← Κύπρος

WALLABIES NETWORK TRADING LTD ν. MILCHEV, Αγωγή αρ. 3069/2012, 20/5/2019

WALLABIES NETWORK TRADING LTD ν. MILCHEV, Αγωγή αρ. 3069/2012, 20/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A155 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3069/2012 Μεταξύ꞉ WALLABIES NETWORK TRADING LTD, από την Λεμεσό Εναγόντων -και-

  1. XXXXX XXXXX MILCHEV, από την Λάρνακα
  2. LEFKARITIS BROS LTD, από την Λάρνακα
  3. XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ, από την Λάρνακα
  4. XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ, από την Λάρνακα Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 20.5.2019 Εμφανίσεις꞉ Για τους Ενάγοντες꞉ κα Θ. Χαραλάμπους, κ. Μ. Χρίστου και κ. Παπακωνσταντίνου, για Χαραλάμπους & Χρίστου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2꞉ κα. Δ. Μιχαήλ, για Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους αρ. 3 και 4꞉ κα Ι. Λεωνίδου, για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ. Την 24.1.2012 υπήρξε τροχαίο δυστύχημα στη Λεωφόρο Χρ. Αυξεντίου στην Ορόκλινη στο οποίο ενεπλάκησαν τρία οχήματα꞉ Το όχημα τύπου βαν, με αρ. εγγραφής XXXXX98, μάρκας Vauxhall Van, ιδιοκτησίας των Εναγόντων, το οποίο οδηγείτο από τον κ. XXXXX Τσίκα, ως υπηρέτη των Εναγόντων και/ή με τη συγκατάθεσή τους. Το βυτιοφόρο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX56, μάρκας Daf, ιδιοκτησίας της Εναγομένης 2 εταιρείας, το οποίο οδηγείτο από τον Εναγόμενο αρ. 1 ως υπηρέτη της και/ή με τη συγκατάθεσή της. Το διπλοκάμπινο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX12, μάρκας Mitsubishi, ιδιοκτησίας της Εναγομένης 4 εταιρείας, το οποίο οδηγείτο από τον Εναγόμενο αρ. 3 ως υπηρέτη της και/ή με τη συγκατάθεσή της. Ένα εκ των επίδικων θεμάτων στη βάση της κατατεθείσας δικογραφίας είναι το κατά πόσον για την πρόκληση του δυστυχήματος ευθύνεται ο Εναγόμενος αρ. 1 ή/και ο Εναγόμενος αρ. 3 ή αν, αντίθετα, το όχημα των Εναγόντων φέρει την αποκλειστική ευθύνη ή έστω συντρέχουσα ευθύνη. Η εκδοχή γεγονότων που δικογράφησαν οι Ενάγοντες σε ό,τι αφορά τις πορείες των τριών οχημάτων αμέσως πριν την πρόκληση του δυστυχήματος είναι ως εξής (βλ. παρα. 5 της Έκθεσης Απαίτησης)꞉ · Το βαν όχημα των Εναγόντων οδηγείτο στη Λεωφόρο Χρ. Αυξεντίου στην Ορόκλινη με πορεία από την Ορόκλινη προς τον κύριο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας. · Το διπλοκάμπινο όχημα του Εναγομένου 4 οδηγείτο από τον Εναγόμενο 3 επί της ιδίας οδού με ίδια κατεύθυνση ως το όχημα των Εναγόντων και προπορευόταν του οχήματος των Εναγόντων. · Το βυτιοφόρο όχημα του Εναγομένου 2 οδηγείτο από τον Εναγόμενο 1 ερχόμενο εξ αντιθέτου (δηλαδή με κατεύθυνση από απέναντι, εν σχέση προς τα οχήματα των Εναγόντων και των Εναγομένων 3 και
  5. Το δυστύχημα συνέβη παρά τη λίμνη της Ορόκλινης, όταν το διπλοκάμπινο όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 3 συγκρούστηκε μετωπικά με το βυτιοφόρο όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος
  6. Από αυτή την πρώτη σύγκρουση, το βυτιοφόρο κινήθηκε προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να επέλθει δεύτερη σύγκρουση, μεταξύ του βυτιοφόρου και του οχήματος των Εναγόντων. Ως αποτέλεσμα της δεύτερης αυτής σύγκρουσης, τόσο το βυτιοφόρο όσο και το όχημα των Εναγόντων μετατοπίστηκαν και έπεσαν μέσα στη λίμνη της Ορόκλινης, όπου και ακινητοποιήθηκαν. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται στην Έκθεση Απαίτησής τους ότι τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και ο Εναγόμενος 3 οδηγούσαν αμελώς κατά τον ουσιώδη χρόνο, γι'αυτό και προκάλεσαν το επίδικο δυστύχημα. Τους αποδίδονται οι εξής λεπτομέρειες αμέλειας꞉ · Όσον αφορά τον Εναγόμενο 1, ότι αυτός οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και/ή με ταχύτητα πέραν του επιτρεπόμενου ορίου ή/και με επικίνδυνη ταχύτητα υπό τις περιστάσεις και ότι παρέλειψε να έχει την προσοχή του στο δρόμο, απώλεσε τον κανονικό έλεγχο του οχήματός του, εισήλθε σε εσφαλμένη πλευρά του δρόμου χωρίς να δώσει δέουσα προειδοποίηση και χωρίς να λάβει οποιεσδήποτε προφυλάξεις για την ασφάλεια των άλλων οχημάτων επί της οδού, ή/και χωρίς να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης με άλλο όχημα, όπως π.χ. φρενάρισμα, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πρόσκρουση επί του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος
  7. · Όσον αφορά τον Εναγόμενο 3, ότι και αυτός οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και/ή με ταχύτητα πέραν του επιτρεπόμενου ορίου ή/και με επικίνδυνη ταχύτητα υπό τις περιστάσεις και ότι παρέλειψε να σταματήσει, να φρενάρει ή να ελαττώσει ταχύτητα ή να προβεί στους αναγκαίους χειρισμούς ή/και να λάβει τις αναγαίες προφυλάξεις για να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος
  8. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην Έκθεση Υπεράσπισής τους ισχυρίζονται ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων του Εναγομένου 3 και /ή του οδηγού του οχήματος των Εναγόντων. Αντίστροφα, οι Εναγόμενοι 3 και 4 στην Έκθεση Υπεράσπισής τους ισχυρίζονται ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων του Εναγομένου 1 και /ή του οδηγού του οχήματος των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν και επέδωσαν στους Εναγόμενους 3 και 4 Ειδοποίηση προς Συνεναγόμενο και, αντίστοιχα, οι Εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρησαν και επέδωσαν στους Εναγόμενους 1 και 2 Ειδοποίηση προς Συνεναγόμενο και αντάλλαξαν δικόγραφα. Συγχρόνως, οι Εναγόμενοι 3 και 4 είχαν εκδώσει και Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου προς τον XXXXX Τσίκκα που οδηγούσε το όχημα των Εναγόντων. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες αμέλειας του κ. XXXXX Τσίκκα, αυτό που δικογραφείται στις Εκθέσεις Υπεράσπισης των Εναγομένων είναι ότι εκείνος, καθ'ον χρόνο οδηγούσε το όχημα ιδιοκτησίας των Εναγόντων, παρέλειψε να ασκεί την δέουσα υπό τις περιστάσεις εποπτεία ή και έλεγχο επί του δρόμου ή και της πορείας που ακολουθούσε, οδηγούσε αφηρημένα και/ή χωρίς να ελέγχει επαρκώς την τροχαία κίνηση και/ή τα άλλα οχήματα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο, παρέλειψε να ελαττώσει ταχύτητα ή και να σταματήσει ή και συνέχισε την πορεία του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το βυτιοφόρο όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1, ενώ το βυτιοφόρο που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 είχε ήδη ακινητοποιηθεί εντός του δρόμου ή και εντός της πορείας που ακολούθησε λόγω της σύγκρουσης που προηγήθηκε με το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος
  9. Ουσιαστικά, ο οδηγός του οχήματος των Εναγόντων, οδηγούσε με τέτοια ταχύτητα ή και με τέτοια υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχτύτητα που καθιστούσε στον εαυτό του δύσκολο ή και αδύνατο να σταματήσει ή και να αντιδράσει σωστά υπό τις περιστάσεις για αποφυγή της σύγκρουσης και παρέλειψε να τηρεί την δέουσα και/ή αναγκαία υπό τις περιστάσεις απόσταση από το προπορευόμενο του όχημα ή και να τηρεί τις αναγκαίες αποστάσεις με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να αντιδράσει ή και να σταματήσει έγκαιρα το όχημα του, γι'αυτό και επέπεσε στο βυτιοφόρο όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος
  10. Μέχρι την αποπεράτωση της εκδίκασης της παρούσας αγωγής, υπήρξαν οι εξής εξελίξεις꞉
  11. Η διαδικασία Τριτοδιαδίκου εναντίον του κ. XXXXX Τσίκκα αποσύρθηκε στις 26/01/2018 κατόπιν εξώδικης διευθέτησης.
  12. Στις 03/09/2018 δηλώθηκε συμφωνία μεταξύ των Εναγόμενων 3 και 4 και των Εναγόμενων 1 και 2 για επιμερισμό της ευθύνης που τους αναλογεί σε ποσοστό 85%-15% αντίστοιχα, όσον αφορά την αναμεταξύ τους ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Σημειώνω ότι στην Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες δικογράφησαν τις εξής ειδικές ζημιές, για τις οποίες αξιώνουν αποζημίωση: Α. €8.000 για ολοσχερή καταστροφή του οχήματος XXXXX
  13. Β. €4.837 για απώλεια χρημάτων πελατών τα οποία βρίσκονταν εντός του οχήματος XXXXX98, τα οποία οι Ενάγοντες κατέβαλαν. Γ. €7.000 ως η αξία εξαρτημάτων ή/και εμπορευμάτων πελατών των Εναγόντων τα οποία βρίσκονταν στο όχημα XXXXX98 τα οποία καταστράφηκαν. Δ. €10.000 για την απώλεια εσόδων λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών (€2.500 μηνιαίως για περίοδο 4 μηνών). Ε. €800 ως υπερωρίες προς τον υπάλληλο της Πάφου για να καλύψει τις εκκρεμούσες παραγγελίες της Λάρνακας - Παραλιμνίου (€200 μηνιαίως για περίοδο 4 μηνών). Στ. €35.000 για το πλήγμα στην αξιοπιστία των Εναγόντων. Ζ. €85 για την Αστυνομική έκθεση. Καταλήγουν οι Ενάγοντες, βάσει του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης, να αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα꞉ Α. Ποσό €65.722,43σ. ως ειδικές αποζημιώσεις που ανωτέρω περιγράφονται. Β. Νόμιμο τόκο επί του ποσού των ειδικών αποζημιώσεων από 24.1.2012, ημερομηνία του δυστυχήματος και/ή από οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Γ. Έξοδα, πλέον ΦΠΑ, επί των εξόδων, πλέον έξοδα επίδοσης. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, προσήλθαν οι ακόλουθοι μάρτυρες꞉ · Ο κ. XXXXX Αυγολούπης (στο εξής «ο ΜΕ1») που είναι ο Γενικός Διευθυντής της Ενάγουσας WALLABIES NETWORK TRADING LTD και σύντροφος της κας XXXXX Μαρνέρου, ιδιοκτήτριας της εν λόγω εταιρείας. · Η κα. XXXXX XXXXX Μαρνέρου (στο εξής «η ΜΕ2»), που είναι η ιδιοκτήτρια και εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών διευθύντρια της εταιρείας των Εναγόντων. · Η κα. XXXXX Μαρνέρου (στο εξής «η ΜΕ3»), που είναι αδερφή της ΜΕ2, είναι μία εκ των εγγεγραμμένων στον Έφορο Εταιρειών γραμματέων της Ενάγουσας εταιρείας και συγχρόνως είναι και πελάτιδα της Ενάγουσας εταιρείας στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριοποίησης μέσω της εταιρείας της επ'ονόματι M.A. MEDISAFE IMPORT & SERVICES LTD, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε αναθέσει κατ' ισχυρισμόν στην Ενάγουσα την υπηρεσία μεταφοράς μίας μεταχειρισμένης οδοντιατρικής καρέκλας. · Η κα XXXXX Λάρκου (στο εξής «η ΜΕ4»), Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία κατέθεσε αντίγραφα του φακέλου της Ποινικής υπόθεσης 10576/10 που σχηματίστηκε για το ίδιο τροχαίο δυστύχημα από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας εναντίον του κ. XXXXX Ανδρέου (εδώ Εναγόμενου 3). · Ο Λοχίας XXXXX XXXXX Σπέτσιος (στο εξής «ο ΜΕ5») που ανέλαβε ως εξεταστής του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. · Ο κ. XXXXX Ο'Μαχόνι (στο εξής «ο ΜΕ6»), μηχανολόγος μηχανικός στο επάγγελμα ο οποίος ασχολείται με τις εκτιμήσεις αυτοκινήτων και μηχανημάτων και ο οποίος ετοίμασε Έκθεση Εκτίμησης της ζημιάς που υπέστη από το επίδικο δυστύχημα το όχημα των Εναγόντων. Για την Υπεράσπιση των Εναγομένων αρ. 1 και 2, προσήλθαν δύο μάρτυρες υπεράσπισης ενώπιον του Δικαστηρίου꞉ · ο Αστ. XXXXX XXXXX Καραμαλλή, υπεύθυνος του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (στο εξής «ο ΜΥ1»), για να δώσει στοιχεία για το επίδικο όχημα των Εναγόντων. · ο κ. XXXXX Καλλίας (στο εξής «ο ΜΥ2»), εγκεκριμένος λογιστής στο επάγγελμα, για ν'αναλύσει και σχολιάσει τις οικονομικές καταστάσεις των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι αρ. 3 και 4 δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία. Όλα τα κατατεθέντα Τεκμήρια βρίσκονται αρχειοθετημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
  14. Ο κ. XXXXX Αυγολούπης (ΜΕ1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (βλ. το Έγγραφο Α). Όπως ανέφερε, αυτός είναι ο Γενικός Διευθυντής της εταιρείας WALLABIES NETWORK TRADING LTD. Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο η εταιρεία ασκούσε και εξακολουθεί να ασκεί τις εργασίες των ταχυμεταφορών, δηλαδή ασχολείται με την παραλαβή και παράδοση δεμάτων, χρημάτων και γενικά κινητών αντικειμένων από πόλη σε πόλη σε ολόκληρη την Κύπρο. Ο ΜΕ1 προσκόμισε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, το Πιστοποιητικό Σύστασης της εταιρείας των Εναγόντων και, ως Έγγραφο Β, το αντίγραφο Βεβαίωσης του Βοηθού Επιτρόπου Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων ότι η Ενάγουσα είναι δεόντως αδειοδοτημένος παροχέας ταχυδρομικών υπηρεσιών βάσει του Ν.112(Ι)/
  15. Ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε το Πιστοποιητικό Εγγραφής του επίδικου οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX98 στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων επ' ονόματι των Εναγόντων (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α). Αναφέρθηκε ο ΜΕ1 στο γεγονός ότι το πιο πάνω όχημα των Εναγόντων ενεπλάκη στις 24.1.2012 στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, ενόσω ο υπάλληλος των Εναγόντων, κ. XXXXX Τσίκας το οδηγούσε επί της Λεωφ. Χρ. Αυξεντίου στην Ορόκλινη με πορεία από την Ορόκλινη προς τον κύριο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας. Έπειτα, ο ΜΕ1 περιέγραψε τις ζημιές που κατ' ισχυρισμόν υπέστη η Ενάγουσα εταιρεία λόγω του επίδικου δυστυχήματος. Όσον αφορά την αξίωση ποσού €4.837 για την απώλεια χρημάτων πελατών, τα οποία βρίσκονταν εντός του οχήματος XXXXX98, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες εισέπραξαν το συγκεκριμένο ποσό εκ μέρους και για λογαριασμό των εταιρειών P&P TYRESCY LTD (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) και D.T. DIGITALTECH LIMITED (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α) από διάφορους πελάτες των εν λόγω εταιρειών έναντι τιμολογίων που εκείνες είχαν εκδώσει και θα τους τα παρέδιδε ο οδηγός του οχήματος των Εναγόντων. Λόγω όμως του επίδικου ατυχήματος, τα χρήματα αυτά καταστράφηκαν ή /και χάθηκαν μέσα στην παρακείμενη λίμνη της Ορόκλινης, όπου κατέπεσε και ακινητοποιήθηκε το όχημα των Εναγόντων. Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά την αξίωση ποσού €7.000 ως η ισχυριζόμενη αξία των ιατρικών μηχανημάτων της εταιρείας M.A. MEDISAFE IMPORT & SERVICES LTD που μεταφέρονταν στο επίδικο όχημα των Εναγόντων κατά το χρόνο του δυστυχήματος, ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι αυτός δεν γνωρίζει περισσότερα για το είδος των μηχανημάτων και την αξία τους. Το ποσό των €7.000, ο ΜΕ1 το αναφέρει βασιζόμενος σε πληροφόρηση που έλαβε από εκπρόσωπο της εταιρείας M.A. MEDISAFE IMPORT & SERVICES LTD και από τον υπεύθυνο του γκαράζ του Ξύστρου στο οποίο μεταφέρθηκε το αυτοκίνητο XXXXX98 της εταιρείας των Εναγόντων ότι, αμέσως μετά το δυστύχημα και ενόσω ήταν σταθμευμένο το όχημα στο συγκεκριμένο γκαράζ, εκπρόσωπος - εκτιμητής της ασφαλιστικής εταιρείας Μινέρβα, δηλαδή της ασφαλιστικής των Εναγομένων 3 και 4, επισκέφθηκε τον χώρο και προέβη σε ετοιμασία έκθεσης εκτίμησης ειδικά όσον αφορά τα συγκεκριμένα μηχανήματα. Έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες των δικηγόρων των Εναγόντων για να επικοινωνήσουν με την εταιρεία Μινέρβα και για να ζητήσουν να τους εφοδιάσουν με την σχετική έκθεση εκτίμησης, αυτό όμως δεν κατέστη δυνατό. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να δώσουν αποζημίωση στους ιδιοκτήτες των εμπορευμάτων και των χρημάτων που μεταφέρονταν επί του επίδικου οχήματός τους και τα οποία χάθηκαν ή και καταστράφηκαν λόγω του ατυχήματος και της πτώσης του οχήματος μέσα στην λίμνη. Σε ότι αφορά την αξίωση ποσού €8.000 για την απωλεσθείσα αξία του επίδικου οχήματος των Εναγόντων, δεδομένου ότι αυτό κατέπεσε μέσα στην λίμνη της Ορόκλινης και καταστράφηκε ολοσχερώς, ο ΜΕ1 είπε ότι η ασφαλιστική εταιρεία Μινέρβα επισκέφθηκε τον χώρο που ήταν το αυτοκίνητο, στο γκαράζ του Ξύστρου στη Λάρνακα, και επιθεώρησε την ζημιά. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε, επίσης, στο σύστημα network που χρησιμοποιούν οι Ενάγοντες για την μεταφορά χρημάτων δεμάτων και αντικειμένων από πόλη σε πόλη και για τον αντίκτυπο που είχε το συγκεκριμένο ατύχημα στην εταιρεία. Ισχυρίστηκε ότι υπήρξε αδυναμία της Ενάγουσας εταιρείας να εξυπηρετεί άμεσα τους πελάτες της για μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι το σοβαρό πλήγμα που δέχθηκε επηρέασε αρνητικά την αξιοπιστία της και τον κίνδυνο διάλυσης της. Μίλησε ο ΜΕ1 για ισχυριζόμενη μείωση του κύκλου εργασιών των Εναγόντων για 4 μήνες μετά το επίδικο τροχαίο δυστύχημα, ήτοι από 24.1.2012 μέχρι 1.6.
  16. Κατά την εν λόγω 4μηνη περίοδο οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να μετριάσουν τη ζημιά τους με το να πληρώνουν ποσό των €200,- μηνιαίως (συνολικά €800) ως υπερωρίες προς τον υπάλληλο της Πάφου για να καλύψει τις εκκρεμούσες παραγγελίες της Λάρνακας - Παραλιμνίου. Τέλος, ο ΜΕ1 έκανε και μια αναφορά στην κοστολόγηση του πλήγματος στην αξιοπιστία της Ενάγουσας, δηλώνοντας ότι αυτή ανέρχεται στο ύψος του ποσού των €35.000,-. Πριν το δυστύχημα, η εταιρεία εργοδοτούσε συνολικά 5 υπαλλήλους (2 στη Λεμεσό, 1 στη Λευκωσία, 1 στη Λάρνακα - Αμμόχωστο) και είχε στόλο 4 οχημάτων. Μετά το δυστύχημα, η Ενάγουσα έχοντας απωλέσει το ένα από τα 4 οχήματα και τις υπηρεσίες του ενός υπαλλήλου της που κάλυπτε τη Λάρνακα - Αμμόχωστο, είχε σαν συνέπεια να μην εξυπηρετούνται οι πελάτες έγκαιρα ή/και όπως προηγουμένως, με αποτέλεσμα να προκαλούνται καθυστερήσεις και εκνευρισμός στους πελάτες, και πλήγμα στην αξιοπιστία της. Ενώ το 2011 η Ενάγουσα είχε κύκλο εργασιών €64.614 και είχε μπει σε ανοδική πορεία, αναμένοντας σταθερή αύξηση του κύκλου της κατά 50% το 2012, δηλαδή αναμένοντας ότι το 2012 ο κύκλος εργασιών της θα έφθανε τις €96.924, εντούτοις μετά το δυστύχημα η Ενάγουσα υπέστη τη μεγαλύτερη μείωση του κύκλου εργασιών της για 4 μήνες από Γενάρη μέχρι Μάη του 2012 και σταθεροποιήθηκε τους μήνες Ιούνιο μέχρι Αύγουστο 2012, καταλήγοντας να φτάνει ο κύκλος εργασιών της μόλις τις €68.
  17. Αντί δηλαδή να σημειώσει συνολική αύξηση κατά €32.310 (περί τις €2.692 μηνιαίως), υπέστη μείωση του κύκλου εργασιών της κατά €28.891 συγκριτικά προς ό,τι αναμενόταν. Υπέστη επομένως ζημιά τους 4 μήνες ανερχόμενη σε €10.
  18. Για το 2013 οι προβλέψεις πριν το δυστύχημα ήταν ότι θα σημειωνόταν αύξηση κύκλου εργσιών κατά 20%, ήτοι περί τις €35.
  19. Γι'αυτό και ο ΜΕ1 θεωρεί ότι το πλήγμα στην αξιοπιστία της Ενάγουσας εταιρείας ανέρχεται σε €35.000, περίπου. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 από τη συνήγορο Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 διαφάνηκε ότι αυτός δεν γνώριζε τις λεπτομέρειες πληρωμής του ποσού των €4.837 που έγινε κατ'ισχυρισμόν προς τους πελάτες των Εναγόντων επειδή κατ'ισχυρισμόν απωλέσθη εντός του οχήματος XXXXX
  20. Την πληρωμή προς τους πελάτες των Εναγόντων την έκανε το ελεγκτικό γραφείο των Εναγόντων και εισηγήθηκε στη συνήγορο Υπεράσπισης να καλέσει ή τον Οικονομικό Διευθυντή των Εναγόντων ή το Ελεγκτικό τους γραφείο για να λάβει τις διευκρινίσεις που ζητούσε. Παρομοίως, κατά την αντεξέτασή του από την ίδια συνήγορο, ο ΜΕ1 έδειξε να στηρίζει τον ισχυρισμό του ότι απωλέσθηκαν χρήματα εντός του επίδικου οχήματος των Εναγόντων, στη βάση πληροφόρησης που έτυχε από τον οδηγό κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος, κ. XXXXX Τσίκα, υπάλληλο των Εναγόντων. Με εμφανή αβεβαιότητα για το ποιο από τα δύο ίσχυε, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν βρέθηκε «το βαλιτσάκι ή το file» του εν λόγω οδηγού στο χώρο του ατυχήματος. Παραδέχθηκε την ίδια στιγμή, ότι ο ίδιος ο ΜΕ1 δεν επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος και δεν διενήργησε οποτεδήποτε επιτόπια έρευνα για να ψάξει για τα χρήματα που κατ'ισχυρισμόν απωλέσθηκαν, ούτε κατήγγειλε την απώλειά τους στην Αστυνομία. Παραταύτα, ο ΜΕ2 αρνήθηκε τις υποβληθείσες θέσεις της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ουδέποτε υπήρχαν εντός του επίδικου οχήματος των Εναγόντων τα εν λόγω χρήματα, γι'αυτό και ουδέποτε απωλέσθηκαν ή/και ουδέποτε χρειάστηκε να αποζημιώσουν τους πελάτες τους. Όταν η συνήγορος Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι δεν μπορεί να καταστράφηκαν τα χρήματα για το λόγο ότι το φορτηγό όχημα έπεσε σε λίμνη 20 εκατοστών, ο ΜΕ1 απάντησε λέγοντας «Δεν ήμουν στο χώρο του ατυχήματος». Όσον αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι αυτός δεν έχει άμεση προσωπική γνώση, αλλά αντλεί την πληροφόρηση από την Αστυνομική Έκθεση και από τον κ. XXXXX Τσίκα. Όσον αφορά την οδοντιατρική καρέκλα και την αξίωση ποσού €7.000 για αποζημίωση της εταιρείας M.A. MEDISAFE IMPORT & SERVICES LTD που είναι πελάτες των Εναγόντων, ο ΜΕ1 αρνήθηκε την υποβολή της συνηγόρου Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 για το ότι η απαίτηση αυτή ηγέρθηκε απλώς και μόνον για ν' αυξηθούν οι αξιούμενες αποζημιώσεις. Υπέδειξε ο ΜΕ1 ότι εκτιμητής ασφαλιστικών εταιρειών είδε ότι το συγκεκριμένο μηχάνημα υπέστη εκεταμένες ζημιές και ότι υπάρχει φωτογραφικό υλικό που το αποδεικνύει. Παραδέχθηκε όμως ο ΜΕ1 ότι ο ίδιος δεν πήγε στο χώρο του δυστυχήματος και συνεπώς δεν είδε αν η συγκεκριμένη οδοντιατρική καρέκλα μεταφερόταν εντός του επίδικου οχήματος των Εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εκ των υστέρων είδε ο ίδιος τις ζημιές της. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι αν οι Ενάγοντες δεν αποζημίωναν την εταιρεία M.A. MEDISAFE IMPORT & SERVICES LTD, αυτή δεν θα συνέχιζε να συνεργάζεται μαζί τους ενώ το πράττει. Αντέταξε στο σημείο αυτό η συνήγορος Υπεράσπισης, τη θέση της ότι η εν λόγω εταιρεία M.A. MEDISAFE IMPORT & SERVICES LTD συνδέεται με την εταιρεία των Εναγόντων, αφού στον Έφορο Εταιρειών είναι δηλωμένη η ίδια γραμματέας, κα XXXXX Μαρνέρου, και για τις δύο εταιρείες. «Δεν το γνωρίζω, ούτε μας αφορά σαν εταιρεία», ήταν η απάντηση του ΜΕ
  21. Ακολούθως, η συνήγορος Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 αντεξέτασε τον ΜΕ1 αναφορικά με το αξιούμενο ποσό των €8.000 για τη ζημιά του επίδικου οχήματος των Εναγόντων. Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι το ποσό αυτό είναι ως η εκτίμηση του εκτιμητή που έστειλαν οι Εναγόμενοι. Ο ΜΕ1 επέμεινε ότι οι Εναγόμενοι (χωρίς να διευκρινίζει ποιος ή ποιοι από αυτούς) απέστειλαν εκτιμητή, ο οποίος το έλεγξε, ενδεχομένως χωρίς αναγνώριση ευθύνης. Διατύπωσε την άποψη ο ΜΕ1, χωρίς να επεξηγεί από πού αντλούσε αυτή την πληροφόρηση ή αν είχε ο ίδιος εμπειρογνωμοσύνη για να διατυπώνει τέτοια εκτίμηση, ότι το όχημα των Εναγόντων το 2012 είχε αξία μεταξύ €8.000 - €10.000 και ότι αν αγοραζόταν καινούριο εκείνη την περίοδο η τιμή του ήταν γύρω στις €20.
  22. Απεναντίας, η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι η αξία του επίδικου οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο προ του δυστυχήματος ήταν κατά πολύ μικρότερη από €8.
  23. Όσον αφορά την αξίωση αποζημιώσεων για την πληρωμή υπερωριών, ο ΜΕ1 κατονόμασε τον υπάλληλο στον οποίο πληρώθηκαν υπερωρίες €200 μηνιαίως, λέγοντας ότι επρόκειτο για τον κ. XXXXX Νικολάου από Πάφο. Υπεβλήθη στον ΜΕ1 ότι ουδέποτε πλήρωσαν οι Ενάγοντες τέτοιο ποσό αποζημιώσεων. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής των υπερωριών στον εν λόγω υπάλληλο. Αντεξετάστηκε ο ΜΕ1 και σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για απώλεια κύκλου εργασιών της Ενάγουσας. Είπε ο ΜΕ1 ότι η εταιρεία μετά το επίδικο δυστύχημα είχε «ακρωτηριαστεί». Το ατύχημα ήταν τεράστιο και ο κ. XXXXX Τσίκας, που εμπλέκετο, υπέστη σιοκ. Ανάρρωνε. Η εταιρεία των Εναγόντων δεν ενοικίασε άλλο όχημα για αναπλήρωση του επίδικου, αφού δεν θα είχε υπάλληλο να το οδηγεί. Δεν θα μπορούσαν να βάλουν από τη μια μέρα στην άλλη νέο οδηγό σε αυτού του είδους τη δουλειά που διεκπεραίωναν οι Ενάγοντες. Χρειάζεται 2 - 3 μήνες ένας υπάλληλος για να προσαρμοστεί. Απαντώντας στην υποβολή της συνηγόρου Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 ότι ήταν αδικαιολόγητα μεγάλο το χρονικό διάστημα των 4 μηνών για να μην λάβει άλλα μέτρα μείωσης της ζημιάς της η Ενάγουσα εταιρεία, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι, λογιστικά, αν προσλάμβαναν άλλο υπάλληλο και αν αγόραζαν νέο όχημα, θα ήταν ασύμφορο. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη μείωση της αξιοπιστίας της Ενάγουσας, από την αναστάτωση που προκλήθηκε στους πελάτες της, ο ΜΕ1 εισηγήθηκε στην συνήγορο Υπεράσπισης, η οποία αμφισβήτησε ως αδικαιολόγητο το αξιούμενο ποσό αποζημιώσεων, να καλέσουν τον Οικονομική Διευθυντή των Εναγόντων ή τον ελεγκτικό οίκο M. Marnerou & Co. Ltd για να το επεξηγήσει. Δεν δίστασε ο ΜΕ1 να παραδεχθεί ότι ο εν λόγω ελεγκτικός οίκος συνδέεται με την Ενάγουσα Εταιρεία υπό την έννοια ότι οι δύο εταιρείες έχουν την ίδια διευθύντρια, ήτοι την κα XXXXX - XXXXX Μαρνέρου, όπως επίσης ότι έχουν την ίδια γραμματέα, ήτοι την κα XXXXX Μαρνέρου. Η συνήγορος Υπεράσπισης των Εναγομένων 3 και 4 υιοθέτησε το περιεχόμενο της αντεξέτασης που έκανε στον ΜΕ1 η συνήγορος των Εναγομένων 1 και
  24. Αυτό το οποίο πρόσθετα εξέτασε η ίδια ήταν το κατά πόσον στο επίδικο όχημα των Εναγόντων υπήρχε κάποιο χρηματοκιβώτιο όπου να φυλάσσονταν τα χρήματα που τυχόν να μεταφέρονταν ή αν ο οδηγός είχε κάποιο βαλιτσάκι ή ένα απλό φάκελο. Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι ήταν ασύμφορο να έχουν χρηματοκιβώτιο, λόγω του βάρους που θα συνεπαγόταν για το όχημα. Ο οδηγός είχε απλώς ένα file. Περαιτέρω, η ΜΕ1 υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα Εταιρεία έχει την ίδια διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου με αυτήν που έχει η εταιρεία D.T. DIGITALTECH LIMITED, της οποίας κατ' ισχυρισμόν τα χρήματα μεταφέρονταν επί του επίδικου οχήματος των Εναγόντων και απωλέσθηκαν (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α). Το αρνήθηκε ο ΜΕ
  25. Υπεβλήθη στον ΜΕ1 ότι ουδέποτε έστειλαν οι Εναγόμενοι 3 και 4 δικό τους εκτιμητή για να εκτιμήσει τη ζημιά του επίδικου οχήματος των Εναγόντων. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι αυτό του είχε δηλώσει ο υπεύθυνος του γκαράζ όπου βρισκόταν το όχημα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕ
  26. Η κα XXXXX XXXXX Μαρνέρου (στο εξής «η ΜΕ2») υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (βλ. το Έγγραφο Γ). Όπως εκεί αναφέρει, η ΜΕ2 είναι λογίστρια, εγκεκριμένη ελεγκτής και εγγεγραμμένη στον Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου (ΣΕΛΚ) από το
  27. Ασκεί τις λογιστικές και ελεγκτικές της εργασίες μέσω της εταιρείας M. MARNEROU & CO LTD, στην οποία η ΜΕ2 είναι η μόνη μέτοχος όπως φαίνεται στο Πιστοποιητικό Μετόχων που εξέδωσε ο Έφορος Εταιρειών (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Γ). Η ΜΕ2 είναι συγχρόνως διευθύντρια της εν λόγω εταιρείας όπως φαίνεται στο Πιστοποιητικό Διευθυντών που επίσης εξέδωσε ο Έφορος Εταιρειών (βλ. Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Γ). Πέραν της προαναφερόμενης εταιρείας, η ΜΕ2 ίδρυσε και την Ενάγουσα εταιρεία Wallabies Network Trading Ltd στις 10.4.2009 (βλ. το Πιστοποιητικό Σύστασης της εταιρείας - Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Γ). Η ΜΕ2 είναι Διευθύντρια της Ενάγουσας εταιρείας (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Γ). Πρόκειται για εταιρεία ταχυμεταφορών. Όπως εξήγησε η ΜΕ2, η ίδια δημιούργησε την εταιρεία ταχυμεταφορών επειδή ήθελε να εκμεταλλευθεί το πελατολόγιο που είχε δημιουργήσει στη λογιστική εταιρεία M. MARNEROU & CO LTD, το οποίο είχε μεγαλώσει σημαντικά. Θεώρησε ότι θα ήταν μια επικερδής επενδυτική κίνηση η δημιουργία μιας εταιρείας ταχυμεταφορών προς εξυπηρέτηση εκείνου του πελατολογίου. Συγχρόνως, προσδοκούσε τη δημιουργία νέου πελατολογίου για τη λογιστική εταιρεία μέσω της νέας αυτής εταιρείας ταχυμεταφορών. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι, λόγω ακριβώς του μορφωτικού και επαγγελματικού της υπόβαθρου, η ίδια ανέλαβε την οικονομική διαχείριση και τον έλεγχο της Ενάγουσας εταιρείας από την ημερομηνία σύστασής της μέχρι και τώρα. Αντίθετα, ο ΜΕ1 ασχολείται με πρακτικά ζητήματα της Εταιρείας, όπως, για παράδειγμα, με τον έλεγχο των οδηγών και τον τρόπο λήψης και παράδοσης των εμπορευμάτων. Πριν από την ίδρυση της Ενάγουσας εταιρείας, ο ΜΕ1 εργαζόταν για πάνω από 25 χρόνια ως μηχανικός αυτοκινήτων στη Renault, τη Mercedes και την Opel, απ' όπου απέκτησε μηχανικές γνώσεις και ικανότητες για να διαχειριστεί το τεχνικό κομμάτι της Ενάγουσας εταιρείας. Η εταιρεία διεξάγει τις εργασίες της βάσει άδειας από τον Επίτροπο Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Οι ταχυμεταφορές που διεξάγει η Ενάγουσα αφορούν σε παραλαβή και παράδοση δεμάτων, χρημάτων και γενικά κινητών αντικειμένων από πόλη σε πόλη σε ολόκληρη την Κύπρο. Το δίκτυό της στηρίζεται σε στόλο 4 οχημάτων, μεταξύ των οποίων είναι και το επίδικο βαν όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX98, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Ενάγουσας (βλ. το Πιστοποιητικό Εγγραφής ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α). Η ΜΕ2 αναφέρθηκε στον τρόπο που αυτή έμαθε για το τροχαίο ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη το επίδικο όχημα της Ενάγουσας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, την 24.1.2012 και ενώ η ίδια βρισκόταν σε ραντεβού, έλαβε ένα τηλεφώνημα από τον εξάδελφό της κ. XXXXX Γρηγορίου, ο οποίος διαμένει μόνιμα στην Ορόκλινη, ο οποίος της ανέφερε ότι όχημα της Ενάγουσας είχε πέσει μέσα στη λίμνη της Ορόκλινης και ότι ο οδηγός του μάλλον πέθανε. Αυτή επιχείρησε να επικοινωνήσει με τον οδηγό κ. XXXXX Τσίκα, για να πληροφορηθεί για την κατάσταση της υγείας του, χωρίς όμως να έχει ανταπόκριση. Τότε αυτή ενημέρωσε τον ΜΕ1 για όσα την πληροφόρησε ο ξάδερφός της και συζήτησε με τον ΜΕ1 για τα εμπορεύματα και τις αντικαταβολές που μετέφερε ο οδηγός στο επίδικο όχημα. Συνεχίζει η ΜΕ2 στη γραπτή της δήλωση (βλ. παρα. 15) και λέγει, αναφερόμενη στη συζήτηση που αυτή είχε με τον ΜΕ1, ότι꞉ «Έτσι πληροφορήθηκα ότι ο οδηγός μας μετέφερε χρήματα τα οποία εισέπραξε από τους οδηγούς μας, οι οποίοι τα είχαν εισπράξει από τους πελάτες των πελατών μας την προηγούμενη μέρα. Συγκεκριμένα, από τους κ.κ. P&P TYRESCY Ltd, αφού τους παραδόθηκαν λάστιχα αυτοκινήτων, ως επίσης χρήματα από τους πελάτες της εταιρείας D.T. DIGITALTECH LIMITED μετά από την παράδοση ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλων ηλεκτρονικών εμπορευμάτων. Επίσης, στο αυτοκίνητο μεταφερόταν μια καρέκλα οδοντιάτρου της εταιρείας M.A. MEDISAFE IMPORT & SERVICES LTD, ιδιοκτησίας της αδερφής της ΜΕ2, κας XXXXX Μαρνέρου.». Ήταν ο ισχυρισμός της ΜΕ2 ότι τα ποσά που εισπράχθηκαν για λογιαριασμό των πιο πάνω πελατών τους, βρίσκονταν μέσα στο τσαντάκι του οδηγού Παναγιώτη Τσίκα, το οποίο χάθηκε μέσα στη λίμνη της Ορόκλινης. Η ΜΕ2 ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι η Ενάγουσα αποζημίωσε τις εταιρείες P&P TYRESCY LΤΔ και D.T. DIGITALTECH LIMITED για τα εισπραχθέντα ποσά που απωλέσθηκαν κατά το δυστύχημα. Παρουσίασε ως απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού, φωτοαντίγραφο επιταγής ποσού €1867 που εκδόθηκε στις 17.2.2012 από την Ενάγουσα εταιρεία προς την P&P TYRESCY LΤΔ (βλ. Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Γ) και επιστολή ημερ. 10.4.2012 όπου η D. T. DIGITALTECH LIMITED (βλ. το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Γ) βεβαιώνει προς την Ενάγουσα ότι μετά την είσπραξη διαφόρων ποσών που ανέρχονται συνολικά σε €2,969.85σ. δεν διατηρεί πλέον οποιαδήποτε άλλη απαίτηση από την Ενάγουσα. Όσον αφορά την καρέκλα οδοντιάτρου, που ανήκε στην εταιρεία M.A. MEDISAFE IMPORT & SERVICES LTD, ιδιοκτησίας της αδερφής της ΜΕ2, κας XXXXX Μαρνέρου, η ΜΕ2 στη γραπτή της δήλωση δεν αναφέρει αν καταβλήθηκε κάποιο ποσό στην εν λόγω εταιρεία ως αποζημίωση από την Ενάγουσα. Το μόνο που αναφέρει η ΜΕ2 στις παρα. 21 και 22 του Εγγράφου Γ, είναι ότι, από πληροφόρηση που έλαβε από την αδερφή της, η αξία της εν λόγω καρέκλας, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς κατά το δυστύχημα, ανερχόταν σε €7.000 και ότι η αξία αυτή είναι ως η εκτίμηση στην οποία προέβη εκτιμητής της ασφαλιστικής εταιρείας ΜΙΝΕΡΒΑ, δηλαδή της ασφαλιστικής των Εναγομένων 3 και 4, ο οποίος εκτιμητής επισκέφθηκε τα γραφεία της M.A. MEDISAFE IMPORT & SERVICES LTD. Η ΜΕ2 κατέθεσε, επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου την εκτίμηση του ιδίου εκτιμητή της ασφαλιστικής εταιρείας ΜΙΝΕΡΒΑ, κου XXXXX Ο' Μαχόνι, αναφορικά με το επίδικο όχημα ιδιοκτησίας των Εναγόντων με αριθμό εγγραφής XXXXX98, μάρκας VAUXHALL VAN, η οποία είχε περιέλθει πρόσφατα στην κατοχή της ΜΕ2, ως ανέφερε (βλ. το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Γ). Όπως ενημερώθηκε η ΜΕ2, ο συγκεκριμένος εκτιμητής μετέβη στο γκαράζ επιδιορθώσεων οχημάτων του κ. Ξύστρου και επιθεώρησε τη ζημιά που υπέστη το όχημα κατά το δυστύχημα. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι βάσει της εκτίμησης, η αξία του επίδικου οχήματος, μαζί με τη μηχανή του, ανερχόταν κατά την ημερομηνία του δυστυχήματος σε €8.000 και από το δυστύχημα το όχημα καταστράφηκε ολοκοσχερώς. Επιπλέον, η ΜΕ2 αναφέρθηκε στις απώλειες του κύκλου εργασιών, λόγω της καταστροφής του επίδικου οχήματος που προηγουμένως εκτελούσε το δρομολόγιο Λεμεσού - Λάρνακας - Αμμοχώστου και της αχρησίας του για περίοδο 4 μηνών από 24.1.2012 μέχρι 1.6.
