ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 12/2019, 13/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 12/2019 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ: 1.XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ 2.XXXXX ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Αιτητές-Εφεσείοντες και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ΄ης η αίτηση-Εφεσίβλητη 13.3.2019 Για Αιτητές-Εφεσείοντες: κ. Α. Μαθηκολώνης Για Καθ΄ης η αίτηση-Εφεσίβλητη: κα Γ. Ζαχαρίου για Α. Β. Ζαχαρίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η (αυθημερόν) Η Καθ΄ης η αίτηση-Εφεσίβλητη (στο εξής Εφεσίβλητη), φέρεται ως εμφαίνεται από την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση-Έφεση (στο εξής Έφεση), να παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στους Αιτητές-Εφεσείοντες (στο εξής Εφεσείοντες) περί τις 6.5.2009, προς εξασφάλιση των οποίων η Εφεσείουσα 1 ενέγραψε την υποθήκη Υ2052/09 στις 18.5.2009, ως εμφαίνεται από την ίδια, ως άνω, παράγραφο και τα Τεκμήρια 1 και 4 που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση, καθώς και άλλη μία μαζί με τον Εφεσείοντα 2, σύζυγό της. Επειδή, προφανώς, κατά την Εφεσίβλητη, υπήρξε καθυστέρηση στην αποπληρωμή των αναφερθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων τερμάτισε τη σχετική μεταξύ τους συμφωνία και λογαριασμό και ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένου και του ενυπόθηκου χρέους κατέστη πληρωτέο και απαιτητό, κάνοντας χρήση των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA, ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ, που προστέθηκε με το Νόμο 142(Ι)/2014, του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, ως τούτος τροποποιήθηκε μέχρι το 2018, επέδωσε στους Εφεσείοντες, αν και υπάρχει άρνηση ότι επιδόθηκε στον Εφεσείοντα 2 η ειδοποίηση Τύπος «Ι», στις 5.5.2018, τις ειδοποιήσεις Τύπος «Ι» και Τύπος «Θ», ημερομηνίας 19.4.2018, με επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού και ενημερωτική επιστολή ημερομηνίας 19.4.2018 στην οποία, μεταξύ άλλων, φαίνεται να κατέστησε το χρέος απαιτητό και πληρωτέο, που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(1), ως φαίνεται από το Τεκμήριο 2 το οποίο επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση και αναφέρεται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, καθώς καταδεικνύεται και από το Τεκμήριο Α που συνοδεύει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, αφού υπάρχει ένορκη δήλωση επιδότη για επίδοση των ειδοποιήσεων Τύπος «Ι» και «Θ» στους Εφεσείοντες. Ακολούθως, μετά που οι Εφεσείοντες καταχώρησαν την αγωγή αρ. 624/2018 Ε.Δ. Λάρνακας στις 31.5.2018 εναντίον της Εφεσίβλητης με την οποία ζητούσαν μεταξύ άλλων και την ακύρωση της εν λόγω υποθήκης, η Εφεσίβλητη, προχώρησε στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(2)του ΜΕΡΟΥΣ VIA και στις 23.1.2019, ως φαίνεται από την παρ. 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Έφεση, με την οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3 οι ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ», επέδωσε στους Εφεσείοντες τις ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» ημερ. 14.1.2019, καθώς και το Δελτίο Α, που προβλέπεται στο άρθρο 44 Γ
(2)του ΜΕΡΟΥΣ VIA, με την οποία δηλώνετο η πρόθεση της για να προχωρήσει με ιδιωτική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της υποθήκης Υ2052/2009, στις 14.3.2019 η ώρα 09:00 στην οδό XXXXX 10, XXXXX στη Λάρνακα. Η επίδοση της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» στους Εφεσείοντες έθεσε αυτούς σε εγρήγορση, οι οποίοι αποτάθηκαν σε δικηγόρο και στις 20.2.2019 οι Εφεσείοντες καταχώρησαν εναντίον της Εφεσίβλητης την υπό κρίση Έφεση, αφού παρήλθαν εικοσιοκτώ
(28)ημέρες από την ημέρα επίδοσης των ειδοποιήσεων Τύπος «ΙΑ» στους Εφεσείοντες, δηλαδή εξαντλήθηκε σχεδόν όλος ο χρόνος καταχώρησης της Έφεσης (30 ημέρες), με την οποία επιδιώκει τρία
(3)διατάγματα, Α, Β και Γ στην Έφεση, με τα οποία να ακυρώνονται και να παραμερίζονται οι ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου που είναι ορισμένος στις 14.3.
- Η Έφεση, η οποία καταχωρήθηκε στις 20.2.2019, βασίζεται επί των Άρθρων 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα Άρθρα 5, 21, 27, 44, 44Α- 44ΙΑΑ, και Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου ΚΕΦ. 224 ως έχει τροποποιηθεί, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς άρθρα 1 - 18 ως έχουν τροποποιηθεί, στο άρθρο 95 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών Νόμου του 2015 (Ν.65(Ι)/2015), στη Δ.39, Δ.48 ΘΘ1-9, 8 και 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο - Κεφ. 6, στον περί Ερμηνείας Νόμο - Κεφ.1, άρθρο 42, στον περί Εταιρειών Νόμο - Κεφ. 113 και ειδικότερα στα άρθρα 334 - 344, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στα άρθρα 23, 26, 28 και 30, στην αρχή «delegatus non potest delegare», στις αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Οι Εφεσείοντες εξαιτούνται την ακύρωση ή και τον παραμερισμό των ως άνω αναφερόμενων ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» για τους ακόλουθους λόγους: «
- Οι Αιτητές ως ενυπόθηκοι οφειλέτες ενδεχομένως να πληρούν τα κριτήρια για να ενταχθούν στο Σχέδιο ΕΣΤΙΑ.
- Τα ποσά χρέους που απαιτεί η Καθ' ης η αίτηση τράπεζα με τις επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και Τύπου ΙΑ υπερβαίνει το ποσό της αρχικής σύμβασης δανειακής διευκόλυνσης και τους τόκους που προκύπτουν με βάση την εν λόγω σύμβαση κατά παράβαση του άρθρου 95 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου του 2015 (Ν.65(Ι)/2015).
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, ένεκα του ότι οι πρώτες στη σειρά Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» δεν έχουν αποσταλεί ή/και επιδοθεί προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ή και προς τους ενυπόθηκους οφειλέτες ή και προς τους Αιτητές ως ο Νόμος ρητά ορίζει ή/και επιβάλλει, ή και δεν έχουν αποσταλεί ή και επιδοθεί νομότυπα ως ο Νόμος ρητά ορίζει, ή και
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, διότι οι πρώτες στη σειρά Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» είναι εσφαλμένες ή και είναι άκυρες ή και
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, καθ' ότι ο τύπος και το περιεχόμενο των πρώτων στη σειρά Ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» είναι εσφαλμένος ή και δεν συμμορφώνεται με τις επιτακτικές πρόνοιες του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 ως αυτός έχει τροποποιηθεί, ή και
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, καθ' ότι οι πρώτες στη σειρά Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» είναι εσφαλμένες ή και άκυρες κατά τύπο ή και περιεχόμενο.
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, καθ' ότι οι πρώτες στη σειρά Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» είναι παράνομες ή και ετοιμάστηκαν ή και υπογράφονται ή και απεστάλησαν κατά παράβαση των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί ή και κατά παράβαση του προβλεπόμενου τύπου και του περιεχομένου του ως εκτίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί διότι δεν υπογράφονται ή και δεν υπογράφονται νομότυπα από τον ενυπόθηκο δανειστή όπως επιτακτικά αναφέρεται στον Νόμο ή και στον Τύπο του Δευτέρου Παραρτήματος του Νόμου, ή και
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, καθ' ότι οι πρώτες στη σειρά Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» είναι παράνομες καθ' ότι σε αυτές φαίνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση ανέθεσαν τα εκ του Νόμου απορρέοντα δικαιώματα και εξουσίες τους σε τρίτο πρόσωπο ή και έχουν εξουσιοδοτήσει ως αντιπρόσωπο τους τρίτο πρόσωπο, ήτοι την εταιρεία APS Debt Servicing Cyprus Ltd, κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται ή και είναι παράνομο και εκθέτει τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» σε ακυρότητα.
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, καθ' ότι οι πρώτες στη σειρά Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» δεν συνοδεύονται από Κατάσταση Λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους (Statement of Account) ή και διότι επί της εν λόγω φερομένης ως Κατάσταση Λογαριασμού που επισυνάφθηκε στις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» δεν αναγράφεται το ποσοστό του επιτοκίου με το οποίο χρεώνεται το ενυπόθηκο χρέος ή και διότι η φερόμενη ως Κατάσταση Λογαριασμού δεν αποτελεί κατ' ουδένα λόγο και με κανένα τρόπο Κατάσταση Λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους ή και διότι δεν αποστάληκε πραγματική κατάσταση λογαριασμού στην οποία να φαίνονται όλες οι χρεοπιστώσεις των λογαριασμών με βάση τις οποίες προέκυψαν τα ποσά που αναγράφονται στις επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και Τύπου «ΙΑ» με αποτέλεσμα να στερείται ο ενυπόθηκος οφειλέτης της δυνατότητας να ελέγξει την ύπαρξη του αξιούμενου υπολοίπου, ή και
- Διότι το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)είναι αντισυνταγματικό καθ' ότι προσκρούει στο άρθρο 26 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Συγκεκριμένα διότι: Α. Η επίδικη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης όπως άλλωστε ρητά καταγράφεται στον τίτλο της Δήλωσης Υποθήκης, συμφωνήθηκε και καταρτίστηκε με βάση συγκεκριμένους Νόμους όπως αυτοί αναγράφονται στον τίτλο της Υποθήκης, ο οποίος τίτλος δεν αναφέρει και δεν περιλαμβάνει οποιανδήποτε τροποποίηση της Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νομοθεσίας Νόμος 9/65 που έγινε μετά το Νόμο του
- Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον τίτλο της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ στον οποίο δεν περιλαμβάνονται οι τροποποιητικοί Νόμοι μετά από το 2014 ούτε και ο τελευταίος τροποποιητικός Νόμος του 2018 (Ν.87(Ι) του 2018). Β. Τυχόν πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις πρόνοιες του τελευταίου τροποποιητικού νόμου του Νόμου 9/65 (Ν.87(Ι) του 2018) θα σημαίνει παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως δεδομένου ότι η Σύμβαση Υποθήκης όπως ρητά δηλώνεται σ' αυτή, συμφωνήθηκε να καταρτιστεί και καταρτίστηκε σύμφωνα με τη Νομοθεσία που καταγράφεται στον τίτλο της Υποθήκης, ήτοι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/1965)και τις τροποποιήσεις αυτού μέχρι το έτος 1981 χωρίς να περιλαμβάνονται οποιεσδήποτε μεταγενέστερες τροποποιήσεις του Νόμου. Συνεπώς η οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη η οποία δυνατό να επηρεάζει ή και να μεταβάλλει τα νομικά αποτελέσματα τα οποία απορρέουν από τις συμβατικές υποχρεώσεις ή και τα συμβατικά δικαιώματα των μερών τα οποία συμφωνήθηκαν με βάση και έχοντας υπόψη ότι η σύμβαση θα διέπετο από τους Νόμους που αναγράφονται και περιλαμβάνονται στον τίτλο ή και στο σώμα αυτής, είναι αντισυνταγματική ως παραβιάζουσα το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Γ. Διαζευκτικά προς την υποπαράγραφο Β ανωτέρω, διότι με βάση τις πρόνοιες του τελευταίου τροποποιητικού νόμου του Νόμου 9/65 (Ν.87(Ι) του 2018) τυχόν πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου θα σημαίνει παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως δεδομένου ότι η Σύμβαση Υποθήκης όπως ρητά δηλώνεται σ' αυτή, συμφωνήθηκε να καταρτιστεί και καταρτίστηκε σύμφωνα με τη Νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρόνο που υπογράφηκε η Υποθήκη. Συνεπώς η οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη η οποία δυνατό να επηρεάζει ή και να μεταβάλλει τα νομικά αποτελέσματα τα οποία απορρέουν από τις συμβατικές υποχρεώσεις ή και τα συμβατικά δικαιώματα των μερών τα οποία συμφωνήθηκαν με βάση και έχοντας υπόψη το νομικό καθεστώς το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο που η σύμβαση καταρτίστηκε και υπογράφηκε, είναι αντισυνταγματική ως παραβιάζουσα το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Δ. Διότι η όλη διαδικασία που άρχισε με την αποστολή στους Αιτητές των Ειδοποιήσεων τύπου «Θ», «Ι» και τελικά των προσβαλλόμενων Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» είναι άκυρη ως παραβιάζουσα το δυνάμει του άρθρου 26 του Συντάγματος δικαιώματος της Ελευθερίας του συμβάλλεσθαι δεδομένου ότι η Σύμβαση Υποθήκης όπως ρητά δηλώνεται σ' αυτή, συμφωνήθηκε να καταρτιστεί και καταρτίστηκε σύμφωνα με τη Νομοθεσία που καταγράφεται στον τίτλο της Υποθήκης και οι οποιεσδήποτε τροποποιήσεις του Νόμου που εμπεριέχουν διατάξεις οι οποίες μπορεί να μεταβάλουν ή και μεταλλάξουν τα νομικά αποτελέσματα Συμβάσεων οι οποίες συνομολογήθηκαν πριν τις εν λόγω τροποποιήσεις της νομοθεσίας είναι αντισυνταγματικές και άκυρες. Ε. Διαζευκτικά προς την υποπαράγραφο Δ ανωτέρω, διότι η όλη διαδικασία που άρχισε με την αποστολή στους Αιτητές των Ειδοποιήσεων τύπου «Θ», «Ι» και τελικά των προσβαλλόμενων Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» είναι άκυρη ως παραβιάζουσα το δυνάμει του άρθρου 26 του Συντάγματος δικαιώματος της Ελευθερίας του συμβάλλεσθαι δεδομένου ότι η Σύμβαση Υποθήκης όπως ρητά δηλώνεται σ' αυτή, συμφωνήθηκε να καταρτιστεί και καταρτίστηκε σύμφωνα με τη Νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρόνο που υπογράφηκε η Υποθήκη και οι οποιεσδήποτε τροποποιήσεις του Νόμου που εμπεριέχουν διατάξεις οι οποίες μπορεί να μεταβάλουν ή και μεταλλάξουν τα νομικά αποτελέσματα Συμβάσεων οι οποίες συνομολογήθηκαν πριν τις εν λόγω τροποποιήσεις της νομοθεσίας είναι αντισυνταγματικές και άκυρες.»
- Οι προσβληθείσες Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις όπως αναφέρονται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο (Ν. 9/65)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και τον Τύπο όπως αυτός παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου (Ν. 9/1965), ή και
- Οι προσβληθείσες Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» είναι παράνομες ή και ετοιμάστηκαν ή και υπογράφονται ή και απεστάλησαν κατά παράβαση των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί ή και κατά παράβαση του προβλεπόμενου τύπου και του περιεχομένου του ως εκτίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί διότι δεν υπογράφονται ή και δεν υπογράφονται νομότυπα από τον ενυπόθηκο δανειστή όπως επιτακτικά αναφέρεται στον Νόμο ή και στον Τύπο του Δευτέρου Παραρτήματος του Νόμου, ή και
- Το περιεχόμενο των προσβαλλόμενων Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» είναι λανθασμένο ή και αντίκειται ή και είναι κατά παράβαση των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Ν.9/65 ως έχει τροποποιηθεί ή και είναι κατά παράβαση του Τύπου και του περιεχομένου του ως αυτός εκτίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Ν.9/65 ως έχει τροποποιηθεί διότι: Α.Το ποσό του ενυπόθηκου υπολοίπου της επίδικης υποθήκης είναι εσφαλμένο και αυθαίρετο ή και λανθασμένο ή και δεν είναι αυτό που αναφέρεται στην επίδικη δήλωση και σύμβαση της Υποθήκης με Αρ.Υ2052/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, ή και είναι αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων βάσει καταχρηστικών ή και αόριστων ή και παράνομων και άκυρων όρων της συμφωνίας δανείου και του Εγγράφου Υποθήκης και της Σύμβασης και Δήλωσης της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ2052/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, ή και Β. Το ποσοστό του τόκου ή και του επιτοκίου όπως αναφέρεται στις προσβληθείσες Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» είναι λανθασμένο ή και αυθαίρετο ή και παράνομο, κατά παράβαση της Σύμβασης και Δήλωσης της επίδικης Υποθήκης με Αριθμό Υ2052/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, ή και Γ. Ενώ ο νομοθετημένος τύπος της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» προβλέπει ότι αναφορικά με τους τόκους θα πρέπει να αναγράφεται στην Ειδοποίηση συγκεκριμένο ποσό, οι καθ' ων η αίτηση παράτυπα και παράνομα δεν αναγράφουν συγκεκριμένο ποσό αλλά αναγράφουν τα ακόλουθα: «.πλέον τόκοι επί 465.664,26 CHF (€413.225,89) προς 12 επί τοις εκατόν από της 01/01/2019, πλέον έξοδα, πλέον τόκους», πράγμα εντελώς αυθαίρετο, παράτυπο και παράνομο. Δ. Ενώ ο νομοθετημένος τύπος της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» προβλέπει ότι αναφορικά με τα έξοδα θα πρέπει να αναγράφεται στην Ειδοποίηση συγκεκριμένο ποσό, οι καθ' ων η αίτηση παράτυπα και παράνομα δεν αναγράφουν συγκεκριμένο ποσό αλλά αναγράφουν τα ακόλουθα: «.πλέον έξοδα, πλέον τόκους» χωρίς δηλαδή να συγκεκριμενοποιούν το ποσό των εξόδων όπως προβλέπει ο Νόμος και επιβάλλοντας επιπλέον τόκους πάνω στα (μη συγκεκριμενοποιημένα) έξοδα, πράγμα εντελώς αυθαίρετο, παράτυπο και παράνομο. Ε. Ενώ ο νομοθετημένος τύπος της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» προβλέπει ότι αναφορικά με τα έξοδα θα πρέπει να αναγράφονται στην Ειδοποίηση συγκεκριμένα ποσά σε ΕΥΡΩ, οι καθ' ων η αίτηση παράτυπα και παράνομα αναγράφουν τα ποσά σε CHF (Ελβετικά Φράγκα) κατά παράβαση του νομοθετημένου τύπου, πράγμα εντελώς αυθαίρετο, παράτυπο και παράνομο. Στ.Οι Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι απαιτούν από τους Αιτητές σε τρεις
(3)διαφορετικές περιπτώσεις, ήτοι με τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και Τύπου «ΙΑ», τρία
(3)ή και περισσότερα διαφορετικά ποσά ή/και υπόλοιπα ή/και τόκους ή/και έξοδα ή και Ζ. Το ενυπόθηκο χρέος δεν κατέστη πληρωτέο στις 10/05/2016 ως αναφέρεται στις προσβληθείσες Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ή και
- Εκκρεμεί η Αγωγή υπ' αριθμό 624/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας την οποία έχουν καταχωρήσει οι Αιτητές με την οποία Αγωγή απαιτούν μεταξύ άλλων την ακύρωση της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ2052/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας μεταξύ άλλων, γιατί η επίδικη υποθήκη καταρτίστηκε ή και εγγράφηκε κατά παράβαση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)ή και περαιτέρω αμφισβητούν την νομιμότητα και εγκυρότητα των όρων των Συμφωνιών και το ύψος του υπολοίπου του λογαριασμού ή και του τόκου επί του υπολοίπου του λογαριασμού δανείου και της επίδικης Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης διότι είναι καταχρηστικοί, αυθαίρετοι, αόριστοι, ασαφείς, καταπιεστικοί και άκυροι ή και όπου οι Αιτητές αμφισβητούν επίσης τη νομιμότητα ή και την εγκυρότητα των Συμφωνιών δανείου σε ελβετικά φράγκα.
- Εν πάση περιπτώσει η επίδικη Υποθήκη είναι άκυρη και ή παράνομη διότι καταρτίστηκε ή και εγγράφηκε κατά παράβαση των άρθρων 5 και 21
(1)(γ) του Ν.9/1965 ή και
- Εν πάση περιπτώσει η επίδικη Υποθήκη είναι άκυρη και ή παράνομη διότι καταρτίστηκε ή και εγγράφηκε κατά παράβαση του περί Συμβάσεων Νόμου εφόσον περιέχει αόριστους και ασαφείς όρους οι οποίοι είναι ουσιώδεις όροι.
- Διότι το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)είναι αντισυνταγματικό καθ' ότι προσκρούει στο άρθρο 30 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Συγκεκριμένα διότι: Α. Με τις προσβληθείσες Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» η Καθ' ης η αίτηση τράπεζα ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές οφείλουν συγκεκριμένα ποσά ως αυτά αναφέρονται στις προσβληθείσες επίδικες Ειδοποιήσεις. Όμως τα ποσά αυτά αποτελούν απλά ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση τράπεζας και είναι ποσά που δεν οφείλονται στην πραγματικότητα. Η σχετική διαδικασία επίλυσης της ως άνω διαφοράς μεταξύ των Αιτητών και της Καθ' ης η αίτηση τράπεζας είναι η Αγωγή 624/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που αφορά μεταξύ άλλων και την επίδικη υποθήκη, την οποία Αγωγή έχουν καταχωρήσει οι Αιτητές και με την οποία Αγωγή οι Αιτητές αμφισβητούν και προσβάλλουν την εγκυρότητα ή και τη νομιμότητα των συμφωνιών δανείου με βάση τις οποίες προέκυψαν τα ισχυριζόμενα ποσά που οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οφείλουν οι Αιτητές ως επίσης αμφισβητούν και προσβάλλουν την εγκυρότητα και νομιμότητα της επίδικης υποθήκης και αξιούν διατάγματα του Δικαστηρίου που να κηρύττουν ως άκυρες τις συμφωνίες δανείων, τις συμφωνίες εγγυήσεων και την επίδικη υποθήκη Υ2052/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Τυχόν πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις πρόνοιες των τροποποιήσεων του Νόμου Ν.9/65 και δη των τροποποιήσεων που άρχισαν με τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.142(Ι)/2014 μέχρι και τον τελευταίο Τροποποιητικό Νόμο Ν.87(Ι) του 2018, θα σημαίνει παραβίαση του άρθρου 30 του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και παραβίαση των Αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης καθ' ότι θα επιτραπεί κατ' ουσία να προχωρήσει μια διαδικασία πώλησης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου στη βάση και μόνο των ισχυρισμών της Καθ' ης η αίτηση τράπεζας και χωρίς οι Αιτητές να έχουν τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς αυτής ενώπιον κάποιου τρίτου ανεξάρτητου θεσμού ή και του Δικαστηρίου. Β. Ο οποιοσδήποτε νόμος δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο να μπορεί να προχωρήσει διαδικασίες και να προωθήσει μέτρα τα οποία είναι δυσμενούς φύσεως έναντι άλλου προσώπου στη βάση και μόνο ισχυρισμών του προσώπου που προωθεί και κινεί αυτές τις διαδικασίες, θα πρέπει να είναι άδικος και αντισυνταγματικός ως παραβιάζων το δικαίωμα της δίκαιης δίκης του προσώπου που επηρεάζεται από τις διαδικασίες αυτές με δυσμενή τρόπο. Γ. Η όλη διαδικασία που άρχισε με την αποστολή των Ειδοποιήσεων Τύπου «Θ» και «Ι» είναι επίσης άκυρη και αντισυνταγματική για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω στις υποπαραγράφους Α και Β της παραγράφου
- Οι προσβληθείσες Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» έχουν σταλεί πρόωρα ή και πριν την λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή καθ' ότι οι Αιτητές έχουν καταχωρήσει την Αγωγή υπ' αρ. 624/2018 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας προσβάλλοντας την νομιμότητα και εγκυρότητα τόσο των συμφωνιών δανείων σε ελβετικά φράγκα όσο, των εγγυήσεων αλλά και της επίδικης υποθήκης και ως εκ τούτου τα επίδικα αυτά θέματα εξακολουθούν να εκκρεμούν προς εκδίκαση και συνεπώς οι Καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν σε αυτό το στάδιο να ισχυρίζονται ότι οφείλονται οποιαδήποτε ποσά καθ' ότι ο ισχυρισμός αυτός, ως επίσης και οι επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου Ι αποτελούν το αντικείμενο της Αγωγής 624/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Το γεγονός ότι εκκρεμεί η εν λόγω υπόθεση εξυπακούει πρώτον, ότι δεν έχει ακόμα παρέλθει η προθεσμία για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή και δεύτερον, ως εκ τούτου οι Καθ' ων η αίτηση δεν νομιμοποιούντο να εκδώσουν και αποστείλουν ούτε τις επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου Ι αλλά ούτε και τις προσβαλλόμενες Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ».
- Οι προσβληθείσες Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» είναι άκυρες ή/και δέον όπως ακυρωθούν ή και παραμεριστούν από το Δικαστήριο διότι το περιεχόμενο των επίδικων Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» είναι εσφαλμένο και παράνομο». Η Έφεση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας 1, η οποία ουσιαστικά εμπεριέχει σε μεγαλύτερη έκταση όλους τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η οποία δεν χρειάζεται να καταγραφεί, με την οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3 οι ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» που επιδόθηκαν στους Εφεσείοντες, ως Τεκμήριο 4 το κλητήριο ένταλμα της αγωγής 624/2018, Ε.Δ. Λάρνακας, ως Τεκμήριο 5 επιστολή από την Εφεσίβλητη στους Εφεσείοντες για συμμετοχή της στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ, ως Τεκμήριο 2 οι ειδοποιήσεις Τύπος «Ι» και Τύπος «Θ» με την επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού και ενημερωτική επιστολή, ως Τεκμήριο 1 η Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης και ως Τεκμήριο 6 άρθρο από την ιστοσελίδα Philnews στο οποίο αναφέρεται ότι περί τον Φεβρουάριο αναμένεται η υποβολή αιτήσεων για το σχέδιο ΕΣΤΙΑ. Η Εφεσίβλητη καταχώρησε ένσταση στις 6.3.2019, με την οποία προβάλλονται, επιγραμματικά αλλά αποδοτικά έντεκα
(11)λόγοι ένστασης, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της APS DEBT SERVICING CYPRUS LTD (στο εξής ΑΡS), δεόντως εξουσιοδοτημένου, με την οποία επισυνάπτονται δύο
(2)Τεκμήρια, στα οποία ήδη έχει γίνει αναφορά και η οποία ένορκος δήλωση ουσιαστικά αποτελεί επέκταση των λόγων ένστασης με περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες στους ισχυρισμούς και θέσεις της Εφεσίβλητης, τους οποίους αφού σχολιάζει απορρίπτει ένα προς ένα. Οι Λόγοι Ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Η αίτηση είναι νομικά, δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Οι αιτητές δεν δικαιούται στα αιτούμενα διατάγματα.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.
- Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Η αίτηση είναι γενική και/ή αόριστη και/ή αστήριχτη.
- Οι αιτητές προβάλλουν ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς.
- Δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
- Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα.
- Δεν παρατίθενται στοιχεία και τεκμήρια που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.» Η Έvσταση βασίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα με ιδιαίτερη μνεία στα Άρθρα 2, 27, 44 Α, έως και 44ΙΑΑ, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς 1-18, στον περί Πώλησης Διαδικαστικό Κανονισμό 1/1994, στα άρθρα 2, 14, 21, 29-32 και 42 του Νόμου 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 2, 4-9, 16 και 22, 23, 26, και 27, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9 θ1-10, Δ.39, Δ.48 θ1 - 9, Δ.64, στα άρθρα 16, 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, στις γενικές εξουσίες και στις αρχές επιεικείας και στην πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Με το Νόμο 142(Ι)/2014 καθιερώθηκε η ιδιωτική πώληση με τη συμπερίληψη νέου Μέρους στο Ν.9/1965 υπό τον εξής τίτλο: «ΜΕΡΟΣ VIA ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ» Ενώ στη συνέχεια αναφέρεται στην εφαρμογή του ως ακολούθως: «Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης». Στις 13.7.2018 ψηφίστηκε, δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Νόμος Ν.87(Ι)/18, ο οποίος επέφερε σοβαρές αλλαγές στα άρθρα 44Α και 44Γ και κατήργησε το άρθρο 44ΙΓ, του Μέρους VIA του Ν.9/
- Συγκεκριμένα το άρθρο 44Α πριν τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/2018 είχε ως ακολούθως: 44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Ενώ με την τροποποίηση του με το Ν.87(Ι)/2018έγινε ως εξής: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. (4Α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι, στην πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση, δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και εντός των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται σε αυτό.» Το δε άρθρο 44Γ πριν τροποποιηθεί με το Ν.87(Ι)/2018προνοούσε τα πιο κάτω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους:
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Με την τροποποίηση του από το Ν.87(Ι)/2018προβλέπονται τα κατωτέρω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» Πρώτα από όλα να λεχθεί ότι Έφεση χωρεί, δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3), μόνο από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, όπως τούτο ερμηνεύεται στο άρθρο 44ΙΕ, μόνο για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(2)και μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 44Γ3(α)(β)(γ)(δ)(ε) και (στ), εντός 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Οποιοσδήποτε άλλος λόγος ή αιτητικό ή αξίωση ή επιζήτηση οιουδήποτε άλλου διατάγματος δεν είναι παραδεκτά και είναι καταδικασμένα σε αποτυχία και η Έφεση σε απόρριψη. Έτσι οποιαδήποτε εκζητούμενα διατάγματα στη βάση άλλων λόγων, δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο της Έφεσης. Ο δικηγόρος των Εφεσειόντων, στη γραπτή αγόρευσή του ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση και δη αφού κάνει μία αναφορά στο τι ζητείται με την Έφεση, στη συνέχεια επικαλείται τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να παραμεριστούν οι ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και να ακυρωθεί και παραμεριστεί ο πλειστηριασμός που είναι ορισμένος αύριο 14.3.2019 με κυριότερους λόγους για τις ειδοποιήσεις Τύπος «Ι» και «Θ» και Τύπος «ΙΑ» ότι αυτές δεν συνάδουν με το σχετικό Τύπο και περιεχόμενο που προβλέπεται στο δεύτερο παράρτημα και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει το σχετικό παράρτημα, περαιτέρω ότι δεν επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ο Τύπος «Ι» και δη στον Εφεσείοντα 2, ότι δεν υπογράφονται και/ή ετοιμάστηκαν από την Εφεσίβλητη, ότι ανέθεσε τα δικαιώματα της στην Εταιρεία ΑΡS, ότι δεν επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού ως αυτή προβλέπεται στη σχετική νομοθεσία αφού δεν αναφέρεται το ποσό σε ευρώ και δεν αναφέρονται οι τόκοι και τα έξοδα και επίσης ότι η Εφεσίβλητη δεν θα έπρεπε να προχωρήσει σε αυτή τη διαδικασία από την ώρα που εκκρεμεί αγωγή, ότι η Εφεσίβλητη ζήτησε τρία
(3)ή και περισσότερα διαφορετικά ποσά με τους αναφερθέντες τύπους, επίσης ότι από τη στιγμή που η Εφεσίβλητη κάλεσε τους Εφεσείοντες να ενταχθούν στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ δεν θα έπρεπε να προχωρήσει με αυτή τη διαδικασία, περαιτέρω ότι το ποσό δεν είναι αυτό που έπρεπε να είναι και υπερβαίνει το ποσό της αρχικής σύμβασης και τους τόκους κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ν.65(Ι)/2015, ότι υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας, ότι η διαδικασία που ακολούθησε η Εφεσίβλητη έρχεται σε αντίθεση με τα Άρθρα 26 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τέλος ότι η υποθήκη καταρτίστηκε κατά παράβαση του Ν.9/
- Καταλήγει δε ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Από την άλλη η δικηγόρος της Εφεσίβλητης στη γραπτή της αγόρευση αφού αναφέρεται περιληπτικά στους λόγους για τους οποίους ζητείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εισηγείται ότι ουδείς από αυτούς τους λόγους μπορεί να ευσταθήσει, αφού οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να προσβληθεί η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» είναι συγκεκριμένοι και περιοριστικοί και κανένας απ΄ αυτούς δεν πληρείται. Όσον αφορά τις ειδοποιήσεις Τύπος «Ι» και «Θ» και Τύπος «ΙΑ» αντέταξε ότι συνάδουν πλήρως με τον Τύπο ως προβλέπεται στο δεύτερο παράρτημα και επίσης παραπέμπει στο γεγονός ότι επιδόθηκε και στον Εφεσείοντα 2 σε αντίθεση με ότι ανέφερε η Εφεσείουσα 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση και ότι αναγράφονται ορθά τόσο τα ποσά, οι τόκοι και τα έξοδα, καθώς και ότι η κατάσταση λογαριασμού είναι η δέουσα, ενώ σχετική αναφορά γίνεται με την ενημερωτική επιστολή που επισυνάπτεται με αυτές. Επισημαίνει ότι η αμφισβήτηση του ποσού δεν μπορεί να γίνει στην παρούσα διαδικασία, ενώ σε σχέση με το σχέδιο ΕΣΤΙΑ αναφέρει ότι δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί. Σ΄ ότι αφορά τον επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εφεσειόντων εισηγείται ότι κανένα δικαίωμα τους δεν επηρεάζεται και ότι το σχετικό μέρος VIA και τα άρθρα που προβλέπουν για την παρούσα διαδικασία στο Ν.9/1965δεν είναι αντίθετα με τα άρθρα 26 και 30 του Συντάγματος. Οι λόγοι που προβάλλονται στην Έφεση προκειμένου να ευοδωθεί αυτή είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι λόγοι Ένστασης, όμως το Δικαστήριο αν και θα απαντήσει σε όλους δεν κρίνει σκόπιμο να κάνει ειδική αναφορά σε κάθε ένα από αυτούς ξεχωριστά. Η αποδοχή ή απόρριψή τους διαφαίνεται όχι αποκλειστικά από την ενασχόληση του Δικαστηρίου με κάθε ένα από αυτούς ξεχωριστά, αλλά από τη συλλογιστική που ακολουθεί και την κατάληξη του Δικαστηρίου είτε ειδικά είτε γενικά επί των ευρύτερων θεμάτων που τέθηκαν. Ζητήματα αντισυνταγματικότητας εξετάζονται υπό τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία, για τα οποία το Δικαστήριο θα καταπιαστεί κατωτέρω, αφού πρώτα εξετάσει το θέμα της αναδρομικότητας του Ν.87(Ι)/
- ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑ Από τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν, ως εκλαμβάνει το Δικαστήριο, διαφαίνεται ότι και οι δύο πλευρές συνηγορούν ότι ο Ν.87(Ι)/2018 έχει αναδρομική ισχύ, αλλά κατά τον κ. Μαθηκολώνη δεν πρέπει να ισχύσει αφού βρίσκεται σε αντίθεση με την αρχή περί μη αναδρομικότητας του Νόμου και παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των Εφεσειόντων που προστατεύονται από τα άρθρα 26 και 30 του Συντάγματος. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτό το θέμα προκειμένου να μορφώσει άποψη επί του θέματος, αναφέρει τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1 (B) AAΔ.1670 στη σελίδα 1676 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή είναι ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή εάν αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό τεκμαίρεται, γενικά, σε κάθε περίπτωση και εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε μια νομοθετική πρόνοια που δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει να το πει ρητά (Δέστε: Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 44, παραγ. 921 και 922). Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια (Δέστε: Halsbury' s, ανωτέρω, παραγ. 924).» Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Σταύρος Ξιούρουππας κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Π.Ε. 386/10, ημερ. 15.11.
- Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.
- Επίσης στην Πολιτική Αίτηση Νικολάου κ.ά. Αρ. 101/2018 ημερ. 14.8.18 λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολ. Έφ. Αρ. 386/2010, 15.11.2016, αναφέρθησαν τα εξής ως προς την αναδρομικότητα των νομοθετημάτων: «Ως ουσιαστικής, λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Δεν επηρεάζει συνεπώς δικαιώματα προνόμια υποχρεώσεις ή ευθύνες που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του Νόμου αρ. 26/77 που καταργήθηκε με το νέο Νόμο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Όπως έκρινε ο Επαρχιακός Δικαστής, το λεκτικό του άρθρου 4 του Νόμου 87(Ι)/2018 καθιστά σαφές ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν όπως οι τροποποιήσεις που επήλθαν με το Νόμο 87(Ι)/2018 εφαρμοστούν και στις δικαστικές διαδικασίες που είχαν ήδη ξεκινήσει πριν τις 13.7.2018 δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965. Η καταχώριση Αίτησης/Έφεσης είναι διαδικασία που προνοείται από το συγκεκριμένο Μέρος VIA του πιο πάνω Νόμου που αφορά σε πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903). Μετά τη διαπίστωση του ως προς την αναδρομικότητα του τροποποιητικού Νόμου, ο Επαρχιακός Δικαστής έκρινε ότι είχε αποδειχθεί πλήρης συμμόρφωση της Τράπεζας με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ως είχε τροποποιηθεί και ότι δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου για παραμερισμό της ειδοποίησης εν όψει της μη εξασφάλισης παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος στην αγωγή αρ. 1135/2018 και απέρριψε την αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, βρίσκω ότι η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήταν κανονική και ο Επαρχιακός Δικαστής ενήργησε εντός των εξουσιών του, που του παρέχει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος, όπως είχε τροποποιηθεί με το Νόμο 87(Ι)/2018, ο οποίος δεν κηρύχθηκε αντισυνταγματικός. Συνεπώς, δεν έχω πεισθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να πετύχει η αίτηση.» Επίσης έχοντας κατά νου τη θέση του συνηγόρου των Εφεσειόντων ότι οι Εφεσείοντες αποστερήθηκαν δικαιώματα τους ένεκα της τροποποίησης αυτής η οποία είναι αντίθετη, προφανώς, και ως εκλαμβάνει το Δικαστήριο λόγω των θέσεων που αναπτύχθηκαν από αυτόν, με τα άρθρα 12 και 24 του Συντάγματος αλλά και προς το άρθρο 10 του Περί Ερμηνείας Νόμου ΚΕΦ. 1, τα οποία διασφαλίζουν το κράτος δικαίου και την ασφάλεια του δικαίου, κρίνω σκόπιμο να καταγραφεί κατωτέρω τούτο: «Αποτέλεσμα ακύρωσης σε μελλοντικούς Νόμους 10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση~ (β) επηρεάζει την προηγούμενη ισχύ νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή οτιδήποτε που τελέστηκε κανονικά ή που επιτράπηκε με βάση το νομοθέτημα που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία, μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.» Συμμερίζοντας, ως το Δικαστήριο εκλαμβάνει, ένεκα των τοποθετήσεων και θέσεων των δύο συνηγόρων, την άποψη που εξέφρασε τόσο ο δικηγόρος των Εφεσειόντων, όσο και η συνήγορος της Εφεσίβλητης, ότι ο Ν.87(Ι)/2018 έχει αναδρομική ισχύ, κρίνω ότι πράγματι, έχοντας υπόψη και το άρθρο 10 του ΚΕΦ. 1, από το λεκτικό της νέας επιφύλαξης που προστέθηκε στο άρθρο 44 Α
(3)με το Νόμο 87(Ι)/2018, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για άλλη ερμηνεία, ότι πρόκειται για σαφή και ξεκάθαρη αναδρομική ισχύ, με τη νέα ως άνω επιφύλαξη, του άρθρου 44 Α
(3). Οι συνέπειες της αναδρομικότητας θα εξεταστούν στη συνέχεια αφού το Δικαστήριο αναφέρθει και στο θέμα της αντισυνταγματικότητας των δύο, ως άνω, αναφερθέντων νόμων. ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Ηγέρθησαν από το συνήγορο των Εφεσειόντων, κατά την αγόρευσή του, θέματα παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων των Εφεσειόντων τα οποία τέθηκαν και στην αίτηση του, ως τούτα προσδιορίσθηκαν και καταγράφηκαν ανωτέρω, ένεκα του τροποποιητικού Νόμου 87(I)/2018 αλλά και του Ν. 142(Ι)/2014 ο οποίος καθιέρωσε την ιδιωτική πώληση. Ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει μια γενική αναφορά για το θέμα αυτό. Στην υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αχιλλέως κ.α. ν. Πιτταρά κ.α.
(2012)1 (Β) ΑΑΔ 1590, 1602, η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου (βλ. Κούρτης κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910 και Κυπριανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8. Στην υπόθεση Investylia Ltd. ν. Tαμπούρη
(2006)1 (B) AAΔ 1325 ένα από τα θέματα που ηγέρθησαν ήταν η αντίθεση άρθρων του Νόμου 42
(1)/2000 με Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας το θέμα ως κάτι ανάλογο με εκείνο της αντισυνταγματικότητας, ανέφερε ότι είναι επιθυμητό να εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που διάδικος επιθυμεί να το εγείρει σε κατοπινό στάδιο να διατυπώνεται γραπτώς και να υποστηρίζεται από λεπτομέρειες γιατί παραβιάζει την Οδηγία. Ενόψει της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης από άποψη δικογράφησης γενικά της θέσης περί αντισυνταγματικότητας των διαδικασιών από μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος, δεν ενείχε οποιοδήποτε πρόβλημα και το Δικαστήριο θα έπρεπε να την εξετάσει, όπως και έπραξε, για να καταλήξει ότι επρόκειτο για γενικό και αόριστο ισχυρισμό χωρίς να προχωρήσει να εξετάσει την ουσία. Στην υπόθεση Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 671 στις σελ. 674 και 675 αναφέρθηκαν τα εξής ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να εγείρεται θέμα συνταγματικότητας νομοθεσίας από ένα διάδικο: «..Η γενική και αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν συνάδει καθόλου με ό,τι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις* και οι αρχές της νομολογίας** που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς από το δικόγραφο της αίτησης η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα είχε ακροθιγώς αναφερθεί στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν το καθιστούσε εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά.
(2002)3 A.A.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 A.A.Δ. 56.» H δικογράφηση του ισχυρισμού για αντισυνταγματικότητα, για να καταστεί δυνατή η εξέτασή του, πρέπει να τίθεται με επάρκεια και λεπτομέρεια ή με γραπτό υπόμνημα, ως τονίζεται από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρώ ότι πρέπει να εξεταστούν τα θέματα αντισυνταγματικότητας, ένεκα των πιο πάνω αναφερθέντων, αφού κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αιτιολογούνται τούτα σε ικανοποιητικό βαθμό, έστω και αν δεν εμπεριέχουν όλες τις λεπτομέρειες. Οι αρχές που διέπουν τον έλεγχο συνταγματικότητας ενός νόμου διατυπώνονται ως ακολούθως στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640: «
- Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
- Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
- Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο Περί Μεταβιβάσεως έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος.
- Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315, 339 λέχθηκαν τα εξής: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα». Στην Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 616 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου κρίνονται πάντοτε αυστηρά. Η επιβολή τους πρέπει να καταφαίνεται ως απόλυτα αναγκαία και η έκταση του περιορισμού δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από ό,τι είναι απαραίτητο για την προαγωγή του σκοπού χάριν του οποίου επιβάλλεται». Στην υπόθεση Lapertas Fisheries και Άλλος ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 335 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Στο νόμο δε γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν την ανάγκη, ή γεγονότων, που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχει η συνταγματική τάξη, η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη ή τα δικαιώματα τρίτων, στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων που προβλέπει ο νόμος. Τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται η Βουλή, μπορεί να εκτεθούν στο προοίμιο του νόμου, όπως και η ανάγκη, η οποία προκύπτει, προς περιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή επέμβαση σ' αυτά. Ούτε έχει γίνει επίκληση οποιουδήποτε γεγονότος, παγκοίνως γνωστού, σε βαθμό που να καθίσταται παραδεκτή η διαπίστωση της ύπαρξης του χωρίς τεκμηρίωση (δικαστική γνώση).» Στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιογοράς Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ 7 (απόφαση ημερ. 19.1.2004) ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Εναπόκειται στη νομοθετική εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. (.) Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» Άρθρο 30.1 Συντάγματος - Αποστέρηση ή Περιορισμός Πρόσβασης στη Δικαιοσύνη Εισηγούνται οι Εφεσείοντες ότι το ΜΕΡΟΣ VIA του Ν.9/1965 ως τροποποιήθηκε και δη οι πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.87(Ι)/2018, είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος προβλέπει ότι δεν επιτρέπεται να απαγορευθεί η πρόσβαση στο Δικαστήριο σε οποιοδήποτε δικαιούται να προσφύγει σε αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίζεται αυτό το συνταγματικό δικαίωμα το οποίο όμως δεν είναι απόλυτο και είναι δυνατό να υπόκειται σε περιορισμούς. Στην υπόθεση Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 CLR 210 ειπώθηκαν τα εξής: «The guarantee of the right of access to the Courts does not debar the legislature from providing for some sort of regulation of this right, provided that the regulatory provision is not arbitrary or unreasonable and does not labour as an infringement of the right of access to a Court.» Στην υπόθεση Φοινικαρίδου ν. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1744 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ανάλογες είναι και οι παρατηρήσεις στο βιβλίο των D.J.Harris, M.O'Boyle, C.Warbrick Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 199: «The right of access to a court is not an absolute one. Restrictions may be imposed since the right of access 'by its very nature calls for regulation by the state, regulation which may vary in time and place according to the needs and resources of the community and of 'individuals'. In imposing restrictions, the state is allowed a certain 'margin of appreciation'. However, as indicated in Ashingdane v. UK. any restriction must not be such that 'the very essence of the right is impaired'. In addition, it must have a 'legitimate aim' and comply with the principle of proportionality, ie there must be 'a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved'.» Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14, ημερ. 31.10.14, αναφέρθηκαν τα κατωτέρω: «Στην Κύπρο, σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, κρίθηκε επιτρεπτή η επιβολή διαδικαστικών διατυπώσεων υπό τον όρο όμως ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο δεν επηρεάζεται ούτε ματαιώνεται (Δέστε: Chakardo v. The Attorney-General
(1961)CLR 231 και Chrysanthos and Another v. Antoniades
(1969)1 CLR 622). Νομοθετικά εμπόδια, όμως, τα οποία καθιστούν την πρόσβαση στο δικαστήριο υπερβολικά δύσκολη ή αδύνατη, συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος (Δέστε: Το Πολιτειακόν Δίκαιον της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κρ. Γ. Τορναρίτου, Έκδοση 1982, σελ. 101-103).» Στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Α. Λ. Λοΐζου, στις σελίδες 182-183, γίνεται αναφορά στις ως άνω νομικές αρχές περί αυτού του δικαιώματος. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος, αφού σε καμία περίπτωση δεν αποστερεί το δικαίωμα των Εφεσειόντων να προσφύγουν στο Δικαστήριο, γιατί αλλάζει μεν τους λόγους Έφεσης και δη από «εκκρεμεί αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)» του άρθρου 44Γ, ως είχε πριν την τροποποίηση, αλλά με την τροποποίηση, ο λόγος (δ) γίνεται σε «έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου». Με άλλα λόγια αφού εγείρει αγωγή ή ανταπαίτηση ή άλλως πως ο ενυπόθηκος οφειλέτης εναντίον του ενυπόθηκου δανειστή για οιανδήποτε σχετική διαφορά μεταξύ τους και εξασφαλίσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του, σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60, τότε αυτόματα αποτελεί λόγο Έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» της σκοπούμενης πώλησης. Τούτο βέβαια σε σχέση με την αντισυνταγματικότητα του Ν.87(Ι)/2018 έναντι του Ν.142(Ι)/2014, ο οποίος καθιέρωσε με το ΜΕΡΟΣ VIA την ιδιωτική πώληση, για τον οποίο επίσης υπάρχει η θέση ότι είναι αντισυνταγματικός, αφού η εισήγηση των Εφεσειόντων είναι ότι το ΜΕΡΟΣ VIA είναι ολόκληρο αντισυνταγματικό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Εφεσείοντες δεν έπραξαν τούτο αν και μπορούσαν στα πλαίσια της αγωγής αρ. 624/2018 Ε.Δ. Λάρνακας που κίνησαν εναντίον της Εφεσίβλητης. Μάλιστα αν ενεργούσαν τάχιστα με την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, μέχρι σήμερα θα εκδικάζετο η αίτηση λόγω της ημερομηνίας του πλειστηριασμού και αν ήταν θετική η εξέλιξη θα αποτελούσε λόγο Έφεσης στην παρούσα η οποία θα μπορούσε να τροποποιηθεί και να συμπεριλαμβάνεται και αυτός στους λόγους Έφεσης. Αντ΄ αυτού όχι μόνο έμειναν αδρανείς, ως προς τούτο, αλλά ολιγόρησαν και στην καταχώρηση της παρούσας Έφεσης, χωρίς βέβαια να αμφισβητείται ο χρόνος των 30 ημερών για την καταχώρηση της, με αποτέλεσμα όλοι οι παράγοντες της δίκης να τεθούν υπό ασφυκτικές και πιεστικές, χρονικά, περιστάσεις. Ούτε βέβαια τέθηκαν σε δυσμενή διάκριση ένεκα της αναδρομικής ισχύς του νόμου ή δεν είχαν την ευκαιρία πρόσβασης στο Δικαστήριο αφού, εάν εξασφάλιζαν το διάταγμα, τότε θα αποτελούσε λόγο για ακύρωση της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Περαιτέρω για την εισήγηση ότι ολόκληρο το ΜΕΡΟΣ VIA παραβιάζει το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος που επικαλέσθηκαν οι Εφεσείοντες ότι παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα τους, που προστατεύονται απ΄ αυτό, έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Να λεχθεί εξαρχής ότι με απόφαση της η Εφεσείουσα 1 αποφάσισε να εγγράψει υποθήκη επ΄ αυτής προς εξασφάλιση κάποιων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εφεσίβλητη και επομένως η ίδια έθεσε και διέθεσε την ακίνητη περιουσία της στη νομική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Επίσης πρέπει να λεχθεί ότι και πριν την καθιέρωση του Μέρους VIA του Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, υπήρχαν σχετικές διατάξεις για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. Ό,τι επήλθε με τις τροποποιήσεις και την καθιέρωση του Μέρους VIA είναι μια διαφορετική διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, δηλαδή της ιδιωτικής πώλησης, στα πλαίσια της οποίας ο επηρεαζόμενος ή ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο για αποτροπή της για συγκεκριμένους λόγους. Επομένως δεν μπορεί να βρει έρεισμα ότι το ΜΕΡΟΣ VIA του Ν.9/1965 ως τροποποιήθηκε είναι αντίθετο με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Ούτε με βρίσκει σύμφωνο ότι το Άρθρο 26
(1)του Συντάγματος το οποίο προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, παραβιάσθηκε, αφού με τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τους Ν.142(Ι)/2014και Ν.87(Ι)/2018 απλά άλλαξε, διά προσθήκης, εκτός της υπάρχουσας, διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του κτηματολογίου και της καθιέρωσης της ιδιωτικής πώλησης, ενώ για το ίδιο το δικαίωμα του Άρθρου 26
(1)δεν επήλθε καμιά αλλαγή. Με απόφασή της η Εφεσείουσα 1, ελεύθερα συμβλήθηκε με την Εφεσίβλητη και ενέγραψε την υποθήκη επί του ακινήτου της ως ενυπόθηκος οφειλέτης, ενώ ότι άλλαξε με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο Νόμο 9/1965 με την προσθήκη του Μέρους VIA με το Ν.142(Ι)/2014και το Ν.87(Ι)/2018 είναι ο τρόπος και η διαδικασία πώλησης, για την οποία πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, σε περίπτωση μη πληρωμής του χρέους, για το οποίο ενέγραψε την υποθήκη, γνώριζε ευθύς εξαρχής με την υπογραφή της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης του ακινήτου, άσχετα αν αυτή θα γινόταν με άλλη διαδικασία. Επομένως το ΜΕΡΟΣ VIA του Ν.9/1965, που καθιερώθηκε με τον Ν.142(Ι)/2014 ως τροποποιήθηκε με το Ν.87(Ι)/2018, δεν είναι αντισυνταγματικό. Ως προς τους υπόλοιπους λόγους Έφεσης πρέπει να αναφέρω ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται, αφού τίποτε από όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση δεν καταδεικνύουν και δεν αποδεικνύουν αυτούς. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί χωρίς τεκμηρίωση τους δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη. Εν πάση περιπτώσει εξετάζοντας αυτούς τους ισχυρισμούς στα πλαίσια του άρθρου 44Γ
(3)(α)(β) και (γ), που μπορούν να ενταχθούν, διαπιστώνεται ότι, ο Τύπος «Ι» και «Θ» συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2. Στον Τύπο «Ι» αναφέρεται ότι έγινε απαιτητό το ποσό των CHF426.702.49 (€362.256,97), και όχι μόνο σε ελβετικά φράγκα ως διατείνονται οι Εφεσείοντες, λεπτομέρειες του οποίου περιέχονται στην επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού, πλέον συγκεκριμένο επιτόκιο, ήτοι 12% από 1.4.2015, επί του ως άνω ποσού, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο, με συγκεκριμένη αναφορά στην Υποθήκη Υ2052/2009, με κάλεσμα του όπως εντός 30 ημερών καταβάλει τα ως άνω ποσά, διαφορετικά θα προχωρούσε η Εφεσίβλητη με τη διαδικασία πλειστηριασμού που προβλέπεται στο Μέρος VIA, ενώ καλούσε τον Εφεσείοντα εάν είχε διαφορετική γνώμη να πληροφορούσε περί τούτου την Εταιρεία APS η οποία είναι εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος της, κάτι το οποίο δεν απαγορεύεται από το Νόμο και τέλος υπογράφεται από συγκεκριμένα άτομα για την Εφεσίβλητη, όπως και η ενημερωτική επιστολή και όχι από την APS. Σε ότι αφορά την ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(2)και αποτυπώνεται η μορφή του στο δεύτερο παράρτημα, ανατρέχοντας στο δεύτερο παράρτημα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», που επιδόθηκε στους Εφεσείοντες, έχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στον Τύπο «ΙΑ» του δευτέρου παραρτήματος. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται με τον Τύπο «Ι» είναι λανθασμένη, δεν παρουσιάστηκε κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει αυτόν τον ισχυρισμό. Η κατάσταση λογαριασμού περιέχει το όνομα του ενυπόθηκου οφειλέτη, τον αριθμό της υποθήκης, το ποσό της υποθήκης, τους τόκους και το συνολικό υπόλοιπο της υποθήκης το οποίο είναι το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος. Δεν χρειάζεται η κατάσταση λογαριασμού να περιλαμβάνει όλη την κίνηση του λογαριασμού από την πρώτη ημέρα μέχρι την ημέρα που γίνεται η διαδικασία. Επίσης είναι αναμενόμενο το ποσό του ενυπόθηκου χρέους να αλλάζει με αύξησή του κάθε φορά που αποστέλλεται μια νέα ειδοποίηση, αφού προσθέτονται τόκοι. Επομένως πληρείται το άρθρο 44Γ
(3)(α). Επίσης πληρείται και το άρθρο 44Γ
(3)(β) αφού οι Εφεσείοντες παραδέχονται την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Τέλος φαίνεται ξεκάθαρα ότι η επίδοση του Τύπου «ΙΑ» έγινε μετά τη λήξη της προθεσμίας. Να αναφέρω επίσης, σε σχέση με το λόγο της Έφεσης ότι εκκρεμεί αγωγή στα πλαίσια της οποίας θα αποφασιστούν οι διαφορές των διαδίκων, ότι ρητά αναφέρεται στο άρθρο 44Α(4Α) ότι «ανεξάρτητα οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος είτε πριν, είτε μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου 87(Ι)/2018 δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους», πόσο μάλλον στην περίπτωση αυτή που ακόμη δεν εκδόθηκε απόφαση. Όσον αφορά την υπερημερία, πέραν από όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, αυτή είναι εξόφθαλμη από τον χρόνο που κατέστη το χρέος απαιτητό και πληρωτέο για το λόγο ότι δεν κατέβαλλαν οιονδήποτε ποσό στο λογαριασμό οι Εφεσείοντες και πέρασαν 120 ημέρες, αφού πέραν της επίδοσης της ειδοποίησης Τύπος «Ι» στις 5.5.2018 και οι ίδιοι οι Εφεσείοντες προχώρησαν με την ως άνω αναφερθείσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 31.5.2018, εναντίον της Εφεσίβλητης και μετά να προβεί σε οιαδήποτε διάβημα η Εφεσίβλητη. Σε σχέση με το ενδεχόμενο ότι μπορεί να πληρούν τις προϋποθέσεις ένταξης τους στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ, να λεχθεί ότι τούτο δεν τέθηκε ακόμη σε εφαρμογή και μόνο με την έγκριση κάποιου ένταξης του σε αυτό τίθεται σε ισχύ τούτο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η διαδικασία προωθείται από την Εταιρεία APS ή ότι αυτή υπογράφει τα σχετικά έντυπα ή ότι γίνεται μαζί με αυτή, να σημειωθεί ότι η Εφεσίβλητη η ίδια αναφέρει ότι μπορούν οι Εφεσείοντες να αποταθούν στην εξουσιοδοτημένη από αυτούς Εταιρεία APS, κάτι το οποίο είναι νόμιμο αφού μπορεί να αναθέσει την διαδικασία αυτή σε άλλο πρόσωπο, αφού δεν πρόκειται για εξουσιοδότηση άσκησης των τραπεζικών εργασιών της. Εν πάση περιπτώσει διαπιστώνω ότι αυτή είναι που προωθεί την διαδικασία, δηλαδή η Εφεσίβλητη, που προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν.9/1965 ως τροποποιήθηκε και όχι άλλο πρόσωπο, ως ανωτέρω εξηγείται. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η Αίτηση-Έφεση πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται, πλέον έξοδα €2.500 συν ΦΠΑ υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση-Εφεσίβλητης και εναντίον των Αιτητών-Εφεσειόντων. (Υπ.) ................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο