ARIADNE CONSULTING FZE ν. HELLAS-SAT CONSORTIUM LIMITED, Αρ. Αγ.: 384/17, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 384/17 ARIADNE CONSULTING FZE Ενάγουσα ν. HELLAS-SAT CONSORTIUM LIMITED Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 5/12/2017 (για ασφάλεια εξόδων) Ημερομηνία: 29/03/19 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: O κ. Γ. Νικολάου για George Pamboridis LLC Για τον καθ' ου η αίτηση: O κ. Γ. Τσαρδελλής για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα, εταιρεία με έδρα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αξιώνει από την εναγόμενη, επίσης εταιρεία με έδρα την Κυπριακή Δημοκρατία, αποζημιώσεις στη βάση του ότι η τελευταία τερμάτισε παράνομα τη μεταξύ τους συμφωνία, επίσης, αξιώνει επιπλέον και διάφορα άλλα ποσά τα οποία η εναγόμενη όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα στη βάση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Η εναγόμενη καταχώρισε την Υπεράσπιση της στις 11/4/17 και η ενάγουσα στις 29/5/17 καταχώρησε την Απάντηση της. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, με βάση τις δικογραφημένες θέσεις τους, ότι η ενάγουσα και η εναγόμενη κατάρτισαν γραπτή σύμβαση, ημερομηνίας 01/03/16, με τίτλο "Consultancy Agreement" (στο εξής καλούμενη «η συμφωνία»). ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την υπό κρίση αίτηση, η εναγόμενη-αιτήτρια (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια») αξιώνει από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση (στο εξής καλούμενη «η καθ' ης η αίτηση») όπως, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του Διατάγματος ή εντός οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο, παράσχει ασφάλεια για τα έξοδα της αιτήτριας αναφορικά με την εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής, για το ποσό των €12,481.91 και/ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε κριθεί εύλογο από το Δικαστήριο. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της διαδικασίας εκδίκασης της απαίτησης της καθ' ης η αίτηση στην πιο πάνω αγωγή μέχρις ότου παρασχεθεί από αυτήν η υπό την παράγραφο (Α) ανωτέρω ασφάλεια εξόδων. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ότι σε περίπτωση που η υπό παράγραφος (Α) ανωτέρω ασφάλεια εξόδων δεν παρασχεθεί μέσα στην καθορισμένη προθεσμία, η απαίτηση της καθ' ης η αίτηση εναντίον αιτήτριας να θεωρείται ως απορριφθείσα με έξοδα εναντίον της καθ' ης η αίτηση και υπέρ της αιτήτριας Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.
(1)
(2),
(3),
(4)και
(9)(t), Δ.60 θ.θ.
(1),
(2),
(5)και
(6)και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του XXXXX Πρωτοπαπά, Γενικού Διευθυντή στην αιτήτρια, και ο οποίος αναφέρει, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Η αιτήτρια, με την υπό κρίση αίτηση, εξαιτείται την έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων. Όπως έχει πληροφορηθεί η έδρα της καθ' ης η αίτηση δεν βρίσκεται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, ούτε και σε οποιοδήποτε κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά βρίσκεται στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Όπως, περαιτέρω, έχει πληροφορηθεί, η καθ' ης η αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Στην περίπτωση που απορριφθεί η απαίτηση της στην αγωγή, η αιτήτρια δεν θα μπορέσει να ανακτήσει τα έξοδα που θα υποστεί από την εκδίκαση της αγωγής. Η αιτήτρια έχει καλή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, εφόσον αυτή εδράζεται στη θέση της ότι ορθά, νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισε την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία εφόσον η καθ' ης η αίτηση παραβίασε ουσιώδεις όρους αυτής. Ως έχω πληροφορηθεί από τους δικηγόρους της αιτήτριας, η απαίτηση της καθ' ης η αίτηση έχει καθοριστεί στην κλίμακα €50.000 - €100.
- Μετά από υπολογισμό των συνηγόρων της αιτήτριας τα πιθανολογούμενα ή μελλοντικά δικηγορικά έξοδα αναμένεται να ανέλθουν περίπου στο ποσό των €12.481,91, ως εμφαίνεται στο συνημμένο ως Τεκμήριο 1 κατάλογο εξόδων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι, εν κατακλείδι, η θέση της ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση εγείροντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τα γεγονότα που αναφέρονται στην Αίτηση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν είναι ελλιπή και/ή ανεπαρκή και/ή ατεκμηρίωτα και δεν δικαιολογούν και/ή δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή και/ή ισχυρή υπόθεση στην αγωγή και/ή αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής της.
- Η Αίτηση αποτελεί προϊόν κακοπιστίας και/ή κατάχρηση της διαδικασίας και/ή έχει σκοπό, στην απουσία καλής και βάσιμης υπεράσπισης, να εκτροχιάσει την υπόθεση και/ή να οδηγήσει στην αναστολή και/ή απόρριψη της Αγωγής.
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει την οικονομική δυνατότητα σε αυτό το στάδιο να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια εξόδων και τυχόν έγκριση του αιτήματος θα οδηγήσει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο το οποίο διασφαλίζεται από το Σύνταγμα.
- Το ποσό που επιζητεί η Αιτήτρια να καταβληθεί από την Καθ' ης η Αίτηση ως ασφάλεια εξόδων είναι υπερβολικό και/ή παράλογο και/ή αδικαιολόγητα και/ή εκ προθέσεων διογκωμένο και είναι τόσο υψηλό, που στην ουσία αποστερεί από την Καθ' ης η Αίτηση το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
- Ο τρόπος με τον οποίο έχει υπολογιστεί το ύψος του ποσού που επιζητείται να καταβληθεί ως ασφάλεια εξόδων, είναι λανθασμένος και/ή αντικανονικός και/ή αντίθετος με τη συνήθη πορεία και/ή διάρκεια ακροαματικής εκδίκασης υποθέσεων παρόμοιας φύσης.
- Η χρονική προθεσμία των 30 ημερών που ζητείται να δοθεί για πληρωμή είναι αδικαιολόγητα και/ή υπερβολικά και/ή εκβιαστικά σύντομη και σε περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο διατάξει την καταβολή οποιουδήποτε ποσού ως ασφάλεια εξόδων, θα πρέπει να δοθεί εύλογος χρόνος για την καταβολή του όχι λιγότερος των 90 ημερών.
- Η Αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και λανθασμένη. Η Αίτηση δεν στηρίζεται στους απαραίτητους σχετικούς Κανονισμούς και/ή στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή στις αρχές που έχει καθιερώσει η Νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων». Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Τσαρδελλή, δικηγόρου στην δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την καθ' ης η αίτηση, ο οποίος, συνοπτικά, αναφέρει τα ακόλουθα: Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση είναι αόριστη και ατεκμηρίωτη καθότι δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα από τα οποία να προκύπτει η ισχυριζόμενη μελλοντική ανικανότητα της καθ' ης η αίτηση να προβεί σε πληρωμή του ποσού δικηγορικών εξόδων που τυχόν θα επιδικαστεί εναντίον της. Ως εκ τούτου, η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, με το να προσκομίσει δηλαδή αξιόπιστη μαρτυρία από την οποία να υπάρξει εύλογη υπόνοια ότι η καθ' ης η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να καταβάλει τα έξοδα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η καθ' ης η αίτηση τη δεδομένη στιγμή δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια εξόδων, αφού την περίοδο αυτή βρίσκεται σε μια έκτακτη και προσωρινή οικονομική ύφεση λόγω αυξημένων εξόδων και περιορισμένων εσόδων. Προς τεκμηρίωση των θέσεων του κατάθεσε σχετική τραπεζική κατάσταση λογαριασμού της καθ' ης η αίτηση (Τεκμήριο 1), η οποία δείχνει ως υπόλοιπο το ποσό των €777.
- Η παρούσα οικονομική κατάσταση της καθ' ης η αίτηση θα αλλάξει προς το καλύτερο εφόσον τη δεδομένη χρονική στιγμή παρέχει τις υπηρεσίες της στην εταιρεία CPCS Technologies Ltd, δυνάμει σχετικής συμφωνίας (Τεκμήριο 2) και θα πληρωθεί μόνο σε περίπτωση επιτυχούς έκβασής της, μεταξύ των μερών, πιο πάνω συμφωνίας. Με βάση τη συμφωνία η καθ' ης η αίτηση ανέλαβε την υποχρέωση να φέρει σε επαφή την πιο πάνω εταιρεία με συγκεκριμένους υποψήφιους πελάτες. Σε περίπτωση που οι υποψήφιοι πελάτες καταλήξουν σε συμφωνία συνεργασίας μαζί με την πιο πάνω αναφερόμενη εταιρεία, τότε η καθ' ης η αίτηση θα λάβει ως "success fee" ποσοστό 25%, επί των καθαρών εσόδων που θα εισπράξει η πιο πάνω εταιρεία από τους υποψηφίους πελάτες. Όπως έχει πληροφορηθεί, η εν λόγω εταιρεία βρίσκεται πολύ κοντά σε συμφωνία συνεργασίας με έναν εκ των υποψηφίων πελατών και σε περίπτωση που ολοκληρωθεί η συμφωνία, η καθ' ης η αίτηση θα λάβει περίπου αμοιβή ύψους €175.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης, δεδομένου της οικονομικής αδυναμίας της καθ' ης η αίτηση, θα είναι καταστροφική για την προώθηση της παρούσας αγωγής και θα οδηγήσει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης της στο Δικαστήριο κατά παράβαση του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, η καθ' ης η αίτηση έχει ισχυρή υπόθεση στην παρούσα αγωγή και μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας, με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά μειωμένη η πιθανότητα να υπάρξει στην πραγματικότητα υποχρέωση για καταβολή των εξόδων της διαδικασίας. Ειδικότερα η αιτήτρια τερμάτισε παράνομα την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία (Τεκμήριο 3) χωρίς να έχει δικαίωμα και χωρίς να πληρείται μια εκ των προϋποθέσεων (a) - (j) της παραγράφου 20.2 της Σύμβασης. Ούτε και η εκ μέρους της αιτήτριας Υπεράσπιση έπληξε καθ' οιονδήποτε τρόπο την ισχύ και τη βασιμότητα των ισχυρισμών της καθ' ης η αίτηση. Συνεπώς η αίτηση είναι κακόπιστη και η καταχώρηση της αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον έχει ως μοναδικό σκοπό να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη της αγωγής, χωρίς να ακουστεί η ουσία της. Περαιτέρω, η αιτήτρια αξιώνει την καταβολή, ως ασφάλεια εξόδων, ενός υπέρογκου και υπερβολικού ποσού. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, είναι, εν κατακλείδι, η θέση του ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη μέσων γραπτών αγορεύσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ως προς τις θέσεις τους παραπέμποντας το Δικαστήριο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Τα όσα και οι δύο πλευρές ανάφεραν έχουν ληφθεί δεόντως υπόψιν και αναφορά σε αυτά θα γίνει όταν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Αξίζει να σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι καμία πλευρά δεν άσκησε το δικαίωμά της για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Επομένως η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται, κυρίως στη Διαταγή 60 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διέπει το ζήτημα της παροχής ασφάλειας εξόδων από ενάγοντα σε μια αγωγή. Ειδικότερα η Δ. 60 διαλαμβάνει ότι: "A plaintiff (and, in respect of a counter-claim which is not merely in the nature of a set-off, a defendant) ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης may, at any stage of the action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus ή σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων." Όπως συνάγεται από το λεκτικό της πιο πάνω διαταγής, αλλά όπως προκύπτει και από την σχετική επί του θέματος Νομολογία (Standard Fruit Company (Bermuda) Limited v. Gold Seal Shipping Company Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 121) το ζήτημα της χορήγησης ασφάλειας εξόδων καθώς και το ύψος αυτής, ανήκει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο ασκεί τη δικαστική του κρίση ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Υποβάλλεται δε σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στην εν λόγω υπόθεση, επίσης, τονίσθηκε ότι η πρόνοια για ασφάλεια εξόδων, σκοπό έχει να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα δοθούν υπέρ του στις περιπτώσεις που ο ενάγοντας είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και διατάξει ασφάλεια εξόδων και ο ενάγοντας δεν συμμορφωθεί, η Δ.60
(5)καθορίζει το ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες από τη μη συμμόρφωση του. Παραθέτω αυτούσια την εν λόγω διάταξη: «Where the Court orders security for costs to be given it may stay the proceedings in the action until such security is given, and in the event of the security not being given within the time appointed may dismiss the action.» Στην υπόθεση The Continental Insurance Company of Hampshire v. Sac Eugene O' Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087 τέθηκαν οι παράγοντες που εξετάζονται από το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του ως προς το αίτημα για χορήγηση ασφάλειας εξόδων. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα «Με δεδομένη λοιπόν την εξουσία για έκδοση της αιτηθείσας εξασφάλισης εξόδων, θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε το κατά πόσο η οικονομική αδυναμία του εφεσίβλητου δικαιολογούσε τη μη έκδοση σχετικής διαταγής. Η εξουσία είναι διακριτική. Παρέχεται ώστε σε περίπτωση αποτυχίας ενάγοντος ο οποίος δεν βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας, η διαταγή για έξοδα προς όφελος εναγομένου να μην παραμείνει χωρίς δυνατότητα εκτέλεσης. Εφόσον πληρούται η τιθέμενη προϋπόθεση συνήθους διαμονής του ενάγοντος στο εξωτερικό, "οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας ...... είναι κατεξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντος περιουσίας και ιδίως ακίνητης ....... στην Κύπρο και η ισχύς της υπόθεσης του": βλ. Alahmari v. Alia Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434, στη σελ. 436». Όπως επίσης έχει διευκρινιστεί ακόμα όμως και να ισχύουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, δηλαδή ο ενάγοντας να διαμένει στο εξωτερικό και να μην έχει οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο, δεν δημιουργούν άκαμπτο κανόνα έγκρισης του αιτήματος για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων. Δηλαδή, δεν είναι ορθό να λεχθεί ότι διάταγμα παροχής ασφάλειας για τα έξοδα εκδίδεται απαραίτητα σε κάθε τέτοια περίπτωση. Όταν συμβαίνει αυτό το Δικαστήριο αποκλίνει στην έκδοση του διατάγματος, εκτός αν τα περιστατικά υποστηρίζουν ότι είναι δίκαιο να μην εκδοθεί τέτοιο διάταγμα (Sally Line Ltd v. Greenmar Navigation Limited κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 633) και ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης καθιστούν άδικη την έκδοση τέτοιας διαταγής. Μια από τις περιστάσεις αυτές, όπως επίσης προκύπτει μέσα από την νομολογία, είναι ότι η άσχημη οικονομική κατάσταση του ενάγοντα δεν μπορεί να απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης του στο Δικαστήριο υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της ΕΣΔΑ. (Vincent David Conway v. Νικηφόρου Ηλία
(2002)I Α.Α.Δ. 1653 και The Continental Insurance Company of Hampshire v. Sac Eugene O' Regan (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης v. Πέτρου κ.α.
(2003)I A.A.Δ. 1698 λέχθηκε ότι αν ο ενάγοντας δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα, το αίτημα για παροχή ασφάλειας εξόδων απορρίπτεται. Το Δικαστήριο κατέληξε σε τέτοιο συμπέρασμα λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάγκη διασφάλισης της συνταγματικής επιταγής της ελεύθερης και απρόσκοπτης πρόσβασης του ενάγοντα στο Δικαστήριο υπερτερεί έναντι των υπολοίπων παραγόντων που το Δικαστήριο εξετάζει. Όσον αφορά το ύψος του ποσού ασφάλειας εξόδων, έχει λεχθεί πιο πάνω ότι εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα έξοδα όμως δεν πρέπει να είναι ούτε φανταστικά αλλά ούτε καταπιεστικά (Standard Fruit Company (Bermuda) Limited v. Gold Seal Shipping Company Ltd(ανωτέρω)). Έχοντας παραθέσει τις πιο πάνω αρχές προχωρώ ευθύς αμέσως να τις υπαγάγω στα επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Καταρχάς, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι η καθ' ης η αίτηση δεν είναι Κυπριακή εταιρεία αλλά είναι εταιρεία η οποία είναι εγγεγραμμένη στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εκτός δηλαδή της επικρατείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, κρίνω ότι υπάρχει η βάση και το θεμέλιο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου, ώστε να εκδώσει διάταγμα στη βάση της Δ.
- Αποτελεί, επίσης, κοινό έδαφος ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία, είτε κινητή είτε ακίνητη, στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Από τα ενώπιον μου όμως στοιχεία και δεδομένα διαφαίνεται ότι η καθ' ης η αίτηση, τη δεδομένη στιγμή, βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στο Δικαστήριο για ασφάλεια των εξόδων της αιτήτριας. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της αυτού, η καθ' ης η αίτηση κατάθεσε αντίγραφο του τραπεζικού της λογαριασμού (Τεκμήριο 1) το οποίο δείχνει ότι φέρει υπόλοιπο το ποσό των €777.
- Η θέση της αυτή, δηλαδή περί οικονομικής της αδυναμίας, έχει παραμείνει αναντίλεκτη, εφόσον η αιτήτρια δεν ζήτησε την αντεξέταση του ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αλλά ούτε και καταχώρησε οποιαδήποτε άλλη επιπρόσθετη μαρτυρία επί του ζητήματος αυτού. Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρισθεί η πάγια νομολογιακή αρχή, ότι σε αιτήσεις όπου υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα και η ακρόαση της υπόθεσης θα διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που φέρει το βάρος απόδειξης (Luis Vuitton v Δερμοσακ Λτδ κ.α
(1992)1Β Α.Α.Δ 1453). Υπενθυμίζω εδώ τον κανόνα ότι στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υποβάθρου, να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (Κ. Λ. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1527, Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Λεόντιου Κωστρίκη v. Motion Auromotives Ltd κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Αυτή η παράλειψη θεωρώ ότι ενεργοποιεί τις παγίως νομολογημένες αρχές σε σχέση με το πώς αποσείεται το βάρος απόδειξης που φέρει ένας διάδικος, αλλά και το πώς επενεργεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας η παράλειψη αντεξέτασης. Εδώ κρίνεται αναγκαία η παράθεση των αναφορών από τον λόγο στην υπόθεση Frederickou Schools Ltd. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό: «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα Δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στον μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει τον μάρτυρα». Στην προκειμένη περίπτωση οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση ουδόλως αμφισβητήθηκαν, εφόσον η αιτήτρια παρέλειψε να προβεί σε οποιεσδήποτε προσπάθειες απόσεισης του βάρους απόδειξης που τη βαραίνει, δηλαδή να αντικρούσει τον ισχυρισμό περί οικονομικής αδυναμίας της καθ' ης η αίτηση. Ενόψει των δεδομένων αυτών το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι την δεδομένη στιγμή η καθ' ης η αίτηση βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση. Η θέση αυτή δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι, όπως αναφέρει η ίδια, ως ισχυρίζεται, ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα εισπράξει ένα ποσό της τάξης των €175.000 από κάποια τρίτη εταιρεία για τις υπηρεσίες που έχει προσφέρει. Είναι ένα γεγονός το οποίο είναι αβέβαιο και υπάρχει πιθανότητα, έστω και αμυδρή, εν τέλει να μην ολοκληρωθεί η πράξη για την οποία η καθ' ης η αίτηση θα λάβει αμοιβή με αποτέλεσμα η δεινή της οικονομική κατάσταση να παραμείνει η ίδια. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε μελλοντικά και αβέβαια γεγονότα. Το βάρος απόδειξης ότι η έκδοση του διατάγματος θα στερήσει στον ενάγοντα το δικαίωμα πρόσβασης του στην δικαιοσύνη, το έχει ο διάδικος που το επικαλείται. Στην προκειμένη περίπτωση το έχει η καθ' ης η αίτηση. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα και υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ότι η καθ' ης η αίτηση το απέσεισε. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, το δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση για ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση στα Κυπριακά Δικαστήρια, θα παραβιαστεί σε περίπτωση που υποχρεωθεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό ως ασφάλεια εξόδων, τη δεδομένη χρονική στιγμή. Διαφορετική θα ήταν η προσέγγιση του Δικαστηρίου αν υπήρχαν στοιχεία ότι η καθ' ης η αίτηση βρίσκεται σε οικονομική κατάσταση και σε θέση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως ασφάλεια εξόδων. Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που η οικονομική αδυναμία της καθ' ης η αίτηση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για ασφάλεια έναντι των εξόδων της αιτήτριας, θα στερήσει την πρόσβαση της στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να παραβιασθούν τα συνταγματικά της δικαιώματα. Στην υπόθεση The Continental Insurance Company of Hampshire v. Sac Eugene O' Regan(ανωτέρω) λέχθηκαν επί του προκειμένου τα εξής σχετικά: Εκείνο που βαραίνει στη σκέψη μας είναι η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του εφεσιβλήτου. Η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας. Οπότε θα του εστερείτο η πρόσβαση στο δικαστήριο η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών: βλ. Airey Case Judgment of 9 October 1979, Series A, No. 32 p. 15 και Andronicou and Constantinou Judgment of 9 October 1997. Βέβαια, η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτή σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Όπως ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην X. v. Sweden, απόφαση ημερ. 28 Φεβρουαρίου 1979, στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσείουσας: ".............. it cannot be assumed that a request for security would automatically prevent a foreign plaintiff from access to the courts, since he might have sufficient means for providing the security. In other words, it would appear to depend on an examination of the application of the 1886 Act in a concrete case as to whether or not a demand for security could be considered to amount to a denial of access to the courts contrary to the provisions of the Convention." Κατά την άποψή μας, η έκδοση διαταγής για εξασφάλιση εξόδων δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ' όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις όποιες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων εναγομένου: βλ. Michiels v. The Empire Palace Ltd [1892] 66 L.T.R. 132. Το ίδιο δεν πρέπει η οικονομική αδυναμία ενάγοντος εκτός δικαιοδοσίας να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο δικαστήριο. Αυτή η διάσταση υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο όπου την αγωγή δεν την κίνησε ο διάδικος από τον οποίο ζητείται η εξασφάλιση και ο οποίος, με δεδομένη πια την εμπλοκή του, χρησιμοποίησε τις προσφερόμενες από το σύστημα διαδικασίες για τη διεκδίκηση των όποιων συναφών δικαιωμάτων του». Στη δε υπόθεση Πέτρου (ανωτέρω) λέχθηκε ότι: «Η νομική πτυχή του ζητήματος έχει ευθυγραμμιστεί από τη νομολογία μας, στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος μας και στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που έχει κυρωθεί από την πολιτεία μας με το Ν. 39/62. Οι σχετικές αποφάσεις είναι: Continental Ins.co of Hampshsire v. O'Regan
(1998)1 A.Α.Δ. 1087, που υιοθετήθηκε και στην πολιτική έφεση 11265 Vincent David Conway ν. Νεόφυτου Ηλία, ημερ. 21.10.2002. Στις πιο πάνω υποθέσεις αντικείμενο συζήτησης ήταν η Δ.60 θ.1, που προνοεί για ασφάλεια εξόδων όταν ενάγων στην αγωγή ή εφεσείων σε έφεση είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και στερείται οποιασδήποτε περιουσίας στην Κύπρο. Οι νομικές όμως αρχές που ισχύουν για την πιο πάνω διάταξη, και τη Δ.35 που μας αφορά, είναι οι ίδιες. Η θεμελιακή σκέψη είναι πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης, έχει ως βάση τη δυνατότητα του ενάγοντος, ή του εφεσείοντος ανάλογα με την περίπτωση, να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Αν δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα το αίτημα απορρίπτεται. Η λογική πίσω από τη σκέψη έγκειται στην αρχή πως, αν η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, τότε δεν εκδίδεται η διαταγή. Υπερισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, που διασφαλίζουν οι πιο πάνω συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις. Στην υπόθεση που εξετάζουμε οι ίδιοι οι αιτητές αναφέρουν στην ένορκη τους δήλωση πως προχώρησαν με εκτέλεση των αποφάσεων εναντίον του καθ΄ου η αίτηση, η οποία όμως δεν τελεσφόρησε γιατί δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσία. Αφήνεται δε να νοηθεί, πως ο καθ' ου η αίτηση δεν πληρώνει γιατί δεν έχει τα μέσα. Τα ίδια ισχυρίζεται και ο καθ΄ ου στην ένσταση του.» Έχω λάβει υπόψη τη θέση των ευαπίδευτων συνηγόρων της αιτήτριας ότι το Τεκμήριο 1 το οποίο κατατέθηκε από την καθ' ης η αίτηση με σκοπό να τεκμηριώσει την οικονομική της αδυναμία δεν είναι ενδεικτικό και δεν δικαιολογεί την θέση της ότι η ίδια βρίσκεται σε οικονομική αδυναμία. Είναι η θέση τους ότι από την σχετική κατάσταση λογαριασμού της καθ' ης η αίτηση έγιναν μεταφορές χρημάτων από άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς της και οι οποίοι δεν έχουν αποκαλυφθεί. Καταρχάς τέτοια αναφορά γίνεται στην αγόρευση των συνηγόρων της αιτήτριας. Έχει νομολογηθεί ότι η αγόρευση των διαδίκων δεν μπορεί επ' ουδενί λόγο να εξομοιωθεί με μαρτυρία (Κυριάκου v Δημοκρατίας
(1996)4 Α.Α.Δ.1594). Πέραν τούτου όφειλε η αιτήτρια να λάβει δικονομικά μέτρα εφόσον αμφισβητεί το γεγονός αυτός κάτι που όμως δεν έπραξε στην προκειμένη περίπτωση (Iacovou Brothers (Construction Ltd v. Fashionwise Ltd), ως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Στρεφόμενος στην ισχύ της υπόθεσης της καθ' ης η αίτηση διαπιστώνω ότι αυτή έχει προοπτική επιτυχίας, χωρίς βεβαίως να αξιολογείται οποιαδήποτε εκδοχή αλλά και σε καμιά περίπτωση να προαποφασίζεται το αποτέλεσμα και η ουσία της. Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις την ενάγουσας, οι διάδικοι υπέγραψαν γραπτή συμφωνία "Consultancy Agreement". Η αιτήτρια έχει δικαίωμα 'αμέσου τερματισμού της πιο πάνω Συμφωνίας σε περίπτωση που επισυμβεί οτιδήποτε αναφέρεται στις υποπαραγράφους (
- a)- (
- j)της παραγράφου 20.2 της Συμβάσης. Περαιτέρω με βάση την παράγραφο 20.4 δίδεται επίσης το δικαίωμα σε οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη να τερματίσουν τη Σύμβαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο δίδοντας γραπτή προειδοποίηση 1 μήνα προηγουμένως. Σε τέτοια περίπτωση και εάν η Σύμβαση τερματισθεί από την αιτήτρια, η καθ' ης η αίτηση θα δικαιούται αμοιβής (Non Renewel Fee και Termination Fee). Η αιτήτρια, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις της καθ' ης η αίτηση τερμάτισε αδικαιολόγητα και με άμεση ισχύ την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, αποστέλλοντας προς τούτο σχετική επιστολή. Η αιτήτρια από την άλλη, μέσω της υπεράσπισης της, παραδέχεται το γεγονός ότι οι διάδικοι μεταξύ τους υπέγραψαν την πιο πάνω Συμφωνία. Είναι όμως η θέση της ότι ο τερματισμός της Σύμβασης ήταν νόμιμος και απόλυτα δικαιολογημένος καθότι η καθ' ης η αίτηση παραβίασε τον όρο 18.2 της Σύμβασης, εφόσον ο υπάλληλος της καθ' ης η αίτηση δεν κατείχε τις γνώσεις και την εμπειρία σε ζητήματα προώθησης διαφήμισης και προσβολής, όπως ο ίδιος παρουσίασε τον εαυτό του. Τα πιο πάνω ζητήματα, κατά πόσο ο εκ μέρους της αιτήτριας τερματισμός δικαιολογείται ή όχι είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Στη βάση των πιο πάνω και συγκρίνοντας το περιεχόμενο της Ε/Α με τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση της καθ΄ ης η αίτηση περαιτέρω ότι η προβαλλόμενη εκδοχή της έχει λογικά καλή προοπτική επιτυχίας, χωρίς βέβαια να αποκλείεται και η απόρριψη της κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Διαφαίνεται από τα δικόγραφα ότι η παρούσα δεν είναι η περίπτωση όπου μπορεί να θεωρηθεί είτε ότι δεν υφίσταται καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, είτε η Υπεράσπιση είναι ξεκάθαρα αδύναμη. Περαιτέρω στο στάδιο αυτό δεν μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα αναφορικά με την ισχύ της υπόθεσης της καθ' ης η αίτηση σε συνάρτηση με την υπεράσπιση της αιτήτριας με αποτέλεσμα ο παράγοντας αυτός να είναι ουδέτερος και για τις δύο πλευρές. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ο 1ος, 2ος και 4ος λόγος ένστασης επιτυγχάνουν εφόσον τυχόν έγκριση του αιτήματος της αιτήτριας, θα αποστερήσει ουσιαστικά από την καθ' ης η αίτηση, τη δεδομένη χρονική στιγμή, την πρόσβαση της στο Δικαστήριο. Η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης παρέλκει. Συνεπακόλουθα, υπό το φως των πιο πάνω και στη βάση των δεδομένων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και αφού συνεκτίμησα όλους τους σχετικούς παράγοντες, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, τη δεδομένη στιγμή, επιτάσσει όπως το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και απορρίψει την αίτηση. Δεν βλέπω λόγο γιατί να αποκλίνω από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται και στα έξοδα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα δε θα είναι όμως πληρωτέα μετά την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. (Υπ.)............... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο