← Κύπρος

ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α. ν. G & P LAZAROU ESTATE AGENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 291/2019, 29/3/2019

ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α. ν. G & P LAZAROU ESTATE AGENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 291/2019, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 291/2019 Μεταξύ:

  1. ΧΧΧΧΧ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
  2. ΧΧΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ Ενάγοντες ΚΑΙ G & P LAZAROU ESTATE AGENTS LTD Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 8.3.2019 Ημερομηνία: 29.3.2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές : κ. Χρ. Θ. Θεοδούλου Για Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση: κ. Προδρόμου για Πάρις Λοΐζου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αυθημερόν) Οι ενάγοντες στις 8.3.2019 καταχώρησαν ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 θ.6) με το οποίο εξαιτούνται διατάγματα με τα οποία να διατάσσεται η εναγόμενη όπως παραδώσει στους ενάγοντες κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου με στοιχεία γραφείο αρ. 1X6, 1ος όροφος ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ " ΧΧΧΧΧ ", το οποίο βρίσκεται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4/1XX4, Φ/Σχ. 41/4XXXX3, Τμήμα 4, Τεμάχιο ΕΠΙ 8X5, στη διεύθυνση XXXXX XXXXX Γ 3X, Ενορία Χρυσοπολίτισσα

(02), στη Λάρνακα, όπως και Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγόμενη και ή οποιοσδήποτε υπάλληλος και ή φιλοξενούμενος και ή οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο από του να εισέρχεται, διαμένει και γενικά επεμβαίνει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στο ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο, καθώς και αποζημιώσεις για το ποσό των €470.- μηνιαίως από 1.9.2018 για παράνομη επέμβαση μέχρις ότου η εναγόμενη παραδώσει στους ενάγοντες την κατοχή του πιο πάνω ακινήτου. Περαιτέρω εξαιτούνται τιμωρητικών αποζημιώσεων και ή οιωνδήποτε άλλων απορρεουσών αποζημιώσεων, καθώς και έξοδα. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 8.3.2019, καταχώρησαν και μονομερή αίτηση για προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, η οποία κατέστη διά κλήσεως και ορίστηκε για επίδοση στις 18.3.2019. Με την ως άνω αναφερόμενη Αίτηση οι ενάγοντες-αιτητές (στο εξής Αιτητές) εξαιτούνται των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Προσωρινό Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή υπαλλήλους και/ή εντολείς και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών, να επεμβαίνουν και/ή να κατέχουν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή να εισέρχονται και/ή να εκμεταλλεύονται και/ή να καρπούνται με οποιοδήποτε τρόπο το ακίνητο ήτοι γραφείο αρ.1X6, 1ος όροφος XXXXX XXXXX " XXXXX ", το οποίο βρίσκεται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4/1XX4, Φ/Σχ.41/4XXXX3, Τμήμα 4, Τεμάχιο ΕΠΙ 8X5, στη διεύθυνση XXXXX XXXXX Γ 3X, Ενορία Χρυσοπολίτισσα
(02), στη Λάρνακα, μέχρι την εκδίκαση και τελείας αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την καθ΄ης η αίτηση και/ή τους υπαλλήλους, εντολείς, αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών, να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή του ακινήτου, ήτοι γραφείου αρ.1X6, 1ος όροφος XXXXX XXXXX " XXXXX ", το οποίο βρίσκεται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4/1XX4, Φ/Σχ.41/4XXXX3, Τμήμα 4, Τεμάχιο ΕΠΙ 8X5, στη διεύθυνση XXXXX XXXXX Γ 3X, Ενορία Χρυσοπολίτισσα
(02), στη Λάρνακα, εντός επτά
(7)ημερών από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη και/ή πρόσφορη. Δ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α» Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, ίδιας ημερομηνίας, η οποία εν περιλήψει και συνοπτικά αναφέρει ότι οι Αιτητές είναι ιδιοκτήτες του ως άνω αναφερθέντος ακινήτου, κατά το Δικαστήριο από τις 26.9.2018, ως φαίνεται από το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση. Το εν λόγω ακίνητο, κατά τον ενόρκως δηλούντα, αγοράστηκε από τους Αιτητές από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, μέσω της υπηρεσίας REMU REAL ESTATE MANAGEMENT UNIT, μονάδα η οποία διαχειρίζεται τα ακίνητα ιδιοκτησίας της Τράπεζας Κύπρου, και μεταβιβάστηκε επ' ονόματι τους στις 24/5/
  1. Στο αναφερθέν ακίνητο στεγάζει τα γραφεία της η Εναγόμενη-Καθ΄ης η αίτηση (στο εξής Καθ΄ης η αίτηση) η οποία κατέχει το εν λόγω διαμέρισμα δυνάμει προηγούμενης ενοικίασης που ξεκινούσε από το έτος 2015 με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, πριν την ανάληψη της κατοχής του ακινήτου από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ. Το ενοικιαστήριο έγγραφο που υπογράφτηκε τότε προνοούσε, μεταξύ άλλων, διάρκεια περιόδου ενοικίασης 2 ετών, ήτοι από την 1/6/2015 μέχρι 31/05/
  2. Όπως φαίνεται από το ενοικιαστήριο έγγραφο, Τεκμήριο 2, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, ήτο ρητός όρος
(21)και σε πλήρη γνώση της εναγόμενης ότι το εν λόγω διαμέρισμα διατίθετο για πώληση και ότι σε περίπτωση πώλησης ο καινούργιος ιδιοκτήτης, στην περίπτωση μας ο ενάγοντας 1 και η σύζυγος του, να δώσουν προειδοποίηση 3 μηνών πριν την παράδοση. Η αγορά του εν λόγω διαμερίσματος από τους Αιτητές είχε σκοπό την στέγαση του δικηγορικού γραφείου του ενάγοντα 1 και του υιού του, ως επαγγελματική στέγη. Τώρα το δικηγορικό τους γραφείο στεγάζεται σε άλλο διαμέρισμα στον ίδιο όροφο του ιδίου κτιρίου το οποίο ενοικιάζεται. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα, στις 12.6.2018 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Καθ΄ης η αίτηση κ. XXXXX Λαζάρου και του έδωσε ειδοποίηση τριών μηνών αφού του εξήγησε τους λόγους για τους οποίους επιθυμούσε την ανάκτηση κατοχής του εν λόγω διαμερίσματος ως ανωτέρω έχει καταγραφεί. Τον ειδοποίησε ότι με την παρέλευση των 3 μηνών θα ανακαλείτο η άδεια παραμονής και χρήσης του επίδικου ακινήτου από την Καθ΄ης η αίτηση και ότι θα έπρεπε να φύγει. Ο κ. Λαζάρου, αποδέχθηκε και τον ενημέρωσε ότι θα ξεκινούσε το ψάξιμο για εξεύρεση άλλου γραφείου. Ακολούθως απέστειλε γραπτή επιστολή ημερομηνίας 25/6/2018 μέσω τηλεμοιοτύπου, η οποία παραλήφθηκε στις 27/6/2018, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωσή του. Επειδή είχαν γίνει κάποιες διαβουλεύσεις και δεν κατέστη δυνατή η εξεύρεση λύσης αφού δεν αποχώρησε η Καθ΄ης η αίτηση από το επίδικο ακίνητο, απέστειλε μέσω ιδιώτη επιδότη επιστολή ημερομηνίας 22.11.2018, η οποία επιδόθηκε στην Καθ΄ης η αίτηση στις 23.11.2018, με την οποία μεταξύ άλλων, καλούσε την Καθ΄ης η αίτηση όπως αποχωρήσει εντός ενός
(1)μηνός από την παραλαβή της επιστολής από το εν λόγω ακίνητο, κάτι το οποίο η Καθ΄ης η αίτηση δεν έπραξε και συνέχισε να κατέχει και να χρησιμοποιεί παράνομα το εν λόγω ακίνητο. Επισυνάπτεται αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 22/11/2018 ως Τεκμήριο 4. Στο διάστημα που μεσολάβησε από την παραλαβή της πιο πάνω επιστολής 23/11/2018 και την 23/12/2018 που έληγε η προθεσμία του ενός
(1)μηνός, που δόθηκε στην Καθ΄ης η αίτηση, μέχρι και την 27/2/2019, έγιναν προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση χωρίς τούτο να γίνει κατορθωτό και τα πράγματα οδηγήθηκαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης στις 8.3.
  1. Επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 τα Τεκμήρια 5 και 6 που αφορούν ενέργειες της μιας ή της άλλης πλευράς. Καταγράφονται περαιτέρω σ΄ αυτή την ένορκη δήλωση ισχυρισμοί για τους οποίους κατά την άποψη του ενόρκως δηλούντα είναι απαραίτητη και αναγκαία η εκ μέρους των Αιτητών ανάληψη της ελεύθερης κατοχής του εν λόγω ακινήτου, καθότι πέραν της οικονομικής ζημιάς και οποιασδήποτε άλλης ζημιάς ήθελε φανεί ότι προξενείτε σε αυτούς, η όλη κατάσταση και το συνεχιζόμενο αυτής, καθώς και η παράνομη επέμβαση και κατοχή και χρήση της ιδιοκτησίας τους, δημιουργεί ταλαιπωρία, ένταση και άγχος στην οικογένεια τους, γεγονός το οποίο τους επιβαρύνει ψυχολογικά, αφού διέθεσαν τα χρηματικά αποθέματα τους, τα οποία αποκτήθηκαν με κόπο και σκληρή εργασία, με σκοπό να εγκατασταθούν στο εν λόγω ιδιόκτητο ακίνητο μετά από χρόνια εργασίας, αφού σήμερα ο ενάγοντας 1 είναι 60 ετών σχεδόν, σε μια ιδιόκτητη επαγγελματική στέγη, την οποία να διαμορφώσουν πλήρως στις ανάγκες τους, αλλά και για να βοηθήσει το γιο του στην εγκατάσταση του σε ιδιόκτητη μόνιμη επαγγελματική στέγη, χωρίς να επιβαρύνεται με αχρείαστα ενοίκια, και να μπορέσει να αναπτυχθεί περαιτέρω επαγγελματικά. Εισηγείται, ότι στην παρούσα περίπτωση είναι εύλογο και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι η έκδοση τους δεν θα συνιστούσε δυσανάλογο μέτρο εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση, με δεδομένο το γεγονός ότι η Καθ΄ης η αίτηση διαθέτει γραφεία σε όλες τις επαρχίες και λόγω της φύσης της δουλειάς της (κτηματομεσιτικό γραφείο) μπορεί άνετα να λειτουργεί και στη Λάρνακα μέσω των άλλων της γραφείων, μέχρι να στεγαστεί κάπου αλλού, χωρίς να υποστεί καμία ζημιά, σε αντίθεση με τους Αιτητές που υφίστανται οικονομική ζημιά καθημερινά. Μάλιστα, σε μία προσπάθεια να καταδείξει τα πιο πάνω ανέφερε ότι είναι πρόθυμος να υπογράψει εγγύηση σε περίπτωση που διαφανεί ότι η εναγόμενη υπέστη αποδεδειγμένη ζημιά από τη λανθασμένη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4,5,6,7 και 9 στον Περί Δικαστηρίου Νόμο αρ. 14/60 άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1,2,7-8 και 9, Δ.43Α , Δ.64, στον περί αστικών αδικημάτων Νόμο ΚΕΦ.148, άρθρο 43 ως και στις συμφυείς εξουσίες και δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου. Η Καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε Ένσταση στις 26.3.2019 με την οποία προβάλλονται έξι λόγοι Ένστασης και οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: «
  2. Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και δεν πληροί σωρευτικά τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος για την έκδοση προσωρινών ενδιάμεσων διαταγμάτων.
  3. Η καθ' ης η αίτηση είναι νόμιμη ενοικιάστρια του επίδικου διαμερίσματος και οι ενάγοντες, αιτητές δεν έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της καθ' ης η αίτηση.
  4. Η αγωγή στην οποία βασίζονται οι ενάγοντες και στην οποία βασίζεται η αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 8/3/2019 είναι πρόωρη ή και εκβιαστική ή και αυθαίρετη ή και δεν βασίζεται σε οποιαδήποτε νόμιμη αξίωση των αιτητών εναντίον της καθ' ης η αίτηση.
  5. Οι αιτητές δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  6. Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να αιτούνται τις επίδικες αξιώσεις εναντίον της καθ' ης η αίτηση.
  7. Οι αξιώσεις ή και διατάγματα που οι ενάγοντες ζητούν από το Σεβαστό Δικαστήριο (παράγραφοι Α και Β της αίτησης ημερομηνίας 8/3/2019) είναι στην ουσία διατάγματα όμοια ή και έχουν ως αποτέλεσμα ίδιο με τα τελικά διατάγματα που οι αιτητές ζητούν οι αιτητές στην αγωγή με τον υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και τυχόν έκδοση τους θα επηρεάσει δυσμενώς την εναγόμενη καθ' ης η αίτηση.» Η Ένσταση συνοδεύεται από διαβεβαίωση του διευθυντή της Καθ΄ης η αίτηση, ο οποίος, αρχικά, απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Στη συνέχεια αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση ενοικίασε, νόμιμα, την 13/05/2015, από την εταιρεία Αρχιτεκτονικό Γραφείο Μηνά και Δημητρίου Λτδ (ιδιοκτήτρια του γραφείου κατά τον ουσιώδη χρόνο) το επίδικο γραφείο για περίοδο μέχρι την 31/05/
  8. Ακολούθως ανέφερε ότι, σύμφωνα με τον όρο 16 της συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 13/05/2015, σε περίπτωση που και οι δύο συμβαλλόμενοι επιθυμούσαν την ανανέωση του εν λόγω ενοικιαστηρίου εγγράφου, αυτό θα ανανεωνόταν με τους ίδιους όρους. Η εν λόγω συμφωνία, κατ΄ αυτόν, ανανεώθηκε κατά την λήξη της πρώτης περιόδου μέχρι την 31/05/2019 και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε θέση των Αιτητών ότι δικαιούνται να λάβουν την κατοχή του επίδικου γραφείου σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο είναι παράνομη και εκβιαστική και δεν βασίζεται σε κανένα νόμιμο δικαίωμα. Δέχεται ότι οι Αιτητές ως νέοι ιδιοκτήτες του επίδικου γραφείου επικοινώνησαν μαζί του περί τα μέσα του 2018, πλην όμως απορρίπτει πλήρως τη θέση των Αιτητών ότι γίνονταν διαβουλεύσεις με αυτούς για σκοπούς παράδοσης σε οποιοδήποτε χρόνο προγενέστερου της νόμιμης λήξης της ενοικίασης του γραφείου. Εξ' ου και πουθενά δεν παρουσιάζουν οι Αιτητές στην Αίτηση τους οποιαδήποτε επιστολή της Καθ' ης η αίτηση με βάση την οποία το Δικαστήριο να μπορεί να βγάλει οποιοδήποτε συμπέρασμα ότι οι διάδικοι συζητούσαν για την παράδοση της κατοχής του επίδικου γραφείου πριν από την λήξη της ενοικίασης. Στη συνέχεια αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση ήταν πάντα έτοιμη να καταβάλει το μηνιαίο ενοίκιο αναφορικά με την νόμιμη ενοικίαση του γραφείου και όταν αντιλήφθηκε ότι οι Αιτητές δεν αποδέχονταν την πληρωμή των ενοικίων και περαιτέρω πίεζαν για την εκκένωση του γραφείου και την παράδοση του σε αυτούς, έδωσαν σε ιδιώτη επιδότη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 28/02/2019 για ποσό €5250.- εκδοθείσα από την Καθ΄ης η αίτηση προς τον ενάγοντα 1 αναφορικά με ενοίκια του γραφείου, πλην όμως ο ενάγοντας 1 ή και ο δικηγόρος και γιος του, αρνήθηκε να την παραλάβει. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α, ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη Γεώργιου Γεωργίου ημερομηνίας 26/3/2019 αναφορικά με την μη παραλαβή της πιο πάνω αναφερόμενης επιταγής. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι, ως έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του, δεν τηρούνται σωρευτικά οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ειδικά για τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του νόμου, θεωρεί ότι οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενης ούτε και αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα πάνω στα οποία να μπορεί να στηριχθεί το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο τους δικαίωμα. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι οι Αιτητές δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι τα όσα αναφέρουν αποτελούν προσπάθεια να δημιουργήσουν στο Δικαστήριο εντυπώσεις με απώτερο σκοπό την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί σε μελλοντικό στάδιο δικαιοσύνη σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι δεν πληρείται αυτή η προϋπόθεση αφού η απαίτηση των Αιτητών είναι οικονομική και σε περίπτωση που εξασφαλίσουν στο τέλος της διαδικασίας απόφαση εναντίον της Καθ΄η η αίτηση, η οποιαδήποτε ζημιά τους, την οποία φυσικά και απορρίπτει, θα μπορεί να ικανοποιηθεί με χρήμα. Τέλος, αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση ουδέποτε επεδίωξε την λήψη δικαστικών μέτρων ή και την αντιπαράθεση με τους Αιτητές, όμως οι Αιτητές με τις πράξεις τους αλλά και με τα αιτούμενα διατάγματα, πλήττουν τα συμφέροντα της Καθ' ης η αίτησης, την φήμη της και τις άμεσες εκκρεμούσες εργασίες της, για τις οποίες σε αντίθεση με όσα ανεδαφικά αναφέρει ο ενάγοντας 1 στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την Αίτηση, της είναι απαραίτητες οι εγκαταστάσεις της στην Λάρνακα, το τηλεφωνικό τους κέντρο και ο εξοπλισμός του γραφείου της. Η Ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ4
(4), 9, Δ.64 Θ1 και 2, στον Περί Πολιτικής Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στο Κεφ. 6, άρθρα 4-7, 9 στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Κοινοδίκαιο, το δίκαιο της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία και το χρόνο, επειδή η Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 8:15, να μελετήσω τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών και συνοπτικά αναφέρω ότι στην αγόρευσή του ο δικηγόρος των Αιτητών, αφού αναφέρεται στις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων με παραπομπή σε νομολογία, προβάλλει και το θέμα της απουσίας εμφάνισης από την αντίδικο του σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Θέμα όμως το οποίο διευθετήθηκε αφού δόθηκε η ευκαιρία και καταχωρήθηκε εντός της ημέρας και άρα δεν τίθεται πλέον τέτοιο θέμα. Επίσης προβάλλει τη θέση ότι η Ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση αλλά διαβεβαίωση και υιοθετώντας ένα δικό του σκεπτικό ο δικηγόρος των Αιτητών εισηγείται ότι ουσιαστικά δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ως ορίζει η σχετική διαταγή και ως εκ τούτου δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή τη θεώρηση αφού η ένορκη δήλωση γίνεται από πρόσωπο το οποίο θρησκεύει ενώ η διαβεβαίωση δίδεται από άτομα που δεν πιστεύουν πουθενά. Άρα η αναφορά στη σχετική διαταγή ότι «οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ένσταση» δεν έχει αυτή την έννοια της στενής ερμηνείας που έδωσε ο δικηγόρος των Αιτητών, αλλά ότι πρέπει να συνοδεύεται από μία ή περισσότερες δηλώσεις είτε της ένορκης μορφής είτε διαβεβαίωσης και τίποτα περισσότερο. Ως εκ τούτου απορρίπτεται αυτή η θέση. Περαιτέρω ο δικηγόρος των Αιτητών προβαίνει σε σχολιασμό των λόγων Ένστασης, σε σχέση με τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, για να εισηγηθεί, αφού καταρρίπτει τους λόγους Ένστασης, ότι πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Από την άλλη ο δικηγόρος της Καθ΄ης η αίτηση, αφού προβαίνει σε μία εισαγωγή όπου κάνει αναφορά στο τι ζητείται με την Αίτηση, στη συνέχεια υιοθετεί όλα όσα αναφέρονται στην Ένσταση και στη διαβεβαίωση που συνοδεύει την Ένσταση. Παραπέμψε δε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία για το πότε εκδίδονται τέτοια διατάγματα, με ιδιαίτερη μνεία στο ότι επιζητείται η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία, ουσιαστικά, θα ολοκληρωθεί και η αγωγή. Επίσης προβάλλεται η θέση ότι δεν παρέθεσαν οι Αιτητές όλα τα γεγονότα και δεν προέβησαν σε αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και γι΄ αυτό το λόγο θα πρέπει να απορριφθεί η Αίτηση. Τέλος είναι η θέση του ότι οι Αιτητές δεν έχουν κανένα νόμιμο δικαίωμα για να λάβουν κατοχή του επίδικου ακινήτου σε οποιοδήποτε στάδιο πριν την 31.5.2019, ότε και λήγει η συμφωνία ενοικίασης και ως εκ τούτου η αγωγή αλλά και η υπό κρίση Αίτηση είναι πρόωρη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ‑ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ας σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), ότι η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στην υπόθεση. Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audialteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάτι βέβαια που εδώ έχει συμβεί. Σημειώνω εδώ, αφού αναφέρονται στη νομική βάση της Αίτησης τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο Εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Για την επιτυχή κατάληξη της Αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ' οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το άρθρο 32 του Ν.14/1960 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ' αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ' αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Loizos Stavrinou v. Stavros Chr. Asproghenis
(1985)1 CLR 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(E) ΑΑΔ 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 225, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, Αντώνης Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 AAΔ 1040, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1(Β) 1 ΑΑΔ 816, Προκόπης Μελανθίου v. Μελάνθης Μελανθίου
(2011)1(Γ) 1 ΑΑΔ 2342 και Μάριος Αποστόλου v. Ροδούλας Ιωάννου
(2012)1(Α) 1 ΑΑΔ 604. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή (ανωτέρω), παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/1960 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον Ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848, ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ.ά. v. Μαρίας Ρολη Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066, P & MA. Restaurant Limited κ.ά. v Eric John Wakehah, Πολ. Έφεση 286/10, ημερ. 22/2/13, και Πέτρος Κωμοδρόμος v. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές, βλέπε γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και την υπόθεση Αντώνη Χ''Κωνσταντή ν. Μαργαργίτας Χ''Κωνσταντή
(1998)1 ΑΑΔ 1827 στην οποία, όμως, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Έχει λεχθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής, όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. ................................ Το θέμα αυτό κατά συνέπεια επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (ανωτέρω), με επίκληση της υπόθεσης Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββας κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι: «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2015. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω), ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά., υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. v. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653,όπου λέχθηκε ότι: «.. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το Διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων, όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1858). Στο σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ INJUNCTIONS» των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 2016, αναφέρονται τα εξής στη σελ. 152: "
(11)Όταν η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος θα διεκπεραιώσει και την ουσία της αγωγής Ορισμένες φορές η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος στην ουσία διεκπεραιώνει και ολόκληρη την αγωγή ή ένα ουσιαστικό μέρος της. Αυτό οφείλεται στην ταυτοσημία της θεραπείας που ζητείται με την αγωγή και αυτής που ζητείται με την αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα. Σε τέτοια περίπτωση, τα δικαστήρια αποφεύγουν οποιαδήποτε απόφαση η οποία θα φαίνεται ότι διευθετεί τελεσίδικα το επίδικο θέμα της αγωγής υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου. Ιδιαίτερα τα δικαστήρια αποφεύγουν να εκδώσουν προσωρινό διάταγμα υπέρ του ενάγοντα, όταν αυτό θα ισοδυναμεί με απόφαση στην αγωγή, χωρίς να έχει δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να αμφισβητήσει μέσα από τη δίκη την ουσία της αγωγής. Το θέμα δεν έχει σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η περίπτωση προϋποθέτει ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Επομένως, το θέμα μπορεί να εξεταστεί μόνο κατά το τελικό στάδιο στάθμισης των διαφόρων παραγόντων κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου ότι είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αυστηρά ομιλούντες, το θέμα δεν σχετίζεται με το ισοζύγιο της ευχέρειας, αφού η έκδοση του προσωρινού διατάγματος υπό αυτές τις συνθήκες, και με βάση το ισοζύγιο, ισοδυναμεί με εκδίκαση της ουσίας της αγωγής χωρίς δίκη. Το θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc, στην οποία θεωρήθηκε ότι το δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει κατά τρόπο που να αποφεύγει κατά το δυνατό να προκαλέσει αδικία στη μια ή στην άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk κ.α. το εφετείο, διαφοροποιούμενο από προηγούμενη νομολογία έκρινε ότι «το ζήτημα της παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται». Όπως εξήγησε, το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και «αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων». Το «ανεπιθύμητο», πρόσθεσε, δεν μπορεί να εξισωθεί με «απαγόρευση»." Στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 734, αναφέρθηκαν τα εξής: «Τη διάσταση αυτή παρέλειψε να εντοπίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε στην ουσία ένα προστατικό διάταγμα το οποίο με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. (Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37).» Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1403, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Τέθηκε επίσης το ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα.» ΟΙ ΑΙΤΗΤΕΣ ΔΕΝ ΗΛΘΑΝ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΧΕΡΙΑ Aυτός ο λόγος της Ένστασης δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, αφού κατά κύριο λόγο η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων έχει να κάνει με την έκδοση προσωρινού διατάγματος στην απουσία του άλλου μέρους. Εν πάση περιπτώσει στην υπό κρίση Αίτηση, από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο σχετικός με αυτό το θέμα ισχυρισμός του ατόμου που προέβη στη διαβεβαίωση που συνοδεύει την Ένσταση δεν μπορεί να ευσταθήσει αφού με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αποκαλύπτονται όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που χρειάζονται και είναι απαραίτητα για τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Οι όποιες τυχόν παραλείψεις δεν είναι τέτοιας φύσεως που επηρεάζουν το ουσιαστικό μέρος όπως καταγράφεται πιο πάνω. Συνεπώς αυτός ο λόγος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ερχόμενος στην πρώτη προϋπόθεση, ήτοι την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, καταδεικνύεται ότι οι Αιτητές στηρίζουν την αγωγή τους στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, άρθρο 43 του ΚΕΦ. 148, το οποίο δημιουργήθηκε με τον τερματισμό της ενοικίασης στη συγκεκριμένη ημερομηνία που αναφέρεται πιο πάνω και τη μη παράδοση του ακινήτου από την Καθ΄ης η αίτηση μέχρι την ημερομηνία που ετέθη εκ μέρους των Αιτητών ο χρόνος για παράδοση του, ήτοι εντός ενός μηνός. Οι θέσεις των δύο πλευρών, επί τούτου, διίστανται, αφού η Καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η ενοικίαση με βάση τον όρο 16 του Τεκμηρίου 2 που επισυνάφθηκε με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, λήγει στις 31.5.2019, ενώ από την άλλη, επί αυτού του θέματος, από τους Αιτητές προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι (α) η σχετική ειδοποίηση δόθηκε για την περίοδο των τριών μηνών, (β) στάληκε αρχικά επιστολή για την πληρωμή για τους τρεις μήνες, Τεκμήριο 3, ως ήταν η συμφωνία που είχε προηγουμένως γίνει, στην οποία αναφέρεται στην πώληση του ακινήτου και ότι ο ενοικιαστής είναι ενήμερος ότι το γραφείο είναι προς πώληση και είναι υπόχρεος να συνεργαστεί με όλους τους αδειούχους κτηματομεσίτες αν χρειαστεί με στόχο την πώληση του ακινήτου και στην περίπτωση δε που πωληθεί το ακίνητο ο καινούργιος ιδιοκτήτης έχει το δικαίωμα να ενημερώσει τον ενοικιαστή να του παραδώσει το ακίνητο, προειδοποιώντας τον ενοικιαστή 3 μήνες πριν την παράδοση και (γ) έστειλαν την επιστολή ημερομηνίας 22.11.2018, Τεκμήριο 4. Πρώτα απ΄ όλα εκείνο που πρέπει να αναφερθεί είναι ότι στον όρο 16 του Τεκμηρίου 2, όπου αναφέρεται «Επέκταση περιόδου ενοικίασης, σε περίπτωση που και οι δύο συμβαλλόμενοι επιθυμούν την ανανέωση του παρόντος ενοικιαστηρίου εγγράφου για ακόμη μία περίοδο, τότε το παρόν ενοικιαστήριο έγγραφο ανανεώνεται με τους ίδιους όρους εάν και τα 2 μέρη συμφωνούν», όταν παραπέμπει για ακόμη μία περίοδο, εννοείται για περίοδο δύο ετών και όταν αναφέρεται ότι τα δύο μέρη συμφωνούν, ακριβώς επειδή η περίοδος είναι δύο έτη, χρειάζεται γραπτή συμφωνία, άρθρο 77
(1)(α)(β) του Περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149, που στην παρούσα περίπτωση δεν αναφέρεται από το πρόσωπο που προβαίνει στη διαβεβαίωση που συνοδεύει την Ένσταση ότι υπήρχε τέτοια γραπτή συμφωνία, ούτε παρουσιάστηκε οτιδήποτε άλλο στοιχείο που να καταδεικνύει τούτο. Ως εκ τούτου δεν συμφωνώ με την θέση που εκφράζει τόσο το πρόσωπο που προβαίνει στη διαβεβαίωση που συνοδεύει την Ένσταση, όσο και ο συνήγορος του ότι έχει ανανεωθεί για άλλα δύο έτη η ενοικίαση και λήγει 31.5.2019. Μάλιστα με βάση τις επιστολές που στάληκαν από τους Αιτητές, αλλά και τα στοιχεία πριν από αυτές, φαίνεται ότι η ενοικίαση μετά τις 31.5.2017 κατέστη από μήνα σε μήνα ενοικίαση και όχι ότι ανανεώθηκε για άλλα δύο έτη, ως ο ισχυρισμός και η θέση της Καθ΄ης η αίτηση. Επομένως με την επιστολή τερματισμού της ενοικίασης εκ μέρους των Αιτητών, αυτοί τερμάτιζαν την ενοικίαση εντός ενός μηνός, και έτσι, εκ πρώτης όψεως δημιουργείται το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης επί του οποίου στηρίζεται η αγωγή. Ως εκ τούτου η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής επιτυχίας της αγωγής, διαφαίνεται από τα πιο πάνω, που είναι ισχυρισμοί των Αιτητών, οι οποίοι υποστηρίζονται από τα επισυναπτόμενα, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, Τεκμήρια και δη το Τεκμήριο 4 με βάση το οποίο τερματίστηκε η ενοικίαση. Δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου οι ισχυρισμοί της Καθ΄ης η αίτηση που προβάλλονται στη διαβεβαίωση που συνοδεύει την Ένσταση. Όμως το Δικαστήριο, τώρα, ως έχει εξηγήσει και προηγουμένως, δεν θα προβεί σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του έτσι ώστε να βγάλει τελικά συμπεράσματα, έργο το οποίο ανήκει στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα διεξαχθεί η ακρόαση της υπόθεσης, όπου θα ακούσει όλη τη μαρτυρία που θα τεθεί ενώπιον του και αφού την αξιολογήσει και προβεί σε ευρήματα θα εκδώσει την απόφασή του. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο προβαίνει σε μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση και προσέγγιση του πράγματος, που στη συγκεκριμένη περίπτωση καταδεικνύεται να πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, έχοντας κατά νου πόσο θα επηρεαστούν τα ιδιοκτησιακά και περιουσιακά συμφέροντα των Αιτητών, σε βλάβη τους, που συνίστανται στη μη απόλαυση του ακινήτου απηλλαγμένη της κατοχής από την Καθ΄ης η αίτηση και τις αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις στην προσωπική και επαγγελματική τους ζωή, έστω και αν σε αυτή την περίπτωση μπορεί πράγματι να υπολογιστεί η ζημιά σε χρήμα αφού οι Αιτητές ζητούν αποζημιώσεις με βάση συγκεκριμένο ποσό ως αποζημίωση το μήνα, κρίνω ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. ΕΥΛΟΓΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, στρέφεται τώρα στο κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, έχοντας κατά νου τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη μεταξύ των οποίων είναι και οι ακόλουθοι: (α) Η καθυστέρηση Επειδή αναφέρθηκε αυτό το θέμα εκ μέρους της Καθ΄ης η αίτηση στη διαβεβαίωση που συνοδεύει την Ένσταση και στην αγόρευσή του συνηγόρου της, δεν μπορώ να πω ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής ή και της υπό κρίση Αίτησης, αφού ουσιαστικά ο χρόνος αυτός, που αρχίζει από τον τερματισμό της ενοικίασης, είναι περίπου τρεις
(3)μήνες. Εν πάση περιπτώσει δεν φαίνεται να έχει επηρεαστεί το δικαίωμα της Καθ΄ης η αίτηση από την παρέλευση αυτού του χρονικού διαστήματος, αφού παρέμεινε στο χώρο εκείνο και συνάμα στο χρονικό αυτό διάστημα γίνονταν προσπάθειες, τουλάχιστον εκ μέρους των Αιτητών, για εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ τους. (β) Οι αποζημιώσεις Όσον αφορά αυτόν τον παράγοντα, ως αναφέρεται και ανωτέρω, δεν είναι το κύριο στοιχείο σε αυτήν την αγωγή. Το ζήτημα εδώ είναι καθαρά ιδιοκτησιακών και περιουσιακών δικαιωμάτων, που αν και μπορεί να αποτιμηθεί η ζημιά σε χρήμα, επειδή τούτο θα συμβεί μετά από κάποια χρόνια, έχοντας υπόψη την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η αγωγή και το χρόνο που χρειάζεται να εκδικαστεί, θα υπήρχε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος των Αιτητών σε απόλαυση της περιουσίας τους. (γ) Το status quo Ένας άλλος παράγοντας, όπου φαίνεται να είναι ισοσταθμισμένοι οι άλλοι παράγοντες, που συνήθως λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο, είναι η διατήρηση του status quo. Στην περίπτωση αυτή οι πιο πάνω παράγοντες δεν είναι ισοσταθμισμένοι, αλλά είναι υπέρ των Αιτητών και ως εκ τούτου δεν λαμβάνονται υπόψη. Το κυριότερο στοιχείο που το Δικαστήριο προσπαθεί να ισοζυγίσει είναι από την μια το γεγονός ότι η Καθ΄ης η αίτηση ήταν ενοικιάστρια και κατείχε το συγκεκριμένο ακίνητο μέχρι πριν από τον τερματισμό της ενοικίασης από τους Αιτητές και άρα είχε το δικαίωμα της κατοχής και από την άλλη είναι το συνταγματικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Στη ζυγαριά αυτών των δύο, αν δηλαδή το Δικαστήριο θα πρέπει να αφήσει την Καθ΄ης η αίτηση να συνεχίσει να κατέχει το ακίνητο μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, όπου θα ακούσει όλα τα γεγονότα που περιστοιχίζουν την υπόθεση ή αν θα αποφασίσει ότι το συνταγματικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας σ΄ αυτή την περίπτωση, με τα δεδομένα της υπόθεσης, θα πρέπει να υπερισχύσει και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, θα πρέπει να πω ότι είναι πιο δυνατό το συνταγματικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, ουσιαστικά ολοκληρώνει σχεδόν και την αγωγή, αφού το βασικό είναι ότι, για ένα σημαντικό μέρος της αγωγής, ζητούνται τα ίδια διατάγματα στην αγωγή με αυτά που ζητούνται με την υπό κρίση Αίτηση. Όμως θα ήθελα να αναφέρω ότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αυτά δεν αποτελούν διηνεκές μέτρο αλλά προσωρινό και επίσης με την αγωγή ζητούνται και αποζημιώσεις. Πρέπει να τονιστεί εμφαντικά ότι, κατά την άσκηση του ισοζυγίου της ευχέρειας, το Δικαστήριο έχει κατά νου όλο το υλικό που βρίσκεται ενώπιον του και διαδραματίζει τον ουσιαστικό ρόλο στην προσπάθειά του να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει, αν φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα (βλ. υπόθεση Χρίστου Ευστρατίου ν. Dicran Oyzounian and Company Limited, εμπορευόμενη με την επωνυμία Lexus Cyprus, ECLI:CY:AD:2014:A38, Πολιτική Έφεση 292/2010, ημερομηνίας 20/01/2014και Milton Investment Company Ltd κ.ά. ν. Dryden Group Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A220, Πολιτική Έφεση 424/2011, 27/03/2014). Έχοντας αυτά κατά νου, βρίσκω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Αιτητών. Κατά συνέπεια, με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησε το Δικαστήριο να εξηγήσει και να αναλύσει, εκδίδονται τα πιο κάτω διατάγματα: «Α. Προσωρινό Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή υπαλλήλους και/ή εντολείς και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών, να επεμβαίνουν και/ή να κατέχουν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή να εισέρχονται και/ή να εκμεταλλεύονται και/ή να καρπούνται με οποιοδήποτε τρόπο το ακίνητο ήτοι γραφείο αρ.1X6, 1ος όροφος XXXXX XXXXX " XXXXX ", το οποίο βρίσκεται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4/1XX4, Φ/Σχ.41/4XXXX3, Τμήμα 4, Τεμάχιο ΕΠΙ 8X5, στη διεύθυνση XXXXX XXXXX Γ 3X, Ενορία Χρυσοπολίτισσα
(02), στη Λάρνακα, μέχρι την εκδίκαση και τελείας αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, μετά την πάροδο ενός μηνός από την ημέρα επίδοσης του παρόντος διατάγματος. Β. Προσωρινό Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την καθ΄ης η αίτηση και/ή τους υπαλλήλους, εντολείς, αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών, να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή του ακινήτου, ήτοι γραφείου αρ. 1X6, 1ος όροφος XXXXX XXXXX " XXXXX ", το οποίο βρίσκεται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4/1XX4, Φ/Σχ.41/4XXXX3, Τμήμα 4, Τεμάχιο ΕΠΙ 8X5, στη διεύθυνση XXXXX XXXXX Γ 3X, Ενορία Χρυσοπολίτισσα
(02), στη Λάρνακα, εντός ενός μηνός από την ημέρα επίδοσης του παρόντος διατάγματος, πλέον €2.000 έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.