← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Αρ

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 24/2017, 8/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 24/2017 ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 27.7.2017 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 μέχρι (Αρ. 10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ ΚΑΙ Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, ΚΕΦ. 224, Άρθρο 80 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Αιτήτρια-Εφεσείουσα ΚΑΙ

  1. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών
  2. SOTIRIS A. CHRISTODOULOU ESTATES LIMITED (HE 75007), υπό διαχείριση με διορισμένο διαχειριστή/παραλήπτη τον XXXXX Ιακωβίδη
  3. XXXXX Χριστοδούλου (ΑΔΤ XXXXXX9819) Καθ΄ων η Αίτηση-Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 8.3.2019 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εφεσείουσα: κα Χριστοφή για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ΄ου η αίτηση-Εφεσίβλητο 1: κα Μ. Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για Καθ΄ου η αίτηση-Εφεσίβλητη 2: Καμία Εμφάνιση Για Καθ΄ης η αίτηση-Εφεσίβλητη 3: κ. Α. Πετρίδης για Πολύκαρπος Α. Πετρίδης & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η (A) H ΕΦΕΣΗ Η Εφεσείουσα-Αιτήτρια (στο εξής Εφεσείουσα) με την υπό κρίση Έφεση-Αίτηση (στο εξής Έφεση) επιζητεί την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή όπως το Δικαστήριο προβεί στην ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαταγής και/ή γνωστοποίησης και/ή απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 24.3.2017 στην αίτηση με αριθμό ΑΕΑ502/2016 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας με την οποία ειδοποιεί για την μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι της XXXXX Χριστοδούλου δυνάμει σύμβασης ενώ το ακίνητο βαρύνεται με υποθήκη/εμπράγματο βάρος προς όφελος και/ή εξασφάλιση της Εφεσείουσας-Αιτήτριας». Η Έφεση βασίζεται στα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν.9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), στο άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος Κεφ. 224, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στα Άρθρα 23, 25, 26, 28, 30, 54 και 152 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν.39/62 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου τούτου. Οι λόγοι τους οποίους προβάλλει η Εφεσείουσα για ανατροπή της απόφασης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας (στο εξής Διευθυντής) ημερομηνίας 24.3.2017 είναι επτά

(7)στο σύνολο, μερικοί εκ των οποίων υποδιαιρούνται σε επιμέρους λόγους και όλοι μαζί καταλαμβάνουν τρεις
(3)σελίδες περίπου. Αυτοί συνοψίζονται στα πιο κάτω: Ο Διευθυντής προέβη στην προσβαλλόμενη απόφαση στη βάση διατάξεων του Νόμου Ν.9/1965 οι οποίες είναι αντισυνταγματικές, ήτοι στα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, τα οποία παραβιάζουν και περιορίζουν ανεπίτρεπτα το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπόριο ή επικερδή εργασία, που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25
(1)του Συντάγματος, αφού παρεμβαίνουν στο δικαίωμα της Εφεσείουσας να οργανώνει ελεύθερα την επιχειρηματική της δραστηριότητα, καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλομένων σε αυτήν ποσών στη βάση της υποθήκης, εξαλείφοντας την υποθήκη που βαρύνει το συγκεκριμένο ενυπόθηκο ακίνητο, ενώ παραβιάζεται και το δικαίωμα που κατοχυρώνει το Άρθρο 25
(2)του Συντάγματος, αφού δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του Άρθρου αυτού. Επίσης η επίδικη απόφαση είναι άκυρη επειδή τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, παραβιάζουν το Άρθρο 23
(1),
(2)και
(4)του Συντάγματος, επειδή επιβάλλουν αδικαιολόγητα στέρηση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας χωρίς αποζημίωση και περιορίζουν το αγώγιμο δικαίωμα της ως ενυπόθηκου δανειστή της Εφεσίβλητης 2, χωρίς δικαιολογία. Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη γιατί τα ως άνω άρθρα του αναφερθέντος Νόμου προσκρούουν στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το Ν.39/
  1. Επίσης τα ίδια άρθρα του Ν.9/1965 παραβιάζουν το Άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο διασφαλίζει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι, αφού παρεμβαίνουν, (α) σε ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις μεταξύ της Εφεσείουσας και της Εφεσίβλητης 2, (β) της ελευθερίας να επιλέξουν και να διαμορφώσουν τους μεταξύ τους όρους της σύμβασης, (γ) καταργούν και εξαλείφουν τα δικαιώματα της Εφεσείουσας τα οποία πηγάζουν από τη μεταξύ τους σύμβαση, (δ) κατεδαφίζουν τα θεμέλια της συμβατικής τους σχέσης, προβάλλοντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των πολιτών και (ε) χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση. Ακόμη η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή είναι αντισυνταγματική, αφού βασίζεται στα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, επειδή παραβιάζουν το Άρθρο 28 του Συντάγματος, αφού δημιουργούν αδικαιολόγητη και αυθαίρετη διάκριση μεταξύ της Εφεσίβλητης 2 ως ενυπόθηκης οφειλέτιδας και της Εφεσίβλητης 3 ως αγοράστριας και της Εφεσείουσας ως ενυπόθηκου δανειστή και ευνοούν την Εφεσίβλητη 3 ως αγοράστρια και την ενυπόθηκη οφειλέτιδα (Εφεσίβλητη 2) με την διαγραφή της υποθήκης που η ίδια οικειοθελώς πρόσφερε στην Εφεσείουσα, ενώ θέτουν σε μειονεκτική θέση την Εφεσείουσα ως εξασφαλισμένη πιστωτή χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της και χωρίς εγγυήσεις για την εξασφάλιση της, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν διάκριση μεταξύ αγοραστών που κατέθεσαν αγοραπωλητήρια έγγραφα στο Κτηματολόγιο μέχρι τις 31.12.2014 και των αγοραστών που κατέθεσαν τα αγοραπωλητήρια μετά την ημερομηνία αυτή. Τέλος προσκρούουν στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, Άρθρα 54 και 152 του Συντάγματος αφού δίνουν στο Διευθυντή εξουσία και/ή αρμοδιότητα να εκδίδει αποφάσεις που ξεφεύγουν από το δικαιοδοτικό πλαίσιο της διοικητικής του αρμοδιότητας και/ή εμπίπτουν στη σφαίρα της Δικαστικής εξουσίας και/ή επεμβαίνει και/ή καταστρατηγεί δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί στην Αγωγή αρ. 1277/14 ενώπιον του Ε.Δ. Λάρνακας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα Έφεση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Εφεσείουσας με την οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 η ειδοποίηση Τύπος «ΙΕ» ημερομηνίας 21.9.2016, ως Τεκμήριο 2 η σύμβαση και δήλωση υποθήκης Υ1113/2007 ημερομηνίας 22.2.2007, ως Τεκμήριο 3 ο τίτλος ακίνητης ιδιοκτησίας με τον παλαιό αριθμό εγγραφής 0/6576 ημερομηνία εγγραφής 22.2.2007, επ΄ ονόματι της Εφεσίβλητης 2, ως Τεκμήριο 4 ο τίτλος της ακίνητης ιδιοκτησίας με το νέο αριθμό εγγραφής 0/1XXX6 ημερομηνία εγγραφής 23.3.2011, επ΄ ονόματι της Εφεσίβλητης 2, ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο αποσπάσματος έρευνας του Κτηματολογίου, ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο καταστάσεων λογαριασμών, ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο ένστασης στην ειδοποίηση Τεκμήριο 1, ως Τεκμήριο 8 η επίδικη απόφαση ημερομηνίας 24.3.2017 και ως Τεκμήριο 8Α απόδειξη παραλαβής του Τεκμηρίου 8, ημερομηνίας 30.3.
  2. Επίσης καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 24.5.2017 κατόπιν συναίνεσης των Εφεσιβλήτων 1 και 3 για την καταγραφή της ορθής περιγραφής του ακινήτου. Δεν χρειάζεται η έκθεση των γεγονότων που συμπεριλαμβάνονται στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση και την μεταγενέστερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αφού αυτά θα καταγραφούν σε άλλο μέρος της απόφασης ως μέρος του ιστορικού της υπόθεσης. (B) Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ 3 Αφού μεσολάβησαν τρεις ενδιάμεσες αιτήσεις και ισάριθμες ενδιάμεσες αποφάσεις, υπό άλλη σύνθεση του Δικαστηρίου, η Εφεσίβλητη 3 καταχώρησε ένσταση στις 4.4.2018 και ο Εφεσίβλητος 1 στις 21.5.
  3. Η Εφεσίβλητη 2 δεν καταχώρησε ένσταση. Η Εφεσίβλητη 3, η οποία είναι και η άμεσα ενδιαφερόμενη και επηρεαζόμενη από τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος από το Δικαστήριο, ως ζητείται από την Εφεσείουσα, προβάλλει οκτώ
(8)λόγους ένστασης στην ένσταση της ημερομηνίας 4.4.2018, εκ των οποίων ο έβδομος (7ος) λόγος αποτελείται από πέντε
(5)σημεία. Αυτοί μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα: Η Έφεση είναι
(1)ουσία και νόμω αβάσιμη,
(2)παράτυπη,
(3)κακόπιστη,
(4)καταχρηστική, επειδή ο Διευθυντής απέρριψε την ένσταση που υπέβαλε η Εφεσείουσα, με την προσβαλλόμενη απόφαση του ημερομηνίας 24.3.2017, μεταξύ άλλων και ως εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου δεν έχει έννομο συμφέρον να αξιώνειτον παραμερισμό της αναφερθείσας απόφασης,
(5)έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς αιτιολογία γι΄ αυτή,
(6)δεν είναι δίκαιο και εύλογο, ούτε προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα,
(7)το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως Συνταγματικό Δικαστήριο και είναι εκτός της αρμοδιότητας του,
(8)στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προβάλλεται λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος,
(9)η αίτηση είναι προσχεδιαζόμενη και καθοδηγούμενη από την Εφεσίβλητη 2, η οποία διορίστηκε ως παραλήπτης-διαχειριστής της Εταιρείας, κατόπιν οδηγιών και εντολών της Εφεσείουσας με την οποία ενεργεί σε απόλυτη συνεννόηση και συνωμοτικά, για φυσική ταλαιπωρία και οικονομική εξόντωση της Εφεσίβλητης 3,
(10)η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 24.3.2017 είναι ορθή, σύννομη και συνταγματική αφού (α) η Εφεσίβλητη 3 εξόφλησε το τίμημα πώλησης, (β) η Εφεσείουσα ήταν ο τραπεζίτης της Εφεσίβλητης 2 και ασκούσε πλήρη έλεγχο επί αυτής και δεν μπορεί ένεκα των παραλείψεων της τελευταίας να αξιώνει στέρηση από την Εφεσίβλητη 3 των Συνταγματικών της δικαιωμάτων και
(11)η Εφεσίβλητη 2 είναι ικανή να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της προς την Εφεσείουσα και σκόπιμα αποκρύπτεται τούτο και γι΄ αυτό το λόγο ο παραλήπτης και διαχειριστής δυνάμει ομολόγου δεν καταχώρησε ένσταση. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση της Εφεσίβλητης 3 η οποία συνοδεύει την ένσταση, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν επανάληψη των λόγων ένστασης με περισσότερες λεπτομέρειες. Με αυτή δε επισυνάπτονται έξι
(6)Τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 1 επιστολή ημερ. 15.
  1. 13, ως Τεκμήριο 2 επιστολές ημερ. 17.5.17 και 9.5.17, ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 14.5.2008, ως Τεκμήριο 4 απόδειξη κατάθεσης του πωλητηρίου στο Κτηματολόγιο Λάρνακας (ΠΩΕ 1686/2008), ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο τραπεζικής επιταγής ημερ. 20.5.2008 για το ποσό των €77.000 προς την Εφεσίβλητη 2 με επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού και ως Τεκμήριο 6 βεβαίωση καταβολής του ποσού των €25.500 ημερ. 8.7.
  2. Η ένσταση στηρίζεται επί της ίδιας νομικής βάσης που στηρίζεται και η αίτηση και δεν χρειάζεται να καταγραφεί. (Γ) Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ 1 Ο Εφεσίβλητος 1 καταχώρησε ένσταση, όπως ήδη αναφέρθηκε, στις 21.5.2018, η οποία βασίζεται στην ίδια νομική βάση που στηρίζεται και η αίτηση, και προβάλει δεκατέσσερεις
(14)λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στα εξής: Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή,
(1)βασίστηκε στα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ των οποίων οι πρόνοιες είναι σύμφωνες με τα Άρθρα 23, 25, 26, 28 και 30 του Συντάγματος,
(2)η αίτηση είναι γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη αφού δεν εξειδικεύει επαρκώς γιατί οι πρόνοιες των ως άνω Άρθρων είναι αντισυνταγματικές,
(3)δεν παραβιάζει κανένα από τα Συνταγματικά δικαιώματα της Εφεσείουσας και δη του Άρθρου 23, που εν πάση περιπτώσει αν υπάρχει επέμβαση ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 23 του Συντάγματος, αυτός τίθεται προς προστασία των δικαιωμάτων του αγοραστή υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του εν λόγω άρθρου και προστατεύεται το δικαίωμα του αγοραστή κατά τρόπο εύλογο, αναλογικά και συνταγματικά επιτρεπτό, η απουσία δε νομοθετικής ρύθμισης καταβολής αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή δεν καθιστά τα υπό εξέταση άρθρα του Νόμου αντισυνταγματικά,
(4)δεν επιβάλλεται οιαδήποτε στέρηση δικαιώματος στην Εφεσείουσα διά του οποίου να προκαλείται ζημιά στην Εφεσείουσα,
(5)δεν περιορίζεται ουσιαστικό περιουσιακό ή/και δεν μειώνει ουσιωδώς περιουσία της Εφεσείουσας καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με την συγκεκριμένη υποθήκη,
(6)δεν παραβιάζεται ούτε περιορίζεται κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της Εφεσείουσας που προστατεύει το Άρθρο 25 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση αυτή είναι προς προστασία δικαιώματος τρίτου που επιφυλάσσεται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου αυτού,
(7)δεν παραβιάζεται το Άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει τούτο δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, εδώ της Εφεσείουσας και της Εφεσίβλητης 2, παραμένουν σε ισχύ, εάν δε ήθελε φανεί ότι υπάρχει περιορισμός αυτός τίθεται προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό,
(8)δεν παραβιάζεται το Άρθρο 28 του Συντάγματος καθότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης, πωλητής και αγοραστής έχουν διαφορετική ιδιότητα και/ή δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, αν κριθεί ότι υπάρχει διάκριση στη μεταχείριση τους, αυτή δεν είναι αυθαίρετη και/ή είναι εύλογη λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων και/ή λόγω διαφορετικής ιδιότητας τους,
(9)η υποθήκη Υ1113/07 συνάφθηκε για συγκεκριμένο ποσό (€444.236,37) με τόκους και εξασφαλίζει εμπραγμάτως την Εφεσείουσα μέχρι αυτό το ποσό και όχι για υψηλότερο ποσό το οποίο η Εφεσείουσα παρείχε ως δάνειο στην Εφεσίβλητη 2 χωρίς την ανάλογη εμπράγματη εξασφάλιση,
(10)δεν παραβιάζεται η Δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί στο πλαίσιο της αγωγής 1277/14 του Ε.Δ. Λάρνακας και δεν προσκρούει στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών και
(11)είναι καθόλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, το Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες επιείκειας και τη φυσική δικαιοσύνη. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση υπαλλήλου του Εφεσίβλητου 1, η οποία δεν καθίσταται αναγκαίο να καταγραφεί αφού θα σχολιασθεί στη συνέχεια, με την οποία επισυνάπτονται δεκατρία
(13)Τεκμήρια. Ως Τεκμήριο Α η σύμβαση πώλησης, ως Τεκμήριο Β τα κτηματολογικά στοιχεία του ακινήτου, ως Τεκμήριο Γ η αίτηση της Εφεσίβλητης 3 για εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της, ως Τεκμήριο Δ απόδειξη αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης του επιδίκου ακινήτου και βεβαίωση της πωλήτριας εταιρείας περί τούτου, ως Τεκμήριο Ε επιστολή ημερομηνίας 28.4.16 του Διευθυντή προς την Εφεσίβλητη 3, ως Τεκμήριο Στ βεβαίωση καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, ως Τεκμήριο Ζ βεβαίωση εξόφλησης του τέλους ακίνητης ιδιοκτησίας στο Κοινοτικό Συμβούλιο Βορόκλινης, ως Τεκμήριο Η ειδοποίηση Τύπος "IE" ημερομηνίας 21.9.16 για υποβολή ένστασης στη μεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση μεταφοράς της υποθήκης Υ1113/2007 και ΕΒ2580/2014 και ΕΒ81/2015, ως Τεκμήριο Θ η ένσταση της Εφεσείουσας ημερομηνίας 9.11.2016, ως Τεκμήριο Ι απαντητική επιστολή ημερομηνίας 24.3.17 (η προσβαλλόμενη απόφαση) στην ένσταση της Εφεσείουσας, η οποία γνωστοποιήθηκε στην Εφεσείουσα με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο, Τεκμήριο Κ και η οποία παραλήφθηκε στις 28.3.2017, Τεκμήριο Λ και τέλος ως Τεκμήριο Μ αιτιολογική έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου από τον Γενικό Εισαγγελέα ημερομηνίας 22.6.
