Hasan υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Kasim αλλιώς Koushappi κ.α. ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Αλεθρικού κ.α., Παραπομπές αρ.: 6/2015, 5/2015, 4/2015, 17/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Παραπομπές αρ.: 6/2015, 5/2015, 4/
- Μεταξύ:
- XXXXX Hasan ) υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών
- XXXXX XXXXX Galletti ) της περιουσίας του αποβιώσαντος
- XXXXX XXXXX Celal ) XXXXX Kasim αλλιώς XXXXX XXXXX Koushappi, τέως από το Αλεθρικό. Αιτητών -και-
- Κοινοτικό Συμβούλιο Αλεθρικού
- Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Αποζημιούσας Αρχής -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 10.11.2016 για διαγραφή της Συμπληρωματικής Σημείωσης στην Εκτίμηση της Αποζημιούσας Αρχής. Ημερομηνία: 17 Απριλίου,
- Εμφανίσεις: Για Αιτητές: Ο κ. Νεκτάριος Καπελάκης για ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΤΡΑΣ & ΣΙΑ και ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ & ΣΙΑ Για Καθ΄ων η αίτηση 1: Ο κ. Χριστόφορος Ιωάννου για ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Ματσάγκος) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις Παραπομπές με τους πιο πάνω αριθμούς και τίτλους (συνενώθηκαν με Διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.11.2016) οι Απαιτητές, υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Kasim από το χωριό Αλεθρικό της επαρχίας Λάρνακας, ζητούν από το Δικαστήριο τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης από το Κοινοτικό Συμβούλιο Αλεθρικού (Αποζημιούσα Αρχή) μέρους κτήματος στο Αλεθρικό, του οποίου ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είναι ο αποβιώσας XXXXX Kasim. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Απαιτητές αιτούνται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου για διαγραφή της Συμπληρωματικής Εκτίμησης της Αποζημιούσης Αρχής του καθ' ου η αίτηση αρ.1, η οποία συνοδεύει την Έκθεση Υπεράσπισης του Καθ'ου η Αίτηση αρ.1 υπό τον τίτλον «ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ» με ημερ. 30/9/16 η οποία επισυνάφθη με την κυρίως εκτίμηση ημερ. 5/5/2008 μετά της Έκθεσης Υπεράσπισης, ως άκαιρης, μεταχρονολογημένης, ασυμβίβαστης με τα θεσμικά ειωθότα. Προκαλούσα δυσμενή διάκριση, επιπτώσεις και στέρηση του δικαιώματος του εμπειρογνώμονα εκτιμητή των αιτητών να εκφράσει τις δικές του απόψεις και σχόλια πάνω στην νέα Εκτίμηση. Επιπλέον προκαλεί κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας και/ή προσκρούει στον Νόμο Περί Υπολογισμού των Αποζημιώσεων Νόμων του 1955 ως και των σχετικών Rules of Court Made Under Sections 7 and 10.» Η Αίτηση στηρίζεται στον Νόμο COMPENSATION ASSESMENT TRIBUNAL 1955, στα Rules of Court Made Under Sections 7 and 10, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.26, Δ.21 θ.10, Δ.27 θ.1,2 και 3 και Δ.48 θ.9
(1). Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της XXXXX Κούτρα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Απαιτητές, δεόντως εξουσιοδοτημένης, η οποία προς υποστήριξη του αιτήματος της αναφέρει τα εξής: «.
- Στις 3/10/2016 η Απαλλοτριούσα Αρχή κατεχώρησε εκ μέρους των καθ'ων η αίτηση αρ.1 Υπεράσπιση, στην οποία επισυνάπτεται και η εκτίμηση του εμπειρογνώμονα XXXXX Ζακχαίου ως αναφέρεται στην παρ.5 της Υπεράσπισης.
- Η κυρίως εκτίμηση φέρει ημερ. 5/5/2008 επί τη βάση της οποίας ως αναφέρεται στην παρ. 1(β) της προδικαστικής ένστασης στην Υπεράσπιση, έχει εγκριθεί και καταβληθεί ήδη ως αποζημίωση στον Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών η αποζημίωση κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της Γνωστοποίησης δηλαδή το έτος
- Μετά από 6 χρόνια δηλαδή στις 30/9/16 ως αναφέρει ο Εμπειρογνώμονας της Απαλλοτριούσης Αρχής συνέταξε επιπρόσθετη εκτίμηση την οποία ενσωμάτωσε με την αρχική εκτίμηση ημερ. 5/5/2008 η οποία επισυνάφθη με την Υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση αρ.
- Τούτο έπραξε ο Εμπειρογνώμονας ως και ο καθ' ου η αίτηση αρ.1 όταν από τις 9/10/15 είχαν εις χείρας των την Ε/Α των Απαιτητών, η οποία συνοδεύετο από την εκτίμηση του Εμπειρογνώμονα κ. XXXXX Πανταζή.
- Έτσι ο καθ' ου η αίτηση αρ.1 αλλά και ο εμπειρογνώμονας ετοίμασε την 2ην εκτίμηση κατά παράβαση του Νόμου Rules of Court Made Under Sections 7 and 10, την οποία επισύναψαν με την αρχική εκτίμηση των ημερ. 5/5/2008, έτσι ώστε να υπάρχει στην Ε/Υ η αρχική εκτίμηση ημερ. 5/5/2008 επί τη βάση της οποίας έγινε και/ή κατεβλήθη το ποσόν της αποζημίωσης στον καθ' ου η αίτηση αρ.
- Η νέα εκτίμηση ημερ. 30/9/16 είναι μεταχρονολογημένη, άκαιρη, παραπλανητική και ασυμβίβαση με τα ειωθότα και μη περικλείουσα, δίκαιη και θεσμική βάση για Υπεράσπιση και αποτελεί κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας και/ή προσκρούει στον Περί Αποζημιώσεως Νόμο του 1955 και ως τέτοια θα έδει να διαγραφεί καθότι δεν είναι επιτρεπτόν να υπάρχουν 2 εκτιμήσεις διά το ίδιο ακίνητο υπό τις περιστάσεις οι οποίες έλαβαν χώραν. .» Η Αποζημιούσα Αρχή (καθ' ου η αίτηση 1) έφερε Ένσταση στην Αίτηση, προβάλλοντας πως η «ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ» ημερομηνίας 30.9.2016, δεν είναι «νέα Εκτίμηση», αλλά «Σημείωση» με την οποία επεξηγείται πως ο εκτιμητής της Αποζημιούσης Αρχής κατέληξε στα ποσά που καταγράφονται στην Εκτίμηση του ημερομηνίας 5.5.
- Πως η Σημείωση καταχωρήθηκε για σκοπούς διευκόλυνσης της διαδικασίας αφού τα όσα αναφέρει ο Εκτιμητής είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Πως η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση αφού ο Νόμος του 1955 (Compensation Assessment Tribunal Law 1955) έχει καταργηθεί με τον Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμο του
- Τέλος, πως η Αίτηση είναι άκυρη, αντικανονική, παράτυπη και καταχρηστική. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Ζακχαίου, εγκεκριμένου εκτιμητή, ο οποίος ετοίμασε την επίδικη Έκθεση Εκτίμησης. Ο ομνύων επαναλαμβάνει τους Λόγους Ένστασης, τονίζοντας ιδιαίτερα τον Λόγο πως η Σημείωση στην Εκτίμηση «δεν αποτελεί επιπρόσθετη εκτίμηση αλλά επεξηγεί το σκεπτικό της Εκτίμησης». Ο περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμος του 1962 (Νόμος 15/62), διέπει την διαδικασία καθορισμού δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει η Απαλλοτριούσα Αρχή στον Απαιτητή. Το άρθρο 20 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου αρ. 15/62, καθορίζει στην επιφύλαξη του εδαφίου
(1)αυτού, πως μέχρις ότου εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός που να ρυθμίζει την πρακτική και δικονομία του Δικαστηρίου, θα ισχύουν οι Κανονισμοί του 1956 και εάν σ' αυτούς «ουδέν προβλέπεται», τα ζητήματα της δικονομίας και των τελών θα διέπονται, τηρουμένων των αναλογιών, από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον είναι δυνατή η εφαρμογή των. Επομένως αποτελεί ρυθμιστική πρόνοια του Νόμου πως σε οποιαδήποτε ζητήματα παρουσιάζεται κενό στους Κανονισμούς του 1956, θα ακολουθούνται κατά το δυνατό οι Θεσμοί περί Πολιτικής Δικονομίας. Η διαδικασία παραπομπής αρχίζει με Ειδοποίηση την οποία ο ένας (οποιοσδήποτε) από τους διάδικους, αποστέλλει στον Πρωτοκολλητή [βλ. Καν. 3
(1)]. Η Ειδοποίηση είναι επί καθορισμένου τύπου. Όπου υποβάλλεται από τον απαιτητή, συμπεριλαμβάνει στοιχεία αναφορικά με το ποσό και τη φύση της απαιτούμενης αποζημίωσης όπως και λεπτομέρειες προς υποστήριξη [βλ. παράγραφο 7 στο έντυπο Αρ.1 του Πίνακα Α]. Κατόπιν τούτου ο Πρωτοκολλητής επιδίδει στην άλλη πλευρά ειδοποίηση με την οποία την καλεί, εντός καθορισθείσης προθεσμίας, να εφοδιάσει τον Πρωτοκολλητή με γραπτή έκθεση η οποία, στην περίπτωση του απαιτητή, πρέπει να αναφέρει το διεκδικούμενο ποσό με πλήρεις λεπτομέρειες προς υποστήριξη [βλ. Καν. 6
(1)] ενώ στην περίπτωση της απαλλοτριούσης αρχής πρέπει να αναφέρει την εκτίμηση της γης που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας, με πλήρεις λεπτομέρειες προς υποστήριξη (Καν. 6
(2)). Στην υπόθεση Λίνα Νεοκλέους ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1993)1 Α.Α.Δ. 352, αναφέρθηκε ότι η διαδικασία για τον καθορισμό της αποζημίωσης κάτω από τον Νόμο αρ. 15/62, είναι ιδιόμορφη και προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες του αντικειμένου της διαδικασίας που επιβάλλει την προσαγωγή της εκτίμησης της γης από τις Κτηματολογικές Αρχές και την έκθεση των εκατέρωθεν θέσεων με την αναγκαία παροχή λεπτομερειών για την στοιχειοθέτηση των. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 217, τα εκατέρωθεν έγγραφα που ανταλλάσσονται από τους ενδιαφερόμενους αναφέρονται από το Εφετείο ως έγγραφες προτάσεις ή δικόγραφα, ενώ η έκθεση του εμπειρογνώμονα ως η σχετική συνοδευτική μαρτυρία. Οι θέσεις των εκτιμητών ενσωματώνονται στις έγγραφες προτάσεις ως μέρος των αμφισβητούμενων ισχυρισμών και λαμβάνουν την μορφή δικογράφων [Παπασάββα ν. Δημοκρατίας
(1975)2 J.C.C. 231, 234, απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος - Γ. Πική, Π.Ε.Δ. και Α. Αναστασίου Ε.Δ. - όπως ήταν τότε). Νομολογιακά έχει κριθεί πως η ακολουθητέα επί των παραπομπών διαδικασία έχει εξεταστικό χαρακτήρα. Στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Ιωάννου Πέτσα, Πολιτική Έφεση αρ. 9284, ημερ. 18/12/1996, τονίστηκε πως: «Στη διαδικασία παραπομπής για τον καθορισμό αποζημιώσεων σε απαλλοτριώσεις, ενώ παρέχονται σημαντικά περιθώρια πρωτοβουλίας στα μέρη τόσο για τοποθέτηση τους όσο και για προσκόμιση μαρτυρίας, εντούτοις το δικαστήριο διατηρεί θεσμοθετημένες δυνατότητες διερεύνησης οι οποίες καταδεικνύουν τον τουλάχιστον εν μέρει εξεταστικό χαρακτήρα της διαδικασίας: βλ. τον Καν.7
(1)που προβλέπει ότι το δικαστήριο με ιδίαν πρωτοβουλία μπορεί να απαιτήσει από διάδικο να παράσχει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες των λόγων της παραπομπής. Αυτός ο χαρακτήρας συνάδει άλλωστε με τη συνταγματική πρόνοια στο Άρθρο 23.4(γ) του Συντάγματος για τον καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Η εναπόθεση της ευθύνης εξ ολοκλήρου στα μέρη, με διαδικασία αμιγούς αντιπαράθεσης, θα εξαρτούσε την έκβαση υπέρμετρα από τους χειρισμούς στους οποίους εκείνοι θα προέβαιναν. Και έτσι να μην παρείχετο ενδεχομένως η δυνατότητα για τον καθορισμό αποζημίωσης με τα αναγκαία γνωρίσματα της δίκαιης και εύλογης.» Με δεδομένο πως (α) τα έγγραφα που ανταλλάζονται εκατέρωθεν θεωρούνται ως έγγραφες προτάσεις, όπως έχει προαναφερθεί και (β) εφαρμογή έχουν οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, το υπό κρίση αίτημα θα εξεταστεί στη βάση των σχετικών Κανονισμών. Η Δ.19 Κ.26, αποτελούσα νομική βάση της Αίτησης, έχει ως ακολούθως: «26. The Court or a judge may, at any stage of the proceeding, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action." Είναι καλά γνωστό πως τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στην Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο Κ.4 της Δ.19 επιτάσσει όπως τα δικόγραφα περιέχουν εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Η έννοια του ουσιαστικού σχετίζεται εδώ με ό,τι είναι απαραίτητο. Όμως το ουσιαστικό γεγονός εξαρτάται πάντοτε από τις φυσικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Οι διάδικοι θα πρέπει να τηρούν τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να τους υποδείξει τον τρόπο που θα πρέπει να καταγράφουν τις αντίστοιχες θέσεις των [Knowles v. Roberts
(1988)38 Ch. D. 263, 270]. Στην υπόθεση Αγγελίδου ν. Μούσουλου
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1846, στη σελ. 1850 αναφέρθησαν τα εξής αναφορικά με τη σύνταξη δικογράφων: «Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός εκάστου διαδίκου. Η Δ.19 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ' αντίθεση προς τη μαρτυρία, και κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από ένα διάδικο πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση. (Βλ. Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530, Γεωργίου Καψού
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 164 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685.)» Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων αντίθετων με τους κανόνες που έθεσε η Δ.19 θ.4. [Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852]. Κύριος σκοπός της Δ.19 Κ.26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Κατά την εξέταση της αίτησης για διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Κ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Κ. 3. Γενικά κρίνονται ως σκανδαλώδη, ενοχλητικά και αχρείαστα, τα θέματα εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα και προσβλητικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς. Αν όμως είναι σχετικά, δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος εκτός και εάν είναι εμφανώς άσχετος (The Annual Practice, 1953, σελ. 366, 367, Rossage v. Rossage and Others
(1960)1 All E.R. 600, Butters Gas & Oil Co. V. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, 439). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, ECLI:CY:AD:2016:A164, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.2016. Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε επιπρόσθετα ότι ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα, δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο που είναι το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίνεται για τη διαγραφή. Περαιτέρω υπενθυμίζεται ο γενικός κανόνας της δικογραφίας ότι δεν πρέπει να προκαλείται αμηχανία στον Εναγόμενο. [βλ. Davy v. Garret
(1878)7 Ch.D. 486]. Γι ΄ αυτό το κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει εκείνα τα γεγονότα που δίνουν στον αντίδικο την αναγκαία πληροφόρηση για το τι θα αντιμετωπίσει κατά την δίκη. Στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)L.R. 8 Ch. 499, 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια των ισχυρισμών που είναι σκανδαλώδεις σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Millington v. Loring
(1880)6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι μόνο το γεγονός ότι ένα θέμα αποκαλύπτει ένα σκανδαλώδες γεγονός δεν θεωρείται σκανδαλώδες εν τη εννοία του Δικαστικού Κανονισμού αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Ως προς την ουσία της, κρίνω πως αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Μελετώντας τόσο την Έκθεση Εκτίμησης του Χρυσόστομου Ζακχαίου, η οποία επισυνάπτεται στην Έκθεση Υπεράσπισης των Καθ'ων η Αίτηση 1, όσο και την επονομαζόμενη «Συμπληρωματική Σημείωση στην Εκτίμηση» διαπιστώνεται πως δεν προβάλλονται νέα δεδομένα ή νέοι ισχυρισμοί, ούτε και επιδιώκεται η αλλαγή των ποσών της εκτίμησης. Απλώς επεξηγείται το πώς ο εκτιμητής κατέληξε στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα και στα συγκεκριμένα ποσά. Υπενθυμίζω πως η διαδικασία στις παραπομπές έχει εν μέρει εξεταστικό χαρακτήρα και πως το Δικαστήριο έχει θεσμοθετημένα, δυνατότητες διερεύνησης. Συνεπώς οτιδήποτε είναι σχετικό πρέπει να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου είναι νομολογημένο [Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Σεργίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119 και Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση αρ. 7949 ημερ. 24.2.1995] πως η διαπίστωση της επαύξησης ή της επιζήμιας επίδρασης στην αξία της υπόλοιπης ιδιοκτησίας, παραμένει πάντοτε θέμα πραγματικό, κρινόμενο ελεύθερα υπό το φως της προσαγωγής σχετικής μαρτυρίας. Με δεδομένο το νομικό γεγονός που επέφερε η τροποποίηση στο άρθρο 10 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου Αρ. 15/62 [άρθρο 6(γ) του Νόμου αρ. 25/83] τα λαμβανόμενα υπόψη στοιχεία πρέπει να συσχετίζονται και να ανάγονται στον χρόνο δημοσίευσης της γνωστοποίησης και όχι σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο και ιδιαίτερα κατά τον χρόνο εκδίκασης της παραπομπής (τούτο ίσχυε νομολογιακά παλαιότερα). Στις προαναφερόμενες υποθέσεις λέχθηκε πως η αύξηση που επέρχεται λόγω της κατασκευής του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση δεν υπολογίζεται, ενώ τα στοιχεία που θα ληφθούν υπόψη πρέπει να ανάγονται στον χρόνο και συνθήκες που επικρατούσαν την ημέρα της δημοσίευσης. Οποιαδήποτε άλλα στοιχεία τα οποία μπορούν νόμιμα να συνεκτιμηθούν και που είναι μεταγενέστερα της δημοσίευσης της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνο εφόσον είναι δυνατή η αναγωγή τους στις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο της γνωστοποίησης. Δεδομένου του γεγονότος πως οι υπό κρίση παραπομπές θα κριθούν βάσει της προαναφερόμενης νομικής αρχής, δεν βλέπω πώς η συγκεκριμένη «Σημείωση» θα επηρεάσει την όλη υπόθεση. Δεν πρέπει επίσης να διαφεύγει της προσοχής πως ακόμη και στην περίπτωση που εκρίνετο πως η εν λόγω «ΣΗΜΕΙΩΣΗ» περιείχε αχρείαστο περιεχόμενο, αυτό από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό για την διαγραφή της εφόσον δεν τέθηκε κανένα στοιχείο με το οποίο να υποστηρίζεται πώς προκαλείται ζημιά στους αντιδίκους. Καταληκτικά κρίνω πως η επίδικη «ΣΗΜΕΙΩΣΗ» δεν περιέχει άσχετους ή αχρείαστους ισχυρισμούς ώστε το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του εξουσία να την διαγράψει. Συνεπώς η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 1 και εναντίον των Αιτητών. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο