και δίκαια. Υπό τις περιστάσεις και για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα που να επιτρέπει στην αιτήτρια να καταχωρήσει μέσα σε 15 μέρες από την σύνταξη του διατάγματος συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ως το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται στην παρούσα αίτηση. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.