  1. (Δ) ΙΣΤΟΡΙΚΟ Η Εφεσείουσα φαίνεται ότι παραχώρησε στην Εφεσίβλητη 2 πιστωτικές διευκολύνσεις για τις οποίες η τελευταία ενέγραψε στις 22.2.07 την υποθήκη Υ1113/2007, επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 6XX6, Τεμάχιο 9X, Φ/Σχ.XL/17 Βορόκλινης της Επαρχίας Λάρνακας, Τεκμήριο 2 στην αίτηση, για εξασφάλιση κάθε υποχρέωσης της προς την Εφεσείουσα, τωρινή ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση, μέχρι του ποσού των €444.236,37 (Λ.Κ.260.000) πλέον σύνθετο τόκο (κυμαινόμενο) προς 8%, πλέον έξοδα για την ανάκτηση του εν λόγω ποσού. Στο έγγραφο υποθήκης, το οποίο είναι μέρος του Τεκμηρίου 2, περιλαμβάνεται ο όρος 9 σύμφωνα με τον οποίο η Εφεσίβλητη 2 αναλαμβάνει, για όσο χρονικό διάστημα υφίστανται οποιεσδήποτε υποχρεώσεις οι οποίες εξασφαλίζονται με την εν λόγω υποθήκη, να μην πωλήσει οποιοδήποτε μέρος του ενυπόθηκου ακινήτου, συμπεριλαμβανομένων υποστατικών κ.λ.π. που θα ανεγερθούν σε αυτό, χωρίς την από πριν έγγραφη συγκατάθεση της Εφεσείουσας. Στον δε όρο 10 αναφέρεται ότι η Εφεσίβλητη δεν δικαιούται να μεταβιβάσει και/ή επιβαρύνει και/ή επιτρέπει να επιβαρυνθεί με οποιοδήποτε τρόπο το ενυπόθηκο ακίνητο χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση της Εφεσείουσας. Με τον όρο 11 η Εφεσίβλητη 2 κατέστησε την Εφεσείουσα ανέκκλητα (IRREVOCABLY) πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της ανάλογα με την περίπτωση, μεταξύ άλλων, να πωλεί τα κτήματα της με οποιοδήποτε τρόπο, σε οποιοδήποτε πρόσωπο, για οποιοδήποτε ποσό για το σκοπό της εξασφάλισης των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη αυτή και να προβαίνει σε εξάλειψη της σε όφελος της υποθήκης. Η Εφεσείουσα τερμάτισε όλες τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων, λόγω παραβάσεων τους από την Εφεσίβλητη 2, με επιστολή ημερομηνίας 9.4.13 και ακολούθως καταχώρησε, μεταξύ άλλων αγωγών και την αγωγή 1277/14 του Ε.Δ. Λάρνακας εναντίον, μεταξύ άλλων και της Εφεσίβλητης 2, αξιώνοντας την ανάκτηση των οφειλομένων ποσών και την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου της Εφεσίβλητης
  2. Μέχρι σήμερα δεν εξοφλήθηκαν οι οφειλές της Εφεσίβλητης 2, οι οποίες ανέρχονται σε €5.041.015,71, προς την Εφεσείουσα. Η Εφεσίβλητη 2 δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 14.5.2008, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Εφεσίβλητης 3, πώλησε στην Εφεσίβλητη 3 το οικόπεδο αρ. 18 από το εν λόγω ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο διαχώρισε σε οικόπεδα αντί του ποσού των €102.
  3. Η Εφεσίβλητη 3 κατάθεσε το πωλητήριο έγγραφο στις 15.6.2008 και έλαβε τον αριθμό ΠΩΕ1686/2008, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Εφεσίβλητης 3, ενώ με την καταβολή του ποσού των €77.000 με επιταγή ημερομηνίας 20.5.2008 και του ποσού των €25.000 στις 8.7.2011, Τεκμήρια 5 και 6 στην εν λόγω ένορκη δήλωση, εξόφλησε το τίμημα πώλησης του αναφερθέντος οικοπέδου προς την Εφεσίβλητη
  4. Μετά την οικονομική δυσλειτουργία του κράτους και των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων των δύο από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Κύπρου και την απόφαση «κουρέματος» αρχές Μαρτίου 2013, με τις γνωστές δυσμενείς συνέπειες, κυρίως των καταθετών και των κατόχων αξιογράφων των δύο αυτών τραπεζών, αλλά και γενικότερα του λαού, και τα επακόλουθα τούτων στην αγορά, το κράτος με διάφορες νομοθεσίες προσπάθησε να δώσει λύση σε διάφορα σοβαρότατα προβλήματα που δημιουργήθηκαν. Μια εκ των νομοθεσιών που έτυχε τροποποίησης γι΄ αυτό το σκοπό ήταν και ο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/1965, με το Νόμο 142(Ι)/2014, ο οποίος, για το θέμα που τώρα βρίσκεται υπό κρίση, έτυχε τροποποίησης με το Νόμο 139(Ι)/
  5. Με το Νόμο 142(Ι)/2014 προστέθηκε το Μέρος VIA που προβλέπει για την Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου από τον Ενυπόθηκο Δανειστή, ο οποίος εφαρμόζεται σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης (άρθρα 44Α-44ΙΕ) και το Μέρος VIB για την προστασία των αγοραστών (άρθρα 44ΙΣΤ - 44ΚΖ). Ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη υπό κρίση Έφεση το Μέρος VIB, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 139(Ι)/2015, με τον οποίο προστέθηκαν τα άρθρα 44ΙΣΤ-44ΚΖ, αν και δεν είναι εντελώς άσχετο το Μέρος VIA, ως προς τη λογική της προσθήκης αυτών των Μερών στο Νόμο 9/
  6. Με το άρθρο 44ΙΣΤ προνοείτο η αναστολή πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου μέχρι τις 30.4.2015 υπό κάποιες προϋποθέσεις, ενώ με το άρθρο 44ΙΖ προνοείται η προστασία του ενυπόθηκου οφειλέτη σε περίπτωση πώλησης του δανείου του. Ο Νόμος 139(Ι)/2015 επέφερε σημαντικές αλλαγές όσον αφορά δικαιώματα και υποχρεώσεις ενυπόθηκου δανειστή (εδώ Εφεσείουσα) και Αγοραστή (εδώ Εφεσίβλητη 3), σε σχέση με ενυπόθηκο ακίνητο (εδώ το συγκεκριμένο ακίνητο της Εφεσίβλητης 2), οι οποίοι μεταξύ τους δεν έχουν καμιά συμβατική σχέση, παρά μόνο έχουν ως κοινό παρονομαστή τον ενυπόθηκο οφειλέτη (εδώ Εφεσίβλητη 2) ο οποίος από τη μια ενέγραψε συγκεκριμένες υποθήκες προς όφελος και για εξασφάλιση νομίμου ανταλλάγματος (εδώ πιστωτικών διευκολύνσεων) του ενυπόθηκου δανειστή (εδώ Εφεσείουσας) και από τη άλλη πώλησε το ενυπόθηκο ακίνητο ή μέρος του (εδώ οικόπεδο) ή μονάδα που ανεγέρθηκε επί αυτού σε Αγοραστή (εδώ την Εφεσίβλητη 3). Το πεδίο εφαρμογής, ως ορίζεται στο άρθρο 44ΙΗ, αφορά σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος του βαρύνεται με σύμβαση η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(Ι)/2011, ως τροποποιήθηκε, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης επ΄ ονόματι του αγοραστή. Δυνάμει του άρθρου 44ΙΘ
(1), τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΙΗ, μεταβίβαση ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή διενεργείται αυτεπάγγελτα από το Διευθυντή με βάση διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς ή έπειτα από την υποβολή σε αυτόν αίτησης από (α) τον αγοραστή και (β) τον πωλητή, δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (γ) τον ενυπόθηκο δανειστή, δυνάμει εγγεγραμμένης στα μητρώα του ακινήτου σύμβασης υποθήκης, ή/ακαι τον δανειστή δυνάμει σύμβασης δανείου με τον αγοραστή. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44Κ
(1), τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ και 44ΙΘ, ο Διευθυντής όταν υποβληθεί αίτηση προβαίνει σε εξέταση της και διερευνά αν (α) έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα της πώλησης και (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου. Σε περίπτωση δε που δεν έχει καταβληθεί ολόκληρο το τίμημα πώλησης ο Διευθυντής επιδίδει στον αγοραστή έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο "IΔ" με την οποία τον καλεί όπως εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης καταβάλει σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης. Αίτηση που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 44ΙΘ παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι την υλοποίηση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο εδάφιο
(1)σε περίπτωση κατά την οποία (α) δεν έχει καταβληθεί ολόκληρο το τίμημα πώλησης σύμφωνα με το εδάφιο
(2)και (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Ο Διευθυντής σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΑ σε οποιοδήποτε στάδιο δύναται να απαιτήσει από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο την προσκόμιση εντός καθορισμένης προθεσμίας τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία ήθελε κρίνει αναγκαία για την εξέταση της αίτησης. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44ΚΒ
(1)σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44ΚΒ ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο επενεργεί προς όφελος του εμπράγματο βάρος, με την ειδοποίηση Τύπος "IE" την πρόθεση του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης. Με την ειδοποίηση ενημερώνονται τα πρόσωπα που αναφέρονται ανωτέρω ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης, εντός σαρανταπέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, για τους περιοριστικούς λόγους (α) ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή. Σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης ο Διευθυντής δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ΄ ονόματι του αγοραστή, ενώ σε αντίθετη περίπτωση προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το εδάφιο
(2). Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)οποιοδήποτε πρόσωπο από αυτά που αναφέρθηκαν ανωτέρω δύναται να αιτηθεί, αντί της απαλλαγής, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης, μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ιδίου πωλητή ή κατά το εδάφιο
(7)όταν δεν έχει άλλη ακίνητη περιουσία στα πρόσωπα των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου
(7)στα πλαίσια της επιφύλαξης του εδαφίου
(7). Ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και αφού τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτής η οποία γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση. Σε αντίθετη περίπτωση προχωρεί σύμφωνα με το εδάφιο
(2). Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4)τα εν λόγω τέσσερα
(4)πρόσωπα, ανάλογα της περίπτωσης, υποχρεούνται όπως προσκομίσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία για τεκμηρίωση της ένστασης τους. Δυνάμει του άρθρου 44ΚΓ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΚΒ, ο Διευθυντής επιδίδει στον αγοραστή και στον πωλητή έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο "IΣΤ" και τον Τύπο "IZ" αντιστοιχεί και τους καλεί όπως εντός εξήντα
(60)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προβούν στη μεταβίβαση του ακινήτου. Γι΄ αυτό το σκοπό, δηλαδή της μεταβίβασης, ο αγοραστής έχει τις επιλογές που αναφέρονται στο εδάφιο 2 (α) και (β), ενώ ο Διευθυντής προβαίνει στις ενέργειες, ανάλογα της περίπτωσης, που προβλέπονται στα εδάφια
(3),
(4)και
(5). Νοείται ότι ουδεμία μεταβίβαση επ΄ ονόματι του αγοραστή διενεργείται σε περίπτωση που εκκρεμούν οφειλές του οι οποίες προκύπτουν από συμβατικές υποχρεώσεις σε σχέση με διάφορες φορολογίες και τέλη. Ο Διευθυντής έχει και άλλες υποχρεώσεις και εξουσίες ως αυτές προβλέπονται στο εδάφιο
(6)και στις επιφυλάξεις που ακολουθούν, σχετικές με σύμβαση εκχώρησης, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν για την παρούσα περίπτωση. Ως προνοείται στο άρθρο 44ΚΔ
(1), σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 44ΚΑ, πρόσωπο υποχρεούται σε συμμόρφωση με την απαίτηση για προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων εντός της προθεσμίας που αναφέρεται σε σχετική ειδοποίηση. Ο Διευθυντής ως προνοείται στο εδάφιο
(2)έχει εξουσία να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο σε πρόσωπο άλλο από τον αιτητή το οποίο αρνείται ή παραλείπει ή αμελεί να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης η οποία υπόκειται στις διατάξεις των εδαφίων
(3)έως
(6). Επί τέτοιας απόφασης, πρόσωπο που διαφωνεί με αυτή ή παραβλάπτονται τα συμφέροντα του ως προνοείται και στο άρθρο 44ΚΕ, δύναται να υποβάλει ιεραρχική προσφυγή. Το άρθρο 44ΚΣΤ προσφέρει την ερμηνεία κάποιων όρων ενώ το άρθρο 44ΚΖ προβλέπει ότι οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ έως 44ΚΣΤ εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τις διατάξεις άλλων νόμων. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε, κάθε πρόσωπο του οποίου τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποίησης ή απόφαση του Διευθυντή δυνάμει του παρόντος νόμου δύναται εντός τριάντα
(30)ημερών από της κοινοποιήσεως σε αυτό να υποβάλει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Η Εφεσίβλητη 3, με βάση το Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε με το Ν.139(Ι)/2015με τον οποίο προστέθηκε το Μέρος VIB, υπέβαλε στις 28.4.2016 την αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΕΑ502/2016 στο Διευθυντή, ζητώντας να εγγραφεί στο όνομά της το οικόπεδο υπ΄ αριθμό 18 του υπό διαχωρισμό χωραφιού με αριθμό τεμαχίου XX του Φ/Σχ. 41/17 και αριθμό εγγραφής 0/6XX6 στο χωριό Βορόκλινη, δυνάμει σύμβασης πώλησης ημερο. 14.5.2008, με αριθμό ΠΩΕ 1686/2008, το οποίο κατατέθηκε στο Διευθυντή. Με την αίτηση η Εφεσίβλητη 3 προσκόμισε διάφορες αποδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες φαινόταν η αποπληρωμή του τιμήματος του επίδικου ακινήτου, ως ανωτέρω αναφέρεται καθώς και βεβαίωση της Εφεσίβλητης 2 για την αποπληρωμή. Ο Διευθυντής με επιστολή ημερομηνίας 28.4.2016 κάλεσε την Εφεσίβλητη 3 να προσκομίσει διάφορες φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις. Η Εφεσίβλητη 3 προσκόμισε βεβαίωση καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας και βεβαίωση εξόφλησης του τέλους ακίνητης ιδιοκτησίας του Κοινοτικού Συμβουλίου Βορόκλινης. Ο Διευθυντής αφού εξέτασε όλα τα σχετικά στοιχεία, έκρινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εγγραφεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα της Εφεσίβλητης
  1. Ως εκ τούτου ετοιμάστηκε έκθεση με την περιγραφή του ακινήτου στην οποία αναφέρονται όλα τα εμπράγματα βάρη και φάκελος που αναφέρονται στο επίδικο ακίνητο, ώστε να αποσταλούν οι σχετικές ειδοποιήσεις Τύπος "IE" στα επηρεαζόμενα μέρη. Στις 21.9.2016 αποστάληκε με συστημένο ταχυδρομείο ειδοποίηση Τύπος "IE" στην Εφεσείουσα για υποβολή ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση μεταφοράς της Υποθήκης Υ1113/2007, ΕΒ2580/20174 (προφανώς είναι τυπογραφικό λάθος και είναι 2014) και ΕΒ81/
  2. Η Εφεσείουσα υπέβαλε ένσταση ημερομηνίας 9.11.
  3. Ο Διευθυντής με επιστολή του ημερομηνίας 24.3.2017, δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αποστάληκε στην Εφεσείουσα με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο και παραλήφθηκε από την τελευταία στις 28.3.2017, απέρριψε την ένσταση της Εφεσείουσας. Έτσι η Εφεσείουσα καταχώρησε την παρούσα Έφεση στις 12.4.2017 για ανατροπή της απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 24.3.
  4. Οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, εκτός της αναφοράς τους στα γεγονότα και ιστορικό της υπόθεσης για προώθηση των ισχυρισμών και θέσεων που προβάλλονται στην Έφεση και τις Ενστάσεις, αντίστοιχα, των συμφερόντων των διαδίκων που κάθε ένας από αυτούς αντιπροσωπεύει, επιστράτευσαν σωρεία επιχειρημάτων και επικαλέσθηκαν, για τα υπό εξέταση θέματα, ο μεν δικηγόρος της Εφεσείουσας άλλες πρωτόδικες αποφάσεις επί των ιδίων θεμάτων αλλά και νομολογία και αυθεντίες, γενικά και ειδικά για τα αναφερθέντα Άρθρα του Συντάγματος, οι δε δικηγόροι των Εφεσίβλητων 1 και 3 νομολογία γενικά και ειδικά επί των συγκεκριμένων άρθρων που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση Έφεσης σε σχέση με συγκεκριμένες διατάξεις του Μέρους VIB του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, οι οποίες θα σχολιασθούν στη συνέχεια και δεν χρειάζεται να καταγραφούν τώρα. Το Δικαστήριο πριν προχωρήσει στην εξέταση της νομικής πτυχής της υπό κρίση Έφεσης τονίζει ότι αυτή, δηλαδή η νομική πτυχή, περιορίζεται σε θέματα μόνο αντισυνταγματικότητας των ως άνω αναφερθέντων άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.139(Ι)/2015 και όχι άλλων θεμάτων, εκτός των θεμάτων που αφορούν αυτή καθαυτή την Έφεση, που εξετάζεται αμέσως παρακάτω και ως εκ τούτου άλλα ζητήματα που τίθενται στην ένσταση της Εφεσίβλητης 3 που σχετίζονται με το πώς κρίνεται μια απόφαση του Διευθυντή, πότε ανατρέπεται ή αντικαθίσταται δεν θα σχολιαστούν. (Ε) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ (α) ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΑΥΤΗ ΚΑΘ΄ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΦΕΣΗ Προέχει η εξέταση των λόγων ένστασης που σχετίζονται με αυτή καθ΄ αυτήν την Έφεση, αφού επιτυχία κάποιου απ΄ αυτούς ίσως οδηγεί στην απόρριψη της χωρίς να χρειάζεται η εξέταση της αντισυνταγματικότητας των συγκεκριμένων άρθρων του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, που επικαλείται η Εφεσείουσα. Αρχίζοντας από τον λόγο ένστασης ότι η Έφεση είναι παράτυπη, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο αφού η Έφεση καταχωρήθηκε επί του ορθού τύπου (Τύπος 2), σύμφωνα με τους Κανονισμούς 5
(1)και 7 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στον οποίο εμφαίνονται, ως διάδικοι, όλοι οι επηρεαζόμενοι, ήτοι η Εφεσείουσα και οι Εφεσίβλητοι, οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η αίτηση, καθώς και ο Νόμος 9/1965 που αφορά το ζήτημα της Έφεσης. Ούτε βέβαια είναι νόμω αβάσιμη, αφού το ένδικο μέσο της Έφεσης προνοείται στο άρθρο 51
(1)του ιδίου Νόμου που εκδόθηκε η απόφαση του Διευθυντή. Ούτε επίσης είναι ουσία αβάσιμη, αφού στην Έφεση προβάλλονται συγκεκριμένες θέσεις και λόγοι που οδήγησαν την Εφεσείουσα στην καταχώρηση της Έφεσης που άπτονται της Συνταγματικότητας της απόφασης του Διευθυντή, οι οποίες θέσεις υποστηρίζονται από συγκεκριμένους ισχυρισμούς που επικαλείται η Εφεσείουσα, ενώ παραπέμπει με την αγόρευσή του ο δικηγόρος της σε σχετικές αποφάσεις Πρωτόδικων Δικαστηρίων, αλλά και αυθεντιών. Η εισήγηση δε ότι η Έφεση είναι καταχρηστική, γιατί μεταξύ άλλων η ένσταση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, διαπιστώνεται, ως προς το τελευταίο, ότι η Έφεση υποβλήθηκε εντός
(30)ημερών, όπως προνοείται στο άρθρο 51
(1)του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, αφού η επιστολή με την απόφαση του Διευθυντή παραλήφθηκε από την Εφεσείουσα στις 28.3.2017 και η Έφεση καταχωρήθηκε στις 12.4.
  1. Ως προς το υπόλοιπο μέρος του λόγου αυτού της ένστασης, τούτος αποτελεί μια γενική και αόριστη αναφορά περί κατάχρησης, ενώ αν συνδέεται με τον ισχυρισμό για υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της Έφεσης, δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει τέτοια εισήγηση αφού η Έφεση υποβλήθηκε εντός της περιόδου που προβλέπεται από το, ως άνω, αναφερθέν άρθρο του Νόμου 9/
  2. Αν συνδέεται με θέματα όπως, εκδικητική, άσχετη, καταπιεστική, κακόπιστη ή ότι καταστρατηγείται η καλή πίστη με τη διαδικασία αυτή, ουδέν στοιχείο παρατέθηκε που να καταδεικνύει τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους της Εφεσείουσας. Απεναντίας, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, είναι σύμφωνη με τον αναφερθέντα νόμο και πλήρως αιτιολογημένη. Η επίκριση που εξέφρασε η Εφεσίβλητη 3 για την μη εμφάνιση της Εφεσίβλητης 2, ότι καταδεικνύει συνωμοσία και κοινή γραμμή με την Εφεσείουσα, με σκοπό την αποτροπή εξάλειψης της υποθήκης, δεν τεκμαίρεται από κανένα στοιχείο που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μη εμφάνιση δε της Εφεσίβλητης 2 ουδέν αποτρεπτικό χαρακτήρα εμπερικλείει ως προς την εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγξει την αντισυνταγματικότητα των αναφερθέντων, ως άνω, άρθρων του Ν.139(Ι)/2015, αφού οι Εφεσίβλητοι 1 και 3 πρόταξαν με επάρκεια και ικανότητα τις θέσεις τους για την συνταγματικότητα των άρθρων αυτών και του δικαιώματος από την μια της Εφεσίβλητης 3 να ζητήσει την εξάλειψη της υποθήκης και της εξουσίας του Εφεσιβλήτου 3 να πράξει τούτο. Επιλύοντας τα πιο πάνω θέματα το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση των θεμάτων περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του Νόμου που αναφέρονται στην Έφεση. Ως εκ τούτου αυτή η θέση της Εφεσίβλητης 3 απορρίπτεται. (β) ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 44ΙΘ ΚΑΙ 44ΚΒ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΕΥΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Ν.9/1965ΕΠΕΙΔΗ ΑΝΤΙΚΕΙΝΤΑΙ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 23, 25, 26, 28, 30, 54 ΚΑΙ 152 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (β1) Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΟΥ Ως προς αυτή την πτυχή, η Εφεσίβλητη 3 πρόβαλε, ως λόγο ένστασης, αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει θέματα συνταγματικότητας νόμου καθότι δεν μπορεί να ενεργήσει ως Συνταγματικό Δικαστήριο γιατί τα θέματα αυτά εκφεύγουν της εμβέλειας του παρόντος Δικαστηρίου. Τόσο από τις πρόνοιες του Άρθρου 179 του Συντάγματος, όσο και από το σκεπτικό των υποθέσεων The Attorney General v. Ibrahim & Others
(1964)1 CLR 105, Αίτηση Νικολάου
(1991)1 ΑΑΔ 1045, Νικολάου ν. Νικολάου
(1992)1 ΑΑΔ 1338, Ορφανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 168, στην οποία αναφέρθηκε ξεκάθαρα ότι η απόφαση επί θεμάτων αντισυνταγματικότητας λαμβάνεται από οποιοδήποτε κατώτερο Δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, Codal Synto Limited n. Bayr Aktien Gesellshaft
(1996)1 AAΔ 197, Investylia Ltd v. E. & Π. Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1872, Χαράκη ν. Υπουργού Δικαιοσύνης
(2005)1 ΑΑΔ 519, Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου (Νομικό Ερώτημα Αρ. 373) ημερ. 2.5.17 και Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 429/11, ημερ. 6.12.17, διαφαίνεται με σαφήνεια ότι τα Επαρχιακά Δικαστήρια, σε αντίθεση με το Οικογενειακό Δικαστήριο, έχουν εξουσία να αποφασίσουν την συνταγματικότητα νόμου ή διατάξεων αυτού, όχι όμως ζητημάτων που αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούρτης ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910, Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8, Investylia Ltd v. Ταμπούρη
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1325, Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 671, 674, Αχιλλέως κ.ά. Πιτταρα κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1590, 1602 και Πιπονίδη (ανωτέρω), σε μερικές εκ των οποίων καταγράφεται απόσπασμα από αυτές κατωτέρω. Στην υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αχιλλέως κ.α. ν. Πιτταρά κ.α.
(2012)1 (Β) ΑΑΔ 1590, 1602, η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου (βλ. Κούρτης κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910 και Κυπριανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8. Στην υπόθεση Investylia Ltd. ν. Tαμπούρη
(2006)1 (B) AAΔ 1325 ένα από τα θέματα που ηγέρθησαν ήταν η αντίθεση άρθρων του Νόμου 42
(1)/2000 με Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας το θέμα ως κάτι ανάλογο με εκείνο της αντισυνταγματικότητας, ανέφερε ότι είναι επιθυμητό να εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που διάδικος επιθυμεί να το εγείρει σε κατοπινό στάδιο να διατυπώνεται γραπτώς και να υποστηρίζεται από λεπτομέρειες γιατί παραβιάζει την Οδηγία. Ενόψει της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης από άποψη δικογράφησης γενικά της θέσης περί αντισυνταγματικότητας των διαδικασιών από μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος, δεν ενείχε οποιοδήποτε πρόβλημα και το Δικαστήριο θα έπρεπε να την εξετάσει, όπως και έπραξε, για να καταλήξει ότι επρόκειτο για γενικό και αόριστο ισχυρισμό χωρίς να προχωρήσει να εξετάσει την ουσία. Στην υπόθεση Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 671 στις σελ. 674 και 675 αναφέρθηκαν τα εξής ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να εγείρεται θέμα συνταγματικότητας νομοθεσίας από ένα διάδικο: «..Η γενική και αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν συνάδει καθόλου με ό,τι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις* και οι αρχές της νομολογίας** που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς από το δικόγραφο της αίτησης η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα είχε ακροθιγώς αναφερθεί στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν το καθιστούσε εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά.
(2002)3 A.A.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 A.A.Δ. 56.» (β2) ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΟΥ Στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640 καταγράφονται οι γενικές αρχές που το Δικαστήριο εφαρμόζει για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και έχουν ως ακολούθως: «(α) Κανένας νόμος κηρύσσεται άκυρος εκτός σε πολύ "καθαρή περίπτωση" (clear case), ή εκτός αν ο νόμος είναι αντισυνταγματικός πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια ο νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο, πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. (β) Τα Δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα της Νομοθεσίας και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία της ή με το σύμφωνο της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης, τις θεμελιώδεις αρχές της Διοίκησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. (γ) Είναι επίσης ουσιώδης αρχή ότι εκεί που είναι δυνατόν, τα Δικαστήρια να ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. (δ) Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται σε εξέταση αφηρημένων θεμάτων. Το Δικαστήριο εξετάζει θέματα συνταγματικότητας μόνο όταν είναι απόλυτα αναγκαίον για την επίλυση της διαφοράς που έχει τεθεί ενώπιον του. (ε) Στις περιπτώσεις όπου μέρος του νόμου είναι αντισυνταγματικό και άλλο όχι, το Δικαστήριο θα διαχωρίσει το πρώτο από το δεύτερο εκτός εκεί που τα δύο μέρη είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.» Στην υπόθεση D. Theocharides and Others v. S. Ploussiou
(1976)3 CLR 319, 340 ειπώθηκαν τα εξής: «.. σε τέτοιες διαδικασίες, το Δικαστήριο αυτό σαν Αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν καλείται να δηλώσει τη συνταγματικότητα ενός νόμου με σκοπό να τον κηρύξει συνταγματικό ή αντισυνταγματικό γενικά για όλους τους σκοπούς, αλλά πρέπει να περιορισθεί να εξετάσει τη συνταγματικότητα του νόμου, επί της οποίας η επίδικη διοικητική πράξη ή απόφαση στηρίχθηκε, συνεπώς μια "ένσταση ως προς την αντισυνταγματικότητα" εξετάζεται μόνο σε σχέση με την επίδικη διαφορά και μόνο για τους σκοπούς της συγκεκριμένης υπόθεσης. (Βλ. σχετικά, Βλάχου «Η Έρευνα της Συνταγματικότητας των Νόμων» (1954 π.106 Σγουρίτσα Burdeeau "Traite De Science Politique", 2η Έκδοση, Τόμος 4, σελ. 469)» Στην υπόθεση Investylia Ltd v. Βασίλη Ταμπουρή
(2006)1(Β) 1325 και 1343 αναφέρεται ότι είναι επιθυμητό όπως θέμα αντισυνταγματικότητας εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που διάδικος επιθυμεί να το εγείρει σε κατοπινό στάδιο, ο ενδεδειγμένος τρόπος έγερσης θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου είναι η γραπτή διατύπωση του και η υποστήριξη από λεπτομέρειες γιατί ο νόμος είναι αντισυνταγματικός. Το βάρος απόδειξης για ανατροπή του τεκμηρίου συνταγματικότητας του νόμου το φέρει αυτός που επικαλείται την αντισυνταγματικότητα του νόμου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το θέμα αντισυνταγματικότητας των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε, καθότι προσκρούει στα Άρθρα 23, 25, 26, 28, 30 , 54 και 152 του Συντάγματος, αποτελεί ισχυρισμό της Εφεσείουσας σε όλη την έκταση της Έφεσης, στην οποία αναφέρεται ότι παραβιάζεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας (Άρθρο 23), της άσκησης επαγγέλματος ή απασχόλησης σε οποιανδήποτε απασχόληση, εμπόριο ή επικερδή εργασία (άρθρο 25), του συμβάλλεσθαι (Άρθρο 26), της ισότητας ενώπιον του νόμου, της διοίκησης και της δικαιοσύνης (Άρθρο 28) και της διάκρισης των τριών εξουσιών (άρθρα 54 και 152), λεπτομέρειες των οποίων διατυπώνονται σε κάθε λόγο Έφεσης και αναπτύσσονται στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση, όχι όμως της ακριβοδίκαιης δίκης (άρθρο 30.1), αφού δεν γίνεται ειδική αιτιολογία τούτου στους λόγους της Έφεσης και στην ένορκη δήλωση, αλλά ούτε και στην αγόρευση της δικηγόρου της Εφεσείουσας. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.1)
(2000)3 ΑΑΔ 157, λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Ως εκ τούτου η προβολή της αντισυνταγματικότητας στην Έφεση θεμελιώνεται με επάρκεια, πληρότητα και αναγκαία και απαραίτητη προσδιοριστική ακρίβεια και επομένως πληρούνται οι προϋποθέσεις εξέτασης της, κατ΄ ισχυρισμό της Εφεσείουσας, αντισυνταγματικότητας των ως άνω άρθρων του αναφερθέντος νόμου στα πλαίσια των Άρθρων του Συντάγματος που αναφέρθηκαν ανωτέρω. (β3) Η ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΟΥ Η μεθοδολογία που εφαρμόζεται για έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου ή διάταξης αυτού αναφέρθηκε στην Αίτηση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 4)
(1994)3 ΑΑΔ 167, στην οποία υποδείχθηκε ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας ενός νόμου επιτυγχάνεται με την αντιπαραβολή των διατάξεων του κρινόμενου νόμου προς τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα (βλ. μεταξύ άλλων, The Board for Registrationof Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640· The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167· PIK v. Kαραγιώργη και Άλλων
(1991)3 ΑΑΔ 159 Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπρ.
(1991)3 ΑΑΔ 252).» (β4) ΑΡΘΡΟ 23 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Το Άρθρο 23 του Συντάγματος προνοεί: «
  1. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  2. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  3. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  4. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου. Ανάλογης προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας προνοείται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το οποίο έχει ως ακολούθως: «Άρθρον 1 Προστασία της ιδιοκτησίας Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.» (β4.1) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑΣ Η Εφεσείουσα ισχυρίζεται και προβάλλει ως θέση της, που αναπτύχθηκε και στην αγόρευση της δικηγόρου της, ότι τα δικαιώματα που προκύπτουν από την επίδικη υποθήκη προς όφελος της, ως ενυπόθηκος δανειστής, αποτελούν περιουσία της η οποία τυγχάνει προστασίας από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Με τη διαδικασία που θεσπίστηκε με τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου 9/65, εισηγείται, επιβάλλεται αδικαιολόγητη στέρηση ή περιορισμός ή επιβάρυνση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας που απορρέει από τη σύμβαση υποθήκης, χωρίς τη συγκατάθεση και την έγκριση της και χωρίς να δίδεται ή να προσφέρεται σε αυτήν οποιαδήποτε εύλογη και δίκαια αποζημίωση. Οι πιο πάνω διατάξεις, συνεχίζει, περιορίζουν και απαλλοτριώνουν το αγώγιμο δικαίωμα της Εφεσείουσας για το αναφερθέν δικαίωμα ιδιοκτησίας, έναντι της Εφεσίβλητης 3, το οποίο εκφράζεται με τη δυνατότητα εκποίησης του ακινήτου σε περίπτωση μη εξόφλησης καθότι ακυρώνεται, εξαλείφεται και διαγράφεται η υποθήκη από το επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω επεμβαίνουν οι εν λόγω διατάξεις του Νόμου και αδρανοποιούν τον προορισμό του εμπράγματου δικαιώματος επί του επίδικου ακινήτου. Όμως ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η εξάλειψη της υποθήκης δεν απολήγει σε αποστέρηση του περιουσιακού δικαιώματος αλλά σε περιορισμό αυτού, ο περιορισμός δεν συνάδει με τις πρόνοιες της παρ. 3 του Άρθρου 23 του Συντάγματος, αφού δεν προσφέρεται αποζημίωση. Είναι η θέση της Εφεσείουσας πως εφαρμογή των επίδικων άρθρων του Νόμου θα οδηγήσει σε αδρανοποίηση του δικαιώματος σε σχέση με τον προορισμό του, εφόσον το ακίνητο επί του οποίου έχει εγγραφεί πλέον θα μεταφερθεί σε νέο ιδιοκτήτη, ενώ το περιουσιακό δικαίωμα της Εφεσείουσας επί του ακινήτου λόγω της ύπαρξης της υποθήκης θα αδρανοποιηθεί/απωλεσθεί με την διαγραφή του από τον Εφεσίβλητο
  5. Αυτή η αδρανοποίηση μάλιστα γίνεται αδικαιολόγητα και χωρίς την προσφορά αποζημίωσης, συνεπώς τα άρθρα αυτά είναι αντισυνταγματικά. Ως προς τον ισχυρισμό για παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, συνεχίζει, οι πρόνοιες του οποίου είναι ευρύτερες από αυτές του Άρθρου 23 του Συντάγματος, ο Νόμος δεν περιλαμβάνει δικαιολόγηση ή επίκληση λόγων δημόσιας ωφέλειας. Ο «απεγκλωβισμός» ορισμένης μερίδας αγοραστών, δεν μπορεί να ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια ώστε να δικαιολογήσει τον περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας και οποιαδήποτε επέμβαση στο δικαίωμα πρέπει να είναι εντός των ορίων του δημοσίου συμφέροντος ή της δημόσιας ωφέλειας, πράγμα το οποίο δεν δικαιολογείται στην κρινόμενη περίπτωση. Οι Εφεσίβλητοι 1 και 3, πιθανόν, εισηγείται η Εφεσείουσα, να επικαλεστούν την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής ΕΔΑΔ) James and Others v. The United Kingdom, Application No. 8793/1970, 21 Φεβρουαρίου 1986 σε σχέση με την έννοια του δημοσίου συμφέροντος και την αναγκαστική μεταβίβαση ακινήτων προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Σε αυτή την υπόθεση οι εκεί αιτητές ζήτησαν να κηρυχθεί ως αντισυνταγματικός ο νόμος Leasehold Reform Act 1967 ο οποίος επέτρεπε σε συγκεκριμένες περιπτώσεις την αγορά και αναγκαστική μεταβίβαση ακινήτων σε ενοικιαστές οι οποίοι είχαν συμβληθεί με τους ιδιοκτήτες για την μακροχρόνια ενοικίαση των ακινήτων. Το ΕΔΑΔ αποφάσισε πως η νομοθεσία δεν παραβίασε κανένα άρθρο της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ως αποφάσισε το ΕΔΑΔ, και όπως είναι η παρούσα περίπτωση, η αποστέρηση περιουσίας για κανένα άλλο λόγο από το να παρέχει προσωπικό όφελος σε ένα άτομο/ομάδα (δηλαδή στους αγοραστές), δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη για το δημόσιο συμφέρον. Το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης που οδήγησε στην κήρυξη του εκεί κρινόμενου νόμου ως συνταγματικού, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην κρινόμενη περίπτωση καθώς τα γεγονότα αλλά και ο σκοπός των προνοιών των νόμων είναι διαφορετικά. Στην περίπτωση της υπόθεσης James οι πρόνοιες του νόμου που επέτρεπαν την αναγκαστική μεταβίβαση του ακινήτου αφορούσαν και επηρέαζαν την σχέση μεταξύ μακροχρόνιου ενοικιαστή και ιδιοκτήτη στα στενά πλαίσια του ειδικού καθεστώτος της ακίνητης ιδιοκτησίας στην Αγγλία που αποτελούσε κατάλοιπο της φεουδαρχικής περιόδου με μια ρύθμιση όπου και οι δύο λάμβαναν συμφέρον από το άλλο μέρος. Ο ενοικιαστής ενοικίαζε ακίνητο και ο ιδιοκτήτης λάμβανε αντιπαροχή. Σε μακροχρόνιες συμβάσεις και υπό συγκεκριμένες περιπτώσεις επιτρεπόταν η αναγκαστική μεταβίβαση του ακινήτου στον ενοικιαστή χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη με την παροχή ανάλογης αποζημίωσης. Ρύθμιζε δηλαδή ο συγκεκριμένος νόμος την σχέση μεταξύ δύο μερών για ένα ακίνητο, η χρήση του οποίου είχε καθοριστεί σε σύμβαση μεταξύ των δύο αυτών μερών. Στην υπό κρίση περίπτωση όμως, η Εφεσείουσα δεν έχει συμβατική ή άλλως πως σχέση με την Εφεσίβλητη 3 - αγοράστρια και η κυριότητα του ακινήτου όπως και τα περιουσιακά δικαιώματα που προκύπτουν από αυτό και τις συμβάσεις που το αφορούν (Υποθήκες, Αγοραπωλητήρια έγγραφα κλπ) επηρεάζουν σχέσεις μεταξύ διαφόρων μερών, χωρίς μάλιστα την προσφορά αποζημίωσης, ως η James ορίζει. Η Υποθήκη καθορίζει την σχέση και επηρεάζει την Εφεσείουσα και την Εφεσίβλητη 2, ενώ το αγοραπωλητήριο έγγραφο αφορά την Εφεσίβλητη 2 και την Εφεσίβλητη
  6. Οι πρόνοιες του κρινόμενου Νόμου δεν αφορούν/επηρεάζουν μόνο δύο μέρη τα οποία συμβλήθηκαν μεταξύ τους για ένα σκοπό, αλλά επηρεάζουν δύο διαφορετικές συμφωνίες μεταξύ τριών μερών και μάλιστα τροποποιούν ή και αναιρούν πρόνοιες προγενέστερης σύμβασης μεταξύ ενυπόθηκου δανειστή και οφειλέτη. Η διαγραφή περιουσιακού δικαιώματος ενοχικής φύσεως προς όφελος της Εφεσείουσας, η οποία δύναται να επιτραπεί στην βάση συμβάσεων και σχέσεων τρίτων ατόμων που δεν αφορούν την Εφεσείουσα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμος σκοπός προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, όχι μόνον δεν έχει τηρηθεί η απαιτούμενη «δίκαιη ισορροπία» που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του προστατευόμενου θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος του πολίτη αναφορικά με την περιουσία του, αλλά ο Νόμος κάνει διάκριση εναντίον του ενυπόθηκου δανειστή, εφόσον προνοεί για την διαγραφή/απάλειψη του εμπράγματου βάρους που δόθηκε σε αυτόν, χωρίς να προβλέπει καταβολή εύλογης αποζημίωσης ή κάποιου άλλου ανταποδοτικού πλεονεκτήματος ώστε να αντισταθμίζει την περιουσιακή απώλεια. Το μόνο που προβλέπει είναι η μεταφορά του εμπράγματου βάρους σε άλλο ακίνητο περιουσιακό στοιχείο, εάν τέτοιο περιουσιακό στοιχείο υπάρχει, χωρίς βέβαια να υπάρχει καμία υποχρέωση αυτό το δεύτερο περιουσιακό στοιχείο να παρέχει την ίδια εξασφάλιση στον εξασφαλισμένο πιστωτή. Ο Νόμος δεν κάνει καμία πρόβλεψη για την περίπτωση που δεν υπάρχει άλλο ακίνητο περιουσιακό στοιχείο που να μην βαρύνεται με άλλα βάρη και το οποίο να μπορεί να δοθεί ως εξασφάλιση, αλλά και ούτε προνοεί οτιδήποτε περί της αξίας ή του είδους του άλλου περιουσιακού στοιχείου, το οποίο κάποιος θα ανέμενε πως θα έπρεπε να είναι της ίδιας αξίας και είδους όπως το περιουσιακό στοιχείο που δόθηκε αρχικά ως εξασφάλιση και το οποίο εγκρίθηκε ως τέτοιο από την Εφεσείουσα. Ούτε υποχρέωση υπάρχει για να θεωρηθεί η Εφεσείουσα ως πρώτη στην λίστα των εξασφαλισμένων πιστωτών σε σχέση με το τυχόν δεύτερο ακίνητο, θέση την οποία κατέχει σε σχέση με το Ακίνητο που ήδη δόθηκε ως εξασφάλιση. Περαιτέρω, το γεγονός ότι οι υπόλοιπες εγγραφές του τεμαχίου θα συνεχίσουν να βαρύνονται από την υποθήκη δεν παρέχει καμία εξασφάλιση στην Εφεσείουσα καθώς θα μπορούσαν όλοι ή κάποιοι από τους αγοραστές των υπολοίπων εγγράφων να αιτηθούν μεταβίβασης των ακινήτων με τους ίδιους όρους και στην περίπτωση αυτή η Εφεσείουσα θα έμενε χωρίς εξασφάλιση. Ακόμη και εάν κάποιες από τις εγγραφές δεν μεταβιβάζονταν, οι εναπομείνασες θα επιβαρύνονταν αναλογικά περισσότερο. Η Εφεσίβλητη 3, χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη, ισχυρίζεται στην παράγραφο 7 της ένορκης της δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της ότι υπάρχουν άλλα ακίνητα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη των οφειλών της Καθ΄ης η αίτηση
  7. Στην παρούσα περίπτωση η Εφεσείουσα δεν γνωρίζει εάν η Εφεσίβλητη 2 (δανειολήπτρια και οφειλέτρια εταιρεία) κατέχει άλλη περιουσία, ελεύθερη εμπράγματων βαρών και/ή επιβαρύνσεων προκειμένου να κάνει χρήση του εναλλακτικού δικαιώματος που παρέχεται από το Νόμο, καταχώρησης αίτησης για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, μετά την διαγραφή της υποθήκης η Εφεσείουσα είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει να λάβει άλλη εξασφάλιση, ίση με την εξασφάλιση που κατέχει τώρα. Επομένως, δεν μπορεί να τεθεί θέμα στέρησης περιουσιακού δικαιώματος χωρίς να αντισταθμίζεται με κάποια αποζημίωση, και μόνον σε εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν την παρούσα περίπτωση, η αποζημίωση αυτή μπορεί να είναι μικρότερη από την αξία της αγοράς την προκειμένη περίοδο. Το άρθρο 44ΚΒ
(3)του επίδικου Νόμου δίνει τη δυνατότητα ένστασης στην μεταβίβαση αλά περιορίζει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης και τεκμηρίωσης της στις μεταξύ του αγοραστή και πωλητή συμβατικές σχέσεις. Με τον τρόπο αυτό αποκλείει τη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων του ενυπόθηκου δανειστή σε σχέση με το ακίνητο στο οποίο έχει εγγραφεί εμπράγματο βάρος προς όφελός του προγενέστερα της σύμβασης αγοραπωλησίας. Ακόμη και η πρόνοια της παραγράφου
(4)του άρθρου 44ΚΒ (πιο πάνω), η οποία προβλέπει μεταφορά της υποθήκης του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσής της δεν εξασφαλίζει τον ενυπόθηκο δανειστή καθώς εάν ο πωλητής και χρεώστης δεν τεκμηριωθεί ότι είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας προκειμένου να γίνει μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή ο Εφεσίβλητος 1 προχωρεί με την μεταβίβαση του τίτλου και την εξάλειψη του βάρους από το ακίνητο. Παρόλο που οι σχετικές διατάξεις του Νόμου δίνουν τη δυνατότητα αίτησης μεταφοράς του βάρους σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, αυτή δεν αποτελεί υποχρέωση ούτε απαραίτητα ισότιμη εξασφάλιση για την Εφεσείουσα για τους λόγους που αναφέρθηκαν και που εξηγούνται πιο κάτω. Συμπερασματικά, η πρόβλεψη δυνατότητας μεταφοράς της υποθήκης του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία σε καμία περίπτωση δεν εξασφαλίζει τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή καθώς η εν λόγω παράγραφος δεν περιλαμβάνει καμία πρόνοια για την περίπτωση που δεν υπάρχει άλλη ακίνητη ιδιοκτησία αλλά και εφόσον υπάρχει άλλη ακίνητη ιδιοκτησία ότι αυτή είναι ίσης ή παρόμοιας αξίας και ελεύθερη άλλων και δη προγενέστερων βαρών. Δεν γίνεται καμία πρόβλεψη δηλαδή ούτε για την ύπαρξη ιδιοκτησίας που δύναται να υποθηκευτεί αλλά ούτε και για την εξασφάλιση της ίδιας ή παρόμοιας αξίας ή σειράς προτεραιότητας έναντι άλλων τυχόν υφιστάμενων βαρών για τον ενυπόθηκο δανειστή. Περαιτέρω, ουδεμία πρόνοια περιλαμβάνεται στο επίδικο άρθρο για τη δυνατότητα αποζημίωσης του ενυπόθηκου δανειστή με την εξάλειψη της εμπράγματης εξασφάλισης του, όπως για παράδειγμα, συμβαίνει σε περιπτώσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζεται ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της Εφεσείουσας και δεν μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της, ότι δηλαδή με τη διαγραφή του εμπράγματου βάρους από το Ακίνητο δεν επηρεάζεται η εξασφάλιση της Εφεσείουσας καθώς υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και ουσιαστικά ότι η αξία των υπόλοιπων διαμερισμάτων/οικοπέδων που είναι υποθηκευμένα καλύπτουν το ποσό για το οποίο δόθηκε ως εξασφάλιση η υποθήκη, η Εφεσείουσα ανέφερε ότι η υποθήκη δόθηκε για το ποσό των €444.236,37 (ΛΚ260.000) πλέον τόκους και έξοδα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός, ότι η αξία των λοιπών ακινήτων που παραμένουν βεβαρημένα με την υποθήκη είναι μεγαλύτερη από το ποσό που η υποθήκη εξασφαλίζει, δεν είναι σωστός για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν λαμβάνεται υπόψη καν στους υπολογισμούς το ποσό των τόκων που δικαιούται η Εφεσείουσα. Σε κάθε περίπτωση, οι αξίες των ακινήτων αυξομειώνονται συνεχώς και δεν σημαίνει ότι είναι οι ίδιες με τις σημερινές αξίες ή ότι θα παραμείνουν οι ίδιες για τα επόμενα χρόνια όταν η Εφεσείουσα πιθανόν να αναγκαστεί να τα εκποιήσει προς εξόφληση των οφειλών της οφειλέτριας εταιρείας που εξασφαλίζονται με την υποθήκη της Εφεσίβλητης 2, ενώ η εκποίηση τους προϋποθέτει και την εξεύρεση αγοραστών, κάτι που η τωρινή κατάσταση της κυπριακής οικονομίας καθιστά ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα. Συνεπώς, πώληση των λοιπών ακινήτων με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βέβαιη αλλά και ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αποφέρει το μέγιστο της αξίας τους ως αυτή εκτιμήθηκε από το Κτηματολόγιο. Επίσης, οι λοιπές εγγραφές (οι οποίες ισχυρίζονται οι Εφεσίβλητοι ότι καλύπτουν το ποσό των Υποθηκών χωρίς όμως να παραθέτουν οποιαδήποτε στοιχεία) ενδέχεται να βαρύνονται και με επιπλέον υποθήκες και συνεπώς η αξία των εν λόγω εγγραφών είναι πιθανό να μην καλύπτει τη συνολική εξασφάλιση της Εφεσείουσας κάτω από όλες τις υποθήκες. Η μεταβίβαση του ακινήτου και η αφαίρεση της αξίας του από την εξασφάλιση της Εφεσείουσας επηρεάζει άμεσα και αρνητικά την συνολική εξασφάλιση της Εφεσείουσας και θα οδηγήσει στην αυξημένη επιβάρυνση των λοιπών εγγραφών. Με αυτό τον τρόπο, οι πράξεις του Διευθυντή θα οδηγήσουν σε δυσμενέστερη αντιμετώπιση και επιβάρυνση των λοιπών αγοραστών και φυσικά σε μείωση της συνολικής εξασφάλισης της Εφεσείουσας - για λόγους που δεν αφορούν ούτε την Εφεσείουσα ούτε τους λοιπούς αγοραστές. Αυτό που έχει σημασία, κατά την Εφεσείουσα, είναι ότι το ακίνητο δόθηκε ως εξασφάλιση από την Εφεσίβλητη 2 προς όφελος της Εφεσείουσας έναντι των πιστωτικών διευκολύνσεων που παρασχέθηκαν στην οφειλέτρια εταιρεία για να είναι η Εφεσείουσα εξασφαλισμένη και ο Εφεσίβλητος 1 δεν δύναται να επεμβαίνει σε αυτή την σχέση και να αφαιρεί ουσιαστικά από την εξασφάλιση της Εφεσείουσας κατά το δοκούν αυτά που ο ίδιος θεωρεί ότι «περισσεύουν» για την εξασφάλιση της Εφεσείουσας. Ο Εφεσίβλητος 1, ουσιαστικά ζητεί από το Δικαστήριο να επιτρέψει τη μεταβίβαση του ακινήτου καθώς τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 12XX1-12XX5 είναι επίσης υποθηκευμένα. Δεν μπορεί όμως ο Εφεσίβλητος 1 να ενεργεί κατά το δοκούν και να επιτρέπει μεταβίβαση ακινήτων μέχρι που η αξία των λοιπών εγγραφών που παραμένουν δεσμευμένα να συμπληρώνουν την αξία για την οποία δόθηκε η Υποθήκη. Επίσης κανένα στοιχείο δεν παραθέτει ο Εφεσίβλητος 1 για την επάρκεια των λοιπών εγγραφών ως προς την αξία της υποθήκης. Δηλαδή ζητούν από το Δικαστήριο να εγκρίνει την προνομιούχο μεταχείριση των όσων αγοραστών προλάβουν και καταχωρήσουν πρώτοι την αίτηση τους για μεταβίβαση ακινήτων, σε βάρος εκείνων που θα καταχωρήσουν τελευταίοι και των οποίων τα σχετικά ακίνητα δεν θα μπορούν να απελευθερωθούν εφόσον αν απελευθερωθούν όλα τα ακίνητα, η υποθήκη θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Αυτή η προνομιούχος μεταχείριση μεταξύ ατόμων της ίδιας μάλιστα κατηγορίας (αγοραστές) είναι ξεκάθαρα αντισυνταγματική, ενώ θα δημιουργήσει το παράδοξο αποτέλεσμα ο Νόμος να κριθεί συνταγματικός σε σχέση με την αίτηση ενός από τους αγοραστές ενώ για άλλους θα κριθεί αντισυνταγματικός για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Καταληκτικά, αναφέρεται ότι η εμπράγματη εξασφάλιση συνιστά ιδιοκτησιακό δικαίωμα. Τα επίδικα άρθρα του Νόμου επεμβαίνουν και στερούν το δικαίωμα περιουσιακής φύσεως της Εφεσείουσας χωρίς να προσφέρουν αποζημίωση και χωρίς να προσφέρουν την οποιαδήποτε δικαιολόγηση σε σχέση με αυτήν την επέμβαση, κατά παράβαση της νομολογίας μας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, τα κρινόμενα άρθρα του Νόμου Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Ν.9/1965 επηρεάζουν τον πυρήνα του δικαιώματος. Κανένας λόγος δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας ωφέλειας δεν υπάρχει ή δεν προσφέρεται που να δικαιολογεί την στέρηση αυτού του δικαιώματος. Το εν λόγω συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα διαγράφεται και/ή αδρανοποιείται ώστε να συνιστά στέρηση εκτός των επιτρεπτών πλαισίων του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Ειδικότερα, αναφορικά με τον λόγο ένστασης 5 της ένστασης του Εφεσίβλητου 1 και το λόγο ένστασης 7 (α) της ένστασης της Εφεσίβλητης 3 και αναφορικά με το επιχείρημα που προβάλλεται για την προστασία δικαιώματος ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου και ότι η Εφεσίβλητη 3 δικαιούται σε εγγραφή του επίδικου ακινήτου, αρκεί να αναφερθεί ότι όταν η Εφεσίβλητη προέβη στην αγορά του ακινήτου γνώριζε ή τουλάχιστον όφειλε να γνωρίζει πως αυτό ήταν υποθηκευμένο προς όφελος της Εφεσείουσας, εφόσον η Υποθήκη είναι προγενέστερη του δικού της ΠΩΕ και πως η εξασφάλιση της Εφεσείουσας είχε προτεραιότητα εφόσον αυτή εγγράφηκε στο Κτηματολόγιο πριν την κατάθεση του σχετικού Πωλητηρίου Εγγράφου της Εφεσίβλητης 3. Η Εφεσίβλητη 3 δεν αγόρασε το ακίνητο με προφητική επίγνωση ότι θα ερχόταν στη συνέχεια ο προσβαλλόμενος νόμος να την απεγκλωβίσει. Γνώριζε ότι θα υπήρχε ο κίνδυνος αν δεν ξοφλούσε την Τράπεζα ο Πωλητής του ακίνητου (Εφεσίβλητη 2) αυτό να πωλείτο από την Εφεσείουσα για εξασφάλιση των χρημάτων που αυτή κατέβαλε στον επιχειρηματία ανάπτυξης γης (Εφεσίβλητη 2) και το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο των αγοραστών (Εφεσίβλητη 3) θα ακολουθούσε σε προτεραιότητα την υποθήκη. Δεν δύναται να παραγνωρίζεται ήδη κατοχυρωμένο δικαίωμα, προς όφελος άλλου μεταγενέστερου δικαιώματος. (β4.2) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ 1 ΚΑΙ 3 Στην αντίπερα όχθη ο Εφεσίβλητος 1, αλλά και η Εφεσίβλητη 3 θα έλεγα με βάση τη γραμμή της ένστασης της και την αγόρευση του δικηγόρου της, κατ΄ αρχήν, δεν αμφισβητούν ότι, η κατατεθειμένη σύμβαση υποθήκης, ως εμπράγματο βάρος, αποτελεί ιδιοκτησία που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος, όπως, όμως, εισηγείται, φυσικά και το κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο, το οποίο επίσης αναγνωρίζεται ως εμπράγματο βάρος (βλ. Πρώτο Παράρτημα του Νόμου υπό τον τίτλο εμπράγματα βάρη). Σημασία, όμως, έχει η χρήση και/ή ο σκοπός και/ή προορισμός του εκάστοτε περιουσιακού δικαιώματος. Από τη μία, η χρήση και/ή ο σκοπός και/ή προορισμός της κατατεθειμένης σύμβασης υποθήκης είναι η εξασφάλιση πληρωμής συγκεκριμένου σκοπού, το οποίο μπορεί να διεκδικηθεί έπειτα από διαδικασία εκποίησης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και όχι αυτή καθαυτή η απόλαυση και ο έλεγχος της ακίνητης ιδιοκτησίας. Δηλαδή, ο ενυπόθηκος δανειστής δεν αναμένεται ποτέ να αποκτήσει την κυριότητα του ενυπόθηκου ακινήτου. Αντίθετα, ο αγοραστής αναμένεται να αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου. Αυτός είναι ο σκοπός του περιουσιακού δικαιώματος που κατέχει δυνάμει του κατατεθειμένου πωλητηρίου εγγράφου. Πρόκειται για περιουσιακά δικαιώματα που, στην προκειμένη περίπτωση, συγκρούονται και ο Νομοθέτης, με τη θέσπιση του επίδικου Νόμου, προσπάθησε να βρει τη χρυσή τομή στο πρόβλημα το οποίο προκύπτει. Είναι η θέση του Εφεσίβλητου 1, που εξήγαγε με βάση την υπόθεση Κυπριανού Νέστορα κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8, ότι η προστασία που προσφέρει το Άρθρο 23 του Συντάγματος στην κατατεθειμένη σύμβαση υποθήκης, από τη μια, και το πωλητήριο έγγραφο, από την άλλη, πρέπει να είναι ανάλογη με τον σκοπό και/ή τον προορισμό του περιουσιακού δικαιώματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, υποβάλλει ότι η προσβληθείσα απόφαση του Διευθυντή δεν επεμβαίνει στο δικαίωμα ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας που πηγάζει από την κατατεθειμένη σύμβαση υποθήκης, καθότι η Εφεσείουσα δεν στερείται του δικαιώματος της σε περιουσία. Σύμφωνα με τη νομολογία, περιοριστικοί όροι στη χρήση ιδιοκτησίας, οι οποίοι αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας δεν συνιστούν στέρηση, αλλά περιορισμό. Περιορισμοί απολήγουν σε στέρηση μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή (βλ. Δημητριάδη κ.ά. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά.
(1996)3 ΑΑΔ 85, 102). Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 7 της ένορκης δήλωσης του κ. Αζά, η Εφεσείουσα δεν αιτήθηκε μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της Εφεσίβλητης 2, καθότι, η τελευταία δεν κατέχει περιουσία που να είναι ελεύθερη εμπραγμάτων βαρών και/ή επιβαρύνσεων, ούτως ώστε να μεταφερθεί. Κατ΄ αρχάς, σημειώνει ότι, ο Νόμος δεν διευκρινίζει για τη σειρά που λαμβάνει μία υποθήκη μετά από μεταφορά της σε άλλο ακίνητο της Εφεσίβλητης 2 και ως εκ τούτου δεν είναι δεδομένο ότι, εάν μεταφερόταν η υποθήκη σε άλλο ακίνητο της Εφεσίβλητης 2, δεν θα είχε προτεραιότητα σε σχέση με τα άλλα εμπράγματα βάρη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και αν η υποθήκη μεταφερόταν σε ακίνητο της Εφεσίβλητης 2 που είναι ήδη επιβαρυμένη με προγενέστερη υποθήκη, αυτό θα μπορούσε να συνιστά περιορισμό στην ιδιοκτησία της Εφεσείουσας μόνο εάν αποδεικνυόταν ότι η εξασφάλιση της Εφεσείουσας θα ήταν μειωμένη και/ή υποδεέστερη από την εξασφάλιση που της παρείχε η υποθήκη επιβαρύνοντας το επίδικο ακίνητο. Τέτοια μαρτυρία που να πιστοποιεί τα πιο πάνω δεν υπάρχει, αφού η Εφεσείουσα δεν ζήτησε καν τη μεταφορά της υποθήκης σε άλλο ακίνητο της Εφεσίβλητης 2 ώστε να εξεταστεί από το Διευθυντή το ζήτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, συνεχίζει η δικηγόρος του Εφεσίβλητου 1, η υποθήκη με αριθμό Υ1113/2007 που ενεγράφη την 22.2.2007 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας από την Εφεσίβλητη 2 προς όφελος της Εφεσείουσας συνάφθηκε για την εξασφάλιση του ποσού €444.236,
  1. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 4 του κ. Αζά, η εν λόγω υποθήκη βαραίνει τα ακίνητα υπ΄ αριθμούς εγγραφής 12731-
  2. Επομένως ακόμα κι αν ευσταθούν οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο κ. Αζάς στις παραγράφους 5 και 7 της ένορκης δήλωσής του ημερομηνίας 12.4.2017, ότι δηλαδή η Εφεσίβλητη 2 οφείλει στην Εφεσείουσα το ποσό των €5.041.015,71 αυτό δεν αφορά την υπόθεση, καθότι το μόνο δικαίωμα της Εφεσείουσας που μπορεί να θιγεί με την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του αγοραστή είναι αυτό που πηγάζει από την υποθήκη Υ1113/2007, η οποία παρέχει στην Εφεσείουσα εξασφάλιση ύψους μόνο €444,236,37 πλέον τόκους. Εξάλλου η υποθήκη θα συνεχίζει να βαραίνει τις υπόλοιπες εγγραφές. Δεν τεκμηριώνεται, συνεπώς, ουσιώδης μείωση της αξίας της υποθηκευμένης προς όφελος της Εφεσείουσας, περιουσίας. Δεν καθίσταται, δηλαδή, το περιουσιακό δικαίωμα της Εφεσείουσας, αδρανές. Εξάλλου, το περιουσιακό δικαίωμα της Εφεσείουσας δεν είναι απόλυτο και μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι προβλέπονται στις υπόλοιπες παραγράφους του ίδιου άρθρου. Ως εκ τούτου, εάν ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, είναι η θέση του Εφεσίβλητου 1, αλλά και της Εφεσίβλητης 3, ως αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, ότι αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η παράγραφος του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση, κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι υπάρχει ολοκληρωτική αφαίρεση της ιδιοκτησίας ή επιβολή τόσο αυστηρών περιορισμών που εξουδετερώνουν τη χρήση ή την εκμετάλλευση της ιδιοκτησίας, σύμφωνα, πάντοτε, με τον προορισμό της. Εδώ, δηλαδή, ο προορισμός της κατατεθειμένης υποθήκης είναι η εξασφάλιση του οφειλόμενου ποσού από τον πωλητή προς την Εφεσείουσα, μέχρι το ύψος που καθορίζεται στην κατατεθειμένη αυτή υποθήκη. Θα πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι το δικαίωμα του αγοραστή, ο οποίος έχει καταθέσει τη σύμβαση πώλησης στο Κτηματολόγιο, να ζητήσει ειδική εκτέλεση της σύμβασης και εγγραφή του ως κυρίου του αντικειμένου της σύμβασης, παρακάμπτοντας τον πωλητή και τη διαδικασία της εκούσιας μεταβίβασης, αναγνωριζόταν διαχρονικά στο δίκαιο μας. Η μοναδική, ουσιαστικά, καινοτομία που εισήχθη με τη νέα νομοθεσία περί Προστασίας Αγοραστών είναι ότι μπορεί να παρακαμφθεί, υπό προϋποθέσεις, η αρχή της χρονικής προτεραιότητας των εμπραγμάτων βαρών (qui prior est tempore, potior est jure), η οποία, όμως, από μόνη της δεν απολαμβάνει οιασδήποτε συνταγματικής προστασίας. Παρατηρείται ότι η αρχή αυτή είναι νομοθετική επιλογή και όχι συνταγματική επιταγή. Η Εφεσείουσα προσπαθεί με τους σχετικούς ισχυρισμούς της, να δώσει συνταγματική προστασία σ΄ αυτή την αρχή. Ο Νομοθέτης, όμως, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό, παρακάμπτει αυτή την αρχή, υπό προϋποθέσεις, για να λύσει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων (βλ. Τεκμήριο Μ, στην ένορκη δήλωση του κ. Σιταρένου, το οποίο αποτελεί την αιτιολογική έκθεση του Γενικού Εισαγγελέα). Εξάλλου ότι στο δίκαιο μπορεί τα αντικρουόμενα συμφέροντα και δικαιώματα να έχουν άλλη αντιμετώπιση από το Νόμο, όπως για παράδειγμα υπάρχει η αρχή της σύμμετρης ικανοποίησης των δανειστών. Με βάση τα πιο πάνω, ζυγίζοντας μεταξύ του σκοπού της ύπαρξης της κατατεθειμένης υποθήκης και του πωλητηρίου εγγράφου, είναι η θέση του Εφεσίβλητου 1, αλλά και της Εφεσίβλητης 3, ότι η προσβληθείσα απόφαση εξισορροπεί τα δύο αυτά περιουσιακά δικαιώματα, κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικό επιτρεπτό. Πέραν από τα πιο πάνω, είναι η θέση των Εφεσιβλήτων 1 και 3, ότι ο Νόμος και η προσβληθείσα απόφαση μπορούν να δικαιολογηθούν και για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Ο σκοπός αυτός προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Νόμου 139(Ι)/2015, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Μ στην ένορκη δήλωση του κ. Σιταρένου και αναφέρει τα ακόλουθα: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, έτσι ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή ή/και εξάλειψη ή/και μεταφορά ή/και ακύρωση υποθήκης ή/και εμπραγμάτου βάρους ή/και απαγόρευσης που βαρύνουν ακίνητο ή μέρος αυτού, με σκοπό την μεταβίβαση του επ΄ ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.» Συνεπώς, η νομοθεσία περί Προστασίας Αγοραστών προέκυψε ως ανάγκη για να επιλυθεί ένα κοινωνικό πρόβλημα. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, ο Νομοθέτης προσπάθησε να βρει τη χρυσή τομή για τη λύση αυτού του κοινωνικού προβλήματος. Παράλληλα, όμως, τηρείται και η αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή τα μέτρα που λήφθηκαν είναι αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Ως γνωστόν, η κυπριακή νομολογία και η νομολογία του ΕΔΑΔ επί των γενικών αρχών που πρέπει να τηρούνται σε περιπτώσεις περιορισμού περιουσιακών δικαιωμάτων είναι απόλυτα συνυφασμένες. Ερμηνεύοντας τον όρο «δημόσιο συμφέρον» ή «δημόσια ωφέλεια», το ΕΔΑΔ αποφάνθηκε ότι αυτό μπορεί να σημαίνει την επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης ή κάποιας κοινωνικής, οικονομικής ή άλλης πολιτικής, έστω και εάν το κοινό στο σύνολο του δεν έχει κάποιο άμεσο όφελος από αυτή. Η έμπρακτη εφαρμογή των αρχών που διέπουν το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ εξετάστηκαν στην υπόθεση James and Others v. The United Kingdom, Application no. 8793/1979, ημερομηνίας 21 Φεβρουαρίου
  3. Η υπόθεση αυτή είναι επίσης ενδιαφέρουσα και καθοδηγητική ως προς την ερμηνεία και τα όρια που δίνει το Δικαστήριο στην έννοια της δημόσιας ωφέλειας. Ο εκεί υπό εξέταση νόμος Leasehold Reform Act 1967, έδιδε το δικαίωμα σε ενοικιαστές συμβαλλόμενους με μακροχρόνιες συμβάσεις μίσθωσης (άνω των 21 ετών) να αγοράσουν και να τους μεταβιβασθεί αναγκαστικά (δηλαδή χωρίς τη βούληση του αντισυμβαλλόμενου - ιδιοκτήτη) το ακίνητο της σύμβασης μίσθωσης. Οι αιτητές, που ήταν εμπιστευματοδόχοι/εκτελεστές της διαθήκης του δεύτερου Δούκα του Westminster, ισχυρίστηκαν ότι η νομοθεσία παραβίαζε το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και άλλα άρθρα της. Το Δικαστήριο απέρριψε τις εισηγήσεις τους και έκρινε ότι η νομοθεσία δεν παραβίασε κανένα άρθρο της Σύμβασης. Η απόφαση James του ΕΔΑΔ αποτελεί καθοδήγηση για πολλές μεταγενέστερες αποφάσεις που πραγματεύτηκαν παρόμοια θέματα. Στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την απομείωση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου γνωστό ως ΡSI, η πλειοψηφούσα άποψη δέχθηκε ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Ελληνικού Συντάγματος, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσεως ενοχικών δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, εάν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, η μείωση της περιουσίας είναι επιτρεπτή, κατά τους όρους που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία και στις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, ιδιαιτέρως δε υπό εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες επιβάλλουν τη λήψη γενικών μέτρων οικονομικής και κοινωνικής στρατηγικής κατά την εκτίμηση των κρατικών αρχών, οι οποίες είναι και οι κατ΄ αρχήν αρμόδιες να εκτιμήσουν σε κάθε περίσταση σε τι συνίσταται το δημόσιο συμφέρον και ποια είναι τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα για την εξυπηρέτηση του, έχοντας ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, κρίθηκε ότι δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ η μείωση της περιουσίας, η οποία τηρεί την αρχή της δίκαιης ισορροπίας ("fair balance") μεταξύ του γενικού συμφέροντος που αφορά το σύνολο και των απαιτήσεων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Περαιτέρω, ούτε η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή καθιστά το Νόμο 139(Ι)/2015 και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές. Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο ένας Νόμος δεν κηρύσσεται αντισυνταγματικός απλά και μόνο επειδή δεν προνοεί σε αποζημίωση. Η τυχόν καταβολή αποζημίωσης προβλέπεται στο Άρθρο 23.3 του Συντάγματος, από το οποίο η Εφεσείουσα αντλεί από εκεί αγώγιμο δικαίωμα. Η αποζημίωση οφείλεται τότε μόνο, αφού καθοριστεί πρώτα από το αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο και εφόσον η Εφεσείουσα αποδείξει ότι υπέστη ουσιώδη οικονομική ζημιά (βλ. Lanitis EC Estates κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)3 ΑΑΔ 3252 και Kirzis and others v. Republic
(1965)CLR 46.). Υπό το φως των πιο πάνω, προκύπτει ότι ακόμα και εάν η απόφαση του Διευθυντή ή οι επίδικες διατάξεις του Νόμου περιορίζουν το περιουσιακό δικαίωμα της Εφεσείουσας, αυτός ο περιορισμός δεν είναι αδικαιολόγητος και είναι συνταγματικά επιτρεπτός. Ως εκ των των πιο πάνω, είναι η εισήγηση των Εφεσιβλήτων 1 και 3 ότι οι επίδικες διατάξεις του Νόμου και η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή είναι απόλυτα συμβατές με το Άρθρο 23 του Συντάγματος και συνακόλουθα με την ΕΣΔΑ. Στην αγόρευση του συνηγόρου της Εφεσίβλητης 3, αφού κατ΄ αρχάς επισημαίνεται ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του Ν.139(Ι)/2015 και τίποτε δεν αναφέρθηκε που να ανατρέπει αυτό το δεδομένο εκ μέρους της Εφεσείουσας, η οποία έχει το βάρος να αποδείξει ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι παράτυπη και παράνομη, στη συνέχεια έκανε αναφορά στο Άρθρο 23 του Συντάγματος, για το οποίο, με διαφορετικό μεν και συνοπτικό λόγο, από αυτό της συνηγόρου του Εφεσίβλητου 1, εισηγήθηκε ουσιαστικά ότι και η συνήγορος του Εφεσίβλητου 1 και δεν χρειάζεται να καταγραφούν τα λεχθέντα από αυτόν. (β4.3) Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Το Δικαστήριο, αν και φαίνεται να μην υπάρχει διαφορετική προσέγγιση από τους Εφεσίβλητους 1 και 3 από αυτή της Εφεσείουσας, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι το εμπράγματο βάρος της υποθήκης αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα, εντούτοις πρώτα θα επιληφθεί του θέματος αυτού, αν το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται από τη σύμβαση υποθήκης, και κατ΄ επέκταση τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή, αποτελεί «ιδιοκτησία» κατά την έννοια του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Παύλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)3 ΑΑΔ 584, τονίστηκε ότι η αναλογική σύνταξη αποτελεί περιουσία που απαιτεί νομική προστασία. Στην υπόθεση Φιλίππου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2010)3 ΑΑΔ 241 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι η σύνταξη αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα το οποίο χρήζει σεβασμού και προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά., αριθμός υπόθεσης 1480/2011, ημερ. 11.6.14, η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε, για την έννοια του όρου «περιουσία», το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του ΣΤΕ της Ελλάδος στην υπόθεση Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Αρ. Υπόθ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012:- «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Αναφορά αρ. 3/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 16.3.
  1. Σύμφωνα με το ΕΔΑΔ, ερμηνεύοντας το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, τα «possessions» τα οποία εντάσσονται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, μπορεί να είναι υφιστάμενα, περιλαμβανομένων και απαιτήσεων τις οποίες κάποιος έχει θεμιτή προσδοκία ότι θα απολαύσει, βλ. Kopecky v. Slovakia, Αίτηση αρ. 44912/98, ημερ. 28.9.04, παρ. 35, όταν αυτή, δηλαδή η προσδοκία, εκπηγάζει από το εσωτερικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, απαιτήσεις που ερείδονται από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, αποφασίστηκε ότι εντάσσονται στον όρο «possessions», βλ. Pressos Compania Naviera SA v. Belgium, Αίτηση αρ. 17849/91, ημερ. 20.11.95 και Maurice v. France, Αίτηση αρ. 11810/03, ημερ. 6.10.05, επίσης αποφασίστηκε ότι στον ίδιο όρο εντάσσονται απαιτήσεις που έλκουν την πηγή τους σε συμβάσεις, βλ. Mellacher v. Austria, Αιτήσεις αρ. 10522/83, 11011/84, 11070/84, 11070/84, ημερ. 19.12.
  2. Στο σύγγραμμα Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του Α. N. Λοΐζου αναφέρονται τα πιο κάτω: «Η έννοια της «περιουσίας» στο άρθρο 1 έχει αυτόνομη σημασία η οποία, βέβαια, δεν περιορίζεται στην ιδιοκτησία υλικών αντικειμένων. Ορισμένα άλλα δικαιώματα και συμφέροντα που αποτελούν κεφάλαιο μπορούν να θεωρηθούν «περιουσιακά δικαιώματα», και έτσι «ιδιοκτησία» για τους σκοπούς του άρθρου αυτού. Περιλαμβάνει ακίνητα και κινητά, μετοχές και προνόμια ευρεσιτεχνίας, όπως επίσης συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων ενοικιάσεων, και δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία του, το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου το οποίο στην ουσία διασφαλίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας, δημιουργεί τρεις ξεχωριστούς κανόνες. Ο πρώτος κανόνας, που βρίσκεται στην πρώτη πρόταση της πρώτης παραγράφου, είναι γενικού χαρακτήρα και διατυπώνει καθαρά την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας. Ο δεύτερος κανόνας, που περιέχεται στη δεύτερη πρόταση της πρώτης παραγράφου, καλύπτει τη στέρηση της κυριότητας την οποία θέτει υπό την αίρεση ορισμένων όρων. Ο τρίτος κανόνας, που περιέχεται στη δεύτερη παράγραφο, αναγνωρίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Μέρη δικαιούνται, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον. Οι δεύτερος και τρίτος κανόνες ασχολούνται με συγκεκριμένες περιπτώσεις επέμβασης στο δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύονται κάτω από το φως της γενικής αρχής που διατυπώνεται καθαρά στον πρώτο κανόνα.» Στο σύγγραμμα Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. Στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. ............................................ Η έννοια της περιουσίας με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι η έννοια της περιουσίας περιλαμβάνει διάφορες και ποικίλες μορφές και εκτείνεται σε εύρος τέτοιο που να μπορεί να καλύπτει την κάθε φύση τούτου όταν παραβιάζεται πέραν του ανεκτού και επιτρεπτού ορίου που προβλέπεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Επομένως καθίσταται ξεκάθαρο ότι τα δικαιώματα της Εφεσείουσας τα οποία απορρέουν από την σύμβαση υποθήκευσης αποτελούν «ιδιοκτησία» που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, αλλά και «possession» σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΑΔ, όρος η ερμηνεία του οποίου ταυτίζεται με την ερμηνεία του όρου «περιουσία» στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Το δικαίωμα αυτό της Εφεσείουσας δεν είναι «μελλοντικό», όπως διατείνεται ο Εφεσίβλητος 1, αλλά δικαίωμα το οποίο αναγνωρίζεται από τον Περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ. 149 και τον Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμο 9/1965, που καθορίζει και τη διαδικασία πώλησης του τόσο στο Μέρος VIA όσο και στο Μέρος VI και το Μέρος της Πολιτικής Δικονομίας ΚΕΦ. 6 που προνοεί για την διαδικασία έκδοσης διατάγματος πώλησης ενός ακινήτου. Κατά συνέπεια το δικαίωμα αυτό της Εφεσείουσας αποτελεί ιδιοκτησία που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Αφού κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι η σύμβαση υποθήκης εμπίπτει στην έννοια της ιδιοκτησίας του Άρθρου 23 του Συντάγματος που τυγχάνει προστασίας, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του ουσιαστικού ζητήματος, του κατά πόσον η απόφαση του Διευθυντή και οι πρόνοιες των αναφερθέντων, ως άνω, άρθρων επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής και εξέδωσε την απόφασή του, συνιστούν περιορισμό ή αποστέρηση του περιουσιακού δικαιώματος της Εφεσείουσας, καθώς και αν αυτός ο περιορισμός ή αποστέρηση είναι ή μη συνταγματικός. Σε σχέση με την διαφορά της έννοιας περιορισμός και στέρησης χρήσιμη είναι η υπόθεση Simonis and another v. The Improvement Board of Latsia
(1984)3 C.L.R. 109, 115, όπου εξηγήθηκε ότι τo να αποστερήσεις σημαίνει να αφαιρέσεις από κάποιον ένα δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο ενώ το να περιορίσεις σημαίνει να περικόψεις ή να μειώσεις ένα δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο. Εάν η αποκοπή είναι τέτοιας έκτασης, ώστε ουσιαστικά να καταργεί το δικαίωμα ή το περιουσιακό στοιχείο, τότε δικαιωματικά μπορεί να θεωρηθεί σαν πράξη αποστέρησης, διαφορετικά πρόκειται για περιορισμό. Στην υπόθεση Manglis and Others v. Republic
(1984)3(A) C.L.R. 351, 361 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε πως σε κάθε υπόθεση όπου οι περιορισμοί ουσιαστικά μειώνουν την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης περιουσίας, ο ιδιοκτήτης αυτής της περιουσίας έχει δικαίωμα για αποζημιώσεις και κατά συνέπεια το Άρθρο 23 του Συντάγματος δεν παραβιάζεται. Σε άλλες υποθέσεις όμως όπου οι περιορισμοί είναι τόσο δραστικοί, που στην ουσία ισοδυναμούν με αποστέρηση της περιουσίας, τότε μπορεί να θεωρηθεί πως είναι αντισυνταγματικοί (βλ. και Alonia (Yeri) Properties Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1989)3 ΑΑΔ 1538). Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Thymopoulos v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, ένας περιορισμός ισοδυναμεί με αποστέρηση όταν επηρεάζει την περιουσία σε τέτοιο βαθμό που την καθιστά τελείως ακατάλληλη για τη συνήθη, κάτω από τις περιστάσεις, χρήση για την οποία προορίζεται. Στην υπόθεση Municipality of Limassol v. Ayia Katholiki Church of Limassol and Others
(1984)3 C.L.R. 1562 αποφασίστηκε ότι στέρηση είναι η ουσιαστική αδρανοποίηση μιας ιδιοκτησίας ανάλογα με τον προορισμό της. Στην απόφαση Καναρά ν. Πρωτοπαπά
(1999)1 ΑΑΔ 801, με αναφορά στην απόφαση Δημητριάδη κ.α. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 ΑΑΔ 85, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Βάσει των διατάξεων του Άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδη και Άλλων ν. Υπουργικού Συμβουλίου και Άλλων
(1996)3 ΑΑΔ 85. Όπως διαπιστώθηκε στην απόφαση μας (σελ. 102): «Όροι περιοριστικοί της χρήσης ιδιοκτησίας, που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, συνιστούν περιορισμό και όχι στέρηση. Περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας απολήγουν σε στέρηση της, μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή.» Και στη σελίδα 103 αναφέρεται: «Περιορισμοί απολήγουν σε στέρηση της ιδιοκτησίας οποτεδήποτε καθιστούν τη γη αδρανή για το σκοπό για τον οποίο, εξ αντικειμένου προορίζεται.» Στο σύγγραμμα Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του Α. Ν. Λοΐζου, αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 141: «Η άσκηση της εξουσίας για την επιβολή περιορισμών εναποτίθεται στους εκάστοτε φορείς της κρατικής εξουσίας και κανένας δεν μπορεί να την απεμπολήσει. Η υφιστάμενη χρήση γης δεν παρέχει, όμως, κεκτημένο δικαίωμα στους ιδιοκτήτες για μη μεταβολή της. Αν οι περιορισμοί οι οποίοι επιβάλλονται, εξουδετερώνουν ουσιαστικά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, η πράξη ακυρώνεται για κατάχρηση εξουσίας. ............................................ Οι περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας δεν προϋποθέτουν την εκ των προτέρων αποζημίωση του ιδιοκτήτη για ζημιά που, ενδέχεται, πιθανό, να υποστεί ως αποτέλεσμα της επιβολής τους. Η αποζημίωση για ουσιαστική μείωση της οικονομικής αξίας της ιδιοκτησίας, εξ αιτίας περιορισμών στη χρήση της, καθορίζεται, σε περίπτωση διαφωνίας, από αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο. ............................................ Η παράγραφος 2 προστατεύει το δικαίωμα της περιουσίας από στέρηση ή περιορισμό ή όρους οι οποίοι το επηρεάζουν χάριν του συμφέροντος της Πολιτείας ή των δημοσίων Αρχών και όχι απλώς κάτω από ένα νόμο που ρυθμίζει αστικά δικαιώματα σχετικά με περιουσία. (Neofytos Sofroniou & Others v. The Municipality of Nicosia & Others
(1976)3 C.L.R. 124) ............................................ Για την ερμηνεία της παραγράφου 3 θα πρέπει να γίνεται αναφορά στο Αγγλικό κείμενο ενόψει των διαφορών οι οποίες έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο ότι υπάρχουν μεταξύ των επισήμων Ελληνικών και Τουρκικών κειμένων. Η παράγραφος αυτή, κατά κανόνα, δεν εφαρμόζεται σε νόμιμους περιορισμούς οι οποίοι προϋπήρχαν του Συντάγματος και συνεχίζουν να υφίστανται, χωρίς να το παραβιάζουν μετά την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ. Αναμφίβολα, όμως, μπορεί ένας να προσφύγει για περιορισμούς που τέθηκαν μετά τη 16 Αυγούστου
  1. (Hussein Ramadan and The Electricity Authority of Cyprus, 1 R.S.C.C.
  2. Στην υπόθεση αυτή, σελ. 57-58, εξηγείται ο περιορισμός που μπορεί να επιβληθεί μπορεί να είναι πραγματικός ή εξυπακουόμενος "actual" ή "constructive" και ότι ο εξυπακουόμενος περιορισμός μπορεί να προέλθει είτε από την αλλαγή της χρήσης του δουλεύοντος (servient) κτήματος ή ένεκα της λήψης νέας διοικητικής απόφασης. ............................................ Η αρμοδιότητα για την απαλλοτρίωση ακίνητης ιδιοκτησίας για την εκπλήρωση σκοπών δημοσίας ωφελείας, αποτελεί πτυχή της Εκτελεστικής Εξουσίας.» Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, στις σελ. 364 - 366 στο οποίο αναφέρεται ότι: «Αντίθετα, οι περιορισμοί της ιδιοκτησίας συνίστανται σε απώλεια ορισμένων μόνο και όχι όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη δεσμίδα των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας και η αποζημίωση αντιστοιχεί στην απώλεια της οικονομικής αξίας που έχουν τα σχετικά αφαιρούμενα ή περιοριζόμενα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. .................... Είναι όμως σημαντικό να τονισθεί πως παρόλο που οι περιορισμοί είναι συνταγματικά επιτρεπτοί, εντούτοις δεν μπορούν να συρρικνώνουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας σε σημείο εξανεμίσεώς του. Δεν μπορούν δηλαδή οι περιορισμοί να αποδυναμώσουν το δικαίωμα ή να το κενώσουν από τα επιμέρους ωφελήματα σε τέτοιο βαθμό που να παραμείνει δικαίωμα μόνο κατ' όνομα». Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας Έφεσης, η επίδικη υποθήκη ενεγράφη στις 22.2.2007 ως εμπράγματο βάρος σε όλο το ενυπόθηκο ακίνητο. Το εν λόγω ακίνητο διαχωρίστηκε στη συνέχεια σε οικόπεδα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο υπό κρίση οικόπεδο. Η επίδικη υποθήκη προηγείται, ως εμπράγματο βάρος, του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 14.5.2008 που κατέθεσε η Εφεσίβλητη 3 στο Κτηματολόγιο στις 18.6.2008, εξασφαλίζει δε ποσό €444.236,37, πλέον τόκους. Η Εφεσίβλητη 2 οφείλει στην Εφεσείουσα ποσό ύψους πέραν των €500.000 πλέον τόκους. Σκοπός της υποθήκης είναι η εμπράγματη εξασφάλιση της Εφεσείουσας προς αποπληρωμή των οφειλών της Εφεσίβλητης 2 ύψους πέραν των €500.000 πλέον τόκους. Σύμφωνα με τους όρους της υποθήκης η υποθήκη θα παραμείνει έγκυρη και ισχυρή μέχρι την πλήρη αποπληρωμή και εξόφληση όλων των οφειλών της Εφεσίβλητης 2 προς την Εφεσείουσα. Μέχρι σήμερα αυτό δεν έχει γίνει. Παρά το ότι οι οφειλές της Εφεσίβλητης 2 δεν αποπληρώθηκαν, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή αποφασίστηκε η μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου στην Εφεσίβλητη 3 και η απαλλαγή του από την υποθήκη. Η επέμβαση αυτή στο ιδιοκτησιακό δικαίωμα της Εφεσείουσας δεν αποτελεί, περιορισμό ή επιβολή κάποιου όρου ως προς το πώς το ιδιοκτησιακό δικαίωμα θα ασκείται, αλλά η ολοκληρωτική ακύρωση και εξάλειψη της υποθήκης από το συγκεκριμένο επίδικο ακίνητο που η υποθήκη βαραίνει. Επομένως αποστερεί από την Εφεσείουσα το δικαίωμα της να προβεί σε εκποίηση του οικοπέδου προς εξόφληση των οφειλών της Εφεσίβλητης 2 προς αυτήν, το οποίο επιφέρει αδρανοποίηση των δικαιωμάτων της Εφεσείουσας και αποστέρηση της ιδιοκτησίας της, αφού με την εξάλειψη της υποθήκης εξαλείφεται και το δικαίωμα της Εφεσείουσας επί του οικοπέδου. Η εισήγηση ότι μέρος μόνο του ενυπόθηκου ακίνητο και της υποθήκης που ενεγράφη προς όφελος της Εφεσείουσας παύει να υφίσταται προς όφελος της Εφεσείουσας και ως εκ τούτου δεν επιφέρει αδρανοποίηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας της αλλά ούτε και της αποστερεί το δικαίωμα της, μέσω και αυτού του μέρους, για εξόφληση της από το υπόλοιπο μέρος της υποθήκης, παραγνωρίζει, πέραν των άλλων, ότι η λογική αυτή καθολικά εφαρμοσμένη για όλους τους αγοραστές οικοπέδου από αυτό το ενυπόθηκο ακίνητο εκμηδενίζει και εξαφανίζει ολόκληρη την υποθήκη. Στην υπόθεση Καναρά, πιο πάνω, αποφασίστηκε ότι βάσει των προνοιών του Άρθρου 23 παράγρ. 4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός της προνοούμενης διαδικασίας της απαλλοτρίωσης, η οποία βέβαια δεν εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όμως αποστέρηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να επέλθει, μόνον όταν καθορίζεται δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για την ιδιοκτησία που απαλλοτριώνεται. Το δικαίωμα που παρέχεται στην Εφεσείουσα από το άρθρο 44ΚΒ
(4)του Ν.9/1965 να υποβάλει αίτηση για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή δεν αποτελεί ικανοποιητική αποζημίωση ή ανταπόδοση για την αποστέρηση της ιδιοκτησίας της, αφού με βάση τις περιστάσεις της υπό κρίσης υπόθεσης η Εφεσίβλητη 2 δεν διαφάνηκε ότι διαθέτει άλλη ελεύθερη και απαλλαγμένη εμπραγμάτων βαρών ακίνητη ιδιοκτησία, γιατί οι όποιες αναφορές περί τούτου είναι γενικές και αόριστες, που εν πάση περιπτώσει δεν αναφέρεται καμιά λεπτομέρεια ή στοιχείο γι΄ αυτή την άλλη ελεύθερη ακίνητη ιδιοκτησία και αν δεν είναι βεβαρυμένη με εμπράγματο βάρος, ούτε και ποια είναι η αξία της. Ούτε βέβαια αποτελεί δίκαιο μέτρο ισοζυγισμένης στάθμισης περιουσιακών δικαιωμάτων, αφού, αν μη τι άλλο, εκτός των αναφερθέντων πιο πάνω, η Εφεσίβλητη 3 από μόνη της έθεσε τον εαυτό της σε αυτή τη θέση επειδή ενώ υπήρχε η υποθήκη και όφειλε ή με εύλογη προσπάθεια και επιμέλεια μπορούσε να γνωρίζει γι΄ αυτό το γεγονός, αν δεν το γνώριζε όταν προέβαινε στην αγορά, ουδέν έπραξε για να προφυλάξει τον εαυτό της. Ούτε βεβαίως βρίσκει έρεισμα η υπόθεση James, ανωτέρω, στην παρούσα περίπτωση, γιατί σε εκείνη την υπόθεση εμπλέκονταν μόνο ο ιδιοκτήτης και ο ενοικιαστής και κανένας άλλος και ως εκ τούτου δεν παραβλάπτονταν ούτε επηρεάζονταν περιουσιακά δικαιώματα άλλου προσώπου. Ενώ στην παρούσα περίπτωση εμπλέκεται και άλλο πρόσωπο του οποίου τα περιουσιακά δικαιώματα επηρεάζονται, προσβάλλονται και παραβλάπτονται άμεσα και διά παντός σε βάρος του, ενώ το περιουσιακό του δικαίωμα γεννήθηκε πιο πριν από αυτό της Εφεσίβλητης 3. Η δε αρχή της αναλογικότητας εξόφθαλμα αγνοήθηκε, αλλά και αν λήφθηκε υπόψη, αυτή εφαρμόστηκε λανθασμένα για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν ως άνω. Με όσα το Δικαστήριο έχει αναλύσει και εξηγήσει πιο πάνω αποτελεί κατάληξη του ότι τα επίδικα άρθρα επί των οποίων η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή βασίζεται βρίσκονται σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος, για το λόγο ότι απολήγουν σε αποστέρηση της ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας, και αν χρειάζεται να λεχθεί και κάτι περισσότερο, χωρίς να εφαρμοστεί η διαδικασία που προβλέπει στο Άρθρο 23.4 του Συντάγματος και χωρίς την καταβολή, στην Εφεσείουσα, δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Εάν η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ήθελε κριθεί εσφαλμένη και η απόφαση του Διευθυντή για μεταβίβαση του οικοπέδου ελευθέρου εμπράγματου βάρους συνιστά περιορισμό, και όχι στέρηση της περιουσίας της Εφεσείουσας, κρίνεται ότι ο περιορισμός αυτός δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Άρθρου 23 παρ. 3 του Συντάγματος, αφού το Άρθρο αυτό προνοεί ότι η άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να υποβληθεί με νόμο, εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς, απολύτως απαραίτητους προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, γιατί σε αντίθεση με το ότι για κάθε τέτοιο όρο, δέσμευση ή περιορισμό, ο οποίος μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης ιδιοκτησίας, θα πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, καθοριζόμενη, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό δικαστήριο, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έγινε κάτι τέτοιο. Διαφωνώ δε με την εισήγηση των συνηγόρων των Εφεσιβλήτων 1 και 3 ότι ο περιορισμός στην ιδιοκτησία είναι νόμιμος, καθότι επιβλήθηκε για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, όπως ο όρος αυτός ερμηνεύθηκε στη νομολογία του ΕΔΑΔ στην απόφαση James and Others v. The United Kingdom, Αίτηση αρ. 8793/1979, ημερ. 21.2.86, γιατί, πέραν των όσων ήδη έχουν αναφερθεί προγενέστερα, το Άρθρο 23 του Συντάγματος παρέχει μεγαλύτερη προστασία από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, ενώ το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημόσιας ωφέλειας, το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος επιτρέπει τούτο προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσει οιαδήποτε ιδιοκτησία προς προαγωγή της δημόσιας ασφάλειας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων, δεν περιλαμβάνει το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια στους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται περιορισμός του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Επομένως ο περιορισμός περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος, δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτός. Ως προς την διαφοροποίηση αυτή μεταξύ της παρεχόμενης προστασίας από την ΕΣΔΑ και το Σύνταγμα, σχετική είναι η απόφαση της Πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Υπόθεση αριθμός. 740/11 κ.α., Μαρία Κουτσελίνη κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 7.10.14, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Περιορισμός, όμως, θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 ΑΑΔ 238). Τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος, και στο βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1992)3 ΑΑΔ 165). Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει να είναι όχι μόνον υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης. Μόνο η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας ανάγκης και ο προσδιορισμός της φύσης της, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου (Δέστε: Police v. Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR 63). Η διαπίστωση της ανάγκης διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Νόμου και την αιτιολογική του έκθεση. Στην προκείμενη περίπτωση, επομένως, θα πρέπει να αντιπαραβληθεί και να συγκριθεί η προαναφερόμενη πρόνοια του άρθρου 3(β) του Νόμου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος παρέχει μεγαλύτερη προστασία από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ενώ το άρθρο 1 επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος δεν περιλαμβάνει το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια στους λόγους περιορισμού του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, που επιτρέπονται. Το Άρθρο 23.3 προνοεί ρητά ότι τέτοιοι περιορισμοί μπορούν να τεθούν μόνο για σκοπούς της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας υγείας, των δημοσίων ηθών, της πολεοδομίας, της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημοσίας ωφελείας και την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Η πρόνοια του Άρθρου 23.3 ότι περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί δια νόμου, για σκοπούς ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, δεν ταυτίζεται με τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Είναι ένα πράγμα να περιορίζεται το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κάποιου, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (που δεν προνοείται στο Άρθρο 23) και άλλο πράγμα να περιορίζεται το δικαίωμα του, υπέρ της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης της ιδιοκτησίας του, προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας (που προνοείται) (Δέστε: την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας στις Υποθέσεις 1480/11 κ.α., Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 11.6.2014).» Επίσης δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο οι εισηγήσεις και θέσεις των Εφεσιβλήτων 1 και 3 ότι οι πρόνοιες των αναφερθέντων άρθρων του Ν.9/1965 επιβάλλουν ένα νόμιμο, απαραίτητο, εύλογο και στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμό, για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, ως εξηγήθηκε πιο πριν και καταδεικνύεται και από την ακόλουθη Γνωμάτευση στην Αναφορά αρ. 2/99, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2000)3 ΑΑΔ 238, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D. J. Harris, M. O'Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-355. ΄Ομοια, κατ' ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου -Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R.
  1. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του ΄Αρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α ) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ' αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για τη νομοθετική ρύθμιση θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη. Στο νόμο δε γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν την ανάγκη, ή γεγονότων, που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχει η συνταγματική τάξη, η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη ή τα δικαιώματα τρίτων, στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων που προβλέπει ο νόμος. Τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται η Βουλή, μπορεί να εκτεθούν στο προοίμιο του νόμου, όπως και η ανάγκη, η οποία προκύπτει, προς περιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή επέμβαση σ' αυτά. Ούτε έχει γίνει επίκληση οποιουδήποτε γεγονότος, παγκοίνως γνωστού, σε βαθμό που να καθίσταται παραδεκτή η διαπίστωση της ύπαρξής του χωρίς τεκμηρίωση (δικαστική γνώση).». Στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, που ψηφίστηκε ο Νόμος 139(Ι)/2015, αναφέρεται ότι «επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων». Όμως ούτε στην αιτιολογική έκθεση, ούτε στον ίδιο το Ν.139(Ι)/2015 αναφέρονται γεγονότα τα οποία να αποκαλύπτουν τέτοια στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν την ανάγκη της επέμβασης ή να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχουν τα δικαιώματα των τρίτων στην απουσία του περιορισμού ή επέμβασης στα δικαιώματα των ενυπόθηκων δανειστών που προβλέπει ο αναφερθέντας Νόμος 139(Ι)/
  2. Με άλλα λόγια δεν καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι τα συμφέροντα τρίτων, επί του προκειμένου των εγκλωβισμένων αγοραστών, θα τεθούν σε κίνδυνο, προκειμένου να δικαιολογείται η επέμβαση και ο περιορισμός του περιουσιακού δικαιώματος, της Εφεσείουσας στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αλλά πέραν της Εφεσίβλητης 3, περιουσιακό δικαίωμα επί της ακίνητης ιδιοκτησίας έχει και η Εφεσείουσα. Τα δύο αυτά συγκρουόμενα, μεταξύ τους, δικαιώματα ιδιοκτησίας θα έπρεπε, όπως ήδη λέχθηκε, να ισοζυγιστούν, σταθμιστούν και να εξισορροπηθούν, όπως επιβάλλει η αρχή της αναλογικότητας, η οποία πρέπει να τηρείται σε κάθε περίπτωση περιορισμού θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Να σημειωθεί ξανά ότι αν και η επίδικη σύμβαση υποθήκης προηγείται της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου, εντούτοις ο νομοθέτης φαίνεται να μην έλαβε υπόψη αυτή την περίπτωση και τη ζημιά και απώλεια την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής, εδώ η Εφεσείουσα, θα υποστεί από την εξάλειψη της από το επίδικο οικόπεδο. Στην ουσία ο νομοθέτης προκειμένου να βοηθήσει αυτή την μερίδα των ανθρώπων προέβη σε μια αυθαίρετη και δυσμενή για τα δικαιώματα της Εφεσείουσας επιλογή μεταξύ δύο εμπράγματων δικαιωμάτων, εκ των οποίων αυτό της Εφεσείουσας προϋπήρχε αυτού της Εφεσίβλητης 3, χωρίς να έχει στοιχειοθετήσει την ανάγκη που εξυπηρετείται με τον περιορισμό των δικαιωμάτων της Εφεσείουσας και χωρίς να έχει τηρηθεί η αρχή της αναλογικότητας, αφού η ρύθμιση που έκανε είναι μονόπλευρη και ετεροβαρής, προς όφελος των εγκλωβισμένων αγοραστών, της Εφεσίβλητης 3 στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τοιουτοτρόπως και αν ακόμη με την απόφαση του Διευθυντή δεν επέρχεται άμεση, ολοκληρωτική και τελειωτική στέρηση της ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας, αλλά επιβάλλεται μόνο ένας περιορισμός σε αυτή, η κρίση του Δικαστηρίου για τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του αναφερθέντος Νόμου 139(Ι)/2015, επί του οποίου βασίστηκε η απόφαση του Διευθυντή, προσκρούουν στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 139(Ι)/2015 και η απόφαση του Διευθυντή που ερείδεται απ΄ αυτά είναι αντισυνταγματικά. (β5) ΑΡΘΡΟ 25
(1)ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ - ΑΣΚΗΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΄Η ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ, ΕΜΠΟΡΙΟ ΄Η ΕΠΙΚΕΡΔΟΥΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Το Άρθρον 25 του Συντάγματος προβλέπει: «
  1. Έκαστος έχει το δικαίωμα να ασκή οιονδήποτε επάγγελμα ή να επιδίδεται εις οιανδήποτε απασχόλησιν, εμπόριον ή επικερδή εργασίαν.
  2. Η άσκησις του δικαιώματος τούτου δύναται να υπαχθή εις τους υπό του νόμου τιθεμένους όρους, περιορισμούς ή διατυπώσεις, αναφερομένους αποκλειστικώς εις τα συνήθως απαιτούμενα διά την άσκησιν οιουδήποτε επαγγέλματος προσόντα ή οίτινες είναι απαραίτητοι μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των ηγγυημένων υπό του Συντάγματος εις οιονδήποτε πρόσωπον ή προς το δημόσιον συμφέρον υπό τον όρον ότι διατυπώσεις, όροι και περιορισμοί δεν θα τίθενται διά νόμου κατ' επίκλησιν του δημοσίου συμφέροντος εφ' όσον είναι αντίθετοι προς τα συμφέροντα εκατέρας κοινότητος.» (β5.1) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑΣ Είναι η θέση της Εφεσείουσας πως η προσβαλλόμενη Απόφαση παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25
(1)του Συντάγματος, για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας, εφόσον: (α) παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Εφεσείουσας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα όπως αυτή θεωρεί σωστό μέσα στα πλαίσια του νόμου και με σκοπό την κερδοφορία∙ (β) καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την Εφεσείουσα ποσών στην βάση της Υποθήκης και/ή τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή παραβιάζει και/ή προσβάλλει και/ή εξαλείφει εντελώς το υπέρ της Εφεσείουσας εμπράγματο βάρος και/ή το δικαίωμα της Εφεσείουσας επί του ακινήτου χωρίς κανένα αντάλλαγμα και/ή την εξασφάλιση της επίδικης υποθήκης και/ή υπό προϋποθέσεις και/ή στην καλύτερη για την Εφεσείουσα περίπτωση, υποχρεώνει την Εφεσείουσα να δεχθεί εξασφάλιση ή υποθήκη διαφορετική ή σε διαφορετικό ακίνητο από εκείνο που η ίδια έκρινε ότι μπορούσε να δοθεί ως εξασφάλιση σε σχέση με συμβατικές υποχρεώσεις του οφειλέτη, ακόμα και αν αυτό είναι ενάντια στα συμφέροντα της Εφεσείουσας∙ (γ) ο Νόμος παραβιάζει και/ή προσβάλλει και/ή καταργεί το εν λόγω δικαίωμα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείται η ανάγκη ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 25
(2)του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος αυτού∙ Τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ και 51 του Νόμου περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 139(Ι)/2015, παραβιάζουν και περιορίζουν το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25
(1)του Συντάγματος, για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας. Προς επίρρωση της θέσης της αυτής επικαλέσθηκε την υπόθεση Lapertas Fisheries v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 335, στην οποία εξετάστηκε κατά πόσο το Άρθρο 3
(1)του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικός (Αρ. 4) Νόμου του 2000 (Νόμος 42(Ι)/2000) αντίκειτο προς το Άρθρο 25.1 του Συντάγματος και ήταν ως εκ τούτου αντισυνταγματικό. Αποφασίστηκε στην ως άνω απόφαση ότι: «Οι παραπονούμενοι επενδυτές έχουν συμβληθεί ελεύθερα και οικειοθελώς με τους εφεσείοντες. Η Κυπριακή έννομη τάξη περιέχει πρόνοιες προστατευτικές των δικαιωμάτων των επενδυτών. Για την τυχόν παραβίαση των δικαιωμάτων τους, που πηγάζουν από τη σχέση που έχουν δημιουργήσει με τους εφεσείοντες, μπορούν να προστρέξουν στις θεραπείες που προσφέρονται από το Αστικό Δίκαιο. Η ποινικοποίηση της παράλειψης υποβολής αίτησης για εισαγωγή τίτλων στο Χρηματιστήριο μέσα σε καθορισμένη προθεσμία, και μάλιστα κατά τρόπο απόλυτο, αποτελεί ανεπίτρεπτη επέμβαση στο δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25.1 του Συντάγματος και εξουδετερώνει την ελευθερία που εγγυάται. Το Άρθρο 3
(1)είναι, αντισυνταγματικό πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Παραβιάζει το Άρθρο 25.1 του Συντάγματος.» Στην Lapertas, πιο πάνω, το Δικαστήριο υιοθέτησε την υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2) Αναφορά
(2000)3 ΑΑΔ 238 και δη το ακόλουθο μέρος: «Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D.J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-355. Όμοια, κατ' ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R.
  1. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ' αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για την νομοθετική ρύθμιση θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη. Στο νόμο δε γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν την ανάγκη, ή γεγονότων, που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχει η συνταγματική τάξη, η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη ή τα δικαιώματα τρίτων, στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων που προβλέπει ο νόμος. Τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται η Βουλή, μπορεί να εκτεθούν στο προοίμιο του νόμου, όπως και η ανάγκη, η οποία προκύπτει, προς περιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή επέμβαση σ' αυτά. Ούτε έχει γίνει επίκληση οποιουδήποτε γεγονότος, παγκοίνως γνωστού, σε βαθμό που να καθίσταται παραδεκτή η διαπίστωση της ύπαρξης του χωρίς τεκμηρίωση (δικαστική γνώση).» Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Lapertas, πιο πάνω, αποφάσισε ότι η επιβολή υποχρέωσης υποβολής αίτησης για εισδοχή στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, παραβίαζε το Άρθρο 25 του Συντάγματος χωρίς να είναι μέσα στα πλαίσια των δυνατών περιορισμών που προνοούνται από το Άρθρο 25.
  2. Η Lapertas, πιο πάνω, έτυχε επιδοκιμασίας και τα όσα λέχθηκαν σ΄ αυτή εφαρμόστηκαν ξανά στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναθεωρητική Έφεση 79/2002 Πιτσιλλίδης ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου,
(2004)3 ΑΑΔ 7, στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών ..... Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να υποστηρίζει τη θέση ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος των αιτητών εξυπηρετεί το δήμοσιο συμφέρον γενικά.» Διαπιστώνεται ότι στον επίμαχο Νόμο Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Ν.9/1965δεν συγκεκριμενοποιούνται με οποιοδήποτε τρόπο οι λόγοι που δικαιολογούν τους επίδικους περιορισμούς. Στην κρινόμενη περίπτωση δεν υπάρχει τίποτε που να συσχετίζει τον περιορισμό προς οποιοδήποτε από τους σκοπούς του Άρθρου 25.2 του Συντάγματος. Το δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος είναι θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται στο Άρθρο 25
(1)του Συντάγματος. Κατ΄ εξαίρεση μπορούν να επιβληθούν όροι και περιορισμοί στο πιο πάνω δικαίωμα μόνο για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 25
(2)του Συντάγματος και συγκεκριμένα όταν είναι απαραίτητο «μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των ηγγυημένων υπό του Συντάγματος εις οιονδήποτε πρόσωπον ή προς το δημόσιον συμφέρον υπό τον όρον ότι διατυπώσεις, όροι και περιορισμοί δεν θα τίθενται διά νόμου κατ' επίκλησιν του δημοσίου συμφέροντος εφ' όσον είναι αντίθετοι προς τα συμφέροντα εκατέρας κοινότητος.» Στην παρούσα περίπτωση κανένας λόγος που προνοείται στο Άρθρο 25
(2)του Συντάγματος δεν υφίσταται ούτως ώστε να δικαιολογηθεί ο περιορισμός στο συνταγματικό δικαίωμα που καθιερώνει το Άρθρο 25
(1). Ούτε η επίκληση του δημοσίου συμφέροντος μπορεί να ευδοκιμήσει στην παρούσα περίπτωση εφόσον, το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών (Βλ. Basu Commentrary on the Constitution of India, 4th Edition σελ. 526, Police v. Lanitis Bros Ltd, 3 R.S.C.C. σελ. 10, στη σελ. 12, Shistris v. CTO 80, District Office Nicosia v. Demosthenis Michael, 3 R.S.C.C. 126, 128 και Γιωργούλλα Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 616). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος να υποστηρίζει ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος της Εφεσείουσας εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον γενικά. Επιπρόσθετα, η υιοθέτηση των πρ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.