  28. Τα έσοδα της εταιρείας μειώθηκαν περί τις €2.500 μηνιαίως, ήτοι συνολικά κατά €10.000, ενώ προκλήθηκαν έξοδα σε ότι αφορά την καταβολή υπερωριών €200 μηνιαίως για διάστημα 4 μηνών ως ανωτέρω. Οι υπερωρίες πληρώθηκαν προς τον υπάλληλο της Πάφου για να καλύψει τις εκκρεμούσες παραγγελίες της Λάρνακας - Παραλιμνίου που είχε η εταιρεία των Εναγόντων. Η ΜΕ2 δεν παρουσίασε αντίγραφο μισθολογίου του υπαλλήλου που κατ' ισχυρισμόν έλαβε τις υπερωρίες. Όσον αφορά την εκτίμησή της για την απώλεια κύκλου εργασιών της τάξεως των €10.000 για τους προαναφερθέντες 4 μήνες, καθώς επίσης για το ισχυριζόμενο πλήγμα στην αξιοπιστία της Ενάγουσας εταιρείας το οποίο η ΜΕ2 εκτιμά ότι ανήλθε σε ζημιά €35.000, η ΜΕ2 παρουσίασε ως αποδεικτικό στοιχείο την Οικονομική Έκθεση την οποία η ίδια ετοίμασε υπό την ιδιότητά της ως λογίστριας, επισυνάπτοντας σε αυτήν τους Ελεγμένους Λογαριασμούς για τα έτη 2011 - 12, τους οποίους ετοίμασαν οι ελεγκτές S. C. Audit Ltd, στους οποίους βασίστηκε κατά την ετοιμασία της Έκθεσής της. Ειδικότερα όπως ανέφερε στο Δικαστήριο με βάση τις οικονομικές καταστάσεις του έτους 2011, φαίνεται ότι η Εταιρεία το έτος 2011, είχε κύκλο εργασιών €64.614,- και είχε μπει σε μια ανοδική πορεία και ο κύκλος εργασιών της αυξανόταν σταθερά. Κατά το επόμενο έτος, όπως ήταν οικονομικά αναμενόμενο, το έτος 2012 θα υπήρχε μια αύξηση της τάξεως του 50%. Ο κύκλος εργασιών για το έτος 2012 θα έφτανε δηλαδή στις €96.924,- και θα αυξανόταν ακόμα 20% για το έτος 2013 με αναμενόμενο κύκλο εργασιών τις €116.308,- . Κατά τη διάρκεια του έτους 2012 θα υπήρχε μια αύξηση των εσόδων της επιχείρησης στο ύψος του ποσού των €32.310,- (€96.924,- μείων €64.614,), ποσό το οποίο εάν κατανεμηθεί μέσα στο χρόνο (δια 12 μήνες) ισούται με €2.692,- περίπου το μήνα αύξηση του κύκλου εργασιών. Αντ'αυτού, όπως φαίνεται από τις οικονομικές καταστάσεις του έτους 2012 (μέχρι τον Αύγουστο), τη μεγαλύτερη μείωση του κύκλου εργασιών η εταιρία την είχε τους τέσσερις επόμενους μήνες που ακολουθούν το επίδικο τροχαίο ατύχημα, δηλαδή τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2012, ενώ παρατηρήθηκε μια σταθεροποίηση τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο του έτους
  29. Έπεται ότι η ζημιά που υπέστη η εταιρεία ως εκ της μείωσης του κύκλου εργασιών τους τέσσερις μήνες μετά το τροχαίο δυστύχημα (€2.692 @ μήνα), ανέρχεται στο ποσό των €10.
  30. Παράλληλα, η ΜΕ2 είπε ότι, εξαιτίας του ατυχήματος, ο κύκλος εργασιών της Ενάγουσας για το έτος 2012, έφτασε τις €68.033 αντί στο αναμενόμενο πόσο των €96.
  31. Έπεται ότι η εταιρεία είχε μια μείωση ύψους €28.
  32. Εάν το ποσό αυτό πολλαπλασιαστεί με το ποσοστό των 20% που είναι η αναμενόμενη αύξηση για το έτος 2013, αθροίζεται στο ύψος του ποσού περίπου των €34.669 ή €35.
  33. Κατ'αυτόν τον τρόπο η ΜΕ2 υπολόγισε το πλήγμα στην αξιοπιστία της εταιρείας, ζητώντας να αποζημιωθεί η Ενάγουσα με ποσό €35.
  34. Κατά την αντεξέτασή της από τη συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2, η ΜΕ2 παραδέχθηκε ότι αυτή δεν είχε επισκεφθεί το χώρο του δυστυχήματος, αφού εκείνη την ημερομηνία βρισκόταν σε ραντεβού στη Λεμεσό. Τις πληροφορίες για το δυστύχημα τις έλαβε από τον ξάδερφό της, από τον ΜΕ1 και από φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες. Παραδέχθηκε η ΜΕ2 ότι οι Οικονομικές Καταστάσεις που επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Γ, δεν είναι ονομαστικές και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από αυτές αν πληρώθηκαν υπερωρίες σε κάποιον υπάλληλο, ούτε αν συνέχισε η Ενάγουσα να πληρώνει μισθό στον οδηγό του επίδικου οχήματος κ. XXXXX Τσίκα τους 4 μήνες που κατ'ισχυρισμόν ανάρρωνε. Περαιτέρω, οι αναφορές σε έξοδα δεν παρατίθονταν σε μηνιαία βάση, έτσι ώστε να μπορεί να διακριβωθεί πώς διαφοροποιήθηκαν από μήνα σε μήνα. Υπάρχει απλώς μία γενική αναφορά για έξοδα μισθών της Ενάγουσας. Η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στη ΜΕ2 ότι τα ποσά αυτά δεν φαίνονται στις Οικονομικές Καταστάσεις γιατί ακριβώς ουδέποτε πληρώθηκαν, ενώ η ΜΕ2 απάντησε ότι ο λόγος που δεν φαίνονται είναι διότι σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα μπαίνουν σύνολα στις καταστάσεις και όχι αναλυτικά κατά όνομα. Κληθείσα η ΜΕ2 να επεξηγήσει πού στηρίζει τον ισχυρισμό της ότι, εάν δεν συνέβαινε το δυστύχημα, η Ενάγουσα θα είχε κατά το έτος 2012 μια αύξηση της τάξεως του 50% στον κύκλο εργασιών της, η ΜΕ2 απάντησε ότι το στηρίζει στο γεγονός ότι η Ενάγουσα πέτυχε αυτή την αύξηση το 2013! Τούτο, όμως, το δήλωσε η ΜΕ2 χωρίς να προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου ως αποδεικτικό στοιχείο τις Οικονομικές Καταστάσεις της Ενάγουσας για το έτος
  35. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι επειδή ήταν στα αρχικά στάδια της η εταιρεία, αναμενόταν ότι το 2012 θα είχε 50% αύξηση κύκλου εργασιών συγκριτικά προς το 2011 και ότι τις επόμενες χρονιές θα είχε αύξηση 20%. Ενδεικτικά, η ΜΕ2 επικαλέστηκε την Οικονομική Κατάσταση του 2017, από την οποία προκύπτει ότι η εταιρεία πέτυχε €140.000 κύκλο εργασιών. Αυτή, όμως, η Οικονομική Κατάσταση δεν βρίσκεται ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου, για να ελεγχθεί η αξιοπιστία της δήλωσης. Υποβλήθηκε στη ΜΕ2 ότι τα κέρδη μιας εταιρείας υπολογίζονται αν αφαιρεθούν από τα έσοδα τα έξοδα, θέση με την οποία η ΜΕ2 συμφώνησε. Υποδείχθηκε στη ΜΕ2 ότι αυτή αναφέρθηκε μόνο σε μείωση εσόδων, χωρίς να αποκαλύψει αν υπήρξε και μείωση εξόδων. Ήταν τότε η θέση της ΜΕ2 ότι τα πάγια έξοδα της Ενάγουσας εταιρείας δεν μεταβλήθηκαν, δηλαδή ο μισθός των υπαλλήλων, τα έξοδα αυτοκινήτων, οι άδειες κυκλοφορίας, όλα έμειναν σταθερά, ανεξαρτήτως της μείωσης των εργασιών της εταιρείας. Υποβλήθηκε στη ΜΕ2 ότι οι Οικονομικές Καταστάσεις που αυτή κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο είναι ελλιπείς και ότι δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κύκλος εργασιών της Ενάγουσας έχει μειωθεί ως αποτέλεσμα του επίδικου δυστυχήματος. Διαφώνησε η ΜΕ
  36. Της υποβλήθηκε, επίσης, ότι οι οικονομικές καταστάσεις στις οποίες βασίστηκε η οικονομική της μελέτη είναι αναξιόπιστες, επειδή έγιναν από την ίδια ως διευθύντρια και ιδιοκτήτρια τόσο του ελεγκτικού γραφείου όσο και της εταιρείας των Εναγόντων και ως εκ τούτου είναι αναξιόπιστες. Απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό η ΜΕ2, λέγοντας ότι τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις δεν τις ετοιμάζει η ίδια, αλλά άλλος ελεγκτικός οίκος, ήτοι η SC Audit Ltd. Της υποβλήθηκε επίσης η οικονομική μελέτη που έχει παρουσιάσει, δεν είναι αντικειμενική ούτε ελεύθερη από επηρεασμό προσωπικών συμφερόντων. Διαφώνησε η ΜΕ2, λέγοντας ότι η μελέτη είναι βασισμένη σε νούμερα, πίσω από τα νούμερα υπάρχουν τεκμήρια, οπόταν δεν είναι η προσωπική της άποψη, είναι τεκμηριωμένη ανάλυση, αφού πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν τιμολόγια, υπάρχουν οι φορολογικές δηλώσεις της εταιρείας στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. και, αν υπάρχει αμφισβήτηση, οι Εναγόμενοι μπορούν να ζητήσουν αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων της εταιρείας. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι ο ισχυρισμός της για αύξηση του κύκλου εργασιών για το 2013 κατά 20% είναι πλασματικός. Διαφώνησε η ΜΕ2 και δήλωσε πρόθυμη να παρουσιάσει τις πρωτότυπες οικονομικές καταστάσεις του 2013, τις οποίες είχε φέρει μαζί της στο Δικαστήριο. Τέλος, υποβλήθηκε στη ΜΕ2 ότι η όποια μείωση του κύκλου εργασιών της Ενάγουσας δεν οφείλεται στο ατύχημα και οφείλεται σε παράγοντες άσχετους με αυτό. Και πάλιν διαφώνησε η ΜΕ
  37. Υπεδείχθη στη ΜΕ2 ότι στην οικονομική κατάσταση για το έτος 2011 (Τεκμήριο 10 υπό Έγγραφο Γ), ως επίσης στο Τεκμήριο 11 υπό Έγγραφο Γ για το έτος 2012 στη σελίδα 2 και στις δύο περιπτώσεις το ελεγκτικό γραφείο SC Audit Ltd αναφέρει, στην παράγραφο που αφορά στην «Ανασκόπηση της τρέχουσας κατάστασης, προβλεπόμενες εξελίξεις και σημαντικοί κίνδυνοι», ότι η εξέλιξη της εταιρείας μέχρι και σήμερα, τα οικονομικά της αποτελέσματα, η οικονομική της θέση όπως παρουσιάζεται στις οικονομικές καταστάσεις δεν θεωρούνται ικανοποιητικά και το διοικητικό συμβούλιο καταβάλλει προσπάθεια για περιορισμό των ζημιών. Δεν αρνήθηκε την ύπαρξη αυτής της παραγράφου η ΜΕ
  38. Περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι꞉ «Το 2011 ήταν η πρώτη χρονιά της εταιρείας και οι περισσότερες εταιρείες κατά την πρώτη χρονιά λειτουργίας κάνουν ζημιές, τη δεύτερη χρονιά μετριάζουν τις ζημιές ή κάμνουν κέρδη και πάνε στην κερδοφορία. Ήταν λογικό το 2011 να είχε ζημιές μέχρι να μπορεί να σταθεί και το 2012 θα είχαμε κερδοφορία, αλλά λόγω του δυστυχήματος δεν κατέστη δυνατό.». Στη συνέχεια, η ΜΕ2 αντεξετάστηκε από την συνήγορο των Εναγομένων 3 και 4, η οποία κατά τα λοιπά υιοθέτησε το περιεχόμενο της αντεξέτασης που έκανε η συνήγορος των Εναγομένων 1 και
  39. Η συνήγορος θέλησε να αναδείξει το ελλειπές σχέδιο προστασίας και φύλαξης των χρημάτων που οι Ενάγοντες αναλάμβαναν να μεταφέρουν στους πελάτες τους, αφ' ης στιγμής τα χρήματα αυτά παραλαμβάνονταν από τους οδηγούς της εταιρείας από την προηγουμένη μέρα, φυλάττονταν στο σπίτι τους μέχρις ότου κάνουν την ταχυμεταφορά την επομένη, δεν τηρούσαν κάποιο σύστημα ασφαλείας εντός του οχήματος της ταχυμεταφοράς, όπως για παράδειγμα τη φύλαξή τους σε χρηματοκιβώτιο εντός του οχήματος, παρά μόνο τα έβαζαν σε τσαντάκι του οδηγού ή σε φάκελο, που ακόμη και τούτο ήταν εκτός του ελέγχου των Εναγόντων. Ουδείς μπορεί να γνωρίζει αν ο οδηγός τα κράτησε στο σπίτι του ή αν πράγματι τα μετέφερε στο όχημα και πού μέσα στο όχημα. Σίγουρα η ΜΕ2 δεν μπορούσε να απαντήσει σε βεβαιότητα για το πώς έπραξε ο οδηγός του επίδικου οχήματος τη συγκεκριμένη μέρα, παρά μόνο στηριζόταν στην πεποίθησή της ότι επρόκειτο για έμπιστο οδηγό, που δεν είχε λόγο να τα κλέψει. Δεν είναι εφικτό να υπάρχει χρηματοκιβώτιο μέσα στο βαν, ούτε είθισται ούτε γίνεται από πρακτικής πλευράς. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕ
  40. Η κα XXXXX Μαρνέρου (ΜΕ3), η οποία είναι αδερφή της ΜΕ2, δήλωσε ότι ασχολείται μέσω της εταιρείας της, M.A. MEDISAFE IMPORT & SERVICES LTD, με την εισαγωγή, διανομή, εγκατάσταση οδοντιατρικών μηχανημάτων και αναλώσιμων σε παγκύπρια βάση. Η εν λόγω εταιρεία χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες της Ενάγουσας εταιρείας για τη διανομή των εμπορευμάτων της στους πελάτες που έχει ανά το παγκύπριο. Η ΜΕ3 δήλωσε ότι γνωρίζει πως ένα όχημα των Εναγόντων ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, ενόσω μετέφερε «σε μας στη Λεμεσό από τη Λάρνακα μια οδοντιατρική έδρα, την οποία έπιασε από κάποιο πελάτη μας για να τη μεταφέρει στα γραφεία μας». Διευκρίνισε επίσης η ΜΕ3 ότι η εν λόγω οδοντιατρική έδρα «στα γραφεία μας ήρθε κτυπημένη μετά από 2 μέρες από το δύστυχημα κι επικοινώνησε μαζί μας κάποιος κύριος εκτιμητής της ασφάλειας, όπου και είδε το μηχάνημα και κατέγραψε τις ζημιές». Θυμόταν η ΜΕ3 ότι ο εκτιμητής ήταν της ασφαλιστικής εταιρείας ΜΙΝΕΡΒΑ. Πρόσθεσε η ΜΕ3 ότι η εν λόγω καρέκλα οδοντιάτρου ήταν μεταχειρισμένη, η αξία της οποίας ανερχόταν στις €7.
  41. Δεν διορθώθηκε, αφού είχαν σπάσει τα πλαστικά της, ζάβωσαν τα σίδερα της κατασκευής της, η λάμπα κόπηκε, το ίδιο και οι βραχίονες. Δεν δίστασε να σημειώσει η ΜΕ3 ότι η εταιρεία της, M.A. MEDISAFE IMPORT & SERVICES LTD, δεν έχει ακόμη αποζημιωθεί από την Ενάγουσα εταιρεία, τούτο διότι «η αδερφή μου (ΜΕ2) εξήγησε μου ότι υπήρχε η διαδικασία από την ασφάλεια, οπότε δεν ήθελα να πιέσω την αδερφή μου για να μου δώσει χρήματα αφού περίμενε ν' αποζημιωθεί από την ασφάλεια». Κατέληξε η ΜΕ3 λέγοντας «Αναμένω ν'αποζημιωθώ». Κατά την αντεξέταση της ΜΕ3 από τη συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2, αυτή διευκρίνισε περαιτέρω ότι η Ενάγουσα εταιρεία φρόντισε για τη μεταφορά της σπασμένης πλέον οδοντιατρικής έδρας στα γραφεία της εταιρείας M.A. MEDISAFE IMPORT & SERVICES LTD στη Λεμεσό μετά το δυστύχημα. Απαντώντας σε υποβολή της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι είναι υπερβολικό το ποσό των €7.000 που ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασής της ότι αξιώνει για την αξία της εν λόγω οδοντιατρικής έδρας, η ΜΕ3 διαφώνησε και προκάλεσε τη συνήγορο Υπεράσπισης να στοιχειοθετήσει η ίδια τη θέση της αν θεωρεί ότι αξίζει €5.000 ή €2.000 ή τίποτα. Περαιτέρω, απαντώντας σε υποβολή της ιδίας συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι η οδοντιατρική έδρα δεν υπέστη οποιεσδήποτε ζημιές συνεπεία του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, η ΜΕ3 απάντησε λέγοντας ότι «Αν πιάσουμε μια έδρα και ξανακάμουμε το όχημα πώς έγινε, αυτό το ανακάτωμα όλο, στην κρίση σας αν έπαθε ζημιά!». Αντεξετάστηκε η ΜΕ3 και από τη συνήγορο των Εναγομένων 3 και 4 αναφορικά με το αν η ίδια έχει γνώσεις ειδικού εκτιμητή αντικειμένων όπως είναι η οδοντιατρική καρέκλα. Η απάντησή της ήταν «Των αντικειμένων που πουλώ, ξέρω τί πουλώ και τί αγοράζω». Κατά τα λοιπά, η συνήγορος των Εναγομένων 3 και 4 υιοθέτησε το περιεχόμενο της αντεξέτασης της ΜΕ3 που διενήργησε η συνήγορος των Εναγομένων 1 και
  42. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕ
  43. Η κα XXXXX Λάρκου προσήλθε ως μάρτυρας (ΜΕ4) υπό την ιδιότητά της ως Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία είναι υπεύθυνη για τις ποινικές υποθέσεις. Της ζητήθηκε από τη συνήγορο των Εναγόντων να παρουσιάσει και να καταθέσει στο Δικαστήριο διάφορα έγγραφα από το φάκελο της Ποινικής υπόθεσης 10576/10 που σχηματίστηκε εναντίον του κ. XXXXX Ανδρέου (εδώ Εναγόμενου 3) σε σχέση το επίδικο τροχαίο δυστύχημα. Συγκεκριμένα, η ΜΕ4 κατέθεσε στο Δικαστήριο꞉ · Πιστό αντίγραφο του κατηγορητηρίου της Ποινικής υπόθεσης 10576/10 (βλ. το «Έγγραφο Δ»), η οποία καταχωρήθηκε στις 24.5.2012 από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας εναντίον του XXXXX Ανδρέου με κατηγορίες ότι διέπραξε τα ποινικά αδικήματα αμελούς οδήγησης και προσπεράσματος σε άσπρη συνεχή γραμμή, όταν στις 24.1.2012 και ώρα 10꞉40 αυτός οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX12 στη Λεωφ. Χρ. Αυξεντίου στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας. · Πιστό αντίγραφο της γραπτής κατάθεσης του Αστ. XXXXX, ημερομηνίας 27/02/2012 (βλ. το Έγγραφο Ε), ο οποίος ανέλαβε την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. · Πιστό αντίγραφο της γραπτής κατάθεσης του κ. XXXXX Τσίκα, ημερομηνίας 24/01/2012 (βλ. το «Έγγραφο ΣΤ»), που ήταν ο οδηγός του οχήματος XXXXX98, ιδιοκτησίας των Εναγόντων, το οποίο ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα. · Πιστό αντίγραφο της γραπτής κατάθεσης, ημερ. 24.1.2012, του κ. XXXXX XXXXX Michev (ΜΚ2 στην Ποινική υπόθεση 10576/10), στη μητρική του γλώσσα τα Βουλγάρικα (βλ. το «Έγγραφο Ζ»). · Πιστό αντίγραφο γραπτής κατάθεσης, ημερ. 28.1.2012, του κ. XXXXX Ανδρέου (βλ. «Έγγραφο Η»). · Πιστό αντίγραφο της πρωτόδικης Δικαστικής απόφασης της αδελφού Δικαστή Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ., στην Πονική υπόθεση 10576/12, ημερ. 17/07/2013 (βλ. «Έγγραφο Θ»), διά της οποίας ο Κατηγορούμενος XXXXX Ανδρέου καταδικάστηκε για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης ενώ αθωώθηκε και απαλλάγηκε στην κατηγορία για προσπέρασμα σε άσπρη συνεχή γραμμή. · Δέσμη από φωτογραφίες της σκηνής του επίδικου δυστυχήματος κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Ι. Ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση της ΜΕ4 με την κατάθεση των πιο πάνω τεκμηρίων. Η συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2 δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε αντεξέταση της ΜΕ4 επί της ουσίας του περιεχομένου των τεκμηρίων που κατέθεσε, παρά μόνο της ζήτησε όπως καταθέσει κάποια πρόσθετα έγγραφα από το φάκελο της Πονικής υπόθεσης 10576/12, ήτοι το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του επίδικου δυστυχήματος και το συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής, τα οποία πράγματι κατέθεσε η ΜΕ4 με ένδειξη Τεκμήρια ΙΑ και ΙΒ, αντίστοιχα. Η ΜΕ4 δεν αντεξετάστηκε καθόλου από τη συνήγορο των Εναγομένων 3 και
  44. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
  45. Ο προαχθείς πλέον σε θέση Λοχία υπ' αριθ. XXXXX, XXXXX Σπέτσιος κλήθηκε και έδωσε κατάθεση ως ΜΕ
  46. Επιβεβαίωσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι αυτός είχε αναλάβει τη διερεύνηση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος όταν συνέβηκε. Υιοθέτησε για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του που κατατέθηκε από την ΜΕ4 ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Ε». Επιβεβαίωσε ότι στο πλαίσιο των εξετάσεων που διενήργησε, αυτός έλαβε γραπτές καταθέσεις από τους τρεις ενεχόμενους οδηγούς, ήτοι από τον κ. XXXXX Ανδρέου (βλ. το «Έγγραφο Η»), τον κ. XXXXX Τσίκα (βλ. το «Έγγραφο Στ») και τον Βουλγαρικής καταγωγής κ. XXXXX XXXXX Michev (βλ. το «Έγγραφο Ζ»), η οποία κατάθεση μεταφράστηκε στην Ελληνική γλώσσα (βλ. το «Έγγραφο ΙΓ» που κατέθεσε ο ΜΕ5 στο παρών Δικαστήριο) με τη βοήθεια διερμηνέως κας XXXXX Κωνσταντίνου (βλ. το «Έγγραφο ΙΔ»). Φρεσκάροντας τη μνήμη του από τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Ε), ο ΜΕ4 περιέγραψε τα ευρήματά του στη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος ως εξής꞉ «Τη συγκεκριμένη μέρα, λήφθηκε τηλεφώνημα στον σταθμό από το κέντρο ελέγχου μηνυμάτων στη Λάρνακα, ότι στη Λεωφόρο Χρίστου Αυξεντίου στην Ορόκλινη, υπάρχει τροχαίο δυστύχημα με ενεχόμενο βυτιοφόρο και ότι στο ένα από τα 3 εμπλεκόμενα οχήματα, υπήρχε εγκλωβισμένο άτομο. Μετέβηκα στο μέρος μαζί με τον Λοχία XXXXX και στον Αστυφύλακα XXXXX, όπου εντόπισα τα 3 οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Το διπλοκάμπινο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX12, μάρκας Mitsubishi, βρισκόταν κάθετα στον δρόμο, κτυπημένο στο μπροστινό του μέρος, με τη μπροστινή πλευρά να βρίσκεται στη λωρίδα προς Ορόκλινη. Εντόπισα επίσης τον XXXXX Ανδρέου, οδηγό του πιο πάνω αυτοκινήτου, να βρίσκεται στο έδαφος, σε παρακείμενο χωμάτινο παγκέτο. Το αρθρωτό βυτιοφόρο, με αριθμούς εγγραφής XXXXX56, μάρκας Duff, βρισκόταν σε χαντάκι ύψους 2 μέτρων περίπου στη δεξιά πλευρά του δρόμου, το μπροστινό του μέρος να βρίσκεται στο χαντάκι και το πίσω μέρος να φτάνει μέχρι τη διαχωριστική του δρόμου περίπου. Κατά την επίσκεψη της σκηνής και κατά τις μετέπειτα εξετάσεις που διενήργησα με τις καταθέσεις που έλαβα, φαίνεται ότι ο οδηγός του XXXXX12, εισήλθε στην πορεία του βυτιοφόρου, αποκόπτοντας του την πορεία, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν και ακολούθως το βυτιοφόρο να κινηθεί δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του και να συγκρουστεί με το βαν, με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  47. Ακολούθως τα 2 τελευταία οχήματα, το αρθρωτό με το XXXXX98, κινήθηκαν πιο δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του βυτιοφόρου. Συγκρούστηκαν με το κιγκλίδωμα και κατέληξαν σε χαντάκι της λίμνης της Ορόκλινης. Αποτέλεσμα της δεύτερης σύγκρουσης, ήταν το βαν να αναποδογυριστεί κάτω από το μπροστινό μέρος του αρθρωτού βυτιοφόρου με τον εγκλωβισμό του οδηγού του XXXXX εντός αυτού. Διευκρινίζοντας τί εννοούσε με τον όρο «χαντάκι», ο ΜΕ5 εξήγησε ότι στο συγκεκριμένο σημείο που έγινε το δυστύχημα, ο δρόμος έχει υψομετρική διαφορά με το σημείο που κατέπεσαν τα δύο οχήματα. Είναι μέρος της λίμνης το εν λόγω χαντάκι και έχει μέσα νερό, χόρτα και λάσπη. Το όχημα των Εναγόντων (XXXXX98), βρισκόταν κάτω από το μπροστινό μέρος του αρθρωτού XXXXX56, αναποδογυρισμένο μέσα στις λάμπες. Επιβεβαίωσε, επίσης, ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX56 μάρκας DAF - βαρύ φορτηγό-βυτιοφόρο ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 2 και ο Εναγόμενος 3 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX12 μάρκας MITSUBISHI τύπου διπλοκάμπινο ιδιοκτησίας του Εναγόμενου
  48. Εναντίον του Εναγομένου 3, οδηγού του διπλοκάμπινου XXXXX12, ασκήθηκε ποινική δίωξη για αμελή οδήγηση και έχει καταδικαστεί σε 300 ευρώ πρόστιμο και 3 βαθμούς ποινής. Εναντίον της κας XXXXX XXXXX Μαρνέρου και εναντίον του XXXXX Τσίκα, οδηγού του οχήματος των Εναγόντων, ασκήθηκε η ποινική δίωξη υπ' αριθ. 88/2012, για τροχαίο αδίκημα, επί τω ότι ο κ. Τσίκας οδηγούσε το XXXXX98 χωρίς άδεια κυκλοφορίας από 31/12/2009, καθώς επίσης χωρίς ΜΟΤ, από 7/05/
  49. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ5 από τη συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2, ζητήθηκε από αυτόν να περιγράψει τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά το χρόνο του δυστυχήματος, καθώς επίσης την ορατότητα επί της οδού και τυχόν σήμανσή της. Ο ΜΕ5 ανέφερε ότι ο καιρός ήταν αίθριος, το οδόστρωμα στεγνό, το όριο του δρόμου ήταν καθορισμένο στα 50 km ανά ώρα. Στο σημείο του δυστυχήματος, ο δρόμος σύμφωνα με την πορεία του διπλοκάμπινου, είχε ελαφριά δεξιόστροφη στροφή με ορατότητα ικανοποιητική. Ήταν εμφανής η συνεχόμενη άσπρη γραμμή στον δρόμο στο σημείο της δεξιόστροφης καμπής. Είναι εμφανής στις φωτογραφίες ως το Έγγραφο Ι. Σε σχέση με το βυτιοφόρο όχημα XXXXX56, ο ΜΕ5 είπε ότι αυτό ήταν φορτωμένο καύσιμα, γι' αυτό χρειάστηκε να γίνει αποκοπή του δρόμου για πολλές ώρες, προκειμένου να μεταφερθεί το καύσιμο που μετέφερε σε άλλο βυτιοφόρο. Υπέδειξε ο ΜΕ5 επί του σχεδιαγραφήματος της σκηνής το σημείο της πρώτης σύγκρουσης μεταξύ του βυτιοφόρου και του διπλοκάμπινου ως το σημείο «Χ», το οποίο βρίσκεται εντός της πορείας του βυτιοφόρου. Το δεύτερο σημείο σύγκρουσης, μεταξύ του βυτιοφόρου και του βαν οχήματος των Εναγόντων, έγινε μέσα στην αντίθεση λωρίδα κυκλοφορίας, στο σημείο «Χ2». Η απόσταση ανάμεσα στο σημείο της πρώτης σύγκρουσης και το σημείο της δεύτερης σύγκρουσης είναι 34,60 μέτρα. Ανέφερε, επίσης, ο ΜΕ5 ότι ο οδηγός του διπλοκάμπινου οχήματος διαφώνησε με το σημείο σύγκρουσης Χ και υπέδειξε άλλο σημείο σύγκρουσης εντός της δικής του πορείας, το οποίο εμφαίνεται στο συμμετρικό σχεδιαγράφημα ως σημείο «Χ3». Απεναντίας, οι άλλοι δύο οδηγοί συμφώνησαν με το πρόχειρο σχέδιο. Ο ΜΕ5 έλεγξε, όπως είπε, την ταχύτητα του βυτιοφόρου σύμφωνα με τον ταχογράφο (βλ. το Έγγραφο ΙΕ) του οχήματος και διαπίστωσε ότι, μεταξύ των ωρών 10:00 και 11:00 π.μ. που επεσυνέβη το τροχαίο ατύχημα, η ταχύτητά του ήταν κάτω από 60 χιλ την ώρα. Όσον αφορά τη λίμνη της Ορόκλινης, ο ΜΕ5 εξήγησε ότι δεν είναι χώρος τέτοιου βάθους ώστε να μπορούσε να βυθιστεί ολόκληρο όχημα. Είναι στάσιμα νερά, όπου, όπως φαίνεται από τις φωτογραφίες (Έγγραφο Ι), το μπροστινό μέρος του οχήματος των Εναγόντων, δηλαδή οι θέσεις των επιβατών και ελαφρώς η καμπίνα μπήκε μέσα στα νερά και τη λάσπη. Ο ΜΕ5 διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν θυμόταν να άνοιξε το όχημα των Εναγόντων για να δει τί περιεχόμενο μετέφερε εντός του, αφού εκεί που βρισκόταν το όχημα δεν ήταν εφικτό να μπει ο ίδιος. Τέλος, ο ΜΕ5 αναφερόμενος στην εκδοθείσα απόφαση Δικαστηρίου (Έγγραφο Θ) δήλωσε ότι ο οδηγός του διπλοκάμπινου ευθυνόταν για τη σύγκρουση του διπλοκάμπινου με το βυτιοφόρο. Γενεσιουργός αιτία της πρώτης σύγκρουσης ήταν η παρεμβολή, δηλαδή η είσοδος, του οχήματος του διπλοκάμπινου στην πορεία του βυτιοφόρου. Όσον αφορά τη δεύτερη σύγκρουση, μεταξύ του βυτιοφόρου και του βαν των Εναγόντων, υποβλήθηκε στον ΜΕ5 από τη συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2 ότι εκείνη η σύγκρουση ήταν ουσιαστικά αναπόφευκτη μετά την πρώτη σύγκρουση, διότι ο οδηγός του βυτιοφόρου, ένεκα του όγκου του φορτίου καυσίμων που μετέφερε και του μεγάλου μεγέθους του βυτιοφόρου, καθώς επίσης ένεκα της μικρής απόστασης μεταξύ της πρώτης σύγκρουσης με της δεύτερης σύγκρουσης, ήταν αδύνατο να σταματήσει το όχημα του. Ο ΜΕ5 απάντησε στην εν λόγω υποβολή λέγοντας «Δεν το αμφιβάλλω». Κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο των Εναγομένων 3 και 4, ο ΜΕ5 δήλωσε ότι αυτός δεν έκαμε οποιανδήποτε εξέταση σχετικά με ταχύτητες των ενεχόμενων οχημάτων και εξακολουθεί να μην θεωρεί ότι η ταχύτητα των οχημάτων αποτέλεσε αιτία πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Την πεποίθησή του αυτή τη στηρίζει στο γεγονός ότι το όχημα XXXXX12, σύμφωνα με τη μαρτυρία, έκαμε στροφή, πράγμα που υποδηλοί ότι η ταχύτητα του ήταν μηδαμινή, το δε βυτιοφόρο έδειξε καθαρά την ταχύτητά του στον ταχογράφο, ενώ το βαν φαίνεται να ελάττωσε και να ήταν ήδη στο παγκέτο του δρόμου. Κανένα από τα τρία οχήματα δεν άφησε ίχνη τροχοπέδησης επί της οδού, άρα ουδείς οδηγός πάτησε φρένα. Κατά την εκτίμηση του ΜΕ5 το σημείο «Χ3» που υπέδειξε ο οδηγός του διπλοκάμπινου ως δήθεν σημείο σύγκρουσης, δεν είχε καμία σχέση με τη σύγκρουση. Απεναντίας, όπως εξήγησε ο ΜΕ5, αυτός καθοδηγήθηκε στην τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης «Χ» με βάση το ξύσμα που εντόπισε στην άσφαλτο και το οποίο φαίνεται στη φωτογραφία 3 στη δέσμη φωτογραφιών ως το Έγγραφο Ι. Ερωτηθείς, ο ΜΕ5 να πει πώς αυτός γνωρίζει ότι τούτο το ξύσμα ανήκει στο διπλοκάμπινο όχημα, αυτός εξήγησε βλέποντας στη φωτογραφία 4 του Εγγράφου Ι, ότι μπροστά από τον δεξιό τροχό του διπλοκάμπινου, όπου είναι η πλευρά του οδηγού, υπάρχει μέταλλο, το οποίο είχε επαφή με το οδόστρωμα και φαίνεται να προκάλεσε το ξύσμα στην άσφαλτο. Για διευκόλυνση του Δικαστηρίου, ο ΜΕ5 κύκλωσε επί της φωτογραφίας 4 το εν λόγω μέταλλο. Αρνήθηκε ο ΜΕ5 τη θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι το ξύσμα τούτο προκλήθηκε από άλλη αιτία πριν το ατύχημα, λέγοντας ότι αυτός είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται από ποιον έχει προκληθεί ένα ξύσμα ή αν είναι παλιό ή καινούριο. Η αντίληψή του ήταν ότι επρόκειτο για «φρέσκο» ξύσμα στην άσφαλτο. Σε επισήμανση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι άλλα έγραψε ο ίδιος στο ευρετήριο του σχεδιαγραφήματος της σκηνής ως το Έγγραφο ΙΒ, αφού εκεί έλεγε ότι το ξύσμα είναι από το μπροστινό αριστερό κάτω μέρος του διπλοκάμπινου και ότι τούτο ερχόταν σε αντίφαση με ό,τι κατέγραφε στη γραπτή του κατάθεση ως το Έγγραφο Ε, όπου έλεγε ότι είναι ξύσμα από το μπροστινό δεξί μέρος του διπλοκάμπινου, ο ΜΕ5 αναγνώρισε την αντίφαση και σημείωσε ότι «Φαίνεται να έκαμα λάθος στο σχέδιο. Βλέποντας τις φωτογραφίες και την κατάθεση μου, φαίνεται να είναι από το μπροστινό δεξί μέρος του αυτοκινήτου.». Η τελική θέση του διπλοκάμπινου είχε περί τα 2 μέτρα απόσταση από το σημείο της πρώτης σύγκρουσης «Χ». Το βυτιοφόρο είναι ένα όχημα πιο βαρετό από το διπλοκάμπινο. Απαντώντας σε ερώτηση της συνηγόρου Υπεράσπισης των Εναγομένων 3 και 4 πώς είναι δυνατόν, το βυτιοφόρο όχημα που είναι κατά πολύ πιο βαρετό από το διπλοκάμπινο, μετά τη σύγκρουση να μην προκάλεσε την παρεκτροπή του διπλοκάμπινου πολύ πιο μακριά από το σημείο σύγκρουσης «Χ», ο ΜΕ5 εξήγησε ότι «βλέποντας και τις ζημιές του διπλοκάμπινου, φαίνεται ότι το βυτιοφόρο μετά τη σύγκρουση, ανέβηκε πάνω στο διπλοκάμπινο, με αποτέλεσμα να μην το παρασύρει μαζί του. Φαίνεται από τις ζημιές να έχει περάσει από πάνω του, από τη γωνία τη μπροστινή δεξιά όπως βλέπουμε, σύμφωνα με τη θέση του οδηγού.». Κρίνοντας με γνώμονα τις ζημιές των οχημάτων, ο ΜΕ5 επεσήμανε ότι η πρώτη σύγκρουση, μεταξύ του διπλοκάμπινου και του βυτιοφόρου, έγινε με τις μπροστινές δεξιές γωνιές τους, ενώ η δεύτερη σύγκρουση μεταξύ του βυτιοφόρου και του βαν ήταν πλάγια με τα μούτρα του βυτιοφόρου. Ο συμπέρασμα του ΜΕ5 είναι ότι το διπλοκάμπινο, ενώ κινείτουν στην πορεία του, μπήκε στην αντίθεση λωρίδα κυκλοφορίας όπου κινήτουν το βυτιοφόρο και συγκρούστηκε με αυτό. Αν κατά την ώρα της εισόδου του στην αντίθετη λωρίδα, είχε δεξιά κλίση ή αριστερή ή κάθετη, δεν μπορούσε να είναι βέβαιος ο ΜΕ
  50. Για την ορατότητα στο δρόμο, ο ΜΕ5 ήταν βέβαιος ότι ήταν ικανοποιητική, διότι το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αυτός έκαμνε 2 φορές την μέρα δρομολόγιο στη συγκεκριμένη οδό. Ήταν βέβαιος ότι η δεξιά στροφή είναι ελαφριά, όχι απότομη. Τα ελαστικά του βυτιοφόρου πρέπει να ήταν εντάξει, για ναμην αναφέρει κάτι διαφορετικό στην κατάθεσή του. Απέρριψε ο ΜΕ5 την υποβολή της συνηγόρου των Εναγομένων 3 και 4 ότι ήταν το βυτιοφόρο εκείνο που μπήκε στη λωρίδα του διπλοκάμπινου, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν και να προκληθεί το επίδικο ατύχημα. Παρέπεμψε στις ενδείξεις της σκηνής, που άλλα έδειξαν, καθώς και στην καταδικαστική απόφαση του Ποινικού Δικαστηρίου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
  51. Ο κ. XXXXX Ο' Μαχόνι (ΜΕ6) είναι μηχανολόγος μηχανικός και ασχολείται με μελέτες οδικών δυστυχημάτων. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΕ6 είδε και αναγνώρισε το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Γ ως την έκθεση εκτίμησης που ο ίδιος συνέταξε αναφορικά με την αξία του μηχανοκίνητου οχήματος XXXXX98, μάρκας VAUXHALL VAN, ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Η Έκθεση απευθύνεται προς την ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ και δηλώνει ότι «Σύμφωνα με οδηγίες σας ημερομηνίας 26/01/2012, έχω επιθεωρήσει τις ζημιές του οχήματος που περιγράφεται πιο κάτω στις 30/01/2012 στο συνεργείο επιδιορθώσεων αυτοκινήτων XXXXX ΞΥΣΤΡΟΣ, ΔΡΟΜΟΛΑΞΙΑ, ΛΑΡΝΑΚΑ, τηλ. [...]». Στο κυρίως σώμα της Έκθεσης Εκτίμησης, παρατίθεται η «Περιγραφή Ζημιάς», ως εξής꞉ «Το όχημα κτύπησε στη δεξιά μπροστινή γωνιά και ανατράπηκε. Εκτός της σοβαρής ζημιάς στην περιοχή της σύγκρουσης, το αμάξωμα από την ανατροπή έχει καταστραφεί πλήρως. Τα εξαρτήματα που έχουν επηρεαστεί καταγράφονται σε κατάλογο ο οποίος εσωκλείεται. Η αξία του οχήματος αυτού με βάση την ηλικία του, την κατάσταση, το μοντέλο και τον εξοπλισμό, εκτιμάται στα €6.000,
  52. Έτος κατασκευής꞉
  53. Εξοπλισμός꞉ Κλιματισμός, Μηχανικό κιβώτιο ταχυτήτων, 1900 κυβ. εκ. πετρελαιοκίνητο. Μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος 2700 κιλά. Χαμηλή οροφή. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το αμάξωμα έχει στρεβλώσει, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι ασύμφορη η επιδιόρθωση του και θα πρέπει να θεωρηθεί ως πλήρως κατεστραμμένο. Η αξία του εναπομείναντος εκτιμάται στα €300,
  54. Για δική σας πληροφόρηση, το όχημα ανατράπηκε στη λίμνη της Ορόκλινης και πιθανό η μηχανή να έχει υποστεί επίσης σοβαρή ζημιά.». Διευκρίνισε ο ΜΕ6 ότι αυτός δεν μπόρεσε να επιθεωρήσει τη μηχανή του οχήματος, καθ' ότι ήταν καταστραμμένο, αλλά υπολόγισε ότι αν η μηχανή του ήταν ξεκινημένη όταν κατέπεσε μέσα στη λίμνη της Ορόκλινης, τότε είναι πιθανό να έχει υποστεί και η ίδια βλάβη. Εάν επιθεωρούσε τη μηχανή και εντόπιζε πράγματι ότι είχε υποστεί βλάβη, τότε η εναπομείνασα αξία του οχήματος θα ήταν ακόμη μικρότερη από €
  55. Διευκρίνισε, περαιτέρω, ο ΜΕ6 ότι, όταν αυτός επιθεώρησε το επίδικο όχημα των Εναγόντων, δεν είδε το εσωτερικό του περιεχόμενο, αν δηλαδή μεταφερόταν οτιδήποτε μέσα σε αυτό. Όμως, σε μεταγενέστερο στάδιο, μετά παρέλευση μηνών, του είχε αναθέσει η ίδια ασφαλιστική εταιρεία να επιθεωρήσει στη Λεμεσό ορισμένα εξαρτήματα ή μηχανήματα που μεταφέρονταν στο εν λόγω όχημα την ώρα του δυστυχήματος και τα οποία είχαν υποστεί ζημιά. Λόγω του ότι πέρασαν 6 χρόνια από τότε μέχρι να κλητευθεί ο ίδιος για να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο, δεν θυμόταν πλέον τί ακριβώς επιθεώρησε. Η κλήση του για το Δικαστήριο τον καλούσε να μαρτυρήσει μόνο για το ίδιο το όχημα. Σε γενικές γραμμές θυμόταν ότι επιθεώρησε οδοντιατρικά μηχανήματα και εξαρτήματα αυτοκινήτου και ήταν με την εντύπωση ότι ετοίμασε ξεχωριστές εκθέσεις εκτίμησης αναφορικά με εκείνα. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ6 από τη συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2, ο ΜΕ6 δήλωσε ότι ο ίδιος δεν επισκέφθηκε το χώρο του δυστυχήματος, ούτε γνωρίζει πώς ακριβώς προκλήθηκε το δυστύχημα. Ενημερώθηκε από τη ΜΙΝΕΡΒΑ για την τοποθεσία του δυστυχήματος και πράγματι όταν εξέτασε το επίδικο όχημα είδε ότι υπήρχαν ίχνη νερού που επιβεβαίωναν το γεγονός ότι έπεσε σε κάποιο βάθος. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η μηχανή του οχήματος των Εναγόντων ουδεμία βλάβη υπέστη. Ο ΜΕ6 αποκρίθηκε λέγοντας ότι αναφέρθηκε σε «μία πιθανότητα» να έχει υποστεί βλάβη και όφειλε να το αναφέρει αυτό στη ΜΙΝΕΡΒΑ, διότι η εναπομείνασα αξία ενδέχετο να ήταν μικρότερη. Δεν ήταν εικασία του αυτό που έλεγε, αφ' ης στιγμής εντόπισε ίχνη νερού. Υποβλήθηκε στο ΜΕ6 ότι η αξία του επίδικου οχήματος με βάση τα κριτήρια που ο ίδιος έθεσε, είναι υπερβολικό να λέει ότι ανέρχεται σε €6.
  56. Διαφώνησε ο ΜΕ6 τονίζοντας ότι από έρευνα που ο ίδιος έκανε, το όχημα είχε εισαχθεί μεταχειρισμένο από την Αγγλία βάσει εκτίμησης του 2003 και ενεγράφη στην Κύπρο το
  57. Το αν ήταν ακινητοποιημένο το όχημα ή όχι, ο ΜΕ6 δήλωσε ότι δεν τον απασχολεί, εκτός αν η ασφαλιστική εταιρεία επιθυμεί να το λάβει υπόψη. Εάν του γωστοποιήτο ότι το επίδικο όχημα ήταν ακινητοποιημένο το Γενάρη του 2012, πιθανόν να επηρέαζε την εκτίμησή του αναλόγως της διάρκειας χρόνου μεταξύ του 2009 που ενεγράφη και του 2012 που έγινε το δυστύχημα κατά τον οποίο το όχημα ήταν ακινητοποιημένο. Τέλος, ο ΜΕ6 απάντησε στη συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2 ότι αυτός δεν μπορεί να γνωρίζει αν όντως μεταφέρονταν μέσα στο επίδικο όχημα κατά το χρόνο του δυστυχήματος εκείνα τα εξαρτήματα και μηχανήματα που μετά πάροδο μερικών μηνών του ζήτησαν να επιθεωρήσει και εκτιμήσει στη Λεμεσό. Κατά την αντεξέτασή του από τη συνήγορο των Εναγομένων 3 και 4, ο ΜΕ6 δήλωσε ότι όποτε διενεργεί εκτιμήσεις για ασφαλιστικές εταιρείες που είναι πελάτες του, συμπεριλαμβανομένης και της Μινέρβα Ασφαλιστικής, η έκθεση ετοιμάζεται για χρήση αποκλειστικά από τον πελάτη - εντολέα του. Κατά την επανεξέταση του ΜΕ6 αυτός διευκρίνισε ότι στην περίπτωση του επίδικου οχήματος δεν του ζητήθηκε να εκτιμήσει αν το όχημα είχε υποστεί διαφορετικές ζημιές από διαφορετικές συγκρούσεις. Γι'αυτό και δεν χρειάστηκε να πληροφορηθεί για το αν το όχημα είχε εμπλακεί σε πέραν της μίας σύγκρουσης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΥ
  58. Ο κ. XXXXX Καραμανλής (ΜΥ1) προσήλθε στο Δικαστήριο ως εκπρόσωπος του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (στο εξής «το ΤΟΜ») του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων. Παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο ΙΣΤ», αντίγραφο του Πιστοποιητικού Εγγραφής του επίδικου οχήματος XXXXX98 ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Από το εν λόγω Πιστοποιητικό προκύπτει ότι το επίδικο όχημα ενεγράφη στην Κύπρο στις 12.5.2009 και ότι η άδεια κυκλοφορίας του έληξε στις 31.12.2009 και δεν ανανεώθηκε ποτέ μέχρι τις 24.1.2012 που συνέβη το επίδικο δυστύχημα. Παρομοίως, το Πιστοποιητικό Καταλληλότητας του ιδίου οχήματος έληξε στις 7.5.2011 και δεν ανανεώθηκε έκτοτε, αφού δεν παρουσιάστηκε για νέα επιθεώρηση το όχημα. Τα στοιχεία αυτά ο ΜΥ1 τα άντλησε από την ηλεκτρονική βάση δεδομένων του ΤΟΜ (βλ. σχετικά το τεκμήριο με ένδειξη Έγγραφο ΙΖ). Καμία από τις συνηγόρους των Εναγομένων δεν αντεξέτασε τον ΜΥ
  59. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΥ
  60. Ο κ. XXXXX Καλλίας (ΜΥ2) δήλωσε ότι είναι λογιστής στο επάγγελμα και συνέταιρος στο λογιστικό γραφείο Καλλίας και Συνεργάτες από το
  61. Είναι μέλος του Institute of Chartered Accountants in England and Wales. Του ζητήθηκε από τους συνηγόρους των Εναγομένων 1 και 2 να μελετήσει τη γραπτή δήλωση της κας XXXXX XXXXX Μαρνέρου (ΜΕ2) (βλ. το Έγγραφο Γ) σε συσχετισμό με την Οικονομική Μελέτη (Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Γ) που η ίδια συνέταξε, για να διατυπώσει τη δική του εκτίμηση όσον αφορά τυχόν μείωση του κύκλου εργασιών των Εναγόντων ή/και της αξιοπιστίας τους σαν αποτέλεσμα του επίδικου δυστυχήματος. Σε σχέση με την εμπειρογνωμοσύνη για διενέργεια της εργασίας αυτής, ο ΜΥ2 επικαλέστηκε την πείρα που έχει ως παραλήπτης και διαχειριστής, διορισμένος από πιστωτές που έχουν ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης σε χρεώστες, δηλαδή από όλες σχεδόν τις τράπεζες στην Κύπρο, λέγοντας ότι υπό την ιδιότητά του αυτή έχει γνώση πως να αξιολογεί τη φήμη και πελατεία επιχειρήσεων. Οι επισημάνσεις στις οποίες προέβη ο ΜΥ2 προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου επί του όρκου του, έχοντας μελετήσει το Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Γ μαζί με τις επισυνημμένες σε αυτό Οικονομικές Καταστάσεις της εταιρείας των Εναγόντων για τα έτη 2011 και 2012, ήταν οι εξής꞉ Πρώτον, ότι η Οικονομική Μελέτη (Τεκμήριο 9) ετοιμάστηκε από την κα Μαρνέρου (ΜΕ2), η οποία είναι η μόνη μέτοχος της Ενάγουσας, οπόταν ο ΜΥ2 εισηγείται ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν μελέτη ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, διότι δεν είναι ανεξάρτητη. Θα επωφεληθεί η ίδια η ΜΕ2 ως μέτοχος από οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί υπέρ της Ενάγουσας εταιρείας. Δεύτερον, ότι διεκδικείται αποζημίωση για €10.000 για μείωση κύκλου εργασιών και €35.000 για πλήγμα στην αξιοπιστία της Ενάγουσας εταιρείας από το δυστύχημα, επειδή είχε σαν αποτέλεσμα τη διακοπή χρήσεως ενός αυτοκινήτου. Αυτό, όμως, το όχημα ο ΜΥ2 παρατηρεί ότι ήταν στη χρήση της εταιρείας μόνο για περίπου 20 - 25 μέρες. Εξήγησε ο ΜΥ2 ότι το συμπέρασμα αυτό το εξήγαγε από το γεγονός ότι στις Οικονομικές Καταστάσεις για το έτος 2012 υπάρχει επισυνημμένη Κατάσταση Κεφαλαιουχικών Εκπτώσεων, όπου φαίνεται ότι το αυτοκίνητο XXXXX98 ήταν προσθήκη που έγινε μέσα στο
  62. Δεν γνωρίζει ο ΜΥ2 ποια ημερομηνία ακριβώς μέσα στο 2012 προστέθηκε το επίδικο όχημα στο στόλο της Ενάγουσας, αλλά εφόσον το δυστύχημα έγινε στις 24.1.12 αυτός συμπεραίνει ότι η μέγιστη περίοδος για την οποία χρησιμοποιείτο το όχημα ήταν 24 μέρες. Επεσήμανε επίσης ο ΜΥ2 ότι στην Κατάσταση Κεφαλαιουχικών Εκπτώσεων για το έτος 2012 φαίνεται ότι η Ενάγουσα είχε αγοράσει ακόμα δύο αυτοκίνητα, δηλαδή το XXXXX42 που αναφέρεται σαν Volkswagen και το XXXXX40 που αναφέρεται σαν Mercedes. Τα άλλα τρία οχήματα προκύπτει από την Έκθεση Κεφαλαιουχικών Εκπτώσεων του 2011 ότι ήταν ένα Ford και ένα Mercedes, τα οποία παρέμειναν στην εταιρεία καθ'όλη τη διάρκεια του
  63. Και το τέταρτο αυτοκίνητο ήταν αυτό που είχε το δυστύχημα. Εφόσον η εταιρεία είχε αγοράσει ακόμα δύο αυτοκίνητα μέσα στο 2012 και διατηρούσε τα άλλα τρία αυτοκίνητα που είχε αγοράσει το 2011, η εταιρεία είχε πέντε αυτοκίνητα αντί 4 που ανέφερε η ΜΕ
  64. Σε κάθε περίπτωση η Ενάγουσα θα μπορούσε με τα άλλα δύο αυτοκίνητα που αγόρασε το 2012 να καλύψει τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις υπήρχαν για τα δρομολόγια Λάρνακας- Αμμοχώστου. Τρίτον, όσον αφορά τον υπολογισμό της μείωσης κύκλου εργασιών, πρέπει να υπολογίσει κανείς το τελικό αποτέλεσμα οποιασδήποτε μείωσης κύκλου εργασιών, όχι μόνο δηλαδή τη μείωση κύκλου εργασιών, αλλά και οποιοδήποτε άλλο οικονομικό στοιχείο επηρεάστηκε από τέτοια πιθανή μείωση. Πηγαίνοντας στην Οικονομική Κατάσταση για το 2012, ο ΜΥ2 επεσήμανε ότι εμφανίζει σε διπλανή στήλη τα μεγέθη για το
  65. Τα άμεσα έξοδα είναι έξοδα τα οποία μεταβάλλονται όπως μεταβάλλεται και ο κύκλος πωλήσεων. Δεν είναι πάγια έξοδα, είναι έξοδα τα οποία εξαρτώνται από τον κύκλο εργασιών και τα αναλύει εδώ σαν έξοδα αυτοκινήτων κλπ.. Φαίνεται ότι το ποσοστό του Κόστους Πωλήσεων επί του κύκλου εργασιών ήταν περίπου 65%. Οπόταν εάν είχε μειωθεί ο κύκλος εργασιών, πρέπει να είχε αντίστοιχη μείωση το βάρος εξόδων κατά 65%. Τέταρτον, αναλύοντας τις επιπτώσεις από τη μη χρήση του επίδικου οχήματος για περίπου τέσσερις μήνες όπως ανέφερε η ΜΕ2 στο Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Γ, ο ΜΥ2 εξήγησε ότι τούτο σημαίνει ότι η Ενάγουσα δεν θα πλήρωνε ούτε τον μισθό του κ. XXXXX Τσίκα οποίος αναφέρεται ως οδηγός του κατεστραμμένου XXXXX
  66. Θα εξοικονομούσε το μισθό του και τα έξοδα σε ταμεία κοινωνικών ασφαλίσεων, ταμεία πλεονάζοντος προσωπικού, κλπ.. Οπόταν αν θεωρηθεί ότι η Ενάγουσα είχε μείωση 10 χιλιάδες ευρώ στον κύκλο εργασιών όπως ισχυρίστηκε η ΜΕ2, πρέπει να ληφθεί υπόχη ότι θα είχε συγχρόνως αντίστοιχη μείωση των άμεσων εξόδων που είναι το 65%. Πέμπτον, δεν κατάφερε ο ΜΥ2 να εντοπίσει ή να κατανοήσει τη λογική στον τρόπο με τον οποίο υπολόγισε η ΜΕ2 τη μείωση του κύκλου εργασιών, όσο και αν τον μελέτησε. Παίρνει η ΜΕ2 τη μηνιαία αύξηση που η ίδια υπολόγισε στο 50% ότι θα είχε η Ενάγουσα το 2012 συγκριτικά προς τον κύκλο εργασιών του 2011 και την πολλαπλασιάζει επί τέσσερα. Δεν εξήγησε όμως η ΜΕ2 γιατί περίμενε ότι θα είχε αύξηση 50% στον κύκλο εργασιών. Πρωτίστως, δεν έδωσε η ΜΕ2 οποιαδήποτε ανάλυση ή πρόβλεψη αριθμού πελατών, κατά επαρχία ή αριθμού παραδόσεων ή τιμές κάθε υπηρεσίας, ή ανάλυση των εξόδων, για να μπορούσε ο ΜΥ2 να εξετάσει αν αυτή η πρόβλεψη της αύξησης κατά 50% τεκμηριώνεται. Διαφωνεί συνεπώς ο ΜΥ
  67. Έκτον, όσον αφορά το ποσό των 35.000 ευρώ, που είναι το ποσό που υπολογίζει η ΜΕ2 ότι είναι το πλήγμα της αξιοπιστίας της Ενάγουσας εταιρείας, ο ΜΥ2 επισημαίνει ότι και πάλι η ΜΕ2 υπέθεσε ότι ο κύκλος εργασιών για το 2012 έπρεπε να ήταν κατά 50% υψηλότερος από εκείνον του 2011, αφαιρά από αυτόν τον εκτιμώμενο κύκλο εργασιών τον κύκλο εργασιών που εν τέλει πραγματοποιήθηκε μέσα στο 2012 και μετά πολλαπλασιάζει τη διαφορά με 120% λέγοντας ότι περίμενε ότι ο κύκλος εργασιών του 2013, θα ήταν αυξημένος κατά 20% συγκριτικά προς τον κύκλο εργασιών του
  68. Ο ΜΥ2 τόνισε εμφαντικά ότι - «Δεν βλέπω οποιαδήποτε οικονομική λογική ή μαθηματική λογική σ' αυτόν τον υπολογισμό. Ένας σωστός απολογισμός ζημιάς από πλήξη της αξιοπιστίας, θα έπρεπε να ήταν μια λεπτομερής πρόβλεψη του τι θα συνέβαινε εάν δεν υπήρχε το συμβάν και να το συγκρίνει με λεπτομερή ανάλυση του τι όντως συνέβηκε λόγω του συμβάν. Δηλαδή πρέπει να υπάρξει ανάλυση των πωλήσεων ή κατά πελάτη, κατά Επαρχία, ανάλυση των εξόδων και μετά να πει ότι λόγω της πλήξης της αξιοπιστίας είχα χάσει 10 πελάτες που έστω κατά μέσο όρο είχαν τούντον κύκλο εργασιών. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη ανάλυση εκτός από αυτό που ανέφερα.». Ο ΜΥ2 ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου και κατέθεσε ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο ΙΗ» την Οικονομική Κατάσταση του 2013 που υποβλήθηκε από την Ενάγουσα εταιρεία στον Έφορο Εταιρειών. Επεσήμανε ο ΜΥ2 ότι η ΜΕ2 υπολόγισε ότι η αύξηση του κύκλου εργασιών για το έτος 2013 συγκριτικά προς το έτος 12 θα ήταν της τάξης του 20%. Στην πραγματικότητά όμως, όπως φαίνεται από το «Έγγραφο ΙΗ», η αύξηση που σημειώθηκε το 2013 ήταν της τάξης του 54% αντί του 20% και τούτο φαίνεται στις Οικονομικές Καταστάσεις του 2014 σαν συγκριτικά ποσά. Επομένως, κατέληξε ο ΜΥ2, δεν φαίνεται να υπήρχε πλήγμα στην αξιοπιστία, το οποίο να προκαλούσε μείωση του κύκλου εργασιών. Αντιθέτως υπήρξε αύξηση μεγαλύτερη από αυτήν που η ίδια η ΜΕ2 υπολόγισε, δηλαδή 54% αύξηση στον κύκλο εργασιών αντί 20%. Έβδομον, ο ΜΥ2 παρατήρησε ότι σε όλα τα έτη από το 2011 που φαίνεται να είναι η πρώτη χρονιά που η εταιρεία είχε ουσιαστικές δραστηριότητες μέχρι και το 2014, η Ενάγουσα εταιρεία είχε κάνει ζημιά. Και πιθανόν τούτη η ζημιά να μην προέρχεται από οτιδήποτε άλλο, παρά μόνο από το ότι δραστηριοποιείται σε ένα πολύ ανταγωνιστικό περιβάλλον των ταχυμεταφορών. Ο ΜΥ2 έλεγξε στην ιστοσελίδα (βλ. Έγγραφο ΙΘ) αυτών που θεωρεί ότι είναι ανταγωνιστές της Ενάγουσας, ήτοι στο Gap Akis Express και στην ACS Courier. Παρατήρησε ο ΜΥ2 ότι η Gap Akis Express φαίνεται να έχει περί τα 200 οχήματα, 100 customer service shops και 200 υπαλλήλους. Η Acs λέει ότι έχει 40 καταστήματα, 100 μεταφορικά μέσα και 150 άτομα. Οπόταν, πιθανολόγησε ο ΜΥ2 ότι οι ίδιοι οι ανταγωνιστές της Ενάγουσας έχουν κάνει πιο μεγάλη επένδυση ή προσφέρουν τέτοιου επιπέδου υπηρεσίες που καθιστούν την Ενάγουσα μη ανταγωνιστική ανεξάρτητα εάν έχει 4 αυτοκίνητα ή 5 αυτοκίνητα. Οπόταν, ο ΜΥ2 εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να διεκδικήσει οποιανδήποτε αποζημίωση, διότι όπως και να έχει η εταιρεία είναι ζημιογόνα. Όγδοον, εισηγείται ο ΜΥ2 ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ζημιά της τάξεως των 45.000 ευρώ στην απώλεια χρήσεως ενός βαν που αξίζει 5.700 ευρώ και το οποίο χρησιμοποιήθηκε μόνο για 24 μέρες. Κατά την αντεξέτασή του ΜΥ2 από τη συνήγορο της Ενάγουσας, ο ΜΥ2 ερωτήθηκε αν συμφωνεί μαζί της ότι ένας ελεγκτής οικονομικών καταστάσεων και λογαριασμών, ο οποίος έχει πρόσβαση σε στοιχεία της Ενάγουσας, είναι σε θέση να δώσει μια καλύτερη εκτίμηση από κάποιον, ο οποίος δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε στοιχεία, έστω και αν ο εν λόγω ελεγκτής είναι ο μοναδικός μέτοχος της εταιρείας. Διαφώνησε ο ΜΥ2 λέγοντας ότι «δεν είναι αρκετό μόνο το να έχεις μπροστά σου στοιχεία ή πρόσβαση στα στοιχεία, αλλά πρέπει και να τα χρησιμοποιήσεις με μια μεθοδολογία η οποία θα δίνει το ορθό αποτέλεσμα. Και σε αυτήν τη περίπτωση επαναλαμβάνω δεν έγινε οποιαδήποτε τεκμηρίωση ή επεξήγηση ικανοποιητική της μεθοδολογίας και ούτε και αναφέρεται σε οποιαδήποτε άλλα στοιχεία όπως αυτά που έπρεπε να αναφερθεί. Δηλαδή δεν μιλά για ανάλυση των πελατών, δεν μιλά για γεωγραφική ανάλυση με συγκεκριμένους αριθμούς, δεν μιλά για ανάλυση των εξόδων, τις υπηρεσίες κτλ.». Εξήγησε, επίσης, ο ΜΥ2 ότι εφόσον η απώλεια του επίδικου οχήματος που ενεπλάκη στο δυστύχημα ήταν ενός αυτοκινήτου η χρήση του οποίου διήρκησε μόλις 24 ημέρες στην Ενάγουσα, έπεται ότι δεν μπορεί να πρόλαβε να δημιουργήθηκε τόσης μεγάλης αξίας φήμη και πελατεία από τις 24 μέρες που δούλεψε το αυτοκίνητο, η οποία να πλήγηκε σε τέτοιο βαθμό που να αξίζει 35.000 ευρώ. Επανέλαβε ο ΜΥ2 ότι αυτός βρίσκει ότι η μεθοδολογία της οικονομικής μελέτης της ΜΕ2 (Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Γ) δεν συνάδει με τις καθιερωμένες μεθοδολογίες και δεν δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση για την ορθότητα και τη λογική της μεθοδολογίας. Δεν αντεξετάστηκε ο ΜΥ2 από τη συνήγορο των Εναγομένων 3 και
  69. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ - ΝΕΟΕΓΕΡΘΕΝ ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ. Στις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2, όπως επίσης και των Εναγομένων 3 και 4, ενώ δεν είχε δικογραφηθεί ποτέ προηγουμένως η Yπεράσπιση περί παρανομίας (illegality) από την οποία οι Ενάγοντες κωλύονται να αντλήσουν αγώγιμο δικαίωμα, στη βάση του λατινικού αξιώματος "ex turpi causa non oritur action", ήτοι ότι από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά δεν απορρέει αγωγή, προβάλλεται και προωθείται προς το Δικαστήριο η εξής επιχειρηματολογία꞉ · Ότι στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, προσκομίστηκε μαρτυρία από την πλευρά των εναγομένων 1 και 2 και συγκεκριμένα από τον κον Καραμαλλή (ΜΥ1), αρμόδιο υπάλληλο του Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων, ότι το επίδικο όχημα των Εναγόντων με αρ. εγγραφής XXXXX98 κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος, ήτοι την 24/1/2012, δεν είχε άδεια κυκλοφορίας ως επίσης δεν είχε πιστοποιητικό καταλληλότητας και επομένως δεν είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιείτο στο δρόμο. Η μαρτυρία του πιο πανω μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε. Σχετικό είναι το τεκμήριο «Έγγραφο ΙΣΤ» που τεκμηριώνει ότι από την 12/05/2009 που ενεγράφη το επίδικο όχημα, δεν ανανεώθηκε η άδεια κυκλοφορίας του και απο την 8/5/2011 δεν παρουσιάστηκε, όπως έπρεπε, για επιθεώρηση με σκοπό την έκδοση πιστοποιητικού καταλληλότητας. · Ότι με βάση την ισχύουσα νομοθεσία με τη χρήση του επίδικου οχήματος επί της οδού συντελούνται ποινικά αδικήματα. Δηλαδή, οι Ενάγοντες ευρίσκονταν εν γνώση τους σε θέση παρανομίας καθ'ον χρόνο υπέστηκαν τις ισχυριζόμενες ζημιές και δεν νομιμοποιούνται να ζητούν δικαστική θεραπεία αποζημιώσεων για την αμέλεια που τυχόν επέδειξαν οι Εναγόμενοι. Παραπέμπουν το Δικαστήριο συναφώς στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 3/4/2015 στην Πολιτική Έφεση 55/10, Χλόη Κωνσταντίνου (ανήλικης δια των γονέων της και/ή εχόντων την γονική μέριμνα αυτής Στέλιου Κωνσταντίνου και Έλενας Κωνσταντίνου) -ν- Αθηνάς Απλά (ανήλικης δια των γονέων και/ή εχόντων την γενική μέριμνα αυτής Γεώργιου Άπλα και Βάσως Άπλα), όπου επιβεβαιώθηκε η θέση ότι το αξίωμα «ex turpi causa non oritur action» δεν εφαρμόζεται μόνο σε υποθέσεις όπου έχουν σχέση και εκπηγάζουν από συμβατική σχέση, αλλά εφαρμόζεται πλέον σε όλο το φάσμα του δικαίου, περιλαμβανομένων των αγωγών όπου η βάση αγωγής αφορά στο αστικό αδίκημα της αμέλειας βάσει του άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  70. Έχω διεξέλθει την τελική αγόρευση των συνηγόρων των Εναγόντων και δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε απάντηση στην ως άνω επιχειρηματολογία των Εναγομένων, προφανώς επειδή αγνοούσαν ότι οι Εναγόμενοι θα επικαλούνταν τέτοια γραμμή Υπεράσπισης στο τελικό στάδιο της δίκης, ελλείψει δικογράφησής της ενωρίτερα. Παραταύτα, έχοντας κατά νου αυτό το οποίο επισημάνθηκε στην προμνησθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 3/4/2015 στην Πολιτική Έφεση 55/10, όπου κρίθηκε ότι είναι μεν επιθυμητό να διατυπώνεται φραστικά στο Κλητήριο ένταλμα η επίκληση της συγκεκριμένης γραμμής υπεράσπισης που εγείρει θέμα παρανομίας (illegality), αλλά η παράλειψη τέτοιας ρητής φραστικής διατύπωσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να το εξετάσει αν ανακύπτει από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Απεναντίας, «θα πρέπει» να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Καταλήγω πως θα πρέπει καθηκόντως να εξετάσω σε αυτό το στάδιο τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία Υπεράσπισης. Αντλώ επί τούτου καθοδήγηση και από το Σύγγραμμα Odger's Principles of Pleading and Practice, 1975, 21st edition, London Stevens & Sons, στη σελ. 179, όπου αναγράφονται τα εξής꞉ «Illegality, once brought to the attention of the court, overrides all questions of pleadings, including any admissions made therein.». Επομένως, συνολικά, αυτά που καλούμαι να αποφασίσω στην παρούσα αγωγή είναι꞉ · Πρώτον, κατά πόσον, ως ζήτημα νομικό, οι Ενάγοντες έχουν αγώγιμο δικαίωμα ή αν κωλύονται, λόγω εφαρμογής του λατινικού αξιώματος «ex turpi causa non oritur action» επί των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, από το να εγείρουν την παρούσα αγωγή. · Δεύτερον, εάν και εφόσον κριθεί ότι δεν υφίσταται τέτοιο κώλυμα έγερσης της αγωγής των Εναγόντων ως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι, τότε κατά πόσον ως ζήτημα πραγματικό αποδεικνύεται αμέλεια εκ μέρους των Εναγομένων και ποιο το ποσοστό ευθύνης τους έναντι των Εναγόντων. · Τρίτον, κατά πόσον έχει προσκομισθεί στο Δικαστήριο επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία για απόδειξη των ποσών των ειδικών ζημιών που αξιώνουν οι Ενάγοντες. Αναλόγως του επιμερισμού της ευθύνης αναμένεται από το Δικαστήριο να επιμερίσει στη συνέχεια και το ύψος των αποζημιώσεων. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΕΥΣΤΑΘΕΙ Η ΓΡΑΜΜΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΟΤΙ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΔΕΝ ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΝΑ ΑΝΤΛΗΣΟΥΝ ΑΓΩΓΙΜΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΠΟ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ. Σύμφωνα με τους Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμούς του 1984 και συγκεκριμένα τον κανονισμό αρ. 17

(1)(α): «17.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου
(3)του Κανονισμού 25: (α) κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή οδηγήσει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη χρησιμοποίηση από τρίτο πρόσωπο οποιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος, εκτός των κινουμένων σε ερπύστριες, γιά το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας η οποία είναι εν ισχύι,». Περαιτέρω και σε σχέση με την τήρηση πιστοποιητικού καταλληλότητας ενός οχήματος, ο κανονισμός αρ. 65
(1)
(9)αναφέρει: «65.-
(1)Όλα τα μηχανοκίνητα οχήματα καθώς και τα ρυμουλκούμενα και ημιρυμουλκούμενά τους, που είναι εγγεγραμμένα στο Βιβλίο Εγγραφής Μηχανοκινήτων Οχημάτων υπόκεινται σε περιοδικό τεχνικό έλεγχο, εξαιρουμένων των οχημάτων που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις, στις δυνάμεις δημόσιας τάξης και στην πυροσβεστική υπηρεσία.[.]
(9)Με την πάροδο της τελευταίας ημέρας της περιόδου που καθορίζεται από την εκάστοτε γνωστοποίηση του Εφόρου για περιοδικό τεχνικό έλεγχο σύμφωνα με την παράγραφο
(1), απαγορεύεται η οδική χρήση οποιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος επηρεαζόμενου από την εκάστοτε γνωστοποίηση, η δε άδεια του οχήματος λογίζεται ανασταλείσα μέχρις ότου ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο έχων την ευθύνη ή τον έλεγχο αυτού εφοδιαστεί με πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος, ως προνοείται στην παράγραφο
(5). Σε σχέση με τις συνέπειες παράβασης των κανονισμών 17 και 65, εφαρμόζεται ο κανονισμός αρ. 72, ο οποίος προβλέπει ότι: «
  1. Πας όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων των παρόντων Κανονισμών ή οιονδήποτε όρον αδείας χορηγηθείσης αυτώ δυνάμει οιουδήποτε των παρόντων Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή εις χρηματικήν ποινήν μέχρι χιλίων λιρών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας». Με δεδομένο ότι όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΥ1 παρέμειναν πράγματι αναντίλεκτα, αποτελεί δικαστικό εύρημα γεγονότων ότι το επιδικο όχημα των Εναγόντων με αριθμούς εγγραφής KVR 298 κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου δυστυχήματος οδηγήθηκε από τον κ. Παναγιώτη Τσίκα επί της οδού, με την ανοχή της Ενάγουσας εταιρείας ως ιδιοκτήτριας του οχήματος, ενόσω αυτό δεν είχε άδεια κυκλοφορίας ούτε πιστοποιητικό καταλληλότητας σε ισχύ, κατά παράβαση των άρθρων 17 και 65 των Κανονισμών του 1984, πράξη η οποία ήταν παράνομη, με ποινικά υπεύθυνους για την τέλεσή της τόσο τους Ενάγοντες ως ιδιοκτήτες όσο και τον κ. Τσίκα ως οδηγό του οχήματος, οι οποίοι και έχουν καταδικαστεί για τα τροχαία αυτά αδικήματα σε άλλη, ποινική, υπόθεση τροχαίας αρ. 88/2012 (βλ. τη μαρτυρία του ΜΕ5). Ποια ήταν η ποινή που τους επιβλήθηκε δεν ανέφερε ο ΜΕ5, οπόταν το μόνο δεδομένο που έχει ενώπιον του το παρόν Δικαστήριο είναι ποιες ποινές επισύρουν τα εν λόγω αδικήματα κατά μέγιστο όριο βάσει του Κανονισμού 72 ανωτέρω. Προχωρώ υπό το φως των πιο πάνω διαθέσιμων στοιχείων και δεδομένων, να κρίνω αν επί της ουσίας της υπόθεσης, προκύπτει εδώ περίπτωση τέτοιας παρανομίας η οποία να αποστερεί από τους Ενάγοντες τη δυνατότητα να αντλήσουν αγώγιμο δικαίωμα και θεραπεία στη βάση αυτής. Έχω διεξαγάγει έρευνα για το πώς έχει αναπτυχθεί επί του θέματος αυτού η Αγγλική νομολογία, η οποία είναι καθοδηγητική κατά την ερμηνεία του αστικού δικαίου της Κύπρου. Έχω αντιληφθεί ότι η Αγγλική νομολογία διακρίνει ανάμεσα σε δύο περιπτώσεις꞉ · Αφενός, σε εκείνες τις υποθέσεις όπου ο ενάγων είναι πρόσωπο το οποίο συμμετείχε στην παρανομία και η παρανομία συνέβαλε στην αδικοπραξία που προκάλεσε τη βλάβη του (τέτοια ήταν, για παράδειγμα, η περίπτωση που εξέτασε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του ημερομηνίας 3/4/2015 στην Πολιτική Έφεση 55/10, Χλόη Κωνσταντίνου, ανωτέρω), και · αφετέρου, σε εκείνες τις υποθέσεις όπου η παρανομία έδωσε την ευκαιρία να συμβεί μία ζημιογόνα αδικοπραξία, χωρίς όμως να είχε αιτιώδη σύνδεσμο (causative link) με την πρόκληση της αδικοπραξίας. Στην πρώτη κατηγορία ανωτέρω, εφαρμόζεται το νομικό αξίωμα «ex turpi causa non oritur action» και ο συμμετέχων στην αδικοπραξία εμποδίζεται οπωσδήποτε από την άντληση αγώγιμου δικαιώματος ή/και τη χορήγηση δικαστικής προστασίας και θεραπείας. Στη δεύτερη κατηγορία ανωτέρω, δεν εφαρμόζεται το νομικό αξίωμα «ex turpi causa non oritur action». Ο ζημιωθείς από την αδικοπραξία δεν εμποδίζεται να αντλήσει αγώγιμο δικαίωμα και να τύχει δικαστικής προστασίας έναντι του αδικοπραγούντα, παρά τη δική του παρανομία που έδωσε την ευκαιρία στην τέλεση της αδικοπραξίας, εφόσον η παρανομία του δεν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πρόκληση της αδικοπραξίας. Σε αμφότερες τις πιο πάνω κατηγορίες, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να εξετάσει τη συμπεριφορά του Εναγομένου. Δεν είναι ζήτημα αναλογικότητας ή επιμερισμού ευθύνης μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου. Εάν υπήρξε παρανομία από πλευράς Ενάγοντα, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του δυστυχήματος, τότε είναι θέμα δημόσιας πολιτικής να μην επιβραβευθεί για την παρανομία του αυτή. Δεν είναι, όμως, κάθε παρανομία ικανή να επισύρει την εφαρμογή του αξιώματος «ex turpi causa non oritur action». Θα πρέπει να είναι ποινικής υφής και να επισύρει συνήθως ποινή φυλάκισης. Διαμόρφωσα τα πιο πάνω συμπεράσματα όσον αφορά την ερμηνεία του επίμαχου νομικού αξιώματος, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Court of Appeal (Civil Division), ημερομηνίας 31 July 2001, στην υπόθεση Carlo Vellino v Chief Constable of Greater Manchester [2001] EWCA Civ 1249, όπου στην παράγραφο 72 της απόφασης λέχθηκαν τα εξής꞉ . «
  2. From these authorities I derive the following propositions:
  3. The operation of the principle arises where the claimant's claim is founded upon his own criminal or immoral act. The facts which give rise to the claim must be inextricably linked with the criminal activity. It is not sufficient if the criminal activity merely gives occasion for tortious conduct of the Defendant.
  4. The principle is one of public policy; it is not for the benefit of the Defendant. Since if the principle applies, the cause of action does not arise, the Defendant's conduct is irrelevant. There is no question of proportionality between the conduct of the Claimant and Defendant.
  5. In the case of criminal conduct this has to be sufficiently serious to merit the application of the principle. Generally speaking a crime punishable with imprisonment could be expected to qualify. If the offence is criminal, but relatively trivial, it is in any event difficult to see how it could be integral to the claim.
  6. The Law Reform (Contributory Negligence) Act 1945 is not applicable where the Claimant's action amounts to a common law crime which does not give rise to liability in tort.». Με βάση τα προαναφερθέντα κριτήρια, το Εφετείο στην προμνησθείσα υπόθεση, όπου Ενάγων ήταν κρατούμενος ο οποίος απέδρασε από Αστυνομικό κρατητήριο και υπέστη σωματική βλάβη συνεπεία της πτώσης του από παράθυρο, κατέληξε ότι είχε πλήρη εφαρμογή στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης το εν λόγω νομικό αξίωμα, διότι η απόδραση από κράτηση είναι σοβαρό ποινικό αδίκημα, το οποίο συνήθως επισύρει ποινή φυλάκισης, έστω μηνών αντί ετών, και δεν θα μπορούσε, για λόγους δημόσιας πολιτικής, να επιβραβεύσουν τα δικαστήρια της χώρας έναν δραπέτη για ζημιά που υπέστη στο πλαίσιο της δικής του παράνομης πράξης, ανεξάρτητα του αν η πράξη του αυτή ήταν ευλόγως προβλεπτή από την Αστυνομία και αν η Αστυνομία υπήρξε αμελής, υπό την έννοια του να παρέλειψε να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για να.αποτρέχει το ενδεχόμενο αυτό. Σχετική η παρα. 73 την οποία παραθέτω πιο κάτω꞉ «
  7. Applying these principles it is common ground that the Claimant has to rely on his criminal conduct in escaping lawful custody to found his claim. It is integral to the claim. The crime of escape is a serious one; it is a common law offence for which the penalty is at large. It is almost invariably punished by a sentence of imprisonment, although the length of the sentence is usually measured in months rather than years. In my judgment it is plainly a sufficiently serious offence for the purpose of the application of the maxim. I would have reached this conclusion in any event; but it accords with the judgments of the Court of Appeal in Sacco.». Επίσης, άντλησα καθοδήγηση από την απόφαση του Court of Appeal (Civil Division), ημερομηνίας 22 Απριλίου 2015, στην υπόθεση Daniel McCracken (a protected party suing by his mother and litigation friend Deborah Norris) v Damian Smith, The Motor Insurers' Bureau, Darren Michael Bell [2015] EWCA Civ 380, η οποία αφορούσε στα εξής γεγονότα꞉ Στις 31.1.2007 συνέβηκε ένα δυστύχημα με μοτόρα δοκιμής (trials bike) το οποίο είχε κλαπεί και παρανόμως χρησιμοποιείτο από τον οδηγό του, μάλιστα επί οδού όπου ήταν παράνομη η χρήση του. Οδηγήθηκε με υπερβολική ταχύτητα από ένα 16χρονο αγόρι το οποίο δεν είχε άδεια οδήγησης. Είχε συνεπιβάτη ένα άλλο 16χρονο αγόρι, ενώ η μοτόρα δεν ήταν κατασκευασμένη κατά τρόπο που να επιτρέπει να μεταφέρεται συνεπιβάτης επ'αυτού. Κανένας εκ των δύο επιβαίνοντων δεν φορούσε προστατευτικό κράνος. Και οι δύο τραυματίστηκαν σοβαρά όταν συγκρούστηκαν με ένα μικρό λεωφορείο. Ο ανήλικος συνεπιβάτης Daniel McCracken ήγειρε αγωγή διαμέσω της μητέρας του αξιώνοντας αποζημιώσεις για τις βλάβες που υπέστη. Η αγωγή στράφηκε, πρώτον, κατά του ανήλικου οδηγού της μοτοσικλέτας (Damian Smith), δεύτερον κατά του Ταμείου Ασφαλιστών (Motor Insurers' Bureau) και τρίτον κατά του άλλου ενεχόμενου οδηγού, του μικρού λεωφορείου, κ. Darren Bell. Ο εν λόγω οδηγός λεωφορείου αμφισβητούσε ότι ήταν αμελής καθ'οιονδήποτε τρόπο. Το Ταμείο Ασφαλιστών αμφισβήτησε το αγώγιμο δικαίωμα του ανήλικου συνεπιβάτη, επί τω ότι ο ίδιος εν γνώση του και ηθελημένα συμμετείχε στην αδικοπραξί και ισχυρίστηκε ότι εμποδίζετο να εγείρει αγωγή, εφόσον γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η μοτόρα επί της οποίας μετέβαινε παράνομα οδηγείτο από τον Εναγόμενο 1, χωρίς άδεια οδήγησης και χωρίς ασφάλεια. Το Εφετείο, επεξήγησε, με αναφορά στην Gray v Thames Trains Ltd [2009] 1 AC 1339 πώς αντιμετωπίζει η Αγγλική νομολογία την εφαρμογή του αξιώματος «ex turpi causa non oritur action», αναδεικνύοντας μία συσταλτική και μία διασταλτική ερμηνεία꞉ «32 Lord Hoffmann said that the relevant rule could be stated in a wider or a narrow form: "The wider and simpler version is that which was applied by Flaux J [at first instance in Gray]: you cannot recover for damage which is the consequence of your own criminal act. In its narrower form, it is that you cannot recover for damage which is the consequence of a sentence imposed upon you for a criminal act." The justification for the narrower rule was based on the inconsistency of requiring someone to be compensated for a sentence imposed because of his own personal responsibility for a criminal act. As to the wider rule: "
  8. .It differs from the narrower version in at least two respects: First, it cannot, as it seems to me, be justified on the grounds of inconsistency in the same way as the narrower rule. Instead, the wider rule has to be justified on the ground that it is offensive to public notions of the fair distribution of resources that a claimant should be compensated (usually out of public funds) for the consequences of his own criminal conduct. Secondly, the wider rule may raise problems of causation which cannot arise in connection with the narrower rule. The sentence of the court is plainly a consequence of the criminality for which the claimant was responsible. But other forms of damage may give rise to questions about whether they can properly be said to have been caused by his criminal conduct.
  9. The wider principle was applied by the Court of Appeal in Vellino v Chief Constable of Greater Manchester Police [2002] 1 WLR 218 . The claimant was injured in consequence of jumping from a second-floor window to escape from the custody of the police. He sued the police for damages, claiming that they had not taken reasonable care to prevent him from escaping. Attempting to escape from lawful custody is a criminal offence. The Court of Appeal (Schiemann LJ and Sir Murray Stuart-Smith; Sedley LJ dissenting) held that, assuming the police to have been negligent recovery was precluded because the injury was the consequence of the plaintiff's unlawful act.». Το Αγγλικό Εφετείο κατέληξε να υιοθετεί την διασταλτική ερμηνεία, όπως καθιερώθηκε στην Vellino v Chief Constable of Greater Manchester Police [2002] 1 WLR 218, επεξηγώντας γιατί είναι λογικό να εξαρτάται η εφαρμογή του επίμαχου νομικού αξιώματος από την ύπαρξη ή μη συνεκτικού δεσμού μεταξύ της παρανομίας και της πρόκλησης της αδικοπραξίας꞉ «
  10. This decision seems to me based upon sound common sense. The question, as suggested in the dissenting judgment of Sedley LJ, is how the case should be distinguished from one in which the injury is a consequence of the plaintiff's unlawful act, only in the sense that it would not have happened if he had not been committing an unlawful act. An extreme example would be the car which is damaged while unlawfully parked. Sir Murray Stuart-Smith, at para 70, described the distinction: 'The operation of the principle arises where the claimant's claim is founded upon his own criminal or immoral act. The facts which give rise to the claim must be inextricably linked with the criminal activity. It is not sufficient if the criminal activity merely gives occasion for tortious conduct of the defendant.'». Εφιστώ την προσοχή στην παράγραφο από την πιο πάνω απόφαση, όπου επεξηγείται γιατί δεν είναι αρκετό ο ενάγων με την παράνομη πράξη του να έδωσε την ευκαιρία σε κάποιον άλλο να προκαλέσει μια αστική αδικοπραξία, χωρίς όμως η δική του παρανομία να έχει συνεκτικό δεσμό με την πρόκληση της αδικοπραξίας꞉ «
  11. This distinction, between causing something and merely providing the occasion for someone else to cause something, is one with which we are very familiar in the law of torts. It is the same principle by which the law normally holds that even though damage would not have occurred but for a tortious act, the defendant is not liable if the immediate cause was the deliberate act of another individual. Examples of cases falling on one side of the line or the other are given in the judgment of Judge LJ in Cross v Kirby [2000] CA Transcript No 321 . It was Judge LJ, at para 103, who formulated the test of 'inextricably linked' which was afterward adopted by Sir Murray Stuart-Smith in Vellino v Chief Constable of the Greater Manchester Police [2002] 1 WLR 218 . Other expressions which he approved, at paras 100 and 104, were 'an integral part or a necessarily direct consequence' of the unlawful act (Rougier J: Revell v Newbery [1996] QB 567 , 571) and 'arises directly ex turpi causa: Bingham LJ in Saunders v Edwards [1987] 1 WLR 1116 ,
  12. It might be better to avoid metaphors like 'inextricably linked' or 'integral part' and to treat the question simply as one of causation. Can one say that, although the damage would not have happened but for the tortious act of the defendant, it was caused by the criminal act of the claimant? ( Vellino v Chief Constable of the Greater Manchester Police [2002] 1 WLR 218 ). Or is the position that although the damage would not have happened without the criminal act of the claimant, it was caused by the tortious act of the defendant? ( Revill v Newbery [1996] QB 567 )."». Εφαρμόζοντας όλα τα πιο πάνω στην ενώπιον μου υπόθεση, λαμβάνω κατ' αρχάς υπόψη ότι η παρανομία εκ μέρους των Εναγόντων, την οποία επικαλούνται οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 για να εγείρουν υπεράσπιση στη βάση του νομικού αξιώματος «ex turpi causa non oritur action», συνίσταται, με βάση το ενώπιον μου μη αμφισβητούμενο πραγματικό υπόβαθρο, στη χρήση οχήματος ή/και στην ανοχή της χρήσης του επί δημόσιας οδού χωρίς αυτό να διαθέτει άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας. Πρόκειται για αδίκημα το οποίο, παρά το ότι βάσε του Κανονισμού 72 που παρέθεσα πιο πάνω, δύναται να επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 1 έτος ή χρηματική ποινή συνήθως μέχρι €1708, εντούτοις η συνήθης ποινή που επιβάλλεται από τα Ποινικά Δικαστήρια τροχαίας είναι χρηματική ποινή περί τα €
  13. Δεν πρόκειται για σοβαρό ποινικό αδίκημα. Πέραν τούτου, σημειώνω ότι το γεγονός ότι οι Ενάγοντες ανέχτηκαν ή επέτρεψαν την οδήγηση του οχήματος τους επί της οδού υπό τις πιο πάνω συνθήκες παρανομίας επί τω ότι δεν είχε άδεια κυκλοφορίας, έδωσε μεν την ευκαιρία να συμβεί το δυστύχημα με την εμπλοκή του, πλην όμως βάσει της προεκτεθείσας αγγλικής νομολογίας, αυτό το γεγονός δεν είναι από μόνο του αρκετό για να εφαρμοστεί το αξίωμα που κωλύει τους Ενάγοντες από το να έχουν αγώγιμο δικαίωμα. Θα έπρεπε οι Εναγόμενοι να καταδείξουν ότι η συγκεκριμένη παράνομη κατάσταση του οχήματος συνδέεται άρρηκτα (inextricably) με την πρόκληση του δυστυχήματος. Δεν έχω συναντήσει σε καμία εκ των τελικών αγορεύσεων των συνηγόρων Υπεράσπισης τον ισχυρισμό ότι η σύγκρουση του βαν οχήματος των Εναγόντων με το βυτιοφόρο όχημα των Εναγομένων 1 και 2 συνδέεται με ή/και οφείλεται σε μηχανική ακαταλληλότητα του οχήματος των Εναγόντων ή/και σε βλάβη του εν λόγω οχήματος. Οποιαδήποτε αμέλεια του οδηγού του οχήματος των Εναγόντων είναι ζήτημα ξεχωριστό και αν αποδειχθεί ότι υπήρξε τέτοια αμέλεια, τότε τούτο θα είναι ζήτημα επιμερισμού της ευθύνης και ανάλογης μείωσης των αποζημιώσεων που τυχόν να δικαιούνται οι Ενάγοντες για λόγους συντρέχουσας ή/και εκ προστήσεως ευθύνης. Επ'αυτού του σημείου σχετικά είναι και τα ευρήματα γεγονότων στα οποία καταλήγω μετά από την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας την οποία παραθέτω πιο κάτω. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν έχει τεκμηριωθεί ότι δύναται να τύχει εφαρμογής το αξίωμα «ex turpi causa non oritur action». ΝΟΜΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ. Σε αστικής φύσεως υποθέσεις όπως είναι η παρούσα, η επιτυχία της υπόθεσης των Εναγόντων προϋποθέτει ότι αυτή θα επιτύχει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι, ως ορθή και αληθής, η δική της εκδοχή. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των Εναγόντων για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους που στοιχειοθετούν την αξίωση τους στην Έκθεση Απαίτησης, προσκομίζοντας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους των Εναγόντων και δεν μεταφέρεται. Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Στην παρούσα υπόθεση, όπου η υπόθεση αφορά στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι το βάρος απόδειξης του εν λόγω αστικού αδικήματος είναι στους ώμους των Εναγόντων. Απεναντίας το βάρος απόδειξης τυχόν συντρέχουσας αμέλειας των Εναγόντων είναι στους ώμους των Εναγομένων (Βλ. Owen v. Brimmell [1977] 1 Q.B. 859). Τούτο, δεν σημαίνει ότι κάθε εναγόμενος είναι αναγκασμένος να δώσει μαρτυρία, αλλά, αν ένας εναγόμενος επιλέξει να μην δώσει μαρτυρία, τότε το Δικαστήριο θα εξάξει συμπεράσματα μόνο στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας από την πλευρά του ενάγοντος και, συνεπώς, ο εναγόμενος που δεν προσέφερε μαρτυρία θα διατρέχει τον κίνδυνο να μην αποδείξει τον ισχυρισμό του περί συντρέχουσας αμέλειας (βλ. Chapman v Copeland
(1966)Times 7 May, 110 Sol Jo 569, CA, Bingham's Motor Claims Cases, Eighth ed., London, Butterworths, 1980, σελ. 51). Το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, βέβαια, να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν, όπως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο (Βλ. Elliott v. Bax Ironside [1925] 2 K.B. 301, Sharpe v. Southern Railway [1925] 2 K.B. 311, Baker v. Longhurst & Sons Ltd [1933] 2 K.B. 461 και Clerk & Lindsell on Torts, 16th Ed., par. 1-156). Η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο (βλ. Χ'' Παυλή κ.ά v. Α. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220, Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ. Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Εξετάζεται σε κάθε περίπτωση η γενεσιουργός αιτία και ό,τι πραγματικά επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436). Το κριτήριο που εφαρµόζεται σε υποθέσεις οδικής αµέλειας είναι αντικειµενικό και οι παράµετροι του αναφέρονται στη συµπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού, όχι του τέλειου οδηγού (Σωκράτους v Αστυνοµίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αλεξάνδρου v. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420: "το κριτήριο για τον καθορισµό της αµέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αµέλεια κρίνεται αντικειµενικά µε γνώµονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιµοποιεί το δρόµο λελογισµένα και µε συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιµοποιούν το δρόµο". Το καθήκον φροντίδας και µέριµνας οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη µπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Σωκράτους ανωτέρω). Η αµέλεια ως πραγµατικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριµένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Φοινικαρίδης v Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ 475). Εφόσον η πιθανότητα αντιμετώπισης κινδύνου στο δρόμο είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ., μεταξύ άλλων, Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriacou Mavrou
(1970)1 CLR 215). Χρειάζεται, ασφαλώς, να αποδεικνύεται η αιτιώδης συνάφεια µεταξύ της αµέλειας του ενεχόμενου οδηγού και της ζηµιάς που προκλήθηκε, η οποία αποτελεί το αντικείµενο της δίκης (Χριστοδούλου v Γρηγορίου
(1989)1 Ε Α.Α.Δ 178). Εάν ένας οδηγός βρεθεί αντιμέτωπος με κίνδυνο στο δρόμο, ο οποίος δημιουργεί μία διλημματική κατάσταση για τον ίδιο, οι πράξεις του εν λόγω οδηγού δεν πρέπει να κρίνονται μικροσκοπικά. Ένα εσφαλμένο μέτρο που λαμβάνεται από ένα οδηγό κάτω από την αγωνία της σύγκρουσης δεν συνιστά κατ΄ ανάγκη αμέλεια (βλ. Ioannou and another v. Michaelides
(1966)1 CLR 235, Adamis and another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746, 750. 751, Georgiades v. HadjiSavva
(1984)1 CLR 597, Roussou v. Aristodemou
(1989)1 CLR 12, Δημητρίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6295/20.6.97, Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 ΑΑΔ 1110, Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1982)1 ΑΑΔ 642, Παπαχριστοδούλου ν. Χ''Νεοφύτου
(1991)1 ΑΑΔ 426, Κασιέρη κ.ά. ν. Κυριάκου, Πολιτική Έφεση 9049/29.9.97 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού, Πολιτική Έφεση 9250/16.12.97). Η αμέλεια συναρτάται με την παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος επιμέλειας προς άλλους, ενώ η συντρέχουσα αμέλεια συναρτάται με την παράλειψη ενός οδηγού λήψης προβλεπτών προφυλάξεων για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του. Ένας ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια εάν όφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε ο ίδιος να ζημιωθεί, αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος. Ο καταμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες꞉ το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς η οποία προκύπτει (causative potency). Υπάρχει πλούσια νομολογία εφαρμογής των πιο πάνω αρχών (Βλ. Αλεξάνδρου κ.ά. ν. Λεβέντης κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, 426 (απόφαση Πική, Π.), Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, Χαραλάμπους ν. Στυλιανού
(1991)1 Α.Α.Δ. 284, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, Γεωργίου ν. Παναγιωτίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 80, Bullows v. Νεοφύτου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 41 και Νικολάου κ.ά. ν. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 938, 945). Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά, αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη (Βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, 183-184, Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polycarpou v. Adamou
(1989)1 C.L.R. 727). Δεν αποκλείεται να διασπασθεί η αλυσίδα και να διαχωρισθεί η αμέλεια του οδηγού που προκάλεσε την απόφραξη από την αμέλεια των επερχόμενων οδηγών. Τούτο συμβαίνει εκεί όπου παρέχεται «καλή ορατότητα και ευκαιρία» να δουν και να εκτιμήσουν ένα κατά τα άλλα μη ευλόγως προβλεπτό εμπόδιο στο δρόμο. Τούτο υπεδείχθη στην προμνησθείσα Σιαλαμπή ν. Παναγή, με παραπομπή στην αγγλική υπόθεση Rousev. Squires
(1973)2 All E.R. 903. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα: «Όμως, όπως υποδείχθηκε στην αγγλική υπόθεση Rousev. Squires
(1973)2 All E.R. 903, όπου διαπιστώνεται ότι υπάρχει καλή ορατότητα και ευκαιρία για τον επερχόμενο οδηγό να δει και να εκτιμήσει το εμπόδιο που ορθώνεται μπροστά του και να πάρει μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης, τότε η παρεμπόδιση ενδεχομένως να μη συνιστά κίνδυνο. Σ΄ αυτή την περίπτωση, δημιουργείται κενό στην αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αρχικής αμέλειας που προκάλεσε την παρεμπόδιση στο δρόμο και της μεταγενέστερης που προκάλεσε το δυστύχημα και τις συνέπειές του.» ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Οι ζημιές δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα. Πρέπει να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Η νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία (Βλ. Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). Η αρχή η οποία πηγάζει από τη νομολογία είναι ότι, εφόσον η ζημία η οποία προκύπτει στο ενδιάμεσο, μεταξύ του δυστυχήματος και της δίκης, αποκρυσταλλώνεται και είναι δεκτική αριθμητικού υπολογισμού, επιδικάζεται η συγκεκριμένη ζημία υπέρ του Ενάγοντος, υπό τον όρο, τυπικό κατ΄ ουσία, της θεσμικής εναρμόνισης της έκθεσης απαιτήσεως με τα δεδομένα της απόφασης του Δικαστηρίου. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Θα πρέπει, κατ' αρχάς, να σημειωθεί ότι σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήρίο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει, αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής, με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Προκειμένου περί υποθέσεων τροχαίων ατυχημάτων, μεγάλη αξία έχει η πραγματική μαρτυρία της σκηνής του ατυχήματος. Τέτοια μαρτυρία αποτελεί και το σχεδιαγράφηµα της σκηνής του ατυχήµατος, στη βάση του οποίου δύνανται να συγκριθούν και να ελεγχθούν δικαστικά οι λεπτομέρειες της δοθείσας μαρτυρίας, για να φανεί το αξιόπιστο αυτής. Το σχέδιο της σκηνής συνιστά σταθερό οδηγό για τον καθορισµό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του ατυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ηµερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυvοµίας
(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή v. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ηµερ. 19.3.1996). Η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπόκειται στα ίδια κριτήρια ως ανωτέρω αναφέρθηκαν αναφορικά με οποιονδήποτε μάρτυρα γεγονότων. Το Δικαστήριο εξετάζει όμως πρώτα, αν ο κατ'ισχυρισμόν εμπειρογνώμονας διαθέτει τέτοια προσόντα ή/και πείρα ώστε να έχει τα εφόδια να δώσει εξειδικευμένη μαρτυρία στο θέμα για το οποίο κλήθηκε. Το Δικαστήριο, έχει την ευχέρεια, εκεί όπου ελλείπουν τα αναγκαία ποιοτικά χαρακτηριστικά από την προσφερόμενη μαρτυρία πραγματογνωμοσύνης, να απορρίψει την μαρτυρία του προσώπου που παρουσιάζεται για να καταθέσει ως πραγματογνώμονας, ακόμη και αν είναι το μοναδικό πρόσωπο που έχει κληθεί και καταθέσει υπό την ιδιότητα αυτή. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου ενώπιον του έχουν καταθέσει πέραν του ενός πραγματογνώμονα, να προτιμήσει την μαρτυρία μόνον ενός από αυτούς ή και περισσοτέρων, ή ακόμη και να αγνοήσει όλες και να προβεί στη δική του ανάλυση, εάν τα περιστατικά της υπόθεσης και τα γεγονότα που αποδέχεται ως αποδεκτά, το δικαιολογούν (βλ. Γιαννάκης Πελεκάνος κ. α. ν Ανδρέα Πελεκάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746). Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο πρέπει να δίδει τους λόγους για την απόφαση του, ειδικότερα όταν δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία πραγματογνώμονα που να καταθέτει αντίθετη άποψη (βλ. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν D & A Charalambous (Frozen Foods) Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 448). Σημειώνω, λοιπόν, ότι είναι νομολογημένο πως - «επί διϊστάμενης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, το Δικαστήριο οφείλει να κρίνει την μαρτυρία αυτή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, μη δίνοντας προβάδισμα σε οποιαδήποτε εκφρασθείσα γνώμη από εκάτερο των διαδίκων. Η κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα που παρουσιάζονται ενώπιον του, σχηματίζοντας ιδίαν άποψη επί του θέματος, αιτιολογώντας επαρκώς την κατάληξη του, ως προς την προτίμηση του με αναφορά σ΄ αυτά τα δεδομένα.». Τούτο έχει λεχθεί στην απόφαση ημερ. 31.5.2012 στην Πολιτική Έφεση αρ. 83/2009, NOVICHKOVA DARIA ν. Θέμη Βλάβη, με παραπομπή στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432, στις σελ. 451-452: όπου σημειώθηκε ότι - «Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως πρέπει να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς.». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Δύο είναι τα επίδικα θέματα σε σχέση με τα οποία θα αξιολογήσω τη δοθείσα μαρτυρία. Ποιος ευθύνεται για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος και αν έχουν αποδειχθεί οι ζημιές για τις οποίες οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις. Όσον αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, ήταν ξεκάθαρο κατά την ακροαματική διαδικασία ότι ουδείς εκ των μαρτύρων των Εναγόντων μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος, με εξαίρεση τον ΜΕ5 που είναι αστυνομικός και εξεταστής του δυστυχήματος. Όσα οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ανέφεραν, αφορούσαν εξ ακοής μαρτυρία, βάσει πληροφόρησης που κατ' ισχυρισμόν έλαβαν από τον οδηγό κ. Παναγιώτη Τσίκα, ο οποίος όμως δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να αντεξεταστεί. Η ΜΕ3 έδωσε δεύτερου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία, αφού αυτή μετέφερε απλώς τα λεγόμενα των ΜΕ1 και ΜΕ
  1. Η μαρτυρία της ΜΕ4 επί του θέματος ήταν τυπική. Ο ΜΕ6 προέβη σε εκτίμηση ζημιών χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε αναπαράσταση της σκηνής του δυστυχήματος. Επί των λεγόμενων του ΜΕ5, δεν υπήρξε σημείο διαφωνίας μεταξύ αυτού και της εκδοχής των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και
  2. Συμφωνούσαν στο ότι το δυστύχημα προκλήθηκε καθ' ον χρόνο ο οδηγός του διπλοκάμπινου (Εναγόμενος 3) που ήταν ιδιοκτησίας των Εναγομένων 4, κινήθηκε απότομα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του βυτιοφόρου οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, ιδιοκτησίας των Εναγομένων 2, αποφράσσοντας την ελεύθερη πορεία του βυτιοφόρου κατά τρόπο που δεν υπήρχε ούτε απόσταση ούτε χρόνος για να αποφευχθεί η σύγκρουση μεταξύ των εν λόγω δύο οχημάτων. Συμφωνούσαν επίσης στο ότι η απόσταση μεταξύ της 1ης αυτής σύγκρουσης και της θέσης του επερχόμενου οχήματος των Εναγόντων ήταν τέτοια που το βυτιοφόρο, λόγω και του βάρους του φορτίου που μετέφερε, έχοντας πάρει από την προηγηθείσα σύγκρουση πορεία προς τα δεξιά, κατέπεσε πάνω στο όχημα των Εναγόντων παρασύροντάς το μέσα στη λίμνη της Ορόκλινης. Το όχημα των Εναγόντων δεν είχε κατ'ουδένα χρόνο βρεθεί εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του βυτιοφόρου. Απεναντίας, βλέποντας τη σύγκρουση του διπλοκάμπινου με το βυτιοφόρο, πρόλαβε να κάνει αποφευκτική ενέργεια προς το αριστερότερο άκρο της δικής του λωρίδας και σε εκείνο το άκρο ήταν που κατέπεσε πάνω του το βυτιοφόρο, συμπαρασύροντάς το μέσα στη λίμνη. Ουδεμία αμέλεια του οδηγού του οχήματος των Εναγόντων εντόπισε ο ΜΕ
  3. Εξηγώντας αυτό του το συμπέρασμα, ο ΜΕ5 υπήρξε σταθερός, εξέπεμπε βεβαιότητα και χρησιμοποίησε μεθοδολογία ανάλυσης των συνθηκών του δυστυχήματος (σχεδίασε τη σκηνή, υπολόγισε την ορατότητα, εξέτασε τις ζημιές των οχημάτων καθώς και τις τελικές τους θέσεις, έλαβε καταθέσεις από τους εμπλεκόμενους οδηγούς των οχημάτων και αξιολόγησε τη διαφορετική εκδοχή του οδηγού του διπλοκάμπινου σε ό,τι αφορά το σημείο σύγκρουσης με αναφορά στα ευρήματα του επί του οδοστρώματος), όπως εύλογα αναμενόταν από έναν αστυνομικό που επιδεικνύει δέουσα επιμέλεια. Ο μόνος αντίλογος στα λεγόμενα του ΜΕ5 προήλθε από τη συνήγορο των Εναγομένων 3 και
  4. Κρίνω όμως ότι οι απαντήσεις που αυτός έδωσε στηρίζονταν στα ευρήματα του στη σκηνή και στην κοινή λογική. Ειδικότερα, είμαι ικανοποιημένη ότι δικαιολογείται η εκτίμηση του ΜΕ5 ότι τόσο η πρώτη σύγκρουση όσο και η δεύτερη δεν οφείλονται σε υπερβολική ταχύτητα, αφού εμφανώς ουδείς εκ των οδηγών επιχείρησε φρενάρισμα, όσο απότομη και αν ήταν η απόφραξη της ελεύθεριας πορείας του. Δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης. Το ίδιο το βυτιοφόρο, διά του ταχογράφου που επέδειξε ο ΜΕ5 στο Δικαστήριο δείχνει ότι κινήτο εντός των ευλόγων ορίων ταχύτητας επί της οδού, ήτοι κάτω των 60 χαω σε δρόμο με όριο 50 χαω. Περαιτέρω, είμαι ικανοποιημένη ότι ο ΜΕ5 είχε την πείρα που να του επιτρέπει να διακρίνει αν τα ίχνη τριβής (ξύσμα) που εντόπισε στην άσφαλτο ήταν φρέσκα ώστε να συνδέονται με το επίδικο δυστύχημα. Ο συσχετισμός του ίχνους αυτού έγινε από τον ΜΕ5 με αναφορά στο φωτογραφικό υλικό (Έγγραφο Ι) που αποτελεί πολύτιμο αποδεικτικό εργαλείο σε υποθέσεις τροχαίας. Θεωρώ επουσιώδη τη διόρθωση που έκανε ο ΜΕ5 για το αν το ξύσμα προήλθε από το μπροστινό αριστερό μέρος του διπλοκάμπινου ή αν προήλθε από το μπροστινό δεξιό μέρος του διπλοκάμπινου, αφού αρκεί το ότι αποδίδεται σε κάθε περίπτωση στο ίδιο όχημα και όχι σε κάποιο άλλο. Όσον αφορά την ορατότητα επί της οδού, αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ5 ότι μπορούσε να επικαλεστεί ακόμη και την προσωπική του εμπειρία, ως οδηγού που χρησιμοποιεί καθημερινά τη συγκεκριμένη οδό, για να υπολογίσει πόσα μέτρα ορατότητα υπήρχαν ακόμη και στην απουσία μέτρησής της με μέτρο. Καταλήγω να αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ5 ως αληθή και αξιόπιστη στην ολότητά της, υπό το φως των διευκρινίσεων και διορθώσεων που ο ίδιος έκρινε σκόπιμο να αναφέρει και να αιτιολογήσει ως ανωτέρω τις περιέγραψα. Επομένως, αποτελεί εύρημά μου ότι꞉ · Το επίδικο δυστύχημα συνέβη την 24.1.2012 περί ώρα 10꞉45 στη Λεωφόρο Χρίστου Αυξεντίου στην Ορόκλινη, παρά τη λίμνη της Ορόκλινης. · Την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος, το οδόστρωμα στεγνό και η ορατότητα καλή, πέραν των 100 μέτρων. · Ο ΜΕ5 προσερχόμενος στη σκηνή, από επιτόπια εξέταση του δρόμου, εντόπισε τα τρία ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις και επιθεώρησε τις ζημιές τους. · Το διπλοκάμπινο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX12 βρισκόταν κάθετα στο δρόμο με την μπροστινή πλευρά του να βρίσκεται στη λωρίδα πορείας προς Ορόκλινη. Είχε εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό δεξί μέρος. · Το βυτιοφόρο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX56 βρισκόταν με το μπροστινό του μέρος μέσα σε χαντάκι, βάθους περίπου 2 μέτρων στη δεξιά μεριά του δρόμου, εκεί που είναι η λίμνη της Ορόκλινης, ενώ το πισινό του μέρος έξεχε μέχρι τη μεσαία διαχωριστική γραμμή του δρόμου. Είχε εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό δεξιό μέρος και στο μπροστινό δεξί τροχό, που ο ΜΕ5 εκτίμησε ότι προήλθαν από σύγκρουση με το διπλοκάμπινο όχημα με τις μπροστινές τους δεξιές γωνίες. Είχε, επίσης, ζημιά στο μπροστινό προφυλακτήρα, που ο ΜΕ5 εκτίμησε ότι προήλθε από σύγκρουση του ΜΕ5 με το βαν όχημα KVR
  5. · Κάτω από το μπροστινό μέρος του βυτιοφόρου, βρισκόταν αναποδογυρισμένο το βαν όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX
  6. Είχε εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό δεξιό φτερό και στον τροχό, και εκτεταμένες ζημιές στην αριστερή πλευρά της καμπίνας από την ανατροπή στο χαντάκι. · Ο ΜΕ5 εντόπισε δύο ξεχωριστά σημεία σύγκρουσης επί του οδοστρώματος. Στο σχεδιαγράφημα της σκηνής που ετοίμασε (βλ. τα Τεκμήρια ΙΑ και ΙΒ) τοποθέτησε τις αρχικές πορείες του διπλοκάμπινου και πίσω από αυτό του βαν με ένδειξη «Α», ενώ σημείωσε την αρχική πορεία του βυτιοφόρου με ένδειξη «Β». Το σημείο «Χ», όπως το τοποθέτησε ο ΜΕ5, αποτυπώνει το σημείο σύγκρουσης μεταξύ του διπλοκάμπινου και του βυτιοφόρου και βρίσκεται εντός της κανονικής λωρίδας κυκλοφορίας του βυτιοφόρου ως η πορεία «Β». Το σημείο «Χ2» αποτυπώνει το σημείο σύγκρουσης μεταξύ του βυτιοφόρου και του βαν και βρίσκεται έξω από το οδόστρωματου δρόμου στο ασφάλτινο παγκέτο στα αριστερά του δρόμου ως η κανονική πορεία κυκλοφορίας «Α» του βαν. · Λαμβάνοντας υπόψη την τελική θέση των οχημάτων, τις πορείες που είχαν αμέσως πριν τη σύγκρουση και τις γραπτές καταθέσεις που έλαβε από τους οδηγούς των ενεχόμενων οχημάτων, ο ΜΕ5 κατέληξε στο εύρημα ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου της Λεωφ. Χρ. Αυξεντίου όπου υπάρχει ελαφριά στροφή παρά τη λίμνη της Ορόκλινης, το διπλοκάμπινο όχημα ελάττωσε ταχύτητα και έστριψε δεξιά, εισερχόμενο κατ' αυτόν τον τρόπο στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας και απέκοψε την ελεύθερη πορεία του βυτιοφόρου. Το βυτιοφόρο κτύπησε με τη δεξιά μπροστινή πλευρά του στην μπροστινή δεξιά πλευρά του διπλοκάμπινου, πέρασε πάνω από αυτό και το ακινητοποί

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.