Συμεού Ζένιου ν. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα, Αριθμός Αγωγής:905/2018, 10/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής:905/2018 XXXXX Συμεού Ζένιου Ενάγοντας ν. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 10/1/2019 (για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) Ημερομηνία: 10/5/19 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Η κα. Μ. Πάσιη Για την καθ' ης η αίτηση: Η κα. Ε. Ζουβάνη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2, r.1), ημερομηνίας 24/7/18, που ο Ενάγοντας-Αιτητής (στο εξής καλούμενος «ο αιτητής») καταχώρησε, εξαιτείται από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η ειδοποίηση Τύπος «Ι» που επιδόθηκε από την Εφεσίβλητη-Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής καλούμενη «η καθ' ης η αίτηση») στον αιτητή καθώς και διάφορες αναγνωριστικές δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι η υποθήκη με αρ. 4/Υ/3867/2008 του Eπαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας είναι άκυρη και παράνομη εφόσον παραβιάζει διάφορες πρόνοιες του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 καθώς και δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι όροι της συμφωνίας δανείου μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τους τόκους είναι καταχρηστικοί, παράνομοι και άκυροι. Στις 3/9/18 ο αιτητής καταχώρησε την Έκθεση Απαίτησης του και η καθ' ης η αίτηση στις 27/9/18 καταχώρησε την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της. Στις 4/10/18 καταχωρίστηκε από τον Αιτητή Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΈΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Ακολούθως στις 10/1/19 ο αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση μονομερή αίτηση με την οποία εξετείται από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στην εναγόμενη και/ή αξιωματούχους και/ή εντολοδόχους αυτής από του να προωθούν την πώληση και/ή εκποίηση και/ή πλειστηριασμό του ακινή6του με αριθμό εγγραφής ακινήτου ακινήτου 0/3XX8, Φ/Σχ. 1-XXXX-3735, τμήμα, 8, τεμάχιο 1X9 εγγεγραμμένο μερίδιο 1/4, Ορμήδεια, Λάρνακα (στο εξής καλούμενο «το ακίνητο») και/ή του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό υποθήκης 4/Υ/3867/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VI και/ή του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (ως έχει τροποποιηθεί) και/ή άλλως πως, μέχρι της πλήρους εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει την ειδοποίηση Τύπος ΙΑ και/ή την οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (ως έχει τροποποιηθεί) και/ή άλλως πως και/ή την σκοπούμενη πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου στις 13/5/2019 το οποίο φέρει αριθμό εγγραφής ακινήτου 0/3XX8, Φ/Σχ. 1-XXXX-3735, τμήμα 8, τεμάχιο 1X9, εγγεγραμμένο μερίδιο ¼, Ορμήδεια, Λάρνακα, μέχρι της πλήρους εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου ως επίσης και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 29, 30 και 42 αυτού, στα άρθρα 16
(1), 26
(1), 28, 30 του Συντάγματος, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ. 1-
- 8 και 9, Δ.64, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν. 9/1965)ως έχει τροποποιηθεί έως σήμερα και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 44 Α έως 44 ΙΑΑ, στις αρχές τις επιείκειας και του κοινοδικαίου στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της παρούσας αίτησης εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του αιτητή, ο οποίος συνοπτικά, αναφέρει τα ακόλουθα: Κατά ή περί την 29/5/2008, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, η καθ' ης η αίτηση συμφώνησε όπως του παραχωρήσει δάνειο ή/και πιστωτικές διευκολύνσεις σε λογαριασμό για το ποσό των €20.000 (Τεκμήριο 1). Προς τούτο, η καθ' ης η αίτηση άνοιξε και λειτούργησε λογαριασμό στο όνομά του, με αριθμό 7289179-
- Για την παραχώρηση του εν λόγω δανείου, του ζητήθηκε όπως υποθηκεύσει ως εξασφάλιση το ακίνητο του (Τεκμήριο 2).
- Η καθ'ής η αίτηση ουδέποτε τον ενημέρωσε για τους οποιουσδήποτε συναλλαγματικούς κινδύνους με το που έλαβε την εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση, για την οποία μάλιστα υποθηκεύτηκε και το ως άνω αναφερόμενο ακίνητο.
- Περαιτέρω, ο τρόπος διατύπωσης των ρητρών του δανείου όχι μόνο δεν ήταν σαφής και κατανοητός από γραμματικής άποψης, αλλά και ειδικότερα οι όροι που αναφέρονται ή και καθόριζαν το επιτόκιο ή τον τόκο με τον οποίο θα έπρεπε να χρεώνεται ο επίδικος λογαριασμός δανείου είναι καταχρηστικοί, αόριστοι, ασαφούς περιεχομένου και ως εκ τούτου άκυροι και ανεφάρμοστοι.
- Συνεπεία αυτού, η καθ' ης η αίτηση τον άφησε με την εντύπωση ότι οι δόσεις μου θα παρέμεναν σταθερές καθ' όλη τη διάρκεια του δανείου και δεν θα αυξάνονταν.
- Εντούτοις, διαφάνηκε στην πορεία ότι ενώ κατέβαλλε δόσεις, το υπόλοιπο του δανείου του αυξανόταν αντί να μειώνεται. Και αυτό διότι το επιτόκιο και ο τόκος με τον οποίο θα έπρεπε να χρεώνεται ο επίδικος λογαριασμός δανείου είναι/ή και ήταν καταχρηστικός ή/και αόριστος.
- Η καθ' ης η αίτηση ουδέποτε τον ενημέρωσε με σαφή και κατανοητό τρόπο για τον τρόπο χρέωσης του λογαριασμού και παρ' όλα αυτά δεν του δόθηκε καν το δικαίωμα να διαπραγματευτεί τον τρόπο και τους όρους αποπληρωμής του δανείου με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού να αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό. Περαιτέρω, υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες στη σύμβαση, οι οποίες δεν αποτέλεσαν καν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης αλλά και είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων, όπου ουσιαστικά δεν του δόθηκε το δικαίωμα να επηρεάσει στον παραμικρό βαθμό το περιεχόμενο τους, ούτε καν να λάβει προηγουμένως ανεξάρτητη συμβουλή.
- Είναι επίσης η θέση του ότι η εν λόγω συμφωνία δανείου και αυτής της υποθήκης περιέχουν καταχρηστικούς και ετεροβαρείς όρους, οι οποίοι πλήττουν την εγκυρότητα των συμφωνιών, καθώς επίσης οι ρήτρες της σύμβασης είναι κάτι άλλο παρά σαφείς και κατανοητές, καθώς δεν καθιστούν με ευκρίνεια τον τρόπο υπολογισμού της καταβολής των μηνιαίων δόσεων, ο οποίος όπως διαφάνηκε στην πορεία αύξανε τις δόσεις του αφού το επιτόκιο και ο τόκος με τον οποίο θα έπρεπε να χρεώνεται ο επίδικος λογαριασμός δανείου είναι καταχρηστικοί. Λόγω των πιο πάνω αναφερόμενων παρανομιών εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Κατά ή περί την 26/10/2018 του επιδόθηκε ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» (Τεκμήριο 3), η οποία απευθυνόταν στον ίδιο προσωπικά, όπου πληροφορήθηκε ότι η καθ' ης η αίτηση προτίθεται να προχωρήσει σε πώληση, στις 13/05/2019 και ώρα 9:00 π.μ., μέσω διαδικασίας πλειστηριασμού, δυνάμει της Υποθήκης 4/Υ/3867/2008 για το ποσό των €31.444,27, πλέον τόκο €1.894,65, πλέον έξοδα. Το εν λόγω ποσό είναι παντελώς αυθαίρετο και παράλογο. Πέραν του ότι το αξιωμένο ποσό περιέχει έκδηλα παράνομες χρεώσεις, η εναγόμενη αύξησε κατά πολύ το αξιωμένο ποσό και μέσω της ειδοποίησης επιχειρώντας να μου ξεπουλήσει όσα όσα το ακίνητο μου. Με τη παραλαβή της ειδοποίησης, εξουσιοδότησε την δικηγόρο του όπως προχωρήσει με μέτρα για την ακύρωση του σκοπούμενου πλειστηριασμού. Είναι η θέση του ότι η συμφωνία δανείου ως επίσης και η συμφωνία υποθήκης καμία νομική ισχύ δεν έχουν και συνεπώς είναι άκυρες ένεκα του γεγονότος ότι η καθ' ης η αίτηση εκμεταλλεύτηκε την απειρία του και την εμπιστοσύνη που τους επέδειξε με αποτέλεσμα τώρα η συμπεριφορά της καθ' ης η αίτηση να έχει σοβαρό αντίκτυπο στο ιδιοκτησιακό του συμφέρον, καθώς διακυβεύεται σε λίγους μήνες η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του. Η προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση είναι εμφανέστατη από τα περιστατικά και γεγονότα αυτής της υπόθεσης με την επικείμενη πώληση του ακινήτου του στις 13/5/
- Ως ενάγοντας έχει σωρεία αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον της καθ' ης η αίτηση και ως εκ τούτου όχι μόνο συζητήσιμο προς εκδίκαση θέμα υπάρχει, αλλά και ύπαρξη σοβαρής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Τα πιο πάνω γεγονότα δε, συντελούν μια εικόνα ισχυρής πιθανότητας επιτυχίας του στην προώθηση της παρούσας αγωγής αλλά και στο δικαίωμα του στις αιτούμενες θεραπείες. Επίσης είναι η θέση του ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση για έκδοση των αιτούμενων απαγορευτικών διαταγμάτων και δη το γεγονός ότι θα είναι δύσκολο έως αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται βεβαίως με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία και δη με την απώλεια του ακινήτου του, όπου η ζημιά δεν είναι μόνο υλικής φύσεως αλλά παραβιάζει τα ίδια τα Συνταγματικά του δικαιώματα. 15.Είναι προφανές ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες για τον ίδιο και την οικογένεια του, καθότι δεν έχει άλλη περιουσία ενώ η φύση της ζημιάς που θα υποστεί δεν μπορεί να αποκατασταθεί με χρήμα, ένεκα και της συναισθηματικής σύνδεσης που έχει με το εν λόγω ακίνητο. Περαιτέρω, η τιμή πώλησης του επίδικου ακινήτου θα είναι σε υπερβολικά χαμηλή τιμή σε σύγκριση με την πραγματική του αξία, γεγονός το οποίο θα συμβεί προτού εκδικαστούν τα επίδικα θέματα. Εξ ου και η αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων πριν την ημερομηνία του πλειστηριασμού στις 13/5/
- Σε περίπτωση που η καθ' ης η αίτηση προχωρήσει σε πλειστηριασμό η αγωγή του θα καταστεί άνευ αντικειμένου και σε τέτοια περίπτωση θα πληγούν τα δικαιώματα του. Πέραν του ότι είναι προφανής και μη ανατρέψιμη η ζημιά την οποία θα υποστεί σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, είναι ξεκάθαρο ότι στο ισοζύγιο της ευχέρειας η δικαιοσύνη κλίνει προς την έκδοση των διαταγμάτων, καθότι η κατάσταση πραγμάτων θα παραμείνει ως έχει και δεν θα διαταραχθεί η υφιστάμενη ιδιοκτησιακή κατάσταση του ακινήτου (status quo ante). To Δικαστήριο μελετώντας την αίτηση και την συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση, διαπίστωσε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έτσι ώστε τα αιτούμενα διατάγματα να εκδοθούν μονομερώς και έδωσε οδηγίες όπως η παρούσα αίτηση επιδοθεί. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την επίδοση της, η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση, η οποία ήγειρε τους ακόλουθους 24 λόγους ένστασης: «iΣύμφωνα με την τελευταία τροποποίηση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων Ακινήτων Νόμου 9/65, ο οποίος τροποποιήθηκε με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2018, Ν. 87(I) 2018 το άρθρο 44Γ
(3)προνοεί τα ακόλουθα: Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)κα καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή' (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφελών) Νόμου' (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. Το κείμενο στον Νόμο είναι σαφές. Σαφώς προκύπτει ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της έφεσης πρέπει να έχει ήδη εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Με την προσθήκη της λέξης «μόνο» με τον τροποποιητικό Νόμο, συνεπάγεται ότι παραμερισμός της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης και κατ' επέκταση η αναστολή/ακύρωση του πλειστηριασμού, μπορεί να επιτραπεί περιοριστικά μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο ανωτέρω. Το προσωρινό διάταγμα είναι απλά ένας λόγος που πρόσθεσε ο Νομοθέτης για να δίδεται δικαίωμα καταχώρησης της αίτησης - έφεσης, νοουμένου ότι υφίσταται κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης - έφεσης, και ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/65, ως ειδικός επί του θέματος Νόμος, υπερισχύει οποιασδήποτε άλλης Νομοθετικής πρόνοιας. Η αίτηση / έφεση θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση έχει παρέλθει η προθεσμία των 30 ημερών από την παραλαβή της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ/». Συνεπώς, εφόσον ο Αιτητής δεν δύναται πλέον να καταχωρίσει Αίτηση / Έφεση, ούτε προσωρινό διάταγμα είναι δυνατόν να εκδοθεί. Σε σχέση με τα προαναφερόμενα, τυγχάνουν δε εφαρμογής οι νομικές αρχές "generalia specialibus non derogant" (κατ' αναλογία, και υπό την ευρύτερη μορφή και έννοια της νομικής Αρχής ότι το γενικό «υποτάσσεται» στο ειδικό (the provisions of a general statute must yield to those of a special one) αλλά ειδικότερα η νομική αρχή "lex specialis derogat legi generali". Ο ειδικός Νόμος υπερισχύει του γενικού. ii. Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται με την παρούσα αίτηση να ζητά θεραπείες οι οποίες σχετίζονται με την αναστολή ή ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού, καθώς τέτοιου είδους θεραπείες μπορούν να παραχωρηθούν από το Δικαστήριο, μόνο στα πλαίσια έφεσης που καταχωρείται δυνάμει του άρθρου 44(Γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/65, εντός 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ. iii. Εφόσον ο Νομοθέτης έχει προβλέψει τόσο το ένδικο μέσο παραμερισμού της σκοπούμενης πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου όσο και τις προθεσμίες αλλά και τους λόγους για τους οποίους μπορεί να παραμεριστεί η ειδοποίηση πλειστηριασμού και κατ' επέκταση να ανασταλεί/ακυρωθεί ο πλειστηριασμός, το πρόσωπο το οποίο έχει παραλείψει να προβεί στη λήψη των προβλεπόμενων από το Νόμο ένδικων μέσων, δεν μπορεί να αναζητεί τις εν λόγω θεραπείες με εναλλακτικές μεθόδους και διαδικασίες, όπως πράττει στην παρούσα περίπτωση καταχρηστικά ο Αιτητής. iv. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/1960 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. v. Η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι γενική και αόριστη και δεν προκύπτει από αυτή σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων, εφόσον από τη μαρτυρία που δόθηκε μέσω της Ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση, δεν προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων. vi. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει ορατή πιθανότητας επιτυχίας εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων. vii. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει η απαραίτητη μαρτυρία ότι ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, κάποιες δε σχετικές αναφορές είναι γενικές και αόριστες. viii Οι Καθ' ων η Αίτηση / Εναγόμενοι είναι σε θέση και έτοιμοι να αποζημιώσουν τον Αιτητή εάν πετύχει στην αγωγή. ix. Οι Καθ' ων η Αίτηση / Εναγόμενοι ανακεφαλαιοποιήθηκαν με χρήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο είναι ο κύριος μέτοχός τους, και κατ' επέκταση των φορολογουμένων. Ως εκ τούτου, και συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των καθ' ων η Αίτηση / Εναγόμενων. x. Δεν αποδεικνύεται ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και εν πάση περιπτώσει ουδεμία μαρτυρία προσκομίζεται προς αυτή την κατεύθυνση. xi. Ο Αιτητής με τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτει εις την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα γεγονότα που αναφέρει, δεν έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο πρέπει να αποσείσει σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος προσπαθεί να αποδείξει μέσω της ενόρκου δηλώσεως. xii. Ο Αιτητής δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια και παραπλανεί το Δικαστήριο. xiii. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση / Εναγόμενων. xiv. Η αίτηση είναι απαράδεκτη και παράτυπη και παντελώς ανεδαφική, και νόμω και ουσία αβάσιμη και χωρίς έρεισμα στο Νόμο και τη Νομολογία και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. xv. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση υπάρχουν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί εφόσον, ουδεμία μαρτυρία προσφέρεται προς υποστήριξη τους. xvi. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση περιέχονται αβάσιμοι και άσχετοι ισχυρισμοί. xvii. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και είναι υπό τις περιστάσεις κακόπιστη, καταχρηστική και εν πάση περιπτώσει επιδιώκει αλλότριο σκοπό, ήτοι την καθυστέρηση των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων να εισπράξουν το λαβείν τους. xviii. Υπήρξε ουσιαστική καθυστέρηση στην καταχώρηση της επίδικης αγωγής και αίτησης και ουδεμία πειστική εξήγηση δίδεται γιατί ο Αιτητής δεν προχώρησε άμεσα σε καταχώρηση αγωγής σε προγενέστερο στάδιο, πριν τη λήψη της επιστολής Τύπου «I» ή και αμέσως μετά, εφόσον δήθεν υπήρχαν παράνομες χρεώσεις στις επίδικες συμβάσεις. xix. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν δικαιολογείται το στοιχείο του επείγοντος. xx. Ο επίδικος λογαριασμός σε καμία περίπτωση πάσχει από οιαδήποτε υπερχρέωση και υπερτοκισμό. Πρόσθετα, η επίδικη υποθήκη είναι καθ' όλα νόμιμη και οι ισχυρισμοί περί του αντιθέτου ουδόλως ευσταθούν και είναι γενικοί και αόριστοι. xxi. Η καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και της επίδικης αίτησης είναι καταχρηστική με απώτερο σκοπό να καθυστερήσει τους Καθ' ων η Αίτηση / Εναγόμενους να προχωρήσουν στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, πλήττοντας έτσι τα εκ του Νόμου δικαιώματά τους τα οποία απορρέουν από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965) ως τροποποιήθηκε και τα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος. xxii. Από τη στιγμή που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, όφειλε να επισυνάψει εκτίμηση του ακινήτου ούτως ώστε να αντιπαραβληθεί το ποσό που ο ίδιος αναγνωρίζει ότι οφείλεται στους Καθ' ων η Αίτηση / Εναγόμενους με την αξία του ακινήτου. xxiii. Οι Καθ' ων η Αίτηση / Εναγόμενοι ακολούθησαν τη νομική διαδικασία για εκποίηση του επίδικου ακινήτου, ο δε Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965) ως τροποποιήθηκε διασφαλίζει πλήρως τόσο μέσω της διαδικασίας εκτίμησης όσο και μέσω άλλων ασφαλιστικών δικλείδων τον Αιτητή, ο οποίος ο ίδιος δεν επέλεξε να προβεί και/ή να παρουσιάσει εκτιμήσεις». Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Αθανασίας Βασιλείου, λειτουργού στην καθ' ης η αίτηση και η οποία πέραν του γεγονότος ότι υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης αναφέρει, επιπρόσθετα, τα ακόλουθα: 1. Κατά την 29/5/2008 στην Ορμήδεια έναντι νομίμου ανταλλάγματος, η καθ' ης η αίτηση συμφώνησε να παραχωρήσει δάνειο δια το ποσόν των €20.000 στον αιτητή. Κατά την 29/5/2008 προς επίτευξη της εν λόγω συμφωνίας ο αιτητής υπέγραψε συμφωνία δανείου, ημερομηνίας 29/5/2008, με αρ. λογαριασμού XXXXX657-2 (νέος αριθμός λογαριασμού συνεπεία των συγχωνεύσεων: XXXXX179-1) η οποία έφερε τίτλο "ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΔΑΝΕΙΟΥ" δια το ως άνω ποσόν (Τεκμήριο 1). 2. Για σκοπούς επιπρόσθετης και παραπέρα εξασφάλισης και εγγύησης όλων των υποχρεώσεων του προς την καθ' ης η αίτηση, εν σχέσει με το ως άνω δάνειο, με έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 29/5/08 με την καθ' ης η αίτηση ο αιτητής ενέγραψε στο Κτηματολόγιο Λάρνακας προς όφελος της την υποθήκη υπ' αριθμό Υ3867/08 επί του ακινήτου του (Τεκμήριο 2). 3. Ο Αιτητής κατά παράβαση των όρων της ως άνω Συμφωνίας Δανείου που επισυνάφθηκε στην παρούσα ένορκο δήλωση ως Τεκμήριο 1, καθυστέρησε την αποπληρωμή των δόσεων του δανείου και παρά τις επανειλημμένες γραπτές και προφορικές ειδοποιήσηεις της καθ' ης η αίτηση για πληρωμή των ποσών των καθυστερήσεων συμπεριλαμβανομένης και της επιστολής των Εναγόμενων ημερομηνίας 16/12/17, ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε. 4. Ως αποτέλεσμα, η καθ' ης η αίτηση δια επιστολής της ημερομηνίας 20/2/18 προς τον Αιτητή, κάλεσε αυτόν όπως προβεί στην πληρωμή του ποσού των καθυστερήσεων του πιο πάνω λογαριασμού ή παράδοση όλων των οικονομικών του στοιχείων εντός 14 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής στον λειτουργό παρακολούθησης του λογαριασμού δανείου για επαναξιολόγηση της οικονομικής του κατάστασης για πιθανή αναδιάρθρωση του δανείου εάν τα δεδομένα το επιτρέπουν. Ενημέρωσαν δε τον Αιτητή, μεταξύ άλλων, ότι σε αντίθετη περίπτωση θα προέβαιναν σε τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας δανείου και στη λήψη νομικών μέτρων εναντίον του. Να σημειωθεί ότι στη ρηθείσα επιστολή επισυνάφθηκε ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 44Β
(2)του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ως τροποποιήθηκε (Τύπος "Θ"). 5.Ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε στην εν λόγω επιστολή και η καθ' ης η αίτηση δια επιστολής της ημερομηνίας 20/3/18 προς τον Αιτητή τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία δανείου και κάλεσαν αυτόν όπως εξοφλήσει το υπόλοιπο του Δανείου πλέον τόκους εντός 30 ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής. Ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε στην εν λόγω επιστολή των Εναγόμενων, αντιθέτως ο Αιτητής προέβη στις 24/7/18 στην καταχώρηση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής.
- Επισυνάπτει κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό ως «Τεκμήριο 4». Ως προκύπτει από την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, μέχρι την ημερομηνία τερματισμού (20/3/2018) καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των €8.100 μόνο. Συνεπώς, ο Αιτητής ψεύδεται ασύστολα. Ως προκύπτει από τα ανωτέρω ο επίδικος λογαριασμός μέχρι την 20/3/2018, ημερομηνία κατά την οποία η συμφωνία τερματίστηκε, και επομένως ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο κατέστη υπερήμερο, πληρωτέο και απαιτητό, παρουσίαζε καθυστερήσεις ύψους €16.054,
- Πρόσθετα, τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκε ο εν λόγω λογαριασμός μέχρι σήμερα, πέραν των τόκων, ανέρχονται μόνο εις το ποσό των: €1.726,
- Οι Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενοι προέβησαν σε δύο εκτιμήσεις σε σχέση με την επίδικη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακίνητου. Με βάση την πρώτη εκτίμηση, την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο
- η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου ανέρχεται εις τις €29.000 και με βάση την δεύτερη εκτίμηση, την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο
- η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου ανέρχεται εις τις €34.
- Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44Δ
(4)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965)ως έχει τροποποιηθεί, σε τέτοια περίπτωση όπως η προκειμένη, αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου θεωρείται ο μέσος όρος των δύο εκτιμήσεων (ήτοι €31.500) και η αγοραία αυτή αξία είναι τελική.
- Είναι η θέση της ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείου και υποθήκης είναι έγκυρες, νόμιμες, ισχυρές και εκετελεστές και παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα, δόθηκε νόμιμη αντιπαροχή για αυτές και οι όροι που περιέχονται σε αυτές είναι σαφείς, νόμιμοι και σύμφωνοι με τη νομοθεσία και την ελευθερία του συμβάλλεσθαι. Κανένας όρος των επίδικων συμβάσεων ήταν καταχρηστικός, αλλά εν πάση περιπτώσει ακόμα και εάν οποιοσδήποτε όρος ήθελε θεωρηθεί τέτοιος κανένα δικαίωμα του αιτητή επηρεάστηκε και ουδεμία ζημιά υπέστη. Πρόσθετα, ουδέποτε ο αιτητής ενήργησε με τρόπο που να τον νομιμοποιεί να εγείρει ισχυρισμούς περί καταχρηστικότητας και να ζητά οποιαδήποτε θεραπεία.
- Ο αιτητής ήταν καθ' όλα ενήμερος για το τι υπέγραφε, αποδέχτηκε με ελεύθερη συναίνεση όλους τους όρους των επίδικων συμβάσεων και γνώριζε όλες τις πρόνοιες αυτών από προηγουμένως και αφού είχε την ευκαιρία, εάν επιθυμούσε, να λάβει προηγουμένως ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Οι ισχυρισμοί του αιτητή περί του αντιθέτου είναι αβάσιμοι και παντελώς κακόπιστοι και εξυπηρετούν αλλότριο σκοπό και εν πάση περιπτώσει προβάλλονται σε μια προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων και αθέμιτης υπεκφυγής από τις συμβατικές υποχρεώσεις που νομίμως και οικειοθελώς ανέλαβε χωρίς οποιαδήποτε προϋπόθεση και διαβεβαίωση και εν πάση περιπτώσει υπό τους όρους που γραπτώς τέθηκαν και υπογράφτηκαν από τα μέρη.
- Η καθ' ης η αίτηση αρνείται το γεγονός ότι χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με οποιεσδήποτε αυθαίρετες χρεώσεις και τόκους. Οι όποιες χρεοπιστώσεις γίνονταν στον επίδικο λογαριασμό είναι νόμιμες, στα πλαίσια των μεταξύ των μερών συμφωνιών και μέσα στα επιτρεπτά από τη Νομοθεσία πλαίσια, ο δε αιτητής προβαίνει σε γενικολογίες και αόριστες αναφορές, χωρίς να προσκομίζει ίχνος μαρτυρίας.
- Η καθ' ης η αίτηση νόμιμα και στα πλαίσια των δικαιωμάτων της είχε τη δυνατότητα, εάν επιθυμούσαν, δεδομένων των προνοιών της Συμφωνίας Δανείου και του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν. 160 (I) / 1999) να προβαίνουν σε τροποποίηση του επιτοκίου.
- Ο Αιτητής παραπλανεί το Δικαστήριο και προχώρηση στην καταχώρηση της Αγωγής υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο και της επίδικης αίτησης καταχρηστικά με απώτερο σκοπό να καθυστερήσει την καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, πλήττοντας έτσι τα εκ του Νόμου Συνταγματικά δικαιώματα της τα οποία απορρέουν από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965) ως τροποποιήθηκε, το άρθρο 23 και το άρθρο 30 του Συντάγματος.
- Στις 26/10/2018 η καθ' ης η αίτηση προχώρησε στην επίδοση των Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» (Τεκμήριο 3) στον αιτητή ενημερώνοντας τους τον αιτητή για την πρόθεσή της να προχωρήσει σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του. Πρόσθετα, τον ενημέρωναν ότι το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της ρηθείσας υποθήκης ανέρχεται στο ποσό των €31.444,27, πλέον τόκος €1.894,65 πλέον έξοδα περιλαμβανομένων των εξόδων της εν λόγω ειδοποίησης. Είχε δε προηγηθεί η επίδοση του Τύπου «Ι» και «Θ» στις 19/7/
- Ο αιτητής από τη στιγμή που ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, όφειλε να επισυνάψει εκτίμηση του ακινήτου ούτως ώστε να αντιπαραβληθεί το ποσό που ο ίδιος αναγνωρίζει ότι οφείλεται στην καθ' ης η αίτηση με την αξία του ακινήτου. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει πρόσφατη εκτίμηση του ακινήτου ο αιτητής δεν μπορεί να επικαλείται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Πρόσθετα, η καθ' ης η αίτηση είναι σε θέση να αποζημιώσει τον αιτητή σε περίπτωση που η Αγωγή επιτύχει. Επομένως δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση της Νομολογίας ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δεν είναι αρκετή η επίκληση της ανεπανόρθωτης ζημιάς χωρίς απολύτως καμία τεκμηρίωση. NOMIKH ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων βρίσκεται στο άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων (Ν.14/60)[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο ανάλογα βεβαίως με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Οι σωρευτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, έτσι ώστε το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, είναι οι ακόλουθες: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. H Kυπριακή νομολογία είναι πλούσια σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η κλασσική αυθεντία σε σχέση με το ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται για την έκδοση τους είναι η υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557. Περαιτέρω το ζήτημα αυτό αναλύθηκε και αναπτύχθηκε και σε μεταγενέστερες υποθέσεις όπως, για παράδειγμα, στις υποθέσεις National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ , KOT v. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. X''Bασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, Parico Aluminium Designs Ltd v Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1Γ Α.Α.Δ 2015 καθώς επίσης και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.α
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783 Αερογραμμές. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή αναφέρθηκε ότι: «Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης». Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. DrydenGroupLtd, Πολιτική Έφεση 424/11, ημερομηνίας 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Επιπρόσθετα το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση μαρτυρίας (Χαριτίνη Χρυσάνθου Κυριλλου, διά της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Γεωργίας Καραγιώργη v. Άντρης Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι αλληλένδετες σε κάποιο βαθμό. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα». Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. (Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)I. Α.Α.Δ. 253. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει μελλοντικά πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος (MELOUSKIA COMMERCIAL LTD κ.α. ν. CHUMACHENKO ALISA κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε71/13, 30/9/2014). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων τα Δικαστήρια προτού εκδώσουν ή οριστικοποιήσουν προσωρινά διατάγματα, ανάλογα με την περίπτωση, θα πρέπει να λάβουν υπόψη και κάποιες ευρύτερες αρχές οι οποίες έχουν αποκρυσταλλωθεί και αναπτυχθεί μέσω της νομολογίας. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται σωρευτικά όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη και τον παράγοντα του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience). Το Δικαστήριο, δηλαδή, πριν εκδώσει οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει να αποφασίσει, ζυγίζοντας όλα τα δεδομένα, κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να το εκδώσει, ισοζυγίζοντας τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στις δύο πλευρές. Η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. (Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)1(B)Α.Α.Δ.). Στην υπόθεση ΚΟΤ (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ" Bασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Άλλοι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη προτού εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα, είναι το εάν ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η πιο πάνω νομολογιακή αρχή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εφόσον η παρούσα αίτηση, με τις οδηγίες που δόθηκαν από το Δικαστήριο για επίδοση της, έχει καταστεί πλέον δια κλήσεως αίτηση και ως εκ τούτου δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Μιχαήλ (Αρ. 3)
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1943, η οποία αφορούσε σε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari. Κρίθηκε στην εν λόγω υπόθεση ότι η υποχρέωση ενός Αιτητή για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων υφίσταται μόνο στην περίπτωση Μονομερούς Αίτησης. Στις αιτήσεις δια κλήσεως όπου η παρουσία του αντιδίκου είναι δεδομένη δεν τίθεται θέμα απόκρυψης και εξαπάτησης του Δικαστηρίου στην απουσία της άλλης πλευράς (Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης
(2011)1 Α.Α.Δ 816 ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Σημειώνω ότι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και των γραπτών αγορεύσεων τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους, παραπέμποντας επίσης το Δικαστήριο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, αντιστοίχως, δεν αντεξετάστηκε αλλά ούτε και καταχωρήθηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από οποιανδήποτε πλευρά. ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια αλλά και μέσα από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, αποτελεί κοινό έδαφος ότι η καθ' ης η αίτηση συμφώνησε να παραχωρήσει δάνειο δια το ποσόν των €20.000 στον Αιτητή. Προς τον σκοπό αυτό στις 29/5/2008 προς επίτευξη της εν λόγω συμφωνίας ο Αιτητής υπέγραφε συμφωνία δανείου ημερομηνίας 29/5/2008, με αρ. λογαριασμού XXXXX657-2 (νέος αριθμός λογαριασμού: XXXXX179-1) (Τεκμήριο 1 και στις δύο ενόρκες δηλώσεις). Για σκοπούς επιπρόσθετης και παραπέρα εξασφάλισης και εγγύησης όλων των υποχρεώσεων του προς την καθ' ης η αίτηση, εν σχέσει με το ως άνω δάνειο, με έγγραφη συμφωνία, ημερομηνίας 29/5/08, με την καθ' ης η αίτηση ο αιτητής ενέγραψε στο Κτηματολόγιο Λάρνακας προς όφελος της την υποθήκη υπ' αριθμό Υ3867/08 επί του ακινήτου (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση). Ο αιτητής, κατά παράβαση των όρων της ως άνω Συμφωνίας Δανείου, καθυστέρησε την αποπληρωμή των δόσεων του δανείου και παρά τις επανειλημμένες γραπτές και προφορικές ειδοποιήσεις της καθ' ης η αίτηση για πληρωμή των ποσών των καθυστερήσεων, συμπεριλαμβανομένης και της επιστολής της καθ' ης η αίτηση, ημερομηνίας 16/12/17, ο αιτητής δεν ανταποκρίθηκε. Ως αποτέλεσμα, η καθ' ης η αίτηση δια επιστολής της ημερομηνίας 20/2/18 προς τον αιτητή, κάλεσε αυτόν όπως προβεί στην πληρωμή του ποσού των καθυστερήσεων του πιο πάνω λογαριασμού ή παράδοση όλων των οικονομικών του στοιχείων εντός 14 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής στον λειτουργό παρακολούθησης του λογαριασμού δανείου για επαναξιολόγηση της οικονομικής του κατάστασης για πιθανή αναδιάρθρωση του δανείου εάν τα δεδομένα το επιτρέπουν. Ενημέρωσαν δε τον Αιτητή, μεταξύ άλλων, ότι σε αντίθετη περίπτωση θα προέβαιναν σε τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας δανείου και στη λήψη νομικών μέτρων εναντίον του. Να σημειωθεί ότι στη ρηθείσα επιστολή επισυνάφθηκε ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 44Β
(2)του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ως τροποποιήθηκε (Τύπος "Θ"). Ο αιτητής δεν ανταποκρίθηκε στην εν λόγω επιστολή και η καθ' ης η αίτηση δια επιστολής της ημερομηνίας 20/3/18 προς τον αιτητή τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία δανείου και κάλεσε αυτόν όπως εξοφλήσει το υπόλοιπο του Δανείου πλέον τόκους εντός 30 ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής. Ο αιτητής δεν ανταποκρίθηκε στην εν λόγω επιστολή των Εναγόμενων, αντιθέτως ο αιτητής προέβη στις 24/7/18 στην καταχώρηση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Στις 26/10/2018 η καθ' ης η αίτηση προχώρησε στην επίδοση των Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» (Τεκμήριο 3) στον αιτητή ενημερώνοντας τους τον αιτητή για την πρόθεσή της να προχωρήσει σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του. Πρόσθετα, τον ενημέρωναν ότι το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της ρηθείσας υποθήκης ανέρχεται στο ποσό των €31.444,27, πλέον τόκος €1.894,65 πλέον έξοδα περιλαμβανομένων των εξόδων της εν λόγω ειδοποίησης. Είχε δε προηγηθεί η επίδοση του Τύπου «Ι» και «Θ» στις 19/7/
- Έχοντας παραθέσει τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση, στην προκειμένη περίπτωση, των αιτούμενων διαταγμάτων. Σε σχέση με την 1η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι, με βάση την δύναμη του δικογράφου της Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρίστηκε αλλά και με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή δεν πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Πέραν της παράθεσης των νομοθετικών προνοιών που παραβιάζονται σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτητή, δεν παρατίθενται οποιαδήποτε συγκεκριμένα γεγονότα, ούτε και πόσο είναι το ποσό της υπερχρέωσης, ώστε να τεκμηριωθούν οι απαιτήσεις του αιτητή στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Περαιτέρω, η αξίωση του αιτητή εδράζεται και στο γεγονός ότι οι τόκοι που έχει χρεωθεί ο επίδικος λογαριασμός δανείου είναι καταχρηστικοί και άκυροι. Και η αξίωση αυτή θα έλεγα ότι είναι γενική και αόριστη. Πόσοι τόκοι και ποιοι, αλλά κυρίως γιατί είναι καταχρηστικοί, ουδεμία λεπτομέρεια δίδεται. Η αξίωση του αιτητή εδράζεται στο γεγονός ότι η επίδικη υποθήκη πρέπει να ακυρωθεί λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών και ότι παραβιάστηκαν πρόνοιες του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/
- Ουδεμία όμως λεπτομέρεια ή στοιχείο υπάρχει, με το οποίο να τεκμηριώνεται ότι στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δανείου υπάρχει τέτοια καταχρηστική ρήτρα αλλά και ποια είναι αυτή ώστε να υποδειχθεί στο Δικαστήριο. Ούτε αναφέρεται ειδικότερα, στη σύμβαση υποθήκης, πέραν της αοριστίας και της γενικότητας, κάτι το μεμπτό στην οποία το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Δεν παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή στοιχεία που να οδηγούν ή καταδεικνύουν αυτά το οποία εισηγείται ο Αιτητής. Αξίζει επίσης να σημειωθεί, πέραν των πιο πάνω, ότι στην παρούσα αίτηση δεν αναφέρεται κάν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι καταχωρήθηκε οποιαδήποτε Αίτηση-Έφεση με σκοπό την ακύρωση της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» και κατ' επέκταση του πλειστηριασμού, ο οποίος είναι ορισμένος στις 13/5/
- Εάν επιθυμούσε ο αιτητής να ανατρέψει τα έννομα αποτελέσματα που επέφερε σε αυτόν η επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» θα έπρεπε να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)του Μέρους VIA του Ν.9/1965.[2] Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος») όπως αυτός τροποποιήθηκε από τους Ν.142(Ι)/2014 και Ν. 87(Ι)/2018. αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι των δανειστών της, γνωστής και ως «Τρόικας». Επισημαίνεται ότι ο Νόμος 87(Ι)/2018 τέθηκε σε ισχύ προσφάτως και συγκεκριμένα στις 13/7/18 επιφέροντας διάφορες αλλαγές. Από την μία οι πρακτικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι τράπεζες στο να εισπράξουν τα οφειλόμενα ποσά από τους υπερήμερους οφειλέτες και από την άλλη η καθυστέρηση στην εκποίηση των υποθηκών μέσω των χρονοβόρων διαδικασιών του Κτηματολογίου, οδήγησαν στην θέσπιση του Μέρους VIA του Νόμου, κατ' απαίτηση των δανειστών. Σκοπός του Νόμου ήταν η επιτάχυνση των υφιστάμενων διαδικασιών πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων, χωρίς την εμπλοκή του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Με τον Νόμο 142
(1)/14 εισάχθηκε στον περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ν.9/65το Μέρος VIA που αφορά νέα διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Οι διατάξεις του εν λόγω Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου και καμία διάταξη του μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA και αντίστροφα και επίσης καμία διάταξη του πιο πάνω μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου (άρθρο 44Α
(4)). Ο ενυπόθηκος οφειλέτης είχε το δικαίωμα εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ, να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της Ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, εφόσον συντρέχουν οι λόγοι οι οποίοι κατά εξαντλητικό τρόπο διαλαμβάνονται στο Άρθρο 44Γ
(3)(α) - (στ) του Νόμου. Το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18, παρέχει δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, εντός 30 ημερών από την παραλαβή αυτής, μόνο για κάποιον ή κάποιους από τους έξι αναφερόμενους σε αυτό λόγους. Σε αυτούς τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται η εκκρεμοδικία αγωγής, το γεγονός δηλαδή ότι ο αιτητής καταχώρησε αγωγή εναντίον του αιτητή και η οποία εκκρεμεί. Αξίζει να σημειωθεί πως τέτοιος λόγος περιλαμβάνετο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) και έχει απαλειφθεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/17και αντικατασταθεί με την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60- νέο άρθρο 44Γ
(3)(δ), κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση εφόσον δεν έχει εκδοθεί τέτοιο διάταγμα αλλά ούτε και προβάλλεται τέτοιος λόγος. Με την προσθήκη της λέξης «μόνο» συνάγεται το συμπέρασμα ότι παραμερισμός της σκοπούμενης πώλησης μπορεί να επιτραπεί μόνο στους περιοριστικούς λόγους που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Το προσωρινό διάταγμα είναι απλά ένας λόγος που πρόσθετε ο Νομοθέτης για να δίδει το δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη να καταχωρήσει Αίτηση-Έφεση νοουμένου όμως και με την προϋπόθεση ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης-Έφεσης υφίσταται προσωρινό διάταγμα. Είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο δεν έχει επισυμβεί στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, ο αιτητής θα έπρεπε να καταχωρήσει Αίτηση-Έφεση, η οποία προβλέπεται από το πιάνω άρθρο και όχι με την διαδικασία αυτή να προσπαθεί να ακυρώσει τη σκοπούμενη πώληση, πράγμα το οποίο με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα δεν έπραξε. Περαιτέρω, η Αίτηση-Έφεση θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση έχει παρέλθει η προθεσμία των 30 ημερών. Για σκοπούς συμπερασμάτων άντλησα επίσης καθοδήγηση από την πρωτόδικη απόφαση στην αγωγή 2783/17 του Ε.Δ Λεμεσού, Δημητρούλας Ευτυχίου v Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ημερομηνίας 30.10.17, την οποία υιοθετώ πλήρως και για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Προκύπτει αβίαστα από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι η ενάγουσα είναι ξεκάθαρο ότι με την καταχώρηση της αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης, προσπαθεί, την υστάτη, να καλύψει τις παραλείψεις και την αδράνεια της να αμφισβήτηση, με τα ένδικα μέσα τα οποία καθορίζει η Νομοθεσία, τη διαδικασία εκποίησης που προώθησαν οι Καθ' ων η Αίτηση. Θα συμφωνήσω με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση ότι η διαδικασία εκποίησης που διέπεται από το Μέρος VIA του Νόμου, και ειδικά στο στάδιο το οποίο ευρίσκεται, ήτοι μετά την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ, μπορεί να ανατραπεί μόνο με τη διαδικασία της έφεσης την οποία προβλέπει το άρθρο 44(Γ)
(3)του Νόμου και για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται σε αυτό. Αντίθετη άποψη, συμφωνώ ότι θα οδηγούσε σε ανεπιθύμητα αποτελέσματα και σε αχρησία της διαδικασίας που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου αλλά και των προθεσμιών που τίθενται με αυτό, καθώς οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος θα μπορούσε, με την απλή καταχώρηση αγωγής και αίτησης προσωρινού διατάγματος να αναστείλει την διαδικασία πλειστηριασμού, παρά το γεγονός ότι δεν καταχώρησε έφεση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Έχει μάλιστα κατ' επανάληψη τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι οι προθεσμίες, που θέτουν οι Νόμοι και οι Θεσμοί, αποτελούν το υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος και της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και γι' αυτό πρέπει να τηρούνται αυστηρά( βλέπετε σχετικά Κληρίδης ν Σταυρίδη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1348 και Μιχαηλίδης ν Χρίστου
(1996)1Β ΑΑΔ 1190). Εφόσον ο Νομοθέτης έχει προβλέψει τόσο το ένδικο μέσο παραμερισμού της σκοπούμενης πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου όσο και τις προθεσμίες αλλά και τους λόγους για τους οποίους μπορεί να παραμεριστεί η ειδοποίηση πλειστηριασμού, το πρόσωπο το οποίο έχει παραλείψει να προβεί στη λήψη των προβλεπόμενων από το Νόμο ένδικων μέσων, δεν μπορεί να αναζητεί τις εν λόγω θεραπείες με εναλλακτικές μεθόδους και διαδικασίες, όπως πράττει στην παρούσα περίπτωση καταχρηστικά η ενάγουσα. Σε τέτοια περίπτωση και κατά παρέκκλιση των λόγων παραμερισμού του πλειστηριασμού που έχει θέσει ο Νομοθέτης, θα επιτρεπόταν η επέκταση των λόγων αλλά και των ένδικων μέσων αμφισβήτησης ή ακύρωσης του πλειστηριασμού, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια δικαίου και εμπλοκή σε ατέρμονες δικαστικές διαδικασίες, εις βάρος φυσικά του ενυπόθηκου δανειστή. Στην παρούσα υπόθεση οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν προχωρήσει από την αρχή ακολουθώντας βήμα προς βήμα την προβλεπόμενη διαδικασία και έχουν αποστείλει όλες τις αναγκαίες από το Νόμο επιστολές, έχουν ορίσει εκτιμητές για καθορισμό της τιμής πώλησης, έχουν δημοσιεύσει το Δελτίο Τύπου Α και έχει ορισθεί ημερομηνία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Σε όλα αυτά τα διαβήματα που λαμβάνουν εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο οι Καθ' ων η Αίτηση, η ενάγουσα δεν έχει προβεί σε καμία ενέργεια αμφισβήτησης των ενεργειών των Καθ' ων η Αίτηση και ούτε έχει λάβει οποιοδήποτε ένδικο μέσο για παραμερισμό ή ανακοπή τους. Τα ως άνω αντιβαίνουν όσα ο Νομοθέτης είχε σκοπό να εφαρμόσει με τη θέσπιση του Μέρους VIA, να επιτραπεί δηλαδή στην ενάγουσα να αναστείλει τον πλειστηριασμό, που έχει οριστεί, μέσω της αγωγής και της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης». Σύμφωνα με το άρθρο 44Α του Νόμου 9/1965, ο Νόμος εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης και τίποτα δεν εμποδίζει την Τράπεζα από το να προωθεί την διαδικασία που προνοεί το Μέρος VIA ή το Μέρος VI. Επομένως ορθά η καθ' ης η αίτηση άσκησε τα εκ του νόμου δικαιώματα της σε αντιδιαστολή με τον αιτητή ο οποίος δεν άσκησε τα δικαιώματα που του δίδει ο εν λόγω Νόμος αφενός μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες και αφετέρου ούτε μέχρι και σήμερα καταχώρησε οποιαδήποτε Αίτηση-Έφεση. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα πως ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αίτηση, για το λόγο ότι ο ορισθείς πλειστηριασμός δύναται να ακυρωθεί μόνο με τη διαδικασία της έφεσης δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3)και όχι στα πλαίσια της παρούσας. Εάν εν τω μεταξύ εκκρεμούσης της αγωγής εκποιηθεί το ακίνητο, το ζήτημα παύει να είναι επίδικο και η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την πώληση θα αφαιρεθεί από το εκάστοτε υπόλοιπο. Προκύπτει αβίαστα από τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι ο αιτητής είναι ξεκάθαρο ότι με την καταχώρηση της αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης, προσπαθεί, την υστάτη, να καλύψει τις παραλείψεις και την αδράνεια του να αμφισβητήσει, με τα ένδικα μέσα τα οποία καθορίζει η Νομοθεσία, τη διαδικασία εκποίησης που προώθησε η καθ' ης η αίτηση. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων και παροχής προσωρινής θεραπείας, δεν αποτελεί όμως πανάκεια και ούτε δύναται να γίνεται επίκληση του, για να καλυφθούν παραλείψεις ή να αναβιώσουν προθεσμίες που έχουν παρέλθει ή ως υποκατάστατο θεραπειών και ένδικων μέσων που παρέχονται ρητώς σε Νομοθετήματα. Καταλήγω ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αίτηση, για το λόγο ότι ο ορισθείς πλειστηριασμός δύναται να ακυρωθεί μόνο με τη διαδικασία της έφεσης δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3). Επομένως πέραν της αοριστίας των ισχυρισμών του αιτητή θα απέρριπτα την αίτηση και για τον λόγο ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να αξιώνει τα αιτούμενα διατάγματα μέσω της παρούσας διαδικασίας. Η αίτηση είναι προφανώς ανυπόστατη. Συνεπώς αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι η 1η προϋπόθεση δεν πληρείται και θα απέρριπτα την αίτηση για τον λόγο αυτό και μόνο. Για σκοπούς όμως πληρότητας αναφέρω ότι ούτε η 2η προϋπόθεση πληρείται σε συνάρτηση με τα πιο πάνω εφόσον από τη στιγμή που το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θεωρεί ότι δεν υπάρχει και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Με βάση το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό και τους αόριστους ισχυρισμούς και γενικόλογες αναφορές που έχει προσκομισθεί αλλά και στην βάση του γεγονότος ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αίτηση για ακύρωση της σκοπούμενης πώλησης διαπιστώνεται ότι, με τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα γεγονότα, ο αιτητής δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας. Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση και του κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος έχω διαπιστώσει ότι ούτε, στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω προϋπόθεση πληρείται. Εξηγώ ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου: Καταρχάς ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή αναφέρεται με γενικό και αόριστο τρόπο ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αυτός θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ποια ακριβώς ζημιά θα υποστεί ο αιτητής αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πέραν τούτου, είναι κατά την κρίση μου, αρκετά ακροσφαλές για το Δικαστήριο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αποκλειστικά και μόνον στους αόριστους ισχυρισμούς του αιτητή. Υπάρχει και στην προκειμένη περίπτωση σαφής έλλειψη τεκμηρίωσης και δεν είναι αρκετή η επίκληση της ανεπανόρθωτης ζημιάς χωρίς απολύτως καμία τεκμηρίωση (Αντώνης Ανδρέου v Colossos Signs Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ 626). Το γεγονός ότι ο αιτητής έχει συναισθηματική σύνδεση με το ακίνητο του και ότι η επίδικη υποθήκη με την οποία βαρύνεται το ακίνητο του είναι μοναδική, ασφαλώς και δεν ικανοποιούν το κριτήριο της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω είναι σαφές από την νομολογία ότι για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ο αιτητής θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του θα μείνει ανικανοποίητη. Ο αιτητής όφειλε στην παρούσα περίπτωση να αποδείξει ότι η καθ' ης η αίτηση είναι σε τέτοια κακή οικονομική κατάσταση που δεν θα είναι σε θέση να καλύψει την οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί εναντίον της. Πέραν του γεγονότος ότι ο αιτητής δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά περί οικονομικής αδυναμίας της καθ' ης η αίτηση να πληρώσει το ποσό της απόφασης δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι όντως η καθ' ης η αίτηση είναι σε τέτοια κακή οικονομική κατάσταση που δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί εναντίον της στην παρούσα αγωγή. Αντίθετα η καθ' ης η αίτηση αναφέρει, γεγονός το οποίο παρέμεινε αναντίλεκτο, ότι είναι σε τέτοια οικονομική κατάσταση που μπορεί να ικανοποιήσει τον αιτητή σε περίπτωση που τυχόν εκδοθεί απόφαση υπέρ του. Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρισθεί η πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε αιτήσεις όπου υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα και η ακρόαση της υπόθεσης θα διεξαχθεί βάσει των ενόρκων δηλώσεων, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που φέρει το βάρος απόδειξης. Εν πάση περιπτώσει σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα και το ακίνητο πωληθεί σε πλειστηριασμό τα οποιοδήποτε ποσό εισπραχθεί θα αποπληρώσει την οφειλή του αιτητή. Επομένως στην βάση όλων των πιο πάνω και με τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα θεωρώ ότι ούτε και 3η προϋπόθεση πληρείται. Κλείνοντας αναφέρω ότι στην υπόθεση Τσιολλάκης κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)I Α.Α.Δ. 782, λέχθηκε ότι ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και τη μαρτυρία που θα παρουσιάσει ο ενάγοντας, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα κρίνει αν ο ενάγοντας είναι πιθανόν να παρεμποδιστεί στο να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση υπέρ του. Στην προκειμένη περίπτωση και υπό το σύνολο των περιστάσεων θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να καταλήξει, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη με τα όσα η ίδια ο αιτητής παράθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και αντιπαραβάλλοντας τα με τις θέσεις της καθ' ης η αίτηση ότι, είναι πιθανόν ο αιτητής να παρεμποδιστεί στο να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση υπέρ του. Συνεπακόλουθα, υπό το φως των πιο πάνω και στη βάση των δεδομένων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και αφού συνεκτίμησα όλους τους σχετικούς παράγοντες, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, τη δεδομένη στιγμή, επιτάσσει όπως το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και απορρίψει την αίτηση. Ενόψει και της πιο πάνω κατάληξης παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης. Δεν βλέπω λόγο γιατί να αποκλίνω από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται και στα έξοδα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα δε θα είναι όμως πληρωτέα μετά την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. (Υπ.)............... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]32.-
(1)Τηρoυμέvoυoιoυδήπoτεδιαδικαστικoύκαvovισμoύέκαστovδικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικήςαυτoύδικαιoδoσίας, δύvαταιvαεκδίδηαπαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vαδιoρίζηπαραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τoδικαστήριovκρίvειτoύτoδίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoιδεvαξιoύvται ή χoρηγoύvταιoμoύ μετ' αυτoύαπoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτovαπαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάvτoδικαστήριovικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoςεκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυδιαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάvεκδoθήπαρεμπίπτovαπαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαιδύσκoλov ή αδύvατovvααπovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερovστάδιov [2] 44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο