ΘΕΟΚΛΗΣ ΣΟΥΛΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 118/2018, 6/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 118/2018 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 ως και τις τροποποιήσεις του, ΚΑΙ Αναφορικά με την Αίτηση των: 1.ΘΕΟΚΛΗΣ ΣΟΥΛΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ 2.ΧΧΧΧΧ ΣΟΥΛΗΣ 3.ΧΧΧΧΧ ΣΟΥΛΗ Αιτητές-Εφεσείοντες ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ΄ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 6.2.2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εφεσείοντες: κ. Κ. Κουκούνης για Α. Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για Καθ΄ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη: κα Γ. Καραμαλλή με κα Καμάρη για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-Tempore) Η Καθ΄ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη (στο εξής Εφεσίβλητη) φέρεται, ως εμφαίνεται στις παρ. 3, 4, 5, 6, 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης της αγωγής 790/16 Ε.Δ. Λάρνακας, στην οποία καταχωρήθηκε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 4 και 3, αντίστοιχα, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση-Αίτηση (στο εξής Έφεση), να παραχώρησε στην Αιτήτρια-Εφεσείουσα 1 (στο εξής Εφεσείουσα 1) πιστωτικές διευκολύνσεις, προς εξασφάλιση των οποίων η Εφεσείουσα 1 ενέγραψε στις 8.9.2008 την υποθήκη Y6150/08 που αναφέρεται στην παράγραφο 8.1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Έφεση και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 12(Β) της Έκθεσης Απαίτησης της ως άνω αγωγής προς περαιτέρω ή/και καλύτερη εξασφάλιση του δανείου προς την Εφεσείουσα
- Οι Εφεσείοντες 2 και 3 εγγυήθηκαν γραπτώς στις 5.8.2008 όλες τις υποχρεώσεις της Εφεσείουσας 1 μέχρι του ποσού των €500.000 πλέον τόκους και έξοδα, ενώ την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 5.8.2008, εγγυήθηκαν γραπτώς την Εφεσείουσα 1 μέχρι του ποσού των €120.000 πλέον τόκους και έξοδα για εξασφάλιση του τρεχούμενου λογαριασμού της Εφεσείουσας
- Ο Εφεσείοντας 2 προς καλύτερη εξασφάλιση της Εφεσίβλητης ενέγραψε στις 5.9.2008 την υποθήκη Υ2143/2008 και στις 29.5.2009 την υποθήκη Υ900/
- Πλήρεις λεπτομέρειες αναφέρονται στις παραγράφους 5.1-5.4.2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Επειδή, κατά την Εφεσίβλητη, υπήρξε καθυστέρηση στην αποπληρωμή των αναφερθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων τερμάτισε τις σχετικές μεταξύ τους συμφωνίες και λογαριασμούς με επιστολές ημερ. 30.7.2015, 18.12.2015 και 20.12.2016, οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 4 με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση και ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένου και του ενυπόθηκου χρέους κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Ακολούθως η Εφεσίβλητη στις 21.4.2016 καταχώρησε την αγωγή αριθμός 790/2016 εναντίον των Εφεσειόντων 1, 2 και 3, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση, με την οποία αξιώνει το ποσό των €427.543,01 ως οφειλόμενο δυνάμει δανείου, πλέον τόκο, το ποσό των €112.833,44 δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού, πλέον τόκο, έξοδα, καθώς και διατάγματα εκποίησης και των τριών ανωτέρω υποθηκών. Ως ήδη αναφέρθηκε οι Εφεσείοντες 1, 2 και 3 καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 19.9.
- Στη συνέχεια η Εφεσίβλητη κάνοντας χρήση των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA, ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ, που προστέθηκε με το Νόμο 142(Ι)/2014, του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, ως τούτος τροποποιήθηκε μέχρι το 2015, επέδωσε στην Εφεσείουσα και στα άλλα δύο ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ήτοι τους Εφεσείοντες 2 και 3, στις 17.7.2017 τις ειδοποιήσεις Τύπος «Ι» και Τύπος «Θ», ημερομηνίας 7.7.2017, με επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού, που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(1), ως φαίνεται από το Τεκμήριο 1 το οποίο επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση και το Τεκμήριο 8 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αλλά δεν επισυνάπτεται η ειδοποίηση Τύπος «Ι» για την Εφεσείουσα 3 και αναφέρεται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση. Ακολούθως, η Εφεσίβλητη, προχώρησε στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(2)του ΜΕΡΟΥΣ VIA και στις 22.10.2018, ως φαίνεται από την παρ. 5 της ένορκης δήλωσης, με επισυναπτόμενη την ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», η οποία αποτελεί το Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση, επέδωσε στην Εφεσείουσα 1 και στα άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ήτοι τους Εφεσείοντες 2 και 3, την ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» ημερ. 8.10.2018, καθώς και την ειδοποίηση Τύπος «ΙΒ» στην Εφεσείουσα 1, που προβλέπεται στο άρθρο 44 Γ
(2)του ΜΕΡΟΥΣ VIA, με την οποία δηλώνετο η πρόθεση της για να προχωρήσει με ιδιωτική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της υποθήκης Υ6150/2008, στις 20.3.2018 από η ώρα 09:00 π.μ. μέχρι τις 5:00 μ.μ. στο ισόγειο κατάστημα στην οδό Ζακύνθου 10, 6018 στη Λάρνακα. Η επίδοση της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» στην Εφεσείουσα 1 αλλά και στους Εφεσείοντες 2 και 3 έθεσε αυτούς σε εγρήγορση, οι οποίοι αποτάθηκαν σε δικηγόρο και στις 19.11.2018 οι Εφεσείοντες καταχώρησαν εναντίον της Εφεσίβλητης την υπό κρίση Έφεση με την οποία επιδιώκουν βασικά τρία
(3)διατάγματα, Α, Β και Γ στην Έφεση, με τα οποία να ακυρώνονται και να παραμερίζονται οι ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ», Τύπος «ΙΒ» και να αναστέλλεται ή να ακυρώνεται η διαδικασία της αναγκαστικής πώλησης του ακινήτου που υποθηκεύτηκε με την υποθήκη Υ6150/2008. Η Έφεση, η οποία καταχωρήθηκε στις 19.11.2018, βασίζεται επί των άρθρων 21, 29, 31 και 32, του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 44 Α - 44 ΙΑΑ Μέρος VIA και Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015, άρθρα 37-51, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου ΚΕΦ. 224 ως έχει τροποποιηθεί, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στη Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48 θθ1-9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο - Κεφ. 6, στο Σύνταγμα Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στις αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου, στις γενικές, συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι Εφεσείοντες εξαιτούνται την ακύρωση και ή τον παραμερισμό των ως άνω αναφερόμενων ειδοποιήσεων για τους κάτωθι λόγους: « 2.1 Οι προσβληθείσες ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» είναι άκυρες και/ή καταχρηστικές ή και δέον όπως ακυρωθούν και/ή παραμεριστούν από το Δικαστήριο καθότι παραβλάπτουν τα έννομα συμφέροντα του Αιτητή και είναι λανθασμένες ή και ελλιπής ή και το περιεχόμενο τους είναι λανθασμένο ή και δεν συνάδει ή και αντίκειται στις διατάξεις του Νόμου (Ν.9/1965). 2.2 Οι πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018, Ν.87(Ι)2018, που τροποποίησε τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν.9/1965, δεν εφαρμόζονται καθότι παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου που εξασφαλίζει την βεβαιότητα των δικαιωμάτων και κατοχυρώνει την ασφάλεια των συναλλαγών και παραβλάπτουν τα έννομα συμφέροντα και ουσιαστικά δικαιώματα του Αιτητή. 2.3 Οι πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018, Ν.87(Ι)2018, που τροποποίησε τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν.9/1965, είναι αντισυνταγματικές και άκυρες επειδή προσκρούουν και έρχονται σε αντίθεση με τις πρόνοιες των άρθρων 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 2.4 Εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η αγωγή υπ' αρ. 790/2016, στην οποία οι Αιτητές έχουν καταχωρήσει Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην Απαίτηση της Καθ ης η αίτηση, με την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα και εγκυρότητα του επίδικου χρέους και των επίδικων συμφωνιών και υποθηκών και συνεπώς η διαδικασία που προνοείται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965)για πλειστηριασμό του Ακινήτου δεν είναι εφαρμόσιμη και/ή δεν προσφέρεται. 2.5 Εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η αγωγή υπ' αρ. 790/2016, στην οποία ο Αιτητής έχει καταχωρήσει Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην Απαίτηση της Καθ ης η αίτηση, με την οποία ο Αιτητής διεκδικεί από την Καθ ης η αίτηση αποζημιώσεις για την ζημιά και απώλεια που του προκάλεσε η Καθ ης η αίτηση από πράξεις και παραλείψεις της, που υπερβαίνει κατά πολύ το ισχυριζόμενο από την Καθ ης η αίτηση οφειλόμενο από τον Αιτητή ποσό, συνεπώς η διαδικασία που προνοείται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965)για πλειστηριασμό του Ακινήτου δεν είναι εφαρμόσιμη και/ή δεν προσφέρεται. 2.6 Η απόφαση για δημόσιο πλειστηριασμό των ακινήτων ιδιοκτησίας των Αιτητών αρ. 1 ενώ εκκρεμεί η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Αιτητών εναντίον της Καθ ης η αίτηση για ζημιά και απώλεια που προκάλεσε η Καθ ης η αίτηση στους Αιτητές για ποσό μεγαλύτερο από την αξίωση της Καθ ης η αίτηση δεν είναι εύλογη και/ή δίκαια. 2.7 Οι Ειδοποιήσεις της σκοπούμενης πώλησης του ακινήτου ιδιοκτησίας των Αιτητών αρ. 1, αποτελούν και/ή συνιστούν κατάχρηση διαδικασίας (abuse of the process). 2.8 Η ύπαρξη της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Αιτητών στην Αγωγή υπ' αρ. 790/2016 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον της Καθ ης η αίτηση απενεργοποιεί και/ή αναστέλλει την δυνατότητα της Καθ ης η αίτηση για έναρξη της διαδικασίας πλειστηριασμού. 2.9 Οι Ειδοποιήσεις απαιτούν την καταβολή ποσών τα οποία περιέχουν παράνομους και/ή καταχρηστικούς τόκους και χρεώσεις και τα οποία είναι αντικείμενο της αγωγής υπ' αρ. 790/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. 2.10 Οι επιδοθείσες ειδοποιήσεις δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά το προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. 2.11 Οι Αιτητές ουδέποτε έλαβαν την εκ του νόμου προβλεπόμενη κατά τύπο ορθή ειδοποίηση από την Καθ ης η αίτηση όπως προνοείται στο άρθρο 37
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965)και ουδέποτε ενημερώθηκαν επαρκώς για την οφειλή. 2.12 Οι Ειδοποιήσεις δεν συνοδεύονται από πλήρη και αναλυτική κατάσταση λογαριασμών οι οποίες να περιλαμβάνουν αναλυτικά τόκους και έξοδα και όλες τις δοσοληψίες μεταξύ των Αιτητών και της Καθ' ης η Αίτηση. 2.13 Οι υποθήκες ή και οι δηλώσεις υποθηκεύσεως ή και οι συμβάσεις επί των οποίων βάσισε τις αποφάσεις της η Καθ ης η αίτηση για την έκδοση των επίδικων ειδοποιήσεων είναι το προϊόν και/ή το αποτέλεσμα απάτης και/η ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου και/ή απόκρυψης ουσιαστικών στοιχείων και/ή παράβασης καθήκοντος που ασκήθηκε από την Καθ ης η αίτηση σε βάρος των Αιτητών. 2.14 Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των Αιτητών, η αποτίμηση των οποίων σε χρηματικές αξίες είναι εκτός πραγματικότητας.» Η Έφεση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα 2, η οποία ουσιαστικά εμπεριέχει σε μεγαλύτερη έκταση όλους τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, με την οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 2 οι ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και Τύπος «ΙΒ» που επιδόθηκαν στους Εφεσείοντες, ως Τεκμήριο 4 το κλητήριο ένταλμα της αγωγής 790/2016, Ε.Δ. Λάρνακας, ως Τεκμήριο 3 η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εφεσειόντων στην αγωγή αρ. 790/16, ως Τεκμήριο 1 οι ειδοποιήσεις Τύπος «Ι» και Τύπος «Θ» με την επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού και ως Τεκμήριο 5 Ενοικιαστήριο Έγγραφο. Η Εφεσίβλητη καταχώρησε ένσταση στις 18.1.2019, με την οποία προβάλλονται είκοσι τρείς
(23)λόγοι ένστασης, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της, δεόντως εξουσιοδοτημένου, με την οποία επισυνάπτονται εννέα
(9)Τεκμήρια, σε μερικά εκ των οποίων ήδη έχει γίνει αναφορά και η οποία ένορκος δήλωση ουσιαστικά αποτελεί επανάληψη των λόγων ένστασης με περισσότερα στοιχεία στους ισχυρισμούς και θέσεις της Εφεσίβλητης. Οι Λόγοι Ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Η Αίτηση είναι απαράδεκτη ή/και νομικά αβάσιμη ή/και παράτυπη ή/και παντελώς αδικαιολόγητη ή/και θνησιγενής ή/και η νομική και πραγματική της βάση δεν μπορεί να στηρίξει τις εξαιτούμενες θεραπείες.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και/ή δεν συντρέχουν οι λόγοι που προβλέπει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965)ως έχει τροποποιηθεί (ο Νόμος) για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι Καθ' ων η αίτηση δεόντως και νομοτύπως προχώρησαν στην έναρξη ή/και προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/8XX7, Φ/ΣΧ 50/05, τεμάχιο X4 που βρίσκεται στο Καλό Χωριό της επαρχίας Λάρνακας και βαρύνεται με την υποθήκη Υ6150/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας (το Ενυπόθηκο Ακίνητο).
- Οι ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και ΙΒ, ημερομηνίας 08/10/2018, οι οποίες παραλήφθηκαν από τους Αιτητές στις 22/10/2018 και επισυνάπτονται στην Αίτηση/Έφεση (οι Ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και ΙΒ), έχουν νομίμως, δεόντως και νομοτύπως επιδοθεί στους Αιτητές και δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραμερισμού ή/και ακύρωσης τους ή/και οποιοσδήποτε λόγος διακοπής ή/και παύσης της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου που προωθείται δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου.
- Δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραμερισμού των Ειδοποιήσεων τύπου ΙΑ και ΙΒ, οι οποίοι διαλαμβάνονται κατά τρόπο εξαντλητικό στο Άρθρο 44 (Γ) 3 του Νόμου ή/και στις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου.
- Κανένας από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των Αιτητών δεν μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση ή/και παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΒ η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί εφέσιμη ειδοποίηση.
- Δεν ευσταθεί το αίτημα των Αιτητών για ακύρωση ή/και παραμερισμό των Ειδοποιήσεων τύπου ΙΑ και ΙΒ ή/και για διακοπή ή/και παύση της διαδικασίας πλειστηριασμού εφόσον τέτοια εξουσία δεν παρέχεται στο Δικαστήριο από το Νόμο.
- Η κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση Τύπου «Ι» είναι καθόλα ορθή, νομότυπη, πλήρης και σύμφωνη με τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου.
- Το υπόλοιπο που αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού που συνόδευε την ειδοποίηση Τύπου «Ι» είναι ορθό, έγκυρο και οι επίδικοι λογαριασμοί χρεώνονταν καθόλα ορθά και σύμφωνα με τους όρους των μεταξύ των μερών συμφωνιών. Το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο και απαιτητό και παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο.
- Ο Αιτητής 1, ενυπόθηκος οφειλέτης, είναι υπερήμερος ως οι πρόνοιες του Νόμου ορίζουν.
- Η ύπαρξη της αγωγής υπ' αριθμό 790/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (η Αγωγή) δεν καθιστά καταχρηστική ή/και παράτυπη τη διαδικασία και ούτε εμποδίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την επιδίωξη πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου. Αντίθετα, η εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου είναι υπό τις περιστάσεις πλήρως εναρμονισμένη με το σκοπό του Νόμου και αποτελεί κατ' ουσία ενάσκηση δικαιώματος που παρέχεται από το Νόμο στους Καθ' ων η Αίτηση.
- Ο Νόμος δεν απαγορεύει ούτε και αποκλείει τη συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου. Αντιθέτως, ρητά προβλέπεται στο Άρθρο 44 Α
(4)του Νόμου ότι καμία διάταξη του Μέρους VIA δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. 13. Σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση του Νόμου, το υφιστάμενο Άρθρο 44 Γ
(3)(δ) του Νόμου, το οποίο προέβλεπε ότι η εκκρεμοδικία αγωγής αποτελούσε λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ έχει καταργηθεί. Συνεπεία τούτου, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι οι Ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και ΙΒ θα πρέπει να παραμεριστούν ενόψει της εκκρεμοδικίας αγωγής ή/και της καταχώρισης υπεράσπισης και ανταπαίτησης είναι κατά νόμω και κατ΄ουσία αβάσιμοι. 14. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώριση ή/και προώθηση της παρούσας Αίτησης αφού δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται, κατά τρόπο εξαντλητικό, στο άρθρο 44 Γ
(3)του Νόμου και, σε κάθε περίπτωση, κανένα συμφέρον ή δικαίωμα τους δεν παραβλάπτεται από την επίδοση των Ειδοποιήσεων τύπου ΙΑ και ΙΒ.
- Σε κάθε περίπτωση, πουθενά στο Νόμο δεν υπάρχει διάταξη που να απαγορεύει ή/και να αποκλείει στους Καθ' ων η αίτηση να προωθήσουν την εφαρμογή της διαδικασίας ιδιωτικής πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου όταν υπάρχει σε εκκρεμότητα αγωγή. Αντίθετα, ρητά προνοείται στο Άρθρο 44 Α του Μέρους VIA του Νόμου ότι επιτρέπεται η συνύπαρξη πολιτικής αγωγής με την διαδικασία του εν λόγω Μέρους.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση ακολούθησαν πιστά την ενδεδειγμένη και προβλεπόμενη από το Νόμο διαδικασία, απέστειλαν τις προαπαιτούμενες ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις προϋποθέσεις, τα κριτήρια και τους τύπους του Δεύτερου Παραρτήματος αυτού προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη καθώς και προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, τήρησαν όλες τις προβλεπόμενες προθεσμίες και ενήργησαν με πλήρη συμμόρφωση προς τους σχετικούς Κανονισμούς.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση νομιμοποιούνται πλήρως στην προώθηση της διαδικασίας ιδιωτικής πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου.
- Καμία διάταξη στο Νόμο δεν απαγορεύει στους Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν στην εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου.
- Οι αξιούμενες θεραπείες είναι νόμω και ουσία αβάσιμες ή/και εν πάση περιπτώσει στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του Νόμου.
- Στην ένορκη δήλωση περιέχονται αβάσιμοι ή/και άσχετοι ή/και γενικοί ή/και αστήρικτοι ισχυρισμοί ή/και ισχυρισμοί που δεν μπορούν ληφθούν υπόψη ούτε μπορούν να υποστηρίξουν την εξαιτούμενη θεραπεία.
- Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν βάσιμους ή/και επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν τις αιτούμενες θεραπείες.
- Δεν είναι εύλογο ή/και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
- Η Αίτηση ασκείται κακόπιστα ή/και καταχρηστικά ή/και για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας ή/και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς.» Η έvσταση βασίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα με ιδιαίτερη μνεία στα Άρθρα 2, 21, 27, 35, 36, 37, 44, 44 Α, 44 Β, 44 Γ
(1),
(2)και
(3), 44 Δ, 44 Ε έως και 44ΙΑΑ καθώς και στα παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στα άρθρα 2, 21, 22, 23, 29 και 31 του Νόμου 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 9 και 22 - 34, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ 1 - 9, Δ.64, στα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 6
(1)και 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Με το Νόμο 142(Ι)/2014 καθιερώθηκε η ιδιωτική πώληση με τη συμπερίληψη νέου Μέρους στο Ν.9/1965 υπό τον εξής τίτλο: «ΜΕΡΟΣ VIA ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ» Ενώ στη συνέχεια αναφέρεται στην εφαρμογή του ως ακολούθως: «Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης». Στις 13.7.2018 ψηφίστηκε, δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Νόμος Ν.87(Ι)/18, ο οποίος επέφερε σοβαρές αλλαγές στα άρθρα 44Α και 44Γ και κατήργησε το άρθρο 44ΙΓ, του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Συγκεκριμένα το άρθρο 44Α πριν τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/2018 είχε ως ακολούθως: 44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Ενώ με την τροποποίηση του με το Ν.87(Ι)/2018έγινε ως εξής: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. (4Α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι, στην πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση, δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και εντός των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται σε αυτό.» Το δε άρθρο 44Γ πριν τροποποιηθεί με το Ν.87(Ι)/2018προνοούσε τα πιο κάτω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους:
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Με την τροποποίηση του από το Ν.87(Ι)/2018προβλέπονται τα κατωτέρω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» Πρώτα από όλα να λεχθεί ότι Έφεση χωρεί, δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3), μόνο από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, όπως τούτο ερμηνεύεται στο άρθρο 44ΙΕ, μόνο για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(2)και μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 44Γ3(α)(β)(γ)(δ)(ε) και (στ), εντός 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Οποιοσδήποτε άλλος λόγος ή αιτητικό ή αξίωση ή επιζήτηση οιουδήποτε άλλου διατάγματος δεν είναι παραδεκτά και είναι καταδικασμένα σε αποτυχία και η Έφεση σε απόρριψη. Έτσι οποιαδήποτε εκζητούμενα διατάγματα στη βάση άλλων λόγων, δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο της Έφεσης. Ο δικηγόρος των Εφεσειόντων, στη γραπτή αγόρευσή του ουσιαστικά αναφέρει ότι η διαδικασία της ιδιωτικής πώλησης δεν μπορεί να βρει έρεισμα γιατί καταχωρήθηκε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με βάση το σχετικό άρθρο πριν την τροποποίηση με το Νόμο 87(Ι)/2018 και αφού κατά την άποψή του ο Νόμος που εφαρμόζεται είναι ο παλαιός η ύπαρξη της Ανταπαίτησης αποτελεί λόγο με βάση τον οποίο δεν θα έπρεπε να προχωρήσει η Εφεσίβλητη στη διαδικασία της ιδιωτικής πώλησης. Επίσης ανέφερε ότι η κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει τον Τύπο «Ι» και «Θ» δεν είναι η πρέπουσα αφού έπρεπε να καταγράφεται με λεπτομέρεια το καθετί, σε αντίθεση με αυτό που καταγράφεται, που ουσιαστικά είναι μόνο το υπόλοιπο. Επίσης αναφέρθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 44Γ
(1), αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας η εκποίηση του ακινήτου, ενώ εισηγήθηκε ότι με την αναδρομικότητα του Νόμου παραβιάζονται τα δικαιώματα τους, ενώ έθεσε θέμα αντισυνταγματικότητας του Ν.87(Ι)/2018 και δη έναντι των Άρθρων 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για τους λόγους που εξήγησε. Εν πάση περιπτώσει αν εννοεί ο συνήγορος των Εφεσειόντων και το Νόμο 142(Ι)/14 το Δικαστήριο θα επιληφθεί και αυτού του θέματος στη συνέχεια. Από την άλλη η συνήγορος της Εφεσίβλητης στην αγόρευσή της, αφού προβαίνει σε μία μικρή εισαγωγή για το θέμα, στη συνέχεια παραθέτει το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης και ακολούθως, αφού ομαδοποιεί τους λόγους έφεσης, για τους λόγους που εξηγεί, απορρίπτει τους λόγους Έφεσης, τόσο σε σχέση με την ακυρότητα, παρανομία, παρατυπία και ελαττωματικότητα των ειδοποιήσεων, όπως αυτοί αναφέρονται, όσο και σε σχέση με τις ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και Τύπος «ΙΒ», γιατί δεν εφαρμόστηκε η προβλεπόμενη διαδικασία και ακολούθως απορρίπτει τη θέση των Εφεσειόντων για λανθασμένα υπόλοιπα στις ειδοποιήσεις και στην κατάσταση λογαριασμού. Εν συνεχεία καταρρίπτει τη θέση των Εφεσειόντων ότι η διαδικασία είναι καταχρηστική επειδή έχει καταχωρηθεί αγωγή στο Ε.Δ. Λάρνακας με αριθμό 790/16. Ακόμη απορρίπτει τη θέση ότι η αναδρομικότητα του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/2018 είναι αντίθετη με το Σύνταγμα. Τέλος αντιτίθεται στη θέση των Εφεσειόντων ότι το Mέρος VIA του Νόμου και δη οι διατάξεις στις οποίες έκανε αναφορά ο συνήγορος των Εφεσειόντων είναι αντισυνταγματικές. Επίσης έκανε αναφορά και στη θέση των Εφεσειόντων για μη λήψη ειδοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 37
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965) και ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν επαρκώς για την οφειλή όπως και το ότι η υποθήκη επί της οποίας η Εφεσίβλητη προχώρησε στην έκδοση των επιδίκων ειδοποιήσεων είναι προϊόν και ή αποτέλεσμα απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή δόλου και ή απόκρυψης ουσιαστικών στοιχείων και ή παράβασης καθήκοντος που ασκήθηκε από την Εφεσίβλητη σε βάρος των Εφεσειόντων, απορρίπτοντας αυτούς και καταλήγοντας εισηγήθηκε ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Και οι δύο συνήγοροι παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε σχετική Νομολογία. Οι λόγοι που προβάλλονται στην Έφεση προκειμένου να ευοδωθεί αυτή είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι λόγοι Ένστασης, όμως το Δικαστήριο αν και θα απαντήσει σε όλους δεν κρίνει σκόπιμο να κάνει ειδική αναφορά σε κάθε ένα από αυτούς ξεχωριστά. Η αποδοχή ή απόρριψή τους διαφαίνεται όχι αποκλειστικά από την ενασχόληση του Δικαστηρίου με κάθε ένα από αυτούς ξεχωριστά, αλλά από τη συλλογιστική που ακολουθεί και την κατάληξη του Δικαστηρίου είτε ειδικά είτε γενικά επί των ευρύτερων θεμάτων που τέθηκαν. Ζητήματα αντισυνταγματικότητας εξετάζονται υπό τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία, για τα οποία το Δικαστήριο θα καταπιαστεί κατωτέρω, αφού πρώτα εξετάσει το θέμα της αναδρομικότητας του Ν.87(Ι)/2018. ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑ Από τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν, διαφαίνεται ότι και οι δύο πλευρές συνηγορούν ότι ο Ν.87(Ι)/2018 έχει αναδρομική ισχύ, αλλά κατά τον συνήγορο των Εφεσειόντων δεν πρέπει να ισχύσει αφού βρίσκεται σε αντίθεση με την αρχή περί μη αναδρομικότητας του Νόμου. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτό το θέμα προκειμένου να μορφώσει άποψη επί του θέματος, αναφέρει τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1 (B) AAΔ.1670 στη σελίδα 1676 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή είναι ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή εάν αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό τεκμαίρεται, γενικά, σε κάθε περίπτωση και εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε μια νομοθετική πρόνοια που δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει να το πει ρητά (Δέστε: Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 44, παραγ. 921 και 922). Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια (Δέστε: Halsbury' s, ανωτέρω, παραγ. 924).» Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Σταύρος Ξιούρουππας κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Π.Ε. 386/10, ημερ. 15.11.
- Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.
- Επίσης στην Πολιτική Αίτηση Νικολάου κ.ά. Αρ. 101/2018 ημερ. 14.8.18 λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολ. Έφ. Αρ. 386/2010, 15.11.2016, αναφέρθησαν τα εξής ως προς την αναδρομικότητα των νομοθετημάτων: «Ως ουσιαστικής, λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Δεν επηρεάζει συνεπώς δικαιώματα προνόμια υποχρεώσεις ή ευθύνες που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του Νόμου αρ. 26/77 που καταργήθηκε με το νέο Νόμο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Όπως έκρινε ο Επαρχιακός Δικαστής, το λεκτικό του άρθρου 4 του Νόμου 87(Ι)/2018 καθιστά σαφές ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν όπως οι τροποποιήσεις που επήλθαν με το Νόμο 87(Ι)/2018 εφαρμοστούν και στις δικαστικές διαδικασίες που είχαν ήδη ξεκινήσει πριν τις 13.7.2018 δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965. Η καταχώριση Αίτησης/Έφεσης είναι διαδικασία που προνοείται από το συγκεκριμένο Μέρος VIA του πιο πάνω Νόμου που αφορά σε πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903). Μετά τη διαπίστωση του ως προς την αναδρομικότητα του τροποποιητικού Νόμου, ο Επαρχιακός Δικαστής έκρινε ότι είχε αποδειχθεί πλήρης συμμόρφωση της Τράπεζας με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ως είχε τροποποιηθεί και ότι δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου για παραμερισμό της ειδοποίησης εν όψει της μη εξασφάλισης παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος στην αγωγή αρ. 1135/2018 και απέρριψε την αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, βρίσκω ότι η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήταν κανονική και ο Επαρχιακός Δικαστής ενήργησε εντός των εξουσιών του, που του παρέχει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος, όπως είχε τροποποιηθεί με το Νόμο 87(Ι)/2018, ο οποίος δεν κηρύχθηκε αντισυνταγματικός. Συνεπώς, δεν έχω πεισθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να πετύχει η αίτηση.» Επίσης έχοντας κατά νου τη θέση του συνηγόρου των Εφεσειόντων ότι αυτοί αποστερήθηκαν δικαιώματα τους ένεκα της τροποποίησης αυτής, η οποία είναι αντίθετη με τα αναφερθέντα Άρθρα του Συντάγματος, καθώς και της αναδρομικότητας του Νόμου, κρίνεται σκόπιμο όπως γίνει αναφορά στο άρθρο 10 του Περί Ερμηνείας Νόμου ΚΕΦ. 1, το οποίο διασφαλίζει το κράτος δικαίου και την ασφάλεια του δικαίου. «Αποτέλεσμα ακύρωσης σε μελλοντικούς Νόμους 10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση~ (β) επηρεάζει την προηγούμενη ισχύ νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή οτιδήποτε που τελέστηκε κανονικά ή που επιτράπηκε με βάση το νομοθέτημα που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία, μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.» Συμμερίζοντας την άποψη που εξέφρασε τόσο ο δικηγόρος των Εφεσειόντων όσο και η συνήγορος της Εφεσίβλητης, ότι ο Ν.87(Ι)/2018 έχει αναδρομική ισχύ, κρίνω ότι πράγματι, έχοντας υπόψη και το άρθρο 10 του ΚΕΦ. 1, από το λεκτικό της νέας επιφύλαξης που προστέθηκε στο άρθρο 44 Α
(3)με το Νόμο 87(Ι)/2018, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για άλλη ερμηνεία, ότι πρόκειται για σαφή και ξεκάθαρη αναδρομική ισχύ, με τη νέα ως άνω επιφύλαξη, του άρθρου 44 Α
(3). Οι συνέπειες της αναδρομικότητας θα εξεταστούν στη συνέχεια αφού το Δικαστήριο αναφέρθει και στο θέμα της αντισυνταγματικότητας των δύο, ως άνω, αναφερθέντων νόμων. ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Ηγέρθησαν από το συνήγορο των Εφεσειόντων, κατά την αγόρευσή του, θέματα παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων των Εφεσειόντων τα οποία τέθηκαν και στην Έφεση του, ως τούτα προσδιορίσθηκαν και καταγράφηκαν ανωτέρω, ένεκα του τροποποιητικού Νόμου 87(I)/2018, αλλά και του Ν. 142(Ι)/2014 ο οποίος καθιέρωσε την ιδιωτική πώληση. Ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει μια γενική αναφορά για το θέμα αυτό. Στην υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αχιλλέως κ.α. ν. Πιτταρά κ.α.
(2012)1 (Β) ΑΑΔ 1590, 1602, η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου (βλ. Κούρτης κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910 και Κυπριανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8. Στην υπόθεση Investylia Ltd. ν. Tαμπούρη
(2006)1 (B) AAΔ 1325 ένα από τα θέματα που ηγέρθησαν ήταν η αντίθεση άρθρων του Νόμου 42
(1)/2000 με Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας το θέμα ως κάτι ανάλογο με εκείνο της αντισυνταγματικότητας, ανέφερε ότι είναι επιθυμητό να εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που διάδικος επιθυμεί να το εγείρει σε κατοπινό στάδιο να διατυπώνεται γραπτώς και να υποστηρίζεται από λεπτομέρειες γιατί παραβιάζει την Οδηγία. Ενόψει της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης από άποψη δικογράφησης γενικά της θέσης περί αντισυνταγματικότητας των διαδικασιών από μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος, δεν ενείχε οποιοδήποτε πρόβλημα και το Δικαστήριο θα έπρεπε να την εξετάσει, όπως και έπραξε, για να καταλήξει ότι επρόκειτο για γενικό και αόριστο ισχυρισμό χωρίς να προχωρήσει να εξετάσει την ουσία. Στην υπόθεση Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 671 στις σελ. 674 και 675 αναφέρθηκαν τα εξής ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να εγείρεται θέμα συνταγματικότητας νομοθεσίας από ένα διάδικο: «..Η γενική και αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν συνάδει καθόλου με ό,τι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις* και οι αρχές της νομολογίας** που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς από το δικόγραφο της αίτησης η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα είχε ακροθιγώς αναφερθεί στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν το καθιστούσε εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά.
(2002)3 A.A.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 A.A.Δ. 56.» Οι αρχές που διέπουν τον έλεγχο συνταγματικότητας ενός νόμου διατυπώνονται ως ακολούθως στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640: «
- Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
- Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
- Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο Περί Μεταβιβάσεως έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος.
- Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315, 339 λέχθηκαν τα εξής: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα». Στην Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 616 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου κρίνονται πάντοτε αυστηρά. Η επιβολή τους πρέπει να καταφαίνεται ως απόλυτα αναγκαία και η έκταση του περιορισμού δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από ό,τι είναι απαραίτητο για την προαγωγή του σκοπού χάριν του οποίου επιβάλλεται». Στην υπόθεση Lapertas Fisheries και Άλλος ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 335 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Στο νόμο δε γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν την ανάγκη, ή γεγονότων, που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχει η συνταγματική τάξη, η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη ή τα δικαιώματα τρίτων, στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων που προβλέπει ο νόμος. Τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται η Βουλή, μπορεί να εκτεθούν στο προοίμιο του νόμου, όπως και η ανάγκη, η οποία προκύπτει, προς περιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή επέμβαση σ' αυτά. Ούτε έχει γίνει επίκληση οποιουδήποτε γεγονότος, παγκοίνως γνωστού, σε βαθμό που να καθίσταται παραδεκτή η διαπίστωση της ύπαρξης του χωρίς τεκμηρίωση (δικαστική γνώση).» Στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιογοράς Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ 7 (απόφαση ημερ. 19.1.2004) ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Εναπόκειται στη νομοθετική εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. (.) Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος, αφού σε καμία περίπτωση δεν αποστερεί το δικαίωμα των Εφεσειόντων να προσφύγουν στο Δικαστήριο, γιατί αλλάζει μεν τους λόγους Έφεσης και δη από «εκκρεμεί αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)» του άρθρου 44Γ, ως είχε πριν την τροποποίηση, αλλά με την τροποποίηση, ο λόγος (δ) γίνεται σε «έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου». Με άλλα λόγια αφού εγείρει αγωγή ή ανταπαίτηση ή άλλως πως ο ενυπόθηκος οφειλέτης εναντίον του ενυπόθηκου δανειστή για οιανδήποτε σχετική διαφορά μεταξύ τους και εξασφαλίσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του, σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60, τότε αυτόματα αποτελεί λόγο Έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» της σκοπούμενης πώλησης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Εφεσείοντες αντί να υποβάλουν στα πλαίσια της Ανταπαίτησης τους στην αγωγή 790/2016 αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος αμέσως μετά που δημοσιεύθηκε στις 13.7.2018 ο Ν.87(Ι)/2018 που τους παρείχετο το δικαίωμα αυτό, αφού κατήργησε την πρόνοια για την έγερση αγωγής και ή ανταπαίτησης, εφησυχάστηκαν πίσω από την κατ΄ αυτούς αντισυνταγματικότητα του Ν.87(Ι)/2018 και ουδέν έπραξαν. Στην πραγματικότητα όμως με το Ν.87(Ι)/2018 οι λόγοι Έφεσης από τέσσερεις
(4)έγιναν έξι
(6). Στην προκειμένη περίπτωση, οι Εφεσείοντες, ενώ ο αναφερθέν Νόμος τους έδινε περισσότερους λόγους Έφεσης δεν ενήργησαν προς αυτή την κατεύθυνση. Να σημειωθεί ότι η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» τους επιδόθηκαν στις 22.10.18, δηλαδή τρεις
(3)και πλέον μήνες μετά την δημοσίευση του Ν.87(Ι)/2018 στις 13.7.2018. Παραπονούνται ουσιαστικά οι Εφεσείοντες, ότι συνάμα παραβιάσθηκε και το Άρθρο 6 του Συντάγματος γιατί υποβλήθηκε σε δυσμενή διάκριση ένεκα της αναδρομικής ισχύς του νόμου. Δεν θα συμφωνήσω με αυτή τη θέση, που όπως εξάγεται προωθήθηκε και με την αγόρευση του δικηγόρου των Εφεσειόντων, για τον ίδιο λόγο που αναφέρεται αμέσως προηγουμένως. Εάν οι Εφεσείοντες υπέβαλλαν αίτηση για προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα και αν εξασφάλιζαν το διάταγμα τότε θα αποτελούσε λόγο για ακύρωση της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Όσον αφορά τα άλλα Άρθρα του Συντάγματος, που επικαλέσθηκαν οι Εφεσείοντες ότι παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα τους, που προστατεύονται απ΄ αυτά, είτε με αυτές καθ΄ αυτές τις διατάξεις που επικαλέσθηκε του Μέρους VIA του Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε, είτε με ολόκληρο το Μέρος αυτό και ως εκ τούτου τούτα είναι αντισυνταγματικά, έχω να αναφέρω τα ακόλουθα: Σε σχέση με το Άρθρο 23 του Συντάγματος μπορεί να λεχθεί ότι ουδείς στέρησε τον ενυπόθηκο οφειλέτη από το δικαίωμα του να αποκτήσει, να είναι κύριος, να κατέχει και να απολαύσει ή διαθέτει την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία του. Με απόφαση ης η Εφεσείουσα 1 αποφάσισε να εγγράψει υποθήκη επ΄ αυτής προς εξασφάλιση κάποιων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εφεσίβλητη και επομένως η ίδια έθεσε και διέθεσε την ακίνητη περιουσία της στη νομική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Πρέπει να λεχθεί ότι και πριν την καθιέρωση του Μέρους VIA του Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, υπήρχαν σχετικές διατάξεις για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. Ό,τι επήλθε με τις τροποποιήσεις και την καθιέρωση του Μέρους VIA είναι μια διαφορετική διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, δηλαδή της ιδιωτικής πώλησης. Ούτε το Άρθρο 26
(1)του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως παραβιάσθηκε αφού, με τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τους Ν.142(Ι)/2014και Ν.87(Ι)/2018 απλά άλλαξε, διά προσθήκης, εκτός της υπάρχουσας, διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του κτηματολογίου και της καθιέρωσης της ιδιωτικής πώλησης, ενώ για το ίδιο το δικαίωμα του Άρθρου 26
(1)δεν επήλθε καμιά αλλαγή. Με απόφασή της η Εφεσείουσα 1, ελεύθερα συμβλήθηκε με την Εφεσίβλητη και ενέγραψε την υποθήκη επί του ακινήτου της ως ενυπόθηκος οφειλέτης, ενώ ότι άλλαξε με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο Νόμο 9/1965 με την προσθήκη του Μέρους VIA με το Ν.142(Ι)/2014και το Ν.87(Ι)/2018 είναι ο τρόπος και η διαδικασία πώλησης, για την οποία πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, σε περίπτωση μη πληρωμής του χρέους, για το οποίο ενέγραψε την υποθήκη, γνώριζε ευθύς εξαρχής με την υπογραφή της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης του ακινήτου, άσχετα αν αυτή θα γινόταν με άλλη διαδικασία. Ούτε το δικαίωμα της ισότητας του Άρθρου 28
(1)του Συντάγματος παραβιάσθηκε από τις εν λόγω τροποποιήσεις, αφού τίποτε απ΄ αυτές τις τροποποιήσεις δεν διαφαίνεται να διατάραξε την προστασία που παρέχει αυτό, σε ότι αφορά τους Εφεσείοντες. Επομένως ούτε ο Νόμος 87(Ι)/2018, ούτε ο Νόμος 142(Ι)/2014, ούτε και τα άρθρα του Μέρους VIA και το ίδιο το Μέρος του Ν.9/1965 είναι αντισυνταγματικά. Ως εκ των πιο πάνω δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να ασχοληθεί περαιτέρω με τα θέματα που θίγονται στην αγόρευση του συνηγόρου του Εφεσείοντα που σχετίζονται με τις πρόνοιες των σχετικών άρθρων του Μέρους VIA πριν από την τροποποίηση του με το Ν.87(Ι)/2018. Επομένως ο Νόμος 87(Ι)/2018 και ο Ν.142(Ι)/2014 δεν είναι αντισυνταγματικοί. Ως προς τους υπόλοιπους λόγους Έφεσης πρέπει να αναφέρω ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται, αφού τίποτε από όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση δεν καταδεικνύουν και δεν αποδεικνύουν αυτούς. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί χωρίς τεκμηρίωση τους δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη. Εν πάση περιπτώσει εξετάζοντας αυτούς τους ισχυρισμούς στα πλαίσια του άρθρου 44Γ
(3)(α)(β) και (γ), που μπορούν να ενταχθούν, διαπιστώνεται ότι, (έστω και αν όταν αναφέρεται σε ειδοποίηση εννοείται η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ»), ο Τύπος «Ι» συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 1. Στον Τύπο «Ι» αναφέρεται ότι έγινε απαιτητό το ποσό των €473.722,92 λεπτομέρειες του οποίου περιέχονται στην επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού, πλέον συγκεκριμένο επιτόκιο επί του ποσού των €471.353,79 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο, με συγκεκριμένη αναφορά στην Υποθήκη Υ6150/2018, με κάλεσμα του όπως εντός 30 ημερών καταβάλει τα ως άνω ποσά, διαφορετικά θα προχωρούσε η Εφεσίβλητη με τη διαδικασία πλειστηριασμού που προβλέπεται στο Μέρος VIA, ενώ καλούσε τους Εφεσείοντες εάν είχαν διαφορετική γνώμη να την πληροφορούσαν περί τούτου. Σε ότι αφορά την ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(2)και αποτυπώνεται η μορφή του στο δεύτερο παράρτημα, ανατρέχοντας στο δεύτερο παράρτημα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» που επιδόθηκε στους Εφεσείοντες έχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στον Τύπο «ΙΑ» του δευτέρου παραρτήματος. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται με τον Τύπο «Ι» και Τύπο «Θ» είναι λανθασμένη, δεν παρουσιάστηκε κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει αυτόν τον ισχυρισμό. Η κατάσταση λογαριασμού περιέχει το όνομα του ενυπόθηκου οφειλέτη, τον αριθμό της υποθήκης, το ποσό της υποθήκης, τους τόκου και το συνολικό υπόλοιπο της υποθήκης το οποίο είναι το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος. Δεν χρειάζεται η κατάσταση λογαριασμού να περιλαμβάνει όλη την κίνηση του λογαριασμού από την πρώτη ημέρα μέχρι την ημέρα που γίνεται η διαδικασία. Επομένως πληρείται το άρθρο 44Γ
(3)(α). Επίσης πληρείται και το άρθρο 44Γ
(3)(β) αφού οι Εφεσείοντες παραδέχονται την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Τέλος φαίνεται ξεκάθαρα ότι η επίδοση του Τύπου «ΙΑ» έγινε μετά τη λήξη της προθεσμίας. Να αναφέρω επίσης, σε σχέση με τους λόγους 2.4-2.9 της Έφεσης ότι ρητά αναφέρεται στο άρθρο 44Α(4Α) ότι «ανεξάρτητα οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος είτε πριν, είτε μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου 87(Ι)/2018 δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους», πόσο μάλλον στην περίπτωση αυτή που ακόμη δεν εκδόθηκε απόφαση. Όσον αφορά την υπερημερία, πέραν από όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, αυτή είναι εξόφθαλμη από τον χρόνο που στάληκαν οι επιστολές τερματισμού για το λόγο ότι δεν κατέβαλλε οιονδήποτε ποσό στο λογαριασμό η Εφεσείουσα 1 και πέρασαν 120 ημέρες και μετά να προβεί σε οιαδήποτε διάβημα η Εφεσίβλητη. Να σημειωθεί ότι δεν έχει σημασία εάν προβλέπετο να πληρωθεί ολόκληρο το ποσό ή σε μια δόση ή σε δόσεις και δεν πληρώθηκε με τον τρόπο που προβλέπετο. Σημασία έχει ότι δεν πληρώθηκε το οφειλόμενο ποσό ως προβλέπετο, τερματίστηκε η συμφωνία, κατέστη απαιτητό το ποσό και παρήλθε ο χρόνος των 120 ημερών και μετά να ενεργήσει η Εφεσίβλητη με βάση το Μέρος VIA του Ν.9/1965. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η Αίτηση-Έφεση πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται, πλέον έξοδα €2.500 συν ΦΠΑ υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση-Εφεσίβλητης και εναντίον των Αιτητών-Εφεσειόντων. (Υπ.) ................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο