← Κύπρος

N. THEOCHAROUS CONSTRUCTORS & DEVELOPERS LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 120/2018, 24/

N. THEOCHAROUS CONSTRUCTORS & DEVELOPERS LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 120/2018, 24/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 120/2018 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ: N. THEOCHAROUS CONSTRUCTORS & DEVELOPERS LIMITED Αιτήτρια-Εφεσείουσα ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Καθ΄ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 24.1.2019 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εφεσείουσα: κ. Σάββα για Δειλινός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ΄ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη: κ. Χ"Πέτρος για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-Tempore) Η Καθ΄ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη (στο εξής Εφεσίβλητη) φέρεται, ως εμφαίνεται την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και από το Τεκμήριο 1 (συμφωνία δανείου) που επισυνάπτεται με αυτή, καθώς και από το Τεκμήριο 3 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, να παραχώρησε στην Αιτήτρια-Εφεσείουσα (στο εξής Εφεσείουσα) δάνειο στις 6.12.2011, προς εξασφάλιση του οποίου η Εφεσείουσα ενέγραψε στις 6.12.11, την υποθήκη Υ5912/11 που αναφέρεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση‑΄Εφεση (στο εξής Έφεση) και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 και η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όπως επίσης αναφέρεται στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, με απόφαση της Εφεσείουσας ημερομηνίας 14.11.11, ως εμφαίνεται από τα πρακτικά της Εφεσείουσας, Τεκμήριο 5 στην ένσταση. Επειδή κατά την Εφεσίβλητη υπήρξε καθυστέρηση στην αποπληρωμή των αναφερθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων τερμάτισε τη σχετική μεταξύ τους συμφωνία δανείου και λογαριασμών με επιστολή ημερομηνίας 22.5.14, αφού προηγουμένως απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 24.5.12, 15.9.12, 28.6.13, 31.1.14 και 31.3.14, οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 6 με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και ολόκληρο το οφειλόμενο μέχρι τότε ποσό εκ €120.759,98 πλέον τόκο 9,75% κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Στη συνέχεια η Εφεσίβλητη κάνοντας χρήση των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου Από Ενυπόθηκο Δανειστή που προστέθηκε με το Νόμο 142(Ι)/14 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου 9/65 ως τούτος τροποποιήθηκε μέχρι το 2015, επέδωσε στην Εφεσείουσα και στα άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα στις 18.1.18, τις ειδοποιήσεις Τύπος "Ι" και Τύπος "Θ" ημερομηνίας 27.11.17 με επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού που προβλέπεται στο άρθρο 44(Γ)

(1)ως φαίνεται από το Τεκμήριο 7 το οποίο επισυνάπτεται με ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και αναφέρεται στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Ακολούθως η Εφεσίβλητη προχώρησε στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 44(Γ)
(2)του ΜΕΡΟΥΣ VIA και στις 24.3.18 ως φαίνεται από την παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση με επισυναπτόμενη την ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ", η οποία αποτελεί το Τεκμήριο 8 που επισυνάπτεται με ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, επέδωσε στην Εφεσείουσα και στα άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" στις 24.3.18 και 28.3.18 καθώς και την ειδοποίηση Τύπος "ΙΒ" στον διευθυντή της Εφεσείουσας στις 26.4.18 που προβλέπεται στο άρθρο 44(Γ)
(2)του ΜΕΡΟΥΣ VIA με την οποία ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" δηλώνετο η πρόθεση της για να προχωρήσει με ιδιωτική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της υποθήκης Υ5912/2011 στις 15.10.18 από η ώρα 9:00 π.μ μέχρι τις 5:00 μ.μ στην οδό Ζακύνθου 10, 6018 στη Λάρνακα. Στις 6.9.18 και στις 10.9.18 επιδόθηκε στην Εφεσείουσα και στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα το Δελτίο "Α" ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 9 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Επειδή εκ παραδρομής δεν έγινε δημοσίευση σε ημερήσιες εφημερίδες ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός και προγραμματίστηκε εκ νέου στις 13.2.19, επιδόθηκε εκ νέου ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" στην Εφεσείουσα, στον διευθυντή της και στο άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο στις 29.10.18 και 26.10.18 αντίστοιχα, καθώς και ειδοποίηση Τύπος "ΙΒ" στις 29.10.18 και το Δελτίο "Α", ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 10 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Η επίδοση της ειδοποίησης Τύπος "ΙΑ" στην Εφεσείουσα έθεσε αυτήν σε εγρήγορση, η οποία αποτάθηκε στον δικηγόρο και στις 27.11.18 η Εφεσείουσα καταχώρησε εναντίον της Εφεσίβλητης την υπό κρίση Έφεση με την οποία επιδιώκει βασικά τέσσερα
(4)διατάγματα, Α, Β, Γ και Δ στην Έφεση, με τα οποία να ακυρώνονται και παραμερίζονται οι ειδοποιήσεις Τύπος "ΙΑ" και η διαδικασία εκποίησης της υποθήκης Υ5912/11 καθώς και απαγόρευση αποστολής οιασδήποτε περαιτέρω ειδοποίησης ή επιστολής στην Εφεσείουσα. Η Έφεση η οποία καταχωρήθηκε στις 27.11.18 βασίζεται επί των άρθρων 29-32 και 43του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/1965), ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα Άρθρα 5, 21 - 36, 37, 44Α - 44ΙΑΑ, 44ΙΓ και Παραρτήματα αυτού, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 (Ν.22/1985)ως έχει τροποποιηθεί, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - ΚΔΠ 185/2015, στα Άρθρα 80 και 81 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, ως έχει τροποποιηθεί, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς άρθρα 1-18 ως έχουν τροποποιηθεί, στη Δ.39, Δ.48 θθ1-9, 8 και 99 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, ΚΕΦ. 6, στο άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Η Εφεσείουσα εξαιτείται ακύρωση και παραμερισμό των ως άνω αναφερόμενων ειδοποιήσεων για τους ακόλουθους λόγους: « 1. Το Άρθρο 44Α.-
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965) ως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 142(Ι)/2014 και το Νόμο 87(Ι)/2018, είναι αντισυνταγματικό διότι παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος και συγκεκριμένα: (α) Το άρθρο 44Α.-
(1)ανεπίτρεπτα έχει αναδρομική ισχύ σε συμβάσεις υποθήκης οι οποίες ενεγράφησαν στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, περιλαμβανομένης της υποθήκης Υ5912/2011, Κτηματολογίου Λάρνακας, με αποτέλεσμα να διαφοροποιούνται θεμελιακά αφενός τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή και αφετέρου οι υποχρεώσεις του ενυπόθηκου οφειλέτη και διότι συνιστά επέμβαση στους όρους ήδη συναφθεισών συμβάσεων. (β) Λόγω της ανεπίτρεπτης αναδρομικότητας του άρθρου 44Α.-
(1)δίδεται η δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει, σε βάρος του ενυπόθηκου οφειλέτη σε εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου στη βάση διαδικασίας η οποία δεν προβλέπεται από το έγγραφο υποθήκης και τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης. (γ) Λόγω της ανεπίτρεπτης αναδρομικότητας του άρθρου 44Α.-
(1)παραβιάζεται το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, δικαίωμα το οποίο περιλαμβάνεται στο δικαίωμα του συμβάλλεσθε ελευθέρως αφού η αναδρομικότητα εισάγει νέο τρόπο εκποίησης της υποθήκης ο οποίος ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. (δ) Η αναδρομικότητα του Άρθρου 44Α.-
(1)αποτελεί μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη σε συμβάσεις, η οποία είναι ασυμβίβαστη με την Ελευθερία των Συμβάσεων. (ε) Η αναδρομικότητα του Άρθρου 44Α.-
(1)επιτρέπει την έναρξη διαδικασίας εκποίησης θεμελιακά διαφορετικής από αυτή που προβλέπεται από το μέρος VI, του Νόμου, διότι η διαδικασία που προβλέπεται από το ΜΕΡΟΣ VIA του Νόμου διεκπεραιώνεται από τον ενυπόθηκο δανειστή και όχι από το Κτηματολόγιο ή οιανδήποτε άλλη αρμόδια αρχή και είναι διαδικασία μη υποκείμενη σε έλεγχο ανεξάρτητης αρμόδιας αρχής.
  1. Η επιδοθείσα ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις.
  2. Το ποσό το οποίο αναφέρεται στην επιδοθείσα ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" ως το ποσό που κατέστη πληρωτέο δυνάμει της Υποθήκης Υ5912/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας είναι λανθασμένο και ή εσφαλμένο και ή δεν συνάδει με τους όρους της υποθήκης Υ5912/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας.
  3. Οι Εφεσίβλητοι δεν αποτελούν πρόσωπο το οποίο μπορεί να εγγραφεί προς όφελος τους υποθήκη διότι δεν επιτρέπεται και ή προβλέπεται η σύσταση επιβαρύνσεων επί ακίνητης περιουσίας και ή διότι δεν επιτρέπεται και ή προβλέπεται η σύσταση από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 (22/1985) ως έχει τροποποιηθεί.
  4. Η εγγραφή της υποθήκης Υ5912/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας προς όφελος των εφεσιβλήτων έγινε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας και ή κατά παράβαση του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 (22/1985) ως έχει τροποποιηθεί.
  5. Η προσβαλλόμενη ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" δεν πληροί τις κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις όπως αναφέρονται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ως έχει τροποποιηθεί.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εφεσείουσας, η οποία συνοδεύει αυτή και η οποία έχει ως ακολούθως: «1.Eίμαι ένας εκ των διευθυντών των Αιτητών / Εφεσειόντων στην ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, έχω προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές / Εφεσείοντες να προβώ στην παρούσα Ένορκο Δήλωση. 2.Όποιες πληροφορίες αναφέρω στην παρούσα Ένορκο Δήλωση τις γνωρίζω προσωπικά, εκτός από αυτές σε σχέση με τις οποίες αποκαλύπτω την πηγή της πληροφόρησης μου. 3.Οι Καθ΄ων η αίτηση - Εφεσίβλητοι δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 06.12.2011 παραχώρησαν δάνειο προς εμένα προσωπικά. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 την ως άνω αναφερόμενη συμφωνία δανείου. 4.Για την εξασφάλιση του πιο πάνω ποσού οι Αιτητές ενέγραψαν στις 06.12.2011 προς όφελος των Καθ΄ων η αίτηση - Εφεσίβλητων την υποθήκη με αριθμό Υ5912/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, επί του ακινήτου: Χωράφι με αρ. εγγραφής 0/1XXX0, Φ/Σχ 41/25, Τμήμα 0, Τεμάχιο 1XX5, εγγεγραμμένο μερίδιο 2/3 του ΟΛΟΥ, υποθηκευμένο μερίδιο ΟΛΟ το εγγεγραμμένο μερίδιο. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης, της υποθήκης Υ5912/
  6. 5.Κατά την εγγραφή της ως άνω αναφερόμενης υποθήκης, οι Αιτητές ονομάζονταν ΜΟΥΣΙΚΟΣ & ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ενώ σήμερα έχουν μετονομασθεί σε Ν. THEOCHAROUS CONSTRUCTIONS & DEVELOPERS LIMITED. 6.Στις 29.10.2018 μου επιδόθηκε τόσο προς εμένα προσωπικά όσο και για λογαριασμό των Αιτητών η ειδοποίηση Τύπος "IA" στην οποία επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού. Στην κατάσταση λογαριασμού αναφέρεται ότι το χρέος στις 29.6.2018 ήτο €175.138,
  7. Μαζί με τη "ΙΑ" μου επιδόθηκε και η ειδοποίηση Τύπος "IΒ". Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3 δέσμη εγγράφων η οποία αποτελείται από τις ως άνω αναφερόμενες επιδοθείσες ειδοποιήσεις. 7.Δεν θυμάμαι κατά πόσο πριν την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος "IA" έχει επιδοθεί είτε σε μένα είτε στους Αιτητές η ειδοποίηση Τύπος "I". 8.Σύμφωνα με το περιεχόμενο της άνω ειδοποίησης Τύπος "IA" (Τεκμήριο 3 στην παρούσα), το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της υποθήκης Υ5912/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ανέρχεται στο ίδιο ποσό που αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού, ήτοι στο ποσό των €175.138,93 Ευρώ, πλέον τόκος €3.608,34 πλέον έξοδα. 9.Ως οι δικηγόροι μου με πληροφορούν, η διαδικασία όπως προβλέπεται από το Μέρος VIA του Νόμου, είναι διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου λόγω υπερημερίας μεγαλύτερης των 120 ημερών η οποία γίνεται δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου. 10.Σύμφωνα με τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης (Τεκμήριο 2 στην παρούσα), το ακίνητο υποθηκεύτηκε για το ποσό των €103.000, με κυμαινόμενο επιτόκιο πάνω στο ποσό των €103.000 προς 7.5%. 11.Ως οι δικηγόροι μου με πληροφορούν, το πιο πάνω ποσό το οποίο δεν συνάδει με το περιεχόμενο των εγγράφων της σχετικής υποθήκης (Τεκμήριο 2 στην παρούσα) και συγκεκριμένα: 11.1 Το ποσό που θα έπρεπε να αναγράφετο στην ειδοποίηση Τύπος "IA" ως το ποσό το οποίο κατέστη πληρωτέο δυνάμει της ως άνω αναφερόμενης υποθήκης, θα έπρεπε να ήτο το ποσό το οποίο αναγράφεται στη Δήλωση Υποθήκης, ήτοι το ποσό των €103.000 Ευρώ πλέον επιτόκιο προς 7,5% από 6.11.
  8. 11.2 Το ποσό των €175.138,93 Ευρώ, πλέον τόκος €3.608,34 πλέον έξοδα που αναγράφεται επισυνημμένη στην επιδοθείσα ειδοποίηση Τύπος "IA" υπερβαίνει το ποσό που αναγράφεται στη δήλωση υποθήκης πλέον το συνολικό επιτόκιο προς 7,5%. 11.3 Το ποσό των €175.138,93 Ευρώ, πλέον τόκος €3.608,34, είναι λανθασμένο και/ή υπερβολικό και/ή διογκωμένο λόγω χρεώσεων πλην των τόκων και άλλων χρεώσεων ως αυτές φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού που τηρούν οι Εφεσίβλητοι. 11.4 Η λανθασμένη αναφορά του ποσού το οποίο κατέστη πληρωτέο δυνάμει της υποθήκης, επηρεάζει το δικαίωμα των Αιτητών να αποφύγουν την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, καταβάλλοντας το ποσό που κατέστη πληρωτέο απαλλάσσοντας έτσι τον εαυτό τους από την υποθήκη.
  9. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 κατάσταση λογαριασμού του δανείου την οποία τηρούν οι Εφεσίβλητοι.
  10. Ως εκ των άνω, το υποθηκευμένο ακίνητο υποθηκεύτηκε για ένα συγκεκριμένο ποσό με συγκεκριμένο τόκο, ενώ το ποσό των €175.138,93 Ευρώ, πλέον τόκος €3.608,34 πλέον έξοδα το οποίο αναφέρεται στην ειδοποίηση Τύπος "IA" (Τεκμήριο 3 στην παρούσα) στη βάση του οποίου έχει ορισθεί ο πλειστηριασμός, είναι αυθαίρετο και δεν συνάδει με τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης.
  11. Περαιτέρω σύμφωνα με το 44Α.-
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου το οποίο ενσωματώθηκε στον ως άνω Νόμο με το Νόμο 142(Ι)/2014 αναφέρει ότι «Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβαση υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου».
  1. Ως ο δικηγόρος μου με πληροφορεί, ο εν λόγω Νόμος έχει αναδρομική ισχύ σε συμβάσεις οι οποίες συνομολογήθηκαν και ενεγράφησαν στο κτηματολογικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου, όπως ακριβώς είναι η παρούσα περίπτωση.
  2. Στην παρούσα περίπτωση η υποθήκη ενεγράφη το 2011, ενώ ο Νόμος 142(Ι)/2014 τέθηκε σε ισχύ στις 9.9.
  3. Ως ο δικηγόρος μου με πληροφορεί, η αναδρομικότητα του Νόμου όπως προβλέπεται στο Άρθρο 44Α.-
(1), διά της οποίας το μέρος VIA του Νόμου έχει αναδρομική ισχύ σε συμβάσεις οι οποίες συνομολογήθηκαν και κατατέθηκαν στο κτηματολογικό μητρώο πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου, όπως ακριβώς η παρούσα, είναι ανεπίτρεπτη και αντισυνταγματική διότι παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος. 17.Συγκεκριμένα, η αναδρομικότητα του Νόμου διαφοροποιεί θεμελιακά τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή και στη συγκεκριμένη περίπτωση τα δικαιώματα των Καθ΄ων η αίτηση / Εφεσίβλητων έναντι των Αιτητών / Εφεσειόντων διότι: (Α) Δίδεται σε αυτούς η δυνατότητα να προχωρήσουν σε εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου στη βάση διαδικασίας η οποία δεν προβλέπεται από το έγγραφο υποθήκης και τη δήλωση και σύμβαση υποθήκης. (Β) Δίδεται σε αυτούς η δυνατότητα να προχωρήσουν σε εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου στη βάση διαδικασίας πλήρως ελεγχόμενης από τους ίδιους και μη υποκείμενης σε οιονδήποτε έλεγχο πλην του ελέγχου του Δικαστηρίου ο οποίος ασκείται μόνο αν και εφόσον ο ενυπόθηκος οφειλέτης καταχωρήσει έφεση/αίτηση. (Γ) Παραβιάζει το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, δικαίωμα το οποίο περιλαμβάνεται στο δικαίωμα του συμβάλλεσθε ελευθέρως, αφού η αναδρομικότητα εισάγει νέο τρόπο εκποίησης της υποθήκης ο οποίος ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Οι Αιτητές διά των διευθυντών αυτών υπογράψαμε τα έγγραφα υποθήκης έχοντας υπόψη μας ότι ο μόνος τρόπος εκποίησης της υποθήκης ήτο αυτός ο οποίος προβλέπεται στο μέρος VI, ήτοι μέσω του Κτηματολογίου, ενώ σήμερα δεν ισχύει κάτι τέτοιο. (Δ) Διότι η αναδρομική ισχύς του Νόμου σε συμβάσεις που προηγήθηκαν της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του, αποτελεί μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη σε συμβάσεις, η οποία είναι ασυμβίβαστη με την Ελευθερία των Συμβάσεων και, (Ε) Διότι η εν λόγω επέμβαση επιτρέπει την έναρξη διαδικασίας εκποίησης θεμελιακά διαφορετικής από αυτή που προβλέπεται από το μέρος VI, του Νόμου, διότι η διαδικασία που προβλέπεται από το μέρος VIA του Νόμου διεκπεραιώνεται από τον ενυπόθηκο δανειστή και όχι από το Κτηματολόγιο η οιανδήποτε άλλη αρμόδια αρχή. 18. Περαιτέρω, πιστεύω και ως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου, ο ενυπόθηκος δανειστής, ήτοι οι Καθ΄ων η αίτηση-Εφεσίβλητοι εις την παρούσα αποτελούν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, σύμφωνα με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, και ως αποτέλεσμα λειτουργούν σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου. Ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος και ειδικότερα το άρθρο 23 αυτού, το οποίο αναφέρεται στη χορήγηση δανείων και σύσταση επιβαρύνσεων υπέρ εγγεγραμμένων εταιρειών, δεν προβλέπει τη σύσταση επιβαρύνσεων επί ακίνητης περιουσίας παρά μόνο την σύσταση επιβαρύνσεων επί κινητής περιουσίας. Ως εκ τούτου η υποθήκη ενεγράφη προς όφελος των Καθ΄ων η αίτηση / Εφεσίβλητων κατά παράβαση του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και/ή χωρίς να επιτρέπεται σε εταιρείες που λειτουργούν σύμφωνα με τις πρόνοιες του ως άνω Νόμου, η σύσταση και εγγραφή προς όφελος τους υποθηκών. 19. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ευσεβάστως υποβάλλω ότι η παρούσα Αίτηση-Έφεση θα πρέπει να επιτύχει και το σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα. Με αυτήν επισυνάπτονται τέσσερα
(4)τεκμήρια, ως Τεκμήριο 1 συμφωνία δανείου ημερομηνίας 6.12.11, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της σύμβασης και δήλωση υποθήκης 5912/11, ως Τεκμήριο 3 ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» που επιδόθηκαν σε αυτή στις 29.10.18 και ως Τεκμήριο 4 η κατάσταση λογαριασμού. Η Εφεσίβλητη καταχώρησε ένσταση στις 14.1.19 με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
  1. Η αίτηση - έφεση των Αιτητών είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή άκυρη και/ή άκυρη εξ' υπαρχής και/ή δέον να απορριφθεί.
  2. Η αίτηση - έφεση των Αιτητών είναι εκπρόθεσμη και/ή καταχωρήθηκε μετά το πέρας της προθεσμίας που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 ως αυτός τροποποιήθηκε και/ή είναι άκυρη.
  3. Η αίτηση - έφεση των Αιτητών είναι άκυρη και/ή άκυρη εξ' υπαρχής και/ή ακυρώσιμη και/ή πάσχει και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική καθότι οι Αιτητές δεν εφεσίβαλαν και/ή προσέβαλαν με οποιοδήποτε τρόπο τις αρχικές ειδοποιήσεις τύπου «ΙΑ,» «ΙΒ,» και/ή Δελτίο Α, οι οποίες επιδόθηκαν στους Αιτητές την 24/03/2018, 26/04/2018 και 06/09/2018 αντίστοιχα, και όριζαν ως ημερομηνία πρώτου πλειστηριασμού την 15/10/
  4. Η αίτηση - έφεση των Αιτητών είναι άνευ νομικού και/ή πραγματικού ερείσματος και/ή υποβάθρου και είναι έκθετη προς απόρριψη, καθότι δεν υφίσταται και/ή ικανοποιείται και/ή δεν τυγχάνει εφαρμογής καμία εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 44 Γ
(3)(α) έως (στ) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. 5. Η αίτηση - έφεση των Αιτητών είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. i. Η αίτηση - έφεση στερείται οποιουδήποτε κατάλληλου υπόβαθρου και/ή πραγματικού υπόβαθρου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών. ii. Δεν παρατίθεται κανένας βάσιμος λόγος στη βάση του οποίου το Δικαστήριο να μπορέσει να εξασκήσει την ενδεχόμενη διακριτική ευχέρεια που τυχόν έχει, υπέρ των Αιτητών. iii. Οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών τους και/ή τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση των Αιτητών γεγονότα, δεν μπορούν να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες και/ή δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. iv. Δεν υφίσταται και/ή ικανοποιείται και/ή δεν τυγχάνει εφαρμογής καμία εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 44 Γ
(3)(α) έως (στ) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα
  1. Σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης - έφεσης των Αιτητών, θα αποστερήσει από τους Εφεσίβλητους την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους, καταστρατηγώντας το σκοπό του νομοθετικού πλαισίου του Ν. 9/1965 ως τροποποιήθηκε.
  2. Η ειδοποίηση τύπου «ΙΑ,» είναι καθ' όλα ορθή, νόμιμη, έγκυρη και ο τύπος και το περιεχόμενο αυτής πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις και/ή συνάδει πλήρως με τον Τύπο «ΙΑ,» του Δεύτερου Παραρτήματος του Ν. 9/
  3. Κανένα έννομο συμφέρον των Αιτητών έχει πληγεί με την αποστολή της Ειδοποίησης τύπου «ΙΑ,» και οι Εφεσίβλητοι καθ' όλα νόμιμα και ορθά επιδιώκουν θεραπείες που προνοεί το Μέρος VIA του Ν. 9/
  4. Η επίδικη υποθήκη με αριθμό Υ5912/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας συστάθηκε προς όφελος των Εφεσίβλητων καθ' όλα νόμιμα, νομότυπα και ως ο Ν. 9/1965ορίζει και είναι καθ' όλα έγκυρη και δεσμευτική. 9.
  5. Εν πάση περιπτώσει, οι Αιτητές δεν δύναται να αμφισβητούν την ίδια την υποθήκη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και/ή το Δικαστήριο στη παρούσα διαδικασία δεν υπεισέρχεται σε εξέταση της δοθείσας υποθήκης με αριθμό Υ5912/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και/ή δεν εξετάζεται η εγκυρότητα και/ή νομιμότητα αυτής στα πλαίσια διαδικασίας αίτησης - έφεσης για ειδοποίηση τύπου «ΙΑ».
  6. Με την υποθήκη με αρ. Υ5912/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, οι ίδιοι οι Αιτητές/ενυπόθηκοι οφειλέτες κατέστησαν τους Εφεσίβλητους/ενυπόθηκους δανειστές, πληρεξούσιους αντιπροσώπους τους, δίδοντας σε αυτούς πληρεξουσιότητα, ανάμεσα σε άλλα να πωλούν το ενυπόθηκο ακίνητο με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε ποσό με σκοπό την εξασφάλιση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη.
  7. Οι Αιτητές κωλύονται λόγω της επιδεικνυόμενης συμπεριφοράς τους (are estopped) από το προωθούν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση - έφεση.
  8. Η απόφαση των Εφεσίβλητων να προωθήσουν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού δυνάμει του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 είναι εύλογη και/ή οι Εφεσίβλητοι προωθούν τον ιδιωτική πλειστηριασμό ορθά και νομότυπα, με βάση τις δυνατότητες που τους παρέχεται από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα δικαιώματά τους.
  9. Η οποιαδήποτε εισήγηση των Αιτητών περί αντισυνταγματικότητας του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 ως έχει τροποποιηθεί και/ή του Νόμου 87(Ι)/2018, είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή δεν αποδεικνύεται στον απαιτούμενο βαθμό. i. Το άρθρο 44Α
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 ως αυτό έχει τροποποιηθεί, είναι καθ' όλα συνταγματικό και/ή ουδόλως παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος. ii. Ουδεμία πρόνοια του άρθρου 44Α
(1)είναι ανεπίτρεπτη και/ή παραβιάζει το οποιοδήποτε δικαίωμα και/ή τις υποχρεώσεις και δικαιώματα των μερών που απορρέουν από την Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης της υποθήκης με αρ. Υ5912/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. iii. Το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 προσφέρει επαρκείς ασφαλιστικές δικλίδες για τον ενυπόθηκο οφειλέτη. iv. Το άρθρο 44Α
(1)του Ν. 9/1965, είναι θέμα διαδικασίας που άπτεται της μεθόδου και δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη ως αυτά καθορίστηκαν με την αποδοχή εκ μέρους του να παραχωρήσει ακίνητό του για εγγραφή υποθήκης για εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων, ούτε δημιουργεί νέα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή πέραν των όσων κατοχυρώνονται με την σύμβαση και δήλωση υποθήκης. v. Η αναδρομικότητα που εμπεριέχεται στο άρθρο 44Α
(1)του Νόμου 9/1965 ως αυτό έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, είναι καθ' όλα συνταγματική και/ή σε συμμόρφωση με τις επιταγές του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και/ή της Νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και/ή άλλως πως.
  1. Οι καθιερωμένες αρχές ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων δεν εφαρμόζονται έτσι ώστε να κλονίζεται το τεκμήριο της συνταγματικότητας του νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και/ή οι Αιτητές δεν αποσείουν το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών τους στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης.
  2. Οι συμβάσεις υπογράφθηκαν με την ελεύθερη βούληση των μερών και δεν προκύπτει κανένας περιορισμός ή/και αδικαιολόγητος περιορισμός ή/και καταπάτηση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 26 του Συντάγματος μέσω του επίδικου νόμου.
  3. Ουδέν συνταγματικό δικαίωμα των Αιτητών επηρεάζεται με τη επίδικη ειδοποίηση τύπου «ΙΑ,» και/ή η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων και τα Δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.
  4. Η αίτηση - έφεση των Αιτητών είναι ανεπαρκής και/ή γενική και/ή αόριστη και/ή αντιφατική.
  5. Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 ως έχει τροποποιηθεί και/ή ο Νόμος 87(Ι)/2018 είναι καθ' όλα συνταγματικοί και/ή έγκυροι και/ή ουδεμία παραβίαση του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας υπάρχει.
  6. Ο Αιτητής δεν έχει locus standi στη προώθηση της παρούσας αίτησης και/ή ουδέν δικαίωμα προώθησης αντισυνταγματικότητας του Νόμου 9/1965 ως αυτός έχει τροποποιηθεί, μπορεί να εγείρει ένεκα της εκπρόθεσμης καταχώρησης της παρούσας αίτησης και/ή της παρέλευσης της ημερομηνίας του αρχικού πλειστηριασμού και/ή άλλως πως.
  7. Οι ειδοποιήσεις τύπου «Θ», «Ι», και «ΙΑ» τηρούν όλες τις εκ του νόμου προβλεπόμενος τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις και/ή εν πάση περιπτώσει οι Αιτητές ουδέν δικαίωμα έχουν να τις προσβάλλουν.
  8. Το ενυπόθηκο χρέος το οποίο κατέστη απαιτητό, είναι καθ' όλα ορθό και συνάδει με τους όρους της υποθήκης με αριθμό Υ5912/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας.
  9. Η σύσταση και/ή κατάρτιση και/ή εγγραφή της υποθήκης με αριθμό Υ5912/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας έγινε έγκυρα και/ή νόμιμα και/ή ουδεμία πρόνοια του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 ως αυτός τροποποιήθηκε, απαγορεύει την σύσταση και/ή κατάρτιση υποθήκης και/ή οι Εφεσίβλητοι αποτελούν πρόσωπο προς όφελος των οποίων μπορεί να εγγραφεί υποθήκη.
  10. Η αίτηση δεν είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) ως απαιτείται από τη σχετική Nομολογία και Νόμο και κανονισμούς και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και τους δικαίου της επιείκειας.
  11. Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις και/ή όλες οι ειδοποιήσεις που προϋποθέτουν την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης της επίδικης υποθήκης στη παρούσα, έχουν αποσταλεί και/ή επιδοθεί νομότυπα και/ή καθ' όλα έγκυρα και/ή συμφώνως του Μέρους VIA του Ν. 9/65 ως έχει τροποποιηθεί.
  12. Η αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή οι Εφεσείοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» ως η υποχρέωση τους και/ή αποτελεί κατάχρηση τους διαδικασίας και/ή είναι αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψεων των Αιτητών και/ή καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς και/ή άλλως πως.
  13. Δια ταύτα οι Εφεσίβλητοι αρνούνται τις αιτούμενες θεραπείες Α έως Στ της αίτησης - έφεσης, τους λόγους ακύρωσης με αριθμό 1 (συμπεριλαμβανομένων των υποπαραγράφων α έως ε αυτού) έως 6 της αίτησης - έφεσης των Αιτητών - Εφεσειόντων, και τις παραγράφους 1 έως 19 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αυτή και αιτούνται απόρριψη της αίτησης - έφεσης μετ' εξόδων.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της, στην οποία αναπτύσσονται με λεπτομέρεια και στοιχεία οι λόγοι ένστασης και δεν χρειάζεται να καταγραφεί. Με αυτήν επισυνάπτονται έντεκα
(11)τεκμήρια, σε μερικά εκ των οποίων ήδη έγινε αναφορά, ενώ δεν χρειάζεται να καταγραφούν, αφού αναφορά σε αυτά θα γίνει όπου τούτο καθίσταται αναγκαίο. Η ένσταση βασίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/1965)ως έχει τροποποιηθεί έως σήμερα και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 5, 21, 27, 36, 44 Α έως 44ΙΑΑ, στο Μέρος VIA ως αυτό έχει τροποποιηθεί και στα παραρτήματα αυτού, στους Περί Δικαστηρίων Νόμους του 1960 (Ν.14/60)άρθρα 29-32 και 43, στο ΚΕΦ. 224 άρθρο 80 και 81, στους Περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του Ν.9/1965 Κανονισμούς του 2015, επί των Διαδικαστικών Κανονισμών Ακινήτου Ιδιοκτησίας 1956 (όπως τροποποιήθηκε) άρθρα 1 -18, στον Περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ. 149, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.25, Δ.39, Δ.48 θ.1-9, Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 (22/1985), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 26, 28 και 30, στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως και στις Αρχές Ίσης Μεταχείρισης των Διαδίκων, στις αρχές της επιείκειας και του κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική επί του θέματος μετονομασίας εταιρείας αλλά και της νομολογίας επί του επίδικου θέματος. Ο συνήγορος της Εφεσείουσας στην αγόρευση του ουσιαστικά αναφέρθηκε στο θέμα της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 44(Α)
(1), δηλαδή ότι βρίσκεται τούτο σε αντίθεση με τα άρθρα 26, 80.2 και 179 του Συντάγματος, στην αναδρομικότητα που επέφερε ο νόμος, στα περιλαμβανόμενα στον Τύπο «ΙΑ» που επιδόθηκε στην Εφεσείουσα, δηλαδή ότι δεν συνάδει με αυτήν, στο ότι στην κατάσταση λογαριασμού αναφέρεται διαφορετικό ποσό απ' ότι στη σύμβαση υποθήκης, με αναφορά μάλιστα και στις κατά χρονικές περιόδους αποσταλείσες ειδοποιήσεις διαφορετικών ποσών στην κατάσταση λογαριασμών από αυτήν που αναφέρεται στην υποθήκη. Επίσης ότι στο άρθρο 23 του Νόμου 22/85, το οποίο αναφέρεται στη χορήγηση δανείων και σύσταση επιβαρύνσεων υπέρ εγγεγραμμένων εταιρειών, ότι εγγεγραμμένη εταιρεία, μπορεί όταν χορηγεί χρηματοδοτικά ανοίγματα ή συνάπτει με μέλος της ή με άλλο πρόσωπο συμφωνία για τη χορήγηση σε αυτό χρηματοδοτικού ανοίγματος ή όταν μέρος ή άλλο πρόσωπο οφείλει στην εταιρεία, αυτή να απαιτήσει από το μέλος ή πρόσωπο αυτό να συστήσει επιβάρυνση προς όφελος της εταιρείας επί όλων των στοιχείων της κινητής του περιουσίας κατά τον τύπο που δυνατό να καθορίζεται από τους θεσμούς. Το άρθρο 23 εισηγείται, δεν αναφέρει ότι μπορεί η εταιρεία να συστήσει επιβάρυνση προς όφελος της σε σχέση με ακίνητη περιουσία και δη υποθήκη. Αναφέρθηκε τέλος στους λόγους ένστασης, που κατά την κρίση του χρειάζοντο ιδιαίτερης απάντησης και δη σε σχέση με τον λόγο ένστασης ότι η έφεση είναι εκπρόθεσμη, ενώ κατά την Εφεσείουσα αυτή επιδόθηκε στις 29.10.18 και γι΄αυτόν τον λόγο δεν είναι εκπρόθεσμη η έφεση, με επίκληση σχετικής νομολογίας. Από την άλλη ο συνήγορος της Εφεσίβλητης ανέφερε ότι δεν προβάλλεται στους λόγους έφεσης κανένας από αυτούς που προβλέπονται στο σχετικό άρθρο του νόμου ή εν πάση περιπτώσει δεν ισχύει, αν έχει αναφερθεί, κανένας από αυτούς, ότι η έφεση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα και ότι δεν είναι αντισυνταγματικό το αναφερθέν άρθρο του Νόμου. Επιπλέον έκανε κάποιες επιπρόσθετες αναφορές που σχετίζονται με όσα καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις της αίτησης και ένστασης, αντίστοιχα, με επίκληση σχετικών αποφάσεων για να εισηγηθεί την απόρριψη της έφεσης. Με το Νόμο 142(Ι)/2014 καθιερώθηκε η ιδιωτική πώληση με τη συμπερίληψη νέου Μέρους στο Ν.9/1965 υπό τον εξής τίτλο: «ΜΕΡΟΣ VIA ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ» Ενώ στη συνέχεια αναφέρεται στην εφαρμογή του ως ακολούθως: «Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης». Στις 13.7.2018 ψηφίστηκε, δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Νόμος Ν.87(Ι)/18, ο οποίος επέφερε σοβαρές αλλαγές στα άρθρα 44Α και 44Γ και κατήργησε το άρθρο 44ΙΓ, του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Συγκεκριμένα το άρθρο 44Α πριν τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/2018 είχε ως ακολούθως: 44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Ενώ με την τροποποίηση του με το Ν.87(Ι)/2018έγινε ως εξής: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. (4Α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι, στην πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση, δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και εντός των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται σε αυτό.» Το δε άρθρο 44Γ πριν τροποποιηθεί με το Ν.87(Ι)/2018προνοούσε τα πιο κάτω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους:
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Με την τροποποίηση του από το Ν.87(Ι)/2018προβλέπονται τα κατωτέρω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» Πρώτα από όλα να λεχθεί ότι Έφεση χωρεί, δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3), μόνο από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, όπως τούτο ερμηνεύεται στο άρθρο 44ΙΕ, μόνο για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(2)και μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 44Γ3(α)(β)(γ)(δ)(ε) και (στ), εντός 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Οποιοσδήποτε άλλος λόγος ή αιτητικό ή αξίωση ή επιζήτηση οιουδήποτε άλλου διατάγματος δεν είναι παραδεκτά και είναι καταδικασμένα σε αποτυχία και η Έφεση σε απόρριψη. Έτσι οποιαδήποτε εκζητούμενα διατάγματα στη βάση άλλων λόγων, δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο της Έφεσης. ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑ Από τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν, διαφαίνεται ότι και οι δύο πλευρές συνηγορούν ότι ο Ν.87(Ι)/2018 έχει αναδρομική ισχύ, αλλά κατά τον κ. Σάββα δεν πρέπει να ισχύσει αφού βρίσκεται σε αντίθεση με την αρχή περί μη αναδρομικότητας του Νόμου. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτό το θέμα προκειμένου να μορφώσει άποψη επί του θέματος, αναφέρει τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1 (B) AAΔ.1670 στη σελίδα 1676 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή είναι ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή εάν αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό τεκμαίρεται, γενικά, σε κάθε περίπτωση και εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε μια νομοθετική πρόνοια που δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει να το πει ρητά (Δέστε: Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 44, παραγ. 921 και 922). Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια (Δέστε: Halsbury' s, ανωτέρω, παραγ. 924).» Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Σταύρος Ξιούρουππας κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Π.Ε. 386/10, ημερ. 15.11.
  1. Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.
  2. Επίσης στην Πολιτική Αίτηση Νικολάου κ.ά. Αρ. 101/2018 ημερ. 14.8.18 λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολ. Έφ. Αρ. 386/2010, 15.11.2016, αναφέρθησαν τα εξής ως προς την αναδρομικότητα των νομοθετημάτων: «Ως ουσιαστικής, λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Δεν επηρεάζει συνεπώς δικαιώματα προνόμια υποχρεώσεις ή ευθύνες που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του Νόμου αρ. 26/77 που καταργήθηκε με το νέο Νόμο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Όπως έκρινε ο Επαρχιακός Δικαστής, το λεκτικό του άρθρου 4 του Νόμου 87(Ι)/2018 καθιστά σαφές ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν όπως οι τροποποιήσεις που επήλθαν με το Νόμο 87(Ι)/2018 εφαρμοστούν και στις δικαστικές διαδικασίες που είχαν ήδη ξεκινήσει πριν τις 13.7.2018 δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965. Η καταχώριση Αίτησης/Έφεσης είναι διαδικασία που προνοείται από το συγκεκριμένο Μέρος VIA του πιο πάνω Νόμου που αφορά σε πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903). Μετά τη διαπίστωση του ως προς την αναδρομικότητα του τροποποιητικού Νόμου, ο Επαρχιακός Δικαστής έκρινε ότι είχε αποδειχθεί πλήρης συμμόρφωση της Τράπεζας με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ως είχε τροποποιηθεί και ότι δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου για παραμερισμό της ειδοποίησης εν όψει της μη εξασφάλισης παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος στην αγωγή αρ. 1135/2018 και απέρριψε την αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, βρίσκω ότι η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήταν κανονική και ο Επαρχιακός Δικαστής ενήργησε εντός των εξουσιών του, που του παρέχει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος, όπως είχε τροποποιηθεί με το Νόμο 87(Ι)/2018, ο οποίος δεν κηρύχθηκε αντισυνταγματικός. Συνεπώς, δεν έχω πεισθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να πετύχει η αίτηση.» Επίσης έχοντας κατά νου τη θέση του συνηγόρου της Εφεσείουσας ότι η Εφεσείουσα αποστερήθηκε δικαιώματα της ένεκα της τροποποίησης αυτής η οποία είναι αντίθετη με το Άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά ως εκλαμβάνει το Δικαστήριο και προς το άρθρο 10 του Περί Ερμηνείας Νόμου ΚΕΦ. 1, τα οποία διασφαλίζουν το κράτος δικαίου και την ασφάλεια του δικαίου, κρίνω σκόπιμο να καταγραφεί κατωτέρω το άρθρο 10 του ΚΕΦ. 1: «Αποτέλεσμα ακύρωσης σε μελλοντικούς Νόμους 10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση~ (β) επηρεάζει την προηγούμενη ισχύ νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή οτιδήποτε που τελέστηκε κανονικά ή που επιτράπηκε με βάση το νομοθέτημα που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία, μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.» Συμμερίζοντας την άποψη που εξέφρασε τόσο ο δικηγόρος της Εφεσείουσας όσο και ο συνήγορος της Εφεσίβλητης, ότι ο Ν.87(Ι)/2018 έχει αναδρομική ισχύ, κρίνω ότι πράγματι, έχοντας υπόψη και το άρθρο 10 του ΚΕΦ. 1, από το λεκτικό της νέας επιφύλαξης που προστέθηκε στο άρθρο 44 Α
(1)με το Νόμο 87(Ι)/2018, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για άλλη ερμηνεία, ότι πρόκειται για σαφή και ξεκάθαρη αναδρομική ισχύ, με τη νέα ως άνω επιφύλαξη, του άρθρου 44 Α
(1). Οι συνέπειες της αναδρομικότητας θα εξεταστούν στη συνέχεια αφού το Δικαστήριο αναφερθεί και στο θέμα της αντισυνταγματικότητας των δύο, ως άνω, αναφερθέντων νόμων. ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Ηγέρθησαν από το συνήγορο της Εφεσείουσας, κατά την αγόρευσή του, θέματα παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων της Εφεσείουσας τα οποία τέθηκαν και στην αίτηση του, ως τούτα προσδιορίσθηκαν και καταγράφηκαν ανωτέρω, ένεκα του τροποποιητικού Νόμου 87(I)/2018 αλλά και του Ν. 142(Ι)/2014 ο οποίος καθιέρωσε την ιδιωτική πώληση. Ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει μια γενική αναφορά για το θέμα αυτό. Στην υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αχιλλέως κ.α. ν. Πιτταρά κ.α.
(2012)1 (Β) ΑΑΔ 1590, 1602, η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου (βλ. Κούρτης κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910 και Κυπριανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8. Στην υπόθεση Investylia Ltd. ν. Tαμπούρη
(2006)1 (B) AAΔ 1325 ένα από τα θέματα που ηγέρθησαν ήταν η αντίθεση άρθρων του Νόμου 42
(1)/2000 με Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας το θέμα ως κάτι ανάλογο με εκείνο της αντισυνταγματικότητας, ανέφερε ότι είναι επιθυμητό να εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που διάδικος επιθυμεί να το εγείρει σε κατοπινό στάδιο να διατυπώνεται γραπτώς και να υποστηρίζεται από λεπτομέρειες γιατί παραβιάζει την Οδηγία. Ενόψει της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης από άποψη δικογράφησης γενικά της θέσης περί αντισυνταγματικότητας των διαδικασιών από μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος, δεν ενείχε οποιοδήποτε πρόβλημα και το Δικαστήριο θα έπρεπε να την εξετάσει, όπως και έπραξε, για να καταλήξει ότι επρόκειτο για γενικό και αόριστο ισχυρισμό χωρίς να προχωρήσει να εξετάσει την ουσία. Στην υπόθεση Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 671 στις σελ. 674 και 675 αναφέρθηκαν τα εξής ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να εγείρεται θέμα συνταγματικότητας νομοθεσίας από ένα διάδικο: «..Η γενική και αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν συνάδει καθόλου με ό,τι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις* και οι αρχές της νομολογίας** που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς από το δικόγραφο της αίτησης η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα είχε ακροθιγώς αναφερθεί στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν το καθιστούσε εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά.
(2002)3 A.A.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 A.A.Δ. 56.» Οι αρχές που διέπουν τον έλεγχο συνταγματικότητας ενός νόμου διατυπώνονται ως ακολούθως στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640: «
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο Περί Μεταβιβάσεως έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315, 339 λέχθηκαν τα εξής: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα». Στην Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 616 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου κρίνονται πάντοτε αυστηρά. Η επιβολή τους πρέπει να καταφαίνεται ως απόλυτα αναγκαία και η έκταση του περιορισμού δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από ό,τι είναι απαραίτητο για την προαγωγή του σκοπού χάριν του οποίου επιβάλλεται». Στην υπόθεση Lapertas Fisheries και Άλλος ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 335 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Στο νόμο δε γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν την ανάγκη, ή γεγονότων, που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχει η συνταγματική τάξη, η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη ή τα δικαιώματα τρίτων, στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων που προβλέπει ο νόμος. Τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται η Βουλή, μπορεί να εκτεθούν στο προοίμιο του νόμου, όπως και η ανάγκη, η οποία προκύπτει, προς περιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή επέμβαση σ' αυτά. Ούτε έχει γίνει επίκληση οποιουδήποτε γεγονότος, παγκοίνως γνωστού, σε βαθμό που να καθίσταται παραδεκτή η διαπίστωση της ύπαρξης του χωρίς τεκμηρίωση (δικαστική γνώση).» Στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιογοράς Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ 7 (απόφαση ημερ. 19.1.2004) ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Εναπόκειται στη νομοθετική εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. (.) Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» Στην αίτηση, η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 44Α.-
(1)του Νόμου, που αναφέρεται σε αυτή, συσχετίστηκε μόνο με το άρθρο 26 του Συντάγματος και δόθηκε συγκεκριμένη αιτιολογία που καταγράφεται στους λόγους έφεσης 1 (α), (β), (γ), (δ) και (ε) καθώς και σε αντίστοιχη αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και δη στις παραγράφους 14, 15, 16,
  1. Πρώτα όμως το Δικαστήριο θα εξετάσει την εισήγηση του συνηγόρου της Εφεσίβλητης που αποτελεί και έναν από τους λόγους ένστασης ότι η αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει αφού η αίτηση επιδόθηκε στις 29.10.18 και η έφεση καταχωρήθηκε στις 27.11.18, δηλαδή πριν περάσουν οι 30 μέρες που προβλέπεται από το σχετικό άρθρο. Ως εκ τούτου αυτή η θέση απορρίπτεται. Επειδή στην αγόρευση του ο συνήγορος της Εφεσείουσας συμπεριέλαβε στα άρθρα που αντιβαίνει το άρθρο που αναφέρθηκε προηγουμένως του Νόμου και τα Άρθρα 80.2 και 179 του Συντάγματος, με βάση τη νομολογία το Δικαστήριο δεν μπορεί να τα εξετάσει, αφού στην αίτηση αναφέρεται μόνο το Άρθρο 26 του Συντάγματος και στο οποίο γίνεται και συγκεκριμένη αναφορά. Επομένως το Δικαστήριο θα περιοριστεί μόνο στην εξέταση κατά πόσο αντίκειται το αναφερθέν άρθρο στο Άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο έχει ως ακολούθως: Άρθρο 26, (το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι) «
  2. Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπέκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.
  3. Νόμος δύναται να ρυθμίση τας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρμοζομένας υπό των εργοδοτών και των εργαζομένων, προστατευομένων επαρκώς των δικαιωμάτων οιουδήποτε ατόμου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως.» Η ελευθερία του συμβάλλεσθαι περιλαμβάνει την επιλογή του αντισυμβαλλόμενου, την προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, τη διαμόρφωση περιεχομένου συμφωνίας καθώς και καταγγελία της σύμβασης. Οι μόνοι όροι, περιορισμοί ή δεσμεύσεις που μπορεί να επιβληθούν στην άσκηση του δικαιώματος όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 26
(1)είναι εκείνοι που τίθενται από τις γενικές αρχές δικαίου των συμβάσεων. Βλέπε το σύγγραμμα Ν. Λοΐζου "Το Σύνταγμα", σελίδα 167. Να αναφερθεί, επιπλέον, των όσων αμέσως προηγουμένως λέχθηκαν, για το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, ότι δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του Δικαίου Συμβάσεων, αναφέρθηκε και στις υποθέσεις Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ 36 και Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπροσώπων αρ. 2,
(2011), 3 Α.Α.Δ
  1. Στην υπόθεση Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, αναφορά 4/2014, ημερομηνίας 31.10.14, γίνεται θα έλεγα αναλυτική και καθοδηγητική ενδιάτριψη για το ζήτημα που τώρα το Δικαστήριο εξετάζει, από την οποία καταγράφεται το ακόλουθο απόσπασμα: « Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. .............. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπροσώπων, αναφορά 9/16, ημερομηνίας 26.1.
  2. Η εισήγηση του δικηγόρου της Εφεσείουσας είναι ότι το άρθρο 44Α.-
(1), ως έχει τροποποιηθεί, παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο Άρθρο 26 του Συντάγματος, εφόσον αυτό παρεμβαίνει στους όρους της σύμβασης υποθήκης, με την παροχή νέου τρόπου πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το Άρθρο 26
(1)του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως δεν παραβιάστηκε αφού με τις τροποποιήσεις που επήλθαν με το Νόμο 142(Ι)/14 και το Νόμο 87(Ι)/18 απλά άλλαξε, διά προσθήκης, εκτός της υπάρχουσας διαδικασίας πώλησης, ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του Κτηματολογίου και καθιέρωσης ιδιωτικής πώλησης, ενώ για το ίδιο το δικαίωμα του Άρθρου 26
(1)του Συντάγματος δεν επήλθε καμιά αλλαγή. Με απόφαση της η Εφεσείουσα ελεύθερα συμβλήθηκε με την Εφεσίβλητη και ενέγραψε την υποθήκη επί του ακινήτου της ως ενυπόθηκος οφειλέτης, ενώ ό,τι άλλαξε με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στον Νόμο 9/65 με την προσθήκη του ΜΕΡΟΥΣ VIA με το Νόμο 142(Ι)/14 και το Νόμο 87(Ι)/18 είναι ο τρόπος και διαδικασία πώλησης, για την οποία πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, σε περίπτωση μη πληρωμής του χρέους, για το οποίο ενέγραψε υποθήκη, γνώριζε ευθύς εξ' αρχής με την υπογραφή της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης ακινήτου άσχετα αν αυτή θα γινόταν με άλλη διαδικασία. Επομένως ο Νόμος 87(Ι)/18 και ο Νόμος 142(Ι)/14 και το άρθρο 44Α.-
(1)το οποίο αναφέρεται στην αίτηση και στην αγόρευση του ο δικηγόρος της Εφεσείουσας δεν είναι αντισυνταγματικοί. Να σημειωθεί ότι ουδεμία δυσμενής συνέπεια επήλθε ένεκα της αναδρομικότητας αφού η Εφεσείουσα ουδέν δικαίωμα απώλεσε είτε συνταγματικό είτε συμβατικό. Ως προς τους υπόλοιπους λόγους πρέπει να αναφέρω ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται αφού τίποτε από όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση δεν καταδεικνύουν και αποδεικνύουν αυτούς. Οι ισχυρισμοί είναι γενικοί και αόριστοι, χωρίς τεκμηρίωση και επομένως δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη. Εξετάζοντας αυτούς τους ισχυρισμούς στα πλαίσια του άρθρου 44(γ)
(3)(α)(β)(γ), που μπορούν να ενταχθούν, διαπιστώνεται ότι ο Τύπος «Ι» συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού. Στον Τύπο «Ι» αναφέρεται ότι έγινε απαιτητό το συγκεκριμένο ποσό, ήτοι στο Τεκμήριο 7, όπου φαίνεται ότι το ποσό στις 2.11.07 ανέρχετο σε €161.411, 67 ενώ την 1.1.17 ήταν €154, 487 00 και έτσι φαίνεται και στις λεπτομέρειες που περιέχονται σε αυτή, πλέον βέβαια το επιτόκιο που έχει συμφωνηθεί. Γίνεται δε συγκεκριμένη αναφορά στην υποθήκη Υ5912/11 και με κάλεσμα της Εφεσείουσας όπως εντός 30 ημερών καταβάλει τα ως άνω ποσά, διαφορετικά θα προχωρούσε η Εφεσίβλητη με διαδικασία πλειστηριασμού που προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA, ενώ καλούσε την Εφεσείουσα αν είχε διαφορετική γνώμη να την πληροφορήσει περί τούτου. Σε ό,τι αφορά την ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" που προβλέπεται στο άρθρο 44(γ)
(2)και αποτυπώνεται η μορφή της στο δεύτερο παράρτημα, ανατρέχοντας στο δεύτερο παράρτημα το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" που επισυνάπτεται ως μέρος του Τεκμηρίου 8, επιδόθηκε στην Εφεσείουσα και στα άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και έχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στον Tύπο "ΙΑ" του δεύτερου παραρτήματος. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται με τον Τύπο "Ι" και "Θ" είναι λανθασμένη και άλλο ήταν το ποσό που αναγράφεται στη σύμβαση και δήλωση υποθήκης και στο έγγραφο υποθήκης και άλλα είναι τα ποσά που αναφέρονται στην αίτηση, δεν παρουσιάστηκε κανένα στοιχείο που τεκμηριώνει αυτό τον ισχυρισμό. Η κατάσταση λογαριασμού περιέχει το όνομα του οφειλέτη, τον αριθμό υποθήκης, τους τόκους και το συνολικό ποσό μέχρι τη συγκεκριμένη στιγμή το οποίο είναι το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος. Δεν χρειάζεται η κατάσταση λογαριασμού να περιλαμβάνει όλη την κίνηση λογαριασμού από την πρώτη μέρα μέχρι τη μέρα που έγινε η διαδικασία. Επίσης δεν αναμένεται ότι το ποσό που αναφέρεται στη σύμβαση και δήλωση υποθήκης θα είναι το ίδιο μετά από κάποια χρόνια αφού σε αυτό θα προστίθεται και ο τόκος που έχει συμφωνηθεί. Επομένως πληρείται το άρθρο 44(Γ)
(3)(α). Επίσης πληρείται και το άρθρο 44(Γ)
(3)(β) αφού η Εφεσείουσα παραδέχεται την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος "ΙΑ" και τέλος φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ειδοποίηση Τύπου "ΙΑ" έγινε μετά τη λήξη της προθεσμίας. Να αναφέρω επίσης, εκ του περισσού, ότι ρητά αναφέρεται στο άρθρο 44Α(4Α) ότι «ανεξάρτητα οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος είτε πριν, είτε μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου 87(Ι)/2018 δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους», πόσο μάλλον στην περίπτωση αυτή που η Εφεσίβλητη απευθείας προέβηκε στο διάβημα που προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Νόμου 9/65 ως τροποποιήθηκε. Ένα άλλο θέμα που θίγεται στους λόγους ένστασης και προωθήθηκε με την αγόρευση του συνηγόρου της Εφεσείουσας είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 23 του Νόμου 22/85 η επιβάρυνση που μπορούσε να τεθεί ήταν μόνο σε κινητή περιουσία και όχι σε ακίνητη περιουσία. Αυτή η εισήγηση, θα έλεγα, ανατρέπει όλο το οικοδόμημα των πιστωτικών ιδρυμάτων που ασκούν τραπεζικές εργασίες. Το σχετικό άρθρο 23
(1)(ε) προνοεί τα εξής: «23.-
(1)(ε) Εγγεγραμμένη εταιρεία μπορεί, όταν χορηγεί χρηματοδοτικά ανοίγματα ή όταν συνάπτει με μέλος της ή με άλλο πρόσωπο συμφωνία για τη χορήγηση σε αυτό χρηματοδοτικού ανοίγματος ή όταν μέλος ή άλλο πρόσωπο οφείλει προς την εταιρεία αυτή, να απαιτήσει από το μέλος ή το πρόσωπο αυτό να συστήσει επιβάρυνση προς όφελος της εταιρείας επί όλων των στοιχείων της κινητής του περιουσίας κατά τον τύπο που δυνατό να καθορίζεται από τους Θεσμούς, ανεξάρτητα από το αν κατά την ημερομηνία σύστασης της επιβάρυνσης η βεβαρημένη περιουσία υφίσταται ή μη ή αποκτήθηκε ή όχι από το πρόσωπο το οποίο παρέχει την επιβάρυνση.» Ό,τι προβλέπει αυτό το άρθρο είναι η δυνατότητα που παρέχεται στην εγγεγραμμένη εταιρεία να απαιτήσει, είτε χρήματα που έχει κατατεθειμένα, είτε οποιασδήποτε άλλη κινητή περιουσία, ο επιθυμών τη σύμβαση δανείου ή πιστωτικών διευκολύνσεων, να επιβαρυνθούν. Βέβαια δεν αποκλείεται, ούτε αναφέρεται στο άρθρο αυτό, ότι η επιβάρυνση οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας αυτού που θα προβεί σε σύμβαση δανείου ή άλλου προσώπου, με την εγγεγραμμένη εταιρεία, απαγορεύεται. Άλλως πως δεν θα μπορούσε να δοθεί και κανένα δάνειο και καμιά πιστωτική διευκόλυνση αφού δεν θα μπορούσε, ίσως, στις περισσότερες περιπτώσεις να υπάρχει η απαιτούμενη εξασφάλιση σε χρήματα ή κινητή περιουσία για το δάνειο. Η εισήγηση αυτή απορρίπτεται. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και αναλύσω, κρίνω ότι η Αίτηση-Έφεση πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια απορρίπτεται, πλέον έξοδα €2.500 συν ΦΠΑ υπέρ της Καθ΄ης η αίτηση-Εφεσίβλητης και εναντίον της Αιτήτριας-Εφεσείουσας. (Υπ.) ................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.